1

Πρωινή βόλτα στην Κνωσό

 

DSC_0406

DSC_0397

DSC_0394

DSC_0341

DSC_0356

 




Berlin

 

 

 

 

 




Barry Underwood. Σουρεαλιστική παρέμβαση στο φυσικό τοπίο

 

Ο Αμερικανός φωτογράφος Barry Underwood με επιρροές από τις θεατρικές του σπουδές αλλά και την σύγχρονη τέχνη δημιουργεί φωτιστικές εγκαταστάσεις σε εξωτερικά φυσικά περιβάλλοντα. Με τη χρήση της τεχνολογίας των led, φωτοβόλων υλικών αλλά και αξιοποιώντας φωτογραφικές τεχνικές δημιουργεί φανταστικούς κόσμους με πρωταγωνιστή το φως.

Η δουλειά του αποτυπώνεται φωτογραφικά με κάμερα μεσαίου ή μεγάλου φορμά με μακρά έκθεση(long exposure). Πρόκειται για μεγάλης κλίμακας light installations χτισμένα σε συγκεκριμένα τοπία.

16-Underwood_RodeoBeach

Rodeo Beach

Η δουλειά του βασίζεται στις επιρροές τόσο από την land art και τη σκηνοθετημένη φωτογραφία όσο και από τον Μινιμαλισμό ενώ η κοινωνική και οικολογική ιστορία των ιδιαίτερων περιοχών που επιλέγει οδηγούν τη δουλειά του.

Το έργο του Barry Underwood λαμβάνει χώρα σε φυσικό περιβάλλον που επιλέγει προσεκτικά. Μεγάλο μέρος του έργου του τοποθετείται σε υδάτινο περιβάλλον. Τα έργα fishes, Moon, Northbar και Northbar 2, Aurora, Trace, Bleu τοποθετούνται στο νερό ή δίπλα σε αυτό.

13-Underwood_FishII

Fishes

Ο καλλιτέχνης χαρακτηριστικά αναφέρει:

barry_underwood_1

Bleu

“Οι εικόνες είναι τεκμηριώσεις διοραμάτων και εγκαταστάσεων πλήρους μεγέθους που δημιουργήθηκαν σε φυσικά τοπία. Χρησιμοποιώντας την ψευδαίσθηση, την φαντασία και την αφήγηση οι φωτογραφίες μου εξερευνούν τις προεκτάσεις του συνηθισμένου. Προσεγγίζω τη φωτογραφική μου δουλειά με θεατρική ευαισθησία, σαν κινηματογραφιστής ή σκηνογράφος.

Διαβάζοντας το τοπίο και αλλάζοντας τη θέα μέσω του φωτός και των φωτογραφικών εφέ, τροποποιώ το καθημερινό και συνηθισμένο σε κάτι μοναδικό. Το φως και το χρώμα αλλάζει την προοπτική του χώρου ενώ αποδομεί την οπτική των κοινών αντικειμένων. Αυτός ο συνδυασμός καθιστά τις φόρμες στο τοπίο αφηρημένες. Βασική έμπνευση αποτελεί η σύγχρονη ζωγραφική, ο κινηματογράφος και η land art. Το αποτέλεσμα στις φωτογραφίες είναι τόσο οικείο όσο και σουρεαλιστικό.

11-Underwood_AuroraGreen

Aurora(green)

Η διαδικασία που ακολουθώ για να δημιουργήσω ένα έργο ξεκινά με σχέδια. Η ιδέα προϋπάρχει και στη συνέχεια αναζητώ το τοπίο ή κάποιες φορές δημιουργώ με βάση ένα συγκεκριμένο τοπίο”

tumblr_mr2i8rjwom1r0i205o9_1280

Norquay (Yellow)

Οι εικόνες είναι από την επίσημη σελίδα του καλλιτέχνη barryunderwood.com




Ένας Άνθρωπος Υπό Χρεοκοπία

 

Η σκέψη και μόνο να βρεθώ στην εφορία για να τακτοποιήσω τις ομολογουμένως ατακτοποίητες οφειλές μου μου έφερνε πονοκέφαλο. Περνώντας το κατώφλι της ΙΖ’ Αθηνών αισθανόμουν ένα τόσο δα ανθρωπάκι σε ένα καφκικό περιβάλλον ανήμπορο μπροστά στο σύστημα ενός κράτους που αποφάσιζε ερήμην του.

Το κτίριο ήταν γεμάτο και μπροστά από κάθε υπάλληλο δεκάδες άλλα ανήμπορα ανθρωπάκια περίμεναν υπομονετικά να διαπραγματευτούν, να συνεννοηθούν, να τακτοποιήσουν και εν τέλει να πληρώσουν.

Όσο πλησίαζε η σειρά μου ένιωθα να συρρικνώνομαι. Μέχρι να φτάσω στο γκισέ έγινα τόσο μικρή σχεδόν ανύπαρκτη. Η υπάλληλος με δυσκολία άκουγε αυτά που της έλεγα. Πόση φωνή μπορεί να βγάλει ένα μυρμήγκι; Ένιωθα πως είχα ολότελα χρεοκοπήσει. Ένα οικονομικό, συναισθηματικό και ψυχικό φαλιμέντο.

Έχετε χρέη; Είστε σε οικονομική κρίση;

Δεν μπορείτε να πληρώσετε το ενοίκιο σας; ούτε καν το ηλεκτρικό;

Οι προσπάθειες συμβιβασμού με τους δανειστές σας απέτυχαν;

Ο σύντροφος σας σας εγκατέλειψε;

Νιώθετε πως είστε ένα βήμα πριν την καταστροφή;

Την ίδια μέρα αργά το απόγευμα περπατώντας για το θέατρο σκεφτόμουν την τραγική ειρωνεία να δω μια παράσταση που ο τίτλος της είναι αυτό που αισθάνομαι. Η χρεοκοπία δεν είναι απλά μια λέξη, είναι μια σκιά που ζει ανάμεσα μας. Έχει γίνει κομμάτι της καθημερινότητάς μας, πίνουμε μαζί της τον πρωινό μας καφέ και της λέμε την τελευταία καληνύχτα πριν σβήσουμε το φως.

