the cricket

«Θα πεις στη μαμά μου ότι δεν κάνω τίποτα κακό στο ίντερνετ;»


της Αγγελικής Μπούμπουκα

 

Η Danah Boyd ξέρει τι κάνουν οι έφηβοι στο ίντερνετ. Το ξέρει καλύτερα από τους περισσότερους γονείς εφήβων που γνωρίζω. Και γνωρίζω πολλούς, επειδή είμαι μία από αυτούς. Και σε προηγούμενες εποχές όλοι εμείς θα ήμασταν λίγο-πολύ φρικαρισμένοι που τα παιδιά μας έχουν περάσει στη φάση που αμφισβητούν τα πάντα, που σέρνουν παντού μαζί τους τη βεβαιότητα πως ό,τι κι αν είναι το επόμενο πράγμα που θα πει ένας γονιός θα είναι λάθος, που λίγο απότομα σταματήσαμε να τα κουβαλάμε στο εικονικό μας μάρσιπο και που όλο και πιο συχνά μας κλείνουν την πόρτα. Σε αυτή την εποχή, όμως, είμαστε επιπλέον αδαείς και πανικόβλητοι, σα να βγήκαμε κατευθείαν από ένα σκοτεινό δωμάτιο στην παραλία χωρίς γυαλιά ηλίου, χωρίς να έχουμε ξαναβγεί ποτέ από αυτό το δωμάτιο και σαν να μην έχουμε ξαναδεί ποτέ ήλιο και παραλία.

Μια τέτοια παραλία είναι για τους περισσότερους γονείς το διαδίκτυο: Ένα μέρος που είτε αγνοούν στο σύνολό του, είτε γνωρίζουν ελάχιστα, συχνά τείνοντας να πιστέψουν ότι αποτελεί ένα τρομακτικό σύμπαν στο οποίο ο επικεφαλής της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος ενσαρκώνει τις αρετές του Σούπερμαν. Τυφλωμένοι από την -σε μεγάλο βαθμό αναπόφευκτη- άγνοιά μας, προσπαθούμε να διακρίνουμε εκεί έξω τα παιδιά μας, να καταλάβουμε τι κάνουν, να τα φωνάξουμε να έρθουν πιο κοντά -τουλάχιστον να τα βλέπουμε- και -ιδανικά- να τα τραβήξουμε πίσω στο γνώριμο δωμάτιο, μαζί μας. Όμως για τα παιδιά μας, το διαδίκτυο είναι το μέρος όπου ζουν και θα συνεχίσουν να ζουν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής τους. Γι’αυτό θα βρίσκουν διαρκώς τρόπους να καταλήγουν πάλι εκεί.

pic_pc
image-316

Η Danah Boyd είναι μια διακεκριμένη ερευνήτρια που αφιέρωσε την τελευταία δεκαετία στην έρευνα γύρω από τους τρόπους που οι έφηβοι χρησιμοποιούν τις νέες τεχνολογίες. Το βιβλίο της “It’s Complicated” που κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάρτιο, περιγράφει πώς τα κοινωνικά δίκτυα έγιναν το επίκεντρο της ζωής των εφήβων στις ΗΠΑ και τι μας δείχνουν οι πρακτικές τους για τη σχέση μεταξύ τεχνολογίας και κοινωνίας. Παρόλο που η έρευνά της είναι επικεντρωμένη στην αμερικανική κοινωνία, είναι σαφές ότι τα περισσότερα συμπεράσματά της αφορούν κατ΄αναλογία οποιαδήποτε άλλη κοινωνία που έχει παρόμοια σχέση με την τεχνολογία, όπως και η ελληνική.

Το πιο σημαντικό πράγμα που έκανε η Boyd ήταν ότι μίλησε με τους ίδιους τους εφήβους. Έχοντας ξεκινήσει την έρευνά της από το 2003, το 2007 άρχισε να παίρνει συνεντεύξεις και από παιδιά. Συνολικά μίλησε με 166 εφήβους προερχόμενους από πολλές και διαφορετικές κοινωνικο-οικονομικές και φυλετικές ομάδες, σε 18 πολιτείες των ΗΠΑ, οι οποίοι της έδειξαν και της εξήγησαν πώς χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα. Όπως διαπιστώνει τελικά, «πάρα πολλοί άνθρωποι μιλάνε για την ενασχόληση των νέων με τα κοινωνικά δίκτυα, αλλά πολύ λίγοι από αυτούς είναι διατεθειμένοι να αφιερώσουν χρόνο για να ακούσουν τους εφήβους, να δώσουν σημασία σε αυτά που έχουν να πουν για τη ζωή τους, την online και την offline». Κι έτσι αποφάσισε να γράψει αυτό το βιβλίο για το ευρύ κοινό, ώστε να καλύψει αυτό το κενό.

image-317

Το “It’s Complicated” απευθύνεται σε γονείς, εκπαιδευτικούς, δημοσιογράφους, αξιωματούχους σε πόστα επιβολής του νόμου, και σε όποιον άλλο ασχολείται με τους εφήβους ή/και με τον αντίκτυπο που έχει η τεχνολογία στην κοινωνία. Η Boyd ελπίζει πως όσοι θα το διαβάσουν θα αφήσουν στην άκρη της παραδοχές που ήδη έχουν ασπαστεί σχετικά με τους νέους, και θα προσπαθήσουν να καταλάβουν τι είδους κοινωνικές ζωές βιώνουν δικτυωμένοι. Ας κάνουμε κι εμείς το ίδιο, δοκιμάζοντας μερικά από τα συμπεράσματά της παρακάτω.

 

Παλιοί φόβοι, νέες τεχνολογίες

Mια από τις συνηθέστερες συζητήσεις μας με άλλες μαμάδες και μπαμπάδες περιστρέφεται γύρω από το πόσες ώρες περνάνε τα παιδιά μας κάθε μέρα στο Facebook. Οι περισσότεροι έχουμε σταματήσει να μετράμε, σε αντίθεση με όσους είτε απαγορεύουν εντελώς την εγγραφή ή επιτρέπουν σερφάρισμα «μόνο κάθε Σάββατο, κι αφού θα έχει διαβάσει όλα τα μαθήματα». Κάποιοι ενδίδουν, γράφονται και οι ίδιοι, ελπίζοντας να διατηρήσουν ένα επίπεδο επιτήρησης.

Την ίδια ώρα μερικά από τα 14χρονά μας μετράνε ήδη 3-4ετίες με λογαριασμούς που άνοιξαν εν γνώση ή εν αγνοία μας [η εγγραφή επιτρέπεται από τα 13, αλλά χιλιάδες έφηβοι δίνουν ψεύτικη ηλικία για να γραφτούν και οι διαχειριστές του FB λένε ότι καθημερινά διαγράφουν εκατοντάδες τέτοια προφίλ]. Μοιράζονται κωδικούς και προφίλ με τους κολλητούς τους (όταν εκείνοι δεν έχουν δικά τους), και κατά κανόνα αγνοούν πώς να προστατευτούν (αν υποτεθεί ότι οι κανόνες του δικτύου θα τους προστάτευαν), αφού οι οδηγίες ρύθμισης της ιδιωτικότητας είναι στα αγγλικά. Στην πραγματικότητα καλούνται να βγάλουν άκρη μόνα τους, και η επιτυχία εξαρτάται από τον ψηφιακό αλφαβητισμό τους, του καθενός ξεχωριστά, και των φίλων στους οποίους θα στραφεί όποτε χρειαστεί βοήθεια.

Οι δε γονείς, ακόμη και εκείνοι που νομίζουν ότι ξέρουν ή ότι μπορούν να ελέγξουν την κοινωνική δικτύωση των παιδιών τους, έχουν πολλές πιθανότητες να αυταπατώνται και ακόμη περισσότερες πιθανότητες να είναι πιο ψηφιακά αναλφάβητοι από τα ίδια τους τα παιδιά. Η αδυναμία τους να ασκήσουν έλεγχο, όμως, δεν είναι απαραιτήτως κάτι κακό, αφού, όπως συμπεραίνει η Boyd, οι ενήλικες (γονείς εκπαιδευτικοί κ.α.), εξαιτίας του πατερναλισμού και τον υπερπροστατευτισμού που ασκούν στους νέους, σε μεγάλο βαθμό τούς εμποδίζουν να επωφεληθούν από τη διάδραση μέσω των κοινωνικών δικτύων ώστε να εξελιχθούν σε καλά πληροφορημένους, σκεπτόμενους και ενεργούς πολίτες.

Βέβαια, τα παιδιά όταν δικτυώνονται σπανίως έχουν στο νου τους την αξιοποίηση των δυνατοτήτων του διαδικτύου. Στην πραγματικότητα, τα παιδιά συμμετέχουν στα κοινωνικά δίκτυα για τον ίδιο λόγο που απολάμβαναν σε κάθε άλλη ιστορική περίοδο τη συμμετοχή τους σε άλλες κοινωνικές ομάδες: γιατί θέλουν να ανήκουν στον ευρύτερο κόσμo διασυνδεόμενα με άλλους ανθρώπους και έχοντας την ελευθερία να μετακινούνται. Παρομοίως, πολλοί ενήλικες φοβούνται σήμερα τις τεχνολογίες δικτύωσης για τους ίδιους λόγους που ο ενήλικες τρέμουν εδώ και δεκαετίες για τη συμμετοχή των εφήβων στη δημόσια ζωή, την κοινωνικοποίησή τους σε πάρκα, εμπορικά κέντρα και άλλους χώρους συνάθροισης των νέων. (…) Καθώς οι υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook και το Twitter παρέχουν στους εφήβους νέες ευκαιρίες συμμετοχής στη δημόσια ζωή, αυτό ακριβώς είναι που ανησυχεί πάνω από οτιδήποτε άλλο πολλούς αγχωμένους ενήλικες.

Ο όρος κοινωνικά δίκτυα περιλαμβάνει ιστοσελίδες και υπηρεσίες που αναδύθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 όπως οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, οι σελίδες διαμοιρασμού βίντεο, οι πλατφόρμες μπλόγκινγκ και μικρο-μπλόγκινγκ, καθώς και παρεμφερή εργαλεία που επιτρέπουν στους συμμετέχοντες να δημιουργήσουν και να μοιραστούν το δικό τους περιεχόμενο. Η επικράτησή τους τα τελευταία χρόνια αποτελεί ένα πολιτισμικό φαινόμενο που έχει μετασχηματίσει το οικοσύστημα της πληροφορίας και της επικοινωνίας.

