1

η τουριστική περίοδος δεν τελειώνει ποτέ

 

“Je hais les voyages et les explorateurs” – «Μισώ τα ταξίδια και τους εξερευνητές»

Claude Lévi-Strauss

Μέρα τη μέρα, γίνεται σχεδόν αδύνατο να μιλήσει κανείς ενάντια στο τέρας του τουρισμού, αφού ο τουρισμός είναι εκείνος ο τομέας που δημιουργεί κέρδη 3,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως. Σ’ έναν κόσμο που ο παράδεισος συγκροτείται από καλές ειδήσεις ανταγωνιστικότητας, παραγωγικότητας και καινοτομίας, ένα τέτοιο ποσό προκαλεί μόνο ευτυχία. Αλίμονο, απ’ τον τουρισμό περιμένουν πολλοί να ζήσουν, με πρώτο απ’ όλους το ελληνικό κράτος, το οποίο αναστενάζει σχεδόν ερωτικά, κάθε φορά που κάποιος αξιωματούχος του, ξεστομίζει τη φράση «η βαριά βιομηχανία της χώρας είναι ο τουρισμός».

Εξάλλου το τέρας του τουρισμού έχει πλέον πολλά κεφάλια και δεν αρκούν οι συζητήσεις για τα προβλήματα που δημιουργεί η μαζική μετακίνηση ταξιδιωτών, η ανάπτυξη με όρους τεράστιων ξενοδοχείων και γηπέδων γκολφ, η πρακτική του all inclusive, η περίφραξη δημόσιων χώρων κλπ. Δεν αρκούν καν οι προβληματισμοί γύρω από επαναλαμβανόμενα περιστατικά όπως αυτό της δολοφονίας του 22χρονου Αμερικανού στη Ζάκυνθο. Όποιος έχει πάει σε συγκεκριμένα σημεία της Κω, της Ρόδου, της Ίου, της Κρήτης και αλλού, γνωρίζει την ατμόσφαιρα που κυριαρχεί. Πέρα απ’ τα ελληνικά σύνορα, δεν είναι λίγα τα περιστατικά, που τουρίστες συλλαμβάνονται ή και απελαύνονται, γιατί πόζαραν γυμνοί σε κάποιον αρχαίο ναό, έκαναν την ανάγκη τους στη μέση μιας αγοράς και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς ότι φέρνει ο συνδυασμός αλκοόλ και καφρίλας μαζί με την υπόσχεση των “πιο απίστευτων διακοπών που θα μας μείνουν αξέχαστες”.

Πέρα απ’ όλα αυτά, μοιάζει να έχει συντελεστεί μια αλλαγή, κάτι βαθύ και συνολικό και οι συνέπειές αυτής της μεταβολής στον τρόπο που εννοούμε πια τον τουρισμό, εκτείνονται τόσο στις μεταλλάξεις του τοπίου, όσο και στον ίδιο τον τρόπο που υπάρχουμε εμείς μέσα στην πραγματικότητα. Είμαστε όλοι εν δυνάμει τουρίστες, ή ίσως ακριβέστερα εναλλάξ παρατηρητές και παρατηρούμενοι, καταναλωτές τοπίων και της πραγματικότητας των άλλων. Το κάθε ταξίδι μας, αν όχι και η κάθε βόλτα εμπεριέχει μια δόση τουρισμού στη ζωή και τα σπίτια των άλλων.

‘Free Tours By Foot’ στο Bushwick ή όπως το λένε κάποιοι ντόπιοι, ghetto tourism

 

Στο Bushwick για παράδειγμα, μια φτωχή περιοχή της Νέας Υόρκης, διοργανώνονται «δωρεάν περίπατοι» προκειμένου οι επισκέπτες να περιηγηθούν στα graffiti της περιοχής με την συνοδεία του απαραίτητου ξεναγού. Διαβάζουμε για το Bushwick μερικά στοιχεία. Το 30% των κατοίκων ζουν κάτω απ’ το (ομοσπονδιακά ορισμένο) όριο της φτώχειας. Το 42% δεν έχουν τελειώσει το σχολείο. Είναι επιπλέον μια γειτονιά, της οποίας μόλις το 9% των κατοίκων είναι λευκοί. Δεν υπάρχει απαραίτητα κάτι το προβληματικό σε μια οργανωμένη βόλτα για να δει κανείς τα graffiti σε μια υποβαθμισμένη περιοχή, αλλά ταυτόχρονα είναι κάπως περίεργο, λευκοί άνθρωποι να περιφέρονται με έναν λευκό συνοδό σε μια γειτονιά μαύρων και ισπανόφωνων, λες και δε θα μπορούσαν να περπατήσουν την ίδια διαδρομή μόνοι τους. Η τέχνη που έχει για καμβά τον τοίχο είναι εξορισμού ανοιχτή κι ελεύθερη για τα μάτια όλων, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση, αρχίζει και δημιουργείται η εντύπωση ότι τα αντικείμενα της παρατήρησης (έστω εμμέσως) δεν περιορίζονται σε όσα έχουν βαφτεί στο τσιμέντο. Οι τουρίστες του Bushwick περπατούν παρατηρώντας διαδοχικά τα graffiti, το τοπίο και τους ίδιους τους ανθρώπους που ζουν στο σημείο. Η θέση που παίρνουν μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία, αναγκαστικά τους τοποθετεί στο ίδιο σημείο με κάποιον που παρατηρεί τα κλουβιά στο ζωολογικό κήπο. Ενθουσιάζεται με την άγρια ομορφιά και την αυθεντικότητα, αλλά τον καθησυχάζουν τα κάγκελα και στην προκειμένη περίπτωση η παρουσία του συνοδού ή η ιδέα ότι όλη αυτή η περιήγηση, σύντομα θα τελειώσει. Είναι ωραία αυτή η πραγματικότητα, αρκεί να έρθεις σε επαφή μαζί της σε ορισμένες ποσότητες.

τί βλέπουν οι τουρίστες σ’ αυτή την τρύπα της αμερικανικής μητρόπολης; περιθώριο ή ίσως το ιδανικό σημείο για μια νέα γκαλερί;

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ξεναγός και διοργανωτής των περιπάτων είναι ένας λευκός καλλιτέχνης που ασχολείται με την street art και έχει μετακομίσει τα τελευταία τέσσερα χρόνια στην περιοχή. Μια περιοχή που βρίσκεται πλέον σε ένα ιδιότυπο αλλά γνώριμο μεταίχμιο. Ένας κάτοικος το περιγράφει ως μια σύνθεση «ανθρωποκτονιών και ολιστικών εργαστηρίων, όπλων και ντόνατς με φουά γκρα». Στο τοίχο μιας ρημαγμένης μονοκατοικίας στα όρια Κεραμεικού – Μεταξουργείου έγραφε πριν κάποια χρόνια (όπως το θυμάμαι από μνήμης) «όπου δεν φτάνει το γκλομπ του μπάτσου, φτάνει το πινέλο του καλλιτέχνη». Αλλά αυτή η περιοχή – όριο είναι έτσι κι αλλιώς μια αλλόκοτη σύνθεση, αφού η απόσταση μεταξύ της οδού Ιάσωνος και της οδού Κεραμεικού είναι μικρή και ταυτόχρονα τεράστια.

Αν η συνθήκη στο Bushwick δημιουργεί ερωτήματα, αναρωτιέται κανείς τι θα πρέπει να σκεφτούμε για τα favela tours που ευδοκιμούν τα τελευταία χρόνια στη Βραζιλία. Το 2014 επισκέφτηκαν τις φαβέλες του Ρίο 5ο.οοο τουρίστες.

 

Κριτική έχουν ασκήσει πολλοί. Μιλούν για αντικειμενοποίηση των φτωχών ανθρώπων, για ένα είδος ηδονοβλεψίας για μετατροπή της φτώχειας σε διασκέδαση και για περαιτέρω ενίσχυση (και επιβεβαίωση) του διαχωρισμού μεταξύ τρίτου κόσμου και ανεπτυγμένων πολιτών. Ο αντίλογος είναι ότι κερδίζουν χρήματα οι ίδιοι οι κάτοικοι και ότι οι τουρίστες βλέπουν από πρώτο χέρι τις συνθήκες ζωής. Ο Kennedy Odede που μεγάλωσε σε μια παραγκούπολη του Ναϊρόμπι γράφει για την πρώτη φορά που ήρθε αντιμέτωπος με αυτό το είδος τουρισμού, όταν ήταν 16 χρονών. Βρισκόταν μέσα στο σπίτι του,  δύο μέρες νηστικός και ξαφνικά είδε μια λευκή γυναίκα να τον φωτογραφίζει. Ένιωσε, λέει σαν τίγρης στο κλουβί. Περιγράφει επίσης ένα γκρουπ ανθρώπων που ως κομμάτι του tour μπήκαν σε ένα σπίτι για να δουν μια γυναίκα που γεννούσε εκείνη την ώρα ή το κλικ της φωτογραφικής μηχανής και μαζί ένα επιφώνημα θαυμασμού μπροστά στο θέαμα ενός ηλικιωμένου ανθρώπου που αφόδευε στο δρόμο. Ίσως για αυτού του είδους την τουριστική περιήγηση να είναι πιο ακριβής μια άλλη ονομασία που συνήθως δίνεται – reality tourism. Τουρίστες στην πραγματικότητα των άλλων.

η πραγματικότητα των άλλων σε μια φαβέλα στο Ρίο, ένα εντυπωσιακό φόντο όπως και να το κάνεις.

 

Τα τελευταία τρία χρόνια έχουν οργανωθεί διάφορες διαδηλώσεις ενάντια στις συνέπειες του τουρισμού. Στην φωτογραφία παρακάτω μια ιδιότυπη κόντρα. Ο ντόπιος που δεν αντέχει άλλο την υπερβολική παρουσία του τουρίστα και ο τουρίστας που σε αυτό απαντάει με μια σέλφι.

όταν σε διώχνουν, αλλά εσύ είσαι Βαρκελώνη για διακοπές.

 

Πέρσι επισκέφτηκαν την Βαρκελώνη, μια πόλη 1,6 εκατομμυρίων, 32 εκατομμύρια τουρίστες. Οι κάτοικοι διαμαρτύρονται για την αύξηση των ενοικίων, για τις αλλαγές στην πόλη, για τις συνέπειες της οικονομικής πραγματικότητας μιας τέτοιας πόλης που επιβάλλει ακόμη και το ποιες δουλειές μπορούν να υπάρχουν – πόσα καταστήματα με σουβενίρ και γρήγορο φαγητό μπορεί ν’ αντέξει μια πόλη; Η απάντηση μπορεί να είναι, όσα μπορούν οικονομικά να επιβιώσουν. Αλλά τότε δε λαμβάνουμε υπόψη ότι μπορεί η ίδια η πόλη που επιβιώνει να είναι μια άλλη πόλη, ο χαρακτήρας και η ταυτότητά της να έχουν αλλάξει σε τέτοιο δραματικό βαθμό, που αυτή η αλλαγή να μην εντάσσεται σε κάποια κατανοητή μεταβολή που φέρνει ο χρόνος και οι συνθήκες, αλλά σε μια ολοκληρωτική υποταγή στην ισοπεδωτική λογική ενός παγκόσμιου μολ με θετικό ισολογισμό.

foto του Χ. Σ. από τη Βαρκελώνη, αντίστοιχο πανό υπάρχει και στην Άνω Πόλη στη Θεσσαλονίκη.

 

Κατά κάποιο τρόπο ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Πλάκα, η οποία έχει καταλήξει, ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, να είναι ένα μη μέρος. Από τη μια μεριά, ασφυκτικά γεμάτη από τουρίστες που κατά γκρουπ γεμίζουν τα στενά δρομάκια, αγοράζοντας απερίγραπτα σουβενίρ και τρώγοντας μουσακά σε σουβλατζίδικα (ή το ανάποδο). Από την άλλη, οι καταστηματάρχες σε ένα ατελείωτο κρεσέντο passive aggressive  συμπεριφοράς. Απ’ τη δουλικότητα της προσέγγισης του περαστικού με το μενού ανά χείρας, στο χυδαίο δειλό, μισοσιωπηλό – μέσα απ’ τα ενωμένα δόντια, παραλήρημα για τα μπούτια και τον κώλο της ίδιας κοπέλας που πέρασε και δεν κάθισε να παραγγείλει τίποτα. Η δουλικότητα στα αγγλικά, η λύσσα στα ελληνικά, γιατί τέτοια είναι η γλώσσα μας, περήφανη και ανυπότακτη.

Βαρκελώνη πάλι

 

Στη Βαρκελώνη συζητάνε και παίρνουν μέτρα, αλλά η προσέγγισή τους είναι πάλι οικονομική. Όριο στις κλίνες, όριο στα νέα ξενοδοχεία, φορολόγηση στους νέους τρόπους διαμονής, τύπου Airbnb. (Παρεμπιπτόντως το θέμα του Airbnb επανέρχεται διαρκώς τον τελευταίο καιρό, με αφορμή δημοσιεύματα – αλλά και την εμπειρία μας – για τις συνέπειες της ευρείας διάδοσής του σε περιοχές όπως τα Εξάρχεια ή το Κουκάκι.)

ενδεικτική αφίσα στη Βενετία για το Airbnb (via https://www.facebook.com/AntiEvictionMappingProject/ )

 

Το ζήτημα όμως δεν είναι ζήτημα χρημάτων, δεν λύνεται με λιγότερες άδειες ξενοδοχείων ή με βαρύτερη φορολόγηση του aribnb και των αντίστοιχων υπηρεσιών. Το ζήτημα πηγαίνει παραπέρα, πολύ παραπέρα, και αγγίζει θέματα ταυτότητας, γενικότερης κατεύθυνσης και προσέγγισης σε έννοιες όπως η ανάπτυξη, η επιβίωση, η ευτυχία (συγνώμη για τη χρήση λέξης που δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί) και πάει λέγοντας.

από διαδήλωση στη Βενετία το Νοέμβριο του 2012

 

Κάποιοι κάτοικοι σε όλα τα σημεία του πλανήτη κατά καιρούς αντιδρούν με διαδηλώσεις, αφίσες και αυτοσχέδιες καταδρομικές επιχειρήσεις όπως κάποτε σε νησί των Κυκλάδων, που μια παρέα έσκιζε τα λάστιχα των τζιπ που πάρκαραν στα πλακόστρωτα της Χώρας.

Αλλά τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να σταματήσει την ακόρεστη δίψα του ανθρώπου να καταπιεί και να καταναλώσει άμεσα και δυναμικά και το τελευταίο απάτητο (ή έστω κάπως ξένο) ίχνος τοπίου και ανθρώπων. Έτσι, το αντικείμενο της φωτογράφισης, δεν είναι κάθε φορά ένα ζώο, μια παραλία, ένα αρχαίο μνημείο ή ένα χαμόσπιτο. Το αντικείμενο της φωτογράφισης είναι η επέκταση της δικής μου (δυτικής ή «ανεπτυγμένης») κανονικότητας πάνω στη πραγματικότητα των άλλων. Αφού μπορώ να φωτογραφηθώ μπροστά σε μια φαβέλα, ένα γκέτο, ένα γκράφιτι ενός περιθωριακού ντόπιου ή έναν αμίλητο ψαρά, αυτά αποκτούν μια δευτερεύουσα σημασία, γίνονται φόντο, σκηνικό, υλικό οπτικής αφήγησης. Η παρουσία μου εντέλει μπορεί να εισβάλει και να επιβληθεί παντού.

«Λες και ο άνθρωπος , έχοντας εκδιωχθεί από τον Κήπο επειδή έκοψε τον απαγορευμένο καρπό του δέντρου της γνώσης – μια αρπαγή που προσδιορίζει την υπεροχή και την μοναξιά του στον οργανικό κόσμο – , επέστρεψε οργισμένος και βάλθηκε να εξαλείψει όλα τα ίχνη που υπήρχαν στο τοπίο της χαμένης Εδέμ. Ο Λεβί – Στρος  νιώθει ότι στην οικολογική καταστροφή, στη φονική κι όμως αυτοκτονική μεταχείριση που επιφυλάσσουμε στο περιβάλλον, ενυπάρχουν πολλά περισσότερα από τη λαιμαργία ή τη βλακεία. Ο άνθρωπος διακατέχεται από μια αόριστη μανία που εναντιώνεται στην ίδια του την ανάμνηση της Εδέμ. Όποτε φτάνει σε τοπία ή κοινότητες που φαίνεται να μοιάζουν με τη δική του εικόνα για τη χαμένη αθωότητα, εξαπολύει επίθεση και ερημώνει.»

George Steiner

 

 




λευκόσελευκό – η γλώσσα, ένα πεδίο μάχης

 

Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Ατένα Φαρροχζάντ (Λευκόσελευκό – εκδόσεις Αντίποδες) στο μετρό, όρθιος, στριμωγμένος και γυρνώντας από τη δουλειά. Συνεπώς δε μπήκα σ’ αυτή την ιστορία ακριβώς συγκεντρωμένος. Η μόνη μου σκέψη ήταν αν η ποίησή της θα μπορέσει να κερδίσει την περιρρέουσα δυσφορία. Αλλά μετά την τρίτη, τέταρτη σελίδα η οπτική μου πάνω σ’ αυτό το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια είχε ήδη αλλάξει. Δεν διάβαζα πια αναζητώντας τις φράσεις που θα μου άρεσαν. Διάβαζα μια φωνή που ήρθε να μιλήσει στην Αθήνα του 2017 με τη μορφή μιας επείγουσας επίθεσης λέξεων.

Η Athena Farrokhzad γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1983, αλλά έζησε και μεγάλωσε ως πρόσφυγας  στη Σουηδία, αρχικά στο Γκέτεμποργκ και μετά στη Στοκχόλμη. Όλο το ποίημα, εκτός από την πρώτη σελίδα, είναι γραμμένο υπό τη μορφή φράσεων που λένε τα μέλη της οικογένειας της αφηγήτριας. Η μητέρα, ο πατέρας, ο αδερφός, η μητέρα της μητέρας, ο αδερφός της μητέρας. Τα θέματα που συζητιούνται με έναν γρήγορο και κοφτό ρυθμό είναι η οικογένεια, η πατρίδα, η επανάσταση, ο καπιταλισμός, η ενσωμάτωση, η αλήθεια, ο θάνατος, οι ρίζες, ο φόβος, το παρελθόν και κυρίως η γλώσσα – πρώτα και πάνω απ’ όλα η γλώσσα. Γύρω απ’ την γλώσσα θα περιστρέφεται διαρκώς η σκέψη της ποιήτριας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να ακούσουμε λέξεις που επανέρχονται: χώμα, γάλα, βουβαμάρα. Όλα γυρίζουν σ’ αυτήν την ιδέα γλώσσας, της μητρικής  γλώσσας (το πρώτο γάλα που μας τρέφει), της γλώσσας του καταπιεστή παλιού και νέου, της γλώσσας που θα μας επιτρέψει να μιλήσουμε, να πούμε τα λογάκια μας, να ζήσουμε και να πούμε τη ζωή. Αυτό που έμεινε σε μένα ως κεντρική σκέψη που διαπερνά το ποίημα, είναι τελικά η ιδέα της απουσίας της οποιαδήποτε γλώσσας που να μπορεί να υπηρετήσει την ποιήτρια και την οικογένειά της. Μαζί μ’ αυτήν, διάφοροι υπαινιγμοί, αφορισμοί και σκέψεις για την έννοια του ξεριζωμού. «Ο αδερφός μου είπε: Το παρελθόν είναι μια βιαιοπραγία για πάντα ανολοκλήρωτη»

Ένας άλλος νεαρός ποιητής ο Kaveh Akbar, ξεκινάει το σχόλιο του για το «Λευκοσελευκό» της Φαρροχζάντ, γράφοντας ότι αποτελεί ένα μοναδικό είδος απελπισίας, το να προέρχεσαι από τη Μέση Ανατολή και να ζεις σ’ ένα δυτικό έθνος το 2017. Αυτό το μοναδικό είδος απελπισίας είναι που διαπνέει τις σελίδες του βιβλίου απ’ την αρχή ως το τέλος. Η Φαρροχζάντ εξαπολύει μια συνολική επίθεση. Στην αγάπη για την παλιά πατρίδα, στην προσπάθεια της μητέρας της να ενσωματωθεί και να αλλάξει συνήθειες, στην πατριαρχία και την ηττοπάθεια της γυναίκας, στο νέο της σπίτι, στο σουηδικό ρατσισμό (ή «τη σκιά της λευκότητας» όπως χαρακτηριστικά λέει άλλος σχολιαστής), στα βασανιστήρια που υπέστησαν οι δικοί της στο Ιράν, στον φόβο απέναντι στο μέλλον, στην άρνηση της επιθυμίας αλλά και την ταυτόχρονη ανάγκη του να ανήκει κανείς σ’ ένα τόπο και τέλος στη γλώσσα. Τη γλώσσα που είναι ανίκανη να εκφράσει, τη γλώσσα που είναι ανύπαρκτη, την παλιά και τη νέα της γλώσσα που της επιβάλλονται και την καταδικάζουν κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Η γλώσσα «δεν είναι άσυλο ή καταφύγιο, δεν είναι το σημείο που κάποιος μπορεί να παίρνει αποφάσεις. Είναι ο τόπος που ο καθένας πολεμάει» λέει ο Derek Walcott (σ.σ. δική μου πρόχειρη μετάφραση). Το «Λευκόσελευκό» είναι ακριβώς ένα τέτοιο τοπίο, ένα πεδίο μάχης, γράφει η Pernilla Berglund, ποιήτρια κι αυτή.

Η Φαρροχζάντ είναι καταιγιστική, αλλά η επίθεσή της είναι ταυτόχρονα ήρεμη, νηφάλια, σκεπτική. Δεν αφήνει τίποτα στο απυρόβλητο, αλλά δεν την έχει καταλάβει μανία, ούτε επιδίδεται σε κάποιου είδους συνθηματολογία. Το ποίημα είναι γεμάτο από μια βαθιά πίκρα, που κατανοεί, αλλά δεν σταματά να επιτίθεται (“accusatory, loving” λέει χαρακτηριστικά η Sueyeun Juliette Lee). Ώρες ώρες, λες πως καλύτερα να έβριζε ή να χτυπούσε τους πάντες γύρω της, γιατί αυτή η σκληρότητα που κυριαρχεί είναι μια ειλικρίνεια που ξεβολεύει ολόκληρο το σύμπαν, καθηλώνοντάς το μπροστά στον καθρέφτη. Κανείς δεν τελειώνει το ποίημα ανακουφισμένος, αφού μέσα στις σελίδες του υπάρχει το τραύμα του πολέμου, η ήσυχη επιθετικότητα του νέου σπιτιού και η ασφυξία του παλιού, η αμηχανία του αριστερού πατέρα («ο πατέρας μου είπε: μίλα τη γλώσσα που σου πληρώνει τον επιούσιο»), η παραίτηση της μητέρας, ο αλλόκοτος τρόμος του αδερφού και μια ασαφής γενική νοσταλγία για το εχθρικό χώμα της πατρίδας. (Αλλά πως ξεπερνά κανείς εύκολα την παμπάλαια επιθυμία να θαφτεί εκεί, στο πρώτο χώμα που γνώρισε).

