the cricket

Η λέπρα, η τρέλα, η ανεργία και οι κοινωνικές εκκαθαρίσεις


κείμενο: Αγγελική Μπούμπουκα | φωτογραφίες από τη Σπιναλόγκα: Pen Tri

 

«Γύρω απ’ τα τέλη του Μεσαίωνα, η λέπρα εξαφανίζεται από τον δυτικό κόσμο. Στα περιθώρια της ανθρώπινης κοινότητας, κοντά στις πύλες των πόλεων, ξαπλώνονται έρημες πια εκτάσεις που αν κι η αρρώστια έπαψε να τις μαστίζει, τις άφησε στείρες κι ακατοίκητες για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Τούτες οι εκτάσεις των λεπρών, για αιώνες θ’ ανήκουν στο χώρο του απάνθρωπου. Αλλά από τον 14ο μέχρι τον 15ο αιώνα, θα τους λάχει να γνωρίσουν και θα χρειαστεί να ξορκίσουν μια νέα ενσάρκωση του κακού, έναν άλλο μορφασμό του φόβου, αναβιώσεις τελετουργιών εξαγνισμού και διαπόμπευσης».
Μισέλ Φουκώ, «Η Ιστορία της τρέλας», εκδ. Ηριδανός

Έτσι ξεκινά ο Φουκώ, εξερευνώντας την ιστορία της τρέλας: από τα χιλιάδες λεπροκομεία που άδειασαν ξαφνικά όταν η λέπρα εξαλείφθηκε από την Ευρώπη. Η τεράστια ακίνητη περιουσία που συνιστούσαν όλα αυτά τα ιδρύματα δεν πήγε χαμένη. Στην πορεία χρησίμευσε για να στεγαστούν οι άνθρωποι που περίσσευαν κάθε φορά στις τοπικές κοινωνίες, οι άνεργοι, οι φτωχοί, οι περιθωριοποιημένοι, και τελικά οι «τρελοί», εκείνοι που δεν υπάκουαν στους εκάστοτε κανόνες της Λογικής. «Φτωχοί, αλήτες, ξεστρατισμένοι και μυαλά αλαφροϊσκιωτα» θα ντυθούν τον παλιό ρόλο των λεπρών, όπως λέει ο Φουκώ. Ο δυτικός κόσμος θα εφεύρει το μέτρο της «εγκάθειρξης» (interment).

«H εγκάθειρξη, πριν ακόμη αποκτήσει το ιατρικό νόημα της εισαγωγής σε ψυχιατρεία που της δώσαν αργότερα, ή που τουλάχιστον μας αρέσει να της δίνουμε, είχε ελάχιστη σχέση με τη φροντίδα της θεραπείας», σημειώνει ο Φουκώ. Η αναγκαιότητα της εγκάθειρξης είχε χαρακτήρα «αναπόσπαστα ηθικό και οικονομικό», συνδεδεμένο με μια «ορισμένη αντίληψη για την εργασία». Σε εποχές πλήρους απασχόλησης και υψηλών ημερομισθίων, η αντίληψη αυτή μεταφραζόταν σε ένα μηχανισμό διάθεσης φτηνής χειρωνακτικής εργασίας, ενώ σε περιόδους ανεργίας εξυπηρετούσε την απορρόφηση των ανέργων και προστασία της κοινωνίας από ταραχές και ξεσηκωμούς.

Ξαναδιαβάζοντας την «Ιστορία της τρέλας» το καλοκαίρι του 2015 στην Ελλάδα, πολλοί θα ένιωθαν μια παρηγοριά: Φτωχοί, αλήτες, ξεστρατισμένοι και μυαλά αλαφροϊσκιωτα τουλάχιστον δεν είστε μόνοι, και μάλλον δεν είστε και τρελοί.

Σπιναλόγκα
image-4478

 

Η έναρξη της πρακτικής της εγκάθειρξης εντοπίζεται σε ένα βασιλικό διάταγμα της Γαλλίας, στις 27 Απριλίου 1656, για την ίδρυση του «Γενικού Νοσοκομείου». Γράφει ο Φουκώ:

(…)