Στις ΗΠΑ σήμερα υπολογίζεται πως το 73% των αμερικανών εφήβων ηλικίας 12-17 ετών έχει λογαριασμό στο Facebook (57% είναι το αντίστοιχο ποσοστό των ενηλίκων), το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί το δημοφιλέστερο κοινωνικό δίκτυο παγκοσμίως. Στα 10 χρόνια της έρευνας της Boyd, δεν ήταν αυτό που είχε πάντα την πρωτοκαθεδρία. Χρειάστηκε να περάσουν 2-3 χρόνια από την ίδρυσή του για να καταφέρει να πάρει τα σκήπτρα από το MySpace ως η πολυπληθέστερη αμερικανική πλατφόρμα δικτύωσης.

Στα κοινωνικά δίκτυα η «φιλία» είναι η έννοια που καθορίζει την διασύνδεση μεταξύ των χρηστών, σε αντίθεση με το “(κοινό) ενδιαφέρον” που αποτελούσε το βασικό κριτήριο διασύνδεσης μεταξύ των χρηστών στα φόρουμ, τις υπηρεσίες μπλόγκινγκ και άλλες τεχνολογίες δικτύωσης που επικρατούσαν προτού εμφανιστούν το Friendster, το MySpace, το Facebook κ.ο.κ. Για τους εφήβους αυτής της περιόδου, η συμμετοχή σε τέτοια δίκτυα δεν αποτελεί μια πρακτική υποκουλτούρας, αλλά μια κανονιστική πρακτική. Είναι κάτι από το οποίο εξαρτάται και κρίνεται η κοινωνική αποδοχή που προσδοκούν από τις ομάδες των διαδικτυακών «φίλων» τους.

Επιπλέον, στα κοινωνικά δίκτυα οι έφηβοι έχουν τη δυνατότητα να εξερευνήσουν διευρυμένα δίκτυα ανθρώπων και ποικίλα είδη περιεχομένου, στα οποία δεν θα είχαν πρόσβαση χωρίς το διαδίκτυο. Έρχονται επίσης σε επαφή με αξίες και ιδέες που διαφέρουν από αυτές που προσπαθούν να τους εμφυσήσουν οι γονείς τους. Κι αυτό είναι κάτι που μπορεί να τρομοκρατήσει ακόμη περισσότερο τους ενηλίκους, που αντί να εστιάσουν στο πώς να βοηθήσουν τα παιδιά τους να περιηγηθούν σε αυτό το νέο οικοσύστημα, καταφεύγουν στην εύκολη λύση του να κατηγορούν την τεχνολογία, τους θεσμούς ή τους άλλους (π.χ. τους άλλους γονείς ή τα άλλα παιδιά που δεν ακολουθούν τα ίδια πρότυπα) για όσα θεωρούν άσχημα στο ίντερνετ.

Όμως, «το ίντερνετ είναι μια αντανάκλαση της κοινωνίας μας”, θυμίζει δια στόματος Boyd ο Vint Cerf, ένας από τους συνδημιουργούς του, “και αυτός ο καθρέφτης θα αντανακλά αυτό που βλέπουμε. Αν δεν μας αρέσει αυτό που βλέπουμε σε αυτόν τον καθρέφτη, τότε το πρόβλημά μας δεν είναι πώς θα διορθώσουμε τον καθρέφτη αλλά πώς πρέπει να διορθώσουμε την κοινωνία.»

 

Δεν είναι αυτό που νομίζεις

Όπως ένας έφηβος διακοσμεί το δωμάτιό του με τις αφίσες των αγαπημένων του σταρ στον τοίχο, και με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που κλείνεται εκεί μέσα με τους φίλους του, αφήνοντας έξω την υπόλοιπη οικογένεια, κάπως έτσι χτίζει κι έναν λογαριασμό σε ένα κοινωνικό δίκτυο, θέτοντας τα προσωπικά του όρια και την αισθητική. Όμως, αυτό που θα θεωρήσει ένας ενήλικας ότι καταλαβαίνει επισκεπτόμενος το προφίλ του εφήβου, πιθανότατα δεν θα αντικατοπτρίζει αυτό που εκείνος είναι στην πραγματικότητα. Μάλλον το αντίθετο. Μια συνήθως ασφαλέστερη επιλογή είναι να δεχτεί ο ενήλικας ως δεδομένο ότι το εφηβικό προφίλ είναι εν μέρει ψεύτικο, αφού θα εκφράζει τον πειραματισμό ενός παιδιού που προσπαθεί να βρει τον δρόμο του διασχίζοντας πολλά και διαφορετικά φανταστικά ακροατήρια.

Από ένα αμερικάνικο κολέγιο κάλεσαν κάποτε την Boyd να τους βοηθήσει να καταλάβουν την περίπτωση ενός μαύρου εφήβου από μια περιθωριακή συνοικία του Λ.Άντζελες, ο οποίος είχε στείλει μια αίτηση εγγραφής. Είχαν μείνει έκπληκτοι από τον τρόπο που το παιδί εξέφραζε την ανάγκη να ξεφύγει από τον κοινωνικό του περίγυρο όπου κυριαρχούσαν συμμορίες. Όταν, όμως, τον έψαξαν στο ίντερνετ και κατέληξαν στη σελίδα του στο MySpace, διαπίστωσαν ότι το προφίλ του ήταν γεμάτο συμβολισμούς και μήνυμα ταύτισης με την παραβατικότητα από την οποία δήλωνε ότι ήθελε να ξεφύγει. Αδυνατούσαν να φανταστούν πώς ήταν δυνατόν να λέει τόσα ψέμματα στην αίτησή του. Όμως για την Boyd έμοιαζε σαφές ότι ο έφηβος είχε πιθανότατα φτιάξει ένα δημόσιο προφίλ έχοντας στο μυαλό του ένα συγκεκριμένο φανταστικό ακροατήριο: τους συμμαθητές του, την οικογένειά του και την κοινότητα στην οποία ζούσε, όχι τους αξιολογητές του κολλεγίου στο οποίο κάποτε θα έστελνε αίτηση αποδοχής. Αν είχε τολμήσει να εκφράσει στο MySpace την επιθυμία του να φύγει για να σπουδάσει σε ένα διακεκριμένο κολέγιο, θα μπορούσε να εξωστρακιστεί από την κοινότητά του ή ακόμη και να δεχτεί επιθέσεις, μαντεύει η ίδια.

Έχοντας ένα τέτοιο παράδειγμα στο νου, μπορεί κανείς να καταλάβει πόσες προκλήσεις μπορεί να εμπεριέχει η συμμετοχή ενός εφήβου στα κοινωνικά δίκτυα, και πώς αυτές μπορεί να κρύβουν συγκρούσεις με το κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται, και από το οποίο ενδεχομένως προσπαθεί να ξεφύγει. Όσα λάθη κι αν κάνουν σε αυτή τη διαδικασία, οι έφηβοι μάς δείχνουν το δρόμο ανακαλύπτοντας πώς μπορεί κανείς να πλοηγείται σε έναν κόσμο όπου έχει να αντιμετωπίσουν εναλλασσόμενα φανταστικά ακροατήρια και διαφορετικά μεταξύ τους γενικότερα πλαίσια που καταρρέουν δίνοντας τη θέση τους το ένα στο άλλο.

teen_president_xkcd
image-318

Χωρίς να γνωρίζουν ποιός τους παρακολουθεί κάθε φορά, οι έφηβοι (όπως και οι ενήλικες) φαντάζονται ποιό είναι το διαδικτυακό ακροατήριό τους (π.χ. οι συμμαθητές τους, οι μακρινοί συγγενείς, μια ομάδα με την οποία μοιράζονται μια δραστηριότητα, μια κοινότητα fashion-bloggers). Αντιστοίχως, διαπραγματεύονται την παρουσία και τη συμμετοχή τους σε διαφορετικά γενικότερα πλαίσια, στα οποία εκτίθενται μέσω της συμμετοχής του στα κοινωνικά δίκτυα (την online εκδοχή της σχολικής κοινότητας, ένα γκρουπ οπαδών μιας ποδοσφαιρικής ομάδας ή ενός συγκροτήματος στο Facebook, ένα τσατ με τους φίλους από τις διακοπές κ.ο.κ.). Κάθε έφηβος δοκιμάζεται και ταυτοχρόνως μαθαίνει πώς να διαχειρίζεται διαφορετικά φανταστικά ακροατήρια μέσα σε εναλλασσόμενα γενικότερα πλαίσια, σύμφωνα με τα υφιστάμενα κάθε φορά κοινωνικά πρότυπα. Σε πλατφόρμες όπου δραστηριοποιούνται πολύ ειδικά κοινά όπως το Tumbr, διαφορετικά φανταστικά ακροατήρια και διαφορετικά γενικότερα πλαίσια δεν συγκρούονται τόσο εύκολα. Στο Facebook, όμως αυτό είναι σύνηθες.

Και καθώς διαχειρίζονται κάτι τόσο περίπλοκο, την ίδια ώρα οι έφηβοι κάνουν αυτό που θα έκαναν και στον offline κόσμο: διαπραγματεύονται την ταυτότητά τους και τα κοινωνικά τους προφίλ. Οι πληροφορίες που ποστάρουν για τους εαυτούς τους στο διαδίκτυο είναι συχνά μέρος του παιχνιδιού που βρίσκουν διασκεδαστικό: του να μη αποδέχονται τους κανόνες που τίθενται από τους διαχειριστές και να τους προκαλούν με δικούς τους όρους. Στο Facebook, για παράδειγμα πολλά αμερικανάκια [και ελληνάκια, αν κρίνω από τα παιδιά που γνωρίζω] δηλώνουν ότι είναι από χώρες όπως η Ζιμπάμπουε, ότι έχουν εισόδημα πάνω από 250.000 δολάρια και ότι τα έχουν με τον κολλητό ή την κολλητή τους. Και, βέβαια, προτιμούν αντί να αποκαλύψουν αν και με ποιόν τα έχουν, να επιλέξουν για status “it’s complicated”. Αυτές οι μικρές ανακρίβειες είναι σήματα που δείχνουν κάτι για το πώς βιώνουν τις φιλίες τους και για το πώς βλεπουν τις κοινωνίες στις οποίες ζουν.

