1

Sylvia Plath: η γυναίκα που ήθελε να είναι τα πάντα

 

Σύλβια Πλάθ

 

ποεμ0

έγραψε η  Sylvia Plath λίγο πριν ρωτήσει το γείτονά της τι ώρα φεύγει για δουλειά. Στις 5 το πρωί της επόμενης μέρας άφησε στο τραπέζι του δωματίου των παιδιών της, γάλα και ψωμί. Κλείδωσε τη πόρτα τους και σφράγισε το κάτω μέρος της με ρούχα και υγρές πετσέτες και το πάνω με κολλητική ταινία. Μπήκε στη κουζίνα, έκλεισε τη πόρτα, τη σφράγισε με τον ίδιο τρόπο, άνοιξε το φούρνο υγραερίου και ξάπλωσε το κεφάλι της μέσα του.

H Sylvia Plath γεννήθηκε στη Μασαχουσέτη στις 27 Οκτωβρίου του 1932. Σε ηλικία μόλις 8 ετών χάνει τον πατέρα της.

«Το οστρακοειδές κρεββάτι σου θυμάμαι.
Πατέρα, αυτός ο πηχτός αέρας είναι δολοφονικός
θα εισπνεύσω νερό.»

«Έθαψα το κεφάλι μου κάτω από το σκοτάδι του μαξιλαριού και προσποιήθηκα πως ήταν νύχτα. Δεν είχε νόημα να σηκωθώ.  Δεν είχα τίποτα να προσμένω.»

«Αυτό το απόγευμα η μητέρα μου μου έφερε τριαντάφυλλα.
-Κράτησέ τα για τη κηδεία μου. της είπα»

(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Το 1950 αρχίζει τις σπουδές της στο Smith College. Στο τρίτο έτος της απονέμεται μια θέση συντάκτη στο περιοδικό Mademoiselle. Οι συνθήκες δεν ήταν αυτές που περίμενε. Η απογοήτευσή της κορυφώνεται όταν ο εκδότης δεν την καλεί σε ένα ραντεβού όπου θα γνώριζε τον Ουαλό ποιητή Dylan Thomas τον οποίο «αγαπούσε περισσότερο και απ’ τον εαυτό της». Μάταια επί δύο ημέρες επισκέπτεται το ξενοδοχείο, στο οποίο έμενε ο Dylan Thomas, κρεμασμένη γύρω από το μπαρ μήπως τον συναντήσει. Το καλοκαίρι εκείνο απορρίπτεται από τα σεμινάρια γραφής του Harvard. Πέφτει σε κατάθλιψη και ακολουθεί  ηλεκτροσπασμοθεραπεία. Στα 21 της χρόνια κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας με τα υπνωτικά χάπια της μητέρας της.

«Ο ψυχίατρος είναι ο θεός στις μέρες μας. Αλλά κοστίζει.»
(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Νοσηλεύεται σε μονάδα ψυχιατρικής θεραπείας για τους επόμενους έξι μήνες και φαίνεται να αναρρώνει πλήρως. Επιστρέφει στο κολέγιο της. Κερδίζει υποτροφία για το Newnham College της Αγγλίας, γράφει και δημοσιεύει ποίηση της σε φοιτητική εφημερίδα μετά από ώθηση της Anne Sexton και στις διακοπές ταξιδεύει στην Ευρώπη. Το 1956 γνωρίζεται σε ένα πάρτι με τον ποιητή Ted Hughes του οποίου ποιήματα είχε διαβάσει και ήθελε να τον γνωρίσει. Ο έρωτάς τους είναι παράφορος και την ίδια χρονιά παντρεύονται.

«Πως χρειαζόμαστε μια άλλη ψυχή για να γαντζωθούμε, ένα άλλο σώμα για να μας κρατήσει ζεστούς. Για να ξεκουραστούμε και να εμπιστευθούμε; να παραδοθεί η ψυχή μας στη σιγουριά: το χρειάζομαι αυτό, χρειάζομαι κάποιον να βουλιάξω τον εαυτό μου μέσα του.»

«Τον αγαπώ μέχρι τη κόλαση και πίσω, μέχρι το παράδεισο και πίσω, και έχω και είμαι και θα.»

«Αυτό που θέλει ο άντρας, είναι μια  σύντροφο. Αυτό που θέλει η γυναίκα, είναι παντοτινή σιγουριά.»