«Απ’ την αρχή, το ίδρυμα όριζε σαν επιδίωξή του να να καταστείλει «την επαιτεία και την αεργία, σαν πηγές κάθε ανωμαλίας». Στην πραγματικότητα, εδώ βρίσκουμε το τελευταίο απ’ τα μεγάλα μέτρα που είχε λάβει η Αναγέννηση για να πολεμήσει την ανεγία και τη ζητιανιά. Στα 1532, η Βουλή του Παρισιού είχε αποφασίσει να συλλαμβάνονται οι ζητιάνοι και να υποχρεώνονται να δουλέψουν στους υπονόμους της πόλης, δεμένοι ανά δύο μ’ αλυσίδες. Η κρίση οξύνεται γρήγορα και, στις 23 του Μάρτη του 1534, βγαίνει διαταγή να φύγουν απ’ την πόλη «οι φτωχοί κι άποροι μαθητές» και «να μην τραγουδούν πια τροπάρια στους δρόμους, μπρος στα προσκυνητάρια». Οι θρησκευτικοί πόλεμοι πλησιάζουμε τούτο το αμφίβολο πλήθος, όπου μπερδεύονται αγρότες διωγμένοι απ’τη γη τους, στρατιώτες απολυμένοι ή λιποτάκτες, εργάτες άνεργοι, φτωχοί μαθητές κι άρρωστοι.

Όταν ο Ερρίκος ο Δ΄ πολιορκεί το Παρίσι, η πόλη, που έχει τουλάχιστον 100.000 κατοίκους, διαθέτει πάνω από 30.000 ζητιάνους. Στις αρχές του 17ου αιώνα οργανώνεται μια οικονομική επιχείρηση: αποφασίζουν να εξαλείψουν με τη βία όλους τους άνεργους που δεν κατάφεραν να βρουν μια θέση στην κοινωνία· με μιαν απόφασή της, στα τέλη του 1606, η Βουλή αποφασίζει να μαστιγώνονται δημόσια οι ζητιάνοι του Παρισιού, να τους σημαδεύουνε στον ώμο, να τους ξυρίζουν το κεφάλι κι έπειτα να τους διώχνουν απ’ την πόλη· τέλος, για να μην μπορούν να επιστρέψουν, μια νέα διαταγή του 1607 τοποθετεί σώμα στρατιωτών στις πύλες της πόλης, που εμποδίζουν την είσοδο στους ζητιάνους.

Ο Τριαντακονταετής πόλεμος εξαφανίζει τα αποτελέσματα της οικονομικής αναγέννησης· τα προβλήματα της ζητιανιάς και της ανεργίας οξύνονται πάλι· μέχρι τα μισά του αιώνα, η σταθερή αξία των φόρων πιέζει τις βιοτεχνίες και αυξάνει την ανεργία. Τότε ακριβώς έχουμε το ξεσήκωμα στο Παρίσι (1621), στη Λυών (1652), στη Ρουέν (1639). Την ίδια εποχή ο εργατικός κόσμος αποδιοργανώνεται από την εμφάνιση νέων οικονομικών δομών· όσο αναπτύσσονται οι μεγάλες βιοτεχνίες, τόσο οι συντεχνίες χάνουν τη δύναμη και τα δικαιώματά τους. Οι «Γενικοί κανονισμοί» απαγορεύουν κάθε συνέλευση εργατών, κάθε ένωση, κάθε «συνεταιρισμό».

Ωστόσο, σ’αρκετά επαγγέλματα, οι συντεχνίες ξαναϊδρύονται. Τις καταδιώκουν, αλλά φαίνεται ότι οι Βουλές σ’αυτό το σημείο είναι κάπως χλιαρές· στη Νορμανδία, αίφνης, η Βουλή αποφεύγει να δικάσει τους στασιαστές της Ρουέν, δηλώνοντας αναρμοδιότητα. Σίγουρα γι’αυτό το λόγο επεμβαίνει τότε η Εκκλησία και καταδικάζει τους στασιαστές σαν μάγους, παρομοιάζοντας τις κρυφές συγκεντρώσεις τους με τις πρακτικές της μαγείας. Σε μιαν απόφαση της Σορβόννης του 1655, διαβάζουμε ότι όσοι προσχωρούν στις τάξεις των κακών συντεχνιτών, είναι «ιερόσυλοι κι ένοχοι για θανάσιμο αμάρτημα».