Και εκεί στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου την είδα την παντοδύναμη μέγαιρα, αόρατη και ορατή συνάμα, έτοιμη να ισοπεδώσει τον ανήμπορο άνθρωπο.

The Incredible Shrinking Man01

Στην ιστορία που ξετυλίγεται ένας άνθρωπος φτάνει στο μισό της ύπαρξης του χάνοντας σταδιακά τα πάντα.  Η γυναίκα του τον εγκαταλείπει, συγκεντρώνοντας σε μια βαλίτσα ό,τι αντέχει να κρατήσει από τη κοινή τους ζωή. Και όταν αυτή αποχωρεί η χρεοκοπία έρχεται να επισφραγίσει την ύπαρξή της μέσω ενός εντεταλμένου εκκαθαριστή.

Θα αναλάβω εγώ την υπόθεση σας , θα πουλήσω τα υπάρχοντά σας στο λεπτό

Η περιουσία σας έχει μολυνθεί, χρειάζεται κάθαρση

Η αποστολή μου είναι να εξαφανιστούν τα πάντα. Και θα εξαφανιστούν, μην αμφιβάλλετε καθόλου

Κυρίως είναι αλάθητη η μέθοδος μου

Ορίζω πολύ χαμηλές τιμές για τα πράγματα, έχω διαπιστώσει ότι φεύγουν πολύ πιο εύκολα και όλοι επωφελούνται από αυτό.

Στο πλευρό του τώρα πια στέκεται μόνο αυτός που σαν μεταμοντέρνος πνευματικός οδηγός αναλαμβάνει  να διαπραγματευτεί με τους πιστωτές και να οργανώσει ένα σχέδιο αποκατάστασης.

Ο άνθρωπος έχοντας να διαπραγματευτεί με ένα υλικό και ηθικό χωρισμό , επιστρέφει στη γύμνια του, αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία. Καλείται να αρχίσει και πάλι από το μηδέν και να εφεύρει μια καινούρια ζωή

Αυτή είναι η ευκαιρία σας να κάνετε μια νέα αρχή

Δεν χρειάζεται να φροντίζεται πια τα υπάρχοντα σας πάρα μόνο τον εαυτό σας

Ο χώρος , ο χρόνος οι φυσικές σας ανάγκες δεν θα σημαίνουν τίποτα πια για σας

επιτελούς θα βρείτε την ισορροπία σας, θα απελευθερωθείτε από τα πάντα και θα είστε έτοιμοι για την καινούρια σας ζωή

Σε αυτή την μοναχική του πορεία σύμμαχος του γίνεται ένα βιβλίο. The shrinking man. Ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας όπου ο ήρωας μέρα με τη μέρα συρρικνώνεται κατά τρία χιλιοστά και πρέπει να προσαρμόσει τις ανάγκες του σε ένα περιβάλλον ολοένα και πιο εχθρικό, πιο απειλητικό. Και με αυτόν τον ήρωα ταυτίζεται ο άνθρωπος. Είναι ο προσωπικός του ηθικός οδηγός για να προχωρήσει και να ξαναγεννηθεί.

Το έργο του David Lescot Ένας Άνθρωπος Υπό Χρεοκοπία  μιλάει για τη σημερινή Ευρώπη της οικονομικής κρίσης και των παράπλευρων συνεπειών που έχει αυτή στον άνθρωπο. Μιλάει για την κρίση που βιώνουμε όλα τα ανθρωπάκια στις ουρές της εφορίας, της τράπεζας, του νοσοκομείου. Στις ουρές των συσσιτίων που αν δεν βρεθήκαμε ακόμα είναι ένα κλικ μακριά μας. Για την κρίση της ταυτότητας, της ύπαρξης μας. Για τις αγωνίες και τους φόβους και τη μοναξιά μας.

 

Από τη διεθνή θεατρική ομάδα “BΕΑΤΝΙΚS” ,

Συγγραφέας: David Lescot

Μετάφραση: Μαρία Ευσταθιάδη

Σκηνοθεσία: Francesco Bonomo

Σκηνικά-κοστούμια: Κατερίνα Λιάκου

Eπιμέλεια κίνησης: Μαριάνθη Ψωματάκη

Μουσική επιμέλεια: Massimiliano Bonomo

Οργάνωση παραγωγής: Progetti Carpe Diem/La Casa delle Storie 

Ηθοποιοί: Σπυρίδων Ξένος, Χρήστος Τανταλάκης, Δήμητρα Χαριτοπούλου

Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων: από 7 Οκτώβρη ως 15 Νοέμβρη,

από Τετάρτη ως Σάββατο στις 21:15, Κυριακή στις 19.00 στο  Θέατρο του Νέου Κόσμου

 

 

 




Νέμεση, μη λησμονήσεις, δεν πρέπει να λησμονήσεις, ποτέ μη λησμονήσεις

 

5

1

8

4

2

6

7

3




James Tapscott, συνομιλώντας με το τοπίο

 

Ο Αυστραλός καλλιτέχνης James Tapscott γεννήθηκε το 1980 στο Perth της Αυστραλίας. Ιδρυτής του προγράμματος Globelight, προωθεί με events και εκθέσεις νέα ταλέντα στο χώρο του φωτισμού και του design ενώ δραστηριοποιείται σαν καλλιτέχνης και ο ίδιος.  Δημιουργεί κατά κύριο λόγο εγκαταστάσεις(installations) και από το 2000 εισάγει στο έργο του το φως. Τα έργα του στο μεγαλύτερο μέρος τους συνδιαλέγονται με τη φύση και πραγματοποιούνται σε εξωτερικό περιβάλλον ενώ μεγάλο αριθμό φωτιστικών εγκαταστάσεων έχει δημιουργήσει παραπλεύρως ή εντός του υδάτινου στοιχείου.