Με παρόμοιο τρόπο, το τι αποφασίζουν να δηλώσουν ή να αποσιωπήσουν για τους εαυτούς τους δείχνει πώς αυτοσυστήνονται και πώς διαχειρίζονται την εντύπωση που θέλουν να δώσουν για τους εαυτούς τους στα διαφορετικά ακροατήριά τους. Γι’αυτό πολλές φορές τροφοδοτούν ψεύτικες εντυπώσεις (π.χ. για πράγματα που δεν έχουν κάνει) προσπαθώντας να φανούν κουλ σε ένα συγκρεκριμένο φανταστικό κοινό, παρόλο που αυτό μπορεί να κάνει τους γονείς ή τους καθηγητές τους να φρικάρουν αν τύχει να διαβάσουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες. Στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τυχόν αντιδράσεις από την σύγκρουση διαφορετικών φανταστικών κοινών, οι έφηβοι, πασχίζουν να διαφυλάξουν μέρος της ιδιωτικότητας που δικαιούνται.

 

Ξεγλιστρώντας από την επιτήρηση των ενηλίκων

Σε αντίθεση με αυτό που αντιλαμβανόμαστε όλοι ως «δημόσιο» και «ιδιωτικό» με βάση τις offline ζωές μας, οι πρακτικές των δικτυωμένων εφήβων αναδεικνύουν μια πολύ διαφορετική αντίληψη και αντιμετώπιση της ιδιωτικότητας. Θεωρώντας δεδομένο ότι όλα όσα γράφονται στα κοινωνικά δίκτυα είναι (ή θα μπορούσαν κάποια στιγμή να γίνουν) δημόσια, οι έφηβοι δεν μπαίνουν στον κόπο να προσπαθήσουν να τα αποκρύψουν αλλά αναπτύσσουν μηχανισμούς ώστε να ελέγχουν οι ίδιοι το νόημα αυτών που αναρτούν, επιτρέποντας σε άλλους παραλήπτες να το καταλάβουν και σε άλλους να το προσπεράσουν αγνοώντας ακόμη και την ύπαρξή του.

Κάποιες φορές, μάλιστα, το κάνουν τόσο επιτυχημένα που δυσκολεύουν αφάνταστα ακόμη και τους τεχνολογικούς κολοσσούς του διαδικτύου. Γνωρίζοντας ότι είναι διαρκώς υπό επιτήρηση -από γονείς, δασκάλους, εκπροσώπους του νόμου, διαφημιστές που τους περιμένουν στη γωνία για να τους πασάρουν το επόμενο διαφημιστικό μπανεράκι κ.ο.κ.- όλο και περισσότεροι έφηβοι και νέοι εφαρμόζουν μια τεχνική που η Boyd και η συνεργάτιδά της Alice Marwick αποκαλούν «κοινωνική στεγανογραφία». Όπως οι αρχαίοι Έλληνες που έκρυβαν απόρρητα μηνύματα σε εμφανέστατα μέρη, χρησιμοποιώντας την τεχνική της στεγανογραφίας (π.χ. γράφοντάς με τατουάζ στο κεφάλι ενός σκλάβου και στέλνοντάς τον να περάσει μέσα ανάμεσα από εχθρούς οι οποίοι δεν φαντάζονταν ότι θα έπρεπε να ξυρίσουν το κεφάλι του για να διαβάσουν το μήνυμα), έτσι και οι δικτυωμένοι έφηβοι κρύβουν μηνύματα μπροστά στα μάτια μας μεταθέτοντας το νόημα που όλοι εκλαμβάνουμε ως εμφανές, χρησιμοποιώντας συνθήματα και εντάσσοντάς τα σε συγκεκριμένα γενικότερα πλαίσια (συμφραζόμενα). Για να ξέρει κανείς να διαβάσει το μήνυμα -π.χ. να καταλάβει τι σηματοδοτεί ένα τραγούδι ή ένα μότο που αναρτήθηκε- πρέπει να ξέρει ότι υπάρχει κάποιο κρυφό νόημα και να υποψιάζεται με ποιό κομμάτι της ζωής του συγκεκριμένου εφήβου συνδέεται. Η τεχνική αυτή, που καταρχήν έχει ως στόχο την διαφυγή από την επιτήρηση των ενηλίκων, αποδεικνύεται πως τελικά δυσκολεύει πολύ τις μηχανές του Facebook να αναλύσουν τη γλώσσα που χρησιμοποιούν τα παιδιά ώστε να τους εμφανίσουν στη συνέχεια σχετικές διαφημίσεις, όπως κάνουν σε όλους τους χρήστες.

Υπάρχει, όμως, κάτι ακόμα που οι έφηβοι έχουν να μας διδάξουν με τον τρόπο που διαχειρίζονται την ιδιωτικότητα στο διαδίκτυο: την μετατόπιση των ορίων της ιδιωτικότητας. Αυτό που στον offline κόσμο θεωρείται αποδεκτό στις διαπροσωπικές σχέσεις είναι πως οποιαδήποτε συνομιλία μοιραζόμαστε είναι εξ ορισμού ιδιωτική και μπορεί να γίνει δημόσια μετά από (δική μας) προσπάθεια. Η αλληλογραφία μας, για παράδειγμα, είναι ιδιωτική και μόνο αν το επιλέξουμε μπορεί να δημοσιοποιηθεί. Επίσης, μια συζήτηση μεταξύ δύο ανθρώπων θεωρείται ιδιωτική και από ευγένεια δεν κρυφακούμε, ακόμη κι αν είμαστε κοντά τους. Θεωρούμε, δηλαδή, δεδομένο ένα συγκεκριμένο επίπεδο ιδιωτικότητας. Σε έναν διαμεσοβημένο κόσμο, όπως το διαδίκτυο, τέτοιες παραδοχές τίθενται υπό αμφισβήτηση. Ο σχεδιασμός των κοινωνικών δικτύων με τρόπο τέτοιο ώστε να ενθαρρύνει τον διαμοιρασμό όσων εκφράζουμε, δεν αφήνει περιθώρια για να λειτουργήσουμε όπως λειτουργούμε στον συμβατικό, τον offline, κόσμο. Στο διαδίκτυο όλο και περισσότεροι χρήστες υιοθετούν τη νοοτροπία ότι οι συνομιλίες τους είναι καταρχήν δημόσιες και μπορούν να γίνουν ιδιωτικές μετά από προσπάθεια.

Οι έφηβοι είναι από τις πρώτες πληθυσμιακές ομάδες που το αποδέχονται αυτό και προσαρμόζονται με ευρηματικό τρόπο. Μπορεί να κατηγορούνται ότι μοιράζονται τα πάντα ανοιχτά και ξεδιάντροπα, αλλά εκείνοι είναι οι πρώτοι που πειραματίζονται στη διαχείριση της ιδιωτικότητας στο διαδίκτυο και συνδιαμορφώνουν νέα κοινωνικά πρότυπα συμπεριφοράς. Δεν σπαταλούν χρόνο προσπαθώντας να ελέγξουν ποιός θα έχει πρόσβαση σε ποιά ανάρτησή τους στο Facebook, αλλά μόνο για να φιλτράρουν όσα έχουν λόγους να κρατήσουν μακριά από το ευρύ κοινό. Αν έχουν να πουν κάτι μόνο σε μια μικρή ομάδα φίλων θα χρησιμοποιήσουν τυχόν διαθέσιμες ειδικές ρυθμίσεις (π.χ. θα κάνουν ορατή μια ανάρτηση μόνο σε μια ομάδα επαφών), ή εφαρμογές που επιτρέπουν επιλεκτικό διαμοιρασμό μηνυμάτων όπως το Snapchat. Άλλες φορές θα πάνε πίσω στο timeline τους και θα σβήσουν αυτά που διαπιστώνουν ότι χρησιμοποιούνται κακόβουλα από άλλους, ή θα ζητήσουν από τους φίλους να διαγράψουν σχόλια που δεν θέλουν στον τοίχο τους. Αυτό που καταφέρνουν με τέτοιες πρακτικές είναι να μεταθέτουν το ζήτημα του ελέγχου της ιδιωτικότητας από ένα τεχνολογικό ζήτημα σε ένα ζήτημα κοινωνικών προτύπων.

Για τους γονείς συχνά είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό αυτό το είδος ελέγχου, ειδικά επειδή πολύ συχνά οι ίδιοι δεν έχουν αντίστοιχο βαθμό εξοικείωσης με την κουλτούρα και τα κοινωνικά πρότυπα των κοινωνικών δικτύων. Ή ακόμη κι επειδή απλώς είναι οι γονείς. Όταν προ καιρού σχολίασα αστειευόμενη μια φωτογραφία στον τοίχο της κόρης μου στο Facebook, κι εκείνη, αντί να γελάσει, μου ζήτησε να σβήσω το σχόλιο, θυμάμαι ότι είχα προσβληθεί πολύ. Μου πήρε μέρες να ξεπεράσω την απόρριψη και παρηγορήθηκα μόνο όταν διάβασα το σημείο στο βιβλίο της Boyd όπου εξηγεί πώς οι φίλοι των παιδιών σταματάνε να σχολιάζουν μια ανάρτηση όταν έχει μπει κι έχει σχολιάσει ένας γονιός. Σωπαίνουν με τον ίδιο τρόπο που θα έκοβαν μια συζήτηση αν ο γονιός άνοιγε την πόρτα σε ένα δωμάτιο όπου θα ήταν μαζεμένοι. Η παρουσία των γονιών στο Facebook ανατρέπει την κοινωνική δυναμική που υπάρχει μεταξύ μιας παρέας εφήβων, εξηγεί η Boyd. Το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι από εμάς συχνάζουμες στα κοινωνικά δίκτυα όπου είναι και τα παιδιά μας, τα οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη εφευρετικότητα ώστε να μας αφήνουν έξω από τις σημαντικές κουβέντες τους, αλλά και στην καλλιέργεια μιας προσδοκίας ότι οι μεγάλοι θα σέβομαστε τον δημόσιο χώρο των εφηβικών συνομιλιών με την ίδια διακριτικότητα που θα αποφεύγαμε να κρυφακούσουμε τη συζήτηση δυο αγνώστων δίπλα μας.