***

Αλλά η ποίηση της Φαρροχζάντ μιλάει στην Αθήνα του 2017 και μιλάει για αυτά που συναντάμε στους δρόμους της μητρόπολης ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια. Πέρα απ’ τα προφανή ζητήματα που θέτει η κατάσταση των προσφύγων – ο πόλεμος, η επιβίωση στη θάλασσα, ο εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, η σμίκρυνση του ανθρώπου σε «πραμάτεια», η συνάντηση με το γραφειοκρατικό τέρας – υπάρχουν κι άλλα. Είχα την τύχη λόγω κυρίως των φίλων, που έχουν εμπλακεί σε διάφορα εγχειρήματα που προσπαθούν να σταθούν αλληλέγγυα στους πρόσφυγες, να συναναστραφώ σε ένα πιο καθημερινό (να πω κανονικό, δε θα ισχύει κιόλας) πλαίσιο, ανθρώπους από τη Συρία, το Ιράν, το Αφγανιστάν. Μπορεί κανείς να πάθει ένα είδος μόνιμου πατατράκ όταν θα αντιλαμβάνεται στ’ αλήθεια τις ιστορίες που ακούει. Για παράδειγμα η Σ., 9 χρονών. Τη στιγμή που εσύ έβλεπες ένα παιδί που έκλαιγε γιατί ήθελε κι άλλη κούνια, άκουγες απ’ τον πατέρα της πως πέρασε τα σύνορα Τουρκίας Συρίας, ζαλωμένη μια τεράστια τσάντα και έκλαιγε και τότε πάλι μες στη νύχτα με τις σφαίρες των τούρκων μπάτσων να σφυρίζουν και το μωρό 6 μηνών δίπλα της ναρκωμένο με χάπια, μην τυχόν κλάψει και ακουστεί. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που προφανώς είναι δύσκολο, όχι να διαχειριστείς αλλά ακόμη και να συλλάβεις. Αλλά η καθημερινότητα αποκαλύπτει τα επόμενα θέματα. Σύριοι που προσπαθούσαν να ψελλίσουν ελάχιστα αγγλικά για να συνεννοηθούν, μετά άκουγαν επί μήνες ελληνικά (και προόδευαν σ’ αυτά), για να φτάσουν έπειτα σε μια ευρωπαϊκή χώρα και να έρθουν αντιμέτωποι με το γαλλικό συντακτικό. Σύριοι που δεν ήθελαν πια να γυρίσουν ποτέ στη Συρία (γιατί ο πόλεμος δεν καταστρέφει μόνο κτίρια, δεν κομματιάζει μόνο σάρκες, σκοτώνει οριστικά και κάτι στην ενδοχώρα των επιζώντων), που αγάπησαν την Ελλάδα γιατί εδώ βρήκαν φίλους και που όμως ήταν αποφασισμένοι να αναζητήσουν το όνειρο στην ευρωπαϊκή γη της επαγγελίας. Έτσι δυστυχώς την είχαν στο μυαλό τους, αφού δεν μπορούσαν να φανταστούν ας πούμε τις ομολογίες των εκπαιδευτικών, ότι ένα παιδί που έχει χάσει τρία χρόνια σχολείο και ξεκινά στα 10 το γαλλικό σχολείο «δεν έχει στ’ αλήθεια πιθανότητες». Πιθανότητες για τι; Έλα μου ντε. Δεν είχαν ακούσει για τα προσωρινά άσυλα και τις άδειες παραμονής (προσωρινή προστασία) ενός ή δύο χρόνων. Μια ζωή υπό αίρεση, σε μόνιμη διαδικασία μετακόμισης με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν όχι σπίτι, αλλά ούτε καν γλώσσα. Δεν έχουν λέξη να εκφράσουν τα εσωτερικά ναυάγια. Έχουν ξεριζωθεί πολλαπλά από πατρίδες και γλώσσες, από μέρη και λέξεις. Αναρωτιέμαι αν θα διαβάσουν ποτέ την ποίηση της Φαρροχζάντ, αν θα διαβάσουν αυτό ακριβώς το σημείο: «η μητέρα μου είπε: Θα ξαναποκτήσω αυτό που δικαιούμαι / Εσύ θα συναντήσεις χωρίς γλώσσα το θάνατο  / Άλαλη ήλθες κι άλαλη θ’ απέλθεις».

Ιδού η βαθιά πίκρα. Οι πρόσφυγες καταδικάστηκαν να διαβούν αυτό τον κόσμο των μαρτυρίων άλαλοι και μια ωραία πρωία να απέλθουν πάλι άλαλοι .

***

Για το «Λευκόσελευκό» μπορεί κανείς επίσης να κάνει ένα σωρό άλλες παρατηρήσεις. Τον τρόπο που έχει επιλέξει να τυπώσει τις λέξεις της (σαν λογοκριμένο κείμενο ή σαν κάτι μαύρο που πασχίζει να εκφραστεί μέσα στο άπειρο λευκό, σχολιάζει κάποιος κριτικός). Το γεγονός πως επιχειρεί να σπάσει το στερεότυπο της αφήγησης περί του τι σημαίνει σουηδικότητα (όπου βασιλεύουν λευκοί προοδευτικοί άνθρωποι της μεσαίας τάξης). Τις αναφορές στον ποιητή Paul Celan, που έγραψε, Εβραίος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ποιήματα στη γερμανική γλώσσα, ποίηση στη γλώσσα του καταπιεστή. Το γεγονός ότι το ποίημα διαβάζεται δυνατά, σα να ακούγεται, σαν κάποιες ποιήτριες στην Αμερική που απαγγέλλουν, σ’ εκείνο το σημείο που τελειώνει η λογοτεχνία κι αρχίζει το χιπ χοπ, σ’ εκείνο το σημείο που σωματοποιούνται οι λέξεις. (αν και θα πρέπει να πούμε ότι η ίδια έχει έναν δικό της ιδιαίτερο τρόπο να απαγγέλλει).

Αλλά δε θα προλάβουμε να βουτήξουμε σε όλων των ειδών τις αναλύσεις, τουλάχιστον όχι τώρα. Διαβάζοντας, έχοντας επιστρέψει σπίτι πια, έμεινα κολλημένος σε μια ακόμη φράση της Φαρροχζάντ κι ακόμη με αυτήν παλεύω στο κεφάλι μου. «υπάρχει μια λέξη, η τελευταία λέξη που θα εγκαταλείψει ποτέ τον άνθρωπο / κι αύριο θα ‘μαι μια συλλαβή πιο κοντά της».




όλο το ασήμι

1.

 

Στο κέντρο της αίθουσας ένα μικρό συντριβανάκι, το νερό κυλάει σε διάφορους χρωματισμούς. Κάποιες ελάχιστες σταγόνες χτυπάνε στην άκρη, ξεφεύγουν και σκάνε στο πάτωμα. Στο ξύλινο πάτωμα τρίζουν δεκάδες μαύρα καλογυαλισμένα παπούτσια και μερικά τακούνια, τα περισσότερα όχι ιδιαίτερα ψηλά. Στην άκρη της αίθουσας ένα χέρι κάνει την χαρακτηριστική κίνηση, στηρίζοντας καλύτερα τη γραβάτα στο λαιμό. Ανάμεσα στα σκούρα κοστούμια πολλές στολές σιδερωμένες και τοποθετημένες στην εντέλεια πάνω στα σώματα. Στα τραπέζια οι σαλάτες έχουν τελειώσει, κάποιοι τρώνε γαρίδες, σερβίρεται ένα πικάντικο ρύζι. Τα λευκά πουκάμισα των σερβιτόρων κυκλώνουν με τη συνήθη χορογραφία τους τη δεξίωση. Τα χέρια τους χορεύουν με μπουκάλια κρασί, μια κόκκινη ουσία αιωρείται, χύνεται από μια πανάκριβη πηγή και αναπαύεται σε κολωνάτα ποτήρια, λίγο πριν βάψει τα χείλη.

Κάπως καθυστερημένα είναι η αλήθεια μπαίνει κι εκείνη στην αίθουσα. Η ορχήστρα, ναι υπάρχει και ορχήστρα, κάνει μια παύση. Η τρομπέτα ιδρώνει μόνη της, παίρνει ανάσα. Ορισμένα κεφάλια γυρίζουν ενστικτωδώς, οι άλλοι με τις γαρίδες στο στόμα αναρωτιούνται που γυρίζουν τα κεφάλια την ώρα του φαγητού. Έχει τραβηγμένα τα ξανθά μαλλιά της, κολλημένα στην εντέλεια, καταλήγουν σε μία απλή κοτσίδα και φοράει ένα ασημένιο, ναι ένα ασημένιο φόρεμα.

2.

 

Την παρατηρούν να περπατάει, να διασχίζει την γεμάτη αίθουσα αργά και με άνεση, λες και είναι μόνη της στο σαλόνι του σπιτιού της. Το ξέρουν πως στο τραπέζι τους θα κάτσει. Στρώνουν πουκάμισο, καλού κακού σκουπίζουν αόρατους λεκέδες γύρω στο στόμα. Μιλάνε ψιθυριστά μεταξύ τους.

– Μαλάκες συριζαίοι. Παραλίγο να μας γαμήσετε. Παραλίγο να μας γαμήσετε.

– Άσε μας ρε μαλάκα. Κοίτα μπροστά σου. Μόνο εμείς, μόνο εμείς έχουμε φέρει τέτοιο κόσμο. (Εντωμεταξύ γελάει και λίγο). Και στην τελική  σκέψου και το εξής, για ποιον θα ερχόταν τέτοιο κορίτσι; Για τον Σαμαρά ή για τον Παπαδήμο; Μόνο εμείς τα κάνουμε αυτά. Κοίτα.

– Εγώ να κοιτάξω ρε; Εγώ ή εσύ; Κοίτα ρε από τι πήγαν να μας αποκλείσουν οι νερόβραστοι, οι ξεπλένηδες, τα μαλακισμένα, οι κομμουνιστές του κώλου. Κοίτα ρε μπροστά σου. Έτσι γαμάει η Ευρώπη ρε. Έτσι.

Δεν τελειώνει καλά καλά τη φράση του και έχει σηκωθεί με αξιοσημείωτη χαλαρότητα και μετακινεί λίγο την καρέκλα δίπλα του, όσο χρειάζεται για να καθίσει αυτή. Η πράξη του ολοκληρώνεται με ένα απαλό άγγιγμα στον ώμο της, σαν αυτό να είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Του χαμογελάει.

3.

 

Έτσι γαμάει η Ευρώπη. Με ξανθά μαλλιά και ασημένιο φόρεμα. Το πρωί η Ευρώπη κατέφτασε στο υπουργείο με σκούρο φόρεμα, χαλαρό πουλόβερ και αόρατο μαστίγιο. Μπήκε στην αίθουσα για μια ενημέρωση παύλα συζήτηση για την κατάσταση στα θαλάσσια σύνορα. Οι υπόλοιποι ήταν ήδη μέσα στο χώρο με τους γαλλικούς τους (γεύση φουντούκι) και τα κρουασανάκια μπροστά τους. Το κλίμα ήταν πολύ καλό, μέχρι να μπει, γίνονταν και κάποια αστειάκια. Την περίμεναν λίγη ώρα, είχαν ακούσει γι’ αυτή. Αξιωματούχος της Frontex, υπεύθυνη λέει, για τα ελληνικά θαλάσσια σύνορα από σήμερα, αλλά όλοι ήξεραν πως δε θα καθόταν πολύ. Προοριζόταν για μεγάλα πράγματα. Τεχνοκρατική αντίληψη, με έμφαση στην καινοτομία, είχε κάποτε μιλήσει σε ένα συνέδριο και έλεγε μόνο «επιτήρηση, επιτήρηση, επιτήρηση» και «δεν είναι οι άνθρωποι το κατάλληλο όργανο γι’ αυτή τη δουλειά». Αυτά έλεγαν στο υπουργείο όλη τη βδομάδα και γελούσαν «είναι οι άνθρωποι κατάλληλο όργανο» για το τάδε και για το δείνα, για την επιτήρηση των συνόρων και την παρασκευή φρέντο εσπρέσο μέτριου και άλλα παρόμοια. Και έρχεται λέει στο τέλος της εβδομάδας η μνηστή των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, η αγαπητικιά των drones. Και γελούσαν στους διαδρόμους. Αλλά κακώς γελούσαν, σκεφτόταν τώρα αυτός, γιατί το πρώτο που λες σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι οι απόψεις της για την επιτήρηση, αλλά ότι τέλος πάντων είναι υπερβολικά όμορφη, δηλαδή τι υπερβολικά όμορφη, μιλάμε για περίπτωση χολιγουντ. Τώρα, η Ευρώπη καθόταν δίπλα του, με ασημένιο φόρεμα και ξανθά μαλλιά. Αν δεν τον είχε καυλώσει, θα έλεγε ότι δίπλα του κάθεται το φως το ίδιο, ότι σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο, για όσο χρειάζεται δηλαδή, να τρέχει σαν τρελό και έκατσε στη διπλανή καρέκλα και τώρα αυτός τρώει γαρίδες – πολύ προσεκτικά – δίπλα από το φως το ίδιο. Αλλά η κουβέντα περί φωτός δεν ξεκινά, γιατί αυτός τώρα δε βλέπει ούτε φως, ούτε γαρίδες, ούτε το συντριβανάκι στη μέση της αίθουσας, ούτε την ορχήστρα στο βάθος. Βλέπει μόνο τα πόδια της μέσα απ’ το ασημένιο φόρεμα. Τώρα η Ευρώπη καθόταν δίπλα του.

4.

 

Το πρωί η Ευρώπη μπήκε καθυστερημένα στην αίθουσα, δεν είπε καλημέρα, καλησπέρα, χαίρεται, μόνο έκανε νόημα, έπαιξαν το PowerPoint, ένα τεράστιο PowerPoint, το οποίο ήταν αφιερωμένο στα λάθη, τις παραλείψεις, τα προβλήματα της ελληνικής πλευράς. Ο λαιμός του υπουργού, εκεί γύρω απ’ το αυτί, ίδρωνε σαν τρελός. Η Ευρώπη μας ξέχεζε, μας έλουζε με ότι επίθετο μπορούσε να είναι συνώνυμο της ανικανότητας, μας αποκαλούσε άσχετους και ερασιτέχνες, δήλωνε σε κάθε ευκαιρία την έκπληξή της για το επίπεδο. Το τόσο ανέλπιστα χαμηλό επίπεδο. Θα έλεγε κανείς ότι στην αίθουσα έπεφτε ξύλο. Ο πρώτος που θα έπρεπε να ανησυχεί και να νιώθει τους μώλωπες και τις εκδορές ήταν αυτός. Αυτός όμως μόνο κοίταζε την Ευρώπη καθώς έλαμπε, συγκρατημένα έξαλλη, μπροστά στο PowerPoint.

5.

 

– Μαίρη, τις γαρίδες, τις γαρίδες.

– Ναι, ναι έχω φύγει ήδη.

Ανοίγει την πόρτα της κουζίνας με τις γαρίδες στο δίσκο και, περίεργο, η ορχήστρα κάνει σαν παύση. Γυρνάει να κοιτάξει, όλη η αίθουσα γυρνάει να κοιτάξει, και κοιτάζει τη γυναίκα με το ασημένιο φόρεμα και τα ξανθά μαλλιά. Στέκεται για ένα δευτερόλεπτο και μετά συνεχίζει.

Πηγαίνει σε ένα από τα τραπέζια, όλοι τους με στολές, στους ώμους φοράνε αστεράκια. Δεν την κοιτάζει κανένας, δεν κοιτάνε καν το δίσκο καθώς περνάει μπροστά από τα μάτια τους και κατεβαίνει για να αφήσει τα πιάτα. Πιάνει σιγανά γελάκια, «την καριόλα», ξανά γελάκια. Ένα γκρίζο μουστάκι βυθίζεται στο κόκκινο κρασί, μια σταγόνα έχει μείνει πάνω στις τρίχες. Το μουστάκι δεν γελάει με τους άλλους, μονολογεί, «θα μας πει αυτή για τα σύνορα». Ξαναμπαίνει στην κουζίνα. Δεν σκέφτεται τίποτα, δεν έχει εκνευρισμούς, αισθήματα, τάσεις για εμετό. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο από μια οποιαδήποτε δεξίωση. Τι στολές, τι κοστούμια, τι αθλητικές φόρμες. Αυτή φοράει το άσπρο πουκάμισό της κουμπωμένο μέχρι πάνω και σερβίρει τυφλή, έχοντας συνειδητά στερήσει από τον εαυτό της την ικανότητα να βλέπει πρόσωπα. Πιάτα, δίσκοι, ποτήρια, φούρκες γύρω από στρογγυλά τραπέζια. Είναι ένα αμάξι που τρέχει σε μια πίστα όλο στροφές μεταφέροντας πιάτα από το σημείο εκκίνησης στον τερματισμό. Τα τζάμια όμως είναι φιμέ. Ο οδηγός έχει δεμένα τα μάτια. Πάει από ένστικτο και επαγγελματισμό. Δεν κάνει λάθη, και ευτυχώς δεν χρειάζεται να βλέπει τη διαδρομή.

6.

 

Στην κουζίνα βλέπει τον μικρό πάλι με το κινητό πάνω απ’ το δίσκο. Πάει να του κάνει παρατήρηση, αλλά ξέρει πως έχει άδικο. Έχουν γίνει όλα όσα πρέπει. Έχουν πέντε λεπτά περιθώριο μέχρι να αρχίσουν να βγαίνουν με τα επόμενα.

– τι κάνεις εδώ ρε θηρίο;

– Τι να κάνω Μαίρη. Facebook. Χαζεύω.

– Τι χαζεύεις δηλαδή; Δεν κάνει να δω λίγο κι εγώ που δεν έχω κινητό να μπορώ να μπαίνω όποτε θέλω;

Πάει πάνω απ’ το κεφάλι του. Στην αρχή συγκεντρώνεται ασυναίσθητα στο κίτρινο από το τσιγάρο δάχτυλο που κινείται σα να χαϊδεύει απαλά την οθόνη. Έπειτα βλέπει το timeline του μικρού, τι μικρού δηλαδή, δεν είναι κανείς μικρός στα 25, αλλά αν εσύ είσαι 35, μικρό τον βλέπεις. Ένα δυο τραγούδια στο youtube, Captain Beefheart και Molly Nilsson.  Κάτι φτηνά φοτοσοπ, ένα στάτους κάποιου που ψάχνει να παρκάρει. Ύστερα μια φωτογραφία. Είναι αφηρημένη, δεν βλέπει καλά. Κάτι ασημένιο. Δεν είναι ασημόχαρτο, είναι κάτι ασημένιο. Μια γυναίκα και κάπου ξεπροβάλλει ένα μικρό προσωπάκι, ένα παιδί. Δύο άνθρωποι μέσα σε ασημόχαρτο αγκαλιάζει ο ένας τον άλλο και οι δυο το ασημόχαρτο. Από κάτω ένα σχόλιο για τη Λέσβο, δεν μπορεί να το διαβάσει ακριβώς, δεν διακρίνει τα γράμματα, είναι θολά. Ζαλίζεται. Όχι ακριβώς, λίγο. Το κιτρινισμένο δάχτυλο συνεχίζει το χαβά του, αυτό το χάδι πάνω κάτω στην οθόνη, αυτή έχει απομείνει εκεί πίσω απ’ το κεφάλι του μικρού και δεν το θέλει, δεν το συνειδητοποιεί, δεν το κάνει επίτηδες, μόνο που ακούει τις λέξεις που βγαίνουν απ’ το στόμα της.

– Ο Νικολάκης μου.

– τί ‘πες;

7.

 

Στέκονται για ώρα στο μπαρ. Το κρασί δεν έκανε ή δεν έφτανε. Η υπόλοιπη παρέα του τραπεζιού δεν έκανε σίγουρα. Πίνουν ουίσκι, τσουγγρίζουν αραιά και που, ακόμη πιο αραιά μιλάνε. Χαμογελάνε καθώς λένε τυπικές κουβέντες. Ο κόσμος, οι πόλεις, τα μπαρ, η μουσική, ο καιρός στην Ελλάδα. Αυτός πίνει κάπως πιο γρήγορα, είναι τυφλωμένος ήδη από το ασημένιο φόρεμα, τι παραπάνω να κάνει το ποτό; Τον έχει ήδη υπνωτίσει το ασήμι. Την κοιτάζει με νόημα, πάει κάτι να πει, κάτι ταυτόχρονα βαθύ και ρηχό. Τον σταματάει με ύφος κάπως αυστηρό και του λέει κάτι του στιλ «μην το σκεφτείς καν». Αυτός ζητάει συγνώμη λίγο αμήχανα, αλλά γλυκά. Πίνει άλλη μια γουλιά και μετά από τρία λεπτά της λέει ότι θα επιστρέψει σε λίγο. Διασχίζει την αίθουσα που είναι πια μισοάδεια. Κοντοστέκεται, παριστάνει ότι χαιρετάει ένα συνταγματάρχη, ταγματάρχη, αντιστράτηγο ούτε που έχει σημασία, που κάθεται σε ένα τραπέζι στην άκρη της αίθουσας. Μετά από μερικές κουβέντες με τον στρατιωτικό που θα μπορούσαν να είχαν ειπωθεί οπουδήποτε με οποιονδήποτε, κινείται προς την τουαλέτα. Κλειδώνει την πόρτα πίσω του και ακουμπάει το μέτωπό του στον κρύο τοίχο. Αναρωτιέται αν έκανε χοντράδα, αλλά σκέφτεται ότι αυτή ήταν ευγενική, το όχι της ήταν οριστικό, αλλά σίγουρα ευγενικό, σχεδόν φιλικό. Άφησε ένα στεναγμό ανακούφισης και καθώς το στέρνο του ξεφούσκωνε, άδειαζε από αέρα και ανησυχία, συνειδητοποίησε ότι ήταν ήδη καυλωμένος. Όσο άκουγε και επεξεργαζόταν το όχι, η φαντασία του έπαιζε το έργο του ναι. Χωρίς να μετακινήσει το κεφάλι του, που παρέμενε κολλημένο στον τοίχο πάνω απ’ τη λεκάνη, ξεκούμπωσε το παντελόνι του και αμέσως ξεκίνησε να την παίζει με ένα αλλόκοτο πάθος, λες και είχε βαλθεί να αποδείξει κάτι σε κάποιον. Καθώς έχυνε ασήμι, τραντάχτηκε και χτύπησε το μέτωπό του στο σοβά, μισοσοβαρά μισοαστεία, μισοκαταλάθος μισοεπίτηδες.

8.

 

Η Μαίρη εντωμεταξύ καθαρίζει τα ποτήρια που έχουν μείνει στα άδεια τραπέζια της σάλας. Αδειάζει και κανένα τασάκι, άτσαλα όμως. Γλιτώνει τη ζημιά μια δυο φορές τελευταία στιγμή, από τύχη. Μπαίνει στην κουζίνα αφήνει το δίσκο δεν ακούει που τη ρωτάνε «τι έγινε; Είσαι καλά;» παίρνει την τσάντα της βγαίνει από την κουζίνα βγάζει το κινητό της από την τσάντα και κλείνεται σε μία τουαλέτα.

– Έλα

– ..

– Έλα παιδί μου, τι έγινε; Είσαι καλά;

– Έλα, έλα, καλά είμαι. Τι κάνει ο Νικολάκης;

– Καλά είναι, αλλά τι έγινε; Γιατί ρωτάς; Κλαις; Τι έγινε ρε Μαίρη;

– Τίποτα. Μπορείς να μου πεις τι κάνει ο Νικολάκης;

– Κοιμάται, τι να κάνει τέτοια ώρα; Να σου πω, πάλι μαλακίες κάνουνε εκεί πέρα; Να σηκωθείς να φύγεις. Να πάνε στο διάολο, να τους γράψεις στ’ αρχίδια σου, στο έχω ξαναπεί. Έλεος με το κωλο catering. Έλεος. Σου ‘χουν βγάλει την ψυχή.

– ..

– Θα μιλήσεις ρε παιδί μου; Τι έγινε;

– Πήγαινε σε παρακαλώ στο δωμάτιο του Νικολάκη να μου πεις τι κάνει.

