the cricket

Το ταξίδι του Ρασίντ: Από το Πακιστάν στην Ελλάδα


της Μαριάννας Ρουμελιώτη

 

Eίμαι ο μικρότερος από 5 αδέλφια. Όλη μου η οικογένεια ζει στο Πακιστάν. Όταν ήμουν 9 χρονών, ο μεγάλος μου αδελφός σκότωσε κάποιον έξω από το σπίτι μας. Βρήκα το όπλο και έπαιζα. Όταν ήρθε η αστυνομία έπιασε εμένα αντί να πιάσει τον αδελφό μου. Ο πατέρας μου συμφώνησε με την αστυνομία να με διώξουν από το Πακιστάν και για 10 χρόνια να μη γυρίσω, για να μη με βάλουν φυλακή. Από το Πακιστάν μέχρι την Ελλάδα είναι όλα μιλημένα. Στην κάθε χώρα θα με περίμεναν οδηγοί και οι «τσατσά» (σ.σ. με τη λέξη τσατσά αναφέρεται στους διακινητές).

Στους τσατσά θα έπρεπε να δώσω 7.000 ευρώ. Τότε ήταν ακριβά, τώρα έρχεσαι και με 2.000 ευρώ. Ο πατέρας μου είχε ένα σπίτι στο Πακιστάν που κόστιζε 22.000 ευρώ, το πούλησε για 7.000 για να μπορέσω να έρθω στην Ελλάδα. Ο κάθε τσατσά πληρώνεται με το που μεταφέρει τους ανθρώπους στον επόμενο. Μπαίνουν λεφτά στη Western Union για όσα άτομα είχε πει πως αρχικά θα μεταφερθούν. Αν πεθάνουν κάποιοι στο δρόμο δεν αλλάζει κάτι. Αυτοί θα πληρωθούν για τα άτομα που είχαν συμφωνήσει. Είτε ζήσουν, είτε πεθάνουν.

Δεν ήξερα πολλά για την Ελλάδα, είχα δει όμως έναν φίλο του αδελφού μου που είχε γυρίσει στο Πακιστάν από την Ελλάδα, με ωραία ρούχα και το έπαιζε μάγκας και ήθελα να πάω κι εγώ εκεί. Δεν ήξερα βέβαια πως θα είναι η διαδρομή μέχρι την Ελλάδα. Ο τσατσά που συνεννοήθηκε ο μπαμπάς μου στο Πακιστάν του είπε πως θα είναι όλα εύκολα. Του είπε πως θα έχω εισιτήριο και θέσεις στα λεωφορεία και πως θα χρειαστεί να περπατήσω 1-2 ώρες το πολύ.

Το ταξίδι του Ρασίντ: Από το Πακιστάν στην Ελλάδα
image-296

 

Καράτσι – Γκουαντάρ

Έφυγα λοιπόν στα 9 μου με έναν φίλο του αδελφού μου και άλλα 200 άτομα. Μπήκαμε ανά 15 άτομα σε ένα λεωφορείο από το Καράτσι (σ.σ. πρωτεύουσα της επαρχίας Σίντ, η μεγαλύτερη πόλη στο Πακιστάν) για το Γκουαντάρ (σ.σ. Νοτιοδυτικό Πακιστάν). Όταν φτάσαμε στο Γκουαντάρ πήραμε ένα τηλέφωνο και μας είπαν «θα έρθει αυτό το τζιπ με το τάδε νούμερο και θα σας πηγαίνουμε ανά 5 άτομα. Μετά θα σας πάρω τηλέφωνο για να ετοιμάζονται οι άλλοι 5 για να σας περάσουμε τα σύνορα». Τα πρώτα 5 άτομα ήμασταν εμείς. Στο Γκουανταρ είχε checkpoint και εκεί μας σταματάνε. Εγώ ήξερα ότι επειδή μοιάζω με αυτούς από το Μπαλουτσιστάν (σ.σ. πόλη στο Νοτιοδυτικό Πακιστάν) δεν φοβήθηκα. Με ρωτάνε «που πας;», τους λέω «σπίτι μου» και επειδή μιλούσα και Ουρντού (σ.σ. επίσημη γλώσσα στο Πακιστάν) με άφησαν να περάσω. Έναν άλλο, από το Ισλαμαμπάντ, τον ρωτήσανε που πάει και όταν αυτός είπε πως πούλησε 3 αγελάδες για να πάει στην Ελλάδα, τον κατέβασαν και τον κράτησαν εκεί.