Οι περισσότεροι γονείς στις ΗΠΑ, πάντως, δεν δείχνουν την ίδια κατανόηση με μένα, που απέσυρα το ανεπιθύμητο σχόλιο από τον τοίχο της κόρης μου. Ένα πολύ δημοφιλές γονεϊκό στυλ εκεί είναι το «εντατικό» [περί “intensive parenting”: Parenting Out of Control, The Parent App], σύμφωνα με το οποίο «καλός» γονιός είναι ο γονιός που τα ξέρει όλα, που είναι ανά πάσα στιγμή παρών και τα βλέπει όλα, και που για να το πετύχει αυτό απαιτείται να παραβιάζει την ιδιωτική ζωή των παιδιών του. Ειδικά το κομμάτι της που αφορά το ίντερνετ. Συνήθης νοοτροπία είναι ακόμη και η πλήρης άρνηση οποιουδήποτε δικαιώματος ιδιωτικότητας του παιδιού, μέχρι την ενηλικίωση. Το πρότυπο αυτό αποδεικνύεται ότι επιβάλλεται όλο και περισσότερο στον δημόσιο λόγο ενώ περνάει και στη νομοθεσία των ΗΠΑ. Κατά συνέπεια, ακόμη κι όσοι γονείς δεν αποδέχονται αυτό το στυλ για τους εαυτούς τους, δέχονται τεράστια κοινωνική πίεση να επιτηρούν τα παιδιά τους ώστε να θεωρηθούν «καλοί» γονείς.

Η επιτήρηση είναι ένας μηχανισμός μέσω του οποίου ισχυρές οντότητες επιβάλουν την εξουσία τους πάνω σε λιγότερο ισχυρά άτομα, θυμίζει η Boyd, ανατρέχοντας στο Επιτήρηση και Τιμωρία του Φουκώ. Έστω και ως πράξη αγάπης, στην προσπάθεια να προστατεύσουν τα παιδιά τους, οι γονείς δεν καταλαβαίνουν πως η επιτήρηση είναι μια μορφή καταπίεσης, που περιορίζει την ικανότητα των εφήβων να λαμβάνουν ανεξάρτητες αποφάσεις. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι έφηβοι που καινοτομούν αναπτύσσοντας online στρατηγικές στην προσπάθειά τους να κερδίσουν λίγο ιδιωτικό χώρο, συχνά επανακαταλαμβάνουν με αυτό τον τρόπο την εξουσία που τους στερείται. Κι όταν το καταφέρνουν, η ικανότητα να επιτυγχάνουν την προστασία της ιδιωτικής του ζωής γίνεται μια έκφραση αυτοβουλίας από την πλευρά τους.

 

Πάθος ή εξάρτηση από το ίντερνετ;

Χωρίς να αμφισβητεί ότι κάποιοι νέοι αναπτύσσουν μια ανθυγειινή σχέση με την τεχνολογία, η Boyd εξετάζει πόσο διαφορετικά μπορεί να οριστεί ο όρος «εθισμός» ανάλογα με το ποιός τον χρησιμοποιεί και σε ποιά αφήγηση τον εντάσσεται κάθε φορά.

Σύμφωνα με την πρωταρχική αφήγηση των ΜΜΕ, περί εφήβων που έχουν γίνει ζόμπι μπροστά στις οθόνες τους, εξαρτημένα από τα κοινωνικά δίκτυα, το πάθος και η εμπλοκή με την τεχνολογία προβάλει ως μια ασθένεια που η κοινωνία πρέπει να αντιμετωπίσει. Ο όρος εθισμός χρησιμοποιείται για να υπονοήσει ότι οι έφηβοι στερούνται ελέγχου. Και ως ενισχυτικό επιχείρημα οι ενήλικες επικαλούνται την δική τους αδυναμία να ελέγξουν την εμμονή τους με τα κοινωνικά δίκτυα. Με τον ίδιο τρόπο κατά τις προηγούμενες δεκαετίες ο όρος εθισμός χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει εφήβους καρφωμένους μπροστά στην τηλεόραση ή κολλημένους στο ακουστικό του (σταθερού) τηλεφώνου. Όμως σε όλες τις εποχές και με όλες τις διαθέσιμες τεχνολογίες, το βασικό κίνητρό τους είναι η διασκέδαση και η κοινωνικοποίηση. Κι αυτό επιβεβαιώνεται από όσα κάνουν μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα: συνομιλούν με τους άλλους, ενημερώνονται και ενημερώνουν για τα νέα τους, ανεβάζουν φωτογραφίες και βίντεο, στέλνουν μηνύματα σε φίλους κ.ο.κ. Και όταν κάνεις πράγματα που σου αρέσουν με τους φίλους σου, ο χρόνος περνάει χωρίς να το καταλάβεις.

Η Boyd συνάντησε και εφήβους που είχαν διαπιστώσει το κόλλημά τους με κάποιο κοινωνικό δίκτυο και είχαν αποφασίσει να ξεκόψουν. Περιέγραφαν όμως τον εθισμό τους με διαφορετικό τρόπο από τα ΜΜΕ και τους γονείς τους. Διαπίστωναν π.χ. ότι παρασύρονταν από τη ροή της διάδρασης με τους φίλους τους στο Facebook και κατέληγαν να ξενυχτούν, να μένουν πίσω στα μαθήματά τους κλπ. Από την άλλη πλευρά, όμως, όταν αποφάσιζαν ή εξαναγκάζονταν από τους γονείς τους να απέχουν για μεγάλα διαστήματα από τα κοινωνικά δίκτυα όπου σύχναζαν μέχρι τότε, σύντομα αναγνώριζαν ότι η κοινωνική τους ζωή έμενε σημαντικά πίσω, έχαναν ειδοποιήσεις ή συνεννοήσεις για δραστηριότητες, και έπρεπε να προσπαθούν πολύ για να μαθαίνουν τι γίνεται στον κοινωνικό τους περίγυρο και να μην απομονώνονται.

Σε αντίθεση με τον όρο «εθισμός» που χρησιμοποιείται ευρέως από τους μεγάλους, οι περιγραφές των ίδιων των εφήβων παραπέμπουν περισσότερο σε αυτό που ο ψυχολόγος Mihaly Csikszentmihalyi αποκαλεί «ροή»: μια κατάσταση πλήρους και απόλυτης απορρόφησης, κατά τη διάρκεια της οποίας ο χρόνος παύει να υπάρχει, η προσοχή είναι απόλυτα εστιασμένη και οι άνθρωποι νιώθουν ευφορία καθώς καταπιάνονται με κάτι. Είναι μια κατάσταση που θεωρείται ιδανική για δημιουργικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες και είναι καθοριστικής σημασίας για την άσκηση ηγεσίας, το γράψιμο, την ανάπτυξη λογισμικού και την εκπαίδευση. Η ίδια κατάσταση, βέβαια, συνδέεται και με τον τζόγο και τα βιντεοπαιχνίδια, που κατά κανόνα συσχετίζονται με παθολογικό εθισμό. Ωστόσο η ανασχόληση σε βάθος με κάτι, δεν μοιάζει να είναι πρόβλημα από μόνη της αν δεν συνδυάζεται με άλλους παράγοντες που η κοινωνία να θεωρεί μη αποδεκτούς, σωματικά επιβλαβείς ή οικονομικά επιβαρυντικούς, τονίζει η Boyd.

Στην περίπτωση των εφήβων η συμμετοχή στα κοινωνικά δίκτυα δεν φαίνεται να τα αποξενώνει κοινωνικά. Αντιθέτως, ακούγοντάς τους να μιλούν για τον εθισμό τους με αυτά, αποκαλύπτεται ότι εκείνο που τα ενδιαφέρει δεν είναι οι ίδιοι οι υπολογιστές, τα κινητά ή τα σάιτ όπου δραστηριοποιούνται, αλλά οι σχέσεις τους με τους άλλους εφήβους. Συνεπώς, καταλήγει η Boyd, οι έφηβοι δεν είναι εθισμένοι με τα κοινωνικά δίκτυα. Αν είναι εθισμένοι σε κάτι, είναι εθισμένοι ο ένας με τον άλλο.

Παρόλ’αυτά, η ρητορική περί εθισμού εξακολουθεί να είναι χρήσιμη στους ενήλικες στην προσπάθεια να ελέγξουν την ελευθερία και την αυτοβουλία των εφήβων. Όπως θυμίζει η Boyd, ο προσδιορισμός της εφηβείας (με πρωτεργάτη τον G. Stanley Hall) ως μιας περιόδου κατά την οποία οι έφηβοι αρχίζουν να αναγνωρίζουν την ηθική αλλά είναι ακόμα ένα ευάλωτο κομμάτι του πλυθησμού, αφενός οδήγησε ιστορικά στην προστασία τους από την παιδική εργασία, διεύρυνε τις ευκαιρίες για εκπαίδευση, διαχώρισε τις νομικές και ποινικές τους ευθύνες κ.ο.κ, αφετέρου οδήγησε σταδιακά στην αντιμετώπισή τους μέσα από περιορισμούς: Αντιμετωπίζοντας τους εφήβους σαν μπάλες από ανεξέλεγκτες ορμόνες, τον περασμένο αιώνα η κοινωνία τους έχει στερήσει συστηματικά την αυτοβουλία. Αυτό αποτελεί εμπόδιο στη ωρίμανσή τους, ενώ οι απαγορεύσεις που συνεπάγεται αυτή η στάση, ωθούν τους εφήβους είτε να υποκύπτουν είτε να αντιστέκονται στην εξουσία των ενηλίκων.

 

Αν η Κοκκινοσκουφίτσα είχε smartphone

Οι έφηβοι της Boyd είχαν ακούσει όλοι φοβερές ιστορίες για συνομήλικούς τους είχαν πέσει θύματα σεξουαλικών επιθέσεων από άντρες που γνώρισαν π.χ. στο MySpace. Τα κορίτσια μάλιστα, τις πίστευαν αυτές τις ιστορίες και φοβούνταν ότι και οι ίδιες ήταν πιθανό να πέσουν θύματα βιασμού, απαγωγής και άλλων επιθέσεων από αγνώστους, ως αποτέλεσμα της online συμμετοχής τους. Όμως η γνώση των παιδιών για όλες αυτές τις ιστορίες βασιζόταν σε όσα έλεγαν τα ΜΜΕ και στους φόβους των γονιών τους, όχι σε εμπειρίες δικές τους ή σε βιώματα γνωστών τους.