– Τι λες ρε Μαίρη; Τι έπαθες; Τι να πάω να κάνω στο δωμάτιο τώρα, κοιμάται σου λέω. Μπορείς να μου πεις τι..

– Πήγαινε σε παρακαλώ πάρα πολύ, πήγαινε τώρα

– Δεν είμαστε καλά. Πάω ρε Μαίρη, αλλά εγώ στο λέω να σηκωθείς να φύγεις από κει, έλεος πια με τον κάθε μαλάκα, που επειδή έχουμε ανάγκη δηλαδή θα κάτσουμε να μας..

– Σταμάτα λίγο και πες μου.

– Ρε γαμώτο, κλαις ε; πες, το καταλαβαίνω, σ’ ακούω ρε γαμώτο.

– Πες μου.

– (ψιθυρίζει) Κοιμάται ρε Μαιρούλα. Έχει κάνει την κλασσική φωλίτσα του, έχει σκεπαστεί λες και είναι στη Σιβηρία, ίσα που βλέπεις λίγο μάτια, λίγο μύτη. Αυτός θα σκάσει μια μέρα έτσι που το πάει, να μου..

Κλείνει το τηλέφωνο ή μάλλον δεν το κλείνει, της πέφτει απ’ τα χέρια, είναι στο πάτωμα κι έχει βγει η μπαταρία. Το κοιτάει και ξεσπάει για τα καλά. Δεν μπορεί να συγκρατηθεί, τι την έπιασε, αναφιλητά που έχει να ρίξει χρόνια, δεν είναι τουαλέτα εδώ, εδώ είναι κηδεία κανονική, νεκροταφείο, αίθουσα τελετών. Σκύβει να πιάσει το κινητό, δεν το καταλαβαίνει πως, αλλά μένει ξαφνικά σε μια περίεργη στάση, γονατιστή, τα χέρια σφιγμένα το ένα στο άλλο, τα ακουμπάει στη λεκάνη να κρατηθεί, αλλά μένει στο ίδιο σημείο. Δεν θυμάται τι λένε σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν θυμάται τα λόγια, άλλο πάλι κι αυτό. Δεν ξέρει να κάνει προσευχή, είναι γονατιστή όμως, οι παλάμες σφιχτές, τα δάχτυλα τυλίγουν τα χέρια, ακουμπάει το μέτωπο πάνω στα χέρια της και δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να είναι ολόκληρη μια προσπάθεια να σταματήσουν τα κλάματα.

9.

 

Η μουσική απ’ την ορχήστρα δεν ακούγεται εδώ. Ίσως και να έχουν σταματήσει. Ο τοίχος που βρίσκεται ενδιάμεσα στις αντρικές και τις γυναικείες τουαλέτες ακούει μόνο το χτύπο του κεφαλιού του καθώς χύνει με την εικόνα της ασημένιας γυναίκας και το πνιχτό θέ μου θέ μου της Μαιρούλας.

10.

 

Την γυρνάει σπίτι ο μικρός με το αυτοκίνητό του, μένουν κοντά στο Παγκράτι και δεν έχει νόημα να παίρνουν δύο αμάξια. Ακούει κάτι περίεργα και παραληρεί. «Την άκουσες την ορχήστρα εντωμεταξύ; Ρε τρελάθηκα. Mingus στους καραβανάδες; Mingus στο φασισταριό της Frontex; Πέθανα σου λέω. Κάποιος σύντροφος θα ήταν και θα σκέφτηκε θα τους παίξουμε το prayer for passive resistance γι’ αστείο. Αστείο να γελάμε εμείς μ’ αυτούς και λίγο και με τους εαυτούς μας. Πέθανα σου λέω». Αυτή δε μιλάει.

Καθώς προχωράει το αμάξι στη λεωφόρο, τους τυφλώνουν τα φώτα των απέναντι. Λες κι απέναντι τους απλώνεται κάθε τόσο κάτι ασημί.

Την πηγαίνει στο ξενοδοχείο, όλα περασμένα ξεχασμένα, είναι σχεδόν φίλοι. Ακούνε κάτι περίεργα ιντι ποπ, έβαλε ό,τι πιο ψαγμένο θεωρούσε ότι είχε στο αμάξι. Δεν πολυμιλάνε, αυτός μόνο παριστάνει λιγάκι τον ξεναγό. Η Ποσειδώνος, το ΣΕΦ, η «μεγαλύτερη ομάδα της Ελλάδας», αλλά αυτή δεν ενδιαφέρεται για αστειάκια, πόσο μάλλον αθλητικού ύφους. Νιώθει ηλίθιος για λίγο. Κοιτάζει τα πόδια της και νιώθει πάλι καλά. Δε χρειάζεται να μιλάει.

Καθώς προχωράει το αμάξι στη λεωφόρο, τους τυφλώνουν τα φώτα των απέναντι. Λες κι απέναντι τους απλώνεται κάθε τόσο κάτι ασημί.

Ξανακοιτάζει τα πόδια της, μπροστά τα φώτα των απέναντι αυτοκινήτων, κάτι πινακίδες που περνούν με ταχύτητα δεξιά κι αριστερά τους, το φως διαθλάται, το φως εξοστρακίζεται, το φως γίνεται αστέρι στο ύψος μιας πολυκατοικίας. Έχει και τα δύο χέρια του στο τιμόνι, είναι κρίμα πάντως που δεν μπόρεσε να την αγγίξει. Αύριο το πρωί έχει ξανά παρουσίαση. Μη επανδρωμένα αεροσκάφη και μαστίγιο. Ενταντικοποίηση της επιτήρησης και μαστίγιο. Καλύτερη φύλαξη των συνόρων και μαστίγιο. Και αυτός θα προσπαθεί να συγκεντρωθεί, θα προσπαθεί να απολογηθεί, θα προσπαθεί να μην παρατηρεί τον ιδρώτα του υπουργού πίσω απ’ το αυτί. Τώρα όμως είναι ακόμη οι δυο τους στο αμάξι κι αυτή έχει λύσει επιτέλους τα μαλλιά της, έχει κατεβάσει το παράθυρο και τους χτυπάει αλύπητα ο χειμωνιάτικος αέρας. Ομορφιά πέρα από κάθε περιγραφή και μετά από το όχι, ακόμη πιο ποθητή. Και κάθε φορά που τυφλώνεται απ’ το ασήμι της πόλης, σκέφτεται το δευτερόλεπτο που έχυνε και το ασημένιο της φόρεμα. Σκέφτεται το ασήμι και χαϊδεύει, σχεδόν σφίγγει τα χέρια του στο τιμόνι.

Χαμογελάει και σφίγγει το τιμόνι, λουσμένος στο ασήμι.

Δεν απαντάει στον μικρό. Η Μαίρη με δυσκολία ανασαίνει, συγκρατείται, στέκεται. Θα μπορούσε απλά να αποσυναρμολογηθεί, να λιώσει στα στοιχεία που την συνιστούν. Αλλά κάθεται λες και έχει πάθει αγκύλωση και απλά αντέχει. Οι παλάμες της είναι ακόμη ενωμένες, τα δάχτυλα μπλεγμένα μεταξύ τους σφιχτά. Τα φώτα των απέναντι, κάτι πινακίδες που περνούν με ταχύτητα δεξιά κι αριστερά, όλο το ασήμι της πόλης τους τυφλώνει. Και κάθε φορά που βλέπει τον κόσμο ασημένιο, η Μαίρη μιλάει χωρίς ήχο μέσα απ’ το στόμα της. Οι λέξεις δεν κάνουν προτάσεις. «Θε μου Θε μου». «Στο ασημόχαρτο ρε γαμώτο». «Ο Νικολάκης μου, ο Νικολάκης μου». Κι ύστερα όλα τα επαναλαμβάνει πιο γρήγορα, σα μια και μόνο λέξη. ΘεμουΘεμουΣτοασημόχαρτορεγαμώτοΟΝικολάκηςμουοΝικολάκηςμουΘεμουΘεμου. Ο μικρός τη ρωτάει τι μουρμουρίζει και συνεχίζει το παραλήρημα. «Είδες που στα λέω ρε Μαίρη; Ο καπιταλισμός παράγει ή τέρατα ή παλαβομένους. Δε μ’ ακούς όμως». Όντως δεν τον ακούει, η Μαίρη δεν ακούει κανένα εδώ και ώρα. Η Μαίρη μόνο βλέπει, η Μαίρη είναι δύο μάτια, μπορεί μόνο να κοιτάζει και να κλαίει. Και κάθε φορά που τυφλώνεται απ’ τα φώτα της πόλης, σφίγγει τα χέρια και μουρμουρίζει Θε μου Θε μου. Σκέφτεται το ασήμι του κόσμου και δαγκώνεται και γίνεται κόμπος το στομάχι και ανεβαίνει λυγμός στο λαιμό και δεν έχει λόγια να πει προσευχή και δεν έχει δύναμη να σφίξει κι άλλο τα χέρια της.

Η Μαίρη μόνο μουρμουρίζει, λουσμένη στο ασήμι.

 

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




από την ελευθερία στην ασφάλεια (ή το lockdown ως κανονικότητα)

 

Ένα επιχείρημα που ακούστηκε αρκετά μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι είναι ότι οι τζιχαντιστές επιτέθηκαν στην πραγματικότητα στον τρόπο ζωής μας. Στο γήπεδο, στο μπαρ, στο συναυλιακό χώρο. Είναι δηλαδή άνθρωποι που μισούν τη χαρά, τη διασκέδαση, την ελευθερία, αφού υπονοείται ότι ο τρόπος ζωής μας, ο δυτικός τρόπος ζωής δηλαδή, είναι ακριβώς αυτό: Συναυλίες, ματς, βραδινά κρασιά και μεζέδες ή χαρά, τέχνη, απόλαυση και ελευθερία. Ακόμη κι αυτό το επιχείρημα όμως, που μοιάζει εντελώς επιφανειακό και σχηματικό αφού δε λαμβάνει υπόψη μια σειρά από ιστορικές και πολιτικές συνθήκες, πιάνεται μόνο από τη μία πλευρά. Γιατί αν η μία όψη του τρόπου ζωής μας είναι οι τέτοιου είδους χαρές και ελευθερίες, η άλλη όψη είναι η αντίδρασή μας όταν αυτός ακριβώς ο τρόπος ζωής πιστεύουμε ότι απειλείται.

 

stream_img

Στο αεροδρόμιο Zaventem κοντά στις Βρυξέλλες.

 

ΠΑΡΙΣΙ

Το καθεστώς έκτακτης ανάγκης το οποίο ίσχυσε στη Γαλλία αμέσως μετά τις επιθέσεις, έχει ήδη πάρει παράταση για τρεις μήνες. Πέρα λοιπόν απ’ τους 10.000 στρατιώτες που κυκλοφορούν στους δρόμους του Παρισιού είχαμε (μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου) 2,235 εφόδους, προφυλακίστηκαν και τέθηκαν υπό κράτηση 263 άτομα και άλλα 330 για τα οποία υπάρχουν υποψίες από προηγούμενες παρακολουθήσεις ότι έχουν σχέσεις με ριζοσπαστικές ισλαμιστικές δραστηριότητες τέθηκαν υπό κατ’ οίκον περιορισμό. Εντωμεταξύ έχουν γίνει επιδρομές και σε τζαμιά, έκλεισαν μάλιστα τουλάχιστον πέντε, γιατί θεωρήθηκαν «ριζοσπαστικοποιημένα» (πρώτη φορά τέτοιου είδους αστυνομικές ενέργειες πραγματοποιήθηκαν εναντίον τόπων λατρείας στη Γαλλία). Αλλά καθεστώς έκτακτης ανάγκης δεν είναι μόνο οι κάθε είδους αστυνομικές επιχειρήσεις, αλλά η γενικότερη ατμόσφαιρα και η διακοπή της ροής των γεγονότων. Παρέμειναν κλειστά από σταθμούς μετρό μέχρι σχολεία και πανεπιστήμια και από την Disneyland μέχρι τον πύργο του Άιφελ. Συγκεντρώσεις και πορείες απαγορεύτηκαν. Τουλάχιστον 24 διαδηλωτές και ακτιβιστές που βρέθηκαν στο Παρίσι για την σύνοδο για το κλίμα, τέθηκαν υπό κατ’ οίκον περιορισμό και μάλιστα όταν ζήτησαν να μιλήσουν σε δικηγόρο, τους δόθηκε η απάντηση ότι δεν χρειάζεται γιατί η κράτηση γίνεται υπό το καθεστώς έκτακτης ανάγκης και αυτή τη στιγμή υπό αυτό το πλαίσιο δεν προβλέπονται τέτοια πράγματα.

Ο Ολάντ ζητάει και συνταγματική αναθεώρηση, ώστε να καταπολεμήσει αποτελεσματικότερα την τρομοκρατία «εντός των πλαισίων του νόμου» (ενός νέου νόμου βεβαίως που θα επιτρέψει η αναθεώρηση βεβαίως), ενώ ο πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς υπερθεματίζει: «η ασφάλεια είναι η σπουδαιότερη απ’ όλες τις ελευθερίες» (ή για να είμαι δίκαιος και ακριβολόγος: «Security is the first of all freedoms»). Στη συνταγματική αναθεώρηση αναμένεται μεταξύ άλλων να δούμε και πρόβλεψη ότι σε περίπτωση διπλής υπηκοότητας, η γαλλική θα αφαιρείται αν κάποιος αποδειχθεί ότι είναι τζιχαντιστής (το αποδειχτεί μπορεί κάλλιστα βέβαια να γίνει κατηγορηθεί, υποπτευθεί και πάει λέγοντας – ας είμαστε καχύποπτοι με τους αντιτρομοκρατικούς νόμους, το δικαιούμαστε άλλωστε).

Άλλα στοιχεία που έχουν ενδιαφέρον είναι αμέσως μετά τις επιθέσεις είχαμε μεγάλη αύξηση στις αιτήσεις κατάταξης στον γαλλικό στρατό. Τη βδομάδα μετά τις επιθέσεις για παράδειγμα είχαμε 1500 νέες αιτήσεις και άλλες 800 τη μέρα για την γαλλική πολεμική αεροπορία. Ο Ολάντ δήλωσε ότι θα δημιουργηθούν και 5.000 νέες θέσεις εργασία στην αστυνομία, ενώ ο στρατός θα προσλάβει (ίσως όχι το κατάλληλο ρήμα, αλλά εντάξει) φέτος 10.000 επιπλέον και το 2016 15.000 στρατιώτες. Εντωμεταξύ στο κομμάτι προσλήψεις στο σάιτ της αστυνομίας είχαμε 13.500 (σε σχέση με τις συνήθεις 4.500) επισκέψεις καθημερινά και οι αιτήσεις αυξήθηκαν από τις 1500 στις 4500.

Οι New York Times παρατηρούν και ένα φαινόμενο όχι τόσο συνηθισμένο για τα γαλλικά πράγματα. Έχουμε μια επίδειξη πατριωτισμού, αφού παρατηρείται σε γήπεδα, σε δρόμους, ακόμη και σε επαγγελματικά γεύματα, κόσμος να τραγουδά αυθόρμητα τη Μασσαλιώτιδα, ενώ σε ρεπορτάζ της εφημερίδας, ένα κατασκευαστής σημαιών μας λέει ότι οι παραγγελίες έχουν αύξηση κατά 400%.

Μπορεί η καλή εφημερίδα να υπερβάλει αλλά εμάς δε μας ενδιαφέρει τόσο να παραθέσουμε τα στοιχεία με ακρίβεια, όσο να δώσουμε ένα κλίμα και μια τάση, που φαίνεται να επικρατεί.

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

 

Soldiers stand guard in front of the central train station on November 22, 2015 in Brussels, as the Belgian capital remained on the highest security alert level over fears of a Paris-style attack. AFP PHOTO / Emmanuel Dunand (Photo credit should read EMMANUEL DUNAND/AFP/Getty Images)

22 November 2015 Βρυξέλλες. (Photo: EMMANUEL DUNAND/AFP/Getty Images)

 

Οι εικόνες στις Βρυξέλλες είναι ακόμη πιο ενδεικτικές. Εξαιτίας του ανθρωποκυνηγητού για τον εντοπισμό του δράστη (ιδού πως συναιρείται η δημοσιογραφική με την αστυνομική γλώσσα και όμως όλα ακούγονται φυσιολογικά), η πόλη βρέθηκε σε lockdown. Αυτό που είδαμε για πρώτη φορά στη Βοστώνη για λίγες ώρες (lockdown με αφορμή όχι λόγω κάποια επιδημίας ή φυσικής καταστροφής, αλλά εξαιτίας τρομοκρατικής απειλής) εδώ κράτησε κάπως περισσότερο. Κλειστά σχολεία, συγκοινωνίες και πολυκαταστήματα. Οδηγίες να μείνουν οι κάτοικοι σπίτι (και «μακριά από τα παράθυρα»). Στρατός και στρατιωτικά οχήματα στους δρόμους, όπλα δίπλα σε πινακίδες μαγαζιών, εκκλήσεις για αποχή (ή συγκεκριμένη χρήση) από τα social media (κάτι ακόμη που θυμίζει Βοστώνη), προσαγωγές υπόπτων με αμφιλεγόμενες διαδικασίες, αύξηση του χρόνου κράτησης σε 72 ώρες, διαρκείς έφοδοι σε υποβαθμισμένη, γκετοποιημένη γειτονιά, γνωστή για την ευκολία να βρει κανείς όπλα (το Molenbeek). Μια πραγματική ατμόσφαιρα πολέμου.

Στον άλλο μισό του δυτικού κόσμου, δηλαδή στις ΗΠΑ, η ευκαιρία δεν μπορούσε να πάει χαμένη. Την επόμενη κιόλας μέρα των επιθέσεων, ο διευθυντής της CIA John Brennan μας ενημέρωσε ότι φταίει ο Edward Snowden και το γεγονός ότι οι παρακολουθήσεις έγιναν δυσκολότερες. Ο διευθυντής του FBI James Comey μας είπε ότι οι εταιρείες πρέπει να βοηθήσουν τις υπηρεσίες πληροφοριών δίνοντας στοιχεία για την κρυπτογράφηση που χρησιμοποιούν στα κινητά τηλέφωνα. Και κάποιος ρεπουμπλικανός από τη Νέα Υόρκη που μέλος των House Intelligence and Homeland Security Committees, βγήκε στο Fox News και είπε ότι δεν είναι καιρός για πολιτικές ορθότητες. Πρέπει να παρακολουθούνται όλες οι μουσουλμανικές κοινότητες ανεξαιρέτως, γιατί «εκεί βρίσκεται η απειλή».

Ο δε David Cameron έσπευσε να ανακοινώσει ότι σκέφτεται ένα νέο πιο εξελιγμένο πακέτο ρυθμίσεων για τις παρακολουθήσεις και τη δυνατότητα για αστυνομικές εφόδους χωρίς εντάλματα και εισαγγελικές εντολές.

ΒΟΣΤΩΝΗ

 

 

Όλα αυτά τα είδαμε σε πρώτη προβολή στη Βοστώνη μετά την βομβιστική επίθεση στο μαραθώνιο το 2013. Κατά τη διάρκεια του ανθρωποκυνηγητού (να το πάλι το ανθρωποκυνηγητό) η πόλη βρέθηκε σε ένα 12ωρο lockdown. Οχήματα του στρατού στους δρόμους, ελικόπτερα, κλείσιμο βασικών οδικών αρτηριών και Μέσων Μαζικών Μεταφοράς, αυτοματοποιημένα μηνύματα στα τηλέφωνα και χαρτιά – ειδοποιήσεις κάτω απ ‘την πόρτα για shelter in place (με άλλα λόγια μείνετε εκεί που είστε, κλείστε την πόρτα πίσω σας και μην κουνηθείτε από εκεί). Στη Βοστώνη η έρευνα εστιάστηκε σε μια συγκεκριμένη περιοχή, το Watertown. Από εκεί έχουμε μαρτυρίες για ανθρώπους που κλείστηκαν σε υπόγεια και σοφίτες, που φοβόντουσαν να κάνουν τον παραμικρό θόρυβο, που δίσταζαν να ανοίξουν στην αστυνομία και όταν άνοιγαν αντιμετώπιζαν τη θέα του όπλου και μια κινηματογραφικού (αλλά εντελώς πραγματικού) στιλ έρευνα στα σπίτια. Και βέβαια η κλασσική μιντιακή και πολιτική υστερία. Να αφαιρέσουμε την υπηκοότητα από όσους είναι ύποπτοι για τρομοκρατική ενέργεια, να διώξουμε όλες τους μετανάστες, να ανασταλούν οι διατάξεις για τα δικαιώματα των κατηγορουμένων, να χρησιμοποιηθούν διατάξεις που ισχύουν στον πόλεμο και να θεωρηθούν οι ύποπτοι, αιχμάλωτοι πολέμου (όλες πραγματικές προτάσεις που ακούστηκαν τότε από εκλεγμένους εκπροσώπους του αμερικάνικου έθνους).

 

***

Απ’ ότι φαίνεται, βρισκόμαστε μπροστά σε μια προσπάθεια να παρουσιαστεί ως κανονικότητα η πλήρης στρατιωτικοποίηση αστυνομικών κατά τ’ άλλα επιχειρήσεων. Τα lockdown, τα στρατιωτικά οχήματα, η απαγόρευση διαδηλώσεων, η αναθεώρηση του Συντάγματος στο πόδι, η ευελιξία της ισχύος των δικαιωμάτων αποτελούν κομμάτια μια πολιτικής που στο όνομα της απειλής για την ασφάλεια, όχι μόνο στρατιωτικοποιεί κάθε κρατική απάντηση, αλλά επιχειρεί να εγκαταστήσει συνθήκες πολέμου σε όλη την επικράτεια, εξωτερική και πλέον εσωτερική. Στο έδαφος μιας καταστροφής το κράτος πειραματίζεται και προχωρά σε νέες ερμηνείες πάνω στο τι συνιστά κανονικότητα, δεδομένο, φυσιολογικό ενδεχόμενο. Απ’ το Ferguson μέχρι τις Βρυξέλλες τα σχολεία κλείνουν για διαφορετικούς λόγους ασφάλειας, ο στρατός καλείται να μπει στη μητρόπολη, ο πανικός γίνεται κομμάτι της πραγματικότητας, οι παρακολουθήσεις εξαγνίζονται, τα εντάλματα και οι διαδικασίες περιττεύουν. Απ’ τη Βοστώνη μέχρι το Παρίσι και τις Βρυξέλλες η συμβουλή «μείνετε μακριά από τα παράθυρά σας» αποκαλύπτει μια δυστοπική πορεία προς ένα μέλλον που η ασφάλεια είναι η σπουδαιότερη των ελευθεριών και ο λόγος που καθαγιάζει όλα τα μέσα. Μαζικοί έφοδοι της αστυνομίας, αφαίρεση εθνικότητας από τους υπόπτους, κυνήγι του «εξτρεμιστικού και ριζοσπαστικού λόγου». Η αστυνομία ζητάει μια συγκεκριμένη χρήση των social media. Είμαστε σε πόλεμο φωνάζει ο Ολάντ. Όλα επιτρέπονται ακούμε εμείς.

Στις ΗΠΑ οι στρατιώτες έχουν προτεραιότητα στις εσωτερικές εμπορικές πτήσεις και η Marine Le Pen ζητάει να κλείσουν τα σύνορα. Απέτυχε η πολυπολιτισμική ή η ουμανιστική ευρωπαϊκή προσέγγιση λένε οι εδώ διανοούμενοι όλων των αποχρώσεων.