 

Σύνορα Πακιστάν-Ιράν-Αφγανιστάν

Μόλις περάσαμε τα σύνορα του Πακιστάν προς Ιράν μας κάνει σήμα να μας σταματήσει η αστυνομία. Και ο οδηγός δε σταμάτησε. Ήταν πολλοί αστυνομικοί, μας περίμεναν με όπλα. Εγώ καθόμουν έξω, στο τζιπ, στην καρότσα, για να βλέπω πως είναι το Ιράν. Το αυτοκίνητο έφευγε αριστερά-δεξιά, πάνω-κάτω αλλά δε σταμάτησε. Έφυγε κατευθείαν για Αφγανιστάν.

 

Αφγανιστάν

Στο Αφγανιστάν μας σταματάνε οι Ταλιμπάν. Εκεί έκατσα 3 μήνες. Μόλις μας έπιασαν μας ρώτησαν τι έχουμε πάνω μας. Είχα μια τσάντα με κάποια ρούχα μέσα, λίγο φαΐ και 200 ρούπια (σ.σ. περίπου 2 ευρώ) που κουβαλούσα από το Πακιστάν. Μου λένε «κράτα τα ρούχα και το φαί και δώσε μας τα λεφτά». Τους λέω «Δεν έχω άλλα λεφτά, 200 ρούπια έχω». «Φέρτα» μου λένε και τα παίρνουν. Μας ρώτησαν που πάμε, εγώ είπα ψέματα πως πάω στο Ιράν για να δουλέψω. Αυτοί απάντησαν «εσύ θα κάτσεις μαζί μας». Τους ρώτησα «Γιατί να κάτσω; Πρέπει να πάω να δουλέψω, η οικογένεια μου πεινάει.» Θέλανε να με μάθουν να οδηγώ αυτοκίνητο, να κουβαλάω όπλα και μετά να πάω να κάνω Jihadγια το Θεό. «Ο Θεός δε λέει να κάνω αυτό» τους λέω. «Ο Θεός δε λέει Jihad, το Jihadτο βγάλαμε εμείς (οι άνθρωποι) για τα λεφτά». Για 3 μήνες κουβαλούσα όπλα και έκανα τις δουλειές τους, μέχρι που παρακάλεσα έναν που έκανε κουμάντο εκεί, να με διώξει. Του ζήτησα να μας περάσει τα σύνορα γιατί ήξερα πως από κει θα έρχονταν να μας πάρουν άλλοι. Συνεννοήθηκε αυτός στο τηλέφωνα στα Φαρσί με τον οδηγό που θα μας έπαιρνε από τα σύνορα. Στα σύνορα εκεί δεν έχει ούτε αστυνομία, ούτε φαντάρους, ήταν εύκολα.

 

Ιράν

Και έτσι φτάσαμε στο Ιράν. Εγώ και ο φίλος του αδελφού μου που είχαμε ξεκινήσει μαζί. Εκεί μας έπιασε η αστυνομία και μας πήγε φυλακή. Πρώτη φορά στη ζωή μου πήγα φυλακή. Οι αστυνομικοί πήραν τηλέφωνο τον τσατσά που είχε ένα χώρο κάπου μια ώρα από τα σύνορα και ήρθε ένας με μια BMW, τους έδωσε λεφτά και μας πήρε. Μας πήγαν σε έναν τεράστιο χώρο. Μπορεί να χωρούσε και 1500 άτομα. Εκεί είναι ο σταθμός που μαζεύονται όλοι για να φύγουν για την Ευρώπη. Έχει Πακιστανούς, Ινδούς, Κινέζους, Αφρικανούς, παιδιά, μωρά, γυναίκες, άντρες. Ο χώρος διοικείται από Ιρανούς που κυρίως μιλάνε Πακιστανικά, Ιρανικά και Ινδικά. Εκεί έμεινα ένα μήνα. Έκλαιγα πολύ, δε μου άρεσε καθόλου εκεί. Τους παρακαλούσα να με στείλουν πίσω. «Δε θέλω να πάω εμπρός» τους έλεγα. Με φόβιζε που ήμασταν τόσοι άνθρωποι μαζεμένοι σε ένα μέρος. Νόμιζα πως κάθε μέρα θα γίνει ένα μπάμ και θα μας σκοτώσουν όλους. Έκανα υπομονή, μου έλεγαν και οι άλλοι να κάτσω να περιμένω και έτσι έμεινα.

