Integration | οι πρόσφυγες στην γερμανική κοινωνία

Ορισμός

 

Η λέξη Integration έχει λατινική ρίζα. Προέρχεται από το λατινικό integer και μετέπειτα Integrat- που αρχικά σήμαινε “έχω ολοκληρώσει κάτι” (μτφ. Αγγλ. made whole). Η λέξη χρησιμοποιείται στην Αγγλική από τα μέσα του 17ου αιώνα. Στην Γερμανία ίσως είναι από τις πιο πολυσυζητημένες και αμφιλεγόμενες έννοιες που συχνάζουν στους τίτλους των ΜΜΕ αλλά και στους κύκλους της εκπαίδευσης και των επιχειρήσεων. Ακμάζουν στα γραφεία των δημόσιων υπηρεσιών. Η χρήση της λέξης πολλαπλασιάστηκε ειδικότερα μετά το μεγάλο πληθυσμό προσφύγων που δέχθηκε η Γερμανία από τα τέλη του 2015 κι έπειτα. Το λεξικό Duden ορίζει το Integration ως την εγκόλπωση μιας ομάδας ανθρώπων σε μια κοινωνική και πολιτισμική ενότητα. Στα ελληνικά ο αντίστοιχος όρος σε ελεύθερη μετάφραση είναι ενσωμάτωση στην κοινωνία. Μια ελάχιστη εκδοχή επιτυχούς ενσωμάτωσης σύμφωνα με το γερμανικό ινστιτούτο Goethe περιλαμβάνει την εκμάθηση γλώσσας και την επαγγελματική αποκατάσταση. Η ενσωμάτωση στην θεωρία της κοινωνικής πολιτικής στηρίζεται σε τεσσερις βασικούς άξονες στην Γερμανία: α)Γλώσσα και αξίες, β)Σχολεία και Νηπιαγωγεία, γ)Στέγαση και Δόμηση και τέλος δ) Εκμάθηση επαγγέλματος, Σπουδή και Εργασία.

Η Γερμανία (Αλμάνια- ألمانيا) για τους περισσότερους ανθρώπους που εγκαταλείπουν τον τόπο τους τα τελευταία τρία χρόνια αποτελεί (μαζί με τις σκανδιναβικές χώρες) τελικό προορισμό του ταξιδιού τους, φερόμενη ως άλλη γη της επαγγελίας, ο δυτικός παράδεισος της ευημερίας, όπου το κράτος παρέχει τα απαραίτητα για ένα νέο ξεκίνημα. Η υποδομή και η οικονομία της Γερμανίας διαθέτουν τον κατάλληλο χώρο για ανθρώπους που επιθυμούν να ζήσουν σε έναν ασφαλή τόπο ξεκινώντας από το απόλυτο μηδέν.

Πως διαχειρίστηκε η γερμανική πρωτεύουσα τον ερχομό των προσφύγων στην πράξη και πως αποπειράται να τους ενσωματώσει στην κοινωνία;

 

“Θα τα καταφέρουμε” Angela Merkel 11.09.2015

 

Reuters/Fabrizio Bensch

Η Αγγελα Μερκελ τον Σεπτέμβριο του 2015 σχολιάζοντας την πολυάριθμη έλευση των προσφύγων στην Γερμανία είπε προς μεγάλη έκπληξη των ευρωπαίων πολιτών: “θα τα καταφέρουμε” /Wir schaffen das, απαντώντας στην σκληρή κριτική των αντιπάλων για τον ερχομό χιλιάδων προσφύγων στην χώρα. Λίγους μόνο μήνες πριν είχε απαντήσει δημόσια μπροστά στο τηλεοπτικό κοινό σε ένα μικρό κορίτσι από την Παλαιστίνη που ήθελε να παραμείνει στην Γερμανία πως “δεν μπορούμε να σας δεχτούμε όλους στην χώρα”. Η ανησυχία ωστόσο των Γερμανών εκείνη την περίοδο διογκονώταν χάρη στην αγωνιώδη ενασχόληση του Τύπου με το προσφυγικό. Εκείνο το φθινόπωρο οι στατιστικές δήλωναν πως 51% των πολιτών δεν επιθυμούν την παραμονή των προσφύγων στην Γερμανία.

 

Η υποδοχή

 

Κοιτώντας πίσω, τον Σεπτέμβριο του 2015 ο γερμανικός κρατικός μηχανισμός βρέθηκε τόσο απροετοίμαστος, που επί δύο μήνες επικράτησε ένα πρωτοφανές χάος παρεμφερές με τα ελληνικά δεδομένα όπως τα έχουμε γνωρίσει. Καταυλισμοί σε πάρκα, διανυκτερεύσεις στην οδό Turmstraße μπροστά στο υπουργείο, ουρές δεκάδων μέτρων για να λάβουν έναν αριθμό καταχώρησης και περαιτέρω οδηγίες για την στέγαση τους. Άκουσα μαρτυρίες ανθρώπων που περίμεναν ένα και δύο εικοσιτετράωρα στην ουρά. Φήμες κυκλοφόρησαν πως υπήρχαν μόνο τρεις υπάλληλοι στην υποδοχή των αιτήσεων στο υπουργείο (Landesamt für Gesundheit und Soziales) και κανένας μεταφραστής. Επί μήνες ολόκληρους οι ώρες αναμονής στο υπουργείο δεν περιορίζονταν κατά μέσο όρο σε λιγότερες από έξι. Το γερμανικό κράτος στηρίχτηκε τόσο πολύ στους εθελοντές που τον Ιανουάριο του 2016 από ευγνωμοσύνη το Βερολίνο τιμητικά παραχώρησε ελεύθερη είσοδο σε όλα τα αξιοθέατα και πολιτιστικά δρώμενα της πόλης.

Σχετικά γρήγορα όμως κινήθηκαν τα πράγματα στα κέντρα υποδοχής. Κανείς δεν έμεινε άστεγος. Γήπεδα, εκθεσιακοί χώροι, μέχρι και το παλιό αεροδρόμιο του Tempelhof τέθηκαν σε λειτουργία για να δώσουν ένα κρεβάτι στους χιλιάδες αυτούς ανθρώπους. Ονομάστηκαν Κέντρα έκτακτης ανάγκης καθότι ήταν προσωρινά. Οι άνθρωποι μεταφέρθηκαν από τα “κέντρα έκτακτης ανάγκης” (γήπεδα και εκθεσιακά κέντρα) σε καλύτερες εγκαταστάσεις περιπου 18 μήνες μετά.

Όσον αφορά στην περίθαλψη, ειδικές μονάδες ψυχιατρικής και ψυχολογικής υποστήριξης εξειδικευμένες σε PTSD και ανθρώπους με τραυματικές εμπειρίες λειτούργησαν σχεδόν άμεσα και αποτελεσματικά σε συνεργασία με τα μεγαλύτερα νοσοκομεία και πανεπιστήμια του Βερολίνου. Δεκάδες μεταφραστές και διερμηνείς εργάζονταν με υπερωρίες παρελαύνοντας από την μία δημόσια υπηρεσία στην άλλη.

Μέσα σε λίγους μόνο μήνες τέθηκαν σε λειτουργία δεκάδες προσφυγικά κέντρα για να στεγάσουν τις χιλιάδες ανθρώπων που κατέφθασαν. Μια βόλτα σε δυο τρία από αυτά αρκούσε για να σχηματίσω εικόνα. Μεγαλόσωμοι και αγενείς σεκιουρητάδες στις εισόδους και τους διαδρόμους. Λιγότερες τουαλέτες και ντουζιέρες από αυτές που χρειάζονται. Το φαγητό της καντίνας μου θύμισε τον λαπά που είχαν σερβίρει στην μάνα μου στο Λαϊκό νοσοκομείο. Αποκρουστικό στην όψη κι αδιάφορο στην γεύση. Τα δωμάτια συνήθως εξοπλισμένα με κουκέτες, υποδέχονταν 8 εως 10 άτομα. Σε άλλα camp η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη. Κλειστά αθλητικά γήπεδα που στέγαζαν κρεβάτια στην ανοιχτή τους σάλα. Το ίδιο και στο παλιό αεροδρόμιο του Τεμπελχοφ. Οι κοινωνικοί λειτουργοί των camp δεν έφταναν για να καλύψουν τις νέες θέσεις εργασίας. Κάπως έτσι το ηθικό των προσφύγων μέσα σε τέτοιο περιβάλλον κατρακυλούσε. Η φασαρία, ο μηδενικός προσωπικός χώρος, εκνευρισμοί και βίαια περιστατικά προστέθηκαν στα υπόλοιπα βάσανα της νέας πραγματικότητας.

foto: UNHCR, Ivor Prickett, (proasyl.de)

 

Η ενσωμάτωση των άλλων

 

Στην πόλη του Βερολίνου παρατηρεί κανείς μια σημαντική πολυπολιτισμικότητα. Πόλος έλξης όλων των εθνικοτήτων τα τελευταία χρόνια χάρη στην επαναστατική και ανεκτική φήμη της πόλης. Χιλιάδες ξένοι ζουν στην πόλη, κι ενώ το σύστημα τους αναγκάζει να μάθουν την γλώσσα, η ενσωμάτωση στην ουσία δεν πραγματώνεται. Τα Αγγλικά αρκούν στους περισσότερους που καταφθάνουν για την εμπειρία και προσβλέπουν να περάσουν μερικούς μήνες στην πόλη. Οι expat όπως αυτοχαρακτηρίζονται συμβάλλουν στην αύξηση των ενοικίων (καθώς προέρχονται απο πόλεις που τα ενοίκια είναι τριπλάσια) και στο hype της πόλης. Ο πληθυσμός των Τούρκων όμως θεωρείται ο λιγότερο ενσωματωμένος στην Γερμανία. Παρότι μιλούν την γλώσσα και επιχειρούν σε πολλούς κλάδους, δεν έρχονται σε διάδραση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Δεν συμμετέχουν στα κοινά δρώμενα. Τηρούν τα ήθη και τα έθιμα τους αυστηρά και έχουν δημιουργήσει περιοχές ομοεθνούς συσπείρωσης.Οι έφηβοι Τούρκοι (αλλά και Άραβες τρίτης γενιάς) από την άλλη αποσχίστηκαν τόσο από τους υπόλοιπους εφήβους που δημιούργησαν μια νέα διάλεκτο (Kiezdeutsch) στα προάστια της γερμανικής Πρωτεύουσας.

Για να μην παραξηγηθούμε, η γερμανική κουλτούρα δεν φημίζεται για τον ανοιχτό της τύπο. Δεν είναι εύκολο να κοινωνικοποιηθείς με Γερμανούς. Είναι μακριά από όλα τα μεσογειακά πρότυπα και η δυσπιστία των ανθρώπων απέναντι στους μετανάστες είναι εμφανής. Η πόλη μοιάζει να έχει καταληφθεί από τη μία από μόνιμους περιπλανητές και μπον βιβερ που εκθειάζουν την εναλλακτικότητα και το ελευθεριακό της πνεύμα και από την άλλη από φοβισμένους πρόσφυγες που δεν ξέρουν πως να ανταπεξέλθουν στις παράλογες απαιτήσεις του συστήματος.

 

Μαθαίνοντας την γλώσσα

 

Είναι δύσκολο να αποδώσω μια εικόνα έτσι όπως την έζησα μέσα από τις αφηγήσεις των μαθητών μου και μέσα από προσπάθειες να τους βοηθήσω να τα βγάλουν πέρα με την φρικτή γραφειοκρατία του γερμανικού συστήματος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Άλεμ από την Ερυθραία:

Ο Άλεμ προέρχεται από την Ερυθραία και είναι 50 χρονών. Έμεινε στην φυλακή της Ερυθραίας 19 χρόνια υπό την εντολή της δικτατορίας της χώρας του. Κατάφερε να διασχίσει τα νερά της Μεσογείου μέχρι την Λαμπεντουσα κι έπειτα να βρει τον δρόμο του μέχρι το Βερολίνο. Ο Άλεμ δεν έχει πάει σχολείο στην πατρίδα του. Παλιά ήταν ελαιοχρωματιστής και χτίστης. Η συνεννόηση με τον Άλεμ που μιλάει ελάχιστα αραβικά αλλά κυρίως Τανγκρινιαν, γίνεται με τα χέρια. Ζει σήμερα σε ένα προσφυγικό κέντρο, νότια του Βερολίνου μαζί με την γυναίκα του, με την οποία επανενώθηκε μετά από 20 χρόνια. Φοιτεί στο δημόσιο σχολείο ενηλίκων του Neukölln στο νοτιοανατολικό Βερολίνο. Η φοίτηση είναι καθημερινή πεντάωρη. Τα χέρια του είναι ταλαιπωρημένα. Πιάνει το μολύβι και το σφίγγει για να γράψει το Άλφα, κάθε καμπύλη, κάθε γραμμή της γραφής του αντανακλά την περηφάνεια της λευτεριάς. Όταν τελειώνει την άσκηση με φωνάζει και με ρωτά: “ Τα πάω καλά;” Για τον Άλεμ τα γερμανικά δεν είναι αγγαρία. Είναι δίψα για ελευθερία, είναι εισητήριο για αυτήν την άλλη ζωή, η πόρτα για ένα νέο ξεκίνημα. Δεν έχω ξαναδει άλλον μαθητή με τόση θέληση. Ο ζήλος αυτός αποτελεί τεκμήριο του απίστευτου κουράγιου του. Τα πρωινά είναι ο πρώτος που φτάνει στην τάξη. Έχει λαχτάρα στα μάτια μαζί και αγωνία, πασχίζει να ενσωματωθεί, θέλει να φύγει από το camp, να δουλέψει και να μοιραστεί τις σκέψεις του. Μια μέρα μου λέει με σκόρπιες σπαστές γερμανικές λέξεις: “το camp δεν είναι καλό, θέλω να βρεθώ με Γερμανούς να μιλήσω.”