Η στρατιωτικοποίηση λοιπόν από τα εξωτερικά σύνορα ως τα γκέτο των μητροπόλεων είναι το νέο (και μοναδικό αποτελεσματικό λένε)       ενδεχόμενο. Είμαστε σε πόλεμο, να κάνουμε το οτιδήποτε για να συντρίψουμε τους (κυρίως αόρατους και θολούς) εχθρούς. Αεροπορικές επιδρομές, βομβαρδισμοί με drones, κατάργηση οποιουδήποτε δικαιώματος, καχυποψία και μίσος για τον διπλανό άλλο. Η απάντηση στην επίθεση στον τρόπο ζωής μας είναι η στρατιωτικές επιχειρήσεις στο μακρινό, εξωτικό εξωτερικό και η ιδιότυπη στρατιωτική κατοχή στο εσωτερικό. Ο σκοπός είναι το σοκ και η αποδοχή της γενικής καταστολής, η υιοθέτηση της «ασφάλειας» ως υπέρτατης αξίας. Η κουβέντα για τα φαινόμενα και εξήγησή της αναβάλλεται μέχρι ένα επόμενο Αμπου Γκράιμπ και κάποιες μελλοντικές ακραίες φωτογραφίες.

Ποιος λοιπόν είναι αυτός ο τρόπος ζωής που υπερασπιζόμαστε και που βρίσκεται υπό επίθεση; Τι αποκαλύπτουν οι απαντήσεις μας για τον τρόπο ζωής μας και την περίφημη κουλτούρα μας, κουλτούρα ελευθερίας και απόλαυσης;

 

***

Ταιριαστό ή άσχετο, σκέφτομαι ότι αξίζει να αναφέρουμε ότι μετά τον τυφώνα Κατρίνα και κυρίως μετά τη διαχείριση της καταστροφής (φυσικής αλλά και ανθρώπινης) από το αμερικανικό κράτος ο George Caffentzis έγραφε στο Θεομηνίες και νέες περιφράξεις στη Νέα Ορλεάνη (στο Looters will be shot, Αρνητικές Επιστήμες – Αρχείο 71):

«Το σύγχρονο μοντέλο διαχείρισης της εργατικής τάξης σε περίπτωση καταστροφών είναι όλο και περισσότερο στρατιωτικοποιημένο. Σε περίπτωση καταστροφής, οι εργάτες γίνονται όλο και περισσότερο όντα χωρίς δικαιώματα, κι αν, μάλιστα αντισταθούν μετατρέπονται σε εχθρό. Με αυτή τη λογική, ο πρόσφυγας γρήγορα μετατρέπεται σε τρομοκράτη».




το ύψος του πεζοδρομίου

 

Είναι αλήθεια πως παρακολουθήσαμε πολλά eurogroup αυτό το καλοκαίρι. Περισσότερα απ’ όσα μας αναλογούν για αυτή και την επόμενη ζωή. Πέρασαν μήνες παρακολουθώντας και ξαναπαρακολουθώντας, βλέποντας ειδήσεις στην τηλεόραση και περιμένοντας το επόμενο τουίτ ενός Άγγλου ή Γερμανού δημοσιογράφου. Είδαμε σε ατελείωτη λούπα την εικόνα του Τσίπρα και του Τσακαλώτου, ενός Ολλανδού ή ενός Γερμανού πολιτικού, καθώς έβγαιναν απ’ το αυτοκίνητο και μέχρι να μπουν στην τζαμένια πόρτα ενός άγνωστου και μακρινού κτιρίου. Κάποτε μερικές δηλώσεις, κάποτε καμία κουβέντα, πάντοτε κανένα νόημα. Απειλές, δυσκολίες, εκβιασμοί, πισωγυρίσματα, πλησίασμα στη συμφωνία και νέες απαιτήσεις. Κάποιοι ήταν απροετοίμαστοι, κάποιοι αδίστακτοι, κάποιοι λογικοί κάποιοι σκληροί και κάποιοι φιλέλληνες.

Όλοι αυτοί μαζεύονταν μέσα στο άγνωστο και μακρινό κτίριο με την τζαμένια πόρτα ή έκαναν τελεκόνφερανς, σκάιπ κόλ ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο και συζητούσαν για το ελληνικό ζήτημα. Εμείς παρακολουθούσαμε. Η κατάσταση ήταν διαρκώς κρίσιμη. Κάθε δευτερόλεπτο παίζονταν τόσα πολλά, ολόκληρες ζωές, ολόκληρο θα έλεγε κανείς το μέλλον. Ταυτόχρονα δεν παιζόταν απολύτως τίποτα.

Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης και του καλοκαιριού το είδαμε όλοι. Πέρα απ’ αυτό όμως, μπορούμε να πούμε ότι το καλοκαίρι είχαμε το αποκορύφωμα της λογικής που λέει ότι πολιτική είναι αυτό που συμβαίνει κάπου ψηλά, μακριά και απόκοσμα. Ακόμη χειρότερα δεν είναι απλώς κάτι που συμβαίνει σε κλειστά δωμάτια μεταξύ μεγάλων ηγετών και σπουδαίων προσώπων. Δεν είναι απλά κάτι που συμβαίνει και αποφασίζεται μεταξύ τεχνοκρατών, ειδικών και πρωθυπουργών. Η πολιτική είναι κάτι που δεν αποφασίζεται καν εκεί. Η πολιτική είναι μια σειρά συνεπειών που δεν αποφασίζεται πουθενά. Υπάρχει ένα πλέγμα διάσημων προσώπων, αόρατων επιχειρήσεων και γραφειοκρατικών διαδικασιών και αυτό ακριβώς το πλέγμα παράγει συνέπειες οι οποίες όχι μόνο δεν μας λαμβάνουν υπόψη αλλά αποκλείεται να είναι και θετικές.

Με άλλα λόγια στο πεδίο πολιτική όχι μόνο εμείς είμαστε αυτοί που παρακολουθούν κάποιους άλλους να παίζουν ένα παιχνίδι στο ηλεκτρονικό, αλλά και το ίδιο το ηλεκτρονικό είναι πάντα πειραγμένο, ώστε να μην υπάρχει άλλη επιλογή απ’ την ήττα. Δεν ζούμε την ΤΙΝΑ, την παρακολουθούμε σαν κάτι που βρίσκεται μακριά, μας εξοντώνει αλλά δεν μπορεί να επηρεαστεί από τίποτα. Παρακολουθούμε σπαράγματα της live μετάδοσης της διάλυσης της κοινωνίας, μαθαίνοντας σκόρπιες αντικρουόμενες πληροφορίες από ξένους δημοσιογράφους. Η μεσολάβηση χτύπησε κόκκινο, μετασχηματίστηκε και εισχώρησε μέσω της οθόνης στο φαντασιακό μερικών εκατομμυρίων ψηφοφόρων. Τίποτα δεν έχει σημασία γιατί τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρακολουθούμε αμήχανοι και αποκαμωμένοι την εξουσιοδότησή μας που χάνεται στα βάθη κάποιων κέντρων εξουσίας που δεν αναγνωρίζουμε κι ούτε μπορούμε να φανταστούμε.

Δεν πρόκειται απλά για την ιδέα της ανάθεσης ή για την περίφημη κρίση εκπροσώπησης, πρόκειται για την καθιέρωση μιας νέας οπτικής για την ίδια τη ζωή.

***

Δεν είναι καινούρια βέβαια αυτή η ιδέα. Οι «επίμονοι κυνηγοί μύθων» Καλύβας και Μαρατζίδης μας χαρίζουν το παρακάτω (η επισήμανση δική μου):

Το ερώτημα γίνεται πιο βασανιστικό, αν ρωτήσουμε: Πόσο άξιζε η Αντίσταση; Η απάντηση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Αναμφίβολα, η Αντίσταση συνέβαλε τα μέγιστα στη διατήρηση του ηθικού του πληθυσμού και στη δυνατότητα η χώρα να συγκαταλέγεται μετά τον πόλεμο στο στρατόπεδο των νικητών (όμως, ας μη γελιόμαστε, περισσότερο ως προς αυτό έπαιξε ρόλο η στάση του Ι. Μεταξά το 1940 στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι και στη συνέχεια η στάση του Γεωργίου Β΄ να συνεχίσει τον πόλεμο στο πλευρό της Αγγλίας).

***

Όταν η πολιτική και ο δημόσιος λόγος γεμίζει τέτοιες οπτικές και ξεχειλίζει απ’ την ιδέα ότι μεγαλύτερο ρόλο πάντα παίζει η στάση ενός ηγέτη, ενός δικτάτορα ή μιας πολιτικής ελίτ, αναζητούμε με λύσσα ένα καταφύγιο. Ένα καταφύγιο που να μας υπενθυμίζει ότι η μοίρα μας δεν υπάρχει για να την αποδεχόμαστε και ότι η ιστορία δεν είναι αποτέλεσμα της απάντησης ενός φασίστα όπως ο Μεταξάς.

Τα τελευταία χρόνια συνήθη καταφύγια αποτελούν ο Γκαλεάνο και ο Μπένγιαμιν, οι οποίοι καθένας με τον τρόπο του ανοίγουν μπροστά μας ένα άλλο βλέμμα προς το παρελθόν, τη μνήμη και την ιστορία.

Το τελευταίο διάστημα για κάποιο περίεργο λόγο βρέθηκα μπροστά σε δύο βιβλία (πιο κοντινά και πιο δικά μας μ’ ένα τρόπο), που πέρα απ’ την όποια λογοτεχνική τους αξία, επιτελούν και μία ακόμη λειτουργία. Μέσα απ’ τις σελίδες τους, δίνουν διαδοχικές σφαλιάρες. Αρπάζουν το κεφάλι σου και το στρέφουν ξανά προς την πραγματικότητα, προς τη ζωή την ίδια. Λένε: μην περιμένεις την αναμετάδοση, μην ξημεροβραδιάζεσαι με το δάχτυλο στο F5, μην ψάχνεις τη ματαίωση ή την ελπίδα σ’ ένα άρθρο των financial times. Παρόλο που είμαστε γεμάτοι μακρινά άγνωστα κτίρια με τζαμένιες πόρτες, η ζωή επιμένει να μην συμβαίνει αλλού, αλλά ακριβώς εδώ, μπροστά στα δυο σου μάτια. Όσες δηλώσεις κι αν κάνει ο Ντάισελμπλουμ το παιχνίδι παίζεται στην οδό Αχαρνών και στις Τρεις Γέφυρες και σ’ ένα όχημα του μεταγωγών και το τζόιστικ τελικά δεν είναι και σε τόσο μεγάλη απόσταση από τις χούφτες μας.

 

CKMLTyHWEAAbteD

***

Το πρώτο βιβλίο το οποίο σκέφτομαι είναι το Ένα Δέκατο του Οκτώ του βα.αλ.. Εδώ έχουμε διάφορα ενδιαφέροντα στοιχεία. Πρώτα απ’ όλα, ο πρωταγωνιστής ενός βιβλίου νουάρ ή αστυνομικού, ο άνθρωπος που προσπαθεί να εξιχνιάσει το έγκλημα, δεν είναι ένας αστυνομικός, έστω ένας αλλιώτικος, ένας πειραγμένος, ευαίσθητος και διαβασμένος ντετέκτιβ. Ο αυτοσχέδιος ντετέκτιβ είναι ένας οδηγός, ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας που λένε και στο σινεμά. Τον αναγνωρίζουμε, τον καταλαβαίνουμε και τον ακολουθούμε κατά πόδας όχι ασθμαίνοντας αλλά όπως θα ακολουθούσαμε ένα φίλο, έναν γνωστό, κάποιον που χαιρετάμε κάθε πρωί στην είσοδο της πολυκατοικίας. Το σκηνικό στο οποίο στήνεται η πλοκή του βιβλίου, επιτέλους, δεν είναι το εμπορικό τρίγωνο, το ιστορικό κέντρο. Τα μπαρ του βιβλίου δεν είναι στη Σταδίου την Κολοκοτρώνη και την Καρύτση. Ο ήρωας κυκλοφορεί στους κανονικούς δρόμους της μητρόπολης, τους μη πολυτραγουδισμένους, αυτούς που διασχίζεις με το λεωφορείο γεμάτο και το νου χαμένο.

Σε μία από τις αληθινά εξαιρετικές στιγμές του βιβλίου, έχουμε μια περιγραφή για τα Λιόσια, η οποία θα πρέπει να μας βάλει σε ένα σωρό σκέψεις. Όχι μόνο για την ομορφιά της γλώσσας ή την διαύγεια του βλέμματος, αλλά τελικά για την ίδια την ειλικρίνεια του να μιλάς και να διαβάζεις για τη ζωή κι όχι για το τηλεοπτικό (ή σοσιαλμιντιακό) της καθρέφτισμα.

Ο βα.αλ., κατά τη γνώμη μου, μας δίνει μια ιδέα για το πώς μπορεί να είναι ένα κομμάτι της λογοτεχνίας της κρίσης. Μέσα από τις σελίδες περνάνε διάφορες φιγούρες, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένες δεν έχει σημασία, πάντως εμπειρικά γνώριμες και ζωντανές. Οι ήρωες του βιβλίου, «καλοί» ή «κακοί», είναι αναγνωρίσιμοι, έχουν κανονικές διαστάσεις, τέτοιες που νομίζεις ότι τα δάχτυλά σου τους αγγίζουν καθώς προχωράς από κεφάλαιο σε κεφάλαιο.

Εντέλει όπως κάθε καλό νουάρ, το βιβλίο είναι μια ερωτική χειρονομία προς την πόλη και την περιπλάνηση, την πραγματική πόλη και την σημερινή περιπλάνηση. Εδώ μιλάμε για τα Πατήσια και την Κυψέλη, όχι για την κατασκευασμένη (χαρούμενη, καινοτόμα, και ατσαλάκωτη) αθηνολατρεία των free press. Εδώ δεν μιλάμε για τις γνωστές λεωφόρους που συμβαίνουν τα πάντα και που κολλάνε τα αυτοκίνητα τις μέρες των γιορτινών ψώνιων. Είναι ενδεικτικό ότι μία απ’ τις σημαντικότερες σκηνές του βιβλίου διαδραματίζεται στον παράδρομο της εθνικής οδού. Είναι επίσης ενδεικτικό ότι το ένα δέκατο του 8, εκτός των άλλων, αν το κοιτάξεις λίγο λοξά είναι μια κασέτα για να βάλεις στο αμάξι την ώρα που διασχίζεις την Αχαρνών και την Πατησίων.

Φυσικά το βιβλίο έχει αδυναμίες, αλλά αυτές είναι για τους βιβλιοκριτικούς και τις βιβλιοκριτικές, κι αυτό εδώ το ποστ προσπαθεί απλά να δείξει ότι εκτός από «επίμονους κυνηγούς μύθων», σ’ αυτόν τον τόπο είμαστε και γεμάτοι από ανθρώπους που επιμένουν να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στο ρόλο που παίζουν όσοι ζουν, παθαίνουν, διεκδικούν και επιτίθενται. Και η εσωτερική διαδρομή του Νικήτα, ήρωα του βιβλίου, μας αφορά περισσότερο από το να λιβανίζουμε τη τζίφρα του εκάστοτε ηγέτη. Όσο κι αν επιχειρούν να μας πείσουν τα δελτία των 8 και οι αρθρογράφοι με τα διαπιστευτήρια του Γέιλ, επιμένουμε να κοιτάμε τη ζωή στο σημείο που έχει σημασία, στο σημείο που στ’ αλήθεια συμβαίνει, στο σημείο που δεν είναι άλλο δηλαδή, από το ίδιο το ύψος του πεζοδρομίου.

 

32-vimata_ex

***

Το δεύτερο βιβλίο δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό, όμως πάλι με ένα περίεργο τρόπο επιτελεί την ίδια λειτουργία. Μιλάω για το 32 βήματα ή ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων του Τάσου Θεοφίλου. Το βιβλίο αποτελείται χοντρικά από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος περιέχει σπαράγματα, διάφορα περιστατικά και αποσπάσματα από τη ζωή στη φυλακή. Το δεύτερο αποτελεί ένα γλωσσάρι της φυλακής, στα πρότυπα θα έλεγε κανείς των όσων θεωρούμε κληρονομιά του Ηλία Πετρόπουλου, πιθανότατα λιγότερο σχολαστικά, οργανωμένα και συγκροτημένα και περισσότερα από μια βιωματική σκοπιά. Με ενδιαφέρει κυρίως το πρώτο μέρος. Εκεί ο Θεοφίλου, αν και θα μπορούσε να προωθήσει και να μείνει σε μια περιγραφή των δικών του αισθημάτων και εμπειριών με επίκεντρο το προσωπικό του δράμα, επιλέγει να κάνει κάτι άλλο. Μας δίνει χύμα, χωρίς σαφή δομή και συνέχεια, στοιχεία από τη ζωή των άλλων φυλακισμένων. Και αυτά τα στοιχεία είναι συγκλονιστικά. Κυριαρχεί μια βαθιά ανθρωπιά, χωρίς να υπάρχει σε κανένα σημείο μυθοποίηση των συγκρατούμενών του και χωρίς να ξεχνάει τη ίδια τη δική του πολιτική συγκρότηση. Παρόλο λοιπόν που διαρκώς μας υπενθυμίζει που στέκεται ο ίδιος, τα περιστατικά που αναφέρει, τα στιγμιότυπα που περνάνε από μπροστά μας, αποκαλύπτουν γυμνή, χωρίς περικοκλάδες και στολίδια την ανθρώπινη κατάσταση στη φυλακή. Η δική του πολιτική τοποθέτηση μπαίνει εκ των πραγμάτων σε δεύτερη μοίρα και θα έλεγα μάλιστα σε όποιον το διαβάσει περιμένοντας να βρει το κατηγορώ ενός άδικα φυλακισμένου αναρχικού, ότι θα απογοητευτεί.

Στο βιβλίο παρελαύνουν ιστορίες ναρκωτικών, λούμπεν παραβατικότητας και μοναξιάς. Δίνεται μια σχετικά καθαρή αίσθηση της ζωής στη φυλακή, χωρίς να περιγράφονται τα πράγματα με ακρίβεια. Αντίθετα, τα σκόρπια περιστατικά, μια σύναξη σ’ ένα κελί, ένας θάνατος, η λεπτομέρεια του ψαξίματος του φυλακισμένου, το αυτοσχέδιο τσίπουρο, η αδιανόητη γραφειοκρατία, οι εντοιχισμένες κατσαρίδες του καρτοτηλεφώνου, όλα λειτουργούν υπόγεια και σωρευτικά. Αν ζωή συμβαίνει στους δρόμους της πόλης, ζωή συμβαίνει και πίσω απ’ τη μάντρα του Κορυδαλλού. Και η ιστορία των ανθρώπων συνεχίζει να γράφεται και εκεί που η κοινωνία παύει να κοιτάζει και εκεί που οι αποφάσεις των ηγετών δεν έχουν πια σημασία.

Εκεί που υπάρχει μόνο παράλογο και τιμωρία, εκεί οι άνθρωποι ακόμη προσπαθούν να μείνουν ζωντανοί και ο Θεοφίλου προσπαθεί να μας δώσει ένα ελάχιστο κομμάτι απ’ την ιστορία τους.

IMG_3722-001

 

***

Το Ένα Δέκατο του 8, βα. αλ. – εκδόσεις Κινούμενοι Τόποι

32 βήματα ή ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων , Τάσος Θεοφίλου – εκδόσεις ΚΨΜ




Π.Βόγλης: Ο εμφύλιος ήταν η μοναδική επανάσταση στη νεότερη ελληνική ιστορία

6

 

Αντί για το ερώτημα “ποιος φταίει” για τον ελληνικό εμφύλιο, που επικράτησε επί δεκαετίες, στην “Αδύνατη Επανάσταση” ο Πολυμέρης Βόγλης θέτει ένα άλλο ερώτημα: “τι ήταν” ο εμφύλιος πόλεμος. Μελετώντας την κοινωνική δυναμική που διαμορφώθηκε εκείνη την περίοδο στη χώρα και εστιάζοντας στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, ο ίδιος συμπεραίνει ότι  ο ελληνικός εμφύλιος ήταν μια επανάσταση, έστω κι αν, έτσι όπως εξελίχθηκε, δεν θα μπορούσε να αποβεί νικηφόρα, συνεπώς ήταν μια αδύνατη επανάσταση.

Διαβάζοντας μια τέτοια προσέγγιση σήμερα, μετά το καλοκαίρι του 2015, δεν μπορείς να μην αναρωτηθείς πώς θα καταγραφεί από τους ιστορικούς του μέλλοντος η δυναμική που διαμορφώνεται στην Ελλάδα την τελευταία πενταετία. Πάντως ο Π.Βόγλης, αναπληρωτής καθηγητή κοινωνικής ιστορίας  στο τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μας τραβάει το μανίκι -σαν καλός ιστορικός-, συνιστώντας να αποφεύγουμε αναλογίες με το παρελθόν και να προσπαθούμε να βρούμε εργαλεία και τρόπους να καταλάβουμε αυτό που ζούμε σήμερα.

Τον συναντήσαμε λίγες μέρες πριν από τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου και μιλήσαμε για τον εμφύλιο και για τις αφηγήσεις γύρω από αυτόν, για τους παραλληλισμούς του παρελθόντος με το σήμερα, για την αριστερά και τις διαμάχες μεταξύ ιστορικών. Καταλήξαμε με μια υπενθύμιση: πως όπως τα κύματα των προσφύγων σήμερα στην Ευρώπη, περίπου 700 χιλιάδες άνθρωποι έγιναν πρόσφυγες εντός ή εκτός Ελλάδας στη διάρκεια του εμφυλίου, καθώς οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι συστατικό στοιχείο της εδαφικής πολιτικής, που γίνεται πάντα σε καιρούς πολέμου.

* * *

Τι ήταν ο ελληνικός εμφύλιος και πώς προτείνετε να συζητάμε γι’αυτόν, πώς να τον διαπραγματευόμαστε;

Αυτό που υποστηρίζω στο βιβλίο είναι ότι κανένας θα πρέπει να δει τον εμφύλιο πόλεμο σαν μία επανάσταση, την μοναδική ίσως επανάσταση στη νεότερη ελληνική ιστορία, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Μια επανάσταση κάτω από διαφορετικές στιγμές και φάσεις. Κι άρα κανένας θα πρέπει να χρησιμοποιήσει ένα τέτοιο πλαίσιο για να κατανοήσει τι την προκάλεσε, ποια ήταν η δυναμική της, ποιες ήταν ενδεχομένως οι ομοιότητες με άλλα αντίστοιχα κινήματα ή επαναστάσεις του 20ου αιώνα κλπ. Δηλαδή στην ουσία ήθελα χρησιμοποιώντας το σχήμα της επανάστασης να δω τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο όχι σαν μια ελληνική ιδιαιτερότητα αλλά σαν ένα φαινόμενο το οποίο μπορεί να το συναντήσουμε και σε άλλες χώρες στη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Κι αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη συνήθη αφήγηση που επικρατεί.

Ναι. Δηλαδή [υπήρχαν] είτε οι αφηγήσεις οι παλιότερες -τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια- που απέδιδαν πολύ μεγάλη σημασία στον ξένο παράγοντα -ότι ήταν ένας πόλεμος που υποκινήθηκε από το εξωτερικό, δηλαδή, κυρίως από τη Σοβιετική Ένωση και τις τότε γειτονικές κομουνιστικές χώρες- ή αργότερα -στη μεταπολίτευση- ότι έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην πρόκληση του εμφύλιου πολέμου οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία.