Ο James Tapscott χρησιμοποιεί υλικά με βάση το φως και φυσικά στοιχεία προκειμένου να δημιουργήσει έργα που  εντάσσονται στο τοπίο χωρίς να διαταράσσουν την ισορροπία του. Συνήθως δημιουργεί απλές και κομψές φόρμες που τις εντάσσει στο φυσικό περιβάλλον. Αυτή η αλληλεπίδραση ανάμεσα στη δημιουργία του και στο τοπίο δίνει τη δύναμη να ξεπεραστεί η γλώσσα ως κώδικας επικοινωνίας και τη δυνατότητα να αρθούν τα όρια μεταξύ ύλης και ενέργειας.

arcone

Arc One, Λίμνη Tyrrell, 2009

Τα έργα του είναι ενεργειακά αποδοτικά και ευαίσθητα με το φυσικό περιβάλλον. Με την εφήμερη φύση τους προσπαθούν να θυμίσουν ότι ο κόσμος επικοινωνεί με μας μέσα από την αλλαγή των εποχών, του κλίματος και της τοπιογραφίας.

Ο James Tapscott σημειώνει για το έργο του:

Για το πώς επιλέγει τις τοποθεσίες του

Επιλέγει τις τοποθεσίες που δημιουργεί τα έργα του με γνώμονα τη μοναδικότητά τους. Για τη λίμνη Tyrell αναφέρει συγκεκριμένα τον τρόπο που έρχεται και φεύγει η παλίρροια καθημερινά και τον άνεμο που προκαλεί την εξάτμιση του νερού. Είναι τόσο επίπεδη και λιτή που μπορεί κανείς να αντιληφθεί την καμπυλότητα της γης όταν στέκεται στη μέση.

jamestapscott04

The flow project, Wild dog creek, 2011

Άλλα μέρη τα επιλέγει εξαιτίας ίσως του τρόπου που τα δέντρα αναπτύσσονται , τον τρόπο που κινείται ένα ποτάμι γύρω από τις πέτρες αλλά και για τον τρόπο που η γη συναντά τη θάλασσα. Και αυτό είναι κάτι που τον προκαλεί να δουλέψει και να το τονίσει με φως.

jamestapscott_45656456_large

The Transference Field, Slovakia, 2013

Για τους συμβολισμούς στο έργο του

Προσπαθεί να αποφεύγει τους συμβολισμούς. Αυτό που επιδιώκει να επιτύχει μέσω της απουσίας της γλώσσας είναι να κρατήσει τις φόρμες του λιτές , όσο αυτό είναι δυνατό, με σκοπό να μην έχει να πει κάτι απευθείας στον θεατή και να επιτρέψει στο τοπίο να το χειριστεί με έναν οπτικό τρόπο. Αν δημιουργήσει κάτι περίπλοκο δεν θα είναι αξιοπρόσεκτη η επίδραση του φαινομένου στο τοπίο. Στην ουσία πρόκειται για μια συνεργασία ανάμεσα σε αυτόν και το τοπίο και για αυτό τον λόγο προσπαθεί να διατηρήσει την απλότητα στη δουλειά του.

Για αυτό που επιθυμεί να δει ο θεατής:

Αυτό που προσπαθεί να πετύχει είναι να καθιστά ικανό τον θεατή να δει ή να καταλάβει για το τοπίο κάτι που δεν είχε αντιληφθεί πριν από αυτήν την παρέμβαση. Χρησιμοποιεί το φως ως μέσον για να ενισχύσει την οπτική των φαινομένων και να επικεντρώσει την προσοχή σε κάτι που σε άλλη περίπτωση δεν θα ήταν αξιοπρόσεχτο. Για παράδειγμα οι φόρμες που δημιουργήθηκαν στο έργο Αrc Οne  δημιουργήθηκαν στη διάρκεια ενός ολόκληρου μήνα, όταν η παλιρροϊκή κίνηση της λιμνοθάλασσας κινούσε το φωτεινό σχοινί λίγο κάθε μέρα και ο αέρας διαφοροποιούσε διακριτικά το προεξέχων σχοινί που με την εξάτμιση του άλατος δημιουργούσε μικρές μάζες γης. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να θεωρηθεί μια ολική εμπειρία εκτός αν και κάποιος το παρακολουθούσε καθόλη τη διάρκεια του μήνα.

Για την τεχνολογία που επιλέγει

Η επιλογή της εκάστοτε τεχνολογίας εξαρτάται από το ίδιο το έργο. Συνήθως χρησιμοποιεί LED ενώ όταν δεν υπάρχει η δυνατότητα παροχής ενέργειας  χρησιμοποιεί μπαταρίες. Πολύ συχνά χρησιμοποιεί και οπτικές ίνες, όπως στο έργο Threshold,  καθώς είναι εύκαμπτες και παρέχουν έναν οργανικό τρόπο στη μεταφορά φωτός, όπως ένας σωλήνας νερού.

jamestapscott05

Threshold, Ocean Grove , 2011

Το έργο Arc One δημιουργήθηκε με τη χρήση φωτεινού σχοινιού καθώς έχει ιδιαίτερη αντοχή στο νερό και μπορεί να διαμορφωθεί από την ένωση πολλών κομματιών. Το τελικό του μήκος έφτασε τα 100 μέτρα. Στο Arc Seven  που είναι ένα έργο ακόμα υπό διαμόρφωση χρησιμοποιήθηκε κυκλικός λαμπτήρας φθορισμού.

