1

love letter to princess nokia

 

Τα ερωτικά γράμματα έχουν -ίσως- συγκεκριμένες τεχνικές, ξεκινούν με στερεοτυπικές απευθύνσεις, ξεμπροστιάζουν συναισθήματα που καμιά φορά δεν είναι και τίποτα σοβαρό, με την έννοια ότι πρόκειται για ανασφάλειες οι οποίες περιτριγυρίζουν ένα μεγάλο εγώ το οποίο με τη σειρά του έχει επενδύσει βασανιστικά πολύ στην αποδοχή του ή ακόμη και σε μια γενναία απόρριψή του. Τα ερωτικά γράμματα είναι μάλλον μία από τις ανεξάντλητες συνταγές που σκαρφιζόμαστε για να μείνουμε στην ιστορία ως άνθρωποι που φάγαμε τα μούτρα μας και έχουμε το κουράγιο να μιλήσουμε γι’ αυτό: με τρόπο, ευρύτερα, ποιητικό.

«Αγαπημένη Princess»,

Ήταν να έρθεις για συναυλία στην χώρα μας γύρω στον Ιούνιο. Ήμουν από τους πρώτους που τσακίστηκε να πάρει εισιτήριο και να έρθει μαζί με τη δοσμένη και την επιλεγμένη οικογένεια του να σε συναντήσει και να σε αποθεώσει. Δεν ήρθες. Μας είπες ότι για λόγους υπερκόπωσης δεν κατέστη εφικτή η εμφάνισή σου. Σε διάφορα πηγαδάκια όμως που συχνάζουμε, μάθαμε ότι δεν τα βρήκες στα ντήλια. Δεν πρόκειται εδώ να ανοίξω μια ανώφελη συζήτηση γύρω από τις κανονικότητες της μουσικής βιομηχανίας, από τον υψηλό βαθμό ενσωμάτωσης της DIY κουλτούρας και από την έκθεση των indie παραγωγών στην καπιταλιστική μέγγενη της οριοθέτησης και της συσσώρευσης.

Θα είναι σα να προδίδω τον έρωτα μου. Δεν θα το κάνω.

Επιλέγω την επιθυμία μου για τις ρίμες σου, για την εικόνα και την μη-εικόνα σου, επιλέγω το άκουσμα της λούπας σου, επιλέγω τις αναφορές σου στη γειτονιά σου γιατί τα παιδικά μας χρόνια είναι ως γνωστόν η μόνη μας πατρίδα, θέλω αν κάποια στιγμή τα φέρει έτσι η ζωή να παίξουμε ένα μπασκετάκι που τόσο φαίνεται ότι σου αρέσει, επιλέγω συνειδητά να στηρίζω τον φεμινισμό σου και την ανοιχτότητα σου στην queer κοινότητα που σε μεγάλωσε σε δύσκολες στιγμές της ζωής σου, στηρίζω την αγάπη σου στην «ιθαγενή» καταγωγή σου γιατί σαν μητροπολιτάνα που ακόμη αισθάνεται τον ήλιο μέσα από τα παράθυρα κάποιου καταθλιπτικού project, διαισθάνεσαι την ιστορική ζωή μέσα από την αντίδρασή κατά της αποικιοκρατίας και της πατριαρχίας. Yπομένω, τέλος, τις διάφορες κατηγορίες εναντίον του εξαίσιου και μαγικού προσώπου σου -χαμογελαστού ή σκυθρωπού πρόκειται για μια αδιαχώριστη και αξεπέραστη ομορφιά- για το ότι διαφημίζεις ρούχα διάσημων οίκων οι οποίοι βάζουν το χεράκι τους στην παγκόσμια φτώχεια και τα παγκόσμια δεινά.

Αν και οι βαθιές πεποιθήσεις μου δεν εκδίδουν συχνά συγχωροχάρτι, (κράτα το αυτό princess, είναι πολύ σημαντικό για τη συνέχεια της σχέσης μας) μπροστά στον έρωτα σου λυγίζω, εκπίπτω που λέμε. Ιδιαίτερα όταν με κάνεις και γελάω: Power to the people, and power to my paycheque”.

Σε επιλέγω λοιπόν.

Γι’ αυτό δεν σταμάτησα στο φιάσκο της συναυλίας στα ευλογημένα εδάφη μας. Έκανα πολλά χιλιόμετρα, έριξα άγκυρες στην Βαρκελώνη, σε είδα από κοντά. Σε είδα να αστράφτεις λίγο πριν μπεις στην σκηνή, όταν πίσω από την Dj σου τσέκαρες το πλήθος, με το υπερχαριτωμένο τρακ σου. Σε είδα. Είδα το χαμόγελο και το φιλί που έστειλες. Δεν θα επιχειρηματολογήσω για το γεγονός ότι η νοητή γραμμή του χεριού σου τελείωνε ακριβώς πάνω στο λαιμό μου. Δεν θα γίνω γραφικός. Θα αφήσω να τα πεις εσύ.

Και έτσι έγινε. Βγήκες και τα είπες. Ήσουν συγκλονιστική, με το Tomboy έδωσες το στίγμα σου, με το Kitana παρέλυσα για τα καλά, με την σημαία του Πουέρτο Ρίκο να δείχνει η πιο όμορφη σημαία, το πιο ωραίο λάβαρο κατά των εθνικισμών, με το Green Line γύρισα τις γωνιές της πόλης σου με το τραίνο όχι για 2,50 δολάρια όπως εσύ (αλλά τσάμπα, γιατί εδώ princess εμείς έχουμε θέματα με τα ΜΜΜ και ακόμα καταφέρουμε να γλιτώνουμε από το κωλοκράτος και τους φασίστες ελεγκτές του – να έρθεις εδώ να κάνουμε φρι βόλτες αγια μαρίνα, ελληνικό, αιγάλεω και όταν είναι να φύγεις towards Eλ. Βεζ). Έπαιξες και το dragons από τα παλιά σου. Ναι, εξαιρετικά. “We can have tea and talk about things that are exciting”.

Χάζεψα. Ήσουν γλυκιά, αναιμική, τρυφερή, σίγουρη και ασταθής ταυτόχρονα. Τραγουδούσες όποτε ήθελες, έπαιζε από πίσω η Dj σου. Βαρέθηκες σε κάποια φάση, έβγαζες φωτό, σε είδα που κεντράρισες πάνω μου, σ’ ευχαριστώ αλλά δεν γράφω τόσο στον φακό. Σα να ήθελες μερικές φορές να πας σπίτι, να πιεις ένα τσιγάρο και να ακούσεις μουσική ή να δεις τηλεόραση. Σα να μην πέρναγες καλά. Και αυτό είναι που ερωτεύομαι. Ό,τι θέλεις να περνάς καλά και δεν σε απασχολεί αν είσαι πάνω στην σκηνή, κάτω από την σκηνή, αν σε επευφημούν ή σε γιουχάρουν. Όλα είναι διαμεσολαβήσεις για την «old soul» σου όπως λες. Θέλεις να περνάς καλά, και γω το ίδιο.

Και το καταφέρνουμε μαζί. Και σε σέβομαι. Σεβάστηκα όταν έπεσες πάνω μας και σε μετέφερα με το ελαφρύ, φοβισμένο άγγιγμα μου, εκεί κάπου στη μέση σου. Την ίδια στιγμή ήμουν alert μην τυχόν κάποιο σεξιστικό λευκό γουρούνι σε προσβάλλει, χουφτώνοντάς σε: μα τι λέω, παραλογίζομαι σίγουρα. Είχες ήδη μπουκετώσει κάποιον παλιά γι’ αυτόν τον λόγο. Τι δουλειά έχω εγώ να αγχώνομαι για την γοητευτική σου αυτονομία, για τη μαγική σου αυτοδιάθεση; Kαμία. Καμία απολύτως. Να με συγχωρείς λοιπόν. Σε θαυμάζω.

«Αγαπητή Princess»,

Ήμουν και είμαι ερωτευμένος μαζί σου από την στιγμή που σε γνώρισα. Και αυτό είναι ό,τι πιο όμορφο μπορεί να συμβεί σ’ έναν άνθρωπο. Όμως θα πρέπει να σου εκμυστηρευτώ -και φαντάζομαι πως θα το επεξεργαστείς όπως αξίζει στην σχέση μας- ότι ένας έρωτας ξεφτίζει στη θέα κάποιου άλλου έρωτα, πιο δυνατού. Δεν είναι ακριβώς ζήτημα ισχύος, είναι θέμα χρόνου. Κι ο χρόνος μας φαίνεται να τελειώνει princess. Μεταμορφώνεται. Με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Με μαγεία: τα κύτταρα σου από την μυστήρια και εξωτική καραϊβική έχουν τη διαύγεια να καταλάβουν.

Όταν με αποχαιρέτισες με το τελευταίο τραγούδι και γύρισες πίσω στα παρασκήνια, η ανάγκη μου να σε δω και να σου μιλήσω είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα. Δεν το περίμενα, ξαφνιάστηκα. Συνειδητοποίησα όμως. Βουτάω τη γλώσσα στο μυαλό μου πριν στα πω όλα αυτά, word.

Παρόλο που έφαγα τη γη να σ’ αναζητάω, ένιωσα πως το κορίτσι που ταξίδεψε μαζί μου για να σε δω από κοντά, είχε μια φλογερή ποιότητα, μια ακαταμάχητη όρεξη για ταξίδια και ζωή: νιώθω ότι πρέπει να υποκλιθώ και να δώσω βάση στις δικές της ρίμες, πλέον.

Για να καταλάβεις το συναίσθημα, είναι όπως σε κάποιες ταινίες, που ο τυφλωμένος από έρωτα κυνηγάει το αντικείμενο του πόθου του με κάθε τίμημα, χωρίς να βλέπει ότι δίπλα του ακριβώς υπάρχει ένας έρωτας ανώτερος, αν μου επιτρέπεις μια τέτοια έκφραση.

Αγαπητή Princess, σ’ ευχαριστώ για όλα. Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνεις. Όπως εσύ αισθάνεσαι μεγάλη την ευθύνη απέναντι στην blackness” σου, έτσι και γω, αφού τα ‘χω λυμένα όλα, λόγω του λευκού προνομίου μου και λοιπά, έχω ευθύνη απέναντι στην ερωτική μου επιθυμία.

Lotta Love.

https://www.youtube.com/watch?v=x_fUaY5dSGA

 

 

 

 

 

 

 

 




Θέλω να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους

 

480full-ralph-steadman

Ralph Steadman

 

(εισαγωγικό)

Απέναντι σ’ ένα σπίτι που έμενα παλιά, χαμηλά στη σόλωνος, στο πάρτι μιας κοινής φίλης που θα έπρεπε να την έχουν όλοι φίλη, σ’ ένα μπαρ που ήταν ποτισμένο με τσιγάρα από τους τοίχους ως τα ποτήρια και από τα ρούχα ως τα δόντια και τις συλλαβές, εκεί κάπου, χωρίς να βλέπω πολύ καλά από την κούραση, είχα μια μικρή κουβέντα.

«Θα φύγω για τη Μαδαγασκάρη», μου λέει.

«Πάλι θα φύγεις, και τι θα κάνεις τώρα;» απαντάω.

Αφού μου δίνονται οι απαραίτητες εξηγήσεις, πληροφορίες και εικόνες, προκύπτει ότι είμαι ο μόνος που δεν έχει ρωτήσει «για πόσο καιρό;».

«Ωραία, για πόσο καιρό;»

«Εντάξει, δεν θα κάτσω για πάντα. Έχω καταλήξει νομίζω. Θέλω να γεράσω εδώ, να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους».

Κάπως έτσι γεννήθηκε το παρακάτω.

Άρχισα να φεύγω σιγά σιγά, πρώτα κοντά, λίγο, να απλώνεις χεράκι να φτάνεις. Για τα μακρινά έφυγα από περιέργεια. Εφηβικά σχεδόν, να δοκιμάσω τα όρια.