Απέναντι σε αυτές τις ερμηνείες οι οποίες αποδίδουν την ευθύνη, θα έλεγε κανένας, στους ξένους, αυτό που ενδιέφερε εμένα ήταν να δω στο εσωτερικό. Προφανώς υπάρχει το διεθνές πλαίσιο, προφανώς υπάρχουν ξένες δυνάμεις, υπάρχει ο ψυχρός πόλεμος άλλωστε εκείνη την εποχή που ξεκινά, δεν μπορεί κανείς να το αγνοήσει όλο αυτό. Αλλά κατά τη γνώμη μου –κι αυτό θέλω να κάνω μέσα από το βιβλίο- ήταν να δω τις εσωτερικές συγκρούσεις. Οι εσωτερικές, κοινωνικές και ιδιαίτερα πολιτικές συγκρούσεις πώς οδηγούν σε μια στρατιωτική αντιπαράθεση, σε έναν πόλεμο.

εμπρος εφημεριδα εμφύλιος

Φωτογραφία βιβλίου – Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Εμπρός, 23 Ιουνίου 1949. Η φωτογραφία επάνω δεξιά απεικονίζει στρατιώτες με τον σκοτωμένο Γιάννη Αλεξάνδρου (Διαμαντή) και φέρει τη λεζάντα: “Το απάνθρωπον τέρας που επί τριετίαν ετρομοκράτει την Ρούμελην δεν υπάρχει πλέον. Ο Εθνικός Στρατός τιμωρεί τους προδότας”. Αρχική πηγή: Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων

 

Ο “συμμοριτοπόλεμος”

 

Αλλά κάνετε λόγο για διαστρέβλωση της ιστορίας για τον εμφύλιο πόλεμο. Δηλαδή ότι επικράτησε και τροφοδότησε αυτό το τραύμα, όπως το αποκαλείτε, κράτησε την κοινωνία διαιρεμένη, και τώρα μάλιστα αυτό επανέρχεται με τη σημερινή ρητορική στον πολιτικό δημόσιο λόγο. Θεωρείτε ότι εργαλειοποιείται, ουσιαστικά, το τραύμα αυτή τη στιγμή στο δημόσιο λόγο;

Καταρχήν ναι. Δηλαδή θα συμφωνήσω μαζί σας ότι είχαμε μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, το 1949, μια προσπάθεια διαστρέβλωσης του τι συνέβη εκείνα τα χρόνια. Δεν είναι τυχαίο ότι για πολλές δεκαετίες ο τρόπος με τον οποίο επικράτησε να ονομάζεται ο εμφύλιος πόλεμος ήταν «συμμοριτοπόλεμος». Δηλαδή η άρνησή του, το ότι αντί να δεχτεί κανείς την εμφύλια σύγκρουση λέει ότι αυτό το οποίο είχαμε ήταν μια σύγκρουση του κράτους και της κυβέρνησης με συμμορίες.

Κι αυτός ο όρος χρησιμοποιείται και σήμερα.

Πολύ λιγότερο, είναι η αλήθεια. Και είναι περισσότερο αν κανένας θέλει να υποδηλώσει μια πολιτική ταυτότητα η οποία είναι πλέον σήμερα αρκετά ακροδεξιά. Κανένας δεν χρησιμοποιεί τον όρο «συμμοριτοπόλεμος», είναι περιθωριακή η χρήση του. Από την άλλη πλευρά και η αριστερά δεν δέχτηκε το γεγονός, θα έλεγε κανένας, του τι συνέβη. Όχι ότι δεν υπήρξε εμφύλιος πόλεμος, αλλά προσπάθησε να το παρουσιάσει σαν μια άμυνα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας απέναντι στην επίθεση που είχε δεχτεί μεταπολεμικά από τη λευκή τρομοκρατία, και ότι στην ουσία σύρθηκε σε έναν εμφύλιο πόλεμο. Γενικώς υπήρξε διαστρέβλωση. Τις τελευταίες δεκαετίες βασικά υπήρχε αποσιώπηση. Κανείς δεν ήθελε να κουβεντιάσει τον εμφύλιο πόλεμο.

Τώρα επανέρχεται;

Έχει επανέλθει. Από το 2000 και μετά έχουμε μια πολύ μεγάλη συζήτηση – ακαδημαϊκή αλλά και δημόσια- για τη δεκαετία του ’40 και ειδικά για τον εμφύλιο πόλεμο. Τι ήταν ο εμφύλιος πόλεμος, τι τον προκάλεσε, ποιος φταίει –το παλιό γνωστό ερώτημα «ποιος φταίει για την εμφύλιο πόλεμο;»-, αν έχουμε έναν εμφύλιο πόλεμο στην κατοχή, ποια είναι η σχέση του πολέμου της κατοχής, των εμφύλιων συγκρούσεων της κατοχής με τον εμφύλιο πόλεμο μετά την Απελευθέρωση, του ‘46-’49. Άρα είναι αρκετά σημαντικός στην ακαδημαϊκή συζήτηση, στην ιστορική συζήτηση. Κι αυτό φαίνεται κι απ’τα συνέδρια, τα βιβλία που βγαίνουν, τις δημοσιεύσεις αλλά και τα αφιερώματα στον τύπο, αλλά και από την παρουσία της δεκαετίας του ’40 συνολικά –όχι μόνο του εμφυλίου πολέμου- στη δημόσια σφαίρα.

Θεωρείτε ότι τείνει μια υπάρξει μια συμφωνία, στον ακαδημαϊκό τουλάχιστον χώρο, σχετικά με το τι ήταν ο εμφύλιος;

Όχι. Υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες. Αυτό δεν πρέπει να μας προβληματίζει, είναι φυσικό. Κι όπως είναι φυσικό να υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες και αναθεωρήσεις της ιστορίας. Η ιστορία δεν είναι κάτι στατικό, δεν είναι μια αλήθεια την οποία κάποιος ανακαλύπτει και όλοι «υποκλίνονται». Είναι έρευνα, είναι ένας τρόπος με τον οποίο βλέπεις, μελετάς το παρελθόν, θέτεις διαφορετικά ερωτήματα. Κι άρα η γνώση μας, η προσέγγισή μας για την ιστορία αλλάζει, δεν είναι στατική. Κι αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το μεγάλο ενδιαφέρον των ιστορικών, της έρευνας για την ιστορία. Ειδάλλως θα ξέραμε όλοι τι έχει συμβεί και θα ήταν πολύ βαρετό.

η αδυνατη επανάσταση - εξώφυλλο

Φωτογραφία εξωφύλλου: Αιχμάλωτοι αντάρτες στη Θεσσαλονίκη μετά τη μάχη του Λαγκαδά, Φεβρουάριος 1948. Αρχική πηγή: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού

(…) υπάρχει μια μερίδα ιστορικών η οποία υποστηρίζει ότι ξεκινάει από το 1943. Στην ουσία, δηλαδή, ότι έχουμε έναν μακρύ εμφύλιο πόλεμο, από το ’43 μέχρι το ’49 (…) και εξελίσσεται σε τρεις φάσεις: 1943-1944 που είναι ο εμφύλιος μεταξύ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και κυρίως ταγμάτων ασφαλείας, ένα δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, μια δεύτερη σύγκρουση που είναι τα Δεκεμβριανά, κι έναν τρίτο εμφύλιο πόλεμο που είναι ο πόλεμος του 1946-1949. Κι ότι στην ουσία όλα αυτά τι υποδηλώνουν; Ότι έχουμε ένα Κομμουνιστικό Κόμμα το οποίο θέλει με τη βία να πάρει την εξουσία.

Εγώ διαφωνώ με αυτή την προσέγγιση. (…)

Π.Βόγλης

Ιστορική διαμάχη για τη βία & κατάχρηση των όρων του ’40

 

Ένα από τα βασικά σημεία διαφωνίας στον ακαδημαϊκό χώρο, απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι, είναι το πότε ακριβώς ξεκινάει ο εμφύλιος. Είναι ένα κρίσιμο ζήτημα που, απ’ότι καταλαβαίνω από το βιβλίο σας, εσείς το συνδέετε με τη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας που εντάθηκε πάρα πολύ στην κατοχή, την φτωχοποίηση, σε συνδυασμό με την απόκτηση της εμπειρίας της πάλης μέσα από την εαμική αντίσταση. Όσοι τοποθετούν σε άλλο χρονικό σημείο την έναρξη του εμφυλίου πολέμου ενδεχομένως να θέλουν να τον απομονώσουν από αυτό, από την ανάγκη για πιο ριζοσπαστικές λύσεις, για αναδιανομή του πλούτου, να θέλουν να το δείξουν σαν μια ένοπλη πάλη ακραίων. Οπότε, το πότε ξεκίνησε ο εμφύλιος είναι ένα ζήτημα κρίσιμο για την ερμηνεία του τι κρύβεται πίσω από αυτές τις διαμάχες;

Ένα από τα ζητήματα που είχαν απασχολήσει τους ιστορικούς, και ήταν και αντικείμενο διαμάχης, ήταν η χρονολόγηση του εμφυλίου, αν ξεκινάει το ’43 ή το ’46. Θα μου πείτε, υπάρχει κάποια διαφορά; Υπάρχει. Γιατί ακριβώς, η χρονολόγηση, ή, πιο σωστά, η περιοδολόγηση –πώς χωρίζουμε την ιστορία σε περιόδους, πότε λέμε ότι ξεκινάει κάτι και πότε τελειώνει- είναι πολύ σημαντικό. Γιατί ακριβώς υποδηλώνει έναν τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα γεγονότα.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, υπάρχει μια μερίδα ιστορικών η οποία υποστηρίζει ότι ξεκινάει από το 1943. Στην ουσία, δηλαδή, ότι έχουμε έναν μακρύ εμφύλιο πόλεμο, από το ’43 μέχρι το ’49. Δε συμφωνώ με αυτή τη θεώρηση. Δε λέω ότι δεν υπάρχουν εμφύλιες συγκρούσεις το ’43 ή και το ’44 – τα Δεκεμβριανά, που είχαμε και την επέτειό τους, των 70 ετών, τον περασμένο Δεκέμβρη. Αλλά είναι συγκρούσεις που δεν συνδέονται αιτιακά μεταξύ τους.

Για μένα ο εμφύλιος πόλεμος ξεκινά το 1946. Τα αίτια του εμφυλίου πολέμου, ναι, θα πρέπει να αναζητηθούν στα προηγούμενα χρόνια. Γι’αυτό λέω ότι ζητήματα διαμάχης των ιστορικών, όπως το πότε ξεκινάει ο εμφύλιος πόλεμος, έχει να κάνει με το πώς τα αντιλαμβανόμαστε. Αν αντιλαμβανόμαστε τον εμφύλιο σαν ένα ενιαίο γεγονός ή σαν κάτι το οποίο γνωρίζει περιόδους, φάσεις κλπ.

Στην ουσία έχουμε ένα επιχείρημα που λέει ότι έχουμε έναν εμφύλιο ο οποίος ξεκινάει το 1943 και εξελίσσεται σε τρεις φάσεις: 1943-1944 που είναι ο εμφύλιος μεταξύ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και κυρίως ταγμάτων ασφαλείας, ένα δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, μια δεύτερη σύγκρουση που είναι τα Δεκεμβριανά, κι έναν τρίτο εμφύλιο πόλεμο που είναι ο πόλεμος του 1946-1949. Κι ότι στην ουσία όλα αυτά τι υποδηλώνουν; Ότι έχουμε ένα Κομμουνιστικό Κόμμα το οποίο θέλει με τη βία να πάρει την εξουσία.

Εγώ διαφωνώ με αυτή την προσέγγιση. Κάθε σύγκρουση είναι διαφορετική από την άλλη. Κανένας μπορεί να τις δει ότι είναι συγκρούσεις της δεκαετίας του ‘40, προφανώς, και έχουν σχέση μεταξύ τους. Αλλά δεν είναι ένας εμφύλιος πόλεμος ο οποίος διαπνέεται από την λογική του Κομμουνιστικού Κόμματος να πάρει την εξουσία βίαια -όπως ενδεχομένως, όντως, συμβαίνει στον εμφύλιο πόλεμο, όπου έχουμε μια ένοπλη σύγκρουση διεκδίκησης της εξουσίας.

Άρα, ναι, έχουμε διαφορετικές εκτιμήσεις και αντιλήψεις για το τι ήταν ο εμφύλιος πόλεμος. Όπως επίσης και για το ποιος ευθύνεται για τον εμφύλιο πόλεμο κλπ. Αν και στο βιβλίο, ακριβώς, προσπάθησα να μην ασχοληθώ με το ποιος φταίει για τον εμφύλιο πόλεμο.

(…) Οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, αντί να προχωρήσουν στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα ικανοποιούσαν τα αιτήματα εκδημοκρατισμού και κοινωνικής  δικαιοσύνης που είχε αναδείξει η κοινωνία στα χρόνια της Κατοχής, έθεσαν στόχο τη διάλυση των οργανωτικών δομών και τη συρρίκνωση των κοινωνικών ερεισμάτων του ΕΑΜ, ώστε να ανακοπεί η δυναμική της επανάστασης. (…)

“Η αδύνατη επανάσταση”, απόσπασμα

Λέμε ότι το 2000 αναζωπυρώθηκε όλη αυτή η συζήτηση. Είναι λίγο συγκυριακό αυτό ή υπήρχε εκείνη την εποχή και μια γενική συζήτηση, πιο πολύ με πολιτικό υπόβαθρο, να βάλουμε στο κέντρο π.χ. τη βία λίγο αποϊδεολογικοποιημένα, να συζητήσουμε για τον εμφύλιο λίγο έξω είτε από την κοινωνική του διάσταση που βάζετε εσείς, είτε από την πολιτική του διάσταση, και να το συζητήσουμε μόνο σαν ένα θέμα της ακρότητας της βίας, ή άλλων τέτοιων πραγμάτων; Δεν ξέρω, δηλαδή, αν ταίριαζε λίγο με την εποχή αυτή η αναζωπύρωση της συζήτησης.

Ναι. Θα συμφωνούσα με αυτή τη διαπίστωση. Ούτως ή άλλως έχουμε ένα αυξημένο επιστημονικό ενδιαφέρον για τη δεκαετία του ’40. Η δεκαετία του ’90 είναι η εποχή που δημοσιεύονται πάρα πολλά βιβλία επιστημονικά και άρα υπάρχει μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος του επιστημονικού. Το κοινωνικό ενδιαφέρον, της κοινής γνώμης, πάντα υπήρχε. Αλλά επιστημονικά, συστηματικά, άρχισε να διερευνάται τη δεκαετία του 1990, όταν βγαίνουν μια σειρά από πολύ αξιόλογες μελέτες. Άρα υπάρχει το ιστορικό ενδιαφέρον για την εποχή εκείνη. Αυτό, όμως, που παράλληλα νομίζω ότι υπάρχει είναι, ακριβώς, μια προσπάθεια να ερμηνευθεί ξανά η δεκαετία του ’40 μέσα από ένα πολύ διαφορετικό πρίσμα, απ’ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή επικρατούσε μεταξύ των ιστορικών. Δηλαδή αυτό ακριβώς το οποίο είπατε, για την εστίαση στη βία, επανέφερε τη συζήτηση για τον ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, για τη βία που άσκησε κατά των αντιπάλων του κλπ.

Είναι μια συζήτηση η οποία κράτησε αρκετά. Πιστεύω ότι είχε, θα έλεγε κανείς, ένα πολιτικό υπόβαθρο. Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Θέλω να πω ότι αυτός που θα πει ότι ο ιστορικός είναι αντικειμενικός, απλά λέει ψέμματα. Δεν υπάρχει αντικειμενική ιστορία. Υπάρχει μια ιστορία η οποία επιδιώκει να διεισδύει όσο γίνεται πιο βαθύτερα στο παρελθόν, να δώσει μια πιο ολοκληρωμένη, μια πιο πλήρη εικόνα του παρελθόντος, να θέσει ερωτήματα. Αλλά δεν υπάρχει αντικειμενική ιστορία. Άρα όλοι όσοι εμπλέκονται σε αυτή τη συζήτηση, και ειδικά για ένα τόσο φορτισμένο θέμα όσο η δεκαετία του ’40, προφανώς έχουν και πολιτικές ιδέες και πολιτικές απόψεις, οι οποίες εκβάλλουν και στο έργο τους.

Άρα εγώ πιστεύω ότι όλη η συζήτηση για τη δεκαετία του ’40 και ειδικά για το ρόλο της βίας της αριστεράς τη δεκαετία του ’40, συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με μια προσπάθεια να αποκαθηλωθεί ο μύθος της αριστεράς – για να το πω λίγο συνθηματικά. Τι εννοώ: η αριστερά σε μεγάλο βαθμό μεταπολεμικά βάσισε την πολιτική της ταυτότητα στη δεκαετία του ’40 και ειδικά στην αντίσταση. Ήταν, θα έλεγε κανένας, ο ιδρυτικός μύθος –δεν λέω μύθο με την έννοια του παραμυθιού, καταλαβαίνετε τι θέλω να πω-, η ιδρυτική διακήρυξη. Άρα, πλήττοντας ακριβώς αυτό τον ιδρυτικό μύθο της αριστεράς για την εθνική αντίσταση, η αριστερά πλέον έχανε έδαφος, απονονομιμοποιόταν, απαξιωνόταν κ.ο.κ. Αυτό πιστεύω ότι υπήρχε.

Αυτό επιχειρείται και σήμερα, θεωρείτε;

Σήμερα είμαστε σε μια πάλι αρκετά διαφορετική συγκυρία. Είναι άλλο το 2000. Μην ξεχνάτε το 1989, στην ουσία όλο αυτό είναι ο αντίκτυπος του ’89 – και αναφέρομαι στην κατάρρευση του κομμουνισμού- στην ιστοριογραφία. Λίγα χρόνια πριν την έκρηξη της συζήτησης έχει βγει η Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού, ότι ο κομμουνισμός είναι μια εγκληματική ιδεολογία κλπ. Άρα, θα έλεγε κανένας, έχουμε μια προσπάθεια απονομιμοποίησης, εκείνη την εποχή, της αριστεράς. Σήμερα είναι πολύ διαφορετικό, είμαστε σε μια πολύ διαφορετική συγκυρία, με πολύ διαφορετικά ερωτήματα.

Η δεκαετία του ’40 επανέρχεται και θα επανέρχεται διαρκώς –για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους. Σήμερα δεν έχουμε τόσο τον εμφύλιο πόλεμο. Αν και κάποια στιγμή –το 2012-2013- συζητήθηκε ότι η πόλωση θα οδηγούσε σε έναν εμφύλιο πόλεμο – ανοησίες, κατά τη γνώμη μου. Επανέρχεται και με το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων κλπ. αλλά και με την προσπάθεια κατάχρησης όρων της δεκαετίας του ΄40 ως προς το σήμερα.

Ποιους όρους εννοείτε;

Οι «δοσίλογοι», «γερμανοτσολιάδες» κλπ. Είναι λάθος, είναι πολύ σοβαρό λάθος.

Επειδή φορτίζουν το δημόσιο λόγο, τη ρητορική; Ή και για άλλους λόγους;

Ο ένας λόγος είναι αυτός. Ο δεύτερος είναι ότι – χωρίς αυτό, φυσικά, να είναι η πρόθεση- σχετικοποιούν τη βαρύτητα αυτών τα οποία συνέβησαν στο παρελθόν. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω; Αν σήμερα λέμε ότι «έχουμε χούντα», ή πιο σωστά «είχαμε χούντα», τότε πραγματικά η χούντα -εννοώ η δικτατορία του ’69-’74- ε, σχετικοποιείται η βαρβαρότητά της. Αν είχαμε γερμανική κατοχή το 2010, ’11, ’12, κλπ σχετικοποιείται η βαρβαρότητα της ναζιστικής κατοχής του 1941-44. Είναι πολύ σοβαρό λάθος να προσπαθεί κανένας να κινητοποιήσει τον κόσμο ή να τον ευαισθητοποιήσει χρησιμοποιώντας τέτοιου τύπου αναλογίες.

χωρικοι εμφυλιος

Φωτογραφία βιβλίου – Χωρικοί εργάζονται στη διάνοιξη δρόμων για το στρατό. Αρχική πηγή: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού

Συλλογικό υποκείμενο, πατριωτισμός και αριστερά

 

Στο βιβλίο κάνετε λόγο για μια «κουλτούρα του συλλογικού υποκειμένου», η οποία διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, και την αποδίδετε στη δυναμική της κοινωνικής επανάστασης που δημιούργησε η εαμική αντίσταση και η πρακτική του ένοπλου αγώνα στην κατοχή. Πιστεύετε ότι εκείνη η κουλτούρα του συλλογικού υποκειμένου έχει ομοιότητες με τους τρόπους που σήμερα προσπαθούμε να εφεύρουμε στην ελληνική κοινωνία για να αντιμετωπίσουμε τις σημερινές προκλήσεις; Δηλαδή υπάρχει σήμερα μια αντίστοιχη κουλτούρα ή κάτι που μοιάζει με αυτό που αναγνωρίσατε σε εκείνη την ιστορική περίοδο;

Έχουν μεσολαβήσει από εκείνα τα χρόνια εφτά δεκαετίες. Δηλαδή η ελληνική κοινωνία άλλαξε δραματικά.

Απλώς και πάλι μιλάμε για μια περίοδο που υπάρχουν πολύ ισχυρές προκλήσεις.

Ναι, και μια περίοδο μιας πολύ μεγάλης –ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες- διαδικασίας εξατομίκευσης της κοινωνίας. Που πήρε πάρα πολλές εκδοχές: ιδιώτευσης, καταναλωτισμού, αδιαφορίας κλπ. Άρα έχεις να κάνεις με μια νέου τύπου κοινωνία, πολύ διαφορετική από αυτήν που εμφανίζεται, μάχεται, δρα, κινητοποιείται στη δεκαετία του ’40. Και μετά, όμως. Δεν είναι μόνο η δεκαετία του ’40, απλώς αυτή είναι η αποκορύφωση. Συνεχίζει και μετά, και στη δεκαετία του ’50 – που είναι μια εποχή πολύ δύσκολη- και στη δεκαετία του ΄60 αλλά και του ΄70. Αυτό φθίνει.

Αυτή η κουλτούρα;

… που είναι και ταυτότητα. Συλλογικές ταυτότητες. Δηλαδή οι άνθρωποι νιώθουν να ταυτίζονται, οι ίδιοι, τα συμφέροντά τους, οι ιδέες τους, οι ανάγκες τους, ο τρόπος ζωής τους, με ευρύτερες συσσωματώσεις ανθρώπων. Είτε αυτό λέγεται σωματείο, φοιτητικός σύλλογος, γειτονιά. Είχαμε μια πλήρη αποσύνθεση αυτών των συλλογικών αναφορών.

…τις τελευταίες δεκαετίες.

Ναι. Όπου ο καθένας ήταν για την πάρτη του. Μετά ήταν η οικογένειά του, οι φίλοι του και εκεί πέρα σταματούσε οποιαδήποτε αναφορά, δεν υπήρχαν συλλογικές αναφορές.

Ήταν τα χρόνιας της ευημερίας;

Ήταν τα χρόνια της ευημερίας. Ειδικά από τη δεκαετία του 1990 και μετά, αυτό το πράγμα απογειώθηκε. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω. Και δεν μπορεί κανείς να αναβιώσει τρόπους και διαδικασίες που υπήρχαν παλιότερα. Γι’αυτό και ό,τι έχει μείνει από εκείνα τα χρόνια – το βλέπω π.χ. στους φοιτητικούς συλλόγους στα πανεπιστήμια- είναι σκιά. Καμία σχέση, ούτε συνελεύσεις μπορούν να γίνουν ούτε τίποτα. Άρα αυτό το οποίο συνέβη, σε μία κατά τη γνώμη μου μικρή έκταση, ήταν ακριβώς ότι οι άνθρωποι προσπαθούσαν αν βρουν νέου τύπου συλλογικές διαδικασίες, νέου τύπου συλλογικές αναφορές, να δημιουργήσουν νέου τύπου συλλογικές ταυτότητες.