Το The flow project δημιουργήθηκε με ηλιακής ενέργειας led που κινούνταν με το ρεύμα του νερού. Το συγκεκριμένο πρότζεκτ είχε σαν στόχο να ιδωθεί σαν φωτογραφικό και σαν επέκταση ενός άλλου πρότζεκτ που δούλευε στο εργαστήριο χρησιμοποιώντας οπτικές ίνες. Η ιδέα ήταν να αποτυπωθεί η κίνηση στον χρόνο. Ο τρόπος που η κάμερα μπορεί να αιχμαλωτίσει την στιγμή και να επιτρέψει στον θεατή να το αποσυμπιέσει κοιτάζοντας την εικόνα έχει πραγματικό ενδιαφέρον.  Στόχος ήταν η αφήγηση της ροής του νερού μέσα από τις εικόνες διαμέσου του φωτός.

Γιατί επιλέγει το νερό

Το νερό είναι ιδιαίτερα ελκυστικό σαν υλικό ,ιδιαίτερα με την αλληλεπίδραση του με το φως. Ο τρόπος που ανακλά και διαθλά το φως είναι μοναδικός και παρέχει τη δυνατότητα να ενισχυθεί η κατανόηση μας για το φως. Επίσης ο τρόπος που συμπεριφέρονται φως και νερό έχουν ομοιότητες. Για παράδειγμα ο τρόπος που γεμίζουν τον χώρο. Επιπλέον το νερό είναι ένα ιδανικό  μέσο για να συλλάβεις και να εργαστείς σε σχέση με τον χρόνο. Είναι τόσο σταθερό στην κίνηση του που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να πει τον χρόνο, όπως τα παλιά μεσαιωνικά ρολόγια νερού. Επίσης σχετίζεται και άμεσα με την ψυχολογία καθώς το νερό παρέχει τη δυνατότητα να χαλαρώνει και να ενδυναμώνει , να καθαρίζει το μυαλό και να το καθιστά έτοιμο για νέες εμπειρίες. Τέλος ο τρόπος που επικοινωνεί η βαρύτητα , η επιπεδότητα του σε ένα τοπίο επιτρέπει να συλλάβουμε την περιοχή και την παρουσία του εδάφους εντός του οπτικού μας πεδίου.

Z7C1959_alt_sml-1469x944

Arc Seven, prototype, 2013

 




Η λέπρα, η τρέλα, η ανεργία και οι κοινωνικές εκκαθαρίσεις

 

«Γύρω απ’ τα τέλη του Μεσαίωνα, η λέπρα εξαφανίζεται από τον δυτικό κόσμο. Στα περιθώρια της ανθρώπινης κοινότητας, κοντά στις πύλες των πόλεων, ξαπλώνονται έρημες πια εκτάσεις που αν κι η αρρώστια έπαψε να τις μαστίζει, τις άφησε στείρες κι ακατοίκητες για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Τούτες οι εκτάσεις των λεπρών, για αιώνες θ’ ανήκουν στο χώρο του απάνθρωπου. Αλλά από τον 14ο μέχρι τον 15ο αιώνα, θα τους λάχει να γνωρίσουν και θα χρειαστεί να ξορκίσουν μια νέα ενσάρκωση του κακού, έναν άλλο μορφασμό του φόβου, αναβιώσεις τελετουργιών εξαγνισμού και διαπόμπευσης».
Μισέλ Φουκώ, «Η Ιστορία της τρέλας», εκδ. Ηριδανός

Έτσι ξεκινά ο Φουκώ, εξερευνώντας την ιστορία της τρέλας: από τα χιλιάδες λεπροκομεία που άδειασαν ξαφνικά όταν η λέπρα εξαλείφθηκε από την Ευρώπη. Η τεράστια ακίνητη περιουσία που συνιστούσαν όλα αυτά τα ιδρύματα δεν πήγε χαμένη. Στην πορεία χρησίμευσε για να στεγαστούν οι άνθρωποι που περίσσευαν κάθε φορά στις τοπικές κοινωνίες, οι άνεργοι, οι φτωχοί, οι περιθωριοποιημένοι, και τελικά οι «τρελοί», εκείνοι που δεν υπάκουαν στους εκάστοτε κανόνες της Λογικής. «Φτωχοί, αλήτες, ξεστρατισμένοι και μυαλά αλαφροϊσκιωτα» θα ντυθούν τον παλιό ρόλο των λεπρών, όπως λέει ο Φουκώ. Ο δυτικός κόσμος θα εφεύρει το μέτρο της «εγκάθειρξης» (interment).

«H εγκάθειρξη, πριν ακόμη αποκτήσει το ιατρικό νόημα της εισαγωγής σε ψυχιατρεία που της δώσαν αργότερα, ή που τουλάχιστον μας αρέσει να της δίνουμε, είχε ελάχιστη σχέση με τη φροντίδα της θεραπείας», σημειώνει ο Φουκώ. Η αναγκαιότητα της εγκάθειρξης είχε χαρακτήρα «αναπόσπαστα ηθικό και οικονομικό», συνδεδεμένο με μια «ορισμένη αντίληψη για την εργασία». Σε εποχές πλήρους απασχόλησης και υψηλών ημερομισθίων, η αντίληψη αυτή μεταφραζόταν σε ένα μηχανισμό διάθεσης φτηνής χειρωνακτικής εργασίας, ενώ σε περιόδους ανεργίας εξυπηρετούσε την απορρόφηση των ανέργων και προστασία της κοινωνίας από ταραχές και ξεσηκωμούς.

Ξαναδιαβάζοντας την «Ιστορία της τρέλας» το καλοκαίρι του 2015 στην Ελλάδα, πολλοί θα ένιωθαν μια παρηγοριά: Φτωχοί, αλήτες, ξεστρατισμένοι και μυαλά αλαφροϊσκιωτα τουλάχιστον δεν είστε μόνοι, και μάλλον δεν είστε και τρελοί.