Εκεί που πήγα δεν ήταν όμορφα, δεν είχε πάρκα, σιντριβάνια, ποδηλατόδρομους και κοινωνικό κράτος, θέατρα, σινεμάδες, τέχνη γενικώς. Δεν είχε καφετέριες και μπαρ, κοκτέιλ και ναρκωτικά, μουσική που να ξέρω, μια γλώσσα που να αγγίζω, πολιτική που να την καταλαβαίνω, αναφορές να γελάω, φίλους να εκτιμώ και γωνιές να αναγνωρίζω.

Είχε ζέστη, σκουπίδια, θάλασσα, πηχτό αέρα, μάτια, χέρια, αλάτι, βρωμιά, θόρυβο, κομπίνα , ελιγμό, εξατμίσεις // και φρούτα. Είχε καταπίεση και πόνο στην ιστορία και τη στιγμή, υλική υπόσταση σε όλα, συνάντηση και αναμέτρηση, είχε έκπληξη – για μένα – είχε ομορφιά, είχε ανθρώπους που με κοιτούσαν και απενοχοποίησαν το δικό μου βλέμμα. Εκεί που πήγα ήταν όμορφα. Κι εγώ εθίστηκα.

Εδώ έχει τη γλώσσα μου να με σηκώνει, να με τυλίγει, να με νανουρίζει, να μου λέει γλυκόλογα και να με πνίγει, έχει κλισέ να με ζορίσουν και να με σώσουν και ματιές να ακουμπήσω. Η πολύτιμη καταγωγή μου. Αυτά τα χρώματα που αναγνωρίζω, αυτά τα λόγια που αποκωδικοποιώ και μέσα σ’ αυτά ο τρόμος, η ανελευθερία, η καταπίεση κι ο φασισμός που μου ζητάει να παίρνω θέση – κάθε στιγμή – κι εγώ παίρνω θέση και η θέση μου είναι σωστή, αλλά ξέρεις κάτι; Δε θέλω πάντα. Θέλω να καταλαβαίνω λιγότερα. Εθίστηκα στο συναίσθημα να κοιτάς χωρίς να μπορείς να αποκωδικοποιήσεις.

Φεύγω για να μπορέσω να γυρίσω.

Να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους.

 

Η Ελίζα Παναγιωτάτου είναι συγγραφέας του βιβλίου «Αυτά έγιναν χτες», από τις εκδόσεις «κουκούτσι». 

 

(εισαγωγικό: Χρήστος Σύλλας)




επτά κουβέντες για τα σύνορα

borderspic

σκόρπιες κουβέντες μέσα από σύνορα […]

*******

[ O Χαν που έρχεται να καθαρίσει τα τζάμια κάθε τρίτη, τώρα τελευταία έρχεται και την κυριακή γιατί θέλει να μαζέψει κανα φράγκο, σου λέει αυτοί κατεβαίνουν μιλιούνια, κάτσε μπας και τσιμπήσω κάτι τώρα που τους βλέπω χαμογελαστούς. Το Κεφάλαιο με χαμόγελο. Με τα λουλούδια ο «ω τον φίλο μου!», προσπαθεί να πουλήσει κανα τριαντάφυλλο και εγκαινιάζει μια νέα εποχή «των παιδιών των λουλουδιών» χωρίς γουντστοκ και ναρκωτικά, μα με υγρασία, κρύο και φάτσες μικροαστικής κούρασης και μητροπολιτικής κατάθλιψης, ιστορικά προϊόντα του Κεφαλαίου με χαμόγελο. Αυτά συμβαίνουν, με χαμόγελο, σε όσους πέρασαν κάποτε κάποια σύνορα. Αν όμως αναποδογυρίσουμε τη γυάλα του αιγαίου, η κατάσταση είναι διαφορετική, δεν έχει χαμόγελα.]

*******

[ O Ντουρούτι αν και μιλάει μέσα από σύνορα, τα τρυπάει κάθε ώρα και λεπτό με τα λόγια του, τις μάχες του. Οι εργάτες έχουν περάσει δύσκολα, θα βρουν τον τρόπο να ζήσουν για λίγο, για όσο χρειαστεί, ξέρουν, έχουν χτίσει παλάτια και πόλεις. Οι εργάτες και τα σύνορα. Η ταξική συνείδηση κάποτε είχε αστράψει. ]

“We know what we want. To us it means nothing that there is a Soviet Union somewhere in the world, for the sake of whose peace and tranquillity the workers of Germany and China were sacrificed to fascist barbarians by Stalin. We want revolution here in Spain, right now, not maybe after the next European war.
“We are giving Hitler and Mussolini far more worry with our revolution than the whole Red Army of Russia. We are setting an example to the German and Italian working class how to deal with fascism.”
But, interjected van Passen, even if you win “You will be sitting on a pile of ruins.” Durruti answered “We have always lived in slums and holes in the wall. We will know how to accommodate ourselves for a while. For, you must not forget, we also know how to build. It is we the workers who built these palaces and cities, here in Spain and in America, and everywhere”

*******

[ Με τον Ν. τρέχαμε κάποτε τη μαυρομιχάλη από την αλεξάνδρας προς τα κάτω, μέχρι την πλατεία στα εξάρχεια. Αστυνομικός αθλητισμός. Ο Ν. μετά από χρόνια πήγε στη μυτιλήνη. Ευρωπαϊκός αθλητισμός στα σύνορα. Φονικός. Τον εμπιστεύομαι τον Ν. Μου έλεγε ότι στη μυτιλήνη χτίζεται η ασφάλεια του κάθε ευρωπαίου, με τη μπίζνα των ΜΚΟ και του κράτους να συνεργάζονται σε ρυθμούς αποικιοκρατικού σουίνγκ. «Ξέρεις πόσοι περάσανε; Κανείς δεν ακούμπησε ρε το θέμα, σχεδόν κανείς». Γιατί αυτό το θέμα δεν το ακουμπάς, χώνεσαι ολόκληρος και βοηθάς με τα ξερά σου, δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Το ξέρουν καλά οι αυτοοργανωμένες δομές, οι συλλογικότητες και εκείνος ο ψηλός ή ο άλλος ο κοντός που το βλέμμα τους σα να άλλαξε από τότε που γύρισαν από τη μυτιλήνη, την ειδομένη. ]

*******

[ «Βρίσκομαι στην Αλεξάνδρεια το 1942 και μαζί με φίλους βγάζουμε το αντιφασιστικό περιοδικό ‘Έλλην’. Η κατάσταση των πολεμικών μετώπων είναι πολύ δύσκολη και αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε με κάποιον τρόπο να φτάσουμε στον Ευφράτη, να περάσουμε στον Καύκασο και τη Σοβιετική Ένωση και να γλιτώσουμε από τα χέρια των χιτλερικών. Φτάσαμε στην Παλαιστίνη χωρίς χαρτιά, χωρίς τίποτε. Η μόνη ταυτότητα που είχα ήταν μια κάρτα διαρκείας του τραμ με μια φωτογραφία μικρή απάνω. Μ’ αυτό το χαρτί πέρασα τα σύνορα. Εκεί, λοιπόν, στην Παλαιστίνη, δεν μπορούσαμε να εμφανιστούμε σε κανένα ξενοδοχείο επίσημο, από αυτά που ζητάνε διαβατήρια. Κάναμε επαφή με αριστερούς Εβραίους, οι οποίοι μας έστειλαν σε μια πανσιόν όπου η κυρία που την διηύθυνε ήταν τόσο αριστοκράτισσα, ώστε νόμιζε πως ήταν ντροπή να ζητάς ταυτότητα, ότι έπρεπε να πιστεύεις τον κάθε άνθρωπο». Στρατής Τσίρκας: Η Λέσχη, 1961 ]

*******

[ «Οι μετανάστες περνούν τη ζωή τους περνώντας σύνορα. Κατά τη διάρκεια αυτού του μόνιμου περάσματος των συνόρων, βρίσκονται σ’ έναν νέο κόσμο: στο εξής δυο πόλοι εξουσίας θα διαφεντεύουν τις ζωές τους. Ο ένας είναι ο κόσμος της ‘νόμιμης’ εκμετάλλευσης, οι μπάτσοι, οι τοπικές κοινωνίες και τ’ αφεντικά τους, τα κέντρα κράτησης και οι φυλακές. Ο δεύτερος είναι ο κόσμος του παράνομου κεφαλαίου, οι παράνομοι μηχανισμοί διακίνησης που τρέφονται ακριβώς από τον παράνομο χαρακτήρα των ροών εμπορευμάτων και εργασίας, αδιαφορώντας φυσικά για το αν το παράνομο φορτίο τους είναι άνθρωποι, πρέζα ή λαθραία τσιγάρα».

Σχεδόν Αόρατοι: Η παρανομοποίηση της εργασίας ως κρατική στρατηγική για τη μετανάστευση, Δεκέμβριος 2013, δεύτερη έκδοση. Antifa Scripta. ]

*******

[ Η Ελένη έλεγε ότι δεν αντέχεται η καταγραφή με τα νούμερα των νεκρών στο αιγαίο, γιατί άλλα νούμερα λένε οι μεν και άλλα οι δε και πρέπει να χουμε το νου μας να μην μας κρύβουν τους νεκρούς και μετά πάλι τι νόημα έχει όλο αυτό – έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που είχαν ονόματα και ιστορία. Δυσκολεύεται η Ελένη αλλά την καταλαβαίνω. ]

*******

[ Το βράδυ της 24ης Σεπτεμβρίου 2015 εκατοντάδες μετανάστες, κυρίως από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, περιμένουν στο λιμάνι της Μυτιλήνης το πλοίο που θα τους μεταφέρει στον Πειραιά. Fuck all lines, ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ των Jason Bakey και Jazra Khaleed. Ακούστε εδώ. ]

fenceuncut

Josh MacPhee

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




μέσα έξω στην πόλη

 

Mια μέρα στον ηλεκτρικό, ένα παιδί εξαρτημένο από την πρέζα ζητάει λεφτά για να την παλέψει, εξηγεί δυνατά τι και πως – πάντα σκεφτόμουνα πως είναι να μπαίνεις σ’ αυτή τη διαδικασία δημόσια, να ζητάς με όση δύναμη σου έχει απομείνει από τον κοσμάκη που δεν θέλει κι άλλες παρεμβολές στην ήδη καταπιεσμένη και συρρικνωμένη απ’ όλες τις πλευρές ζωή του. Μαζεύομαι και γω στη γωνίτσα μου, κοσμάκης, παρακολουθώ τον τύπο, νομίζω ότι είναι -πρέπει να είναι- ο πιο δυνατός από όλους μέσα στο βαγόνι.

Κάθομαι δίπλα σ’ έναν γεροδεμένο τύπο, του οποίου η προφορά φανερώνει ότι είναι αλλοδαπός, μετανάστης. Ακούγοντας το παιδί να λέει «μια βοήθεια», προσπαθεί ν’ ανοιχτεί στον κόσμο που κάθεται απέναντί του λέγοντας κάπως ενοχλημένος: «και εμείς δηλαδή δεν θέλουμε βοήθεια; δεν κατάλαβα. Τόσα χρόνια δουλεύουμε κι όλο ανάγκες έχουμε». Κάποιος του λέει «ναι, έχεις δίκιο αλλά υπάρχουν και αυτά τα προβλήματα» (εννοώντας την ναρκο-εξάρτηση). Αυτός ο κάποιος, κάνει να το πάει ένα βήμα παραπέρα αλλά μ’ ένα τεράστιο άλμα καταλήγει στη συνηθισμένη δημοκρατική ενοχή, σ’ αυτή την εύκολη αναμασημένη τύψη: «εμείς τελικά φταίμε για τα προβλήματά μας, για όλους αυτούς εκεί πάνω, τους πολιτικούς, εμείς τους βάζουμε».