Θυμάμαι και παραδείγματα από χωριά, που αναφέρετε στο βιβλίο, που αυτοδιοικούνται. Και αναρωτιέται αν αυτά τα παραδείγματα έχουν σχέση με τις σημερινές απόπειρες ομάδων ή κοινοτήτων που δοκιμάζουν ή οραματίζονται μοντέλα αυτο-οργάνωσης.

Ναι, συμφωνώ, απλώς πρέπει κανείς να έχει την αίσθηση της κλίμακας, ότι αυτά στην Ελλάδα είναι πολύ περιορισμένα σε σχέση με το μέγεθος της επίθεσης που δέχτηκε η ελληνική κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια και της εκπτώχευσης. Και δείχνει άμα θέλετε από την άλλη πλευρά και το πόσο άλλαξε ο χαρακτήρας της ελληνικής κοινωνίας τις τελευταίες δεκαετίες. Πόσο δύσκολο είναι πλέον να διαμορφώσεις συλλογικές απαντήσεις και να έχεις συλλογικές δράσεις.

Κάποιοι κοινωνιολόγοι λένε ότι είναι μάλλον δύσκολο να γίνει κάτι τέτοιο, να δοθεί δηλαδή ιστορική απάντηση την στιγμή της κρίσης. Επίσης, είναι δύσκολο να κάνει κανένας εκτιμήσεις για το πως θα βγει η ελληνική κοινωνία απ’ αυτή την κρίση. Και είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να σκεφτεί κανείς αναλογίες με το παρελθόν, με μια κοινωνία, εκείνη της δεκαετίας του ’40, που ήταν πολύ διαφορετική. Όταν μιλάμε για χωριά και αυτοδιοίκηση εκείνα τα χρόνια, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι τα χωριά τότε είχανε κόσμο.

Πάντως έχουνε γίνει πράγματα και στην αλληλέγγυα οικονομία και στην κοινωνική οικονομία και αυτοδιαχειριστικά. Δεν θέλω με τίποτα να τα μειώσω, απλώς θα περίμενε κανένας ή θα έλπιζε να είχανε μεγαλύτερη απήχηση και διασπορά και να είχαν πολλαπλασιαστεί.

(…) Ο συνδυασμός της εθνικής απελευθέρωσης με την κοινωνική επανάσταση δεν ήταν διόλου αντιφατικός· τα περισσότερα επαναστατικά κινήματα στον 20ο αιώνα είχαν παράλληλα στόχο την εθνική ανεξαρτησία, και αυτός ακριβώς ο συνδυασμός τούς προσέδωσε πρωτοφανή μαζικότητα και μαχητικότητα. (…)

“Η αδύνατη επανάσταση”, απόσπασμα

Μιλήσαμε πριν για δυσκολίες στη συγκρότηση του συλλογικού υποκειμένου. Λέτε μες στο βιβλίο ότι το ΚΚ ή η αριστερά υποβάθμισε την επαναστατική διάσταση και τόνισε πιο πολύ τον αγώνα της εθνικής απελευθέρωσης, μιλούσε περισσότερο για τη Μακρόνησο και λιγότερο για το Γράμμο. Θέλω να ρωτήσω, έχοντας στο νου και το πόσο η αριστερά χρησιμοποιεί πατριωτικό λόγο σήμερα, αν εκείνες οι επιλογές της αριστεράς όχι μόνο στον εμφύλιο αλλά και μετά, να μιλάει δηλαδή κυρίως για εθνική αντίσταση και όχι για κάτι άλλο, κατά κάποιο τρόπο καθόρισαν την σημερινή αριστερά, με τρόπο που να μη μπορεί να απαντήσει στα σημερινά προβλήματα, να δυσκολεύεται να συγκροτήσει συλλογικά υποκείμενα, αφού εντέλει στην εθνική αφήγηση πάντα θα χάνει η αριστερά.

Είναι πολλά τα θέματα, τα οποία βάζετε. Το ένα είναι το γεγονός ότι αποσιώπησε την επαναστατική διάσταση του εμφυλίου πολέμου ή άμα θέλετε, την ένοπλη πλευρά του εμφυλίου πολέμου και το Δημοκρατικό Στρατό. Προφανώς, το γεγονός αυτό έχει να κάνει και με τις συγκυρίες. Εννοώ ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό να υπογραμμίσει κανένας ότι η αριστερά μετεμφυλιακά, ήταν υπό διωγμό. Το δεύτερο θέμα είναι αυτό της ήττας. Δεν είναι απλά εκλογές, δεν έχασες μια εκλογική μάχη, όταν χάνεις σε μια τόσο μεγάλη υπόθεση. Έχεις χάσει ένα πόλεμο, με χιλιάδες νεκρούς και φυλακισμένους. Προφανώς μια ήττα είναι δύσκολο να την δικαιολογήσεις, αλλά και να την αποδεχτείς και να τη συζητήσεις δημόσια. Το τρίτο ζήτημα, το οποίο μάλλον συνδέεται μ’ αυτά τα οποία με ρωτήσατε, έχει να κάνει με την στρατηγική επιλογή της μετεμφυλιακής αριστεράς αλλά και της μεταπολιτευτικής, να ενταχθεί, να ακολουθήσει δηλαδή τον κοινοβουλευτικό δρόμο και να προσηλωθεί στον κοινοβουλευτικό βίο της χώρας. Η αποκήρυξη, θα έλεγε κανένας, του επαναστατικού δρόμου κατάληψης της εξουσίας.

Άρα, η αναφορά στον εμφύλιο και σ’ έναν επαναστατικό τρόπο κατάληψης της εξουσίας, προφανώς δεν ήταν επιλογή της αριστεράς μετεμφυλιακά, όπως και πουθενά στην Ευρώπη. Απ’ αυτή την άποψη, η ελληνική αριστερά σε μεγάλο βαθμό συμβαδίζει με όλη την υπόλοιπη αριστερά, η οποία μετά τον Πόλεμο εγκαταλείπει τα σχέδια ριζοσπαστικής ή βίαιης αλλαγής της κοινωνίας.

Ως προς με τη σύνδεση με το εθνικό αφήγημα, η αριστερά πάντα πολλαπλασίαζε την απήχησή της, όταν συνδύαζε, τον πατριωτικό λόγο με τον λόγο για την κοινωνική αλλαγή. Αυτό θα έλεγε κανείς είναι απ’ τα μαθήματα της δεκαετίας του ’40. Αυτή άλλωστε ήταν και η μεγάλη επιτυχία του ΕΑΜ. Να συνδυάσει τον πατριωτικό αγώνα, εκείνη την εποχή την εθνική απελευθέρωση από τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και τους Βούλγαρους, με το όραμα μιας κοινωνικής αλλαγής, μιας καλύτερης κοινωνίας πιο δίκαιης. Η αριστερά σ’ όλα τα χρόνια, ειδικά μετά την εμπειρία του ’40 είχε πάντα μια έντονα πατριωτική αναφορά, μιλάω πάντα για την επίσημη αριστερά κι όχι για ομάδες. Να σας θυμίσω ας πούμε τον κλασσικό αντιαμερικανισμό της αριστεράς ή ακόμη και τον αντιευρωπαϊσμό της αριστεράς, εννοώ ενάντια στην Ε.Ε. ή ΕΟΚ παλιότερα κλπ. Άρα έχεις να κάνεις με ένα στοιχείο, τον πατριωτισμό, που είναι αρκετά ισχυρό στην ιδεολογία της ελληνικής αριστεράς εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες. Ειδικά σε συγκυρίες όπως η σημερινή, που ακριβώς και λόγω της επιβολής των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων και του τρόπου με τον οποίο συρρικνώθηκε η εθνική κυριαρχία, ήταν λογικό η αριστερά να αναβαθμίσει στον λόγο της το πατριωτικό στοιχείο, την επίκληση του πατριωτισμού. Ήταν αναμενόμενο. Δεν νομίζω, αν μιλάμε για την σημερινή αριστερά, ότι αυτό αμβλύνει τον ταξικό λόγο της αριστεράς. Νομίζω ότι υπάρχει μια ισορροπία, αν και προφανώς σε περιόδους προεκλογικές τονίζεται πολύ περισσότερο ο πατριωτισμός και η υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας και της εθνικής αξιοπρέπειας.

 

(…) όταν στην πολιτική καταφεύγεις σε όρους του παρελθόντος, πρόκειται για μια εργαλειοποίηση του παρελθόντος και μια απεύθυνση στο θυμικό. (…)

Π.Βόγλης

 

Στο βιβλίο λέτε ότι μετά την απελευθέρωση, «η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν καταργήθηκε αλλά αποδείχτηκε συμβατή με το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης» . Επίσης ο τρόπος που περιγράφετε το πώς το κράτος προσπάθησε να ανασυγκροτηθεί και να ελέγξει μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να αυξήσει την καταστολή, η χρήση του λόγου για τον επικίνδυνο άλλο. Μπορούμε να κάνουμε αναλογίες με την σημερινή κατάσταση, προφανώς με κάποιες διαφορές;

Εγώ θέλω να επιμείνω στις διαφορές. Έχουμε στην ουσία μία αδυναμία να περιγράψουμε αυτό το οποίο ζούμε τα τελευταία χρόνια, εννοώ από το 2010 μέχρι σήμερα. Είναι κάτι καινούριο κι αρκετά ιδιόμορφο, με αποτέλεσμα να αναζητούμε να το κατανοήσουμε μέσα από σχήματα, όρους και λέξεις του παρελθόντος. Δεν είναι όμως το ίδιο, αυτό προσπαθώ και με ενδιαφέρει να δείξω. Πρέπει να καταβάλλουμε μεγαλύτερη προσπάθεια, για να προσδιορίσουμε αυτό που ζούμε σήμερα, το οποίο δεν είναι κατοχή, δεν είναι χούντα, δεν είναι καθεστώς εκτάκτου ανάγκης με την αυστηρή, στενή σημασία του όρου αυτού, με αναστολή δηλαδή άρθρων του συντάγματος.

Εμένα αυτό που μ’ ενδιαφέρει, είναι να προσπαθήσουμε να βρούμε εργαλεία και τρόπους να καταλάβουμε αυτό που ζούμε σήμερα. Σίγουρα δεν είναι η κοινοβουλευτική δημοκρατία την οποία γνωρίσαμε, και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε η πολιτική και η κοινωνική ζωή τις προηγούμενες δεκαετίες. Είναι αρκετά διαφορετικά τα πράγματα, παρόλα αυτά δεν πιστεύω ότι βοηθούν οι αναλογίες με το παρελθόν. Πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη σημασία, μεγαλύτερη φροντίδα στο να βρούμε τρόπους να μιλήσουμε για το σήμερα με όρους του σήμερα. Εμείς σαν ιστορικοί επισημαίνουμε ακριβώς τα όρια, τραβάμε το μανίκι και λέμε να προσέχουμε πως χρησιμοποιούμε το παρελθόν. Κατά τη γνώμη μου, πέρα από το ότι έχει μια χρήση συναισθηματική, για το πω και λίγο διαφορετικά είναι και λίγο διανοητική οκνηρία. Για παράδειγμα, τι είναι περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας σήμερα; Τι είναι; Εξάρτηση; Αποικία; Τι είναι;

Αλλά όταν στην πολιτική καταφεύγεις σε όρους του παρελθόντος, πρόκειται για μια εργαλειοποίηση του παρελθόντος και μια απεύθυνση στο θυμικό. Όπως ας πούμε όταν κάνουμε τη Μέρκελ με το μουστάκι του Χίτλερ ή το Δ’ Ράιχ κλπ. Αντίστοιχα με τη διαρκή επίκληση στο ΕΑΜ. Επικαλούνται ένα ένδοξο παρελθόν, αυτό κάνουν όλοι. Δεν είναι ίδιον της ελληνικής αριστεράς ή της Ελλάδας. Όλοι το κάνουν. Ο καθένας μάλιστα μπορεί να επικαλεστεί ένα διαφορετικό παρελθόν. Προφανώς το ηρωικό παρελθόν της αντίστασης, δεν θα το επικαλεστεί η δεξιά. Η δεξιά μπορεί να επικαλεστεί τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος «θεμελίωσε τη δημοκρατία, έβαλε την Ελλάδα στην ΕΟΚ», ένα ένδοξο παρελθόν, διαφορετικού τύπου. Η αριστερά θα επικαλεστεί την αντίσταση, επίσης ένδοξο και ηρωικό και πατριωτικό παρελθόν. Άρα βλέπει κανένας με ποιο τρόπο όλοι εργαλειοποιούν και χρησιμοποιούν το παρελθόν, για να πλαισιώσουν τον λόγο τους, για να κινητοποιήσουν τον κόσμο τους, να διευρύνουν το ακροατήριο τους. Επαναλαμβάνω είναι κάτι που συμβαίνει παντού σ’ όλο τον κόσμο και πρέπει να είμαστε ευαισθητοποιημένοι πάνω σ’ αυτό το θέμα.

πρόσφυγες εμφύλιος

Φωτογραφία βιβλίου – Καταυλισμός προσφύγων στα περίχωρα της Βέροιας, Ιανουάριος 1948. Αρχική πηγή: National Archives and Records Administration (NARA)

“Η πληθυσμιακή μηχανική είναι συστατικό στοιχείο της εδαφικής πολιτικής”

 

Ένα πράγμα που δεν συζητιέται αρκετά από τον εμφύλιο έχει σχέση με τις μετακινήσεις πληθυσμών, την πληθυσμιακή μηχανική, αλλά και τις συνέπειες που είχε για την Ελλάδα μετά τον εμφύλιο η εκκένωση χωριών και γενικά της υπαίθρου.

Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα, όχι τόσο πολύ μελετημένα, στην περίπτωση του ελληνικού εμφυλίου. Είναι ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα για να καταλάβει κανένας πως εξελίχθηκε ο εμφύλιος πόλεμος και για να καταλάβει κανείς και την έκβασή του. Οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι ένα αρκετά μεγάλο φαινόμενο, στην κορύφωση μιλάμε για 700.000 κόσμο, και εξυπηρετούν συγκεκριμένους στρατιωτικούς στόχους εκείνη την εποχή, δηλαδή να απομακρύνουν πληθυσμούς από τις περιοχές που δραστηριοποιούνται οι αντάρτες, ούτως ώστε να στερηθούν οι αντάρτες τρόφιμα, ανθρώπινο δυναμικό και πληροφορίες.

Παρόλα αυτά, ακόμη κι όταν τελειώνει ο εμφύλιος πόλεμος, οι επιπτώσεις της μετακίνησης των πληθυσμών είναι μακροπρόθεσμες. Οι καταστροφές που προκαλεί ο ίδιος ο πόλεμος, (βομβαρδισμοί, πυρκαγιές) αλλά και η μετακίνηση των πληθυσμών είναι το πρώτο χτύπημα, εντός εισαγωγικών, στον πληθυσμό της υπαίθρου και ειδικά στον ορεινό πληθυσμό. Έχουν γίνει κάποιες μελέτες στον παρελθόν, οι οποίες όμως δεν συνεχίστηκαν, που εντοπίζουν ακριβώς ότι οι περιοχές, οι οποίες ήταν στο επίκεντρο του εμφυλίου πολέμου, οι ορεινές περιοχές ειδικά, ποτέ δεν ορθοπόδησαν ξανά μεταπολεμικά. Ο κόσμος δεν γύρισε στα χωριά ή γύρισε για λίγο, αντίκρισε το χάος και την καταστροφή (της περιουσίας, των σπιτιών, το γεγονός ότι δεν είχαν πια ζώα, τα εγκαταλελειμμένα χωράφια) και αποφάσισε αν όχι η ίδια η οικογένεια που είχε φύγει, τα παιδιά τους, να μη ζήσουν στα χωριά.

Είναι θα έλεγε κανείς η αφετηρία αυτού του τεράστιου κύματος εσωτερικής μετανάστευσης που γίνεται στην Ελλάδα μεταπολεμικά και που αλλάζει την Ελλάδα άρδην. Δηλαδή, μέσα σε δύο δεκαετίες ’50 και ’60 ,η Ελλάδα αλλάζει χαρακτήρα. Μετατρέπεται από μία βασικά αγροτική χώρα σε μια βασικά αστική χώρα και ερημώνουν ειδικά τα ορεινά χωριά από τον πληθυσμό. Η αφετηρία αυτής της διαδικασίας είναι η δεκαετία του ’40. Προφανώς πολλά απ’ αυτά τα χωριά έχουν πληγεί και στην Κατοχή, έχουν πυρποληθεί από τους Γερμανούς έχουν υποστεί αντίποινα, τα έχουν κάψει και όλα αυτά σωρευτικά λειτουργούν ώστε ο κόσμος να μη μπορεί πια να ζήσει εκεί.

Αυτό το οποίο ήθελα να υπογραμμίσω μέσα στο βιβλίο είναι ότι αυτή η πληθυσμιακή μηχανική, είναι κάτι το οποίο βλέπουμε σε πάρα πολλές χώρες. Δηλαδή οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι συστατικό στοιχείο της εδαφικής πολιτικής, που γίνεται πάντα σε καιρούς πολέμου και δεν έχει μελετηθεί όσο θα έπρεπε. Το βλέπουμε, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σήμερα με τους πρόσφυγες. Είναι τρομερό αυτό που συμβαίνει και συνέβαινε πάντα.

Απλώς χρειάζεται νομίζω να το ξαναδούμε. Δεν είναι κάτι το οποίο συμβαίνει δηλαδή ξαφνικά, να έχουμε πρόσφυγες ή να μετακινούνται οι πληθυσμοί. Είναι στοιχείο μιας πολιτικής ελέγχου του εδάφους και του πληθυσμού. Είναι και κομμάτι της στρατηγικής των μαχών, είναι ένας πόλεμος που μπορεί να μην γίνεται με όπλα αλλά είναι κομμάτι του πολέμου. Και επαναλαμβάνω ο έλεγχος του πληθυσμού και του εδάφους, είναι στοιχείο κάθε πολέμου. Για παράδειγμα μετακινήσεις μικρών ή μεγάλων εθνοτικών πληθυσμών, έχουμε σε όλους τους πολέμους του 20ου αιώνα. Περιορίζονται, μεταφέρονται μακριά από τα σύνορα ή αυτοί που είναι στα σύνορα μπαίνουν υπό επιτήρηση κλπ.

Υπάρχουν άλλα κομμάτια του εμφυλίου που δεν έχουν μελετηθεί; Που θα στρέφατε το ενδιαφέρον σας;

Εγώ αυτό που θα ήθελα να ξαναδώ ή θα άξιζε κανένας να μελετήσει περισσότερο αφορά τον εθνικό στρατό, ως πυλώνα της ανασυγκρότησης του κόσμου της εθνικοφροσύνης μεταπολεμικά. Αυτό που διαπίστωνα όταν έγραφα αυτό το βιβλίο, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο στρατός αναδεικνύεται σε σημείο αναφοράς για τις τοπικές κοινωνίες, ειδικά στην επαρχία. Η παρουσία του στρατού είναι πάρα πολύ έντονη, και δεν εννοώ στις μάχες. Οι μάχες ούτως ή άλλως γίνονται μακριά από τις πόλεις, σπάνια φτάνουν οι αντάρτες να απειλήσουν τις μεγάλες πόλεις. Η παρουσία λοιπόν του στρατού είναι πολύ έντονη στη Λαμία, στην Καρδίτσα, στην Κόρινθο και στην Πάτρα ή σε πιο μικρές ακόμη πόλεις. Γύρω απ’ το στρατό οργανώνεται η κοινωνική ζωή. Τι σημαίνει αυτό; Η φανέλα του στρατιώτη, έρανοι, παρελάσεις, κατάθεση στεφάνων, επισκέψεις σε νοσοκομεία, διάφορες ομάδες, σύλλογοι κυριών και δεσποινίδων που επισκέπτονται με δώρα τους τραυματίες φαντάρους, η διανομή δώρων και ειδών ρουχισμού στα άπορα παιδάκια από το στρατό.

Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Με ποιο τρόπο γίνεται δηλαδή σημείο αναφοράς ο στρατός στην κοινωνική ζωή των πόλεων. Και αυτό γίνεται πολύ φανερό όχι στην Αθήνα, που είναι μια πολύ μεγάλη πόλη, αλλά στις πιο μικρές πόλεις, στο Βόλο για παράδειγμα, πως περιγράφεται ο στρατός και ποιες είναι οι δραστηριότητες που αναλαμβάνει ο στρατός στην πόλη. Και επίσης και η οικονομία. Η παρουσία των στρατιωτών ενισχύει την τοπική οικονομία. Τα μαγαζιά που ψωνίζουν οι φαντάροι, τα ξενοδοχεία που μένουν.

(…) Ο στρατός αυτονομήθηκε από την πολιτική εξουσία. Αποστολή του δεν ήταν πλέον μόνο η υπεράσπιση της χώρας από την εξωτερική επιβουλή, αλλά και η υπεράσπιση του καθεστώτος και η καταπολέμηση του “εσωτερικού εχθρού”.(…)

“Η αδύνατη επανάσταση”, απόσπασμα

 




αυτή η πόλη

 

Η Αθήνα μικραίνει διαρκώς. Περιορίζει συνεχώς τον χώρο της. Οι εκθέσεις, τα μουσεία, τα λάιβ, οι θεατρικές σκηνές αφορούν όλο και λιγότερους. Όχι γιατί όλα αυτά δεν έχουν κάτι να πουν ή δεν παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον. Αλλά γιατί κάθε μέρα περισσότεροι εισέρχονται στο βασίλειο του αποκλεισμού. Άνεργοι (με τον νέο ορισμό που απαιτείται για να αντιληφθούμε την συνθήκη σήμερα), επισφαλείς, ανασφάλιστοι, άστεγοι. Ποτέ άλλοτε μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας δεν σου έδειχνε τόσο ξεκάθαρα και τόσο γεμάτα την έννοια της περιθωριοποίησης. Με αυτή την έννοια, ο χώρος της Αθήνας μικραίνει διαρκώς. Ο τόπος που οι ζωντανοί ζουν, εργάζονται, «προοδεύουν», διασκεδάζουν, κάνουν τουρισμό είναι μερικά πολύ συγκεκριμένα οικοδομικά τετράγωνα. Η υπόλοιπη πόλη είναι ο τόπος αυτών που απομακρύνονται συνεχώς από το κέντρο της ζωής, από εκεί που συμβαίνουν τα πράγματα.

Η νέα Αθηνολατρεία δεν υπολογίζει λοιπόν καθόλου το εξής: Η Αθήνα δεν είναι πια αυτή η γλυκόπικρη συνάντηση Δύσης και Ανατολής, δεν είναι η πόλη που συνάντησε ο Μίλερ και οι υπόλοιποι ξένοι περιηγητές συγγραφείς, μια πόλη με αργούς ρυθμούς, αμέτρητες δυνατότητες, θυμόσοφους αγαπητικούς του αλκοόλ και όλο το μέλλον του κόσμου μπροστά της. Δεν είναι επίσης η δυτική πρωτεύουσα όπως την εννοούν όσοι λένε Παρίσι την περίμετρο του Πομπιντού. Αντιθέτως η Αθήνα πια έχει πλησιάσει το Παρίσι από άλλο δρόμο. Είναι μια άγρια μητρόπολη, σκληρή και έτοιμη να επιτεθεί ανά πάσα στιγμή. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι είναι μια πόλη νεκρή, άδεια από χαρά και ανθρώπους.