(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Μετακινούνται στην Αμερική και ξανά πίσω στην Αγγλία. Κάνουν δύο παιδιά. Η Plath όσο είναι παντρεμένη δυσκολεύεται να γράψει. Βουλιάζει μέσα στη ρουτίνα της οικογένειας, και χάνεται στην επιτυχία του άντρα της, την οποία ζηλεύει.

«Φοβάμαι να γεράσω. Φοβάμαι που παντρεύτηκα. Ελευθέρωσέ με από το να μαγειρεύω τρία γεύματα την ημέρα – ελευθέρωσέ με από το αμείλικτο κλουβί της ρουτίνας και της συνήθειας. Θέλω να είμαι ελεύθερη.»

«Πρέπει να πάρω πίσω τη ψυχή μου από σένα, χωρίς αυτήν σκοτώνω τη σάρκα μου.»
(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Τον Απρίλιο του 1960 εκδίδεται η πρώτη της ποιητική συλλογή The colossus (Ο Κολοσσός). Το 1961 ο Ted Hughes ξεκινά μία κρυφή ερωτική σχέση, όταν η Plath το ανακαλύπτει χωρίζουν. Βουτηγμένη στην απελπισία και το θυμό της και νιώθοντας προδομένη από τους μοναδικούς άντρες της ζωής της γράφει το παρακάτω ποίημα.

daddy

(εδώ μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το “daddy”) 

Οι χειμώνες του 1962-1963 ήταν οι χειρότεροι των μέχρι τότε χρόνων. Το σπίτι της ήταν κρύο και τα παιδιά της αρρώσταιναν συχνά. Εκείνη τη περίοδο ολοκληρώνει τις ποιητικές της συλλογές καθώς διατηρούσε και πλήθος από γράμματα και ημερολόγια. Πέφτει ξανά σε κατάθλιψη. Το 1963 εκδίδεται η  σχεδόν αυτοβιογραφική νουβέλα The bell jar (ο γυάλινος κώδων). Την ίδια χρονιά ο οικογενειακός της φίλος και γιατρός της χορηγεί αντικαταθλιπτικά. Προσπαθεί να την πείσει ότι χρειάζεται νοσηλεία αλλά αποτυγχάνει. Καταφέρνει όμως να την επισκέπτεται καθημερινά μια νοσοκόμα για να την βοηθάει με τα παιδιά.

Στις 11 Φεβρουαρίου του 1963 η νοσηλεύτρια χτυπάει το κουδούνι. Δεν απαντάει κανείς. Με την βοήθεια κάποιων εργατών καταφέρνει να μπει στο σπίτι όπου και ανακαλύπτει την Plath νεκρή.

«Πόσοι διαφορετικοί θάνατοι μπορώ να πεθάνω;»

«Είναι αυτή η μεταθανάτια ζωή – το μυαλό να ζει στο χαρτί και η σάρκα στους απογόνους;»

«Εύχομαι να είχες βρει την έξοδο από το μυαλό μου»
(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Η Plath ήθελε να είναι τα πάντα. Δεν ήθελε να ζήσει αιώνια. Ήθελε να ζήσει κάθε συναίσθημα αρνητικό ή θετικό, να οσφριστεί κάθε μυρωδιά, κάθε λουλούδι κάθε άρωμα, να εκπαιδευτεί στα πάντα, στη ζωγραφική, στο σκι, να φτάσει σε κάθε ανθρώπινο όριο. Ήθελε να ζήσει όλες τις ζωές, όλων των ανθρώπων και να γράψει γι αυτές. Σε ότι γράφει καθρεπτίζεται η ψυχοσύνθεσή της. Φλερτάρει με τη ζωή και το θάνατο με παιδικότητα , με ένα μυαλό που αν ήταν θάλασσα θα είχε πάντα τρικυμία.

 

yorkshire_1957_Sylvia_Plath

«Ζηλεύω αυτούς που σκέφτονται πιο βαθιά, που γράφουν καλύτερα, που ζωγραφίζουν καλύτερα, που κάνουν σκι καλύτερα, που βλέπουν καλύτερα, που ζουν καλύτερα που αγαπούν καλύτερα από ότι εγώ.»