Την πρώτη μέρα στην τάξη (για αναλφάβητους επίπεδο Α0) βρήκα τον Άλεμ να κλαίει, γιατί δεν ήταν εγγεγραμμένος στην επίσημη λίστα του υποργείου. Το κλάμα αυτό, το παράπονο, κι η αγωνία του Αλεμ να μάθει γράμματα, φέρνουν στο φως το άκαμπτο του γερμανικού συστήματος, που δεν μπορεί να ελιχθεί δεν μπορεί να λάβει υπόψιν τον άνθρωπο και τις ιδιαιτερότητες του. Αν δεν είσαι στην λίστα υποχρεούσαι να περιμένεις άλλον ένα μήνα.

Έκλαιγε όμως επειδή βρισκόταν πολλούς μήνες σε αναμονή μέχρι να ξεκινήσει το σχολείο και ειδικότερα να βρεθεί μια τάξη στα μέτρα του. Τα τμήματα για αναλφάβητους των λεγόμενων Integrationskurse (που χρηματοδοτούνται από το υπουργείο μεταναστευσης και προσφυγων) , τα οποία υποχρεούται ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας να παρακολουθήσει (βάσει του νέου νόμου Integrationsgesetz 2016), ασχέτως εκπαιδευτικού επιπέδου, ηλικίας και προηγούμενων, είναι ελάχιστα στο Βερολίνο. Τεράστιες λίστες αναμονής, μήνες απραξίας και χαμένοι χρόνοι. Κάπως έτσι απελπίστηκε ο Άλεμ που πριν εξι μήνες είχε γραφτεί στην λίστα αναμονής και την πρώτη μέρα του σχολείου η υπεύθυνη του εξήγησε πως δεν γίνεται να παρακολουθήσει το μάθημα λόγω γραφειοκρατικού λάθους. Οι δασκάλες συνεννοηθήκαμε και τον κρατήσαμε στην τάξη χωρίς να υπογράφει στις λίστες του υπουργείου, παράνομα. Την επόμενη μέρα που κάθισε στην τάξη τα μάτια του γελούσαν. Ξεγελάσαμε το σύστημα.

Τον δεύτερο μήνα μαθημάτων, μια Δευτέρα ο Άλεμ αργοπόρησε στο μάθημα γιατι έπρεπε να πάει στο Jobcenter να ενημερώσει πως θα απουσιάσει για τον γάμο του αδερφού του στο Düsseldorf. H αρμόδια υπηρεσία ζήτησε από τους διδάσκοντες το απουσιολόγιο (κι ας μην έχει τέτοια δικαιοδοσία) για να ελέγξει τις ημέρες απουσίας του Άλεμ από το σχολείο. Ο υπεύθυνος είχε την εξουσία να απαγορεύσει σε αυτόν τον άνθρωπο να ταξιδέψει, να χαρεί με την χαρά της οικογενειας του, επειδή ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας είναι υποχρεωμένος να τηρεί κατά γράμμα τις οδηγίες της υπηρεσίας, αν θέλει να συνεχίσει να παίρνει το επίδομα.

 

Ο ξεριζωμός της Bivsi

 

Η πρόσφατη περίπτωση της 14χρονης Bivsi που προβλήθηκε από τα γερμανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης υπογραμμίζει το αδιάφορο του κράτους απέναντι στην αληθινή κοινωνική ενσωμάτωση. Οι γερμανικές αρχές αγνοούν κάθε κοινωνικό επίτευγμα και όλες τις ψυχοκοινωνικές παραμέτρους. Ο νόμος πρέπει να τηρηθεί, δεν υπάρχουν εξαιρέσεις: Η Bivsi γεννήθηκε το 2002 στο Duisburg. Οi γονεις της έφυγαν απο το Νεπαλ πριν 20 χρόνια και εγκατασταθηκαν στην Γερμανία. Το 2016 έλαβε χώρα η τελευταία εξέταση του ασύλου και απορρίφθηκε. Την τελευταία Δευτέρα του Μαΐου 2017, αστυνομικές αρχές έβγαλαν από την τάξη την Bivsi από το σχολείο που φοιτούσε και δεν της παραχώρησαν καν χρόνο να αποχαιρετήσει τους συμμαθητές της. Μαζι με τους γονείς της την έβαλαν σε ένα αεροπλάνο για το Νεπαλ το ίδιο απογευμα. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Το τέρας της γραφειοκρατίας αποφάνθηκε.

Συμμαθητές και γονείς διαδηλώνουν κατά της απέλασης της 14χρονης
foto: Christoph Reichwein (rp-online.de)

 

Επίλογος

 

Προφανώς δεν υπάρχει καμία άψογη κοινωνία που να έχει υποδεχθεί πρόσφυγες χωρίς να υπάρξουν δυσκολίες. Στο γερμανικό παράδειγμα όμως, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα: Η Γερμανία είναι μια από τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρώπης, η οποία άνοιξε τις πόρτες σε αυτούς τους ανθρώπους όταν άλλες ύψωναν τον φράχτη. Δυστυχώς όμως ο ταχύς συντονισμός, οι αμέτρητες υποδομές, η αποτελεσματικότητα των δημοσίων υπαλλήλων, ο ακριβής σχεδιασμός, και οι χιλιάδες πρόθυμοι εθελοντές βρίσκουν στο αντίβαρο μια ανελέητα ψυχρή γραφειοκρατία μαζί με την δυσκαμψία του γερμανικού συστήματος. Αυτά τα δυο τελευταία είναι αρκετά για να προκαλέσουν μπόλικη δυστυχία στην καθημερινότητα.

Ο Άλεμ και η Bivsi δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις. Είναι ο κανόνας που υπογραμμίζει το παράλογο ενός αυστηρού μηχανισμού που παραβλέπει την ψυχική υπόσταση, οποιοδήποτε συναίσθημα -τελικά χάνει το δέντρο μέσα στο δάσος- και αποδεικνύει πως η αληθινή ενσωμάτωση του ατόμου δεν αφορά το γερμανικό κράτος. Τι κι αν η Bivsi μιλούσε άπταιστα γερμανικά; Τι κι αν οι συμμαθητές της την αγαπούσαν τόσο ώστε να διαδηλώνουν ώστε να την φέρουν πίσω; Δεν της άφησαν χρόνο ούτε να αποχαιρετίσει τους φίλους της.

Πολλοί πρόσφυγες νοιώθουν αποδυναμωμένοι εξαιτίας της δυσκολίας της γλώσσας. Νοιώθουν πως κανείς δεν μπορεί να τους καταλάβει. Υπομένουν τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στα camp που τους στερούν ιδιωτικότητα και λίγη ησυχία. Ταυτόχρονα νοιώθουν στιγματισμένοι, φοβισμένοι από την ανερχόμενη ισλαμοφοβία (βλ. PEGIDA, AfD) και αβοήθητοι μπροστά στη νέα πραγματικότητα. Δυο χρόνια μετά, ελάχιστοι πρόσφυγες κατορθώνουν να έχουν νοικιάσει σπίτι, ακόμα πιο λίγοι έχουν καταλάβει τι τους ζητάνε και πως θα ανακτήσουν την αυτονομία τους. Δυο χρόνια μετά κι ακόμη δεν έχουν βρει καμιά νέα ταυτότητα, κοπιάζουν να ανταπεξέλθουν στα ζητούμενα της γερμανικής γραφειοκρατίας και τελικά βαλτώνουν σε μια μαύρη απραξία που μόνο δυσχεραίνει την ευάλωτη ψυχολογία τους.




Θέλω να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους

 

480full-ralph-steadman

Ralph Steadman

 

(εισαγωγικό)

Απέναντι σ’ ένα σπίτι που έμενα παλιά, χαμηλά στη σόλωνος, στο πάρτι μιας κοινής φίλης που θα έπρεπε να την έχουν όλοι φίλη, σ’ ένα μπαρ που ήταν ποτισμένο με τσιγάρα από τους τοίχους ως τα ποτήρια και από τα ρούχα ως τα δόντια και τις συλλαβές, εκεί κάπου, χωρίς να βλέπω πολύ καλά από την κούραση, είχα μια μικρή κουβέντα.

«Θα φύγω για τη Μαδαγασκάρη», μου λέει.

«Πάλι θα φύγεις, και τι θα κάνεις τώρα;» απαντάω.

Αφού μου δίνονται οι απαραίτητες εξηγήσεις, πληροφορίες και εικόνες, προκύπτει ότι είμαι ο μόνος που δεν έχει ρωτήσει «για πόσο καιρό;».

«Ωραία, για πόσο καιρό;»

«Εντάξει, δεν θα κάτσω για πάντα. Έχω καταλήξει νομίζω. Θέλω να γεράσω εδώ, να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους».

Κάπως έτσι γεννήθηκε το παρακάτω.

Άρχισα να φεύγω σιγά σιγά, πρώτα κοντά, λίγο, να απλώνεις χεράκι να φτάνεις. Για τα μακρινά έφυγα από περιέργεια. Εφηβικά σχεδόν, να δοκιμάσω τα όρια.

Εκεί που πήγα δεν ήταν όμορφα, δεν είχε πάρκα, σιντριβάνια, ποδηλατόδρομους και κοινωνικό κράτος, θέατρα, σινεμάδες, τέχνη γενικώς. Δεν είχε καφετέριες και μπαρ, κοκτέιλ και ναρκωτικά, μουσική που να ξέρω, μια γλώσσα που να αγγίζω, πολιτική που να την καταλαβαίνω, αναφορές να γελάω, φίλους να εκτιμώ και γωνιές να αναγνωρίζω.

Είχε ζέστη, σκουπίδια, θάλασσα, πηχτό αέρα, μάτια, χέρια, αλάτι, βρωμιά, θόρυβο, κομπίνα , ελιγμό, εξατμίσεις // και φρούτα. Είχε καταπίεση και πόνο στην ιστορία και τη στιγμή, υλική υπόσταση σε όλα, συνάντηση και αναμέτρηση, είχε έκπληξη – για μένα – είχε ομορφιά, είχε ανθρώπους που με κοιτούσαν και απενοχοποίησαν το δικό μου βλέμμα. Εκεί που πήγα ήταν όμορφα. Κι εγώ εθίστηκα.

Εδώ έχει τη γλώσσα μου να με σηκώνει, να με τυλίγει, να με νανουρίζει, να μου λέει γλυκόλογα και να με πνίγει, έχει κλισέ να με ζορίσουν και να με σώσουν και ματιές να ακουμπήσω. Η πολύτιμη καταγωγή μου. Αυτά τα χρώματα που αναγνωρίζω, αυτά τα λόγια που αποκωδικοποιώ και μέσα σ’ αυτά ο τρόμος, η ανελευθερία, η καταπίεση κι ο φασισμός που μου ζητάει να παίρνω θέση – κάθε στιγμή – κι εγώ παίρνω θέση και η θέση μου είναι σωστή, αλλά ξέρεις κάτι; Δε θέλω πάντα. Θέλω να καταλαβαίνω λιγότερα. Εθίστηκα στο συναίσθημα να κοιτάς χωρίς να μπορείς να αποκωδικοποιήσεις.

Φεύγω για να μπορέσω να γυρίσω.

Να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους.

 

Η Ελίζα Παναγιωτάτου είναι συγγραφέας του βιβλίου «Αυτά έγιναν χτες», από τις εκδόσεις «κουκούτσι». 

 

(εισαγωγικό: Χρήστος Σύλλας)




επτά κουβέντες για τα σύνορα

borderspic

σκόρπιες κουβέντες μέσα από σύνορα […]

*******

[ O Χαν που έρχεται να καθαρίσει τα τζάμια κάθε τρίτη, τώρα τελευταία έρχεται και την κυριακή γιατί θέλει να μαζέψει κανα φράγκο, σου λέει αυτοί κατεβαίνουν μιλιούνια, κάτσε μπας και τσιμπήσω κάτι τώρα που τους βλέπω χαμογελαστούς. Το Κεφάλαιο με χαμόγελο. Με τα λουλούδια ο «ω τον φίλο μου!», προσπαθεί να πουλήσει κανα τριαντάφυλλο και εγκαινιάζει μια νέα εποχή «των παιδιών των λουλουδιών» χωρίς γουντστοκ και ναρκωτικά, μα με υγρασία, κρύο και φάτσες μικροαστικής κούρασης και μητροπολιτικής κατάθλιψης, ιστορικά προϊόντα του Κεφαλαίου με χαμόγελο. Αυτά συμβαίνουν, με χαμόγελο, σε όσους πέρασαν κάποτε κάποια σύνορα. Αν όμως αναποδογυρίσουμε τη γυάλα του αιγαίου, η κατάσταση είναι διαφορετική, δεν έχει χαμόγελα.]