Κάποια στιγμή ήρθε ένα διώροφο τουριστικό λεωφορείο και μας έβαλαν μέσα. Εμένα και άλλον έναν μας έβαλαν να κάνουμε κουμάντο στο λεωφορείο. Μπαίνουμε στο λεωφορείο για να πάμε Τεχεράνη. Μετά από δύο ώρες στο λεωφορείο μας φωνάζουν «Κατεβείτε όλοι κάτω» γιατί πλησιάζαμε ένα checkpoint του στρατού. Έπρεπε να κατέβουμε και να πάμε με τα πόδια γύρω-γύρω από το σημείο που ήταν οι φαντάροι. Το λεωφορείο θα περνούσε άδειο από το σημείο ελέγχου και θα μας περίμενε λίγο πιο κάτω μέχρι να φτάσουμε. Κατεβαίνουμε εκεί και έπρεπε να περάσουμε πρώτα από ένα ποτάμι. Τα νερά ήταν πολύ παγωμένα, ήταν και βράδυ και είχε πολύ κρύο. Μετά από κάποια ώρα βρίσκουμε το λεωφορείο και μπαίνουμε μέσα. Μετά από μία ώρα πάλι με το λεωφορείο, μας σταματάει ένας αστυνομικός με πολιτικά ρούχα. Του έδωσε ο οδηγός λίγα δολάρια και μας άφησε να περάσουμε. Μετά πάλι από μια ώρα, μας λέει ο οδηγός πως μέχρι εδώ πάει αυτός και από δω και πέρα θα πάμε με τα πόδια.

 

Σαλμάς

Περπατάμε για περίπου δύο ώρες και βρίσκουμε τους Κούρδους που θα μας έπαιρναν για να συνεχίσουμε. Οι Κούρδοι μας έριξαν πολύ ξύλο. Αυτοί μιλούσαν άλλη γλώσσα και εμείς δεν καταλαβαίναμε τι λένε και γι’ αυτό μας χτυπούσαν. Μπαίνουν δύο άτομα μπροστά και δύο πίσω με όπλα, για να μη φύγει κανένας και ξεκινάμε. Αρχίζουμε και ανεβαίνουμε ένα βουνό. Ανεβαίναμε, ανεβαίναμε αλλά δεν φτάναμε. Το βουνό ήταν μεγάλο και έπρεπε να σκαρφαλώσουμε. Ήταν πολύ δύσκολο. Άμα κοιτούσες πίσω, πάει. Για να ανέβουμε πάνω στο βουνό μας πήρε 10 μέρες και μετά άλλες 10 μέρες για να κατέβουμε. Δεν σταματούσαμε καθόλου, όποιος έμενε πίσω πέθαινε. Πίναμε το βρώμικο νερό που κατέβαινε από το βουνό αλλά δεν είχαμε φαΐ. Αν δεν είχαμε το νερό θα είχαμε πεθάνει όλοι. Οι περισσότεροι που ήξερα πέθαναν εκεί. Στο Ιράν μας είχαν δώσει από ένα ψωμί αλλά πόσες μέρες να κρατούσε; Δεν μας είπε ποτέ κανείς πόσες μέρες θα πάρει να φτάσουμε στην Τεχεράνη. Μας είχαν πει πως σε 2-3 ώρες θα φτάσουμε. Νομίζαμε πως θα μπούμε στο λεωφορείο και θα μας πάει. Πρώτη φορά είδα εκεί στο βουνό, ανθρώπινο κόκκαλο από πόδι. Πολλοί πέφτανε από το βουνό και πέθαιναν. Εμένα η μάνα μου, μου είχε πει «Ότι και να γίνει να είσαι πρώτος» και έτσι ήμουν πρώτος στη σειρά που ανεβαίναμε. Κάναμε στάσεις για να κοιμηθούμε για 2-3 ώρες και πολλοί δεν ξυπνούσαν. Στην κορυφή αυτού του βουνού είδα πρώτη φορά στη ζωή μου χιόνι. Κλαίγανε όλοι όταν το είδαμε. Αρχίζουμε να κατεβαίνουμε, είχε πολύ κρύο. Και έτσι όπως κατεβαίνουμε βλέπουμε κάποια σπίτια. Μας δείχνουν και μας λένε εκεί είναι το σπίτι που θα μείνετε για 2-3 μέρες. Κατεβαίναμε, ,κατεβαίναμε αλλά δεν φτάναμε στα φώτα. Ήμουν έτοιμος να πεθάνω. Τους είπα θέλω να κάνω surrenderκαι να με γυρίσουν πίσω στο Πακιστάν. Ο φίλος του αδελφού μου, μου έδειχνε το φως από τα σπίτια για να κρατηθώ. Και μετά τον κρατούσα εγώ. Θυμάμαι πως όταν φεύγαμε από το Πακιστάν ο φίλος του αδελφού μου, έλεγε στη μητέρα μου πως θα με προσέχει αλλά αν δεν υπήρχα εγώ θα είχε πεθάνει σε εκείνο το βουνό. Όταν τον βοηθούσα έτρωγα κλωτσιές από τους Κούρδους.