Ο φόβος του παιδεραστή που εντοπίζει τα θύματά του μέσα από το διαδίκτυο, μπορεί να βασίζεται σε έναν υπαρκτό και πολύ σοβαρό κίνδυνο, αλλά φαίνεται πως έχει χρησιμοποιηθεί περισσότερο για την κατασκευή ενός ηθικού πανικού και για πολιτική εκμετάλλευση, παρά για την προστασία των ίδιων των παιδιών. Ένας ηθικός πανικός θεμελιώνεται όταν το κοινό φτάνει στο σημείο να πιστεύει ότι ένα πολιτισμικό στοιχείο, μια πρακτική ή ένας πληθυσμός απειλεί την κοινωνική τάξη, σύμφωνα με τον ορισμό του εμπνευστή του όρου, κοινωνιολόγου Stanley Cohen. Στην περίπτωση των εφήβων ηθικοί πανικοί τυπικά αφορούν την σεξουαλικότητα, την παραβατικότητα και την μειωμένη ικανότητά τους. Ενδεικτικά, πολύ πριν τον σημερινό φόβο του ίντερνετ, υπενθυμίζεται ότι είχαν προηγηθεί στις ΗΠΑ ηθικοί πανικοί για τα διηγήματα στα οποία «εθίζονταν» τα νεαρά κορίτσια κατά τον 18ο αιώνα και «κινδύνευαν να μείνουν ανύπαντρα», τα κόμικ που πρωτοεμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1930 και θεωρήθηκε ότι βύθιζαν τους νέους σε φανταστικούς κόσμους και τους προέτρεπαν σε πράξεις βίας, και ο Έλβις Πρίσλεϊ που «διέφθειρε» τους αμερικανούς εφήβους κατά τη δεκαετία του 1950, λινκίζοντας τους γοφούς του.

Οι ηθικοί πανικοί και οι τρόποι με τους οποίους οι κοινωνίες απαντούν σε αυτούς, επανακαθορίζουν τις ζωές των εφήβων μέσα από περιορισμούς, περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να το πετύχει οποιοδήποτε νομικό μέτρο, διαπιστώνει η Boyd. Κάθε κοινωνικό σύστημα, θυμίζει η ίδια επικαλούμενη τη θεωρία του Larry Lessig, καθορίζεται από τέσσερις ρυθμιστικές δυνάμεις: την αγορά, τον νόμο, τα κοινωνικά πρότυπα και την αρχιτεκτονική του (που στην περίπτωση του ίντερνετ είναι η τεχνολογία του). Ο φόβος χρησιμοποιείται συχνά και από τις τέσσερις δυνάμεις, σε βάρος της ελευθερίας των εφήβων: Οι εταιρείες (=αγορά) πιέζουν για την αγορά προϊόντων προστασίας των παιδιών, οι νομοθέτες απαντούν στους φόβους απαγορεύοντας την πρόσβαση των εφήβων σε φυσικούς και δικτυακούς χώρους, τα ΜΜΕ αναπαράγουν και μεγενθύνουν τους φόβους που εκφράζονται μέσα από αντίστοιχα κοινωνικά πρότυπα, ενώ η τεχνολογίες (=αρχιτεκτονική) σχεδιάζονται έτσι ώστε να καταπραϋνουν ή να αναπαράγουν τους φόβους των γονιών.

predator_ad
image-319

Σε αντίθεση με όλα αυτά, οι σεξουαλικές επιθέσεις που σχετίζονται με το ίντερνετ είναι σπάνιες στις ΗΠΑ, ενώ και ο συνολικός αριθμός των σεξουαλικών επιθέσεων σε βάρος ανηλίκων μειώνεται σταθερά μετά το 1992. Παρόλο που τα συγκεκριμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι το ίντερνετ δεν φέρνει τελικά τη νέα πανούκλα, διαφημιστικές καμπάνιες βασισμένες στον φόβο εξακολουθούν να προπαγανδίζουν την πεποίθηση πως το ίντερνετ έχει πλημμυρίσει τα καθιστικά των νοικοκυριών των ΗΠΑ με παιδεραστές.

Και παρόλο που στατιστικά οι περισσότερες σεξουαλικές επιθέσεις σε βάρος ανηλίκων γίνονται σε θρησκευτικά ιδρύματα (βλέπε σκάνδαλα παιδεραστίας της Καθολικής Εκκλησίας), στο σχολείο ή στο σπίτι (από μέλη του συγγενικού και στενού οικογενειακού περιβάλλοντος), οι νομοθέτες ασχολούνται μόνο με τις απαγορεύσεις πρόσβασης των ανηλίκων σε online χώρους (π.χ. Deleting Online Predators Act, 2006).

Την ίδια ώρα, έρευνες καταδεικνύουν ότι οι έφηβοι που εμπλέκονται σε προβληματικές καταστάσεις μέσω διαδικτύου, δεν είναι συνήθως εκείνοι που συναναστρέφονται τους φίλους τους στα δημοφιλή κοινωνικά δίκτυα αλλά κυρίως όσοι σχετίζονται με ξένους σε άλλα, πιο απομακρυσμένα από τον περίγυρό τους, διαδικτυακά περιβάλλοντα. Τέτοια περιστατικά δεν είναι λίγα, και βέβαια είναι πολύ σοβαρά, αλλά υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά που διαφεύγει από την συνήθη αφήγηση και τον μύθο που περιβάλλει το φαινόμενο: Τα παιδιά που είναι πιο ευάλωτα σε διαδικτυακές επιθέσεις είναι εκείνα που ταυτοχρόνως αντιμετωπίζουν στη ζωή τους προβληματικές καταστάσεις όπως ψυχολογικά ή οικογενειακά προβλήματα, χρήση ναρκωτικών ή αλκοόλ, προβλήματα στο σχολείο κλπ.

Συχνά τα κοινωνικά δίκτυα αναδεικνύουν τέτοιες καταστάσεις, ή οδηγούν (συνήθως αργά) στον εντοπισμό των βαθύτερων αιτίων που κρύβονται πίσω από τραγικές ειδήσεις και πρωτοσέλιδα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός κοριτσιού από το Κολοράντο, της Tess, που σκότωσε τη μητέρα της τον Φεβρουάριο του 2007. Η δολοφονία προβλήθηκε στην τηλεόραση με τον τίτλο “A girl with MySpace kills her mother”, θυμάται η Boyd, γιατί θεωρήθηκε ότι είχε παρακινηθεί μέσω της σελίδας της στο τότε δημοφιλέστερο εφηβικό δίκτυο. Όπως αποδεικνύεται όμως, η Tess χρησιμοποιούσε το MySpace απευθύνοντας κραυγή αγωνίας πριν τη δολοφονία, καταγράφοντας επί μήνες την οργή για την σωματική και ψυχολογική βία στην οποία υποβαλλόταν από την αλκοολική μητέρα της. Η σελίδα της ήταν ένα ημερολόγιο βασανισμών, αναζήτησης διεξόδου αλλά και συμπαράστασης από φίλους της. Μετά τη σύλληψή της, μια φίλη της Tess εξήγησε στην Boyd ότι κάποιοι από αυτούς είχαν προσπαθήσει να δείξουν στους καθηγητές του σχολείου τη σελίδα της, ώστε να διαπιστώσουν και οι ίδιοι το πρόβλημα και να της βρουν βοήθεια, αλλά αυτό δεν γινόταν γιατί το σχολείο είχε μπλοκάρει την πρόσβαση στο MySpace.

Παρόμοιες ιστορίες καταδεικνύουν ότι συχνά στο ίντερνετ οι άνθρωποι -και όχι μόνο οι έφηβοι- μοιράζονται τον πόνο τους και το ψηφιακό περιβάλλον γίνεται μια πλατφόρμα όπου ο αυτός πόνος γίνεται ορατός στον υπόλοιπο κόσμο. Όμως την ίδια ώρα, η αμερικανική κοινωνία -και όχι μόνο αυτή- λειτουργεί ατομικιστικά, ο καθένας ενδιαφέρεται για το τι γίνεται στο σπίτι του, για το πόσο μπορεί να κινδυνεύσει το δικό του παιδί, για το πώς θα περιορίσει τις επαφές του μέχρι το σημείο που ο ίδιος μπορεί να ελέγξει. Όταν, όμως, οι ενήλικες προσπαθούν να φτιάξουν τέτοια κουκούλια για να κλείσουν εκεί μέσα με ασφάλεια τα παιδιά τους, τα προβλήματα δεν λύνονται, θυμίζει η Boyd. Και επικαλείται την σύσταση της θεωρητικού των πόλεων Jane Jacobs (The Death and Life of Great American Cities) ότι οι άνθρωποι θα πρέπει συλλογικά να έχουν το νου τους για ευάλωτους πληθυσμούς και να παρεμβαίνουν όταν πρέπει. (…) Η κοινωνία ωφελείται όταν ο καθένας είναι πρόθυμος να συνεισφέρει την προσοχή του στη δυναμική του δρόμου. Όσο περισσότερα μάτια είναι στο δρόμο, τόσο ασφαλέστερη είναι η κοινωνία.

 

Προσοχή στο κενό μεταξύ bullying και teenage drama

Για τον ορισμό του σχολικού εκφοβισμού, του bullying, δεν συμφωνούν ούτε οι ειδικοί μεταξύ τους, ούτε τα παιδιά με τους γονείς τους. Οι τελευταίοι, μαζί με τα ΜΜΕ και την συντριπτική μερίδα του κοινού, έχουν την τάση να χρησιμοποιούν τον όρο για οποιαδήποτε συμπεριφορά περιλαμβάνει πείραγμα, αγριάδα και βία από την πλευρά των παιδιών. Ειδικά τα μίντια, κατατάσσουν κάτω από τον ίδιο όρο-ομπρέλα ακόμη και ποινικά αδικήματα όπως η παρενόχληση. Τα παιδιά, όμως, χρησιμοποιούν διαφορετική γλώσσα, η οποία αποκαλύπτει μια άλλη κατηγοριοποίηση των περιστατικών.

Οι έφηβοι της Boyd συνέκλιναν στον ορισμό που έχει δώσει ο Σουηδός ψυχολόγος Dan Olweus στο bullying, προκειμένου να το διαχωρίσει από τις άλλες μορφές νεανικής επιθετικότητας. Bullying είναι μια κατάσταση η οποία συνδυάζει ταυτοχρόνως τρεις συνθήκες: την επιθετικότητα, την επανάληψη και την ανισορροπία ισχύος μεταξύ του θύματος και του θύτη. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα στα κοινωνικά δίκτυα θα ήταν ένα δημοφιλές παιδί που βασανίζει ψυχολογικά ένα περιθωριοποιημένο (διαφορετικό) παιδί διαδίδοντας κατ’επανάληψη δυσάρεστες φήμες γι’αυτό.