*******

[ O Ντουρούτι αν και μιλάει μέσα από σύνορα, τα τρυπάει κάθε ώρα και λεπτό με τα λόγια του, τις μάχες του. Οι εργάτες έχουν περάσει δύσκολα, θα βρουν τον τρόπο να ζήσουν για λίγο, για όσο χρειαστεί, ξέρουν, έχουν χτίσει παλάτια και πόλεις. Οι εργάτες και τα σύνορα. Η ταξική συνείδηση κάποτε είχε αστράψει. ]

“We know what we want. To us it means nothing that there is a Soviet Union somewhere in the world, for the sake of whose peace and tranquillity the workers of Germany and China were sacrificed to fascist barbarians by Stalin. We want revolution here in Spain, right now, not maybe after the next European war.
“We are giving Hitler and Mussolini far more worry with our revolution than the whole Red Army of Russia. We are setting an example to the German and Italian working class how to deal with fascism.”
But, interjected van Passen, even if you win “You will be sitting on a pile of ruins.” Durruti answered “We have always lived in slums and holes in the wall. We will know how to accommodate ourselves for a while. For, you must not forget, we also know how to build. It is we the workers who built these palaces and cities, here in Spain and in America, and everywhere”

*******

[ Με τον Ν. τρέχαμε κάποτε τη μαυρομιχάλη από την αλεξάνδρας προς τα κάτω, μέχρι την πλατεία στα εξάρχεια. Αστυνομικός αθλητισμός. Ο Ν. μετά από χρόνια πήγε στη μυτιλήνη. Ευρωπαϊκός αθλητισμός στα σύνορα. Φονικός. Τον εμπιστεύομαι τον Ν. Μου έλεγε ότι στη μυτιλήνη χτίζεται η ασφάλεια του κάθε ευρωπαίου, με τη μπίζνα των ΜΚΟ και του κράτους να συνεργάζονται σε ρυθμούς αποικιοκρατικού σουίνγκ. «Ξέρεις πόσοι περάσανε; Κανείς δεν ακούμπησε ρε το θέμα, σχεδόν κανείς». Γιατί αυτό το θέμα δεν το ακουμπάς, χώνεσαι ολόκληρος και βοηθάς με τα ξερά σου, δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Το ξέρουν καλά οι αυτοοργανωμένες δομές, οι συλλογικότητες και εκείνος ο ψηλός ή ο άλλος ο κοντός που το βλέμμα τους σα να άλλαξε από τότε που γύρισαν από τη μυτιλήνη, την ειδομένη. ]

*******

[ «Βρίσκομαι στην Αλεξάνδρεια το 1942 και μαζί με φίλους βγάζουμε το αντιφασιστικό περιοδικό ‘Έλλην’. Η κατάσταση των πολεμικών μετώπων είναι πολύ δύσκολη και αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε με κάποιον τρόπο να φτάσουμε στον Ευφράτη, να περάσουμε στον Καύκασο και τη Σοβιετική Ένωση και να γλιτώσουμε από τα χέρια των χιτλερικών. Φτάσαμε στην Παλαιστίνη χωρίς χαρτιά, χωρίς τίποτε. Η μόνη ταυτότητα που είχα ήταν μια κάρτα διαρκείας του τραμ με μια φωτογραφία μικρή απάνω. Μ’ αυτό το χαρτί πέρασα τα σύνορα. Εκεί, λοιπόν, στην Παλαιστίνη, δεν μπορούσαμε να εμφανιστούμε σε κανένα ξενοδοχείο επίσημο, από αυτά που ζητάνε διαβατήρια. Κάναμε επαφή με αριστερούς Εβραίους, οι οποίοι μας έστειλαν σε μια πανσιόν όπου η κυρία που την διηύθυνε ήταν τόσο αριστοκράτισσα, ώστε νόμιζε πως ήταν ντροπή να ζητάς ταυτότητα, ότι έπρεπε να πιστεύεις τον κάθε άνθρωπο». Στρατής Τσίρκας: Η Λέσχη, 1961 ]

*******

[ «Οι μετανάστες περνούν τη ζωή τους περνώντας σύνορα. Κατά τη διάρκεια αυτού του μόνιμου περάσματος των συνόρων, βρίσκονται σ’ έναν νέο κόσμο: στο εξής δυο πόλοι εξουσίας θα διαφεντεύουν τις ζωές τους. Ο ένας είναι ο κόσμος της ‘νόμιμης’ εκμετάλλευσης, οι μπάτσοι, οι τοπικές κοινωνίες και τ’ αφεντικά τους, τα κέντρα κράτησης και οι φυλακές. Ο δεύτερος είναι ο κόσμος του παράνομου κεφαλαίου, οι παράνομοι μηχανισμοί διακίνησης που τρέφονται ακριβώς από τον παράνομο χαρακτήρα των ροών εμπορευμάτων και εργασίας, αδιαφορώντας φυσικά για το αν το παράνομο φορτίο τους είναι άνθρωποι, πρέζα ή λαθραία τσιγάρα».

Σχεδόν Αόρατοι: Η παρανομοποίηση της εργασίας ως κρατική στρατηγική για τη μετανάστευση, Δεκέμβριος 2013, δεύτερη έκδοση. Antifa Scripta. ]

*******

[ Η Ελένη έλεγε ότι δεν αντέχεται η καταγραφή με τα νούμερα των νεκρών στο αιγαίο, γιατί άλλα νούμερα λένε οι μεν και άλλα οι δε και πρέπει να χουμε το νου μας να μην μας κρύβουν τους νεκρούς και μετά πάλι τι νόημα έχει όλο αυτό – έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που είχαν ονόματα και ιστορία. Δυσκολεύεται η Ελένη αλλά την καταλαβαίνω. ]

*******

[ Το βράδυ της 24ης Σεπτεμβρίου 2015 εκατοντάδες μετανάστες, κυρίως από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, περιμένουν στο λιμάνι της Μυτιλήνης το πλοίο που θα τους μεταφέρει στον Πειραιά. Fuck all lines, ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ των Jason Bakey και Jazra Khaleed. Ακούστε εδώ. ]

fenceuncut

Josh MacPhee

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




δύο ματς κι η δυνατότητα ενός άλλου κόσμου

 

«Θα κοιτάξουμε πέρα από τη χυδαιότητα, θα μαντέψουμε τη δυνατότητα ενός άλλου κόσμου. Ένός άλλου κόσμου όπου (…) θα είμαστε συμπατριώτες και σύγχρονοι όλων εκείνων που θα θέλουν τη δικαιοσύνη και θα θέλουν την ομορφιά, όποιος κι αν είναι ο τόπος που γεννήθηκαν και η εποχή που έζησαν, χωρίς να δίνουμε καμία σημασία στα σύνορα της γεωγραφίας και του χρόνου»[1]. Ναι, Εδουάρδο Γκαλεάνο, αυτήν την ουτοπία να ψάξουμε. Τα σύνορα είναι ένα κουβάρι, γι΄αυτό προσοχή μην μπερδευτούμε. Ακολουθούν πολλά ονόματα και δυο κυρίως ματς.

Ολυμπιακό Στάδιο του Άμστερνταμ, 2 Μαΐου 1962, τελικός του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, Μπενφίκα-Ρεάλ 5-3. Πολύς και καλός κόσμος στο γήπεδο, κι ορισμένοι έχουν γνωρίσει τα σύνορα κι από τις δυο πλευρές.

 

Με το νούμερο 14, ο Γιόχαν Κρόιφ

Τα σύνορα του χρόνου τρίζουν στις γραμμές του γηπέδου γιατί εμείς, από τον 21ο αιώνα, κοιτάζουμε το παιδί που μαζεύει τις μπάλες κι αυτό κοιτάζει το παρελθόν. Είναι ένα κοκκαλιάρικο, καστανό αγόρι, ορφανό από πατέρα και τον φωνάζουν Γιόπι, αλλιώς Γιόχαν Κρόιφ. Στο μέλλον θα του αρέσουν πολύ οι Μπιτλς που σε ένα μήνα θα υπογράψουν στην ΕΜΙ, προς το παρόν έχει παρατήσει το σχολείο και παίζει μπάλα όλη μέρα. Είναι τόσο εγωιστής που υποψιάζεται ότι μια μέρα θα γίνει ο καλύτερος στον κόσμο αλλά δεν ξέρει ακόμη ότι θα προπονήσει κάποτε, από το 2009 ως το 2013, μια εθνική ομάδα ποδοσφαίρου που δεν υπάρχει, την Εθνική Καταλωνίας. Ο δεκαπεντάχρονος Γιόχαν κοιτάζει με τα μάτια του έρωτα έναν κυρίως παίκτη μέσα στο γήπεδο, το είδωλό του, τον βετεράνο πια καλύτερο παίκτη του κόσμου Αλφρέδο ντι Στέφανο.

 

Στον ρόλο του Ξανθού Βέλους, ο Αλφρέδο ντι Στέφανο

Ο Αλφρέδο δεν υπολόγισε ποτέ πολύ τα γεωγραφικά σύνορα: η μαμά του ήταν λίγο Γαλλίδα και λίγο Ιρλανδή, ο μπαμπάς του Ιταλός, ο ίδιος γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες και έχει προλάβει ήδη, ο αθεόφοβος, να παίξει για τρεις εθνικές ομάδες, την Αργεντινή,  την Κολομβία –που δεν υπήρχε τότε ούτε αυτή, στο ποδόσφαιρο υπάρχουν μόνον οι χώρες που αναγνωρίζει η Διεθνής Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία– και την Ισπανία.  Αυτή η τελευταία του πατρίδα είναι δώρο του στρατηγού Φράνκο, που εν ονόματι του εθνικισμού του άνοιξε τα θέοκλειστα σύνορα της σκοτεινής του Ισπανίας ώστε να αποχτήσει μια ισχυρή εθνική ομάδα. Έδωσε την ισπανική υπηκοότητα στον Ντι Στέφανο, στον Λάζλο ή Λαντισλάβ ή Λαντισλάο (τρία μικρά ονόματα για τις τρεις του χώρες, τις τρεις εθνικές στις οποίες έπαιξε, Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία και Ισπανία) Κουμπάλα, και σε  έναν ακόμη ποδοσφαιριστή που βρίσκεται στο Εθνικό Στάδιο του Άμστερνταμ στις 2 Μαϊου του 1962. Είναι συμπαίκτης του Ντι Στέφανο, θα βάλει τα τρία γκολ της ηττημένης Ρεάλ και τον λένε Φέρεντς Πούσκας.

 

Με το νούμερο 10, ο Φέρεντς Πούσκας (κι οι σύντροφοί του)

Κι αυτός ήταν κάποτε, περίπου από το 1950 ως το 1956, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου, αλλά όχι μόνος του, μαζί με όλους τους συμπαίκτες του στην Εθνική Ουγγαρίας. Όλοι μαζί, γιατί εκείνη η ομάδα φιλοδοξούσε να παίζει ένα « σοσιαλιστικό ποδόσφαιρο »  όπου « κάθε παίκτης θα μπορεί να παίζει σε όλες τις θέσεις και όλοι θα συνεισφέρουν ισότιμα στην κοινή προσπάθεια » –έτσι το περιέγραφε ο προπονητής της, ο Γκούσταβ Σέμπες. Αργότερα, όταν θα έχει πια μεγαλώσει ο νεαρός Γιόχαν Κρόιφ, το σοσιαλιστικό ποδόσφαιρο θα μείνει γνωστό –τι ειρωνική μεταφορά για την πικρή κατάληξη των σοσιαλιστικών ονείρων!– ως « ολοκληρωτικό », και η καλύτερη ομάδα του κόσμου θα είναι η Εθνική Ολλανδίας. Αλλά ας πούμε για το φθινόπωρο του 1956, όταν τα σοβιετικά τανκς περνάνε τα σύνορα με την Ουγγαρία και φτάνουν στη Βουδαπέστη, την ίδια στιγμή που ο Φέρεντς και η ομάδα του, η Χόνβεντ, βρίσκονται στο Μπιλμπάο για να παίξουν με την Αθλέτικ Μπιλμπάο (που τότε ονομαζόταν υποχρεωτικά Ατλέτικο γιατί τα σύνορα της Ισπανίας με τη Χώρα των Βάσκων δεν υπάρχουν). Οι Ούγγροι παίκτες και ο προπονητής τους, ο Μπέλα Γκούτμαν,  αποφασίζουν να μην γυρίσουν πίσω : ακόμη και τη ρεβάνς με την Αθλέτικ-Ατλέτικο θα την παίξουν στο Στάδιο Χέιζελ των Βρυξελλών.

Λίγα χρόνια πριν, το 1951, ένας συμπαίκτης του Φέρεντς Πούσκας, ο Σάντορ Σουτζ, είχε εκτελεστεί στα τριάντα του για έσχατη προδοσία –προσπάθησε να περάσει τα σύνορα προς τη Δύση. Το 1956, τα σύνορα της Ουγγαρίας κλείνουν αφήνοντάς τους παίκτες της Χόνβεντ απέξω. Όσοι διαλέξουν να μη γυρίσουν θα βρεθούν χωρίς πατρίδα, γιατί θα θεωρηθούν προδότες, χωρίς ομάδα, γιατί η Διεθνής Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία κηρύσσει τη Χόνβεντ παράνομη, και χωρίς δουλειά, γιατί τιμωρούνται με πολύμηνο αποκλεισμό. Ο Φέρεντς Πούσκας θα περάσει τους 18 μήνες της τιμωρίας του σε ένα στρατόπεδο προσφύγων στην Αυστρία. Μετά θα γίνει Ισπανός και θα παίξει στη Ρεάλ. Και στις 2 Μαΐου 1962 θα βάλει τρία γκολ στην Μπενφίκα που προπονεί ο παλιός του προπονητής στη Χόνβεντ, ο Μπέλα Γκούτμαν.

 

Στον πάγκο, ο Μπέλα Γκούτμαν

Ο Μπέλα Γκούτμαν θα κερδίσει το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης τον Μάιο του 1962 στο Άμστερνταμ, και γενικά είναι νικητής. Αυτός κι αν δεν υπολόγισε τα σύνορα –γύρισε, ως παίκτης ή προπονητής, είκοσι μία διαφορετικές χώρες–, διότι και τα σύνορα τον πρόδωσαν. Ήταν Εβραίος, γεννήθηκε υπήκοος της κοσμπολίτικης  Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, έπαιξε μπάλα κυρίως στη Βιέννη. Το 1938 τα σύνορα της Αυστρίας σωριάζονται χωρίς θόρυβο, αφήνοντάς τον απροστάτευτο απέναντι στη ναζιστική Γερμανία.  Θα τα καταφέρει να βγει ζωντανός από την κόλαση, στην οποία έχασε τον αδελφό του, και έκτοτε δεν θα κάτσει πάνω από δυο σεζόν σε μια ομάδα, συνήθως ούτε σε μια χώρα. Θα προπονήσει τη Σάο Πάολο και την Πενιαρόλ Μοντεβιδέο, τον Παναθηναϊκό και την Κίλμες, τον ΑΠΟΕΛ και τη Μίλαν. Ποδόσφαιρο χωρίς σύνορα.