Μέχρι να φτάσουμε στο φως πέρασαν 5-6 μέρες. Το σπίτι αυτό που φτάσαμε άνηκε σε κάποιον από τους Κούρδους. Φτάσαμε 120 άτομα εκεί. Από τους 200 που είχαμε ξεκινήσει. Όλοι οι υπόλοιποι πέθαναν στη διαδρομή. Μείναμε εκεί 3 μέρες. Μας ζητούσαν δολάρια για να μας δώσουν φαί. Εγώ ότι λεφτά είχα μου τα είχαν πάρει στο Αφγανιστάν. Φορούσα ένα ρολόι, ένα καπέλο και κάτι γάντια και τους τα έδωσα για να μου δώσουν φαΐ. Από κει μας πήραν ανά 15 άτομα σε ένα τζιπ με καρότσα για να μας πάνε στην Τεχεράνη. Έριξαν ένα πανί από πάνω μας και ξεκινήσαμε. Το τζιπ πήγαινε πάρα πολύ γρήγορα, δε σταματούσε πουθενά. Όποιος έπεφτε από το αυτοκίνητο τον άφηναν εκεί. Και εκεί πέθαναν κάποιοι.

 

Τεχεράνη

Μας πήγαν σε μια πολυκατοικία που ήταν ακόμα στα μπετά. Μας πήγαν στον 5ο όροφο και μας έδωσαν γιαούρτι, ψωμί, ζάχαρη και νερό. Μετά από 5-6 μέρες μας χώρισαν πάλι. Όρισαν έναν αρχηγό και μας έκαναν μικρές ομάδες. Η δικιά μας ομάδα που ήταν μόνο πέντε άτομα, έφυγε πρώτη.

Ήρθε ένας οδηγός και μας πήγε σε ένα χωριό. Από κει μας έβαλαν περίπου 500 άτομα για 32 ώρες σε μια μεγάλη νταλίκα. Στην νταλίκα για να χωρέσουμε αγκαλιάζαμε τα πόδια μας σαν κουβάρι. Για 32 ώρες χωρίς στάση ή φαΐ. 32 ώρες έτσι, ποιος μπορεί να κάτσει; Μας πετούσαν κάποια μπουκάλια με νερό και αν σήκωνες το χέρι να πάρεις νερό σε μαχαίρωνε κάποιος άλλος για να στο πάρει. Ή για να σου πάρει το χώρο. Να , κοίτα τις μαχαιριές που έχω από τότε. Μας πέταξαν για 500 άτομα 2 σακούλες με μπουκάλια νερό. Η μισή νταλίκα ήταν Αφγανοί και αυτοί έκαναν κουμάντο. Η ομάδα μου ήπιαμε μισό μπουκάλι νερό, το άλλο μας το πήραν. Ρίχναμε νερό στο καπάκι του μπουκαλιού και πίναμε από λίγο. Εντωμεταξύ η νταλίκα έτρεχε και εμείς χτυπούσαμε ο ένας πάνω στον άλλον.

 

Τουρκία (επαρχία)

Μετά από 32 ώρες φτάσαμε κάπου έξω από την Τουρκία. Μας χώρισαν εκεί σε καινούριες ομάδες ανάλογα με τον τσατσά. Μας έβαλαν σε ένα σπίτι που έχει κατσίκες και άλλα ζώα. Εκεί βρήκαμε κάποιους Πακιστανούς. Δύο ήταν ζωντανοί και οι υπόλοιποι νεκροί. Στο χωριό αυτό μείναμε ένα βράδυ. Την επόμενη μέρα έρχεται ένας οδηγός για να μας πάει Κωνσταντινούπολη. Του ζητήσαμε να πάρουμε μαζί μας και τους δυο ζωντανούς Πακιστανούς που βρήκαμε εκεί. Αυτοί επειδή δεν είχαν τσατσά δεν τους ήθελε. Του είπαμε πως θα πληρώσουμε εμείς για αυτούς και τελικά μας άφησε να τους πάρουμε. Μας παίρνουν και μας πάνε Κωνσταντινούπολη.