«Ποτέ δε θα διαβάσω όσα βιβλία θέλω, ποτέ δε θα γίνω όλοι οι άνθρωποι που θέλω και να ζήσω όλες τις ζωές που θέλω. Ποτέ δε θα μπορέσω να εξασκηθώ σε όλες τις δεξιότητες που θέλω. Τι θέλω; Θέλω να ζήσω και να αφουγκραστώ όλες τις αποχρώσεις, τους ήχους και τις παραλλαγές των ψυχικών και σωματικών εμπειριών που θα μπορούσα στη ζωή μου. Και είμαι φρικτά περιορισμένη.»

«Βαριέμαι την αιωνιότητα, πότε μου δε τη θέλησα»
(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Μετά το θάνατό της εκδόθηκαν τα άπαντα ποιήματά της από τον  Ted Hughes καθώς και γράμματα όπως και ημερολόγιά με την επιμέλεια της μητέρας της.

«Το να πεθαίνεις
Είναι τέχνη, όπως κάθε τι.
Το κάνω εξαιρετικά καλά» 

(εδώ μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το  lady lazarus)

Η Plath είναι μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Η πυροδότηση αρχίζει λίγο μετά τα οχτώ της χρόνια. Γράφει συνέχεια και ακατάπαυστα. Προσπαθει να γράψει για τα πάντα. Γίνεται το βάζο, το λουλούδι, το όστρακο. Ιδιοφυής, μανιακή, αυτοαναφορική και ταλαντούχα. Το μυαλό της δε χωράει άλλο τον κόσμο, έχει κορεστεί. Δεν θρηνεί ούτε για τα τριάντα της χρόνια, ούτε για τα παιδιά που αφήνει πίσω της.

Έξι μέρες πριν αυτοκτονήσει γράφει στο τελευταίο της ποίημα

edge

(εδώ μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το “edge”)

 



η Sylvia Plath απαγγέλλει το “Daddy”
 

Η Sylvia Plath μέσα από εικόνες




20/2/1999 – Sarah Kane: “άντε και γαμήσου θεέ”

132153_1

 

Στις 20 Φεβρουάριου του 1999 η Sarah Kane φτιάχνει ένα βρόγχο με τα κορδόνια των παπουτσιών της και αυτοκτονεί στο μπάνιο ενός νοσοκομείου, στα 28 της, αφού προηγουμένως πρόλαβε να αλλάξει τη ψυχοσύνθεση του σύγχρονου θεάτρου μέσα σε 4 χρόνια.

Η Sarah Kane γεννιέται στο Essex στις 3 Φεβρουαρίου του 1971. Μεγαλώνει μέσα σε μια οικογένεια βαθιά θρησκευόμενη. Μετά το γυμνάσιο απαρνείται όλες τις μέχρι τότε πεποιθήσεις της και μετακομίζει στο Bristol όπου σπουδάζει θέατρο.

Το 1995 γράφει και ανεβάζει το πρώτο της θεατρικό έργο, το Blasted (έλεος) στο Royal Court. Μια σουρεαλιστική σύνθεση με έρωτα, βία και πόλεμο. Μια απάντηση γροθιά στα τότε γεγονότα του πολέμου της Βοσνίας. Φυσικά και κατακεραυνώνεται από τους περισσότερους κριτικούς. «Γιορτή βρομιάς» χαρακτηρίζεται από την Daily Mail. Άλλοι κριτικοί καταλογογραφούν τις φρικαλεότητες: βιασμός, κανιβαλισμός συναισθηματική και ψυχική βία. Εντυπωσιακά ψύχραιμη απαντά πως δε πίστευε ότι το έργο της θα γινόταν θέμα στις ειδήσεις. «Αυτό που με σοκάρει περισσότερο είναι πως ο κόσμος ενοχλείται με την αναπαράσταση της βίας παρά με την ίδια τη βία.»

Στα έργα της αναζητά απόλυτες αξίες και το 1996 ανεβάζει το δεύτερο της θεατρικό έργο, Phaedra’s Love (Φαίδρας έρως). Μια διαφορετική διάσταση στη τραγωδία του Σενέκα που επικεντρώνεται στον Ιππόλυτο. Υποστηρίζει ότι τα πάντα μπορούν να παρουσιαστούν στη σκηνή. “Εφόσον συμβαίνουν στη ζωή μας”, λέει, “γιατί να μη μπορούν να αναπαρασταθούν στη σκηνή;”. Το έργο αυτό είναι μια ωδή στον έρωτα, τον καταδικασμένο έρωτα και την απόλυτη αγάπη που υπάρχει πέρα από το θάνατο και πλαταίνει με το χρόνο. Η Kane θεωρεί την Φαίδρα και τον Ιππόλυτο αθεράπευτα ρομαντικούς και υποστηρίζει πως και ο μηδενισμός είναι μια ακραία μορφή ρομαντισμού.