Σπιναλόγκα
image-4479

 

Σ’ ετούτη τη βουβή σύγκρουση, όπου η αυστηρότητα της Εκκλησίας εναντιώνεται στην επιείκεια της Βουλής, το Γενικό Νοσοκομείο εμφανίζεται σαν μια κοινοβουλευτική νίκη. Κι οπωσδήποτε είναι μια νίκη, νέου τύπου: είναι η πρώτη φορά που αντί για τα μέτρα αποπομπής, που είναι σαφώς αρνητικά, έχουμε μέτρα εγκλεισμού, με τη μεγάλη εγκάθειρξη· ο άνεργος ούτε τιμωρείται πια, ούτε διώχνεται· τον αναλαμβάνει το κράτος «δημοσία δαπάνη», τον τρέφει και τον στεγάζει, αλλά με αντάλλαγμα την προσωπική του ελευθερία. Ανάμεσα σε αυτόν και στην κοινωνία εγκαθιδρύεται ένα ύποπτο σύστημα υποχρεώσεων: έχει δικαίωμα να τρέφεται, αλλά πρέπει να δεχτεί το σωματικό και ηθικό καταναγκασμό της εγκάθειρξης.

DSC_0246β
image-4480

 

Το διάταγμα του 1656 έχει στόχο όλην ετούτη την λίγο συγκεχυμένη μάζα: τον πληθυσμό χωρίς έσοδα, χωρίς κοινωνικούς δεσμούς, την τάξη που βρέθηκε άκληρη ή έστω πρόσκαιρα μετακινητή εξαιτίας της νέας οικονομικής ανάπτυξης.

Το διάταγμα αυτό, μόλις δεκαπέντε μέρες μετά την υπογραφή του, διαβάστηκε και διακηρύχτηκε στους δρόμους. Παράγραφος 9: «Απαγορεύουμε αυστηρά σε όλα τα πρόσωπα όλων των φύλων και ηλικιών, όποια κι αν είναι η καταγωγή και η ιδιότητά τους και σ’όποια κατάσταση κι αν βρίσκονται, υγιή ή ανάπηρα, ασθενή ή αναρρωνύοντα, ιάσιμα ή ανίατα, να ζητιανεύουν στην πόλη και στα περίχωρα του Παρισιού, στις εκκλησίες ή στις πόρτες των εκκλησιών, στις πόρτες των σπιτιών ή στους δρόμους ή σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο, κρυφά ή φανερά, μέρα ή νύχτα…, με ποινή μαστιγώματος για όποιον συλλαμβάνεται για πρώτη φορά, και κάτεργου για τη δεύτερη».

Την επόμενη Κυριακή – στις 13 Μάη του 1657- στην εκκλησία Saint – Luis de la Pitie ψάλουν μια επίσημη δέηση στο Άγιο Πνεύμα· και τη Δευτέρα το πρωί, το αστυνομικό τμήμα που θα γινόταν στη μυθολογία του λαϊκού φόβου «οι τοξότες του Νοσοκομείου», βγαίνει στο κυνηγητό των ζητιάνων και τους στέλνει στα διάφορα κτίρια του Νοσοκομείου. Τέσσερα χρόνια αργότερα η Salpetriere, θα στεγάζει 1460 γυναικόπαιδα· η Pitie 98 αγόρια, 897 κορίτσια από 7 έως 17 χρονών και 95 γυναίκες· η Bicetre 1615 ενήλικους άντρες· η Savonnerie 305 αγόρια, από 8 έως 13 χρονών· τέλος στο Scipion έβαλαν τις έγγυες, τα βρέφη και τα νήπια, σύνολο 530. Στην αρχή οι έγγαμοι δεν γίνονταν δεκτοί, ακόμη κι αν ήσουν ολότελα άποροι· η διοίκηση ήταν υποχρεωμένη να τους θρέφει κατ’οίκον· γρήγορα όμως, χάρη σε μια δωρεά του Μαζαρίνου, μπορούν να τους στεγάσουν στην Salpetriere. Συνολικά έχουμε τότε 5 έως 6 χιλιάδες άτομα.

DSC_0274
image-4481

 

Σ’ ολόκληρη την Ευρώπη η εγκάθειρξη έχει το ίδιο νόημα, τουλάχιστον στην αρχή. Αποτελεί μιαν από τις απαντήσεις που έδωσε ο 17ος αιώνας στην οικονομική κρίση που προβάλλει τότε σ’ ολόκληρο τον δυτικό κόσμο: πτώση των μισθών, ανεργία, εξαφάνιση ρευστού χρήματος, όλο αυτό το σύνολο των γεγονότων πιθανόν να οφείλεται σε μια κρίση της ισπανικής οικονομίας.