 

Κωνσταντινούπολη

Ο τσατσά που ήταν υπεύθυνος εκεί ήταν πολύ μεγάλο κεφάλι. Του άνηκαν 5 σπίτια στην πόλη, μπορεί και παραπάνω. Κάθε σπίτι είχε 70-80 άτομα μέσα. Εμάς μας πήγαν σε ένα σπίτι που είχε Πακιστανούς, Κινέζους και Αφγανούς. Μας έδιναν τα υλικά και μαγειρεύαμε εμείς. Από το παράθυρο βλέπαμε ένα μεγάλο τζαμί. Σε αυτό το σπίτι έκατσα ένα μήνα. Ο τσατσά δε με άφηνε να φύγω, μου έλεγε «είσαι ξύπνιος» και επειδή μιλάω και τόσες γλώσσες (Ούρντου, Παντζάμπι, Φαρσί, Μαντράσι, Μπολοτζιστάν, λίγα Αραβικά και λίγα Αγγλικά) με ήθελε εκεί. Εντωμεταξύ, ο φίλος του αδελφού μου που είχαμε ξεκινήσει μαζί, έφυγε ένα βράδυ που εγώ κοιμόμουν. Δεν μου είπε τίποτα. Από ότι έμαθα τον έπιασαν κάπου στην Τουρκία και τον γύρισαν στο Πακιστάν. Παρόλο που ήμουν μόνος μου και ο τσατσά ήθελε να με κρατήσει εκεί, εγώ είχα στο μυαλό μου να πάω Ελλάδα.

Ο τσατσά αυτός, μας έριχνε πολύ ξύλο. Μας ζητούσε να δώσουμε όλα τα λεφτά σε αυτόν, πριν φτάσουμε Ελλάδα. Εγώ του είπα πως θα δώσω σε αυτόν τα λεφτά αλλά μόλις φτάσω Ελλάδα και όχι ενώ είμαι ακόμα Τουρκία. Όσοι δεν έστελναν τα λεφτά, τους έριχναν πολύ ξύλο. Μέχρι και με λάστιχο είδα να δέρνουν κάποιους. Ήταν δυο Πακιστανοί εκεί που έφαγαν πολύ ξύλο. Τους παρακαλούσαμε να τους αφήσουν. Ακόμα και όταν πλήρωσαν αυτοί οι δυο συνέχισαν να τους δέρνουν, ζητώντας και άλλα λεφτά. Ένα βράδυ κάποιοι προσπάθησαν να φύγουν, γιατί οι τσατσά είχαν γίνει λιώμα από το ποτό και δεν έβλεπαν. Ο ένας τα κατάφερε και έφυγε, ο άλλος έπεσε από το μπαλκόνι του 3ου ορόφου και σκοτώθηκε. Μόλις το κατάλαβαν οι τσατσά, άρχισαν να τρέχουν να φύγουν από το σπίτι γιατί ήξεραν πως θα έρθει η αστυνομία. Εγώ δεν πρόλαβα και έμεινα μόνος μου μέσα στο σπίτι. Ήρθε η αστυνομία, έσπασε την πόρτα, με πήραν και με πήγαν στην πρεσβεία γιατί δε μιλούσα Τουρκικά. Εκεί με ρωτούσαν πόσοι ήταν μέσα στο σπίτι, σε ποιους άνηκε αλλά δεν εγώ δεν ήξερα να τους πω, ήμουν και μικρός και με άφησαν. Εντωμεταξύ, δεν ήξερα πώς να γυρίσω στο σπίτι και έτσι πήγα προς το τζαμί που έβλεπα από το παράθυρο, μήπως και βρω κάποιον Πακιστανό εκεί αλλά δεν βρήκα κανέναν. Δίπλα από το τζαμί έχει μια μεγάλη αγορά, πήγα εκεί και τελικά βρήκα έναν Πακιστανό. Τον ρωτάω «ξέρεις τον Σιράζ από το Μπαγκλαντές;» και μου λέει «ναι, έχει μαγαζί εδώ» και μου το δείχνει. Πάω εκεί που μου έδειξε και τον βρίσκω. Με το που με βλέπει, μου λέει «φύγε όπως είσαι, δε σε ξέρω». Του λέω θέλω να με στείλεις στην Ελλάδα. Μου λέει δε θα πας πουθενά και με παίρνει και με πάει σε ένα άλλο σπίτι. Εκεί είχε περίπου 80-90 άτομα. Και εκεί μας έριχναν ξύλο, πολύ ξύλο. Κάποια στιγμή, αφού μας έχουν χτυπήσει όλους μας ρωτάει «ποιος θέλει να φύγει;» και σηκώνω μόνο εγώ το χέρι μου. Και μου απαντάει «μόνο εσύ θα φύγεις».