Σπιναλόγκα

 

Η έναρξη της πρακτικής της εγκάθειρξης εντοπίζεται σε ένα βασιλικό διάταγμα της Γαλλίας, στις 27 Απριλίου 1656, για την ίδρυση του «Γενικού Νοσοκομείου». Γράφει ο Φουκώ:

(…)

«Απ’ την αρχή, το ίδρυμα όριζε σαν επιδίωξή του να να καταστείλει «την επαιτεία και την αεργία, σαν πηγές κάθε ανωμαλίας». Στην πραγματικότητα, εδώ βρίσκουμε το τελευταίο απ’ τα μεγάλα μέτρα που είχε λάβει η Αναγέννηση για να πολεμήσει την ανεγία και τη ζητιανιά. Στα 1532, η Βουλή του Παρισιού είχε αποφασίσει να συλλαμβάνονται οι ζητιάνοι και να υποχρεώνονται να δουλέψουν στους υπονόμους της πόλης, δεμένοι ανά δύο μ’ αλυσίδες. Η κρίση οξύνεται γρήγορα και, στις 23 του Μάρτη του 1534, βγαίνει διαταγή να φύγουν απ’ την πόλη «οι φτωχοί κι άποροι μαθητές» και «να μην τραγουδούν πια τροπάρια στους δρόμους, μπρος στα προσκυνητάρια». Οι θρησκευτικοί πόλεμοι πλησιάζουμε τούτο το αμφίβολο πλήθος, όπου μπερδεύονται αγρότες διωγμένοι απ’τη γη τους, στρατιώτες απολυμένοι ή λιποτάκτες, εργάτες άνεργοι, φτωχοί μαθητές κι άρρωστοι.

Όταν ο Ερρίκος ο Δ΄ πολιορκεί το Παρίσι, η πόλη, που έχει τουλάχιστον 100.000 κατοίκους, διαθέτει πάνω από 30.000 ζητιάνους. Στις αρχές του 17ου αιώνα οργανώνεται μια οικονομική επιχείρηση: αποφασίζουν να εξαλείψουν με τη βία όλους τους άνεργους που δεν κατάφεραν να βρουν μια θέση στην κοινωνία· με μιαν απόφασή της, στα τέλη του 1606, η Βουλή αποφασίζει να μαστιγώνονται δημόσια οι ζητιάνοι του Παρισιού, να τους σημαδεύουνε στον ώμο, να τους ξυρίζουν το κεφάλι κι έπειτα να τους διώχνουν απ’ την πόλη· τέλος, για να μην μπορούν να επιστρέψουν, μια νέα διαταγή του 1607 τοποθετεί σώμα στρατιωτών στις πύλες της πόλης, που εμποδίζουν την είσοδο στους ζητιάνους.

Ο Τριαντακονταετής πόλεμος εξαφανίζει τα αποτελέσματα της οικονομικής αναγέννησης· τα προβλήματα της ζητιανιάς και της ανεργίας οξύνονται πάλι· μέχρι τα μισά του αιώνα, η σταθερή αξία των φόρων πιέζει τις βιοτεχνίες και αυξάνει την ανεργία. Τότε ακριβώς έχουμε το ξεσήκωμα στο Παρίσι (1621), στη Λυών (1652), στη Ρουέν (1639). Την ίδια εποχή ο εργατικός κόσμος αποδιοργανώνεται από την εμφάνιση νέων οικονομικών δομών· όσο αναπτύσσονται οι μεγάλες βιοτεχνίες, τόσο οι συντεχνίες χάνουν τη δύναμη και τα δικαιώματά τους. Οι «Γενικοί κανονισμοί» απαγορεύουν κάθε συνέλευση εργατών, κάθε ένωση, κάθε «συνεταιρισμό».

Ωστόσο, σ’αρκετά επαγγέλματα, οι συντεχνίες ξαναϊδρύονται. Τις καταδιώκουν, αλλά φαίνεται ότι οι Βουλές σ’αυτό το σημείο είναι κάπως χλιαρές· στη Νορμανδία, αίφνης, η Βουλή αποφεύγει να δικάσει τους στασιαστές της Ρουέν, δηλώνοντας αναρμοδιότητα. Σίγουρα γι’αυτό το λόγο επεμβαίνει τότε η Εκκλησία και καταδικάζει τους στασιαστές σαν μάγους, παρομοιάζοντας τις κρυφές συγκεντρώσεις τους με τις πρακτικές της μαγείας. Σε μιαν απόφαση της Σορβόννης του 1655, διαβάζουμε ότι όσοι προσχωρούν στις τάξεις των κακών συντεχνιτών, είναι «ιερόσυλοι κι ένοχοι για θανάσιμο αμάρτημα».

Σπιναλόγκα

 

Σ’ ετούτη τη βουβή σύγκρουση, όπου η αυστηρότητα της Εκκλησίας εναντιώνεται στην επιείκεια της Βουλής, το Γενικό Νοσοκομείο εμφανίζεται σαν μια κοινοβουλευτική νίκη. Κι οπωσδήποτε είναι μια νίκη, νέου τύπου: είναι η πρώτη φορά που αντί για τα μέτρα αποπομπής, που είναι σαφώς αρνητικά, έχουμε μέτρα εγκλεισμού, με τη μεγάλη εγκάθειρξη· ο άνεργος ούτε τιμωρείται πια, ούτε διώχνεται· τον αναλαμβάνει το κράτος «δημοσία δαπάνη», τον τρέφει και τον στεγάζει, αλλά με αντάλλαγμα την προσωπική του ελευθερία. Ανάμεσα σε αυτόν και στην κοινωνία εγκαθιδρύεται ένα ύποπτο σύστημα υποχρεώσεων: έχει δικαίωμα να τρέφεται, αλλά πρέπει να δεχτεί το σωματικό και ηθικό καταναγκασμό της εγκάθειρξης.