 

Ημίχρονο : τα σύνορα του ποδοσφαίρου

Το ποδόσφαιρο ξεκίνησε κοσμοπολίτικο, όπως –να τα λέμε όλα– ο καπιταλισμός που το γέννησε. Τις πρώτες ποδοσφαιρικές ομάδες στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική τις ίδρυσαν υπάλληλοι του ταξιδιωτικού γραφείου Τόμας Κουκ, έμποροι, ναύτες, γιοι δαιμόνιων Σκοτσέζων επιχειρηματιών που γύριζαν από τις σπουδές τους στη Βρετανία, Ελβετοί τραπεζίτες,  εκκεντρικοί πρόξενοι. Οι ομάδες λέγονταν Cricket&Athletic Club στη Γένοβα, Mackenzie College Sport Club στο Σάο Πάολο, Newell’s Old Boys στο Ροζάριο στην Αργεντινή, First Vienna FC στη Βιέννη. Λίγο ενδιέφερε τι γλώσσα μιλούσαν οι παίκτες. Μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αμέσως μετά θα το αγγίξει το δηλητηριώδες φιλί της πολιτικής και θα γίνει εθνική υπόθεση, και τα παραδείγματα αφθονούν. Να ένα.

https://www.youtube.com/watch?v=SwZ8OmUFKV8

 

Στην περιγραφή ο Τζορτζ Όργουελ

Τον Νοέμβριο του 1945, έξι μήνες μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, η Μεγάλη Βρετανία και η Σοβιετική Ένωση θα αναμετρηθούν στην μπάλα. Φιλικός αγώνας Άρσεναλ-Ντιναμό Μόσχας, σαν μια υπενθύμιση ότι η ζωή ξαναρχίζει κανονικά. Στο Γουάιτ Χαρτ Λέιν, το γήπεδο της Τότεναμ, γιατί το Χάιμπουρι είναι ακόμη κατειλημμένο από το Υπουργείο Άμυνας –τόσο κοντά είναι ο πόλεμος. Το Τείχος του Βερολίνου έχει ήδη αρχίζει να υψώνεται, αόρατο ακόμη, ανάμεσα στις φίλες, σύμμαχες και νικήτριες του πολέμου χώρες. Αρχικά οι Σοβιετικοί αρνούνται να παίξουν σε χώρα του Δυτικού Μπλοκ, κατόπιν δέχονται αλλά θέτουν αυστηρούς όρους, μεταξύ των οποίων να φέρουν δικό τους διαιτητή. Η φιλοξενία των Βρετανών δεν είναι ιδιαίτερα υποδειγματική –οι παίκτες της Δυναμό κοιμούνται τρία βράδια στην Πρεσβεία τους–, η σοβιετική σημαία δεν κυματίζει στο γήπεδο, αλλά χρειάζεται γερά μάτια για να το δεις καθώς το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η πυκνή ομίχλη που σκεπάζει το Λονδίνο λίγο πριν αρχίσει το ματς.

Στο δεύτερο ημίχρονο γίνονται, λέει, πράγματα και θάματα : πέφτει ξύλο, οι Σοβιετικοί παίζουν με 12, ίσως και με 15 παίκτες, μπαίνουν γκολ που κανείς δεν είναι σίγουρος πως μπήκαν, παίκτες που αποβάλλονται ξαναμπαίνουν μέσα στο γήπεδο με την άνεσή τους, ένας θεατής παίρνει τη θέση του τερματοφύλακα της Άρσεναλ, άλλοι εμποδίζουν τον διαιτητή να επέμβει σε έναν τσακωμό. Ο Τζορτζ Όργουελ είναι ανάμεσα στους θεατές. Σκανδαλισμένος θα γράψει μετά το ματς ένα πολύ θυμωμένο και κάπως άδικο κείμενο που αρχίζει έτσι : « Τώρα που η ομάδα της Δυναμό γύρισε στη χώρα της, μπορούμε επιτέλους να πούμε ανοιχτά αυτό που πολλοί λογικοί άνθρωποι έλεγαν ήδη σε ιδιωτικές συζητήσεις. Ότι δηλαδή ο αθλητισμός είναι μια ανεξάντλητη πηγή έχθρας και ότι αυτή η επίσκεψη της Δυναμό, αν επηρέασε με κάποιον τρόπο τις αγγλο-σοβιετικές σχέσεις, είναι ότι τις έκανε χειρότερες ».

Το δίδαγμα ήταν το εξής : «Ελπίζω ότι δεν θα ανταποδώσουμε την επίσκεψη και ότι δεν θα στείλουμε κάποια βρετανική ομάδα στην ΕΣΣΔ. Αν δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, ας στείλουμε μια αδύνατη ομάδα, που θα χάσει και που με κανέναν τρόπο δεν θα θεωρηθεί ότι εκπροσωπεί τη Μεγάλη Βρετανία. Υπάρχουν ήδη αρκετές πραγματικές αιτίες διαμάχης ώστε να μη χρειαστεί να δημιουργήσουμε κι άλλες με το να ενθαρρύνουμε νεαρούς να κλωτσιούνται στο καλάμι ενώ τους αποθεώνει ένα εκστασιασμένο πλήθος ».

Ο Τζορτζ Όργουελ ωστόσο είναι ο ίδιος άνθρωπος που έγραψε πως δεν μπορούμε να παίξουμε μόνοι μας ποδόσφαιρο. Τον Δεκέμβρη του 1945, όταν τα έγραφε αυτά,  δεν σκέφτηκε πως έτσι κι αλλιώς στο γήπεδο πάμε για να νιώσουμε ότι είμαστε μαζί, καμιά φορά παριστάνοντας ότι μας χωρίζουν ανυπέρβλητα σύνορα, αρκεί να μην τα  παίρνουμε στα σοβαρά. Η καρδιά μας όμως θα είναι πάντα με αυτούς που περνάνε με ευκολία τα πραγματικά σύνορα, είτε για να παίξουν μπάλα με τους φίλους τους είτε όχι.

 

[1] Μια από τις «Ουτοπίες» του «Patas arriba: Escuela del mundo al revés

(=Ένας κόσμος ανάποδα)», 1998

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




σημειώσεις για την «προσφυγική κρίση»

 

 

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων και για συγκεκριμένους λόγους που θα τεθούν παρακάτω προτιμώ να μιλάω για «προσφυγικό ζήτημα» και όχι για «προσφυγική κρίση», έναν όρο που χρησιμοποιείται κατ’ εξακολούθηση από τα καθεστωτικά μίντια και από αρκετούς συμμετέχοντες στη συζήτηση (στο debate για να είμαστε και λίγο μοντέρνοι) που αφορά τις προσφυγικές εκτοπίσεις και γενικότερα τις μεταναστευτικές κινήσεις πάνω στον πλανήτη.

Η χρήση του όρου «προσφυγική κρίση» αποτελεί μια θεσμική, επίσημη, «ορθολογική» περιγραφή ενός κοινωνικού-οικονομικού ζητήματος που διαστρεβλώνεται εσκεμμένα από την πλευρά του κυρίαρχου λόγου. Όπως όλα τα κοινωνικά ζητήματα στο καπιταλιστικό κύκλωμα του θεάματος ξεφτίζουν από την ουσία τους, τις αιτίες και τα αποτελέσματά τους, έτσι και η «προσφυγική κρίση» αντικειμενικοποιείται με τέτοιο τρόπο από τα μίντια, τους «ειδικούς» και όσους εκφέρουν σχετικό λόγο ώστε αυτό που καταφέρεται είναι μια αποστασιοποίηση από τον πραγματικό πυρήνα του προσφυγικού ζητήματος: η καπιταλιστική κρίση δημιουργεί περιφράξεις, εκτοπίσεις και προετοιμάζει, όπως έχει δείξει η αιματηρή ιστορία των «κρίσεών» της, νέες πρωταρχικές συσσωρεύσεις κέρδους. Για τον αντικαπιταλιστικό λόγο τουλάχιστον, δεν πρέπει να υπάρχει «προσφυγική κρίση» παρά μόνο καπιταλιστική.

Οι τόνοι της «Αποκάλυψης» με την οποία φορτίζεται η σχετική συζήτηση, τόσο από την «ξενοφοβική δεξιά» όσο και από την «προοδευτική αριστερά», υπερ-δραματοποιούν, κατασκευάζουν φόβο, στοχεύουν στην κινηματική παράλυση, συμβάλλουν με λίγα λόγια στην απενεχοποίηση του Κεφαλαίου ως σχέση και ως φονική μηχανή αναπαραγωγής της ανθρώπινης ζωής. Ο George Caffentzis είχε εύστοχα διαβάσει γύρω στο 1980 τις υπόνοιες της συζήτησης γύρω από την «πετρελαϊκή κρίση» του 1973. Έλεγε τότε πως κάθε φορά που το μοντέλο της εκμετάλλευσης γίνεται ανυπόφορο και χρειάζεται να βρει διέξοδο, να αναδιαρθρωθεί, το Κεφάλαιο κάνει νύξεις για την ανθρώπινη θνησιμότητα, ότι δηλαδή έρχεται το τέλος του κόσμου. Το τέλος του κόσμου δεν ήρθε τότε όπως δεν θα έρθει και τώρα, τουλάχιστον όπως θέλει να το παρουσιάσει το σχέδιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής μηχανής.

Τότε, το κεντρικό επιχείρημα ήταν η σπάνη των αγαθών, τώρα το επιχείρημα διαρθρώνεται γύρω από την σπάνη της ανθρώπινης ζωής, το πόσο ευάλωτη και εύθραυστη είναι – μία από τις λίγες βεβαιότητες αυτής της ζωής (ο θάνατος) γίνεται στα χέρια του Κεφαλαίου ένας καθεστωτικός εκβιασμός, μια φυσιολογική απειλή με …μεταφυσικές διαστάσεις: «κοίτα τι γίνεται με τους πρόσφυγες, σειρά έχετε οι υπόλοιποι».

Παρά τις προσφυγικές απώλειες σε θάλασσα και στεριά, παρά τον θάνατο που θέλει να διαχειριστεί (και μ’ αυτόν ν’ απειλήσει) η πολιτική έκφραση του Κεφαλαίου που, μεταξύ άλλων, αποκαλείται ως «Ευρώπη-Φρούριο», υπάρχει μια πραγματικότητα που αποκρύπτεται στις διάφορες αναλύσεις του ζητήματος, ένα δεδομένο γύρω από το οποίο διαμορφώνεται το σύγχρονο προλεταριάτο. Σύμφωνα με στοιχεία που πρόερχονται από έναν θεσμικό οργανισμό όπως είναι ο ΟΗΕ, ένας στους 122 κατοίκους του πλανήτη είτε είναι πρόσφυγας, είτε εκτοπισμένος εσωτερικά (στη χώρα γέννησής του) ή αναζητά άσυλο. Με όρους πληθυσμού, θα μιλούσαμε για την 24η μεγαλύτερη χώρα του κόσμου. Με κοινωνικο-οικονομικούς όρους θα μιλούσαμε για έναν ανηλεή πόλεμο που έχει εξαπολύσει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής, για μια παγκόσμια διεύρυνση του κράτους έκτακτης ανάγκης για το οποίο έγραφε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και το οποίο συνεχίζει να θεμελιώνεται σε μεγαλύτερα στρώματα καταπιεσμένων.

Η εργατική διαχείριση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων, ανομολόγητη ως τέτοια από θεσμικά και παρα-θεσμικά όργανα, έχει ήδη στηθεί καμιά δεκαριά χρόνια πριν. Ο σχετικός μηχανισμός όπως εξηγεί ο Αποστόλης Φωτιάδης δεν έχει στηθεί για να «λύσει» το ζήτημα: από τη μια το νομικό πλαίσιο του ασύλου, των κέντρων υποδοχής και της πολιτικής των απελάσεων και από την άλλη η χρηματοδότηση των (στρατιωτικών και αστυνομικών) επιχειρήσεων που λειτουργούν επιθετικά και αποτρεπτικά αναπαράγοντας συστηματικά μια πολεμική βιομηχανία.

Οι κυρίαρχοι κρατικοί και υπερ-κρατικοί διαχειριστές μέσα από το επίσημό οργανό τους, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, άρχισαν από τον Μάιο να ανακοινώνουν τις προθέσεις τους που δεν είναι άλλες από την περαιτέρω στρατιωτικοποίηση των συνόρων και από τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών: με τοποθέτηση αξιωματούχων σε τρίτες χώρες για τη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών σχετικά με τις μετακινήσεις, δημιουργείται ένα σύγχρονο πολιτικό καθεστώς αποικιοκρατίας, ένα διευρυμένο δια-κρατικό στρατόπεδο διαχείρισης εργατών.

RefugeesMigrants

Το ασφυκτικό αυτό πλαίσιο για τον κόσμο της εργασίας έχει στόχο να δυσχεράνει την ταξική πάλη από την πλευρά των μετακινούμενων προλεταριακών στρωμάτων. Γι’ αυτό και η οργάνωση της θεσμικής συζήτησης γύρω από το προσφυγικό ζήτημα γίνεται με τους όρους που αναφέρθηκαν πρωτύτερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «debate» για την χρήση του όρου «πρόσφυγας» ή «μετανάστης» το οποίο στήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τις ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής λόγω των αυξανόμενων προσφυγικών ναυαγίων που δημοσιοποιούνταν.