Με παίρνουν και με πάνε σε ένα ξενοδοχείο. Απ’ έξω φαινόταν πολύ ωραίο, αλλά μέσα δεν ήταν το ίδιο ωραίο. Είχε πάρα πολύ κόσμο. Πολλούς Αφγανούς, Πακιστανούς, Κινέζους και Μπαγκλαντεσιανούς. Την επόμενη μέρα μας βάζουν 50 άτομα σε μια μικρή νταλίκα και μας πάνε σε ένα χωριό 5-6 ώρες από την Κωνσταντινούπολη. Μας έδωσαν δυο φουσκωτές βάρκες να κουβαλήσουμε για να περάσουμε τον Έβρο. Εγώ επειδή ήμουν μικρός και δεν έφτανα να κουβαλήσω τη βάρκα με κλωτσούσαν και με βαρούσαν.

 

Έβρος

Κουβάλησαν τη βάρκα μέχρι το ποτάμι για περίπου έξι ώρες. Ήταν νύχτα και είχε πολύ κρύο. Το ποτάμι ήταν πολύ άγριο, το νερό δε σταματάει με τίποτα. Καθίσαμε στην άκρη και αρχίσαμε να φουσκώνουμε τις βάρκες. Είχαμε και ένα μηχάνημα αλλά φουσκώναμε και με το στόμα. Φτιάχνουμε την πρώτη και φεύγουν τα πρώτα 15 άτομα μέχρι να φουσκώσουν την άλλη. Έτσι όπως κουβαλούσαμε την πρώτη, κοιτάω κάτω και βλέπω σφαίρες. «Εδώ κάτι κακό θα γίνει» σκέφτομαι. Μόλις ακουμπάμε στο νερό τη βάρκα, πάει να μας φύγει. Πηδάω μέσα στη βάρκα και από κει στο ποτάμι για να τη συγκρατήσω. Ο ένας την κρατούσε από ένα σκοινί και εγώ μέσα από το νερό. Ευτυχώς ήξερα μπάνιο. Μπαίνουν όλοι μέσα στη βάρκα και εγώ μένω μέσα στο νερό για να περιμένω τη δεύτερη. Την ώρα που πάει να μπει η δεύτερη στο νερό, σηκώνονται Τούρκοι φαντάροι και αρχίζουν και φωνάζουν και πυροβολούν. Εκεί νόμισα πως θα πεθάνω. Αφήνω την τσάντα να φύγει στο νερό γιατί είχα μέσα νερό και μια φρατζόλα ψωμί και με βάραινε. Αφήνομαι και εγώ στο ποτάμι και με πάει το νερό πιο κάτω. Πιάνομαι από ένα δέντρο και μένω εκεί. Λίγο πιο δίπλα μου είχε προλάβει να πηδήξει στο νερό και ένας Αφγανός. Τον βοηθάω κι αυτόν γιατί δεν ήξερε μπάνιο και κρυβόμαστε εκεί. Όσους ήταν στη δεύτερη βάρκα τους έπιασαν, αυτοί που ήταν στην πρώτη, κατάφεραν και πέρασαν. Αφού έφυγαν οι φαντάροι βάζω μια φωνή να δω αν αυτοί που πέρασαν ήταν ακόμα εκεί. Απαντάει κάποιος ευτυχώς και τους λέω ποιος είμαι, ότι ήμουν μαζί τους πριν. Στείλανε τη βάρκα να πάρουν εμάς τους δύο. Μας τραβάνε και έτσι περνάμε Ελλάδα. Από 200 άτομα που ξεκινήσαμε, είχαμε μείνει 11. Δε ξέραμε βέβαια ότι ήμασταν Ελλάδα σίγουρα. Αρχίζουμε να περπατάμε και μέσα στο δάσος, που ήταν σα ζούγκλα, συναντάμε τον τσατσά που μας περίμενε. Μας πάνε σε ένα σπίτι μέσα στο δάσος που ήταν κι άλλοι Πακιστανοί και Αφγανοί. Όσοι δεν είχαν λεφτά έμεναν εκεί. Όλοι εμείς όμως δε μπαίναμε μέσα στο σπίτι. Μέσα μπήκαν μόνο οι τσατσάδες. Όλοι οι υπόλοιποι κοιμόμασταν πάνω στις λάσπες, κάτω από δέντρα, όπου βρήκαμε. Είχε πολύ κρύο και βροχή, ήταν δύσκολα. Για να μας δώσουν φαΐ έπρεπε να πληρώσουμε. Εγώ δεν είχα λεφτά και δε μου έδιναν φαΐ. Την πρώτη μέρα ευτυχώς είδα ένα άλογο εκεί δίπλα, πήγα και έφαγα το σανό του. Ήπια και το νερό του. Πιο γλυκό νερό δεν έχω ξαναπιεί. Όταν γύρισα πίσω στους άλλους, ένας Πακιστανός είχε κρύψει μια ντομάτα για μένα και έφαγα κι αυτήν. Εκεί μείναμε 5-6 μέρες. Μας παίρνουν από κει ένα πρωί και μας βγάζουν στην εθνική οδό για Θεσσαλονίκη. Περπατούσαμε για 3-4 ώρες μέχρι που έρχεται ένα αυτοκίνητο και μας λένε «μπείτε μέσα».