DSC_0246β

 

Το διάταγμα του 1656 έχει στόχο όλην ετούτη την λίγο συγκεχυμένη μάζα: τον πληθυσμό χωρίς έσοδα, χωρίς κοινωνικούς δεσμούς, την τάξη που βρέθηκε άκληρη ή έστω πρόσκαιρα μετακινητή εξαιτίας της νέας οικονομικής ανάπτυξης.

Το διάταγμα αυτό, μόλις δεκαπέντε μέρες μετά την υπογραφή του, διαβάστηκε και διακηρύχτηκε στους δρόμους. Παράγραφος 9: «Απαγορεύουμε αυστηρά σε όλα τα πρόσωπα όλων των φύλων και ηλικιών, όποια κι αν είναι η καταγωγή και η ιδιότητά τους και σ’όποια κατάσταση κι αν βρίσκονται, υγιή ή ανάπηρα, ασθενή ή αναρρωνύοντα, ιάσιμα ή ανίατα, να ζητιανεύουν στην πόλη και στα περίχωρα του Παρισιού, στις εκκλησίες ή στις πόρτες των εκκλησιών, στις πόρτες των σπιτιών ή στους δρόμους ή σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο, κρυφά ή φανερά, μέρα ή νύχτα…, με ποινή μαστιγώματος για όποιον συλλαμβάνεται για πρώτη φορά, και κάτεργου για τη δεύτερη».

Την επόμενη Κυριακή – στις 13 Μάη του 1657- στην εκκλησία Saint – Luis de la Pitie ψάλουν μια επίσημη δέηση στο Άγιο Πνεύμα· και τη Δευτέρα το πρωί, το αστυνομικό τμήμα που θα γινόταν στη μυθολογία του λαϊκού φόβου «οι τοξότες του Νοσοκομείου», βγαίνει στο κυνηγητό των ζητιάνων και τους στέλνει στα διάφορα κτίρια του Νοσοκομείου. Τέσσερα χρόνια αργότερα η Salpetriere, θα στεγάζει 1460 γυναικόπαιδα· η Pitie 98 αγόρια, 897 κορίτσια από 7 έως 17 χρονών και 95 γυναίκες· η Bicetre 1615 ενήλικους άντρες· η Savonnerie 305 αγόρια, από 8 έως 13 χρονών· τέλος στο Scipion έβαλαν τις έγγυες, τα βρέφη και τα νήπια, σύνολο 530. Στην αρχή οι έγγαμοι δεν γίνονταν δεκτοί, ακόμη κι αν ήσουν ολότελα άποροι· η διοίκηση ήταν υποχρεωμένη να τους θρέφει κατ’οίκον· γρήγορα όμως, χάρη σε μια δωρεά του Μαζαρίνου, μπορούν να τους στεγάσουν στην Salpetriere. Συνολικά έχουμε τότε 5 έως 6 χιλιάδες άτομα.

DSC_0274

 

Σ’ ολόκληρη την Ευρώπη η εγκάθειρξη έχει το ίδιο νόημα, τουλάχιστον στην αρχή. Αποτελεί μιαν από τις απαντήσεις που έδωσε ο 17ος αιώνας στην οικονομική κρίση που προβάλλει τότε σ’ ολόκληρο τον δυτικό κόσμο: πτώση των μισθών, ανεργία, εξαφάνιση ρευστού χρήματος, όλο αυτό το σύνολο των γεγονότων πιθανόν να οφείλεται σε μια κρίση της ισπανικής οικονομίας.

Ακόμη κι η Αγγλία, που εξαρτάται λιγότερο από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες απ’ το σύστημα, πρέπει να επιλύσει παρόμοια προβλήματα. Παρόλα τα μέτρα που πάρθηκαν για ν’αποφύγουν την ανεργία και την πτώση των μισθών, η φτώχεια ολοένα και μεγαλώνει στη χώρα. Το 1622 εμφανίζεται το φυλλάδιο Grevious groan for the Poor, που αποδίδουν στον Dekker, και που υπογραμμίζει τον κίνδυνο και καταγγέλλει τη γενική αδιαφορία: «Μόλο που ο αριθμός των φτωχών αυξάνει καθημερινά, τα πάντα γυρίζουν στο χειρότερο και τίποτε δεν συντρέχει στην ανακούφισή τους…, πολλές ενορίες σπρώχνουν τους φτωχούς κι άνεργους αλλά υγιείς ενορίτες τους στη ζητιανιά, στο σούφρωμα και στην κλεψιά για να ζήσουν, και το κακό αυτό μολύνει ολόκληρη τη χώρα». Ο φόβος είναι μην την πνίξει· κι αφού δεν γίνεται να περάσουν από τη μια χώρα στην άλλη, όπως συμβαίνει στην ηπειρωτική Ευρώπη, προτείνεται μια άλλη λύση, «να τους εξορίσουν και να τους μεταφέρουν στις ανατολικές Ινδίες».

Το 1630, ο βασιλιάς ιδρύει μιαν επιτροπή που οφείλει να επιβλέπει την αυστηρή εφαρμογή των νόμων για τους φτωχούς. Την ίδια χρονιά δημοσιεύει μια σειρά από «κανόνες και οδηγίες»· συνιστάται ιδιαίτερα η καταδίωξη των αγυρτών και ζητιάνων, καθώς κι όλων εκείνων που «ζούνε άεργοι κι αρνούνται να δουλέψουν για λογικά μεροκάματα, ή σπαταλάνε ό,τι έχουν στις ταβέρνες». Θα πρέπει να τιμωρούνται σύμφωνα με τους νόμους και να κλείνονται σ’ αναμορφωτήρια· όσο για κείνους που έχουν γυναίκα και παιδιά, θα πρέπει να αποδείξουν ότι είναι παντρεμένοι, και τα παιδιά τους βαφτισμένα, «γιατί τέτοιοι άνθρωποι ζουν σαν πρωτόγονοι, δίχως να παντρεύονται, να βαφτίζονται ή να κηδεύονται· κι οι τέτοιες ξεδιάντροπες ελευθερίες οδηγούν κόσμο και κόσμο ν’αρέσκεται στην αλητεία». Η οικονομική ανόρθωση της Αγγλίας στα μισά του αιώνα, δεν καταφέρνει να λύσει το πρόβλημα μέχρι την εποχή του Κρόμβελ, αφού και τότε ακόμη ο Λόρδος Δήμαρχος παραπονιέται ότι «αυτό το σκυλολόι λυμαίνεται την πόλη, ταράζει τη δημόσια τάξη, πολιορκεί τ’ αμάξια και τα σταματά, ζητάει με δυνατές κραυγές ελεημοσύνη στις πόρτες των εκκλησιών και στα σπίτια».