Από τη μια πλευρά το δίκτυο Al Jazeera με τη δημόσια τοποθέτησή του για την επιλογή της λέξης «πρόσφυγας» αντί «μετανάστης», ξετύλιξε έναν συλλογισμό που αναφερόταν στην χώρα προέλευσης των ανθρώπων που φτάνουν στη Μεσόγειο (Συρία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Ερυθραία, Σομαλία κλπ) και στις συνθήκες που τους ώθησαν να φύγουν. Το κύριο επιχείρημα είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς απέδρασαν από τον κίνδυνο του πολέμου και άρα πρέπει να ονομάζονται ως αυτό που είναι θεσμικά και νομικά: πρόσφυγες. Η χρήση του όρου «μετανάστης», επισημαίνει το Al Jazeera, έχει τελείως απονοηματοδοτηθεί από τα μίντια και τις πολιτικές ελίτ ενώ έχει καταντήσει να σημαίνει έναν απλό αριθμό, έναν όρο που χρησιμοποιείται «αρνητικά» στη βάση του ρατσισμού, με λίγα λόγια αποτελεί μια «ενόχληση» (nuisance). Το διεθνές δίκτυο καταλήγει λέγοντας ότι δεν θέλει να συμβάλλει στην παραπάνω παραπλανητική διαδικασία, δίνοντας πάτημα σ’ όλους αυτούς που «βλέπουν» μόνο οικονομικούς μετανάστες.

Στη διάκριση μεταξύ αυτών των δύο όρων, επιμένει και η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), αναφερόμενη στα νομικά δικαιώματα και τις νομικές ευθύνες που έχει κάθε κράτος, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, απέναντι στην ιδιότητα του πρόσφυγα. Για τους μετανάστες, σημειώνει, το κάθε κράτος μεμονωμένα διατηρεί διαφορετική νομοθεσία και διαφορετικές πολιτικές.

Η διάκριση αυτή σε δικαιακό και συνεπώς σε πολιτικό επίπεδο εξαφανίζει την «οικονομία» της μετανάστευσης και της προσφυγιάς που δεν είναι άλλη από την πυροδότηση κρίσεων και εκτοπίσεων των καπιταλιστικών μηχανισμών της δύσης σε συνεργασία με ντόπια, διεφθαρμένα καθεστώτα, στα πλαίσια αποικιοκρατικών πολιτικών που βοηθούν το Κεφάλαιο να αυτο-αξιοποιηθεί.

Την ίδια στιγμή, το να χρησιμοποιείται ο όρος «πρόσφυγας» σε βάρος του «μετανάστη», υποβιβάζει μια μακρά μεταναστευτική ιστορία, βάζει σε λήθη τις αιτίες εκτόπισης και μετακίνησης της εργατικής τάξης εκεί όπου το κεφάλαιο δημιουργεί τον χωροχρόνο του, το πλαίσιο εκμετάλλευσής του.

Ο ΟΗΕ μπορεί να δηλώνει κατηγορηματικά ότι «οι μετανάστες δεν επιλέγουν να μετακινηθούν εξαιτίας μιας άμεσης απειλής ή λόγω κινδύνου της ζωής τους […] δεν αντιμετωπίζουν τα ίδια εμπόδια με τους πρόσφυγες στο να επιστρέψουν […] συνεχίζουν να απολαμβάνουν την προστασία της κυβέρνησής τους», ωστόσο, οι ριψοκίνδυνες επιλογές ενός οικονομικού μετανάστη από χώρες όπως το Πακιστάν, το Κασμίρ ή αλλού είναι προδιαγεγραμμένες λόγω της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης που λειτουργεί καταλυτικά στη δίωξή του. Οι προηγούμενες γενιές μεταναστών εργατών γεννιούνται σε χώρες όπου ο πολιτικός αυταρχισμός και η ένταση του οικονομικού πολέμου δεν τους αφήνουν άλλη επιλογή.

Μπορεί οι σφαίρες να μην σφυρίζουν στ’ αυτιά τους (μπορεί όχι με την ίδια συχνότητα και ένταση), μπορεί «το επείγον» τους να μην είναι το ίδιο μ’ εκείνο των προσφύγων, ωστόσο κρίνοντας από την προσοδοφόρα βιομηχανία απελάσεων που τρέφει το σκέλος της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, αντιλαμβάνεται κανείς ότι τεράστια κομμάτια του παγκόσμιου προλεταριάτου εξωθούνται συστηματικά εκ νέου σε συνθήκες αβίωτες, σε συνθήκες που τους ωθούν να πάρουν το ρίσκο ενός φονικού ταξιδιού, στα χέρια κάποιου διακινητή (άλλος ένας κρίκος της αλυσίδας, όχι βέβαια της τάξεως της κρατικής ισχύος, που κερδίζει από τις εκτοπίσεις της εργατικής τάξης).

Ο πόλεμος από τον οποίο αποδρούν οι Σύροι και άλλοι πρόσφυγες είναι πραγματικός. Πρόκειται για τον ίδιο, πραγματικό και βιωμένο μέχρι το μεδούλι οικονομικό πόλεμο που έχει εξαπολύσει ο καπιταλισμός των ημερών μας στην παγκόσμια εργατική τάξη, στους μετανάστες σ’ όλο τον κόσμο. Η συζήτηση για την προσφυγική ή μεταναστευτική ιδιότητα έρχεται να «θολώσει» αυτόν τον πόλεμο, επιχειρεί στο όνομα «των ανθρώπινων δικαιωμάτων» να αφανίσει την πραγματικότητα της ταξικής πάλης και των πρωταγωνιστών της.




Dankeschön

 

Έχω γεμίσει το μεγάλο σακίδιο με ένα τάπερ με χωριάτικη σαλάτα,  σε αλουμινόχαρτο τα brownies  φρεσκοψημμένα, μια κουβέρτα και ένα μεγάλο κόκκινο σεντόνι για το γρασίδι. Έχω μια γλυκιά αγωνία. Καταφθάνουμε με τη Μ.  στο πάρκο του Gleisdreieck κι αναζητούμε το σημείο συγκέντρωσης των εθελοντών.

Αμηχανία. Mας υποδέχονται ο Μοσάν και η Νασσιμ, εθελοντές που οργάνωσαν την «εκδρομή στο πάρκο», μας χαιρετάνε θερμά. Πρώτη ερώτηση αν φέραμε νερά. Δεν έχουμε νερό. Εκείνοι που είναι να φέρουν νερά, αργούν πολύ. Όλοι διψάνε. Εμείς μόνο ψωμί, μπράουνις και σαλάτα. Κοιτώ τριγύρω. Μια οικογένεια κάτω από το δέντρο, μια οικογένεια πιο πέρα, πέντε έξι έφηβοι που κλωτσάνε μια μπάλα στο άνοιγμα, μια κοπέλα με πολύ μακρύ μαλλί μόνη της στο γρασίδι. Κάποιοι άντρες συζητούν στα παγκάκια σκεπτικοί. Αρκετά πιτσιρίκια τρέχουν πάνω κάτω με ποδήλατα ή χωρίς.

Απλώνουμε την κουβέρτα και ψάχνω τα τσιγάρα μου. Η Μ. κρατάει ήδη ένα στο στόμα της και μια εθελόντρια μας πλησιάζει ευγενικά «κορίτσια, αποφασίσαμε σήμερα να μην καπνίσουμε μπροστά στα παιδιά, αν δεν σας πειράζει.» Μιλάμε αγγλικά με τους εθελοντές. Οι περισσότεροι είναι από το Ιράν και μιλάνε φαρσί με τους πρόσφυγες.

Σε λίγο ένα μικρό αγόρι έρχεται δίπλα μας. Κάθεται στην κουβέρτα και μας χαμογελάει. Θα ναι δεν θα ναι 2 χρονών. Έχει μεγάλα μάτια και μακριές βλεφαρίδες, φαίνεται πως θέλει να παίξει. Ο Ακλιμπαν. Του μιλάω, τον γαργαλάω, ξεκαρδίζεται.

Ένα αγόρι γύρω στα 25 με σακίδιο στην πλάτη μας ρωτάει αν μιλάμε τούρκικα ή κουρδικά. Κανείς από τους παρευρισκόμενους δεν κατέχει την τουρκική. Ρωτάει για την κοπέλα που είναι μόνη της δίπλα στο δέντρο. Του λέμε να μας την φέρει. Η Ναντίρα είναι μόνο 15 χρονών. Κρατάει τα ακουστικά του κινητού της και κάπως ντροπαλά μας χαμογελά.

11995371_10153526979221291_53551837_o

Η Νασσιμ μας ρωτάει αν έχουμε τίποτα να φάνε τα παιδιά. Τα φαγητά των άλλων εθελοντών έχουν αργήσει. Δεν έχουν φάει πρωινό. Βγάζουμε τα μπράουνις που μόλις είχα βγάλει από τον φούρνο. Αρπάζουμε και την σακούλα με τα φρέσκα ψωμάκια και αρχίζουμε να τα μοιράζουμε. Τα μικρά αρπάζουν το ψωμάκι και λένε δυνατά Ντάνκε (γερμ. ευχαριστώ). Γύρω στα 50 μέτρα μακριά από το σημείο που καθόμαστε βλέπω δυο γυναίκες στο γρασίδι. Φορούν μαντήλες. Τις πλησιάζω και τους δίνω ψωμί. Θηλάζουν. Η μεγαλύτερη, στην ηλικία μου. Η ομορφιά της με συγκλονίζει. Την κοιτάω, την ρωτάω από που είναι. Δεν μιλάει αγγλικά. Αφγανιστάν μου αποκρίνεται. Yunan εγώ, της λέω. Αντιλαμβάνομαι από το βλέμμα της πως διψάει να μου πει κι άλλα. Χαϊδεύω το μωρό που κρατάει. Μου το δίνει. Είναι μόνο 2 μηνών. Με χέρια και με πόδια αρχίζουμε να συνεννοούμαστε. Δίπλα η Μουσλίμα η αδερφή της, μας κοιτάει χαμογελώντας. Θα ναι 25 χρονών. Το μικρό που κρατούσε η Μουσλίμα έχει ξεχυθεί στα γρασίδια και τρέχει μόνο του. Θανκ γιου μου λέει η Αλίμπι για το ψωμί. You re welcome, της απαντάω.

Γυρνάω πίσω στο κεντρικό σημείο των εθελοντών και έχουν αρχίσει οι ετοιμασίες για το φαγητό. Όλα τα φαγητά που έχουμε φέρει βρίσκονται σε ένα τραπέζι του πινγκ πονγκ, και ετοιμάζουμε πιάτα για όλους. Γύρω στις 100 μερίδες. Κόβουμε τα ψωμιά στη μέση.

12000109_10153526798166291_10071374_n

Φτάνει η ώρα να καπνίσω ένα τσιγάρο. Ο νεαρός με το σακίδιο που μερίμνησε για την 15χρονη Ναντίρα, καπνίζει τώρα δίπλα μου. Με ρωτάει από που είμαι. Είμαι Σύριος, αλλά δεν είμαι πρόσφυγας, μου λέει. Ήρθα πριν ένα χρόνο να σπουδάσω. Οι δικοί σου; ρωτάω. Στην Δαμασκό. Δεν είναι ακόμα τόσο άσχημα τα πράγματα στην πρωτεύουσα. Θέλει να κάνει μάστερ στην αρχιτεκτονική. Πρέπει να μάθει καλά γερμανικά. Γελώντας μου λέει: Η Συρία θα χρειαστεί πολλούς αρχιτέκτονες. Άλλα 2 παιδιά στην ηλικία του έρχονται στο πηγαδάκι. Είναι από τη Συρία. Ο ένας έχει 3 μήνες εδώ. Η κοπέλα μόνο 1 μήνα. Θέλει να σπουδάσει συντήρηση έργων τέχνης. Μιλούν αγγλικά εξαιτίας μου. Τους λέω λίγα ανακουφιστικά και χαριτωμένα για το Βερολίνο και τους ανάλαφρους χειμώνες. Μια σφίγγα με περιτριγυρίζει όλη την ώρα και προσπαθώ να την αποφύγω ενώ μιλάω με τους Σύριους. Γελάνε ενώ παλεύω να απαλλαγώ από το τέρας. Φεύγω και πάω στα μικρά πιο δίπλα.

Λίγο πιο πέρα ανακαλύπτω ένα κουτί με χοντρές πολύχρωμες κιμωλίες. Θα το έφερε κάποιος εθελοντής. Ένα μωρό κλαίει πάνω από ένα ποδηλατάκι που έχει καταλάβει ένα μικρό αγόρι και αποφασίζω να επέμβω. Καταφέρνω να πείσω το αγοράκι να το δώσει για λίγο στην μικρή. Η μικρή ανεβαίνει στο τρίκυκλο, που έχει και μια λαβή στο πίσω μέρος για να σπρώχνεις. Σε λίγο ο μικρός ξανάρχεται αποφασισμένος να πάρει το τρίκυκλο πίσω. Του το δίνουμε. Παίρνω την μικρή αγκαλιά που κλαψουρίζει για την απώλεια. Έχει χρυσές μπούκλες, τσιμπιδάκια και μαύρα μάτια. Αρπάζω την κιμωλία και φτιάχνω έναν ήλιο στο τσιμέντο. Γελάει. Προσπαθεί να ζωγραφίσει, μα δεν βάζει αρκετή δύναμη. Δυο τρία άλλα πιτσιρίκια έρχονται στην παρέα μας και πιάνουν τις κιμωλίες όλο λαχτάρα. Κάθομαι στο κόκκινο τσιμέντο και αποθεώνω τους μικρούς ζωγράφους που κάθε φορά που φτιάχνουν κάτι με σκουντάνε και μου λένε ΧΕΛΛΟ. Να κοιτάξω. Ένας κύριος γύρω στα 50, μάλλον Γερμανός, μου λέει στα Αγγλικά:  Oh you re having fun here!  Του χαμογελάω.