 

Θεσσαλονίκη

Εγώ μπήκα στο πορτ-μπαγκάζ με άλλον έναν. Ο οδηγός ήταν Κούρδος και αυτός μας πήγε σε ένα ισόγειο σπίτι στη Θεσσαλονίκη. Εκεί ήταν πάλι πολλά άτομα, γύρω στα 30. Δεν είχαμε ρούχα. Εγώ ήμουν με μια φανέλα που μου είχε δώσει η μάνα μου και ένα τζιν που ήταν βρώμικο και βρεγμένο. Στο σπίτι αυτό μας δίνουν φαί, ρούχα και παπούτσια. «Αύριο το μεσημέρι θα σας δώσουμε εισιτήρια τρένου για Αθήνα. Θα κάνετε 14 ώρες». Ακόμα δεν είχα καταλάβει με σιγουριά πως είμαι στην Ελλάδα. Νόμιζα πως είμαστε ακόμα Τουρκία. Την επόμενη μέρα μας ετοιμάζουν, μέχρι και ζελέ στα μαλλιά μας έβαλαν και μας πάνε στο τρένο. Μας χωρίζουν ανά δυο άτομα στα βαγόνια και μπαίνουμε. Μετά από 7 ώρες σταματάει το τρένο και ακούμε ότι φτάσαμε Αθήνα.

 

Rashid
image-297

 