Ξανακοιτάω τον μετανάστη, σκέφτομαι αυτό που είπε: κρίμα λέω, έχει λιώσει τα χρονάκια του εδώ πέρα, όμως η σκληράδα του περισσεύει απέναντι στους κοινωνικά τελευταίους, σ’ αυτούς που μας κάνουν να φαινόμαστε καλύτερα. Ξαφνικά, πετάγεται ένας τύπος εκεί κοντά, γύρω στα 55-60, μάλλον έχει ακούσει τη συζήτηση και θέλει να παρέμβει. Λέει με ήπιο τρόπο στον μετανάστη, «θα σου πω εγώ ποιος φταίει. Το φταίξιμο να το ψάξεις στους εργοδότες σου. Αυτοί κάνουν κουμάντο». Μωρέ μπράβο λέω, λόγια εργατικής συνείδησης από έλληνα σε μετανάστη, μην γκρεμίστηκε κανα άγαλμα στον περισσό;

Η κουβεντούλα τελειώνει και εμένα μου ‘ρχεται στο μυαλό ο Πετρόπουλος:

«αγαπώ τα τσογλάνια και τους χασίκλες, τους κλέφτες, τις πουτάνες, τους ρεμπέτες και τους πούστηδες γιατί μάχονται κάθε μορφή εξουσίας και τους αγαπώ πιο πολύ γιατί τα καταφέρνουν και επιζούν κόντρα στην αστυνομία, κόντρα στον ποινικό νόμο, κόντρα στην απαίσια ηθική των μικροαστών, κόντρα στον φλογερό εαυτό τους».

******

Το ότι η εθνική ενότητα είναι μια παγίδα, μια καλοστημένη μπίζνα που έχει για βιτρίνα της σημαίες και φυλές ενώ στην αποθήκη της υπάρχει γερό στοκ βασανιστηρίων, λίγο πολύ, το χουμε υποψιαστεί. Λίγο πιο προσεκτικοί να είμασταν, θα βλέπαμε ότι η πραγματικότητα μας ξεπερνά, ταυτόχρονα ξεπερνά και τους σκουληκιάρηδες του εθνικισμού και του κράτους: είμαστε μια πολυεθνική παρέα, πολύχρωμοι και με πολλά νεύρα. Κοινά νεύρα.

Είμαστε παντού και δεν το χουμε καταλάβει, πρέπει να είναι μία από τις καταλήψεις που δεν διαφημίζει τον εαυτό της (έχει σοβαρά εσωτερικά προβλήματα η αλήθεια) είναι όμως εκεί έξω: στο λεωφορείο, το τρένο, το μετρό, το κτελ, κάτω από τις γέφυρες, στα πάρκα, στις δουλειές, στο δρόμο, στα σχολεία, τα πανεπιστήμια, στα στέκια, στα νησιά για «σεζόν».

Αυτό, να μην πολυλογώ, είναι το κάδρο: δύο τσιγγάνες 15 με 17 χρονών λάμπουν απέναντί μου μέσα στο άρρωστο 11 και μου χουνε πάρει τ’ αυτιά με τον τάδε που θα πάνε να συναντήσουνε και δώστου γέλια και καημούς ωραίους φλογερούς. Κοιτάζω λίγο έξω, οι ετοιμασίες για τον μαραθώνιο με ανακατεύουν, ξαναγυρίζω μέσα, αρχίζει η μία στ’ αυτί μου ένα τραγούδι, γέρνω λίγο ν’ ακούσω, φάρμακο για τις αρρυθμίες. Κάτι λέει, κάπως το λέει να δεις, πρέπει να κρατάω σημειώσεις αλλά έτσι λέω και ξελέω· «σ’ αγαπώ και είσαι η ζήλειά μου», αυτοί ήταν οι «άξονες» τελοσπάντων. Ιδανική μελωδία.

Σιάχνονται, τσεκάρονται, ετοιμάζονται, φωνάζουν, μου πήρανε τ’ αυτιά ή μάλλον εγώ το χω βουλώσει και υποκλίνομαι στη μουσική τους. Έτσι μου ρχεται να χειροκροτήσω.

“We Gypsies, we’ re like this, lost sheep – No one will ever change our way of life”

https://www.youtube.com/watch?v=818mK_W8naQ




Η Αλίκη στη χώρα των φασιστών

 

Στις 22 Οκτωβρίου (Πέμπτη) γύρω στις 18:30 η 24χρονη Αλίκη Σ. είναι έτοιμη να επιβιβαστεί στον σταθμό του ηλεκτρικού στον Περισσό. Ενώ μπαίνει μέσα στο τρένο, ακούει φωνές τρία βαγόνια αριστερά της. Βγαίνει έξω να δει τι συμβαίνει, πλησιάζει και βλέπει δύο τύπους κοστουμαρισμένους και «σιδερωμένους» να προπηλακίζουν και να σπρώχνουν έναν μαύρο άνδρα ο οποίος καταλήγει πάνω σ’ ένα μηχάνημα με εισιτήρια. «Αντε γαμήσου ρε», «θα σε σπάσω στο ξύλο», «θα σε μάθω εγώ να συμπεριφέρεσαι, εδώ δεν μπορείς να κάνεις ό,τι γουστάρεις, θα σου μάθω τρόπους», ήταν μερικές από τις φράσεις που οι δύο τύποι επέλεξαν για να επικοινωνήσουν τη φασιστοειδή συμπεριφορά τους.

Σύντομα, ο ένας από τους δυο θ’ αντιληφθεί ότι στη χώρα των θαυμάτων η Αλίκη είναι η πρωταγωνίστρια, καθώς η 24χρονη παρεμβαίνει ανάμεσά τους, κολλώντας το πρόσωπό της στο πρόσωπο του ενός λέγοντας παράλληλα στον μαύρο άνδρα να μη τους δίνει σημασία. «Μαζεύεις τον τσαμπουκά σου και μπαίνεις μέσα στο τρένο με τον φίλο σου», λέει η Αλίκη βλέποντας τους να κάνουν έκπληκτοι δυο βήματα πίσω και ν’ αρχίζουν όπως θέλει η παράδοση στο στρατόπεδο χρυσαυγιτών και λοιπών φασιστών, κλαψουρίσματα.

laurent

«Άμα είχες δει τι συνέβη, θα ήσουν με το μέρος μου, πήγε να βγει από το τρένο και μ’ έσπρωξε χωρίς να μου ζητήσει συγγνώμη», είπε το ένα φασιστοειδές. Κάνοντας άνοιγμα στην ελληνική κοινωνία, απευθυνόμενος δηλαδή στους υπόλοιπους επιβάτες οι οποίοι περιμένουν όλη αυτήν την ώρα σα ζόμπι να ξεκινήσει ο συρμός και να συνεχίσουν τη δουλίτσα τους, επιμένει λέγοντας «αν είχατε δει, θα είσασταν όλοι με το μέρος μου, θα καταλαβαίνατε γιατί έχω δίκιο».

Η Αλ. συνεχίζει την παρέμβασή της απτόητη όταν ο μαύρος άνδρας της λέει φανερά φοβισμένος «τι να κάνω, να ζητήσω συγγνώμη, αφού δεν έκανα τίποτα». «Είσαι καλά; σιγά να μην πεις συγγνώμη», του απαντάει. Το τρένο έχει καθυστερήσει, εντωμεταξύ η 24χρονη απευθύνεται στον σεκιουριτά του σταθμού καλώντας τον να αναμειχθεί ώστε να λήξει το επεισόδιο, ωστόσο η απάντηση που παίρνει είναι υπηρεσιακή: «σας παρακαλώ, επιβιβαστείτε στο τρένο, καθυστερείτε και τους άλλους επιβάτες».

Το σκηνικό αλλάζει, η Αλ. μπαίνει μέσα στο βαγόνι μαζί με τα δύο φασιστοειδή και συνεπής στην αρχική παρέμβασή της, αρνούμενη να συνυπάρξει μαζί τους, τούς λέει να βγουν από το τρένο. Κάπου εδώ οι δευτεραγωνιστές φασίστες προσπαθούν να δικαιολογήσουν στο νεκροζώντανο επιβατικό κοινό την επίθεσή τους με αγωνία, καταφεύγοντας σε μια γνώριμη ρητορική: «εσείς, τι είστε όλοι; αντιρατσιστές; να σας δω όταν θα μπουν στα σπίτια σας και θα βιάζουν τις κόρες και τις αδελφές σας…». Η Αλίκη αφιονισμένη, κοιτάζει γύρω της παιδιά στην ηλικία της να έχουν ακουστικά στ’ αυτιά και να κοιτάζουν αλλού (ποιος ξέρει που;) – ορισμένοι παππούδες μουρμούρισαν «τι είναι αυτά που λέτε ρε, είστε σοβαροί;».

«Αει στο διάολο γαμημένοι κωλοφασίστες», θα πει πιο σοβαρά η Αλίκη για να εισπράξει ένα χαστούκι από το ένα φασιστοειδές. Κάποιες γυναίκες άρχισαν να φωνάζουν, κάποιοι άλλοι άντρες ξύπνησαν εκείνη τη στιγμή μόνο και μόνο για να συγκρατήσουν την ολοκλήρωση άλλης μιας περιπέτειας της Αλίκης στη χώρα των φασιστών.

«Πάμε να φύγουμε, θα μπλέξουμε», ήταν οι τελευταίες κουβέντες τους πριν κατέβουν στον επόμενο σταθμό.

 

υγ1: όσο νεκροζώντανη κι αν είναι η ελληνική κοινωνία, πάντα θα υπάρχει μια αλίκη να μας θυμίζει ότι είμαστε ζωντανοί και πως το μπλέξιμο με τους φασίστες είναι μια πολιτική, καθημερινή δουλειά.

υγ2: για το περιστατικό δεν έγινε κάποια επίσημη καταγγελία. Από υπηρεσιακούς δρόμους, όλοι είναι χορτασμένοι.

υγ3: όσοι δείξουν έκπληξη για την μοναχική παρέμβαση της Αλίκης (να ‘ναι καλά ο πατριαρχικός τρόπος αναπαραγωγής), ας κοπιάσουν: όπως λέει και η σ. Μαρία, από την αρχαιότητα οι γυναίκες θεωρούνταν ανατρεπτικά στοιχεία ενώ όλη η νεώτερη κλασική θεωρία τις θεωρεί το ίδιο επικίνδυνες για την κοινωνική ειρήνη. Οι γυναίκες βγαίνουν συχνά μπροστά (παρόλο που αρκετές κάνουν πατριαρχική «δουλειά») ωστόσο οι άντρες είναι χωρισμένοι με αντίστροφη αναλογία σε υποστηρικτές της πατριαρχίας και σε αρνητές της.




σημειώσεις για την «προσφυγική κρίση»

 

 

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων και για συγκεκριμένους λόγους που θα τεθούν παρακάτω προτιμώ να μιλάω για «προσφυγικό ζήτημα» και όχι για «προσφυγική κρίση», έναν όρο που χρησιμοποιείται κατ’ εξακολούθηση από τα καθεστωτικά μίντια και από αρκετούς συμμετέχοντες στη συζήτηση (στο debate για να είμαστε και λίγο μοντέρνοι) που αφορά τις προσφυγικές εκτοπίσεις και γενικότερα τις μεταναστευτικές κινήσεις πάνω στον πλανήτη.