Η Μ. μου φέρνει χυμό, με ρωτάει αν είμαι καλά. Έχει μόλις κουβαλήσει 2 εξάδες νερά και χυμούς από το Άλντι μαζί με έναν Γερμανό. Έλα, πάμε της λέω στα κορίτσια. Τις νοιώσαμε οικείες, κοντινές. Φταίνε τα βλέμματα, σκέφτομαι. Φτάνουμε πάλι στις δυο μάνες από το Αφγανιστάν. Ο μικρός κοιμάται. Η Αλίμπι μου λέει την ιστορία του ταξιδιού χρησιμοποιώντας χέρια και πόδια. Μοιάζει εξαντλημένη. Χρειάζεται παπούτσια μου δείχνει. Περπατήσανε πολύ. Μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας κάποιοι πυροβολούσαν την βάρκα τους. Δεν καταλαβαίνω τι μου εξιστορεί, δεν βρίσκω καμιά γνωστή ρίζα στις λέξεις που αρθρώνει. Μου δείχνει ένα πιστόλι στον κρόταφο και μετά πως κρατούσε το μωρό στην αγκαλιά της. Έχει 5 αγόρια μου λέει. Τα πόδια και τα χέρια της πονάνε πολύ, μου λέει. Γιατρό ρωτάω; Όχι μου νεύει. Το μωρό; Πότε το γέννησε; Στο δρόμο από το Αφγανιστάν. Προσπαθώ να συλλάβω αυτά που μου λέει. Οι δυο κοπέλες μας λένε κι άλλα. Ένας από τους γιους της Αλίμπι λέγεται Ναΐμ κι έχει την ομορφιά και τα μάτια της μάνας του. Θα ‘ναι 11 χρονών. Μου μιλάει και γελάει. Μιμούμαι την ομιλία του και έπειτα του μιλάω στα ελληνικά. Σκάμε στα γέλια. Ο σύζυγος της Αλίμπι πλησιάζει. Προσπαθώ να μάθω αν θέλουν να φύγουν από το Βερολίνο. Έχουν τέσσερις ημέρες εδώ στο  camp. Μας ρωτούν για το Μόναχο, την Χολάντα (Ολλανδία), το Αμβούργο την Φρανκφούρτη και τις Βρυξέλλες. Τους εξηγώ πως το Βερολίνο είναι φιλόξενο, είναι ανθρώπινο. Να μείνουν. Θέλουν να δουλέψουν οικοδομή οι άντρες. Από κατασκευές το Βερολίνο, άλλο τίποτα. Η μικρή αδερφή της Αλίμπι, η Μουσλίμα κάνει νόημα στην Μ. για τα φρύδια της. Σε μια ξαφνική μας αναλαμπή, η Μ. καταλαβαίνει πως η κοπέλα ψάχνει τσιμπιδάκι. Ζητάει από την Μ. να της βγάλει εκείνη τα φρύδια. Η Μ. καταφθάνει με ένα νεσεσσεράκι και αρχίζει να μοιράζει την μάσκαρα, το τσιμπιδάκι και το καθρεφτάκι. Τα κορίτσια λένε χαμηλόφωνα θενκγιου. Το μωρό ξυπνάει και μου γελάει. Μπεντζαμιν τον λενε. Η Αλίμπι πιάνει το χέρι μου και ψηλαφίζει το δαχτυλίδι που φοράω. Καταλαβαίνω την απορία της. Δεν είναι βέρα, δεν έχω σύζυγο εξηγώ με τα χέρια. Γελάει. Παιδιά; Με ρωτά. Όχι, Ούτε παιδιά.

Μια μικρή κοπέλα καταφθάνει. Είναι 7 μηνών έγκυος μου εξηγεί η Αλίμπι. Η Μ. ψάχνει την κοιλιά του κοριτσιού. ΠΟΥ ΚΑΛΕ; ΠΟΥΝΤΗΝΑ η κοιλιά; αναφωνεί. Ξανά γέλια.

12005920_10153526979526291_455745522_o

Γυρνάμε στους άλλους και καπνίζουμε ένα τσιγάρο μακριά από τα παιδιά. Τα φαγητά και τα γλυκά έχουν εξαφανιστεί. Ξέχασα να φάω λέω στη Μ.. Η Ναντίρα έχει ξαπλώσει σε ένα δέντρο με άλλους 2 νεαρούς και μοιάζει ήρεμη. Χαμογελάει. Οι φοιτητές από την Συρία είναι στο σημείο που τους άφησα και συζητούν ακόμα. Τα παιδιά έχουν ζωγραφίσει γύρω στα δέκα μετρά κόκκινο τσιμέντο. Ο ήλιος μας χτυπάει και ο κόσμος έχει ξαπλώσει στο γρασίδι. Μια μικρή γύρω στα 8 ζωγραφίζει με κιμωλία ένα δέντρο. Είναι το μόνο παιδί που είναι θλιμμένο. Χαμογελάει σπάνια και πολύ σεμνά. Δίπλα με μεγάλα γράμματα έχει γράψει ΜΠΑΟΥΜ στα γερμανικά.

Τρέχω πάλι κάτω στα δέντρα και φωνάζω τον Ναΐμ. Ο Ναΐμ είναι γεμάτος ζωή. Τα μάτια του πετάνε σπίθες και το γέλιο του είναι τρανταχτό κι ας μην έχει μπει καλά καλά στην εφηβεία. Φτάνει κάθιδρος από την μπάλα. «Τηλέφωνο», του λέω. Φωνάζει τον πατέρα του. Ανταλλάσσουμε αριθμούς. Υπόσχομαι πως θα περάσω από το camp. Χαιρετάμε τη Νασσιμ την εθελόντρια που πλέον παίζει μπάλα με τα αγόρια, μικρά και μεγάλα. Η Ι., κάνει κούνια με τα υπόλοιπα μικρά πάνω σε μια τεράστια στρογγυλή πλατφόρμα. Η Μ. με πιάνει αγκαζέ και περπατάμε προς την έξοδο του πάρκου. Λίγο πιο πέρα ανέμελες γερμανίδες λιάζονται στο γρασίδι, παιδιά παίζουν κυνηγητό, γονείς σπρώχνουν καρότσια. Η ρουτίνα του πάρκου. Μια κανονικότητα, δίπλα στις πρόσφατες αναμνήσεις από τουφεκιές και τα πρησμένα πόδια της Αλίμπι. Μια κανονικότητα δίπλα στο θλιμμένο βλέμμα του 8χρονου κοριτσιού. Στο Facebook κάποιος σχολίασε κάτω από τις φωτογραφίες των εθελοντών από το πάρκο : «BEAUTIFUL! Some rare hours of an almost “normal” happy life. What a gift!»

12022322_10153528688976291_738482892_o

Η Μ. της έβαλε ένα χαρτονόμισμα στην τσέπη. For the baby, της είπε. Θενκγιου, αποκρίθηκε και μας κοίταξε με τα μεγάλα της μαύρα εξωτικά μάτια.

Αποχαιρετώντας την Αλίμπι της είπα πως όλα θα πάνε καλά. Όλα θα πανε καλά, γιατί δεν θέλω να ξέρω καμία άλλη εκδοχή. Συγνώμη για όσα περάσατε στις θάλασσες. Συγνώμη για τις κυβερνήσεις τις σκατόψυχες. Φεύγοντας θέλω να αγκαλιάσω αυτές τις οικογένειες και τα παιδιά και να τους πω εγώ ευχαριστώ, ευχαριστώ που ξυπνάτε μέσα μας τον άνθρωπο, που φτάσατε ως εδώ ζωντανοί, που ξεφύγατε από τον πόλεμο, που γελάτε ακόμα, που είστε όρθιοι έστω με πρησμένα και μελανιασμένα πόδια, που δεν φοβόσαστε, που μας δίνετε κουράγιο να αντικρύζουμε τις μέρες που έρχονται. Ευχαριστώ από καρδιάς.




Η δυστοπία ως πλαίσιο διαπραγμάτευσης ενός αποτυχημένου συστήματος

 

Όταν το φθινόπωρο του 2013 άρχισα να βάζω τις σκέψεις μου στη σειρά για τον καπιταλισμό στην Ελλάδα, η δυστοπία που ζούσαμε τότε φαινόταν ως κρατούσα, με την έννοια όχι ακριβώς του αναπόδραστου αλλά του ειλημμένου ως αναπόδραστου. Από τη δική μου πλευρά, η προσπάθεια ήταν μια υπόθεση εργασίας, που μένει βεβαίως να ερευνηθεί περαιτέρω, που λέει ότι η καπιταλιστική πατριαρχία στην Ελλάδα αποτυγχάνει συστηματικά, κάτι που την κάνει κατά καιρούς ιδιαίτερα επιθετική. Χρησιμοποιεί δηλαδή πολύ συγκεκριμένους τρόπους που ιστορικά επιχειρούν να ανακόψουν αντιστάσεις που αναπτύσσονται πολύ πιο εκτεταμένα και πολύ πιο αποτελεσματικά από όσο οποιαδήποτε διαθέσιμη μέχρι στιγμής επαναστατική θεωρία, μπορεί να προβλέψει. Eστίασα ιδιαίτερα στις τελευταίες δεκαετίες αλλά και στα «χρόνια των μνημονίων». Βέβαια, αποτυχία της καπιταλιστικής πατριαρχίας δεν υπάρχει μόνο στην Ελλάδα, αλλά η μελέτη χάριν περιορισμού του αντικειμένου της για την ώρα ασχολείται μόνο με την νότια Βαλκανική.

Στο συνέδριο της Επιστημονικής Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας που έγινε στην Πάτρα τον Γενάρη 2014i, η συζήτηση με βάση τη μελέτη εκείνη αναλώθηκε περισσότερο στο θέμα αν έχει αξία η οικιακή εργασία που είναι ουσιαστικά εργασία των γυναικών κατά βάση. Εκεί είχα εντυπωσιαστεί, γιατί περίμενα ότι η διαφωνία θα ήταν στο αν υπάρχουν αντιστάσεις και πόσο ανθεκτικές είναι. Μεταξύ μας, η τροπή της συζήτησης έδειξε ότι η αντίσταση των γυναικών στην Ελλάδα που μείωσαν δραματικά την οικιακή τους εργασία και επένδυσαν τα πενιχρά προλεταριακά τους μέσα (δηλ. τον εαυτό τους) στην εκπαίδευση προσπαθώντας να αντισταθούν στην κατακόρυφη μείωση της αξίας της εργασίας τους στον σύγχρονο καπιταλισμό, μπορεί να ήταν και ό,τι καλύτερο καταφέραμε (όπως και οι γυναίκες σε άλλες χώρες) για να φτάσει ο καπιταλισμός στο αδιέξοδο που σε μικρογραφία ζούμε εμείς τώρα στην Ελλάδα.

 

dystopia1

Αλλιώς: τα εργατικά χέρια δεν αρκούν για τα κέρδη που απαιτούνται, και ο μόνος τρόπος να πειθαρχήσει η εργατική τάξηii είναι να την βυθίσεις στη φτώχεια, να την πνίξεις στα δακρυγόνα και στο ξύλο αν τυχόν διαμαρτυρηθεί και να την χωρίσεις σε ντόπιους και ξένους, ιδιωτικούς και δημόσιους υπαλλήλους, άντρες και γυναίκες ή «φτωχούς και ρετιρέ», μήπως και προλάβουν να φαγωθούν μεταξύ τους πριν αρχίσουν να σκέφτονται ότι κάποιοι τους αρπάζουν το ψωμί από τα χέρια.

Στην πραγματικότητα όμως οι αντιστάσεις στην Ελλάδα ήταν πολύ βαθύτερες και δομικές, και υπάρχουν από τότε που εμφανίστηκε και ο καπιταλισμός –απλά για λόγους περιορισμού της υπόθεσης εργασίας, ξεκινώ να ξετυλίγω το κουβάρι της ερώτησης από το 1830, αν και καπιταλισμό είχαμε και πριν από το έτος ίδρυσης του ελληνικού κράτους. Με άλλα λόγια, και η αντίσταση των γυναικών εντάσσεται μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο αντιστάσεων και ιστορικών συνθηκών που εκτείνονται από τρόπους παραγωγής μέχρι και διαφορετικές αντιλήψεις για τις έμφυλες διαφορές και από κινήματα μέχρι ιδιότυπες μορφές κοινωνικής οργάνωσης σε κοινότητες που μόνο κατ’ επίφαση ή δια της βίας συμμορφώνονται με τις βασικές παραμέτρους της καπιταλιστικής πατριαρχίας.

Εκείνο λοιπόν που προσπαθώ να κατανοήσω με αυτήν την υπόθεση εργασίας, είναι πώς η κατάσταση που ζούσαμε τόσο το 2013 όταν άρχισα να γράφω τη μελέτη όσο και αυτή που ζούμε τώρα όσο και ό,τι άλλο έρχεται στο μέλλον, αποτελεί επιλογή και τίνων. Και επίσης προσπαθώ να δω πώς διαπλάθονται οι συμμαχίες μέσα σε μια κατάστασης ευθείας επίθεσης εναντίον ενός μη συμμορφούμενου πληθυσμού – και πώς εξασφαλίζει η κυρίαρχη οπτική ότι όσο και να αποτυγχάνει μέσες άκρες το επιβεβλημένο πολιτικο-οικονομικό σύστημα, θα εξακολουθεί να υπάρχει, να αναπαράγεται και να μεταφέρει πλούτο και ισχύ από αυτούς που παράγουν σε αυτούς που εξουσιάζουν.