Από τη Δευτέρα που έτυχε να δω (άλλο) ένα άγριο σκηνικό σκεφτόμουν ότι ήθελα να γράψω κάτι που να ξεκινάει λέγοντας ότι αυτή η πόλη είναι ένα τεράστιο στόμα. Σέρνεται στο δρόμο και καταπίνει τους πάντες. Αλλά δεν είμαι ποιητής, δεν μπορώ να εκφραστώ λιτά και καίρια, δεν μπορώ, όπως γίνεται αντιληπτό, να αποφύγω τη φλυαρία.

Έτσι, την περασμένη Τρίτη αντί να σημειώσω αυτό που έβλεπα σήκωσα το κινητό, αυτό δεν είναι άλλωστε το νέο μας συλλογικό αντανακλαστικό; Στα ακουστικά έπαιζε τυχαία ένα κομμάτι του Duke Ellington. Ύστερα, επί τρεις μέρες, κατέγραψα διάφορα στιγμιότυπα, κοινά και συνηθισμένα. Άτακτα πλάνα, κουνημένα, χωρίς φως ή με πολύ φως. Το ασυνάρτητο βίντεο δεν μπορεί να εξηγήσει ή να επιχειρηματολογήσει για τίποτα. Είναι απλά το κείμενο που δεν μπορώ να γράψω και που ξεκινάει λέγοντας, «αυτή η πόλη».




make it rain | για το ντοκιμαντέρ «οι βροχοποιοί»

 

— edit: το ντοκιμαντέρ για το οποίο μιλάμε παρακάτω είναι online και μπορείτε να το δείτε εδώ

 

Ανασύνθεση του παρελθόντος δεν σημαίνει αναγνώρισή του “με τον τρόπο που υπήρξε πραγματικά”. Σημαίνει το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου.

Walter Benjamin

Την Τετάρτη στο Μικρόκοσμο έγινε η πρώτη προβολή του ντοκιμαντέρ «Οι βροχοποιοί», που δημιούργησαν οι Εκδόσεις Διάδοση. Το φιλμ αποδείχτηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον, σε πολλές στιγμές συγκινητικό και σίγουρα θα αποτελέσει αφορμή για ευρύτερη συζήτηση και αναστοχασμό πάνω σε μια σειρά από θέματα.

Το ντοκιμαντέρ καταπιάνεται με την κατάσταση στις φυλακές και τους αγώνες που δόθηκαν μέσα σ’ αυτές από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Δεν επιχειρείται να δοθεί κάποια συνολική εικόνα της κατάστασης, με ανάλυση από «ειδικούς», εκτενή αναφορά στις γενικότερες κοινωνικές συνθήκες ή πολλές λεπτομέρειες και εξηγήσεις. Αντίθετα, το ντοκιμαντέρ εστιάζει στις αφηγήσεις έξι ανθρώπων, οι οποίοι καταθέτουν τις συγκλονιστικές, είναι η αλήθεια, εμπειρίες τους.

Μέσα απ’ την προσωπική ματιά και ιστορία του καθενός, ακολουθούμε μια πορεία που περνά από διάφορους χώρους κράτησης της ελληνικής επικράτειας. Κέρκυρα, Αίγινα, Κορυδαλλός και Πάτρα. Άνθρωποι που πέρασαν χρόνια στις φυλακές ως κρατούμενοι περιγράφουν τις συνθήκες κράτησης, τις πρακτικές των δεσμοφυλάκων και τελικά αποτυπώνουν στιγμιότυπα από την ίδια την πολιτική του εγκλεισμού. Στο δεύτερο μισό του έργου, οι ίδιοι άνθρωποι αφηγούνται τους αγώνες, τις προσπάθειες και τις εξεγέρσεις των κρατουμένων της εποχής.

 

οι περίφημες φυλακές Κέρκυρας. Ένα ελληνικό πανοπτικό.

οι περίφημες φυλακές Κέρκυρας. Ένα ελληνικό πανοπτικό. ( η foto από εδώ )

 

Οι άνθρωποι στην οθόνη μας δίνουν συγκλονιστικές περιγραφές του τι σημαίνει φυλακή. Μιλάνε για το ξύλο, τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Περιγράφεται για παράδειγμα ότι τη δεκαετία του ’80 όταν έμπαινε κανείς στη φυλακή της Κέρκυρας (που θεωρούνταν η μάλλον πιο σκληρή της εποχής και στην οποία στέλνονταν απείθαρχοι ή «επικίνδυνοι» κρατούμενοι), τον περίμεναν για αρχή παρατεταγμένοι σε ένα διάδρομο δεξιά και αριστερά δεσμοφύλακες με ξύλινα γκλομπ. Με αυτά υποδέχονταν τον καινούριο κρατούμενο. Μετά, ανεξαρτήτως ποιος ερχόταν ή τι έκανε, τον πήγαιναν για μια εβδομάδα στα λεγόμενα πειθαρχεία, μικρά σκοτεινά κελιά, που περιγράφονται ως μπαούλα ή κουτιά, αφού ήταν πολύ μικρά και δεν υπήρχε φως από πουθενά. Οι κρατούμενοι έχαναν την αίσθηση του χρόνου, της μέρας και της νύχτας και έμεναν εκεί απομονωμένοι, χωρίς προαυλισμό (τι λέξη κι αυτή) για μία εβδομάδα. Κάτι σαν εβδομάδα προσαρμογής λοιπόν.

Ακούγεται ακόμη μια άλλη μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία, όταν οι δεσμοφύλακες είχαν «κέφια», έμπαιναν στα κελιά και ρωτούσαν ένα κρατούμενο: «Είσαι παντρεμένος;». Αν απαντούσες όχι, σου έλεγαν «γιατί ρε; Για να μην κάνεις παιδιά και να μην πάνε φαντάροι;». Και ύστερα σε χτυπούσαν μέχρι λιποθυμίας. Αν απαντούσες ναι, σου έλεγαν «γιατί; Για να κάνεις παιδιά και να γίνουν κομμουνιστές;». Και ύστερα σε χτυπούσαν μέχρι λιποθυμίας.

Κάποια στιγμή λέγεται ότι στις διαβόητες φυλακές της Κέρκυρας βγήκε εντολή να απαγορευτούν τα βιβλία που είχαν στον τίτλο τις λέξεις «επανάσταση», «αναρχία» και «έρωτας».

 

Κέρκυρα και πάλι

Κέρκυρα και πάλι. ( η foto από εδώ )

 

Ακούγονται και άλλες ιστορίες και περιστατικά, που δεν έχει νόημα να αναφέρουμε αλλά είναι καλύτερα να παρακολουθήσετε πως τις αφηγούνται οι ίδιοι οι πρώην κατηγορούμενοι.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις που ακούγονται για την απόσταση και το διαχωρισμό μεταξύ ποινικών και πολιτικών κρατουμένων. Στο ντοκιμαντέρ αναφέρεται ότι αυτή η απόσταση μίκρυνε όταν μπήκαν φυλακή οι πρώτοι αναρχικοί.  Συγκινητικές είναι οι μαρτυρίες για τις γυναικείες φυλακές και την απεργία πείνας του 1980 στον Κορυδαλλό. Μένουν στο μυαλό τα όσα λένε οι γυναίκες για τον ψυχίατρο της φυλακής Κορυδαλλού, Μάριο Μαράτο και τις πρακτικές του. Σημειώνουμε ότι ο Μαράτος το 1990 σκοτώθηκε από την «Επαναστατική Αλληλεγγύη».

Οι διαμαρτυρίες, οι εξεγέρσεις και όλες οι απόπειρες αντίστασης δεν περιγράφονται με κάποιο ηρωισμό ή κάποια οίηση, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Ακούμε πολλές φορές τη φράση «δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς». Βλέπουμε πρόσωπα, στις γκριμάτσες των οποίων, στριμώχνονται με ένα περίεργο τρόπο η αξιοπρέπεια, η ασφυξία της καταπίεσης, μια αλλόκοτη γενναιότητα και η ιδέα μιας βαθιάς αλληλεγγύης. Ακόμη και ο τρόπος που επαναλαμβάνουν τη φράση «μετά μας τσάκισαν» δεν κρύβει ήττα και απογοήτευση, αλλά μοιάζει να σημαίνει κάπως τον χρόνο μιας παύσης πριν την επόμενη επίθεση. Κατά τ’ άλλα, απ’ τις εξιστορήσεις των αγώνων, θα μας μείνει η εικόνα της φλεγόμενης φυλακής της Κέρκυρας, σαν απάντηση στις επιθυμίες και τον τρόμο εκατοντάδων κρατουμένων ανά τα χρόνια, αλλά και οι δυσκολίες στο να αντιμετωπίσουν συλλογικά ποινικοί και πολιτικοί τα κοινά τους προβλήματα.

Μια εντύπωση προκαλεί επίσης και η επισήμανση αρκετών ότι αν η δεξιά τσάκιζε τις εξεγέρσεις με το γκλομπ και τη σωματική βία, οι φυλακές μπήκαν σε καινούρια κατεύθυνση με την έλευση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο, όπως λένε, υιοθέτησε μια διαφορετική πρακτική. Γέμισε τη φυλακή με ναρκωτικά.

Μετά το τέλος του ντοκιμαντέρ για κάποιο λόγο πήγε ο νους μου στον Γκαλεάνο. Σκεφτόμουν τις μέρες μετά το θάνατό του, πέρα φυσικά απ’ τη γνώση ή την καλογραμμένη αφήγηση, πως αυτό που μου έμεινε από τα γραπτά του είναι μια κατανόηση του τι σημαίνει επιμονή στο να αφηγούμαστε την ιστορία «από τα κάτω». Ένα απ’ τα (εκατομμύρια βέβαια) προβλήματα του καιρού μας είναι αυτή ακριβώς η απομάκρυνση των ανθρώπων από την ιστορία τους και από την πολιτική ως σκέψη και προσωπική υπόθεση και πράξη. Σήμερα, όπως μας πληροφορούν μερικές εκατοντάδες ρεπορτάζ σε σοβαρές εφημερίδες, λαχανιασμένα κανάλια και έξαλλα σάιτ, όλα βρίσκονται και όλα συμβαίνουν κάπου αλλού. Στις Βρυξέλλες και σε μια τηλεδιάσκεψη του eurogroup, στο ιδιωτικό δωμάτιο του Πούτιν και στα τεράστια δημόσια κτίρια του Βερολίνου. Η αφήγηση λέει ότι είμαστε μικροί και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε τα αποτελέσματα μιας διαπραγμάτευσης που μας αφορά αλλά παραμένει άγνωστη. Τεχνικές λεπτομέρειες, τεχνικά κλιμάκια και ό,τι άλλο τεχνικό μπορεί να φανταστεί κανείς.

η αφίσα τη προβολής της Τετάρτης. ( από εδώ )

η αφίσα της προβολής της Τετάρτης. ( από εδώ )

 

Ένα απ’ τα πράγματα που βγαίνουν από το ντοκιμαντέρ είναι αυτή ακριβώς η υπενθύμιση ότι η πολιτική δεν συμβαίνει κάπου αλλού, αλλά είναι η προσωπική μας στάση απέναντι στα πράγματα και η ίδια μας η πράξη, όσο κι αν αυτή μοιάζει καταδικασμένη από την άνιση κατανομή των δυνάμεων στο γήπεδο που καλούμαστε να δώσουμε τον αγώνα. Η άλλη ίσως ακόμη πιο βασική υπενθύμιση του ντοκιμαντέρ είναι η εξής: Πολλές φορές, η επικρατούσα απίθανη σύγχυση, ο ιδεολογικός χυλός, οι αντιφάσεις της πραγματικότητας και το γενικό ζόρι τείνουν να αποπροσανατολίζουν. Τότε, νομίζω ότι ένα καλό προσδιοριστικό κριτήριο για να βρεις ξανά τη θέση σου στον κόσμο είναι να ακούς τους ίδιους τους ανθρώπους. Όχι με την ασπίδα της προκάτ ιδεολογικής συμφωνίας, ούτε προτάσσοντας μια καθηλωτική γνώση, η οποία έχει σκοπό να αποκλείσει κάθε πράξη εκ των προτέρων, ούτε βέβαια με τον κατανοητό αλλά καταστροφικό κυνισμό του «δεν αλλάζει τίποτα». Να ακούς τους ίδιους τους ανθρώπους, σημαίνει να ακούς όσους έζησαν και ζουν την καταπίεση και τη βία, να ακούς όσους βρέθηκαν στον πάτο του βαρελιού, όσους παρόλο το φόβο προχώρησαν όπως μπορούσαν.

Λέει κάποια στιγμή ένας αφηγητής ότι αν κατάφερε να αγωνιστεί (και τελικά να κάψει το ίδιο του το κελί) ήταν και επειδή είχε «δάσκαλους στη φυλακή, δάσκαλους αγράμματους, εμπειρικούς. Που ό,τι είχαν το έβαζαν».

Και να πως ξαναβρίσκεις τη θέση σου στον κόσμο.

* Δεν ξέρω τίποτα για την ομάδα που έφτιαξε το ντοκιμαντέρ. Σημειώνω πάντως ότι η ίδια ομάδα, οι εκδόσεις Διάδοση δηλαδή, έκανε και το «οι λαχειοπώλες του ουρανού», ένα ντοκιμαντέρ με αφηγήσεις που επαναφέρουν στο προσκήνιο την κοινωνική ιστορία της Ελλάδας του ’60-’70 και το οποίο μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ.




η μετανάστευση ως ζήτημα ασφάλειας

 

Με αφορμή τις πρόσφατες τραγωδίες στη Μεσόγειο άνοιξε κατά κάποιο τρόπο ξανά η συζήτηση για το μεταναστευτικό. Λέω κατά κάποιο τρόπο, γιατί η συζήτηση δεν έκλεισε ποτέ, απλά συνήθως είναι εστιασμένη σε ένα διαφορετικό κομμάτι του ίδιου ζητήματος. Τα ΜΜΕ και ένα συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας εδώ και χρόνια, ανακυκλώνουν τις ίδιες κουβέντες για το μεταναστευτικό «πρόβλημα» και αναπαράγουν την ίδια λιγότερο ή περισσότερο ρατσιστική ρητορική, η οποία ξεκινάει από την εγκληματικότητα, περνάει από τη δημόσια υγεία και φτάνει μέχρι τον πολιτισμικό κίνδυνο. Εντωμεταξύ από την εποχή που ο Καρατζαφέρης πήρε κυριολεκτικά το περίφημο «δεν χωράμε όλοι» και πίεζε από τα δελτία ειδήσεων να αποφασίσουμε έναν αριθμό μεταναστών και να πορευτούμε αναλόγως, μέχρι την εποχή των στρατοπέδων συγκέντρωσης και των δολοφονιών μεταναστών από τη Χρυσή Αυγή, είναι προφανές ότι έχουμε αλλάξει πίστα. Ο ρατσισμός υπήρχε πάντα στην ελληνική κοινωνία, η εκμετάλλευση το ίδιο, αλλά η κατηφόρα τα τελευταία 6 χρόνια παραέγινε ολισθηρή. Η κατάσταση στο εσωτερικό λοιπόν είναι γνωστή, αν και υποτιμημένη. Η συζήτηση όμως τώρα άναψε όχι για τα εντός των τοιχών, αλλά γιατί τα νούμερα και οι εικόνες που μεταφέρουν τα Μέσα Ενημέρωσης έγιναν ξαφνικά πολύ συγκεκριμένα. Περίπου 1750 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους μόνο μέσα στο 2015 στη Μεσόγειο προσπαθώντας να φτάσουν στην Ευρώπη.

Μπροστά σ’ αυτό το νούμερο και μπροστά στα βίντεο που κυκλοφόρησαν από τη Ρόδο και τη Λαμπεντούζα, το ευρωπαϊκό κοινό και οι κυβερνήσεις τους, αποφάσισαν ότι ήρθε η ώρα να συζητήσουν. Τι συζητάνε όμως; Τα ελληνικά ΜΜΕ κινήθηκαν στο γνωστό δρομολόγιο κίνδυνος – φόβος – ρατσισμός – οι ευρωπαίοι δεν βοηθάνε με ολίγη από συμπόνια, η οποία εκφράστηκε κυρίως σε τίτλους και σουπεράκια. Σε διάφορα ξένα ΜΜΕ παρατηρήθηκε και μια τάση για πίεση για ουσιαστική αντιμετώπιση του θέματος. Η Liberation κυκλοφόρησε με εξώφυλλο «νομιμοποιήστε τους μετανάστες». Στην Αγγλία διαβάσαμε και άρθρα που έλεγαν ότι δεν πρόκειται για τραγωδία, αλλά για δολοφονία που διέπραξαν με όλη την επισημότητα και την πρόθεση οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Οι ίδιες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πάλι τι έκαναν; Ό,τι ακριβώς αναμενόταν. Σε μια σύνοδο κορυφής διατράνωσαν και επικύρωσαν τη συνέχιση της μέχρι σήμερα πολιτικής τους και μάλιστα συμφώνησαν στην ενταντικοποίησή της. Σε τι συνίσταται όμως αυτή η πολιτική;

Για να μη φλυαρώ και να μην υποκύπτω σε λαϊκισμούς και ευκολίες, θα πρέπει να παραπέμψω σ’ ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα και που ήδη έχει συζητηθεί αρκετά. Ο τίτλος του είναι «Έμποροι των συνόρων – η νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική επιτήρησης» και το έχει γράψει ο δημοσιογράφος (και φίλος) Αποστόλης Φωτιάδης. Το βιβλίο αν και καταπιάνεται με τεχνικά και ζόρικα θέματα είναι πρώτα απ’ όλα καλογραμμένο, με μια εξαιρετική αφήγηση που κυλάει μεταξύ έρευνας, ρεπορτάζ και μαύρου μυθιστορήματος. Μοιάζει με ένα απ’ αυτά τα αμερικάνικα βιβλία που δημοσιογράφοι αφηγούμενοι με απλό τρόπο μια ιστορία, μας εισάγουν βιαίως στο βρώμικο και γεμάτο αδιέξοδα τοπίο που συνδιαλέγονται οι πολιτικές ελίτ και οι θεσμοί με τον επιχειρηματικό κόσμο. Πέρα απ’ αυτό όμως, το βιβλίο είναι χρήσιμο για μια σειρά από λόγους. Ο κόσμος που ασχολείται με το μεταναστευτικό και που συμμετέχει στο ευρύτερο κίνημα έχει την τάση (και ως ένα βαθμό λογικά) να εστιάζει στα περιστατικά ρατσιστικής και φασιστικής βίας, στις δηλώσεις και ενέργειες των Υπουργών Δημόσιας Τάξης, στις πρακτικές της ελληνικής αστυνομίας. Το βιβλίο του Φωτιάδη όμως ανοίγει μια κουρτίνα σ’ ένα παράθυρο που όλοι φανταζόμαστε μέσες άκρες πως υπάρχει αλλά δεν το γνωρίζουμε ακριβώς. Πέρα απ’ τα βασανιστήρια της αστυνομίας ή τα κλειστά κέντρα κράτησης του Χρυσοχοΐδη και του Δένδια, υπάρχει μια άλλη μακρινή πραγματικότητα ως προς το μεταναστευτικό. Η ευρωπαϊκή ένωση με τους θεσμούς και τα όργανά της έχει επιλέξει μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική για τα σύνορα. Η πολιτική αυτή, σωστά από τον Φωτιάδη, συστηματοποιείται με τη φράση «αρχιτεκτονική επιτήρησης».

potamos_04_fotiadis

Στο βιβλίο λοιπόν, παρακολουθούμε με ενδιαφέρον την διαρκή ανάπτυξη των συστημάτων και των πρακτικών ελέγχου και επιτήρησης των ευρωπαϊκών συνόρων. Μέσα από διάφορους γραφειοκρατικούς λαβυρίνθους και ημιάγνωστες θεσμικές διαδρομές περιγράφεται η δημιουργία και η λειτουργία της Frontex, οι εσωτερικές αντιθέσεις και επιδιώξεις εντός της Ε.Ε., το κυρίαρχο δόγμα της ασφάλειας και οι έρευνες και δοκιμές νέων τεχνολογιών. Στο τέλος έχει αποδοθεί στον αναγνώστη με φοβερή ακρίβεια ένα πλέγμα από κλειστές συσκέψεις, επίσημα κείμενα, εκθέσεις, συναντήσεις και επικαλύψεις της πολιτικής με την επιχειρηματική ελίτ.

Το βιβλίο θέτει ένα σωρό ζητήματα και λύνει κάμποσες απορίες. Για παράδειγμα μέσα από μια εκτεταμένη όσο και πειστική ανάλυση εξηγεί όλα όσα πιθανότατα επιφανειακά έχουμε ακούσει δεξιά και αριστερά για την κόντρα Ιταλίας και Ε.Ε. και για την επιχείρηση «Mare Nostrum», η οποία παρουσιάστηκε από τα Μ.Μ.Ε. εντελώς μονοσήμαντα και αποκομμένα από τα συμφραζόμενά της και τις υπόλοιπες συνθήκες, αφού χρωματίστηκε ως μια επιχείρηση με ξεκάθαρα και αποκλειστικά θετικό πρόσημο, αφού περιελάμβανε την έρευνα και διάσωση μεταναστών στη θάλασσα. Γράφει όμως ο Φωτιάδης:

«Το γεγονός ότι ο Αλφάνο (σ.σ. Υπουργός Εσωτερικών Ιταλίας) εισέπραττε συγχαρητήρια για τη διάσωση μεταναστών στη Μεσόγειο την περίοδο που ο ίδιος ενεργούσε για να κλείσει την τελευταία δίοδο, την παράνομη, που αυτοί έχουν διαθέσιμη προς την Ευρώπη, αναδεικνύει με τον πιο έντονο τρόπο τον κυνισμό των Ευρωπαίων πολιτικών στο θέμα της μετανάστευσης και αποκλείει κάθε αμφιβολία για τους πραγματικούς στόχους της επιχείρησης Mare Nostrum, που την καθιστούσαν ένα εργαλείο άσκησης πολιτικής στα χέρια των υπερσυντηρητικών κύκλων στην Ευρώπη. Ενώ ο Αλφάνο είχε αρχίσει να προλειάνει το έδαφος για τη λήξη της Mare Nostrum, η παρελκυστική τακτική του είχε ήδη αρχίσει να αποδίδει, αφού η δημιουργία στρατοπέδων στη Βόρεια Αφρική εμφανιζόταν πια ως απολύτως λογική λύση»

Στο βιβλίο ο Φωτιάδης εξηγεί και προσφέρει πληροφορίες για τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (τα περίφημα drones), για τον τρόπο που η στρατιωτική βιομηχανία παρεμβαίνει (ή και επιβάλλει) (σ)τη χάραξη πολιτικής αλλά και για τα χρήματα που μοιράζονται για την έρευνα και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών επιτήρησης. Επίσης θέτει το κρίσιμο θέμα της δημοκρατίας στην Ευρώπη. Μέσα από τις αφηγήσεις του βιβλίου καθίσταται, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου, σαφές ότι για όλες αυτές τις πολιτικές κατευθύνσεις και αποφάσεις καμία νομιμοποίηση δεν υπάρχει, αφού λείπει εντελώς τόσο ο δημόσιος διάλογος, όσο και η λογοδοσία.

Με λίγα λόγια, ο Φωτιάδης προσπαθεί να μας ανοίξει έστω για ένα τσικ τα μάτια. Παρόλο που αποφεύγει να πει ο ίδιος τα συμπεράσματα ή να κάνει κήρυγμα, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται το συλλογικό δρόμο που βαδίζουμε.