Την ίδια χρονιά γυρίζει μια μικρού μήκους ταινία 9 λεπτών, το Skin, το οποίο ένα χρόνο μετά προβάλλεται από το Channel 4.

Το επόμενο έργο της ανεβαίνει στο Royal Court το Μάιο του 1998 και ονομάζεται Cleansed (καθαροί πια). Το έργο της στηρίζεται στον ισχυρισμό του Roland Barthes που είχε πει «το να είσαι ερωτευμένος, είναι σα να είσαι στο Άουσβιτς». Μια αίθουσα βασανιστηρίων με κύριο μέλημα του σαδιστικού διευθυντή, Τίνκερ, να εξαγνίσει από τους μαθητές του κάθε συναίσθημα. Ένα σκληρό έργο με συστατικά, ακρωτηριασμούς, αρουραίους και πολύ πολύ αίμα. «Θέλησα να παρουσιάσω τη βία στη σκηνή, γιατί μερικές φορές πρέπει να βυθιστούμε στην ίδια τη κόλαση με  τη φαντασία μας για να αποφύγουμε να πάμε εκεί στη πραγματικότητα» λέει η Kane.

Τον Αύγουστο του 1998, μία εποχή που όπως είχε πει η Kane, είχε χάσει τη πίστη της στην αγάπη, ανεβάζει το Crave (λαχταρώ). Είναι ένας διάλογος τεσσάρων ατόμων, τεσσάρων φωνών. Το έργο αυτό μπορεί κανείς να το διαβάσει με διαφορετικούς τρόπους. Είτε σα διάλογο, είτε σα μονόλογο, είτε διαλέγοντας ζεύγη. Είναι λυρικό. Μοιάζει περισσότερο με μεγάλο ποίημα. Δεν σχετίζεται με κανένα από τα προηγούμενά της έργα καθώς η σωματική βία δίνει τη σειρά της, στις εσωτερικές αναζητήσεις της Kane. Είναι άκρως περιγραφικό, λίγο πριν την κατάρρευσή της. Κι ίσως σε αυτό της το έργο να έχει γραφτεί μια σύγχρονη ωδή στο έρωτα. Τον αληθινό, τον αιώνιο, τον άνευ όρων έρωτα. (διαβάστε εδώ ένα απόσπασμα του Crave)

 

«Υπάρχουν χειρότερα από το να είσαι πενηντάρης και χοντρός. Να είσαι τριάντα και νεκρός.»

«Αν ερχόταν ο έρωτας»

«Κι ο θάνατος είναι μια επιλογή»

«Ο θάνατος είναι ο εραστής μου και θέλει να συγκατοικήσουμε»

 

600kane

 

 

Στις 17 Φεβρουαρίου του 1999 κάνει απόπειρα αυτοκτονίας καταπίνοντας 150 αντικαταθλιπτικά και 50 υπνωτικά χάπια. Τρεις μέρες μετά βρίσκεται απαγχονισμένη στο μπάνιο του νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν, λίγο μετά από την παρατήρηση μιας νοσοκόμας ότι “στις 3.30 το κρεββάτι της ήταν άδειο”.

Πριν πεθάνει όμως, αφήνει παρακαταθήκη ένα σημείωμα θανάτου 43 σελίδων, ένα ολοκληρωμένο έργο, το 4.48 phychosis (4.48 ψύχωση).

Περικλείει τα θραύσματα ενός μυαλού που προσπαθεί να συνδέσει αίτια και αιτιατά. Η μορφή του έργου της θυμίζει περισσότερο ελληνική τραγωδία. Υπάρχουν σκηνές με την ψυχίατρό της μέσα στις οποίες  παρεμβάλλονται χωρικά, διάλογοι με το μυαλό της / σκέψεις της / ερωτηματικά / ενοχές / φόβοι. Είναι ένας ψυχωγλωσσικός χείμαρρος. Μέσα από το έργο δηλώνει την πίστη της, πως η φαρμακευτική αγωγή είναι χημική λοβοτομή (παρόλα αυτά νοσηλεύεται εθελοντικά).