Δεν θα ήταν, όμως, η περίπτωση δυo κολλητών που κάποια στιγμή τσακώθηκαν, χώρισαν και στη συνέχεια η μία άρχισε να διαδίδει τα μυστικά της άλλης μέσω Facebook για να την ρεζιλέψει σε όλο το σχολείο. Ο ορισμός του Olweus δεν καλύπτει μεμονωμένα περιστατικά παρενόχλησης ή μη επαναλαμβανόμενων επιθέσεων, ούτε καταστάσεις στις οποίες το θύμα έχει τη δύναμη να αντιδράσει στην επίθεση. Τέτοιες περιπτώσεις εντάσσονται στην κατηγορία του «εφηβικού δράματος», που φαίνεται πως αναδύεται ως μία συνήθης πρακτική νεανικής επιθετικότητας.

Οι εφηβικές περιγραφές περί δράματος, στο πλαίσιο της έρευνας, αφορούσαν μια ποικιλία περιστατικών διαπροσωπικών συγκρούσεων, που κυμαίνονταν μεταξύ πλάκας και επιθετικότητας με κίνητρο την ζήλεια. Όταν μιλούσαν για συγκεκριμένες περιπτώσεις με κουτσομπολιά και διάδοση φημών που είχαν παρακολουθήσει στον κοινωνικό τους περίγυρο ή που τους αφορούσαν προσωπικά, δεν θεωρούσαν τα θύματα αδύναμα να αντιδράσουν. Συχνά η πλάκα ή η επίθεση έληγε με εκείνον/εκείνη που δεχόταν επίθεση να βγαίνει να διαψεύδει ή/και να διασκεδάζει με όσα λέγονταν εναντίον του/της.

Αναλύοντας αυτές τις διηγήσεις, η Boyd και η βοηθός της κατέληξαν σε έναν ορισμό περί «δράματος», ως «μια παραστατική, διαπροσωπική σύγκρουση η οποία πραγματοποιείται ενώπιον ενός ενεργού, εμπλεκόμενου κοινού, συχνά στα κοινωνικά δίκτυα». Διαπίστωσαν επίσης ότι στα δράματα δεν ήταν απαραίτητο να νιώθει κανείς επιτιθέμενος ή στόχος, ισχυρός ή αδύναμος, αλλά απλώς ως μέρος μια ευρύτερης -και συχνά κανονιστικής- κοινωνικής διαδικασίας.

Τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν παράγοντα-κλειδί στην κλιμάκωση των εφηβικών δραμάτων. Κάποιοι έφηβοι δήλωσαν ότι θεωρούν τα δράματα πηγή διασκέδασης και αντίδοτο της βαρεμάρας, άλλοι τα αντιμετώπιζαν ως μέσο δοκιμασίας της φιλίας και κατανόησης της δυναμικής που μπορεί να συνεπάγεται η δημοφιλία και η ισχύς κάποιου, ως τρόπο προσέλκυσης προσοχής και πειραματισμών ερωτικού ενδιαφέροντος ή ως μέσο για να στρέψουν αλλού τον θυμό και την απογοήτευσή τους. Όποιο κι αν είναι το κίνητρο, μια πιθανή αρνητική κατάληξη είναι η διάδοση των φημών πέρα από τον έλεγχο εκείνου που τις ξεκινά.

Παρόλο που το κουτσομπολιό είναι για όλους μας μια κοινωνική διαδικασία που παίζει κεντρικό ρόλο στο χτίσιμο των ανθρώπινων δεσμών, ειδικά για τους εφήβους είναι ένας από τους λίγους μηχανισμούς ισχύος που διαθέτουν.  Στο σχολείο, το κουτσομπολιό και οι φήμες λειτουργούν ως είδη κοινωνικού νομίσματος, επιτρέποντας την ανάπτυξη και διατήρηση κοινωνικών κατηγοριών και κλικών, υπενθυμίζεται. Οι έφηβοι κουτσομπολεύουν ώστε να διαχωρίσουν τους εαυτούς τους από τους άλλους, συχνά σε μια προσπάθεια να φανούν δημοφιλείς, μειώνοντας κάποιον άλλο. Όμως σε πλατφόρμες όπως το Facebook και το Youtube, που βασίζονται στην οικονομία της προσοχής, το κουτσομπολιό και τα σατιρικά βιντεάκια που ξεκινούν ως πείραγμα ή ως επίδειξη ισχύος, αποκτούν δική τους ζωή, και μπορεί να καταλήξουν σε μαζική διαπόμπευση αυτού για τον οποίο ξεκίνησε το πείραγμα [π.χ. υπόθεση Star War Kid: 1, 2].

Μια από τις μεγαλύτερες επιρροές που δέχονται οι έφηβοι καθώς μαθαίνουν να κατανοούν και να διαχειρίζονται την προσοχή προς όφελός τους, είναι τα παραδείγματα των προτύπων που θαυμάζουν, των σταρ που κυριαρχούν στην εφηβική κουλτούρα. Βλέποντας σε ριάλιτι ότι κάποιοι συνομήλικοί τους μπορούν να γίνουν ξαφνικά σταρ, και παρακολουθώντας τους να διαχειρίζονται δημοσίως τα προσωπικά τους δράματα μέσω των ΜΜΕ και των κοινωνικών δικτύων, οι έφηβοι αποκτούν πρότυπα συμπεριφοράς. Κι όταν εκτίθενται οι ίδιοι στα δικά τους ακροατήρια, μεταξύ των φίλων και των επαφών τους στα κοινωνικά δίκτυα, βιώνουν μια «μικροδιασημότητα», με τα κόστη και τα πλεονεκτήματα που συναπάγεται το να είναι στο επίκεντρο της προσοχής όπως οι σταρ που θαυμάζουν, αλλά χωρίς τον μηχανισμό υποστήριξης που έχουν πίσω τους οι σταρ.

Η κακία και η σκληρότητα που εισπράττουν οι έφηβοι μέσω των κοινωνικών δικτύων είναι υποπροϊόν μιας κουλτούρας που βασίζεται στο μιντιακό πρότυπο των ριάλιτι, του σκανδαλοθηρικού Τύπου και της ειδησεογραφίας που επικεντρώνεται στις ζωές των διασημοτήτων, είναι το συμπέρασμα. Αυτή η κουλτούρα έχει κανονικοποιήσει το δράμα ως de facto άποψη της καθημερινής δημόσιας ζωής. Το κλειδί σε τέτοιες πιεστικές καταστάσεις είναι η δύναμη του κάθε παιδιού. Αν ένα παιδί έχει τη δύναμη να τις αντιμετωπίσει, είναι και λιγότερο πιθανό τόσο το να τους δώσει συνέχεια κλιμακώνοντάς τις, όσο και το να κλονιστεί συναισθηματικά από μια αρνητική εμπειρία.

Ωστόσο, γενικότερα, παρόλο που στα κοινωνικά δίκτυα βρίσκουν χώρο νέοι τύποι δράματος, η εφηβική συμπεριφορά δεν δείχνει να έχει αλλάξει σημαντικά. Ούτε οι δυναμικές τους εκφοβισμού έχουν αλλάξει, αλλά έχουν γίνει πιο ορατές μέσω των κοινωνικών δικτύων. Αυτή την ορατότητα πρέπει να την αξιοποιήσουμε όχι για να αυξήσουμε τις τιμωρίες αλλά για να βοηθήσουμε τους εφήβους που απευθύνουν κραυγές αγωνίας έχοντας ανάγκη για λίγη προσοχή, καταλήγει η Boyd.

 

Ο φόβος για το διαδικτυακό άγνωστο διαιωνίζει τις κοινωνικές ανισότητες

Ένας από τους παλιούς τεχνο-ουτοπικούς μύθους που έχουν καταρρεύσει πια, είναι ότι το ίντερνετ θα έφερνε μεγαλύτερη ισότητα μεταξύ των ανθρώπων. Όπως αποδεικνύεται, η τεχνολογία όχι μόνο δεν εξαλείφει αλλά κατά κανόνα ενισχύει τους κοινωνικούς διαχωρισμούς, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την μελέτη της διαδικτυακής ζωής των εφήβων. Αλλά ακόμη κι όταν η τεχνολογία όντως διευκολύνει τους ανθρώπους να γνωρίσουν και να συμμετάσχουν σε κόσμους που υπερβαίνουν τον δικό τους, όπως ιδανικά θα μπορούσε να συμβαίνει στα κοινωνικά δίκτυα, στην πράξη κυριαρχούν οι προκαταλήψεις, ο ρατσισμός και η μισαλλοδοξία.

Στην αμερικανική κοινωνία, που στιγματίζεται  ούτως ή άλλως από αυτά τα φαινόμενα, η δημοσιότητα που προσφέρουν τα κοινωνικά δίκτυα στις ρατσιστικές φωνές μεγενθύνει το πρόβλημα και τους φυλετικούς διαχωρισμούς. Ούτε οι έφηβοι δεν μπορούν να ξεφύγουν. Οι επιλογές τους, αντανακλούν την κοινωνική τους θέση και ταυτότητα, τις οποίες πολύ δύσκολα υπερβαίνουν.

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που καταγράφηκε γύρω στο 2006-2007, το διάστημα που οι αμερικανοί έφηβοι μετακόμιζαν μαζικά από το MySpace στο αναδυόμενο τότε Facebook. Λόγω της δομής του MySpace και της έκφρασης που είχαν βρει εκεί πολλές hip-hop κοινότητες, που κατά κανόνα ήταν κοινότητες μαύρων νέων, οι περισσότεροι από αυτούς έμειναν εκεί, καθώς ήταν φαν της συγκεκριμένης μουσικής. Αντιθέτως, οι λευκοί έφηβοι ακολούθησαν τους νέους των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και των διακεκριμένων κολεγίων που ήταν οι πρώτοι έποικοι του Facebook. Για αρκετό διάστημα, μέχρι η σαρωτική δημοφιλία του Facebook να εξαλείψει αυτόν τον διαχωρισμό, ήταν εμφανές το φυλετικό και ταξικό χάσμα μεταξύ των δύο κοινωνικών δικτύων.