DSC_0254

Για μεγάλο διάστημα τα αναμορφωτήρια και οι χώροι του Γενικού Νοσοκομείου θα χρησιμέψουν για μαντρί των άνεργων, των άεργων, των ζητιάνων. Κάθε φορά που δημιουργείται μια κρίση κι ο αριθμός των φτωχών υψώνεται κατακόρυφα, τα ιδρύματα εγκάθειρξης ξαναπαίρνουν, έστω παροδικά, την πρώτη οικονομική τους σημασία. Στα μισά του 18ου αιώνα, η κρίση πάλι φουντώνει: 12000 άποροι εργάτες στη Ρουέν, άλλοι τόσοι στην Τουρ· στη Λυών κλείνουν οι βιοτεχνίες. Ο κόμης του Argenson «που ορίζει την επικράτεια του Παρισιού και την έφιππης χωροφυλακής», διατάζει να συλλαμβάνονται όλοι άποροι του βασιλείου· η έφιππη χωροφυλακή δρα στην επαρχία για να το πετύχει, ενώ και στο Παρίσι συμβαίνει το ίδιο πράγμα κι έτσι «είναι βέβαιο ότι κανείς δεν θα ξεφύγει, αφού θα παγιδευτούν απ’ όλες τις μεριές».

Στις περιόδους όμως που δεν υπάρχει κρίση οικονομική, η εγκάθειρξη αποκτά άλλο νόημα. Η καταπιεστική λειτουργία της αποκτά τότε μιαν άλλη χρησιμότητα. Εδώ το πρόβλημα πια δεν είναι να κλειστούν οι άνεργοι, αλλά να βάλουμε τους ακαμάτες να δουλέψουν, κι έτσι να υπηρετήσουν τη γενική ευημερία. Η εναλλακτική λύση είναι προφανής: σ’ εποχές πλήρους απασχόλησης και υψηλών ημερομισθίων, διάθεση φτηνής χειρωνακτικής εργασίας· και σε περιόδους ανεργίας, απορρόφηση των ανέργων και προστασία της κοινωνίας από ταραχές και ξεσηκωμούς. Ας μην λησμονάμε ότι οι πρώτοι οίκοι εγκάθειρξης εμφανίστηκαν στην Αγγλία, στις πιο βιομηχανοποιημένες περιοχές της χώρας: Worcester, Norwich, Bristol· κι ακόμη ότι το πρώτο «Γενικό Νοσοκομείο» είχε ανοίξει στη Λυών, σαράντα χρόνια πριν από το αντίστοιχό του στο Παρίσι· κι ότι πρώτη απ’ όλες τις γερμανικές πόλεις που απόκτησε το Zuchthaus της, το 1620, ήταν το Αμβούργο.

Ο κανονισμός του, που δημοσιεύτηκε το 1622, είναι σαφέστατος. Οι εγκάθειρκτοι οφείλουν ανεξαίρετα να δουλεύουν. Η αξία του έργου τους υπολογίζεται με ακρίβεια, και τους δίνουν γι’ αμοιβή το ένα τέταρτο. Γιατί η δουλειά δεν πρέπει νά’ ναι μόνο μια αποσχόληση, πρέπει νά’ναι και παραγωγική. Οι οκτώ διευθυντές του οίκου καθιερώνουν ένα γενικό πλάνο. Ο Werkmeister αναθέτει στον καθένα μια ιδιαίτερη δουλειά και, στο τέλος της εβδομάδας, εξακριβώνει αν έχει γίνει καλά. Αυτός ο κανόνας εργασίας θα πρέπει να ίσχυε ακόμα μέχρι του τέλος του 18ου αιώνα αφού ο Howard, στην επίσκεψή του, διαπιστώνει ότι ακόμα «κλώθουν, πλέκουν κάλτσες, υφαίνουν μάλλινα και λινά, φτιάχνουν βαφές, τρίβουν ξύλο και κέρατο ελαφιού για να φτιάξουν χρώματα. Η δουλειά ενός εύρωστου άντρα που τρίβει το ξύλο, πληρώνεται με 45 λίρες την ημέρα. Μερικοί άντρες, μερικά άλογα, ασχολούνται με μια νεροτριβή. ‘Ενας σιδερά δουλεύει ασταμάτητα». Κάθε οίκος εγκάθειρξης στη Γερμανία έχει τη δικιά του ειδικότητα: γνέθουν κυρίως στη Βρέμη, στο Μόναχο, στο Αννόβερο, στο Βερολίνο, στο Μπρούνσβικ. Οι άντρες τρίβουν βαφές στη Βρέμη και στο Αμβούργο. Στη Νυρεμβέργη γυαλίζουν οτπικά κρύσταλλα. Στη Μαγεντία η κυριότερη δουλειά είναι το άλεσμα του σταριού.
(…)

DSC_0199

 