Η Kane είχε πει «Πολλοί λένε πως η κατάθλιψη έχει να κάνει με το κενό όμως είναι το ακριβώς αντίθετο. Είναι αποτέλεσμα υπερπληρότητας. Δε μπορείς να έχεις πίστη δίχως αμφιβολίες και αγάπη δίχως μίσος.»

Η Παρθενόπη Μπουζούρη σε συνέντευξή της για το 4.48 στο οποίο έπαιζε το κεντρικό ρόλο λέει «Αυτό το έργο μετέτρεψε στο τέλος του 20ου αιώνα τη σκηνή του θεάτρου σε ένα πεδίο μάχης. Αυτό ήταν η προσφορά της. Στη ψύχωση μεταφέρει αυτό το πεδίο μάχης στο μυαλό του ανθρώπου. Νομίζω ότι είναι με σύγχρονους όρους, η πρώτη γραμμένη τραγωδία του 21ου αιώνα. Γιατί νομίζω, η τραγωδία του σύγχρονου ανθρώπου είναι αυτή. Ο σπαραγμός με τον εαυτό του» 

Άλλωστε η Kane είπε πως στην εποχή μας, είναι ανήθικο να μη γράφουμε για τη βία. Είτε αυτή η βία είναι σωματική είτε είναι ψυχική. Έτσι, με αυτό το πιστεύω έδωσε σάρκα και οστά στον τρόπο που εκείνη αντιλαμβανόταν τη ζωή, τον έρωτα, το πόλεμο, το θάνατο, όλα. Πιστεύει στο κοινωνικό ρόλο του θεάτρου. Πως ίσως μπορεί να αλλάξει και λίγο τη ζωή των ανθρώπων χωρίς όμως να χειραγωγήσει κανένα συναίσθημά τους.

Μετά το θάνατό της, το 4.48 κάνει πρεμιέρα στο Royal Court τον Ιούνιο του 2000.

Το έργο της, αναγνωρίζεται και αποθεώνεται μετά το θάνατό της. Το σύγχρονο θέατρο δεν θα είναι ποτέ πια ίδιο.

Ναι. Ο φόβος είναι που με κρατάει μακριά από τις γραμμές του τραίνου. Ελπίζω μόνο στο θεό ο θάνατος να είναι το γαμημένο τέλος. Νιώθω σα να είμαι ογδόντα χρονών. Κουράστηκα από τη ζωή και το μυαλό μου θέλει να πεθάνει.

Στις 4.48
όταν η απόγνωση μ’ επισκέπτεται
θα ήθελα να κρεμαστώ
με συνοδεία τον ήχο της ανάσας του εραστή μου

Δε θέλω να πεθάνω

Με καταθλίβει τόσο πολύ το γεγονός της θνητότητάς μου που αποφάσισα να σκοτωθώ

Δε θέλω πια να ζω

Δε μπορώ να γράψω

Δε μπορώ ν’ αγαπήσω

Ο αδερφός μου πεθαίνει ο εραστής μου πεθαίνει εγώ τους σκοτώνω και τους δυο

Άντε και γαμήσου. Άντε και γαμήσου. Άντε και γαμήσου που με απέρριψες ενώ δεν ήσουν ποτέ εκεί. Άντε και γαμήσου που με έκανες να νιώθω σκατά για τον εαυτό μου. Άντε και γαμήσου που στράγγιξες το γαμημένο έρωτα και τη ζωή από μέσα μου. Να πάει να γαμηθεί κι ο πατέρας μου που μου γάμησε τη ζωή, να παει να γαμηθεί κι η μάνα μου που δε τον εγκατέλειψε, αλλά πιο πολύ, άντε και γαμήσου θεε που με έκανες να αγαπήσω έναν άνθρωπο που δεν υπάρχει. Άντε και γαμήσου. Άντε και γαμήσου. Άντε και γαμήσου.

Να θυμάσαι το φως, και να πιστεύεις στο φως.
Μια στιγμή διαύγειας πριν την αιώνια νύχτα.
Μη μ’ αφήνετε να ξεχάσω

(4.48 psychosis)



οι Tindersticks για την Sarah Kane