Η χρήση του όρου «προσφυγική κρίση» αποτελεί μια θεσμική, επίσημη, «ορθολογική» περιγραφή ενός κοινωνικού-οικονομικού ζητήματος που διαστρεβλώνεται εσκεμμένα από την πλευρά του κυρίαρχου λόγου. Όπως όλα τα κοινωνικά ζητήματα στο καπιταλιστικό κύκλωμα του θεάματος ξεφτίζουν από την ουσία τους, τις αιτίες και τα αποτελέσματά τους, έτσι και η «προσφυγική κρίση» αντικειμενικοποιείται με τέτοιο τρόπο από τα μίντια, τους «ειδικούς» και όσους εκφέρουν σχετικό λόγο ώστε αυτό που καταφέρεται είναι μια αποστασιοποίηση από τον πραγματικό πυρήνα του προσφυγικού ζητήματος: η καπιταλιστική κρίση δημιουργεί περιφράξεις, εκτοπίσεις και προετοιμάζει, όπως έχει δείξει η αιματηρή ιστορία των «κρίσεών» της, νέες πρωταρχικές συσσωρεύσεις κέρδους. Για τον αντικαπιταλιστικό λόγο τουλάχιστον, δεν πρέπει να υπάρχει «προσφυγική κρίση» παρά μόνο καπιταλιστική.

Οι τόνοι της «Αποκάλυψης» με την οποία φορτίζεται η σχετική συζήτηση, τόσο από την «ξενοφοβική δεξιά» όσο και από την «προοδευτική αριστερά», υπερ-δραματοποιούν, κατασκευάζουν φόβο, στοχεύουν στην κινηματική παράλυση, συμβάλλουν με λίγα λόγια στην απενεχοποίηση του Κεφαλαίου ως σχέση και ως φονική μηχανή αναπαραγωγής της ανθρώπινης ζωής. Ο George Caffentzis είχε εύστοχα διαβάσει γύρω στο 1980 τις υπόνοιες της συζήτησης γύρω από την «πετρελαϊκή κρίση» του 1973. Έλεγε τότε πως κάθε φορά που το μοντέλο της εκμετάλλευσης γίνεται ανυπόφορο και χρειάζεται να βρει διέξοδο, να αναδιαρθρωθεί, το Κεφάλαιο κάνει νύξεις για την ανθρώπινη θνησιμότητα, ότι δηλαδή έρχεται το τέλος του κόσμου. Το τέλος του κόσμου δεν ήρθε τότε όπως δεν θα έρθει και τώρα, τουλάχιστον όπως θέλει να το παρουσιάσει το σχέδιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής μηχανής.

Τότε, το κεντρικό επιχείρημα ήταν η σπάνη των αγαθών, τώρα το επιχείρημα διαρθρώνεται γύρω από την σπάνη της ανθρώπινης ζωής, το πόσο ευάλωτη και εύθραυστη είναι – μία από τις λίγες βεβαιότητες αυτής της ζωής (ο θάνατος) γίνεται στα χέρια του Κεφαλαίου ένας καθεστωτικός εκβιασμός, μια φυσιολογική απειλή με …μεταφυσικές διαστάσεις: «κοίτα τι γίνεται με τους πρόσφυγες, σειρά έχετε οι υπόλοιποι».

Παρά τις προσφυγικές απώλειες σε θάλασσα και στεριά, παρά τον θάνατο που θέλει να διαχειριστεί (και μ’ αυτόν ν’ απειλήσει) η πολιτική έκφραση του Κεφαλαίου που, μεταξύ άλλων, αποκαλείται ως «Ευρώπη-Φρούριο», υπάρχει μια πραγματικότητα που αποκρύπτεται στις διάφορες αναλύσεις του ζητήματος, ένα δεδομένο γύρω από το οποίο διαμορφώνεται το σύγχρονο προλεταριάτο. Σύμφωνα με στοιχεία που πρόερχονται από έναν θεσμικό οργανισμό όπως είναι ο ΟΗΕ, ένας στους 122 κατοίκους του πλανήτη είτε είναι πρόσφυγας, είτε εκτοπισμένος εσωτερικά (στη χώρα γέννησής του) ή αναζητά άσυλο. Με όρους πληθυσμού, θα μιλούσαμε για την 24η μεγαλύτερη χώρα του κόσμου. Με κοινωνικο-οικονομικούς όρους θα μιλούσαμε για έναν ανηλεή πόλεμο που έχει εξαπολύσει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής, για μια παγκόσμια διεύρυνση του κράτους έκτακτης ανάγκης για το οποίο έγραφε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και το οποίο συνεχίζει να θεμελιώνεται σε μεγαλύτερα στρώματα καταπιεσμένων.

Η εργατική διαχείριση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων, ανομολόγητη ως τέτοια από θεσμικά και παρα-θεσμικά όργανα, έχει ήδη στηθεί καμιά δεκαριά χρόνια πριν. Ο σχετικός μηχανισμός όπως εξηγεί ο Αποστόλης Φωτιάδης δεν έχει στηθεί για να «λύσει» το ζήτημα: από τη μια το νομικό πλαίσιο του ασύλου, των κέντρων υποδοχής και της πολιτικής των απελάσεων και από την άλλη η χρηματοδότηση των (στρατιωτικών και αστυνομικών) επιχειρήσεων που λειτουργούν επιθετικά και αποτρεπτικά αναπαράγοντας συστηματικά μια πολεμική βιομηχανία.

Οι κυρίαρχοι κρατικοί και υπερ-κρατικοί διαχειριστές μέσα από το επίσημό οργανό τους, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, άρχισαν από τον Μάιο να ανακοινώνουν τις προθέσεις τους που δεν είναι άλλες από την περαιτέρω στρατιωτικοποίηση των συνόρων και από τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών: με τοποθέτηση αξιωματούχων σε τρίτες χώρες για τη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών σχετικά με τις μετακινήσεις, δημιουργείται ένα σύγχρονο πολιτικό καθεστώς αποικιοκρατίας, ένα διευρυμένο δια-κρατικό στρατόπεδο διαχείρισης εργατών.

RefugeesMigrants

Το ασφυκτικό αυτό πλαίσιο για τον κόσμο της εργασίας έχει στόχο να δυσχεράνει την ταξική πάλη από την πλευρά των μετακινούμενων προλεταριακών στρωμάτων. Γι’ αυτό και η οργάνωση της θεσμικής συζήτησης γύρω από το προσφυγικό ζήτημα γίνεται με τους όρους που αναφέρθηκαν πρωτύτερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «debate» για την χρήση του όρου «πρόσφυγας» ή «μετανάστης» το οποίο στήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τις ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής λόγω των αυξανόμενων προσφυγικών ναυαγίων που δημοσιοποιούνταν.

Από τη μια πλευρά το δίκτυο Al Jazeera με τη δημόσια τοποθέτησή του για την επιλογή της λέξης «πρόσφυγας» αντί «μετανάστης», ξετύλιξε έναν συλλογισμό που αναφερόταν στην χώρα προέλευσης των ανθρώπων που φτάνουν στη Μεσόγειο (Συρία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Ερυθραία, Σομαλία κλπ) και στις συνθήκες που τους ώθησαν να φύγουν. Το κύριο επιχείρημα είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς απέδρασαν από τον κίνδυνο του πολέμου και άρα πρέπει να ονομάζονται ως αυτό που είναι θεσμικά και νομικά: πρόσφυγες. Η χρήση του όρου «μετανάστης», επισημαίνει το Al Jazeera, έχει τελείως απονοηματοδοτηθεί από τα μίντια και τις πολιτικές ελίτ ενώ έχει καταντήσει να σημαίνει έναν απλό αριθμό, έναν όρο που χρησιμοποιείται «αρνητικά» στη βάση του ρατσισμού, με λίγα λόγια αποτελεί μια «ενόχληση» (nuisance). Το διεθνές δίκτυο καταλήγει λέγοντας ότι δεν θέλει να συμβάλλει στην παραπάνω παραπλανητική διαδικασία, δίνοντας πάτημα σ’ όλους αυτούς που «βλέπουν» μόνο οικονομικούς μετανάστες.

Στη διάκριση μεταξύ αυτών των δύο όρων, επιμένει και η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), αναφερόμενη στα νομικά δικαιώματα και τις νομικές ευθύνες που έχει κάθε κράτος, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, απέναντι στην ιδιότητα του πρόσφυγα. Για τους μετανάστες, σημειώνει, το κάθε κράτος μεμονωμένα διατηρεί διαφορετική νομοθεσία και διαφορετικές πολιτικές.

Η διάκριση αυτή σε δικαιακό και συνεπώς σε πολιτικό επίπεδο εξαφανίζει την «οικονομία» της μετανάστευσης και της προσφυγιάς που δεν είναι άλλη από την πυροδότηση κρίσεων και εκτοπίσεων των καπιταλιστικών μηχανισμών της δύσης σε συνεργασία με ντόπια, διεφθαρμένα καθεστώτα, στα πλαίσια αποικιοκρατικών πολιτικών που βοηθούν το Κεφάλαιο να αυτο-αξιοποιηθεί.

Την ίδια στιγμή, το να χρησιμοποιείται ο όρος «πρόσφυγας» σε βάρος του «μετανάστη», υποβιβάζει μια μακρά μεταναστευτική ιστορία, βάζει σε λήθη τις αιτίες εκτόπισης και μετακίνησης της εργατικής τάξης εκεί όπου το κεφάλαιο δημιουργεί τον χωροχρόνο του, το πλαίσιο εκμετάλλευσής του.

Ο ΟΗΕ μπορεί να δηλώνει κατηγορηματικά ότι «οι μετανάστες δεν επιλέγουν να μετακινηθούν εξαιτίας μιας άμεσης απειλής ή λόγω κινδύνου της ζωής τους […] δεν αντιμετωπίζουν τα ίδια εμπόδια με τους πρόσφυγες στο να επιστρέψουν […] συνεχίζουν να απολαμβάνουν την προστασία της κυβέρνησής τους», ωστόσο, οι ριψοκίνδυνες επιλογές ενός οικονομικού μετανάστη από χώρες όπως το Πακιστάν, το Κασμίρ ή αλλού είναι προδιαγεγραμμένες λόγω της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης που λειτουργεί καταλυτικά στη δίωξή του. Οι προηγούμενες γενιές μεταναστών εργατών γεννιούνται σε χώρες όπου ο πολιτικός αυταρχισμός και η ένταση του οικονομικού πολέμου δεν τους αφήνουν άλλη επιλογή.

Μπορεί οι σφαίρες να μην σφυρίζουν στ’ αυτιά τους (μπορεί όχι με την ίδια συχνότητα και ένταση), μπορεί «το επείγον» τους να μην είναι το ίδιο μ’ εκείνο των προσφύγων, ωστόσο κρίνοντας από την προσοδοφόρα βιομηχανία απελάσεων που τρέφει το σκέλος της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, αντιλαμβάνεται κανείς ότι τεράστια κομμάτια του παγκόσμιου προλεταριάτου εξωθούνται συστηματικά εκ νέου σε συνθήκες αβίωτες, σε συνθήκες που τους ωθούν να πάρουν το ρίσκο ενός φονικού ταξιδιού, στα χέρια κάποιου διακινητή (άλλος ένας κρίκος της αλυσίδας, όχι βέβαια της τάξεως της κρατικής ισχύος, που κερδίζει από τις εκτοπίσεις της εργατικής τάξης).

Ο πόλεμος από τον οποίο αποδρούν οι Σύροι και άλλοι πρόσφυγες είναι πραγματικός. Πρόκειται για τον ίδιο, πραγματικό και βιωμένο μέχρι το μεδούλι οικονομικό πόλεμο που έχει εξαπολύσει ο καπιταλισμός των ημερών μας στην παγκόσμια εργατική τάξη, στους μετανάστες σ’ όλο τον κόσμο. Η συζήτηση για την προσφυγική ή μεταναστευτική ιδιότητα έρχεται να «θολώσει» αυτόν τον πόλεμο, επιχειρεί στο όνομα «των ανθρώπινων δικαιωμάτων» να αφανίσει την πραγματικότητα της ταξικής πάλης και των πρωταγωνιστών της.