Αθήνα

Αλλά εγώ δεν κουνιέμαι από τη θέση μου γιατί μας είχαν πει ότι θα κάνουμε 14 ώρες. Κατεβαίνουν όλοι και εμένα μου φωνάζουν να κατέβω. Οι Αφγανοί μου φωνάζανε να κατέβω, ότι είμαστε στην Αθήνα. Κατεβαίνω και εκείνη την ώρα έρχονται κάποιοι Κούρδοι και μας λένε να πάμε μαζί τους. Κρατούσαν μαχαίρια και μας έσπρωχναν. Μας πάνε σε ένα σπίτι στην Αττική, που εκεί έχει πια Έλληνες. Οι πρώτοι Έλληνες που συναντήσαμε. Είναι όλοι μεθυσμένοι από τις μπύρες και με το μπαίνουμε αρχίζουν να μας βαράνε και να ζητάνε λεφτά. «Να, εδώ στο κεφάλι έχω τα χτυπήματα ακόμα». Τους ρωτάω «είμαστε στην Ελλάδα;» και μου λένε ναι. «Και γιατί μας είπατε ότι θα κάναμε 14 ώρες στο τρένο ενώ κάναμε 7;» τους ξαναρωτάω. «Σας το είπαμε για να μη κατέβετε νωρίτερα» μου λένε. Μου δίνουν ένα τηλέφωνο για να πάρω τηλέφωνο στο Πακιστάν. Πήρα σπίτι μου μετά από 3 μήνες να ζητήσω τα λεφτά. Τους είπα ότι έφτασα και πως αν δεν πληρώσουν σε λίγες ώρες θα με σκοτώσουν. Ο πατέρας μου ζήτησε να του δώσουν δύο μέρες, μόλις τους το είπα αρχίζουν τις κλωτσιές. Μετά από δύο μέρες ο πατέρας μου έβαλε τα λεφτά στη Western Union. Μέχρι να τα δούνε με δέρνανε κάθε μέρα. Μόλις τα είδαν με άφησαν να φύγω. Μου είχαν πει όταν φτάσω Ελλάδα να πάω στην Ομόνοια και να πάρω τηλέφωνο έναν φίλο που ήξερα ότι έμενε εδώ. Με πάνε λοιπόν στην Ομόνοια και εκεί συναντώ τον φίλο. Με το που με αφήνουν στον φίλο μου, του ζητάνε κι άλλα λεφτά. Του λέω πως τους έχω ήδη πληρώσει. Ο Έλληνας του λέει πως θέλει άλλα 100 ευρώ που με έφερε στην Ομόνοια και ευτυχώς ο φίλος το ήξερε και τα είχε αυτά τα λεφτά. Τους τα δίνει και φεύγουμε. Ο φίλος δεν μου τα ζήτησε ποτέ τα λεφτά αυτά. Μετά από δύο μέρες που μένω στο σπίτι του φίλου, του λέω «Τι ζωή είναι αυτή; Εγώ νόμιζα πως θα είναι πιο ωραία». Μου λέει ο φίλος να πάω μαζί του την επόμενη μέρα στη δουλειά, μήπως και μου δώσουν και μένα. Την επόμενη μέρα πάω μαζί του στη Βαρβάκειο και κάθομαι. Πήγαινα κάθε μέρα και καθόμουν. Μέχρι που έρχεται το αφεντικό και με ρωτάει τι κάνω εδώ. Του λέω πως χρειάζομαι λεφτά και μου λέει «θα δουλεύεις 3 ώρες για 5 ευρώ», του λέω «εντάξει» και έτσι ξεκίνησα. Πήγα και έκανα για έξι μήνες μαθήματα Ελληνικών. Εκεί έμαθα να διαβάζω. Για αυτούς τους μήνες έμενα με τον φίλο μου. Αυτός έφυγε για Πακιστάν, εγώ δεν είχα λεφτά να κρατήσω το σπίτι και έτσι πήγα και έμεινα με κάποιους άλλους που γνώρισα στη δουλειά. Μόλις έμαθα τα Ελληνικά και επειδή δούλευα πολλές ώρες (από τις 6 το πρωί ως τις 10 το βράδυ) μου έδωσαν και περισσότερα λεφτά. Σιγά- σιγά βρήκα κι άλλες δουλειές και άρχισα να μαζεύω περισσότερα λεφτά. Τα περισσότερα τα στέλνω στο Πακιστάν και κρατάω εδώ όσα χρειάζομαι για φαΐ και νοίκι. Από τα λεφτά που τους στέλνω πίσω, οι δικοί μου κατάφεραν και αγόρασαν ένα σπίτι σαν κι αυτό που πούλησαν για να έρθω εδώ. Κάποια στιγμή με έπιασε η αστυνομία και με έστειλαν στην Αμυγδαλέζα που είχε κρατητήριο για ανηλίκους. Εκεί με κράτησαν δύο μήνες. Όποιος δεν έχει δουλειά, ίσως να είναι και καλύτερα εκεί μέσα. Τουλάχιστον έχει σχολείο, φαΐ, κρεβάτι εκεί. Καλύτερα από έξω μπορεί να είναι. Είχε λίγο κρύο αλλά καλά ήταν. Αν δεν χρειαζόταν να στέλνω λεφτά στο Πακιστάν δε θα με πείραζε να ήμουν μέσα.

Κάποια στιγμή έμεινα χωρίς δουλειά γιατί άρχισαν να κλείνουν τα μαγαζιά. Έχω δουλέψει σε μεταφορές, στη Βαρβάκειο, στη Λαχαναγορά, σε σπίτια, σε μαγαζιά, παντού. Το αφεντικό που έχω τώρα με βοήθησε να βγάλω χαρτιά. Για έξι μήνες. Μετά, βλέπουμε πάλι.

 

*Συνάντησα τον Ρασίντ ένα μεσημέρι Κυριακής στην Αιόλου. Έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από την ημέρα που έφυγε από το Πακιστάν. Από το λαιμό του κρέμεται ένα μικρό κόσμημα που φανερώνει το κοράνι. Του το έδωσε η μάνα του, την ήμερα που έφυγε. Αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση στον Ρασίντ είναι η διάθεση του για ζωή. Ακόμα και όταν περιέγραφε τα πιο δύσκολα, χαμογελούσε και σήκωνε τους ώμους.


Σχόλια

σχόλια

RELATED ARTICLES
ΝΙΟΥΖΛΕΤΕΡ

Back to Top

Read more:
μιλώντας για ελευθερία

μερικές σκέψεις για τον τρόπο που προσεγγίζουμε τον αγώνα του Νίκου Ρωμανού, που βρίσκεται σε απεργία πείνας για 23 μέρες,...

Close