 

Ακόμη και χρόνια αργότερα, όμως, η έρευνα επιβεβαιώνει ότι η φυλή και η κοινωνική θέση των εφήβων καθορίζει τις διαδικτυακές συναναστροφές τους, έστω κι αν οι ίδιοι δεν το συνειδητοποιούν. Για παράδειγμα, ακόμη και στα διαπολιτισμικά σχολεία, τελικά τα παιδιά καταλήγουν να συνομιλούν κυρίως με συμμαθητές από την δική τους φυλή. Διαχωρισμοί υπάρχουν και στις επιλογές τεχνολογικών συσκευών π.χ. οι ασιάτες έφηβοι χρησιμοποιούν διαφορετικά κινητά από τους μαύρους ή τους λατινοαμερικάνους, ενώ παρατηρούνται φυλετικές διαφορές και στις εφαρμογές που χρησιμοποιούν οι νέοι σε Twitter και Facebook.

Η αναπαραγωγή αυτών των διαχωρισμών συνεπάγεται και διαιώνιση της ανισότητας στις ευκαιρίες που έχουν οι νέοι. Καθώς το δίκτυο των κοινωνικών επαφών μας καθορίζει το εύρος των πληροφοριών που λαμβάνουμε και των πολιτισμικών μας επιρροών, το να περικλείεται κανείς από κοινότητες ανθρώπων που ήδη αναπαράγουν όσα γνωρίζει, δεν του επιτρέπει να επωφεληθεί από τον κοσμοπολιτισμό του διαδικτύου στον βαθμό που θα μπορούσε. Αν προστεθεί σε αυτό το τεχνολογικό χάσμα που χωρίζει τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα από τα πιο προνομιούχα, είναι σαφές γιατί τα ωφέλη των δικτύων δεν θα τα δούμε σύντομα να κατανέμονται ούτε ισομερώς ούτε αξιοκρατικά.

Κι εκτός από όλα αυτά τα δομικά προβλήματα, οι έφηβοι έχουν να αντιμετωπίσουν έναν ακόμη παράγοντα που περιορίζει την ελευθερία τους να υπερβούν την προδιαγεγραμμένη κοινωνική τους θέση: τον “φόβο του ξένου”. Κάτω από την πίεση των γονιών τους και του κοινωνικού τους περιβάλλοντος, αν παρεκλίνουν στα κοινωνικά δίκτυα δείχνοντας ενδιαφέρον για πρόσωπα και δραστηριότητες που ξεφεύγουν από το πολιτισμικό πρότυπο που καθορίζει την κοινωνική τους θέση, βρίσκονται αντιμέτωποι με τους γνωστούς ηθικούς πανικούς.

 

Δεν αρκεί να γεννήθηκες αργά για να είσαι “digital native”

Η ανισομερής πρόσβαση στον ψηφιακό αλφαβητισμό είναι ο βασικότερος πράγοντας που φαίνεται να συμβάλλει στην αμφισβήτηση ενός ακόμη αξιώματος που κυριάρχησε για σχεδόν δύο δεκαετίες στις προσεγγίσεις περί διαδικτυακούς κουλτούρας: της πεποίθησης ότι οι έφηβοι είναι οι «ψηφιακοί ιθαγενείς», ενώ οι ενήλικες οι «ψηφιακοί μετανάστες» που επειδή γεννήθηκαν αργά στερούνται γνώσεων για την τεχνολογία και είναι λιγότερο ικανοί να αναπτύξουν σχετικές δεξιότητες.

Με αυτή τη λογική, οι έφηβοι θα έπρεπε να επιδεικνύουν σχετικές δεξιότητες σχεδόν αυτόματα, καθησυχάζοντάς μας για το ψηφιακό μέλλον της αθρωπότητας. Αλλά κάτι τέτοιο δεν επαληθεύεται. Στην πραγματικότητα, η ρητορική περί «ψηφιακών ιθαγενών», τελικά μάλλον είναι σε βάρος των παιδιών, καθώς αποσπά την προσοχή μας από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στον διαδικτυακό κόσμο.

reading
image-320

Θεωρώντας για μεγάλο διάστημα δεδομένο ότι οι έφηβοι είναι «ιθαγενείς», το εκπαιδευτικό σύστημα των ΗΠΑ απέτυχε να φροντίσει να τους προετοιμάσει σωστά. Κι αυτό κατέληξε σε μία ακόμη διεύρυνση του ψηφιακού χάσματος, καθώς τα παιδιά των πιο προνομιούχων κοινωνικών τάξεων είχαν τη δυνατότητα να καλύψουν αυτό το κενό με ιδιωτικά κεφάλαια, ενώ τα λιγότερο προνομιούχα έμειναν πίσω και στην ψηφιακή γνώση.

Ο αλφαβητισμός που χρειάζεται κανείς στον ψηφιακό κόσμο, πάντως, δεν έχει τόση σχέση με την εξοικείωση με γκάτζετ και υπηρεσίες, αλλά κυρίως με την κατοχή κριτικής γνώσης, ώστε να μπορεί κανείς να εμπλακεί παραγωγικά σε διαδικτυακές καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας να ελέγχει τη ροή προσωπικών πληροφοριών και να αναζητά και να ερμηνεύει τις πληροφορίες στις οποίες έχει πρόσβαση, τονίζει η Boyd. Δύο από τα εφόδια που χρειάζονται τόσο οι ενήλικες όσο και τα παιδιά, είναι οι τεχνικές δεξιότητες και η εκπαίδευση για τα μέσα, ώστε αφενός να κατανοούν την δομή του ψηφιακού κόσμου αφετέρου να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν κριτικά τις αφηγήσεις που τους παρέχουν τα μέσα, και να αξιολογούν τον ανεξέλεγκτο όγκο πληροφοριών και δεδομένων που βρίσκουν διαθέσιμα.

Ως ένδειξη αναλφαβητισμού, αναφέται το παράδειγμα της πεποίθησης που έχει διαποτίσει το αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα ότι η Wikipedia είναι μια αναξιόπιστη πηγή ενώ η Google είναι μια ουδέτερη μηχανή αναζήτησης, που φέρνει πρώτα τα πιο αξιόπιστα αποτελέσματα. H Google έχει αναδειχθεί σε επίκεντρο του ψηφιακού πληροφοριακού σύμπαντος των εφήβων, διαπίστωσαν πρόσφατα ερευνητές του Harvard, παρόλο που αγνούν τη λειτουργία των αλγορίθμων μέσω των οποίων παράγονται τα αποτελέσματά της. Η Wikipedia, αντιθέτως, παρόλο που συχνά προσφέρει πιο πολύπλευρη καταγραφή από αυτή που θα βρει κανείς π.χ. στα εγκυρότερα ιστορικά βιβλία, αντιμετωπίζεται ως μια επικίνδυνη πηγή. Οι περισσότεροι έφηβοι της Boyd δεν είχαν επισκεφτεί την Wikipedia και δεν ήξεραν ότι τα λήμματά της συντάσσονται συλλογικά από τους χρήστες, ούτε ότι αποτελεί ένα από τα πιο αξιοθαύμαστα επιτεύγματα συλλογικής καταγραφής γνώσης στο διαδίκτυο. Κανείς δεν τους δίδαξε να σκέφτονται την Wikipedia ως ένα εξελισσόμενο ντοκουμέντο, που αποκαλύπτει πώς οι άνθρωποι παράγουν γνώση και πώς διαφορετικές πηγές θέτουν σε αμφισβήτηση πληροφορίες που κάποιες άλλες πηγές παρουσιάζουν ως δεδομένες.

Μια σειρά από τέτοιες λανθασμένες προσεγγίσεις στο θέμα του χειρισμού των «ψηφιακών ιθαγενών» ενισχύει την άποψη ότι ο όρος πρέπει να επαναπροσδιοριστεί. Σύμφωνα με τον εναλλακτικό ορισμό που προτείνουν οι John Palfrey και Urs Gasser στο “Born Digital: Understanding the First Generation of Digital Natives”, «οι ψηφιακοί ιθαγενείς μοιράζονται μια κοινή παγκόσμια κουλτούρα η οποία καθορίζεται όχι αυστηρά από την ηλικία, αλλά από συγκεκριμένα γνωρίσματα και εμπειρίες που έχουν σχέση με το πώς αλληλεπιδρούν με τις τεχνολογίες της πληροφορίας, τις ίδιες τις πληροφορίες, ο ένας με τον άλλο, καθώς και με άλλους ανθρώπους και οργανισμούς».

 

Τα κοινωνικά δίκτυα ως ο νέος δικός τους χώρος

Πλατφόρμες όπως το Facebook, το Twitter και το MySpace δεν είναι απλώς δημόσιοι χώροι, αλλά σε πολλές περιπτώσεις είναι οι μόνοι «δημόσιοι» χώροι όπου οι έφηβοι μπορούν εύκολα να συναθροίζονται σε μεγάλες ομάδες συνομηλίκων τους. Eιδικά για μια χώρα όπως οι ΗΠΑ, όπου εδώ και χρόνια ψηφίζονται νόμοι που απαγορεύουν σε εφήβους την απαγόρευση εισόδου σε πολλά δημόσια μέρη, χωρίς τα κοινωνικά δίκτυα η συρρίκνωση της κοινωνικής τους ζωής θα ήταν αναπόφευκτη.

Πολλά παιδιά δήλωσαν στις συνεντεύξεις τους πως θα προτιμούσαν χίλιες φορές να συναντιούνται με τους φίλους τους από κοντά, αλλά τέτοιες συναντήσεις γίνονται όλο και πιο δύσκολες λόγω των υπερφορτωμένων προγραμμάτων τους, της αδυναμίας τους να μετακινούνται μόνα του (όσο θα ήθελαν ή και καθόλου) και των φόβων των γονιών τους για την ασφάλειά τους σε δημόσιους χώρους. Μερικά από αυτά τα παιδιά αποζητούσαν απελπισμένα ευκαιρίες να βγουν από το σπίτι  και να μαζευτούν με φίλους. Σε πολλές περιπτώσεις τους επιτρεπόταν να πηγαίνουν μόνο σε σχολικές εκδηλώσεις, ενώ άλλα μπορούσαν να συναντιούνται με φίλους σε δημόσιους χώρους τα Σαββατοκύριακα. Υπήρχαν και κάποια που δεν είχαν ούτε καν αυτές τις επιλογές, ή που οι γονείς τους καθόριζαν ασφυκτικά το πρόγραμμα της ζωής τους ώστε να μεγαλώσουν βάσει συγκεκριμένων προτύπων και κανόνων.