Η δυστοπία ως πλαίσιο διαπραγμάτευσης ενός αποτυχημένου συστήματος

 

Όταν το φθινόπωρο του 2013 άρχισα να βάζω τις σκέψεις μου στη σειρά για τον καπιταλισμό στην Ελλάδα, η δυστοπία που ζούσαμε τότε φαινόταν ως κρατούσα, με την έννοια όχι ακριβώς του αναπόδραστου αλλά του ειλημμένου ως αναπόδραστου. Από τη δική μου πλευρά, η προσπάθεια ήταν μια υπόθεση εργασίας, που μένει βεβαίως να ερευνηθεί περαιτέρω, που λέει ότι η καπιταλιστική πατριαρχία στην Ελλάδα αποτυγχάνει συστηματικά, κάτι που την κάνει κατά καιρούς ιδιαίτερα επιθετική. Χρησιμοποιεί δηλαδή πολύ συγκεκριμένους τρόπους που ιστορικά επιχειρούν να ανακόψουν αντιστάσεις που αναπτύσσονται πολύ πιο εκτεταμένα και πολύ πιο αποτελεσματικά από όσο οποιαδήποτε διαθέσιμη μέχρι στιγμής επαναστατική θεωρία, μπορεί να προβλέψει. Eστίασα ιδιαίτερα στις τελευταίες δεκαετίες αλλά και στα «χρόνια των μνημονίων». Βέβαια, αποτυχία της καπιταλιστικής πατριαρχίας δεν υπάρχει μόνο στην Ελλάδα, αλλά η μελέτη χάριν περιορισμού του αντικειμένου της για την ώρα ασχολείται μόνο με την νότια Βαλκανική.

Στο συνέδριο της Επιστημονικής Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας που έγινε στην Πάτρα τον Γενάρη 2014i, η συζήτηση με βάση τη μελέτη εκείνη αναλώθηκε περισσότερο στο θέμα αν έχει αξία η οικιακή εργασία που είναι ουσιαστικά εργασία των γυναικών κατά βάση. Εκεί είχα εντυπωσιαστεί, γιατί περίμενα ότι η διαφωνία θα ήταν στο αν υπάρχουν αντιστάσεις και πόσο ανθεκτικές είναι. Μεταξύ μας, η τροπή της συζήτησης έδειξε ότι η αντίσταση των γυναικών στην Ελλάδα που μείωσαν δραματικά την οικιακή τους εργασία και επένδυσαν τα πενιχρά προλεταριακά τους μέσα (δηλ. τον εαυτό τους) στην εκπαίδευση προσπαθώντας να αντισταθούν στην κατακόρυφη μείωση της αξίας της εργασίας τους στον σύγχρονο καπιταλισμό, μπορεί να ήταν και ό,τι καλύτερο καταφέραμε (όπως και οι γυναίκες σε άλλες χώρες) για να φτάσει ο καπιταλισμός στο αδιέξοδο που σε μικρογραφία ζούμε εμείς τώρα στην Ελλάδα.

 

dystopia1

Αλλιώς: τα εργατικά χέρια δεν αρκούν για τα κέρδη που απαιτούνται, και ο μόνος τρόπος να πειθαρχήσει η εργατική τάξηii είναι να την βυθίσεις στη φτώχεια, να την πνίξεις στα δακρυγόνα και στο ξύλο αν τυχόν διαμαρτυρηθεί και να την χωρίσεις σε ντόπιους και ξένους, ιδιωτικούς και δημόσιους υπαλλήλους, άντρες και γυναίκες ή «φτωχούς και ρετιρέ», μήπως και προλάβουν να φαγωθούν μεταξύ τους πριν αρχίσουν να σκέφτονται ότι κάποιοι τους αρπάζουν το ψωμί από τα χέρια.

Στην πραγματικότητα όμως οι αντιστάσεις στην Ελλάδα ήταν πολύ βαθύτερες και δομικές, και υπάρχουν από τότε που εμφανίστηκε και ο καπιταλισμός –απλά για λόγους περιορισμού της υπόθεσης εργασίας, ξεκινώ να ξετυλίγω το κουβάρι της ερώτησης από το 1830, αν και καπιταλισμό είχαμε και πριν από το έτος ίδρυσης του ελληνικού κράτους. Με άλλα λόγια, και η αντίσταση των γυναικών εντάσσεται μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο αντιστάσεων και ιστορικών συνθηκών που εκτείνονται από τρόπους παραγωγής μέχρι και διαφορετικές αντιλήψεις για τις έμφυλες διαφορές και από κινήματα μέχρι ιδιότυπες μορφές κοινωνικής οργάνωσης σε κοινότητες που μόνο κατ’ επίφαση ή δια της βίας συμμορφώνονται με τις βασικές παραμέτρους της καπιταλιστικής πατριαρχίας.

Εκείνο λοιπόν που προσπαθώ να κατανοήσω με αυτήν την υπόθεση εργασίας, είναι πώς η κατάσταση που ζούσαμε τόσο το 2013 όταν άρχισα να γράφω τη μελέτη όσο και αυτή που ζούμε τώρα όσο και ό,τι άλλο έρχεται στο μέλλον, αποτελεί επιλογή και τίνων. Και επίσης προσπαθώ να δω πώς διαπλάθονται οι συμμαχίες μέσα σε μια κατάστασης ευθείας επίθεσης εναντίον ενός μη συμμορφούμενου πληθυσμού – και πώς εξασφαλίζει η κυρίαρχη οπτική ότι όσο και να αποτυγχάνει μέσες άκρες το επιβεβλημένο πολιτικο-οικονομικό σύστημα, θα εξακολουθεί να υπάρχει, να αναπαράγεται και να μεταφέρει πλούτο και ισχύ από αυτούς που παράγουν σε αυτούς που εξουσιάζουν.

Εκείνο που δεν μπορούσα να προβλέψω τότε, ούτε και το φθινόπωρο του 2014 που ξαναδούλεψα τη μελέτη για ένα διαδικτυακό συνέδριοiii, ήταν ότι η δυστοπία όχι μόνο θα εμφανιζόταν ως ξεκάθαρη επιλογή ανθρώπων και όχι ως φυσικό φαινόμενο, αλλά και ότι θα επιβαλλόταν ως πλαίσιο διαπραγμάτευσης, δηλαδή ταξικής συλλογικής διαπραγμάτευσης και ανταγωνισμού (ή πάλης, εξαρτάται από ποια πλευρά το βλέπουμε). Η καπιταλιστική πατριαρχία δηλαδή δεν λέει μόνο «εμείς είμαστε οι ισχυροί, εμείς θα επιλέξουμε τί θα γίνει, και θα γίνει ακόμη μεγαλύτερη φτώχεια και καταπίεση». Λέει πλέον και ότι «ακόμη μεγαλύτερη φτώχεια και καταπίεση θα γίνει έτσι κι αλλιώς, γιατί μπορώ να την επιβάλλω και θα την επιβάλλω, και το μόνο που θα επιλέξετε είναι το είδος της φτώχειας και καταπίεσης που θα έχετε, π.χ. αυτό το νόμισμα ή το άλλο νόμισμα, αυτόν τον τρόπο λήψης αποφάσεων ή τον άλλον τρόπο λήψης αποφάσεων με τον όρο να μας αρέσουν οι αποφάσεις, και γενικά αν θέλετε εργάτες κι εργάτριες να διαπραγματευτούμε, ξεχάστε ότι είμαστε ισότιμοι, αυτό δα μας έλειπε».

Το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή αποκαλύπτεται απερίφραστα η αποικιοκρατική δομή του καπιταλισμού στην καρδιά του, δηλαδή μέσα στην Ευρώπη, δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχάσουμε την αποικιοκρατική δομή του εθνικού κράτους, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού, και το πόσο εύκολα γεωγραφίες και τάξεις συμπλέκονται σε πολυεπίπεδες δομές εκμετάλλευσης που ακόμη και χωρίς την ευρωζώνη θα έπρεπε να εξετάσουμε και να καταγγείλουμε. Η συγκυρία όμως λειτουργεί εξαιρετικά ως προς το εκπαιδευτικό της σκέλος, με την έννοια ότι βλέπουμε το αδιέξοδο του πολιτικο-οικονομικού συστήματος με γυμνό μάτι και με κάποια συναισθηματική απόσταση, γιατί πιο εύκολα κατανοείς τα λεγόμενα και πραττόμενα ενός καπιταλιστή στην άλλη άκρη της Ευρώπης σε σχέση με ό,τι λέει και κάνει ο καπιταλιστής της γειτονιάς ή της πόλης σου.

Εκπλήσσει επομένως ότι ο ισχυρός σε αυτήν την περίπτωση θέτει ως πλαίσιο της διαπραγμάτευσης το αποτέλεσμα που επιθυμεί αυτός να έχει η διαπραγμάτευση. Αυτό είναι μια πολύ έξυπνη στρατηγική διαπραγμάτευσης, δηλαδή η χρήση πρωθύστερου λόγου, η περιγραφή της επιθυμίας ως παρούσας κατάστασης, η κατασκευή του μέλλοντος τώρα αμέσως ώστε να εξασφαλιστεί ότι το μέλλον θα είναι όμοιο με το τώρα. Μάλιστα, αν ο μη γένοιτο η διαπραγμάτευση πετύχει από την πλευρά του ισχυρού, το μέλλον όντως θα είναι όμοιο με το τώρα, αφού το τώρα έχει γίνει αντιληπτό ως αναπόδραστη δυστοπία και το μέλλον θα είναι απλώς η διαχείριση αυτής της δυστοπίας και τίποτε άλλο. Θα είναι η εμπειρική πραγματικότητα που θα επιβεβαιώνει τον λόγο που την έφτιαξε και θα καθιστά αδύνατη ή μάλλον, αδιανόητη μια αντίσταση.

Αυτή η περιγραφή της επιθυμίας του ισχυρού ως παρούσας κατάστασης είναι κλασσικό γνώρισμα της πατριαρχίας – η τρομοκράτηση των πατριαρχουμένων (και δεν είναι μόνο οι γυναίκες πατριαρχούμενες). Η χρήση αυτο-εκπληρούμενων προφητειών για την υποταγή στην πατριαρχική ιεραρχία είναι μια τεχνική τόσο παλιά και τόσο αποτελεσματική που ο καπιταλισμός τώρα μάλλον τη μαθαίνει. Ο ίδιος ως σύστημα παραείναι άγαρμπος και καταστροφικός, χρησιμοποιώντας τόση άμεση βία που δεν κατάφερε ποτέ να μην έχει σοβαρά αντίπαλα δέη, από τον Ρομπέν των Δασών μέχρι τις πρόσφατες προσπάθειες για λαϊκές δημοκρατίες στο Ντονμπάς.

Τι σημαίνει όλο αυτό; Στη μελέτη μου είχα επισημάνει τακτικές ταξικού πολέμου από την χρήση των σωμάτων των φτωχών γυναικών (που διαπομπεύτηκαν επειδή ήταν ασθενείς, φτωχές και γυναίκες, άρα αμέσως αμέσως το κράτος χωρίς δίκη τις τιμώρησε σαν να είναι εγκληματίες) μέχρι την κατασκευή της απόλυτης εργατικής τάξης με τα σώματα των ανθρώπων που επειδή δεν είναι ευρωπαίοι πολίτες, βρίσκονται κλεισμένοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή σε καθεστώς δουλείας για να μην βρεθούν στα στρατόπεδα. Μάλιστα ήταν σαφές από το 2013 ότι εθνικές ρητορικές και πατριαρχικές ιδέες θα αναπαράγονται και θα ενισχύονται στην προσπάθεια του συστήματος όπου ζούμε να επιβιώσει εξουδετερώνοντας τις αντιστάσεις μας.