Το κρίσιμο σημείο λοιπόν είναι να αντιληφθούμε ότι δεν μιλάμε πια μόνο για έλεγχο μεταναστευτικών ροών με το γνωστό και παλιό διακύβευμα (έλεγχος του εργατικού δυναμικού). Πλέον θα πρέπει να εστιάζουμε και στη στροφή προς μια πολιτική της ασφάλειας. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου αρχίζουμε ίσως σιγά σιγά να συνειδητοποιούμε ότι ο κόσμος άλλαξε δραματικά με τρόπους που δεν καταφέραμε να παρακολουθήσουμε και να αξιολογήσουμε. Ο κόσμος που οικοδομείται λοιπόν, καθιστά τον όρο εξαίρεση ελάχιστο για να περιγράψει την πραγματικότητα. Πτήσεις της CIA, φυλακίσεις χωρίς δίκη, απαγόρευση επικοινωνίας, κατάργηση δικαιωμάτων που μέχρι τότε θεωρούσαμε αναπαλλοτρίωτα, νέες ερμηνείες στην προσέγγιση και αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, ηλεκτρονική επιτήρηση.

Είναι χαρακτηριστικά τα αποτελέσματα της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής, όπου στην ουσία επιβεβαιώθηκαν οι δύο βασικοί πυλώνες της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Παρανομοποίηση της μετανάστευσης και περαιτέρω στρατιωτικοποίηση των συνοριακών ελέγχων. Εξίσου χαρακτηριστικά είναι άλλα παρόμοια δείγματα των  τελευταίων ετών. Στο Ferguson πέρυσι, η Εθνοφρουρά με τηλεφωνήματα στα σπίτια ενημέρωνε τους κατοίκους για το τι πρέπει να κάνουν σε κατάσταση ανάγκης και ότι τα σχολεία θα έμεναν κλειστά για άγνωστο χρονικό διάστημα. Στη Βαλτιμόρη έχουμε απαγόρευση κυκλοφορίας, όπως είχαμε πριν κάποιο καιρό και στη Βοστόνη. Στη Γαλλία μετά την επίθεση στο Charlie Hebdo είδαμε το στρατό να κυκλοφορεί στους δρόμους. Ακούμε δεξιά και αριστερά για ολοένα πιο σύγχρονα σχέδια επιτήρησης. Δακτυλοσκόπηση για όλους τους μετανάστες που θέλουν να έρθουν στην Ευρώπη. Κοινή βάση δεδομένων για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες που ταξιδεύουν.

11180599_10153188224977394_5850907149340077054_n

Συνεπώς, ίσως δεν έχει σημασία αν οι δυστοπίες που περιγράφει ο Φωτιάδης ονομάζονται εντέλει όντως Eurosur ή Smart Borders. Αυτό που γίνεται αντιληπτό, είναι η γενική πορεία των πραγμάτων. Εντός και εκτός συνόρων μπορούμε να μιλάμε για την εποχή του δόγματος της ασφάλειας. Αν είναι κανείς και λίγο πιο φευγάτος μπορεί να βρει αναλογίες στην επιτήρηση των συνόρων από μη επανδρωμένα αεροσκάφη με εσωτερικές πρακτικές και νομοθεσίες. Από τους αυταρχικούς νόμους στην Ισπανία, μέχρι τις πρακτικές των ελληνικών αρχών στα χρόνια του μνημονίου. Μπορεί βέβαια όλα αυτά να είναι υπερβολές και ανοησίες.

Όπως και να ‘χει, το πρόβλημα παραμένει. Οι μεταναστευτικές ροές πυκνώνουν, αφού τα προβλήματα σε περιοχές της Αφρικής μεγαλώνουν, με ευθύνη βεβαίως και της Ευρώπης. Άλλωστε δεν είναι η ιστορία της Αφρικής των τελευταίων αιώνων μια ιστορία ευρωπαϊκών παρεμβάσεων όλων των ειδών; Οι θαλάσσιες διαδρομές για τους μετανάστες είναι επικίνδυνες, αλλά αυτό δεν μοιάζει να προβληματίζει ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους. Αντιθέτως πότε πότε, αυτό ακριβώς το γεγονός, φτάνουν να το υπολογίζουν ως σύμμαχό τους στην άσκηση πολιτικής. Για παράδειγμα η Αγγλία με τον πιο επίσημο τρόπο δήλωνε πρόσφατα ότι δεν υποστηρίζει επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης στη Μεσόγειο. Πρόκειται για την γνωστή τακτική «drown a migrant to save a migrant», η οποία κάπως πιο απροκάλυπτα είχε περιγραφεί από τον ντόπιο αρχηγό της αστυνομίας με τη φράση «να τους κάνουμε το βίο αβίωτο». Η ιδέα αυτή λέει ότι οι μετανάστες πρέπει να ξέρουν ότι είναι πολύ δύσκολο να φτάσουν στην Ευρώπη. Έτσι δε θα ξεκινάνε καθόλου το ταξίδι. Είναι επίσης ενδεικτικό της ευρωπαϊκής πολιτικής και διάθεσης ότι στα δέκα σημεία της συνόδου κορυφής δεν υπάρχει ούτε μια φορά η λέξη «διάσωση». Όλα αυτά κι ενώ ξέρουμε ότι οι μετανάστες δεν έρχονται επειδή τάχα είναι εύκολο να έρθουν, αλλά εξαιτίας των τραγικών συνθηκών στις πατρίδες τους.

Έτσι φτάνουμε στο σημείο να μετράμε 1750 νεκρούς στη Μεσόγειο τους τελευταίους τέσσερις μήνες και το γεγονός αυτό να μην λογίζεται ακριβώς ως πρόβλημα. Είναι ακόμη τέτοιο το κλίμα ώστε τα πιο προωθημένα αιτήματα που ακούγονται (μαζικά έστω) να έχουν να κάνουν με τη διάσωση των ανθρώπων, όταν είναι στο όριο του πνιγμού στη Μεσόγειο. Ακριβώς όμως όπως η Ευρώπη έχει κάνει τις επιλογές της και έχει πάρει τις αποφάσεις της, δηλαδή έχει αποφασίσει όχι απλά να παραμείνει ένα φρούριο, αλλά να εξοπλιστεί και ακόμη περισσότερο, άλλο τόσο πρέπει και ο κόσμος του κινήματος να πάρει τις δικές του αποφάσεις. Το αίτημα «διάσωση» είναι ελάχιστο. Η Ευρώπη Φρούριο δεν είναι κίνδυνος θάνατος μόνο για όσους βρίσκονται απ’ έξω και πεθαίνουν στη θάλασσα, αλλά και για όσους θα αποτελούν τον πληθυσμό μέσα. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στον κόσμο πάνω από 50.000.000 μετανάστες (άνθρωποι που έχουν μετακινηθεί απ’ την εστία τους), περισσότεροι απ’ ότι στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα διλήμματα είναι σαφή. Ή θα προτάξουμε προς κάθε κατεύθυνση το δόγμα της ασφάλειας, μεταφράζοντας όλα τα ζητήματα σε μια ευκαιρία επιτήρησης και ελέγχου ή θα αλλάξουμε οριστικά πορεία, προτάσσοντας εντελώς αντίθετες αξίες. Ή θα γκρεμίσουμε αυτό το υπερσύγχρονο και ακραία συντηρητικό φρούριο και μαζί τις κάμερες που επιτηρούν κάθε ανθρώπινη κίνηση ή θα ζήσουμε σε μια άνευ προηγουμένου και πέρα από κάθε φαντασία δυστοπία.

«Λιγοστοί στρατιωτικοί αστειεύονται σ’ ένα πηγαδάκι, τα θέματα που εναλλάσσονται είναι η Χρυσή Αυγή και οι κοπέλες που βρίσκονται στην αίθουσα. Πίσω τους, το αίθριο μοιάζει πια σχεδόν έρημο. Εγκαταλειμμένα γυαλιστερά περίπτερα με φυλλάδια που επιδεικνύουν την τελευταία λέξη της τεχνολογίας επιτήρησης. Ατμόσφαιρα αρκούντως αποστειρωμένη για να την παρομοιάσει κανείς με θερμοκοιτίδα. Μέσα σε τέτοιου είδους χώρους μοιάζει κάπως σα να γεννά η αγορά τον ίδιο της τον εαυτό. Η αναπαραγωγή μιας ερμαφρόδιτης πραγματικότητας όπου η ανθρώπινη εμπειρία, αφού υφαρπάζεται, αποδομείται και επανερμηνεύεται, γίνεται η βάση πάνω στην οποία μπαίνουν τα θεμέλια μιας νέας αγοράς. Η αγορά της ασφάλειας πρέπει να έχει γεννηθεί στα αμέτρητα συνέδρια και τα αποστειρωμένα από τη δημόσια κριτική φόρα σαν αυτό.»

Περιγραφή από το συνέδριο του ερευνητικού έργου Perseus | Πειραιάς, Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας – 15/9/14

υγ. τα αποσπάσματα βέβαια είναι παρμένα από το βιβλίο




«εμείς που είμαστε τίποτα»

 

Πώς να μιλήσει κανείς όταν θέλει να πει για φασιστική και ρατσιστική βία; Τι γλώσσα να χρησιμοποιήσει; Να χρησιμοποιήσει έναν λόγο πολιτικό, σκληρό, ευθύ; Να μιλήσει δηλαδή για τον πάτο της εργατικής τάξης, την εκμετάλλευση και τη βαναυσότητα. Να χρησιμοποιήσει ένα λόγο ανθρωπιστικό; Να επισημάνει τη σκληρότητα, να αφηγηθεί τις προσωπικές ιστορίες και να απευθυνθεί στο συναίσθημα. Να επικαλεστεί την τέχνη; Να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει τα υλικά της πραγματικότητας για να πει μια άλλη ιστορία. Να γίνει ερευνητής και δημοσιογράφος; Να καταγράψει και να μαζέψει τις μαρτυρίες και τα γεγονότα.

Βρέθηκα την Κυριακή στο Εμπρός σε μια εκδήλωση – συζήτηση με μαρτυρίες θυμάτων της φασιστικής βίας ενόψει της δίκης της Χρυσής Αυγής. Εκεί διαπίστωσα ότι ο λόγος που εκφέρεται από τα ίδια τα θύματα (ή μάλλον τους ανθρώπους που έχουν δεχτεί φασιστικές επιθέσεις) είναι ένας ενιαίος λόγος, συνδυάζει όλες τις πιθανές εκδοχές και προσεγγίσεις. Είναι πολιτική ανάλυση και συναισθηματική επίθεση, είναι ανθρωπιά και αφήγηση της πρόσφατης ιστορίας.

Όσο και να λες ότι ασχολείσαι ή ενημερώνεσαι για τέτοια ζητήματα, η απευθείας επαφή με τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που δέχτηκε τη φασιστική επίθεση σε καθηλώνει. Τα περιστατικά φυσικά είναι αναρίθμητα και οι λεπτομέρειες σε μεταφέρουν σε όλων των ειδών τις δυστοπίες.

Μια γυναίκα από το Περού περιγράφει σενάριο ταινίας του Ινιαρίτου. Ελεγκτές και μπάτσοι, ενώ αυτή συνεργάζεται και με το παραπάνω, προσφέρεται να πληρώσει, να της κόψουν κλήση που δεν είχε εισιτήριο (αν και πήγαινε να ανανεώσει τη μηνιαία κάρτα για τις συγκοινωνίες και είχε νωρίτερα συνεννοηθεί με τον οδηγό) την κατεβάζουν από το λεωφορείο. Τη βρίζουν, τη χτυπούν, τη δένουν με χειροπέδες και την πάνε στο τμήμα. Όλα αυτά μπροστά στο έντρομο παιδί της. Εκεί δεν της επιτρέπουν να πάει στην τουαλέτα. Την ξαναβρίζουν, τις δένουν με χειροπέδες πόδια και χέρια. Την έχουν χωρίσει από το παιδί της που βρίσκεται αλλού στο τμήμα. Η γυναίκα έχει πρόβλημα στο πόδι (ρήξη μηνίσκου). Αυτοί όμως το χαβά τους. Ρωτάνε από πού είναι και άλλα σχετικά. Για ώρα της αρνούνται οποιαδήποτε επικοινωνία. Με τον άντρα της ή με δικηγόρο. Η γυναίκα έχει απελπιστεί. Κατουριέται πάνω της δεμένη στο κρατητήριο. Λέει «ποτέ στη ζωή μου δεν έχω νιώσει τόση ντροπή και τόση οργή». Όταν επιτέλους έρχεται ο άντρας της, του δίνουν το παιδί να το πάει σπίτι και αυτή την κρατάνε. Έχει κι άλλο ακόμη. Την πάνε στη Νίκαια να την εξετάσει ψυχίατρος γιατί απ’ τη συμπεριφορά της, κρίνει μία αστυνομικός ότι ίσως δεν θα έπρεπε να της επιτρέπεται να είναι με τα παιδιά της. Εκεί ο γιατρός αρνείται να την εξετάσει χωρίς εισαγγελική παραγγελία. Την πάνε στο Σισμανόγλειο. Εκεί ένας άλλος γιατρός αφού ακούει την ιστορία της, λέει στους αστυνομικούς να την πάνε σπίτι και στην ίδια προτείνει να κάνει καταγγελία, να πάρει τα στοιχεία τους και να κάνει μήνυση. Πριν φτάσει η ίδια σπίτι, τη συμβουλεύουν να μην κινήσει τίποτα διαδικασίες. «Όλοι είναι δικοί μας. Μάρτυρες στο τμήμα και οι ελεγκτές του λεωφορείου», λέει ο μπάτσος. Όσο μιλάει σκέφτομαι να κρατάω σημειώσεις, να πω την ιστορία της σωστά και αναλυτικά. Δε γίνεται. Η έντασή της είναι τρομαχτική. Στο τέλος περιγράφει την πεντάχρονη κόρη της. Τις προάλλες είδε ένα μπάτσο και γύρισε και είπε στη μάνα της να μην ανησυχεί «δεν θα τους αφήσει να της ξανακάνουν τίποτα». Τελειώνει, οι άνθρωποι που παρακολουθούν χειροκροτούν, γιατί δεν μπορούν να κάνουν κάτι άλλο με τα χέρια τους. Αν δεν χειροκροτούσαν θα έπρεπε να μπήγουν τα νύχια τους στις θέσεις, να ξεριζώνουν τα μάτια και τ’ αυτιά τους.

IMG_1584

Λίγο νωρίτερα ένας άντρας από το Αφγανιστάν, χρόνια στην Ελλάδα, μας εξηγεί πόσο φοβούνται οι συμπατριώτες του να κάνουν καταγγελία. Μας λέει ότι κάποτε μπήκαν στην κοινότητα Αφγανών στην Κυψέλη μπάτσοι και μεταξύ άλλων που έκαναν, τον χτύπησαν. Όταν πήγε στο τμήμα, να κάνει αυτό που προτρέπει τους άλλους μετανάστες να κάνουν, να καταγγείλει το περιστατικό, του είπαν «ετοιμάσου να περάσεις τρεις μέρες στο κρατητήριο». Έφυγε άπραγος με αναμνηστικό τα αίματα στο κεφάλι. Μας περιγράφει μια πολύ σύντομη ιστορία. Μια γυναίκα, μετανάστρια, με μαντήλα είναι στην ουρά στην τράπεζα. Ξαφνικά έρχεται ένας από πιο πίσω, της βγάζει τη μαντήλα και της δίνει ένα χαστούκι. Λέει και κάτι του στιλ «αυτά να τα φοράς στη χώρα σου». Δεκάδες, εκατοντάδες περιπτώσεις. Λέει και λέει κι αν τον αφήναμε ακόμη θα έλεγε.

Μιλάει η μητέρα του πιτσιρικά που δύο φασίστες είχαν μαχαιρώσει στο πρόσωπο στο Παλαιό Φάληρο. Μιλάει για αγκυλωτούς σταυρούς που της έχουν γράψει στο αυτοκίνητο και το σπίτι. Μιλάει για απειλές στο τηλέφωνο. Μιλάει για την εμπειρία της στην ασφάλεια Κυψέλης. Για τον πρώην διευθυντή εκεί. Και πάλι η αστυνομία. Που έχει σχέσεις με τη Χρυσή Αυγή, που καλύπτει, αν δεν συμμετέχει και η ίδια σε επιθέσεις και βασανιστήρια. Η γυναίκα που μιλούσε τώρα, περιγράφει μια κόλαση και λέει «αυτόν το δρόμο δεν μπορείς να τον πας μόνος σου». Λέει ότι δεν υπάρχει καμία στήριξη από την αστυνομία, από τη δικαιοσύνη, από τη ΓΑΔΑ, από πουθενά. Μόνο ό,τι καταφέρει ο κόσμος μόνος του, μιλώντας, κάνοντας ενέργειες, φτιάχνοντας συλλογικότητες.

Όλοι οι άνθρωποι που μιλάνε και λένε τις ιστορίες τους, δικές τους και άλλων, μιλούν για το φόβο. Τι σημαίνει να κοιτάς πίσω σου όταν περπατάς. Τι σημαίνει να σου επιτίθενται στα καλά καθούμενα, όταν είσαι μόνος και ανυπεράσπιστος. Δικαίως μιλούν γι’ αυτά και δικαίως φοβούνται. Υπάρχουν κάποιοι (κυρίως αριστεροί αλλά όχι μόνο) που και προχθές και γενικά, μιλάνε εύκολα, λένε ότι «είμαστε περισσότεροι, θα νικήσουμε επειδή θα είμαστε ενωμένοι». Η γνωστή αισιοδοξία, τα μέτωπα, η ζωή και η αριστερά που θα νικήσει. Η πραγματικότητα δείχνει κάτι τελείως διαφορετικό. Όχι πως όλα είναι μαύρα και πως δεν υπήρχαν νίκες του κινήματος. Αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ σκληρή. Και από την απόσταση μικρόκοσμων ή συνελεύσεων που ποτέ δεν αντιμετώπισαν το πρόβλημα στην πραγματική ζωή, μπορείς να μιλάς αισιόδοξα. Όμως η γυναίκα από το Περού βασανίστηκε και εξευτελίστηκε μόλις πριν από λίγες εβδομάδες.

Ορθά λοιπόν η Χρυσάνθη Τσιμπίδου, που είχε δεχτεί επίθεση από φασίστες το μακρινό 2002, είπε ότι η αριστερά είχε τότε υποτιμήσει το φαινόμενο Χρυσή Αυγή. Θα επιμείνω και θα πω ότι συνεχίζει να το υποτιμά. Αστυνομία και φασίστες συνεχίζουν το έργο τους και οι αναλύσεις περί μετώπων ή θεωρητικών σχημάτων, δε βοηθάνε στο πραγματικό πρόβλημα. Δηλαδή δεν αντιμετωπίζουν το φόβο των ανθρώπων που κινδυνεύουν στ’ αλήθεια. Δεν προστατεύουν τους ανθρώπους που είναι στο δρόμο.

Η αλληλεγγύη μας, αυτό το χιλιοειπωμένο σύνθημα, αυτό το ξεθωριασμένο πανό που σέρνουμε δεξιά κι αριστερά σε κάθε ευκαιρία, πρέπει να λάβει ένα πολύ πιο σύνθετο περιεχόμενο. Πράγματα και ενέργειες γίνονται, αλλά είναι πολύ λίγα για την συγκεκριμένη πραγματικότητα που ζούμε. Η κατάσταση είναι πέρα από κάθε ανάλυση που έχουμε κάνει. Η έκταση των επιθέσεων δεν έχει καμία σχέση με καμία καταγραφή που έχει γίνει. Ίσως χωρίς να το έχουμε καταλάβει ή έστω μετρήσει σοβαρά, έχουμε ζήσει ένα τεράστιας έκτασης υπόγειο πογκρόμ διαρκείας. Αναφέρθηκε προχθές ότι για παράδειγμα τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει δεκάδες (ακούστηκε ο αριθμός 50 αν θυμάμαι καλά) επιθέσεις σε ανθρώπους με αναπηρία. Και να για παράδειγμα ακόμη μια περίπτωση που η υποκρισία μας χτυπάει κόκκινο. Ξέρουμε μόνο να αναπαράγουμε το κείμενο του Χατζιδάκι για το νεοναζισμό και που και που να ανεβάζουμε καμιά φωτογραφία με αυτοκίνητα παρκαρισμένα πάνω σε ράμπες. Δεν ξέρουμε όμως για αυτές τις 50 επιθέσεις. Δεν μιλάμε για την Χρυσή Αυγή και την ρητορική της περί ευγονικής. Δεν ξέρουμε και δε μετράμε καλά την πραγματικότητα.

Η πραγματικότητα είναι ζόρικη. Ο φόβος είναι δικαιολογημένος και όποιος δεν τον νιώθει κρύβεται πίσω από ρητορικές ή πίσω από την προσωπική του ασφάλεια. Η αλληλεγγύη μας θα πρέπει να επανανοηματοδοτηθεί, να αναζητήσει νέους τρόπους και πιο στιβαρές ενέργειες. Η Μιρέλα Λόπεζ, η γυναίκα που λέγαμε από το Περού, όταν περιγράφοντας αυτό που της συνέβη, παρασύρεται από τη μνήμη και την ένταση, ξεσπάει, «μπάτσοι και κυβέρνηση είναι μαζί. Εμείς που είμαστε τίποτα». Δεν το λέει για να υπογραμμίσει την ήττα. Η Λόπεζ συνεχίζει, συμμετέχει σε συλλογικότητα, προσπαθεί να αντιμετωπίσει όπως μπορεί το ρατσισμό των θεσμών και του δρόμου. Αλλά η κουβέντα της στοιχειώνει όλο το θέατρο Εμπρός και όλη την πόλη. «Εμείς που είμαστε τίποτα». Εμείς που είμαστε τίποτα έχουμε κάτι να πούμε και πολύ περισσότερο κάτι να κάνουμε;


11046858_1046868885330513_1706479222499045079_o

 

* Υπενθύμιση: σήμερα, στο lacandona για ένα από τα χιλιάδες θύματα αυτής της ζόρικης πραγματικότητας, για ένα μόνο από τα θύματα της ελληνικής πραγματικότητας των τελευταίων χρόνων. Λέγεται Ουαλίντ Τάλεμπ και είναι ένας από τους πιο δυνατούς ανθρώπους που ξέρω. Εδώ και εβδομάδες σκέφτομαι μόνο μία σκηνή. Ο Ουαλίντ έχει καταθέσει μέσα στο δικαστήριο, καθισμένος σχεδόν γόνατο με γόνατο, μερικά χιλιοστά από τους βασανιστές του. Έχει πει όσα δεν μπορεί άνθρωπος να πει. Έχει πει όσα ο ίδιος ντρέπεται και φοβάται να πει. Βγαίνει λοιπόν έξω. Στα μάτια του έχει δάκρυα, είναι σε φοβερή ένταση, έχει σφίξει τη γροθιά του και τη δαγκώνει με δύναμη. Θα την έχετε δει αυτή την χειρονομία, αυτή την κίνηση, σε οριακές στιγμές. Ένας άνθρωπος δαγκώνει τη γροθιά του για να μην διαλυθεί, να μην καταρρεύσει, να μην ανοίξει το στόμα του και καταπιεί όλο τον κόσμο. Αυτό τον κόσμο τον θλιβερό, τον κόσμο της ανελευθερίας και της βαρβαρότητας. Κάθε μέρα από κείνη τη μέρα, σκέφτομαι τη γροθιά που δαγκώνει ο Ουαλίντ και σκέφτομαι ότι εμείς πρέπει να κοιτάμε κάτω. Να κοιτάμε κάτω και να είμαστε εκεί.