Με αυτά τα δεδομένα, τα κοινωνικά δίκτυα προσφέρονται ως ένας ελκυστικός χώρος για να βρει κανείς πρόσβαση σε φίλους, έστω και στα κλεφτά. Ακόμη και έφηβοι που απάντησαν ότι δεν αξιολογούσαν πολύ θετικά τις ίδιες τις πλατφόρμες -π.χ. επειδή διαφωνούσαν με τις επιβολή των διαφημίσεων στο Facebook ή επειδή δεν είχαν τη δυνατότητα να ελέγξουν όσο θα ήθελαν το προφίλ τους- είχαν καταφύγει σε αυτές ως τον μόνο διαθέσιμο χώρο τόσο ευρείας κοινωνικοποίησης. Έτσι, από ανάγκη να ανήκουν και να επικοινωνούν, μέσω των κοινωνικών δικτύων έχτιζαν δίκτυα ανθρώπων και πληροφοριών, συμμετείχαν και βοηθούσαν στη δημιουργία δικτυωμένων κοινών.

Για τις ανάγκες της επικοινωνίας, τέτοια δικτυωμένα κοινά λειτουργούν σαν οποιοδήποτε άλλο κοινό, με τη διαφορά ότι αυτό συμβαίνει στις σχετικές τεχνολογικές πλατφόρμες, και δικτυώνουν τους ανθρώπους με νέους τρόπους, σε ουσιαστικές φανταστικές κοινότητες. Και όπως όλα τα κοινά, αποτελούν τον ιστό των κοινωνιών, και παρέχουν στον καθένα μας μηχανισμούς κατασκευής του κοινωνικού μας κόσμου. Συμμετέχοντας σε κοινά οι άνθρωποι αναπτύσσουμε γνώση περί του τι είναι αποδεκτό και κανονιστικό προσαρμόζοντας συλλογικά τη συμπεριφορά μας με βάση αυτά που βλέπουμε στα κοινά στα οποία συμμετέχουμε και τα οποία κατανοούμε, υπενθυμίζει η Boyd. Μπορεί αυτό να μην σημαίνει αυτόματα αλληλοσεβασμό μεταξύ των ανθρώπων στο σύνολό τους, αλλά αυτές οι διαδικασίες δημιουργούν ένα κοινό πολιτισμικό πεδίο συνεννόησης, αποτρέποντας το μίσος μεταξύ μας.

Οι έφηβοι αποδέχονται αυτή την εκδοχή των δικτυμένων κοινών, ακόμη και με τα ελαττώματά της, καθώς είναι ο μοναδικός κόσμος που γνωρίζουν. Μοιάζουν με τους flâneurs του Μποντλέρ, που περιπλανώνται στους δρόμους χωρίς να έχουν να πάνε κάπου συγκεκριμένα, μόνο για να δουν και να ειδωθούν, λίγο επιδειξιομανείς και λίγο ταδιώτες ταυτοχρόνως. Κάπως έτσι και οι σημερινοί έφηβοι περιπλανώνται στα διαδικτυακά κοινά τους ως ψηφιακοί flâneurs.

Αν και κάποιοι από αυτούς αποζητούν την προσοχή που συνεπάγεται το να φαίνονται δημοσίως, οι περισσότεροι διαπιστώνεται ότι θέλουν απλώς να είναι βρίσκονται σε δημόσιους χώρους. Εστιάζουν, δηλαδή στο τι σημαίνει να αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού κόσμου (…) στο να αναπτύξουν μια αίσθηση του εαυτού τους και να νιώσουν ότι είναι κομμάτια της κοινωνίας. Επιπλέον, γι’αυτούς το ίντερνετ λειτουργεί όπως λειτούργησαν σε προηγούμενες εποχές άλλα μέσα και νέες τεχνολογίες που τους έδιναν τη δυνατότητα να κάθονται στο σπίτι τους και να πειραματίζονται με τον δημόσιο χώρο, όπως το πειρατικό ραδιόφωνο ή τα περιοδικά φανζίν.

Σε αυτό το πλαίσιο, πολύ συχνότερα απ’όσο νομίζουμε, τους δίνεται και η δυνατότητα για πολιτική συμμετοχή. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα ήταν η διαμαρτυρία που οργάνωσαν τον Μάρτιο του 2006 παιδιά μεταναστών στην Καλιφόρνια, για τον αντι-τρομοκρατικό και αντι-μεταναστευτικό νόμο HR4437, ο οποίος ξεσήκωσε τις κοινότητες των μεταναστών στις ΗΠΑ. Επειδή οι έφηβοι που προέρχονταν από οικογένειες μεταναστών χωρίς άδειες παραμονής στις ΗΠΑ ένιωσαν αποκομμένοι από τις μαζικές διαδηλώσεις που οργάνωσαν οι επίσημοι φορείς (μεταναστευτικές οργανώσεις, ισπανόφωνα ΜΜΕ, παραδοσιακές ομάδες υποστήριξής τους κ.α.) στράφηκαν στο MySpace, που τότε ήταν το δημοφιλέστερο κοινωνικό δίκτυο μεταξύ τους. Οργάνωσαν αυτοσχέδιες πορείες και έφυγαν από τα σχολεία τους βγαίνοντας κατά χιλιάδες στους δρόμους σε διάφορες πόλεις, με πλακάτ, συνθήματα κατά του ρατσισμού και υπέρ των οικογενειών τους, εξηγώντας ότι είχαν μεταναστεύσει εκεί αναζητώντας μια καλύτερη ζωή και πως δεν άξιζαν ένα ρατσιστικό φακέλωμα. Η συγκεκριμένη δράση [σαφείς οι ομοιότητες με τον Δεκέμβρη του ‘08 στην Ελλάδα] αποτέλεσε ξεκάθαρο πολιτικό ακτιβισμό. Παρόλ’αυτά, οι δημόσιοι αξιωματούχοι, τα ΜΜΕ και οι διευθύνσεις των σχολείων κατηγόρησαν τους μαθητές ότι το έκαναν για την κοπάνα, είπαν ότι αν ήθελαν να συζητήσουν για τη μετανάστευση μπορούσαν να είχαν κάτσει στα σχολεία τους και να είχαν κουβεντιάσει με πιο «παραγωγικούς» τρόπους, ενώ σε κάποια σχολεία επιβλήθηκαν και τιμωρίες. Αρνήθηκαν, δηλαδή, να νομιμοποιήσουν την πολιτική δράση των εφήβων.

Ακόμη, όμως, και πολύ πιο ταπεινές πράξεις όπως η συμμετοχή σε μια επίθεση των Anonymous ή στην δημιουργία και διάδοση ενός meme μπορεί να εμπεριέχει πολιτικό λόγο. Ενδεικτικά τέτοια παραδείγματα αποτελούν μερικά από τα βιντεάκια με τον Χίτλερ να μαθαίνει για το Digital Millennium Copyright Act, ότι η NSA παρακολουθούσε το τηλέφωνό του, ότι ο λογαριασμός του στο Xbox Live μπλοκαρίστηκε κ.ο.κ. Βλέποντας τέτοιες χιουμοριστικές αποτυπώσεις της πραγματικότητας συνήθως μένουμε στο αστείο, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι η δημιουργία τους -από νέα παιδιά συνήθως- προϋποθέτει την κατανόηση ενός γενικότερου ιστορικού πλαισίου και έναν σημαντικό βαθμό ψηφιακού αλφαβητισμού, που συχνά αγνοούμε ότι κατέχουν οι δημιουργοί τους.

 

«Θα πεις στη μαμά μου…;»

Στην αρχή του “It’s Complicated”, η Boyd θυμάται έναν άλλο έφηβο από την Καλιφόρνια, τον 15χρονο Μάικ που ήταν τότε ξετρελαμένος με το περίφημο βίντεο που έδειχνε πειράματα με εκρηκτικούς συνδυασμούς Coca-Cola με καραμέλες Mentos. Με τους φίλους του έκαναν αντίστοιχα πειράματα, που τα βιντεοσκοπούσαν με μια κάμερα -δανεική για τα Σαββατοκύριακα από το σχολείο επειδή έπρεπε να καταγράφουν τις ασκήσεις της Χημείας- και τα ανέβαζαν στο Youtube. Δεν ήταν τίποτα σπουδαία βίντεο, ήταν μάλλον χαμηλής ποιότητας, και τα έβλεπαν βασικά μόνο οι ίδιοι και οι κολλητοί τους. Κι όμως, το παραμικρό νέο view που αθροιζόταν στα συνολικά τους, προκαλούσε στον Μάικ τρομερό ενθουσιασμό. Καθώς λοιπόν σερφάρανε παρέα και ο Μάικ τής έδειχνε χαρούμενος τα βίντεο, κάποια στιγμή πάτησε pause και γύρισε προς το μέρος της. «Θα μου κάνεις μια χάρη;», τη ρώτησε. «Θα πεις στη μαμά μου ότι δεν κάνω τίποτα κακό στο ίντερνετ; Θέλω να πω, νομίζει ότι όλα όσα είναι online είναι κακά, ενώ εσύ φαίνεσαι να καταλαβαίνεις, κι ας είσαι μεγάλη. Θα της μιλήσεις;».

Και κάπως έτσι γράφτηκε αυτό το βιβλίο. Το οποίο, όμως, «δεν αποτελεί μια ερωτική επιστολή προς τη νεανική κουλτούρα», όπως διευκρινίζει η συγγραφέας του, αν και η ίδια δηλώνει πως η έρευνά της την έπεισε ότι οι νέοι είναι πιο διαλλακτικοί απ’όσο νόμιζε. «Αυτό το βιβλίο είναι μια προσπάθεια να να πείσω τους ενήλικες που ασκούν εξουσία στις ζωές των νέων ότι αυτό που κάνουν όταν εμπλέκονται σε διαδικτυακά κοινά, βγάζει νόημα. Την ίδια ώρα, το να συμφιλιώνεται κανείς με τη ζωή στην εποχή της δικτύωσης δεν είναι απαραιτήτως ούτε εύκολο ούτε προφανές. Είναι μάλλον περίπλοκο».

 


Σχόλια

σχόλια

1 COMMENT
RELATED ARTICLES
ΝΙΟΥΖΛΕΤΕΡ

Back to Top

Read more:
love letter to Saul Williams

με αφορμή μια συναυλία του Saul Williams μερικές σκέψεις για τον τρόπο που επιτίθεται σε παγιωμένες πεποιθήσεις, διλήμματα και προκαθορισμένα...

Close