Να σημειώσουμε εδώ ότι η καπιταλιστική πατριαρχία έχει πολλά ποδάρια, πράγμα που σημαίνει ότι αν δει τα σκούρα ως καπιταλιστική, θα πετάξει το παλιό της ρούχο και θα βρει κάτι άλλο να επιβιώσει ως πατριαρχία πάλι. Δεν δίστασε να ξεμπερδέψει με το κατά τα άλλα εξαιρετικά βολικό γι’ αυτήν δουλοκτητικό σύστημα ή με την φεουδαρχία (που στο κάτω κάτω είχε καταστήσει κάθε τοπικό εξουσιαστή βασιλιά κι αφέντη), αρκεί να επιβιώσει ή να βελτιωθεί. Την έχω ικανή την πατριαρχία λοιπόν να γίνει κάτι άλλο και πολύ γρήγορα μάλιστα αν χρειαστεί, αφήνοντάς μας να νομίζουμε ότι ο καπιταλισμός πνέει τα λοίσθια ενώ ουσιαστικά βασικοί θεσμοί του (που είναι οι ίδιοι με αυτούς της πατριαρχίας) θα εξακολουθούν να υπάρχουν και να ενισχύονται – μην εκπλαγείτε αν τη δείτε να φορά και το τσίτι της εναλλακτικής, έστω προσωρινά, μέχρι να εξασφαλίσει την αναπαραγωγή της.

 

dyst3

Εκείνο που δεν μπορούσα να διακρίνω λοιπόν ούτε πριν μερικούς μήνες ήταν ότι αυτή τη φορά, η δυστοπία θα παρουσιαστεί ως αναπόφευκτη ό,τι και να επιλέξει κανείς. Η περασμένη εβδομάδα βέβαια απέδειξε ότι και αυτό το επιχείρημα δεν είναι τόσο επιτυχές για να πει κανείς «ναι βρε καπιταλιστική μου πατριαρχία, κάνε ό,τι θες, αφού δεν σωζόμαστε με τίποτε». Είναι όμως το επιχείρημα που αυτή τη στιγμή θα χρησιμοποιηθεί από πολλές πλευρές –γιατί είπαμε, όχι μόνο έχει πολλά ποδάρια αλλά έχει και εκπροσώπους σε διάφορα επίπεδα, όχι μόνο στο διεθνές.

Κατά κάποιον τρόπο, πρόκειται για μια αναβάθμιση του αξιώματος ΤΙΝΑ (There is no alternative – Δεν υπάρχει εναλλακτική). Ή μπορεί να είναι και υποβάθμιση και εκφυλισμός του αξιώματος, αν το δούμε λίγο από την πλευρά της αντικαπιταλιστικής αντίστασης. Όταν εμφανίστηκε το ΤΙΝΑ, συνοδευόταν από επιστημονικοφανή επιχειρήματα για ανάπτυξη, λιγότερο κράτος και αποτελεσματικότερη και παραγωγικότερη εργασία και τον ενθουσιασμό για τις νέες ψηφιακές τεχνολογίες που θα μείωναν το κόστος εργασίας, θα επέτρεπαν πιο φιλικές στον εργαζόμενο συνθήκες παραγωγής κλπ.. Μετά από τρεις τουλάχιστον δεκαετίες εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων δογμάτων και αντίστοιχων αντιστάσεων από τα κάτω (άλλες οργανωμένες, άλλες ανοργάνωτες, αλλά εξαιρετικά ανθεκτικές σε βάθος χρόνου), η γοητεία του ΤΙΝΑ έχει ξεπέσει σε μια ρητορική που θυμίζει πάρα πολύ τα χυδαία επιχειρήματα των Αθηναίων όταν απαιτούσαν από τους Μήλιους να παραδοθούν. Θα μου πείτε, και οι Αθηναίοι τελικά νίκησαν του Μήλιους. Τους νίκησαν, αλλά η Αθηναϊκή δημοκρατία διαλύθηκε λίγο μετά, γιατί αν χρειάζεσαι μια γενοκτονία για να επιβληθείς, δεν έχεις και πολλά ψωμιά ακόμη.

Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι τόσο το νεοφιλελεύθερο δόγμα όσο και το πολιτικο-οικονομικό σύστημα που αυτό προσπαθεί να διασώσει, ξέρουν κάτι που δεν ξέρουμε: το πιο πιθανό είναι ότι αφ’ενός οι αντιστάσεις από τα κάτω, από τους ανθρώπους δηλαδή και τις κοινωνίες τους ήταν πολύ πιο επιτυχημένες από όσο νομίζαμε, αφ’ετέρου ότι η καπιταλιστική πατριαρχία όπως την ξέρουμε δεν θα αντέξει για πολύ ακόμη. Ο ιστορικός χρόνος βέβαια έχει τη δική του λογική, το πολύ και το λίγο μπορεί να ανάγεται σε έναν αιώνα ή και παραπάνω. Αλλά εδώ μιλάμε για ένα σύστημα που συμπληρώνει αρκετούς αιώνες ζωής ήδη και η συλλογή του από αποτυχίες δεν είναι καθόλου μικρή.

Οπότε δύο είναι τα σημαντικά που μας μένουν σε αυτό το σημείο: πρώτον, το πλαίσιο της ταξικής πάλης δεν μπορεί να ορίζεται από το δυστοπικό φαντασιακό της καπιταλιστικής πατριαρχίας. Αν αυτό θέλει η καπιταλιστική πατριαρχία, θα το προσπαθήσει με κάθε κόστος, αλλά θα είναι μια επιλογή των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται ή θα νομίζουν ότι ωφελούνται από τη δυστοπία και όχι μια αναπόφευκτη κατάσταση για όλους και όλες μας που εμείς απλά θα υποστούμε. Αν δεχτούμε το επιχείρημα που μας λένε συνέχεια ότι η δυστοπία είναι αναπόφευκτη, μόνο τότε είναι.

Δεύτερον, ποιά ωφέλεια μπορεί να έχει ή να νομίζει ότι θα έχει μια κάποια κοινωνική ομάδα από τη συνέχιση της καπιταλιστικής πατριαρχίας και της δυστοπικής της εμμονής, είναι το καίριο σημείο αντίστασης και δυστυχώς αφού μιλάμε για πατριαρχία, είναι σε κάθε τομέα της ζωής μας. Ένα παράδειγμα που έχουμε δει ιστορικά σε πολλές περιπτώσεις είναι η πατριαρχική δόμηση των κινημάτων όσο αυτά εξελίσσονται και εμφανίζουν αντοχές στο χρόνο. Η επιδείνωση της θέσης των γυναικών μέσα σε αυτά και η συγκρότηση ιεραρχιών που θεωρούν τον εαυτό τους πιο σημαντικό από τους ανθρώπους που τάχα υπηρετούν, η ανάδειξη προτύπων «επαναστάτη» που αναπαράγουν πατριαρχικές αρρενωπότητες σε βάρος ανδρών και γυναικών, η υιοθέτηση κινηματικής θεματολογίας που δίνει προτεραιότητα στον ίδιο ανθρωπότυπο με το κυρίαρχο σύστημα (άνδρας, ετεροφυλόφιλος, λευκός-ευρωπαίος, μέσο ή μικρο-αστικής κοινωνικής θέσης, με πρόσβαση σε αστική εκπαίδευση), καταλήγει πάντα, όχι μόνο στην Ελλάδα, όχι μόνο σήμερα, στην εσωτερική διάλυση των κινημάτων. Ή ακόμη χειρότερα: στην επιβεβαίωση που τόσο πολύ ποθεί η καπιταλιστική πατριαρχία ότι «δεν αλλάζει τίποτε, όλοι είναι ίδιοι».

Με άλλα λόγια, όχι μόνο δεν μας βοηθά το να δεχτούμε την δυστοπία ως πλαίσιο διαπραγμάτευσης αλλά είναι καταστροφικό και να την δημιουργούμε και εμείς οι ίδιοι-ες μέσα στις αντιστάσεις μας που είναι ο μόνος χώρος και χρόνος που έχουμε για να ζούμε τη μη δυστοπία, να ζούμε σαν άνθρωποι. Αυτά τα δυο πάνε μαζί λοιπόν – και προφανώς πιο πολύ με ανησυχεί το δεύτερο ζήτημα παρά το πρώτο. Κυρίως γιατί χωρίς το δεύτερο, το πρώτο απλά δεν έχει πού να σταθεί.

– – – – – – –

i Την παρουσίαση (στα ελληνικά) μπορείτε να βρείτε εδώ: http://tinyurl.com/pmbnkyr
ii Εργατική τάξη: όρος που συνεκδοχικά χρησιμοποιώ εδώ για όποιον και όποια παράγει με την εργασία των χεριών και του μυαλού του/της χωρίς να έχει πρόσβαση σε κεφάλαιο ως μέσο παραγωγής.
iii Τη μελέτη (στα αγγλικά) μπορείτε να βρείτε εδώ: http://tinyurl.com/owzr77e



Οι Ουαλίντ στις κοινωνίες των βασανιστηρίων

 

taksi

Η εξέλιξη της δίκης των βασανιστών του αιγύπτιου εργάτη Ουαλίντ Τάλεμπ, μια θεσμική διαδικασία που υποβάλλει εκ νέου σε βασανιστήριο έναν κατά τα άλλα πολύ δυνατό και ανθεκτικό άνθρωπο, μετανάστη εργάτη, περιέχει κάποιες, όχι καινούριες αλλά ισχυρές περιγραφές για τη δομή της νεοελληνικής κοινωνίας, για τον τρόπο που οργανώνονται οι οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις και για τις ταχύτητες που αναπτύσσονται σ’ ένα κράτος που διαχειρίζεται τις επιταγές του νεοφιλελεύθερου συστήματος τα τελευταία χρόνια.

Στην αίθουσα του Εφετείου Πειραιά, ο συνήγορος υπεράσπισης του Σγούρδα και υιού, του Ζαχαριάδη και του Zoto, πραγματοποίησε μια χυδαία όπως αρκετοί χαρακτήρισαν την εξέταση του αιγύπτιου. Προσωπικά επειδή δεν έχω καλή επαφή με τη συγκεκριμένη λέξη και τη νοηματοδότησή της (με «ξενίζει» και δεν μπορώ να την αντιστοιχίσω σε συγκεκριμένα συναισθήματα), θεωρώ ότι ο συνήγορος υπεράσπισης εκμεταλλεύτηκε τον εργαλειακό του ρόλο στο πλαίσιο μιας αστικής δίκης. Πρόκειται για έναν ρόλο εγγενώς εξουσιαστικό, για μια θέση που εμπεριέχει λιγότερους κινδύνους απ’ όσους βρίσκονται στο σκαμνί, για μια προνομιακή θέση ειδήμονα-ειδικού που είτε υπερασπίζεται το τεκμήριο της αθωότητας είτε το μάχεται: ενώπιον ενός προεδρείου, τμήματος που αναφέρεται σ’ έναν συγκεκριμένο εθνικό και κρατικό μηχανισμό.

Υπό αυτήν την έννοια, αυτός ο συνήγορος, άσχετα αν είχε επιλέξει τη συγκεκριμένη επιθετική στρατηγική εναντίον του Ουαλίντ (έφτασε στο σημείο να τον αποκαλέσει κατηγορούμενο), κινήθηκε μέσα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του ρόλου του. Στη διακοπή μάλιστα, σε αντιδικία με αλληλέγγυους, είπε ως άλλος Άιχμαν «ρε παιδιά, μην κάνετε έτσι, αν δεν ήμουν εγώ, θα ήταν κάποιος άλλος». Οι αντιδράσεις των παρευρισκόμενων αργότερα ενδεχομένως να τον έβαλαν σε διαφορετικές σκέψεις ωστόσο το πρόβλημα παραμένει: η εξουσία που πηγάζει από θέσεις επιρροής στο καπιταλιστικό σύστημα, η παράλληλη εκπαίδευση πως «κάποιος θα βρεθεί να κάνει αυτή τη δουλειά» και πως κάποιος «χρειάζεται να την κάνει» – με λίγα λόγια η κυρίαρχη πραγματικότητα και αφήγηση πως η παραγωγή και η οργάνωση της ζωής μας είναι ζητήματα προκαθορισμένα, νομιμοποιημένα και «ελεύθερα προσφερόμενα».