Εκείνο που δεν μπορούσα να προβλέψω τότε, ούτε και το φθινόπωρο του 2014 που ξαναδούλεψα τη μελέτη για ένα διαδικτυακό συνέδριοiii, ήταν ότι η δυστοπία όχι μόνο θα εμφανιζόταν ως ξεκάθαρη επιλογή ανθρώπων και όχι ως φυσικό φαινόμενο, αλλά και ότι θα επιβαλλόταν ως πλαίσιο διαπραγμάτευσης, δηλαδή ταξικής συλλογικής διαπραγμάτευσης και ανταγωνισμού (ή πάλης, εξαρτάται από ποια πλευρά το βλέπουμε). Η καπιταλιστική πατριαρχία δηλαδή δεν λέει μόνο «εμείς είμαστε οι ισχυροί, εμείς θα επιλέξουμε τί θα γίνει, και θα γίνει ακόμη μεγαλύτερη φτώχεια και καταπίεση». Λέει πλέον και ότι «ακόμη μεγαλύτερη φτώχεια και καταπίεση θα γίνει έτσι κι αλλιώς, γιατί μπορώ να την επιβάλλω και θα την επιβάλλω, και το μόνο που θα επιλέξετε είναι το είδος της φτώχειας και καταπίεσης που θα έχετε, π.χ. αυτό το νόμισμα ή το άλλο νόμισμα, αυτόν τον τρόπο λήψης αποφάσεων ή τον άλλον τρόπο λήψης αποφάσεων με τον όρο να μας αρέσουν οι αποφάσεις, και γενικά αν θέλετε εργάτες κι εργάτριες να διαπραγματευτούμε, ξεχάστε ότι είμαστε ισότιμοι, αυτό δα μας έλειπε».

Το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή αποκαλύπτεται απερίφραστα η αποικιοκρατική δομή του καπιταλισμού στην καρδιά του, δηλαδή μέσα στην Ευρώπη, δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχάσουμε την αποικιοκρατική δομή του εθνικού κράτους, συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού, και το πόσο εύκολα γεωγραφίες και τάξεις συμπλέκονται σε πολυεπίπεδες δομές εκμετάλλευσης που ακόμη και χωρίς την ευρωζώνη θα έπρεπε να εξετάσουμε και να καταγγείλουμε. Η συγκυρία όμως λειτουργεί εξαιρετικά ως προς το εκπαιδευτικό της σκέλος, με την έννοια ότι βλέπουμε το αδιέξοδο του πολιτικο-οικονομικού συστήματος με γυμνό μάτι και με κάποια συναισθηματική απόσταση, γιατί πιο εύκολα κατανοείς τα λεγόμενα και πραττόμενα ενός καπιταλιστή στην άλλη άκρη της Ευρώπης σε σχέση με ό,τι λέει και κάνει ο καπιταλιστής της γειτονιάς ή της πόλης σου.

Εκπλήσσει επομένως ότι ο ισχυρός σε αυτήν την περίπτωση θέτει ως πλαίσιο της διαπραγμάτευσης το αποτέλεσμα που επιθυμεί αυτός να έχει η διαπραγμάτευση. Αυτό είναι μια πολύ έξυπνη στρατηγική διαπραγμάτευσης, δηλαδή η χρήση πρωθύστερου λόγου, η περιγραφή της επιθυμίας ως παρούσας κατάστασης, η κατασκευή του μέλλοντος τώρα αμέσως ώστε να εξασφαλιστεί ότι το μέλλον θα είναι όμοιο με το τώρα. Μάλιστα, αν ο μη γένοιτο η διαπραγμάτευση πετύχει από την πλευρά του ισχυρού, το μέλλον όντως θα είναι όμοιο με το τώρα, αφού το τώρα έχει γίνει αντιληπτό ως αναπόδραστη δυστοπία και το μέλλον θα είναι απλώς η διαχείριση αυτής της δυστοπίας και τίποτε άλλο. Θα είναι η εμπειρική πραγματικότητα που θα επιβεβαιώνει τον λόγο που την έφτιαξε και θα καθιστά αδύνατη ή μάλλον, αδιανόητη μια αντίσταση.

Αυτή η περιγραφή της επιθυμίας του ισχυρού ως παρούσας κατάστασης είναι κλασσικό γνώρισμα της πατριαρχίας – η τρομοκράτηση των πατριαρχουμένων (και δεν είναι μόνο οι γυναίκες πατριαρχούμενες). Η χρήση αυτο-εκπληρούμενων προφητειών για την υποταγή στην πατριαρχική ιεραρχία είναι μια τεχνική τόσο παλιά και τόσο αποτελεσματική που ο καπιταλισμός τώρα μάλλον τη μαθαίνει. Ο ίδιος ως σύστημα παραείναι άγαρμπος και καταστροφικός, χρησιμοποιώντας τόση άμεση βία που δεν κατάφερε ποτέ να μην έχει σοβαρά αντίπαλα δέη, από τον Ρομπέν των Δασών μέχρι τις πρόσφατες προσπάθειες για λαϊκές δημοκρατίες στο Ντονμπάς.

Τι σημαίνει όλο αυτό; Στη μελέτη μου είχα επισημάνει τακτικές ταξικού πολέμου από την χρήση των σωμάτων των φτωχών γυναικών (που διαπομπεύτηκαν επειδή ήταν ασθενείς, φτωχές και γυναίκες, άρα αμέσως αμέσως το κράτος χωρίς δίκη τις τιμώρησε σαν να είναι εγκληματίες) μέχρι την κατασκευή της απόλυτης εργατικής τάξης με τα σώματα των ανθρώπων που επειδή δεν είναι ευρωπαίοι πολίτες, βρίσκονται κλεισμένοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή σε καθεστώς δουλείας για να μην βρεθούν στα στρατόπεδα. Μάλιστα ήταν σαφές από το 2013 ότι εθνικές ρητορικές και πατριαρχικές ιδέες θα αναπαράγονται και θα ενισχύονται στην προσπάθεια του συστήματος όπου ζούμε να επιβιώσει εξουδετερώνοντας τις αντιστάσεις μας.

Να σημειώσουμε εδώ ότι η καπιταλιστική πατριαρχία έχει πολλά ποδάρια, πράγμα που σημαίνει ότι αν δει τα σκούρα ως καπιταλιστική, θα πετάξει το παλιό της ρούχο και θα βρει κάτι άλλο να επιβιώσει ως πατριαρχία πάλι. Δεν δίστασε να ξεμπερδέψει με το κατά τα άλλα εξαιρετικά βολικό γι’ αυτήν δουλοκτητικό σύστημα ή με την φεουδαρχία (που στο κάτω κάτω είχε καταστήσει κάθε τοπικό εξουσιαστή βασιλιά κι αφέντη), αρκεί να επιβιώσει ή να βελτιωθεί. Την έχω ικανή την πατριαρχία λοιπόν να γίνει κάτι άλλο και πολύ γρήγορα μάλιστα αν χρειαστεί, αφήνοντάς μας να νομίζουμε ότι ο καπιταλισμός πνέει τα λοίσθια ενώ ουσιαστικά βασικοί θεσμοί του (που είναι οι ίδιοι με αυτούς της πατριαρχίας) θα εξακολουθούν να υπάρχουν και να ενισχύονται – μην εκπλαγείτε αν τη δείτε να φορά και το τσίτι της εναλλακτικής, έστω προσωρινά, μέχρι να εξασφαλίσει την αναπαραγωγή της.

 

dyst3

Εκείνο που δεν μπορούσα να διακρίνω λοιπόν ούτε πριν μερικούς μήνες ήταν ότι αυτή τη φορά, η δυστοπία θα παρουσιαστεί ως αναπόφευκτη ό,τι και να επιλέξει κανείς. Η περασμένη εβδομάδα βέβαια απέδειξε ότι και αυτό το επιχείρημα δεν είναι τόσο επιτυχές για να πει κανείς «ναι βρε καπιταλιστική μου πατριαρχία, κάνε ό,τι θες, αφού δεν σωζόμαστε με τίποτε». Είναι όμως το επιχείρημα που αυτή τη στιγμή θα χρησιμοποιηθεί από πολλές πλευρές –γιατί είπαμε, όχι μόνο έχει πολλά ποδάρια αλλά έχει και εκπροσώπους σε διάφορα επίπεδα, όχι μόνο στο διεθνές.

Κατά κάποιον τρόπο, πρόκειται για μια αναβάθμιση του αξιώματος ΤΙΝΑ (There is no alternative – Δεν υπάρχει εναλλακτική). Ή μπορεί να είναι και υποβάθμιση και εκφυλισμός του αξιώματος, αν το δούμε λίγο από την πλευρά της αντικαπιταλιστικής αντίστασης. Όταν εμφανίστηκε το ΤΙΝΑ, συνοδευόταν από επιστημονικοφανή επιχειρήματα για ανάπτυξη, λιγότερο κράτος και αποτελεσματικότερη και παραγωγικότερη εργασία και τον ενθουσιασμό για τις νέες ψηφιακές τεχνολογίες που θα μείωναν το κόστος εργασίας, θα επέτρεπαν πιο φιλικές στον εργαζόμενο συνθήκες παραγωγής κλπ.. Μετά από τρεις τουλάχιστον δεκαετίες εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων δογμάτων και αντίστοιχων αντιστάσεων από τα κάτω (άλλες οργανωμένες, άλλες ανοργάνωτες, αλλά εξαιρετικά ανθεκτικές σε βάθος χρόνου), η γοητεία του ΤΙΝΑ έχει ξεπέσει σε μια ρητορική που θυμίζει πάρα πολύ τα χυδαία επιχειρήματα των Αθηναίων όταν απαιτούσαν από τους Μήλιους να παραδοθούν. Θα μου πείτε, και οι Αθηναίοι τελικά νίκησαν του Μήλιους. Τους νίκησαν, αλλά η Αθηναϊκή δημοκρατία διαλύθηκε λίγο μετά, γιατί αν χρειάζεσαι μια γενοκτονία για να επιβληθείς, δεν έχεις και πολλά ψωμιά ακόμη.

Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι τόσο το νεοφιλελεύθερο δόγμα όσο και το πολιτικο-οικονομικό σύστημα που αυτό προσπαθεί να διασώσει, ξέρουν κάτι που δεν ξέρουμε: το πιο πιθανό είναι ότι αφ’ενός οι αντιστάσεις από τα κάτω, από τους ανθρώπους δηλαδή και τις κοινωνίες τους ήταν πολύ πιο επιτυχημένες από όσο νομίζαμε, αφ’ετέρου ότι η καπιταλιστική πατριαρχία όπως την ξέρουμε δεν θα αντέξει για πολύ ακόμη. Ο ιστορικός χρόνος βέβαια έχει τη δική του λογική, το πολύ και το λίγο μπορεί να ανάγεται σε έναν αιώνα ή και παραπάνω. Αλλά εδώ μιλάμε για ένα σύστημα που συμπληρώνει αρκετούς αιώνες ζωής ήδη και η συλλογή του από αποτυχίες δεν είναι καθόλου μικρή.

Οπότε δύο είναι τα σημαντικά που μας μένουν σε αυτό το σημείο: πρώτον, το πλαίσιο της ταξικής πάλης δεν μπορεί να ορίζεται από το δυστοπικό φαντασιακό της καπιταλιστικής πατριαρχίας. Αν αυτό θέλει η καπιταλιστική πατριαρχία, θα το προσπαθήσει με κάθε κόστος, αλλά θα είναι μια επιλογή των κοινωνικών ομάδων που ωφελούνται ή θα νομίζουν ότι ωφελούνται από τη δυστοπία και όχι μια αναπόφευκτη κατάσταση για όλους και όλες μας που εμείς απλά θα υποστούμε. Αν δεχτούμε το επιχείρημα που μας λένε συνέχεια ότι η δυστοπία είναι αναπόφευκτη, μόνο τότε είναι.

Δεύτερον, ποιά ωφέλεια μπορεί να έχει ή να νομίζει ότι θα έχει μια κάποια κοινωνική ομάδα από τη συνέχιση της καπιταλιστικής πατριαρχίας και της δυστοπικής της εμμονής, είναι το καίριο σημείο αντίστασης και δυστυχώς αφού μιλάμε για πατριαρχία, είναι σε κάθε τομέα της ζωής μας. Ένα παράδειγμα που έχουμε δει ιστορικά σε πολλές περιπτώσεις είναι η πατριαρχική δόμηση των κινημάτων όσο αυτά εξελίσσονται και εμφανίζουν αντοχές στο χρόνο. Η επιδείνωση της θέσης των γυναικών μέσα σε αυτά και η συγκρότηση ιεραρχιών που θεωρούν τον εαυτό τους πιο σημαντικό από τους ανθρώπους που τάχα υπηρετούν, η ανάδειξη προτύπων «επαναστάτη» που αναπαράγουν πατριαρχικές αρρενωπότητες σε βάρος ανδρών και γυναικών, η υιοθέτηση κινηματικής θεματολογίας που δίνει προτεραιότητα στον ίδιο ανθρωπότυπο με το κυρίαρχο σύστημα (άνδρας, ετεροφυλόφιλος, λευκός-ευρωπαίος, μέσο ή μικρο-αστικής κοινωνικής θέσης, με πρόσβαση σε αστική εκπαίδευση), καταλήγει πάντα, όχι μόνο στην Ελλάδα, όχι μόνο σήμερα, στην εσωτερική διάλυση των κινημάτων. Ή ακόμη χειρότερα: στην επιβεβαίωση που τόσο πολύ ποθεί η καπιταλιστική πατριαρχία ότι «δεν αλλάζει τίποτε, όλοι είναι ίδιοι».

Με άλλα λόγια, όχι μόνο δεν μας βοηθά το να δεχτούμε την δυστοπία ως πλαίσιο διαπραγμάτευσης αλλά είναι καταστροφικό και να την δημιουργούμε και εμείς οι ίδιοι-ες μέσα στις αντιστάσεις μας που είναι ο μόνος χώρος και χρόνος που έχουμε για να ζούμε τη μη δυστοπία, να ζούμε σαν άνθρωποι. Αυτά τα δυο πάνε μαζί λοιπόν – και προφανώς πιο πολύ με ανησυχεί το δεύτερο ζήτημα παρά το πρώτο. Κυρίως γιατί χωρίς το δεύτερο, το πρώτο απλά δεν έχει πού να σταθεί.