Η αναγκαιότητα της εγκάθειρξης, αναγκαιότητα με χαρακτήρα αναπόσπαστα ηθικό και οικονομικό, διαμορφώθηκε σύμφωνα με μιαν ορισμένη αντίληψη για την εργασία. Στην εποχή της Λογικής, εργατικότητα και αεργία χαράξανε ανάμεσά τους μια διαχωριστική γραμμή, που ήρθε ν’ αντικαταστήσει την παλιά εκείνη της λέπρας. Το σύστημα εγκάθειρξης γρήγορα πήρε τη θέση του λεπροκομείου μες στο γεωγραφικό χάρτη των ξορκισμένων τόπων, καθώς και στα τοπία του κόσμου της ηθικής. Τα παλιά λατρευτικά έθιμα της αποδιοπομπής ξαναγεννήθηκαν μα, τη φορά αυτή, στον κόσμο της παραγωγής και του εμπορίου. Κι ακριβώς εδώ, στο χώρο αυτό της καταραμένης αεργίας, χώρο επινόηση μιας κοινωνίας που τον νόμο της εργασίας τον αντιμετώπισε σαν μια ηθική διάσταση, θα εμφανιστεί η τρέλα, και θα εγκατασταθεί. Θα έρθει μια μέρα που θα μπορέσει να οικειοποιηθεί όλα τ’ άγονα λημέρια της αεργίας, που θα περάσουν σ’ αυτήν σάμπως μέσ’ από κάποια πολύ παλιά και σκοτεινή κληρονομιά. Ο 19ος αιώνας θα δεχτεί, και μάλιστα θ’ απαιτήσει, να μεταβιβαστούν αποκλειστικά στους τρελούς οι ίδιοι χώροι όπου πριν από ενατόν πενήντα χρόνια, θέλησαν να μαντρώσουν τους εξαθλιωμένους, τους απόκληρους, τους άνεργους.
(…)

DSC_0311

 

Η εγκάθειρξη είναι ένας θεσμός του 17ου αιώνα. Απαρχής κατάφερε τόσο πολύ ν’ απλωθεί, που να μην έχει πια τίποτε το κοινό με το είδος φυλάκισης που εφαρμόζουν στο Μεσαίωνα. Σαν μέτρο κοινωνικής αντίληψης και οικονομικής πολιτικής, διαθέτει μιαν ορισμένη αξία πρωτοτυπίας, Αλλά, για την ιστορία της τρέλας, αποτελεί έναν σταθμό αποφασιστικό: είναι η στιγμή που η τρέλα κάνει την εμφάνισή της στον κοινωνικό ορίζοντα της φτώχειας, της ανικανότητας για εργασία, της απροσαρμοστικότητας· είναι η στιγμή που αρχίζει να εσωματώνεται στα προβλήματα της πολιτείας. Οι νέες σημασίες που δίνουν στη φτώχεια, η έμφαση στην επιταγή της εργασίας, και σ’ όλες τις συναφείς ηθικές αξίες, επισημαίνουν από μακριά τι λογής χαρακτήρα θ’ αποκτήσει τώρα η εμπειρία της τρέλας, και ποιο νόημα.

Μια ευαισθησία γεννήθηκε, χάραξε μια γραμμή, όρθωσε ένα κατώφλι κι έκαμε την εκλογή της – να εξορίζει. Η κλασική κοινωνία κρατά μια περιοχή ουδέτερη, μια σελίδα λευκή όπου η αληθινή ζωή της πολιτείας ξάφνου αναστέλλεται: εδώ η τάξη δεν συγκρούεται με το χάος, η λογική δεν προσπαθεί πια ν’ ανοίξει μοναχή της το δρόμο, παραμερίζοντας όσα θέλει η η ίδια ν’ αποφύγει ή όσα την αρνούνται. Εδώ η λογική βασιλεύει σ’ όλη της τη δόξα, στην πιο καθαρή μορφή της, αλλά η νίκη της ενάντια στο ξέσπασμα του παραλογισμού είναι μια νίκη στημένη από τα πριν. Κι έτσι θα ξεριζώσουν την τρέλα από τα χωράφια της φανταστικής ελευθερίας που τη γονίμευε, όσο κρατούσε ακόμα η Αναγέννηση. Δεν είναι μακριά η εποχή που αντιστέκονταν, με τον Βασιλιά Ληρ και τον Δοκ Κιχώτη, μέρα μεσημέρι. Αλλά σε λιγότερο από μισόν αιώνα βρέθηκε αποκλεισμένη κι αλυσοδεμένη μες στο φρούριο της εγκάθειρξης, κομμάτι αναπόσπαστο της Λογικής και των κανόνων της ηθικής, χαμένη στα μονότονα σκοτάδια τους.

(…)

DSC_0204




Στα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας

 

Από τις προσφυγικές πολυκατοικίες της Λεωφόρου Αλεξάνδρας περνάω σχεδόν καθημερινά. Κάθε φορά έκανα την ίδια σκέψη, να έρθω μια μέρα με τη φωτογραφική να τραβήξω. Πάντα μια δεύτερη σκέψη με εμπόδιζε. Πόσοι και αν έχουν φωτογραφήσει εδώ, πόσο θα ενοχλήσει η παρουσία μου, πως θα μου φαινόταν αν το σπίτι που ζούσα το έβλεπαν σαν αξιοθέατο και πόσο μάλλον αξιοπερίεργο.
Ξεκίνησα απλά να κάνω μια βόλτα και να χωθώ στα στενά της παλιάς προσφυγικής πολιτείας. Το πρώτο χαμόγελο με προκάλεσε να ξεθαρρέψω και να βγάλω τη μηχανή από την τσάντα. Το δεύτερο που συνοδεύτηκε από μια γλυκιά καλημέρα άφησε πίσω μου όλους τους ενδοιασμούς. Και τελικά αποφάσισα πως δεν ήταν η μέρα που φωτογράφισα στα προσφυγικά αλλά αυτή που αντάλλαξα τις πιο πολλές χαμογελαστές καλημέρες.




prisoners, εγκλωβισμένοι στην πόλη

 




Πλατεία Αργεντινής Δημοκρατίας