Οι πιεστικές ερωτήσεις, στοχευμένες στο να βγάλουν εκτός εαυτού τον Ουαλίντ, συνεχίζονταν για πολλή ώρα μέχρι που πέτυχαν τον σκοπό τους. Ο Ουαλίντ εξεγέρθηκε, δείχνοντας ότι είναι ζωντανός όσο οποιαδήποτε άλλη φορά και κατά τη γνώμη μου, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με τον εαυτό του και τον φυσιολογικό θυμό του, φώναξε σωστά κουνώντας το δάχτυλο τόσο στον συνήγορο όσο και στον Σγούρδα. Βέβαια, μακριά από την αλήθεια του βιώματος, η βαθιά πεποίθηση της δικαστικής διαμεσολάβησης μας λέει ότι μια τέτοια κίνηση δείχνει έλλειψη ψυχραιμίας, αγένεια, επιθετικότητα και λοιπές «ενοχοποιητικές» ενδείξεις για το ήθος και το χαρακτήρα. Τέτοια ήταν άλλωστε η πρόθεση του συνηγόρου των βασανιστών που είπε πώς ο τάλεμπ προσπαθεί να δείξει ότι είναι «ανθρωπάκι» πίσω από το γεγονός ότι είναι θύμα.

Η εργασία ως ευγνωμοσύνη

Κι ερχόμαστε τώρα στο κεντρικό επιχείρημα που ο συνήγορος προσπάθησε, μεταξύ άλλων, να αναπτύξει ως ελαφρυντικό για τον υπ’ αριθμόν ένα βασανιστή του ουαλίντ: μια «καλή εργασιακή σχέση». Πώς ένας εργοδότης (και μάλιστα έλληνας) που πληρώνει μέχρι και 800 ευρώ/μήνα (αποκρύπτοντας βέβαια πόσες και ποιες ώρες εργαζόταν ο Ουαλίντ – από τις 3 το βράδυ μέχρι τις 2-3 το μεσημέρι), πώς ένας εργοδότης που μια φορά έχει βγει και βόλτα μαζί του «σε μια κλειστή κοινωνία όπως η Σαλαμίνα;» (σαν κοινωνική χορηγία να το φανταστούμε;), ή πώς ενώ ο αδερφός του ουαλίντ πήγαινε για μπάλα μαζί με τον ελληναρά υιό Σγούρδα, πώς όλα αυτά είναι δυνατόν να τόν φέρουν στη θέση του βιαστή και του βασανιστή, πώς αυτό σημαίνει ρατσισμό; Πώς, ενώ ο Ουαλίντ αποκαλούσε τον Σγούρδα «μπαμπά» (από εκτίμηση στο πρόσωπό του που του έδωσε δουλειά για να επιβιώσει), έφτασε στο σημείο να πάψει να είναι καλός «γιός»;

Οι προβληματισμοί αυτού του είδους συνιστούν την γενικευμένη υποκρισία του μεγαλύτερου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους μετανάστες εργάτες καθώς και τη βάση της συμπεριφοράς απέναντί τους. Πρόκειται για μια σχέση αληθινή πέρα για πέρα: το ντόπιο αφεντικό εκμεταλλεύεται την εργατική δύναμη του μετανάστη όπως και με όποιον τρόπο γουστάρει. Άλλοτε έχει όπλα να την επιβάλλει σε μανωλάδες, άλλοτε τραμπουκίζει, άλλοτε παίζει το παιχνίδι του ευεργέτη και το κυριότερο, μπορεί να συνδυάζει όλα τα παραπάνω. Κάνει αστειάκια με την χώρα προέλευσης, με το χρώμα του εργάτη, με τη θρησκεία του, με κάθε τι προσωπικό, δίνει την εντύπωση ενός «καλού αφεντικού», ενός ευεργέτη που μαζί με το ελληνικό κράτος κάνουν (όταν θέλουν) τα στραβά μάτια στη νομιμότητα παραμονής του. Χρησιμοποιούν αυτή τη δυνατότητα ως μέσο πίεσης και υποτίμησης με όποια «ένταση» θέλουν. Είναι βασανιστές ακόμη και με το να διατηρούν ένα φιλικό προσωπείο με γενναιοδωρία και «ανθρωπισμό», προσωπείο έτοιμο να εκραγεί και να κλιμακώσει τη βία σε μια εξ’ ορισμού βίαια και άνιση σχέση.

Πρόκειται για βασικά χαρακτηριστικά της σχέσης αφεντικού – εργάτη με τη διαφορά ότι στην περίπτωση των μεταναστών εργατών οι «ισορροπίες» ή καλύτερα, οι αντιθέσεις μεταξύ των δύο πόλων εκμηδενίζονται a priori και οδηγούν ταχύτερα σε ψυχολογικά και σωματικά βασανιστήρια, αν δεν καταλήξουν σε δολοφονίες.

Μπροστά σ’ αυτή τη σχέση-βασανιστήριο, το μεγαλύτερο κομμάτι του ντόπιου πληθυσμού έχει να επιδείξει μια αξιοπρόσεκτη ανοχή που ιστορικά μπορεί να εξηγηθεί με την αποτυχία του εργατικού κινήματος να θέσει τα κοινωνικά προτάγματά του κόντρα στον πολιτικό προσανατολισμό των μικρομεσαίων στρωμάτων. Η συλλογική ανοχή είναι το πιο γόνιμο έδαφος για τις σύγχρονες εργασιακές σχέσεις που αναπτύσσονται (και) σ’ αυτόν τον τόπο, προς όφελος των νεοφιλελεύθερων επιδιώξεων.

 

w2

«Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε…»

Σε μια δόση, κατά τη διάρκεια της διακοπής (όταν το «θέατρο» της δίκης σταματάει, ακούει κανείς σημαντικές ατάκες) ένας ένστολος απευθύνεται με έναν σχετικά ήπιο τόνο στους αλληλέγγυους λέγοντας πως «βρε παιδιά σεβαστείτε τη θέση του, είναι πολύ δύσκολη θέση αυτή του κατηγορούμενου, οποιοσδήποτε θα μπορούσε να είναι στη θέση του». Κρίνοντας από το ολίγον τι χαλαρό και «δε βαριέσαι» ύφος του, ο ένστολος αυτός μοιάζει να είναι αγγελιοφόρος μιας ζωής που θα βιώνεται από εδώ και στο εξής με τους όρους που περιγράψαμε παραπάνω: βασανιστής – βασανιζόμενος.

Πλέον οποιοσδήποτε θα μπορεί να βρίσκεται στη θέση του σγούρδα, σε μια θέση (βασανιστής) δηλαδή που μπορεί από τη μια να εμφανίζεται μπροστά μας ως μια ανατριχιαστική υπόθεση απανθρωπιάς ωστόσο αποτελεί και θα αποτελεί ολοένα περισσότερο έναν εργαλειακό ρόλο, μια φυσιολογική θέση στο κοινωνικό-οικονομικό σύστημα. Την ίδια στιγμή, υπονοείται πως κι από την άλλη πλευρά θα υπάρχουν θύματα, απώλειες, εργάτες – σκλάβοι. Και η εργατική τάξη όπως διδάσκει η ιστορία θα αναγνωρίζει τον εαυτό της ως τέτοια όταν αρνείται την ύπαρξη που διώκεται «φυσιολογικά», στη ροή μιας καθημερινότητας, στη ροή μιας ζωής δηλαδή που την αφορά μόνο η επιβίωση, απογυμνωμένη από ψυχή, πάθη και συναισθήματα. Κάπου διάβασα πρόσφατα ένα εύστοχο σχόλιο για την «θεοποίηση» της επιβίωσης: «η επιβίωση αποτελούσε πάντοτε μια έγνοια των ανθρώπων, μια προεξάρχουσα μάλιστα έγνοια για τους περισσότερους από αυτούς, μόνο στην εποχή μας φαίνεται να λαμβάνει σχεδόν ένα είδος ηθικού κύρους». Η αποκαθήλωσή της θα πρόσθετα εγώ είναι δουλειά των από τα κάτω ταξικών σχηματισμών – οτιδήποτε παίρνει τη θέση ηθικού κύρους στον καπιταλισμό έχει τη σφραγίδα των κυρίαρχων.

Μια τελευταία σημείωση στο ζήτημα της παρακολούθησης της δίκης, του «δημόσιου» χαρακτήρα της και της «διεκδίκησης του χώρου». Χωρίς να έχουμε αυταπάτες για τον ταξικό χαρακτήρα της δικαιοσύνης και τις πολιτικές διευθετήσεις που αναλαμβάνει στις εκάστοτε συγκυρίες, η παρουσία αλληλέγγυων αποδεικνύει ότι ο δημόσιος χαρακτήρας μιας δίκης, η θέασή της για να μπορεί να έχει άποψη η «κοινή γνώμη» όπως χαρακτηριστικά διακηρύττει η φιλελεύθερη αντίληψη, δεν είναι μια κρατική παροχή, ένα «κερδισμένο» δικαίωμα όλων των «πολιτισμένων πλευρών». Ο Ουαλίντ στις αρχές της δικαστικής περιπέτειας συνέχιζε ν’ απειλείται από τα πρώην αφεντικά και τους φίλους του, συνεχίζοντας να ζει σε μια κοινωνία που το πολύ πολύ ν’ άλλαξε τον φούρνο που έπαιρνε το ψωμί της. Το ότι η παρουσία αλληλέγγυων κατάφερε να κόψει τον βήχα της αλαζονείας τους ήταν μια απαραίτητη κίνηση για τον ίδιο πρώτα πρώτα και για τους κρατικούς λειτουργούς οι οποίοι βλέπουν εδώ και χρόνια να περνούν από τα δικαστικά έδρανα μετανάστες εργάτες κατηγορούμενοι για τη «νομιμότητα» της παραμονής τους και για το ηθικό τους κύρος.

Στον «δημόσιο χαρακτήρα» της δίκης η αλληλέγγυα παρουσία έχει μια ταξική υπόσταση, αποτελεί μια ελάχιστη ταξική διεκδίκηση μέσα στον στενό κρατικό χώρο των δικαστών και των ανθρωποφυλάκων. Όταν βέβαια συνοδεύεται με πολύμορφες συνοδευτικές δράσεις (πορείες, ενημερώσεις, παραγωγή κειμένων κ.λπ) τότε επιτυγχάνεται μεγαλύτερη συγκρότηση, συνοχή και το κυριότερο συνέχεια: για να μην φτάνουμε εκ των υστέρων στις δικαστικές αίθουσες.

Είναι προτιμότερο να προλαβαίνουμε την πραγματικότητα της ταξικής σύγκρουσης έξω από το θέαμα που παράγεται μέσα στους ναούς της δικαιοσύνης – όπου δυστυχώς είμαστε και μεις συμμέτοχοι.

Είναι προτιμότερο να κόβουμε από τη ρίζα τη σχέση των Ουαλίντ, των βασανιστών αφεντικών τους και των συνηγόρων τους. Αυτοί οι τελευταίοι αμείβονται με χρήματα που παρήγαγε με την υπεραξία του ο ουαλίντ σ’ εκείνο τον φούρνο στη Σαλαμίνα. Σ’ αυτόν τον «κύκλο» είναι το πρόβλημα.




ντραμς μεμβράνες ιστορίας

whiplash-miles-teller-andrew

Αρκούν δύο πρόσφατες ταινίες όπως το Birdman και το Whiplash να αναζωπυρώσουν το παγκόσμιο ενδιαφέρον για το περίφημο ντραμ σετ, τον πυρήνα μιας μπάντας, τη μήτρα του ρυθμού, τον «μαέστρο» που παίρνει από τα χέρια όλα τα όργανα και βοηθά τις νότες να ανυψώνονται μετέωρες και να χορεύουν μπροστά μας; Και βέβαια δεν αρκούν˙ και βέβαια δεν τίθεται ζήτημα αναζωπύρωσης ενδιαφέροντος, απλά δεν έβρισκα άλλη εισαγωγή -άτσαλος πάντα, άντε να ‘μετρήσω’ να ‘μπούμε’: «ένα-δύo, ένα-δύο-τρία-τέσσερα» -.