Ακόμη κι η Αγγλία, που εξαρτάται λιγότερο από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες απ’ το σύστημα, πρέπει να επιλύσει παρόμοια προβλήματα. Παρόλα τα μέτρα που πάρθηκαν για ν’αποφύγουν την ανεργία και την πτώση των μισθών, η φτώχεια ολοένα και μεγαλώνει στη χώρα. Το 1622 εμφανίζεται το φυλλάδιο Grevious groan for the Poor, που αποδίδουν στον Dekker, και που υπογραμμίζει τον κίνδυνο και καταγγέλλει τη γενική αδιαφορία: «Μόλο που ο αριθμός των φτωχών αυξάνει καθημερινά, τα πάντα γυρίζουν στο χειρότερο και τίποτε δεν συντρέχει στην ανακούφισή τους…, πολλές ενορίες σπρώχνουν τους φτωχούς κι άνεργους αλλά υγιείς ενορίτες τους στη ζητιανιά, στο σούφρωμα και στην κλεψιά για να ζήσουν, και το κακό αυτό μολύνει ολόκληρη τη χώρα». Ο φόβος είναι μην την πνίξει· κι αφού δεν γίνεται να περάσουν από τη μια χώρα στην άλλη, όπως συμβαίνει στην ηπειρωτική Ευρώπη, προτείνεται μια άλλη λύση, «να τους εξορίσουν και να τους μεταφέρουν στις ανατολικές Ινδίες».

Το 1630, ο βασιλιάς ιδρύει μιαν επιτροπή που οφείλει να επιβλέπει την αυστηρή εφαρμογή των νόμων για τους φτωχούς. Την ίδια χρονιά δημοσιεύει μια σειρά από «κανόνες και οδηγίες»· συνιστάται ιδιαίτερα η καταδίωξη των αγυρτών και ζητιάνων, καθώς κι όλων εκείνων που «ζούνε άεργοι κι αρνούνται να δουλέψουν για λογικά μεροκάματα, ή σπαταλάνε ό,τι έχουν στις ταβέρνες». Θα πρέπει να τιμωρούνται σύμφωνα με τους νόμους και να κλείνονται σ’ αναμορφωτήρια· όσο για κείνους που έχουν γυναίκα και παιδιά, θα πρέπει να αποδείξουν ότι είναι παντρεμένοι, και τα παιδιά τους βαφτισμένα, «γιατί τέτοιοι άνθρωποι ζουν σαν πρωτόγονοι, δίχως να παντρεύονται, να βαφτίζονται ή να κηδεύονται· κι οι τέτοιες ξεδιάντροπες ελευθερίες οδηγούν κόσμο και κόσμο ν’αρέσκεται στην αλητεία». Η οικονομική ανόρθωση της Αγγλίας στα μισά του αιώνα, δεν καταφέρνει να λύσει το πρόβλημα μέχρι την εποχή του Κρόμβελ, αφού και τότε ακόμη ο Λόρδος Δήμαρχος παραπονιέται ότι «αυτό το σκυλολόι λυμαίνεται την πόλη, ταράζει τη δημόσια τάξη, πολιορκεί τ’ αμάξια και τα σταματά, ζητάει με δυνατές κραυγές ελεημοσύνη στις πόρτες των εκκλησιών και στα σπίτια».

DSC_0254
image-4482

Για μεγάλο διάστημα τα αναμορφωτήρια και οι χώροι του Γενικού Νοσοκομείου θα χρησιμέψουν για μαντρί των άνεργων, των άεργων, των ζητιάνων. Κάθε φορά που δημιουργείται μια κρίση κι ο αριθμός των φτωχών υψώνεται κατακόρυφα, τα ιδρύματα εγκάθειρξης ξαναπαίρνουν, έστω παροδικά, την πρώτη οικονομική τους σημασία. Στα μισά του 18ου αιώνα, η κρίση πάλι φουντώνει: 12000 άποροι εργάτες στη Ρουέν, άλλοι τόσοι στην Τουρ· στη Λυών κλείνουν οι βιοτεχνίες. Ο κόμης του Argenson «που ορίζει την επικράτεια του Παρισιού και την έφιππης χωροφυλακής», διατάζει να συλλαμβάνονται όλοι άποροι του βασιλείου· η έφιππη χωροφυλακή δρα στην επαρχία για να το πετύχει, ενώ και στο Παρίσι συμβαίνει το ίδιο πράγμα κι έτσι «είναι βέβαιο ότι κανείς δεν θα ξεφύγει, αφού θα παγιδευτούν απ’ όλες τις μεριές».