Τα ντραμς, οι πρόγονοί τους, τα «κομμάτια» του σύγχρονου σώματός τους είναι συσσωρευμένη ανθρώπινη ιστορία: έρχονται από τη Μεσοποταμία, βρίσκονται σε σπηλιές του Περού, συνοδεύουν τις τελετές των Αμερικανών Ινδιάνων, είναι στις αποσκευές των μεταναστών που φτάνουν από την Κίνα στις ΗΠΑ στα τέλη του 19ου αιώνα, κάνουν την εφετζίδικη δουλειά σε θέατρα και χορευτικά, είναι η «ψυχή» των παρελάσεων στη Νέα Ορλεάνη, είναι η φιλική πλάτη που ακουμπάει όλη η δημιουργικότητα του πιάνου, της κιθάρας, του κοντραμπάσου, των πνευστών, των χάλκινων, είναι οι μεμβράνες μιας καρδιάς που χτυπάει από γεννησιμιού και ξαναχτυπάει μοναδικά και διαφορετικά μέσα στη γραμμή της ζωής, για να κορυφώσει και να σιγήσει.

Τα ντραμς κυοφορούν μέσα τους ζωή και θάνατο, είναι ροκ είναι και πανκ: ένα απλό ρολάρισμα στα «τομ» ισοδυναμεί με τον εφηβικό ενθουσιασμό των πρώτων ερωτικών καλεσμάτων, μιας πρώιμης απροσδιόριστης γλύκας και σεξουαλικότητας˙ ένα «μπρέηκ» και ένα χτύπημα στο «τσάινα» αποθεώνει την κάβλα ως ιέρεια, θορυβώδης στιγμή ηδονής που καταλήγει και εξωτερικεύεται˙ ένα σήκωμα του «χάι χατ» στις άρσεις είναι μια περήφανη άρνηση ενός καταπιεστικού ρυθμού ζωής, μια μικρή περηφάνια κόντρας, πονηρή δρομίσια˙ ένα δυνατό, στακάτο παίξιμο χωρίς πολλές σάλτσες βγάζει τους καναπέδες έξω στο δρόμο, περιχαρακώνει, ξεφυσάει μίσος και οργή, στήνει οδόφραγμα και καλεί εντός για χορό και επανάσταση. Το «ράϊντ», αυτό το κύμβαλο που από τη στιγμή που το ακουμπάς ξεκινάς τη βροχή, είναι σα να βάζεις μπροστά ένα φορτηγάκι και να ταξιδεύεις βαλκάνια και ηπα χωρίς σταματημό, δεν υπάρχει στ’ αλήθεια προορισμός, μια ονειρώδης υφή και τροχιά˙ οι «σκούπες» στο ταμπούρο, βαθιά αγκαλιά, σχεδόν νανούρισμα από μια ακουστική, μικροσωματίδια στον αέρα γεμάτα ονόματα, συναισθήματα, ιστορίες που δεν βλέπουμε αλλά υπάρχουν.

Τα ντραμς έχουν ιστορία (δια)ταξική, είναι στα χείλη και την ανθρώπινη φωνή, ξεπηδούν από τον ρυθμό και τη μελωδία των φωνητικών χορδών: με λίγη υπερβολή ενδεχομένως τα βρίσκουμε στο ρυθμό των νέγρων σκλάβων που συντονίζονταν τραγουδιστά για να υποφέρουν τη δουλειά και να μην «εκθέτουν» κάποιους στα μάτια του λευκού αφεντικού. Αργότερα, τη δεκαετία του ‘40 οι πιο περίπλοκοι ρυθμοί στα ντραμς, ενταγμένοι στο ρεύμα του μπιμποπ, σηματοδότησαν μια «απάντηση» στη λευκή mainstream ιδεολογία, σε μια κίνηση δηλαδή που είχε ξεκινήσει 20 και 30 χρόνια πριν, ως ενσωμάτωση των μπλουζ και τη μεταμόρφωσή τους στη δημοφιλή jazz.

Ο ρυθμός και τα ντραμς είναι μάλλον αδέρφια: αν παρατηρήσετε το στόμα διαφόρων ντράμερ θα δείτε ότι μουρμουρίζουν, τρίζουν τα δόντια τους από μέσα, δεν είναι τίποτε άλλο από τ’ αδέρφια που άλλοτε συνεργάζονται και άλλοτε καυγαδίζουν. Τα χέρια, τα δάχτυλα, οι κλειδώσεις δίνουν ρεύμα στις μπαγκέτες και οι μεμβράνες των τυμπάνων το επιστρέφουν πίσω. Ρεύμα που πηγαινοέρχεται, ήχος που απαιτεί έλεγχο, μαεστρία, αγκαλιά, οικειοποίηση. Και δόσιμο ξανά.

υγ 1: αφιερωμένο στο φίλο λευτέρη (ντράμερ μια φορά κι έναν καιρό)  που όταν ακούμε ενδιαφέροντα παιξίματα, ενθουσιαζόμαστε λες και ανακαλύπτουμε τον κόσμο από την αρχή.

υγ 2: να ζήσουν τα κοκκινισμένα μπουτάκια που χρησιμεύουν για ταμπούρο όλων των επίδοξων ντράμερ.

υγ 3: όποιος μπορεί να μου κάνει δώρο ένα σετ ντραμς. Ευχαριστώ.





Συνέντευξη Τύπου για τους αναρχικούς απεργούς πείνας

 

Τ α στυνομοκρατούμενα νοσοκομεία στα οποία έχουν μεταφερθεί οι διαμαρτυρόμενοι με απεργία πείνας αναρχικοί Ν. Ρωμανός, Α. Μπουρζούκος, Γ. Μιχαηλίδης και Δ. Πολίτης, τα ειρωνικά σχόλιά σε αλληλέγγυους («περνάτε μόνο αν έχετε φαγητό») καθώς και η πρόταση – «λύση» του υπουργού Δικαιοσύνης Χ. Αθανασίου για παρακολούθηση μαθημάτων με τηλεδιάσκεψη, αποτελούν μια σαφή επίδειξη κρατικής πυγμής, προεόρτια για τις φυλακές τύπου Γ που έχει θεσπίσει η κυβέρνηση.

Κάπως έτσι θα μπορούσε κάποιος να συνοψίσει την πολιτική στάση που εξέφρασαν στη σημερινή συνέντευξη Τύπου στο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός οι γονείς των απεργών πείνας Ρωμανού και Μιχαηλίδη.

Η γιατρός των κρατουμένων Λίνα Βεργοπούλου (μητέρα του Μπουρζούκου) επεσήμανε για άλλη μια φορά την κρισιμότητα της κατάστασης του Νίκου Ρωμανού ήδη από την 10η ημέρα ενώ σημείωσε ότι δεν πρόκειται για ένα άτομο αποκλίνουσας συμπεριφοράς, όπως αρκετοί τον παρουσιάζουν, ούτε ένα άτομο με κάποια ψυχοπαθολογική διαταραχή. Η γιατρός αρνήθηκε να μπει σε μια ιατρική φιλολογία για τον θάνατό του ενώ σχολίασε ότι καμιά εξουσιαστική κίνηση δεν κατάφερε ποτέ να απαξιώσει μια απεργία πείνας.

«Πρόκειται για μια συνειδητή απόφαση αγώνα […] ο Νίκος οδηγήθηκε σε απεργία πείνας λόγω της απάθειάς μας», συμπλήρωσε σε άλλο σημείο της τοποθέτησής της ενώ έκανε εκτενείς αναφορές στο βασανιστήριο της αναγκαστικής σίτισης.

Από την πλευρά του ο Πέτρος Δαμιανός, εκπαιδευτικός-διευθυντής στο σχολείο φυλακών ανηλίκων στον Αυλώνα και δάσκαλος του Νίκου Ρωμανού, εκπροσωπώντας το σύλλογο καθηγητών του σχολείου χαρακτήρισε ανεπίτρεπτο αυτό που συμβαίνει: «η λύση έπρεπε να έχει βρεθεί χθες», είπε χαρακτηριστικά.

Με τη σειρά της η Αναστασία Τσουκαλά, εγκληματολόγος, σχολίασε την κυβερνητική στάση ως επίδειξη κρατικής πυγμής ενώ έκανε λόγο για την πολιτική διαχείριση του ζητήματος από την κυβέρνηση και από τον υπουργό Δικαιοσύνης Χ. Αθανασίου. «Ο κ. Αθανασίου περίμενε να μετρήσει το κύμα συμπάθειας και αλληλεγγύης στον Ρωμανό σ’ όλη τη χώρα, ωστόσο όλο αυτό το διάστημα διακινδυνεύει την υγεία του». Η κ. Τσουκαλά είπε ότι η παιδεία δεν είναι ένα νεκρό γράμμα για να «προτείνεται» εξ αποστάσεως από τον υπουργό, ενώ τέλος χαρακτήρισε τη διαχείριση του ζητήματος ως μια απόπειρα προέκτασης της νοοτροπίας των φυλακών τύπου Γ στις φυλακές τύπου Β.

Ο πατέρας του Νίκου Ρωμανού στην εισήγησή του κατέστη σαφές ότι για οτιδήποτε συμβεί από δω και στο εξής ο υπουργός Χ. Αθανασίου και η κυβέρνησή του είναι οι μόνοι υπαίτιοι για ό,τι συμβεί. «Η νομότυπη βία εκπροσωπεί τους επιβιώσαντες της μεταπολίτευσης», σχολίασε σε άλλο σημείο της ομιλίας του και κατέληξε: «Δεν πρόκειται να βγάλω σε κοινή θέα τα συναισθήματά μου, ο γιος μου ακολουθεί μια υπεύθυνη ηθική στάση».

Έκκληση από την πλευρά του για άσκηση του δικαιώματος στην εκπαίδευση από τους πολιτικούς κρατούμενους έκανε ο πατέρας του Μιχαηλίδη ο οποίος αναφέρθηκε στη διαπόμπευση από τα ΜΜΕ καθώς και την τιμωρητική διάθεση του κράτους με πρόσχημα πειθαρχικές ποινές του παρελθόντος.

«Ένας λαός που δεν έχει οδηγό την ουτοπία, δεν πάει πουθενά, διαλύεται», θα πει λίγο αργότερα σε σύντομη παρέμβασή ο πατέρας του Μπουρζούκου.

Τέλος, η γιατρός Όλγα Κοσμοπούλου παρενέβη για να ξεκαθαρίσει πως την ευθύνη για ό,τι συμβεί την έχει όποιος δεν ικανοποιεί ένα τόσο απλό αίτημα. Η Ο. Κοσμοπούλου αναφέρθηκε στα ψηφίσματα του συλλόγου εργαζομένων του νοσοκομείου Γεννηματάς καθώς και της ΕΙΝΑΠ (Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας-Πειραιά) σύμφωνα με τα οποία καταγγέλλεται η παραγγελία της αναγκαστικής σίτισης στους θεράποντες ιατρούς από τις κρατικές αρχές.

«Η στόχευση τους», δήλωσε χαρακτηριστικά, «δεν είναι η προφύλαξή του κόσμου από κάποιον εχθρό, η στόχευση είναι οι άλλοι, οι υπόλοιποι».

Την αλληλεγγύη τους εξέφρασαν συλλογικότητες όπως η Αντιεξουσιαστική Κίνηση Αθήνας, η Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων κ.α.

Σημειώνεται ότι η αρνητική εισήγηση στο δικαστικό συμβούλιο για το αίτημα του Ρωμανού για εκπαιδευτική άδεια στο ΤΕΙ που πέρασε, έγινε από τον εισαγγελέα Παναγιώτη Καψιμάλη. Το συμβούλιο αποφασίζει σήμερα.

Φωτογραφία Δρομογράφος