Στις περιόδους όμως που δεν υπάρχει κρίση οικονομική, η εγκάθειρξη αποκτά άλλο νόημα. Η καταπιεστική λειτουργία της αποκτά τότε μιαν άλλη χρησιμότητα. Εδώ το πρόβλημα πια δεν είναι να κλειστούν οι άνεργοι, αλλά να βάλουμε τους ακαμάτες να δουλέψουν, κι έτσι να υπηρετήσουν τη γενική ευημερία. Η εναλλακτική λύση είναι προφανής: σ’ εποχές πλήρους απασχόλησης και υψηλών ημερομισθίων, διάθεση φτηνής χειρωνακτικής εργασίας· και σε περιόδους ανεργίας, απορρόφηση των ανέργων και προστασία της κοινωνίας από ταραχές και ξεσηκωμούς. Ας μην λησμονάμε ότι οι πρώτοι οίκοι εγκάθειρξης εμφανίστηκαν στην Αγγλία, στις πιο βιομηχανοποιημένες περιοχές της χώρας: Worcester, Norwich, Bristol· κι ακόμη ότι το πρώτο «Γενικό Νοσοκομείο» είχε ανοίξει στη Λυών, σαράντα χρόνια πριν από το αντίστοιχό του στο Παρίσι· κι ότι πρώτη απ’ όλες τις γερμανικές πόλεις που απόκτησε το Zuchthaus της, το 1620, ήταν το Αμβούργο.

Ο κανονισμός του, που δημοσιεύτηκε το 1622, είναι σαφέστατος. Οι εγκάθειρκτοι οφείλουν ανεξαίρετα να δουλεύουν. Η αξία του έργου τους υπολογίζεται με ακρίβεια, και τους δίνουν γι’ αμοιβή το ένα τέταρτο. Γιατί η δουλειά δεν πρέπει νά’ ναι μόνο μια αποσχόληση, πρέπει νά’ναι και παραγωγική. Οι οκτώ διευθυντές του οίκου καθιερώνουν ένα γενικό πλάνο. Ο Werkmeister αναθέτει στον καθένα μια ιδιαίτερη δουλειά και, στο τέλος της εβδομάδας, εξακριβώνει αν έχει γίνει καλά. Αυτός ο κανόνας εργασίας θα πρέπει να ίσχυε ακόμα μέχρι του τέλος του 18ου αιώνα αφού ο Howard, στην επίσκεψή του, διαπιστώνει ότι ακόμα «κλώθουν, πλέκουν κάλτσες, υφαίνουν μάλλινα και λινά, φτιάχνουν βαφές, τρίβουν ξύλο και κέρατο ελαφιού για να φτιάξουν χρώματα. Η δουλειά ενός εύρωστου άντρα που τρίβει το ξύλο, πληρώνεται με 45 λίρες την ημέρα. Μερικοί άντρες, μερικά άλογα, ασχολούνται με μια νεροτριβή. ‘Ενας σιδερά δουλεύει ασταμάτητα». Κάθε οίκος εγκάθειρξης στη Γερμανία έχει τη δικιά του ειδικότητα: γνέθουν κυρίως στη Βρέμη, στο Μόναχο, στο Αννόβερο, στο Βερολίνο, στο Μπρούνσβικ. Οι άντρες τρίβουν βαφές στη Βρέμη και στο Αμβούργο. Στη Νυρεμβέργη γυαλίζουν οτπικά κρύσταλλα. Στη Μαγεντία η κυριότερη δουλειά είναι το άλεσμα του σταριού.
(…)

DSC_0199
image-4483

 

Η αναγκαιότητα της εγκάθειρξης, αναγκαιότητα με χαρακτήρα αναπόσπαστα ηθικό και οικονομικό, διαμορφώθηκε σύμφωνα με μιαν ορισμένη αντίληψη για την εργασία. Στην εποχή της Λογικής, εργατικότητα και αεργία χαράξανε ανάμεσά τους μια διαχωριστική γραμμή, που ήρθε ν’ αντικαταστήσει την παλιά εκείνη της λέπρας. Το σύστημα εγκάθειρξης γρήγορα πήρε τη θέση του λεπροκομείου μες στο γεωγραφικό χάρτη των ξορκισμένων τόπων, καθώς και στα τοπία του κόσμου της ηθικής. Τα παλιά λατρευτικά έθιμα της αποδιοπομπής ξαναγεννήθηκαν μα, τη φορά αυτή, στον κόσμο της παραγωγής και του εμπορίου. Κι ακριβώς εδώ, στο χώρο αυτό της καταραμένης αεργίας, χώρο επινόηση μιας κοινωνίας που τον νόμο της εργασίας τον αντιμετώπισε σαν μια ηθική διάσταση, θα εμφανιστεί η τρέλα, και θα εγκατασταθεί. Θα έρθει μια μέρα που θα μπορέσει να οικειοποιηθεί όλα τ’ άγονα λημέρια της αεργίας, που θα περάσουν σ’ αυτήν σάμπως μέσ’ από κάποια πολύ παλιά και σκοτεινή κληρονομιά. Ο 19ος αιώνας θα δεχτεί, και μάλιστα θ’ απαιτήσει, να μεταβιβαστούν αποκλειστικά στους τρελούς οι ίδιοι χώροι όπου πριν από ενατόν πενήντα χρόνια, θέλησαν να μαντρώσουν τους εξαθλιωμένους, τους απόκληρους, τους άνεργους.
(…)

DSC_0311
image-4484

 

Η εγκάθειρξη είναι ένας θεσμός του 17ου αιώνα. Απαρχής κατάφερε τόσο πολύ ν’ απλωθεί, που να μην έχει πια τίποτε το κοινό με το είδος φυλάκισης που εφαρμόζουν στο Μεσαίωνα. Σαν μέτρο κοινωνικής αντίληψης και οικονομικής πολιτικής, διαθέτει μιαν ορισμένη αξία πρωτοτυπίας, Αλλά, για την ιστορία της τρέλας, αποτελεί έναν σταθμό αποφασιστικό: είναι η στιγμή που η τρέλα κάνει την εμφάνισή της στον κοινωνικό ορίζοντα της φτώχειας, της ανικανότητας για εργασία, της απροσαρμοστικότητας· είναι η στιγμή που αρχίζει να εσωματώνεται στα προβλήματα της πολιτείας. Οι νέες σημασίες που δίνουν στη φτώχεια, η έμφαση στην επιταγή της εργασίας, και σ’ όλες τις συναφείς ηθικές αξίες, επισημαίνουν από μακριά τι λογής χαρακτήρα θ’ αποκτήσει τώρα η εμπειρία της τρέλας, και ποιο νόημα.

Μια ευαισθησία γεννήθηκε, χάραξε μια γραμμή, όρθωσε ένα κατώφλι κι έκαμε την εκλογή της – να εξορίζει. Η κλασική κοινωνία κρατά μια περιοχή ουδέτερη, μια σελίδα λευκή όπου η αληθινή ζωή της πολιτείας ξάφνου αναστέλλεται: εδώ η τάξη δεν συγκρούεται με το χάος, η λογική δεν προσπαθεί πια ν’ ανοίξει μοναχή της το δρόμο, παραμερίζοντας όσα θέλει η η ίδια ν’ αποφύγει ή όσα την αρνούνται. Εδώ η λογική βασιλεύει σ’ όλη της τη δόξα, στην πιο καθαρή μορφή της, αλλά η νίκη της ενάντια στο ξέσπασμα του παραλογισμού είναι μια νίκη στημένη από τα πριν. Κι έτσι θα ξεριζώσουν την τρέλα από τα χωράφια της φανταστικής ελευθερίας που τη γονίμευε, όσο κρατούσε ακόμα η Αναγέννηση. Δεν είναι μακριά η εποχή που αντιστέκονταν, με τον Βασιλιά Ληρ και τον Δοκ Κιχώτη, μέρα μεσημέρι. Αλλά σε λιγότερο από μισόν αιώνα βρέθηκε αποκλεισμένη κι αλυσοδεμένη μες στο φρούριο της εγκάθειρξης, κομμάτι αναπόσπαστο της Λογικής και των κανόνων της ηθικής, χαμένη στα μονότονα σκοτάδια τους.

(…)

DSC_0204
image-4485


Σχόλια

σχόλια

RELATED ARTICLES
ΝΙΟΥΖΛΕΤΕΡ

Back to Top

Read more:
«Στη φωτογραφία ενός ανθρώπου που μόλις βγαίνει από μία βάρκα στο Αιγαίο, εγώ βλέπω ένα παράδειγμα ανθεκτικότητας»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: Ο Νίκος Γκιωνάκης, ψυχολόγος του Κέντρου Ημέρας "Βαβέλ", για μετανάστες και πρόσφυγες, μας βοηθάει να ξανασκεφτούμε τον πόνο της...

Close