– – – – – – –

i Την παρουσίαση (στα ελληνικά) μπορείτε να βρείτε εδώ: http://tinyurl.com/pmbnkyr
ii Εργατική τάξη: όρος που συνεκδοχικά χρησιμοποιώ εδώ για όποιον και όποια παράγει με την εργασία των χεριών και του μυαλού του/της χωρίς να έχει πρόσβαση σε κεφάλαιο ως μέσο παραγωγής.
iii Τη μελέτη (στα αγγλικά) μπορείτε να βρείτε εδώ: http://tinyurl.com/owzr77e



η φούσκα, το νόημα και η ρωγμή

 

Αν ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες, τον πολύ πρόσφατο Δεκέμβριο του 2014, βρέθηκα στην ‘κόλαση’ των Βρυξελλών για μία εβδομάδα, στο πλαίσιο εκπαιδευτικής αποστολής ενός μεταπτυχιακού προγράμματος. Όλη η ομάδα καλεσμένη του τμήματος «Συνεργασίας και Ανάπτυξης» της Κομισιόν. Το τμήμα αυτό έχει υπό την αιγίδα του όλα τα προγράμματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Κομισιόν, εντός και εκτός Ευρώπης. Οι μέρες κυλούσαν βαρετά με παρουσιάσεις των υπαλλήλων του τμήματος, να πασχίζουν να χωρέσουν σε διαγράμματα και στατιστικούς πίνακες το όραμα της Κομισιόν για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρώπη και στον κόσμο. Συνεχώς παρών στην αίθουσα ήταν ο επικεφαλής του τμήματος, ο Πατρίς (Patrice το όνομά του), ένας καλοστεκούμενος, Γάλλος 50άρης με ένα σκοπό ζωής: να μην αφήσει ανενόχλητη θηλυκή γάτα σε ακτίνα βολής. Αυτή η σεξιστική ύπαρξη, μιλούσε σε πρώτο ενικό για τα προγράμματα που τρέχουν οι 139 αντιπροσωπίες της ΕΕ σε όλο τον κόσμο. Ναι σε πρώτο ενικό. Έκλεισα αυτή τη συμφωνία, διαπραγματεύτηκα αυτό το ζήτημα, είχα αυτή τη θέση, ενέκρινα εκείνη τη χρηματοδότηση, δε δέχτηκα αυτό το επιχείρημα. Ο Πατρίς όλα και πάνω απ’ όλα η ευρωπαϊκή πατρίς. Και άμα έλαχε διέκοπτε το λόγο του, για να κλείσει το μάτι από μακριά και να φωνάξει κοντά του, για να σταυροφιλήσει, οποιαδήποτε γυναίκα εργαζόμενη-υφιστάμενή του έμπαινε στην αίθουσα και πληρούσε συγκεκριμένα εμφανισιακά κριτήρια. Η σκέψη και μόνο να βρεθείς με τον Πατρίς πίσω από κλειστές πόρτες έφερνε κύματα αηδίας.

Μετά τις αδικαιολόγητα μακριές και αδιάφορες μέρες, τα βράδια, για να μας διασκεδάσει αλλά και για να μας δώσει τη δυνατότητα να «δικτυωθούμε» το τμήμα «Συνεργασίας και Ανάπτυξης» και ο Πατρίς, μας κανόνιζαν networking drinks. Ποτά και φαΐ πληρωμένα σε στιλάτα μπαρ των Βρυξελλών. Πληρώνει η Ευρώπη τη διασκέδασή σας, χαλαρώστε, πείτε τα μεταξύ σας, κάντε δίκτυα, γλύψτε όποιον υπάρχει περίπτωση να σας φανεί χρήσιμος, προκαλέστε την προσοχή του όπως μπορείτε για μια πρακτική των 700€, ελάτε πιο κοντά μου επιτέλους νεαρές φοιτήτριες. Κερνάει η Ευρώπη. Κι ο Πατρίς.

Οι Βρυξέλλες, η eurobubble όπως την αποκαλούν, είναι μια πόλη στημένη πάνω στην ασύλληπτη γραφειοκρατία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι μια καφκική φούσκα. Μια πόλη όπου κινούμενα κουστούμια ζουν και αναπνέουν σε ώρες γραφείου και σε after drinks. Έχεις την αίσθηση πως σ’ αυτή την πόλη, οι ιδέες πεθαίνουν την ώρα που γεννιούνται. Απέραντη χαρτούρα γύρω γύρω και κάτω, εντολές και αποφάσεις από ψηλά. Μια τρομακτική δύναμη, σχεδόν πάνω σε κάθε τομέα της ζωής των ευρωπαίων πολιτών, συγκεντρωμένη στα χέρια υπαλλήλων.Υπαλλήλων ενός σκόπιμα δαιδαλώδους συστήματος. Υπαλλήλων που δεν κάνουν άλλο παρά να τηρούν εντολές. Εντολές προϊσταμένων σαν τον Πατρίς, που μιλούν σε πρώτο ενικό για τις συμφωνίες που κλείνουν με ευρωπαϊκά λεφτά. Προϊσταμένων που δεν ξέρουν τι θα πει λογοδοσία, μεθυσμένων και εθισμένων στην απόλυτη εξουσία που πηγάζει από που αλήθεια; Η Κομισιόν, η ευρωπαϊκή μας κυβέρνηση, είναι ένα όργανο το οποίο δεν έχει πουθενά και σε κανένα σημείο του δημοκρατική νομιμοποίηση. Κανένα στέλεχός της δεν είναι εκλεγμένο. Η Κομισιόν διαχειρίζεται υπέρογκα ποσά χρημάτων, τα κατευθύνει κατά το δοκούν και όσο ψηλά κι αν ψάξεις, ευθύνη προσωπική δεν υπάρχει. Τόσο απλά. Κάπου, κάπως, κάποτε όλα καταλήγουν σε κάποια οδηγία, ασχέτως αν πηγάζουν από τα χιλιάδες λόμπυ που εργάζονται νύχτα και μέρα στη ευρωφούσκα. Γραφειοκρατική μοναρχία, θα χαρακτήριζα με επιείκεια το σημερινό ευρωπαϊκό πολιτικό σχήμα. Η συμμετοχή των πολιτών στην Ευρωπαϊκό oικοδόμημα εξαντλείται στην εκλογή των ευρωβουλευτών. Και δε νομίζω ότι χρειάζεται να εξηγήσουμε πόση είναι η επιρροή του Ευρωκοινοβουλίου στην επιλογή πολιτικής κατεύθυνσης της Ένωσης.

Ένα ακόμη τελευταίο περιστατικό από τη δυστοπία της ευρωφούσκας. Η τελευταία ημέρα του ταξιδιού, συνέπιπτε με μια ‘στρογγυλή τράπεζα’ που διοργανωνόταν εκεί για τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την υπογραφή της Συνθήκης κατά των Βασανιστηρίων του ΟΗΕ. Σκοπός ήταν η αποτίμηση της συμβολής της συνθήκης στην εξάλειψη των βασανιστηρίων και της αποτελεσματικότητας της επιτροπής που ελέγχει την εφαρμογή της παγκοσμίως. Συμμετείχαν εκπρόσωποι του ΟΗΕ και διαφόρων ΜΚΟ από την Ευρώπη στη συζήτηση. Είχα ένα στυλό και ένα μπλοκάκι στο χέρι. Μετά από 3 ώρες διαδοχικών ομιλιών και παρουσιάσεων, δεν είχα κρατήσει ούτε μία σημείωση. Δεν ειπώθηκε ούτε μία κουβέντα που θα έπαιρνε κάποιος μαζί του βγαίνοντας από αυτή την αίθουσα. Υποτίθεται δε ότι περαιτέρω συμπεράσματα θα συζητούνταν στα πηγαδάκια μετά το τέλος της εκδήλωσης, με συνοδεία ποτών και μπουφέ. Εκνευρισμένη για τον χαμένο χρόνο μου, οργισμένη για το μεγάλο τίποτα που πουλιέται ως απόλυτο κάτι και νιώθωντας απολύτως εκτός τόπου και χρόνου από αυτό το σκηνικό, ακολούθησα τον κόσμο στα ποτά που κερνούσε ξανά μεγαλόθυμα η Κομισιόν. Όταν είδα την αίθουσα όπου είχε στηθεί ο μπουφές, κατάλαβα ότι ο Ιονέσκο και ο Μπέκετ μάλλον δουλεύουν στο τμήμα διοργάνωσης εκδηλώσεων της Κομισιόν. Μια πολυτελής αίθουσα στον τελευταίο όροφο κτιρίου ευρισκόμενου σε πλούσια γειτονιά των Βρυξελλών, όλο τζαμαρία γύρω γύρω για να χαζεύεις τα φώτα της πόλης, ενώ οι εργαζόμενοι του κέιτερινγκ τρέχουν συνεχώς με τους γεμάτους δίσκους ανάμεσα στον κόσμο, μπας και κουραστεί κανείς να πάει μέχρι τον μπουφέ. Η λεπτομέρεια που έκρυβε το διάβολο: όλοι οι εργαζόμενοι ήταν νεαροί μαύροι, κοπέλες και αγόρια, ντυμένοι με ποδιές, ξέρετε, αυτές του υπηρετικού προσωπικού των ταινιών. Ιδανικό σκηνικό δηλαδή για να κουβεντιάσει κανείς τα βασανιστήρια. Ένιωσα αηδία για την Ευρώπη και ντροπή για τον εαυτό μου. Ανακαλώ και τα δύο συναισθήματα όποτε θυμάμαι το σκηνικό.

Αναρωτιέμαι εδώ και μέρες, πόσα γνωρίζουν για τη λειτουργία του ευρωπαϊκού συστήματος όσοι σκίζουν τα ιμάτιά τους, ουρλιάζουν και κλαίνε προκειμένου να παραμείνουν τμήμα του; Ποιόν τιμούν και ποιον εκφράζουν αυτές οι πρακτικές διακυβέρνησης και μη-εκπροσώπησης; Αυτοί που λένε ότι η Ευρώπη είναι το σπίτι τους, μεγάλωσαν άραγε στο σπιτάκι του σκύλου στην αυλή του πατρικού τους, γιατί εκεί μένουν οι λαοί της Ευρώπης και έτσι τους συμπεριφέρεται η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση. Ευρώπη δεν είναι 18 υπουργοί οικονομικών, μια Κομισιόν και ένα νόμισμα.

Η Ευρώπη που γνώρισα εγώ είναι μια αναρχική αφίσα στα ελληνικά σε στέκι στη Μπολόνια, μια άλλη σε κατάληψη στην Πάντοβα, ένα αντιφά αυτοκόλλητο στο αυτόνομο στέκι της Βενετίας και ένα άλλο στο καρτιέ λατίν. Ένα σύνθημα αλληλεγγύης στο παριζιάνικο μετρό το Δεκέμβρη του ’08 και ένα άλλο στους τσίγκους μισογκρεμισμένου σπιτιού στην Αλφάμα της Λισσαβώνας, με το όνομα του Αλέξη. Μια κινηματική μπροσούρα στα ελληνικά σε κατάληψη της Βαρκελώνης και ένα πανό συμπαράστασης σε βενετσιάνικη γέφυρα. Μια κατάληψη στο Βερολίνο που μένουν Έλληνες. Ένας Έλληνας σε αντιφασιστική πορεία στο Μιλάνο. Ένας Ιταλός στην εξέγερση του Δεκέμβρη. Είναι οι Βρετανοί που μεταφέρουν θαλασσοπνιγμένους πρόσφυγες με τα αυτοκινητά τους από τον Μόλυβο στη Μυτιλήνη και οι Ιταλοί σύντροφοι που ρωτάνε με θαυμασμό και απορία για τη μαχητικότητα του Ελλήνων αναρχικών. Ευρώπη είναι τα κινήματα και τα δίκτυα αλληλεγγύης. Ευρώπη είναι και οι άνθρωποι που μοιράζονται τα ίδια ιδανικά. Ευρώπη είναι οι άνθρωποι.

foto: mattcampbel

foto: mattcampbel

 

Η απόδοση νοήματος σε μία πράξη, και δη πολιτική, δεν είναι μοναχά έργο του ενεργούντος. Η μετάφραση γίνεται στο κεφάλι του δέκτη, αφού συγκεραστεί με τις προσλαμβάνουσες του τελευταίου. Δεν είναι άραγε η πολιτική μια μορφή τέχνης;

Η πρόθεση και ο σκοπός που είχε ο Τσίπρας όταν ανακοίνωσε το δημοψήφισμα, εφτά μέρες αργότερα, δεν έχει πια καμία σημασία και κανείς δεν την ερευνά. Για κανενός την απόφαση δεν είναι πλέον κρίσιμος παράγοντας. Ούτε κανείς διερωτάται πια τι σημαίνει ‘τονάζ’ και ‘ρήτρα μηδενικού ελλείμματος’. Γιατί ποτέ το διακύβευμα δεν ήταν τεχνικό, ας μη γελιόμαστε. Το πράγμα πήρε το δρόμο του και όλοι οι παίχτες πια το κυνηγάνε από πίσω. Οι άνθρωποι άρχισαν να κουβεντιάζουν, να επιχειρηματολογούν δημόσια για τα ναι και τα όχι τους. Αυτή είναι η μεγαλύτερη συμβολή αυτού του δημοψηφίσματος. Οι πολίτες εκπαιδεύονται να γίνονται πολίτες, δεν γεννιούνται έτοιμοι. Και όπως ήταν αναμενόμενο μια μάχη νοηματοδότησης ξεκίνησε άμεσα. Όχι απλά γιατί είναι πολυσύνθετο το ερώτημα. Όποιο και να ήταν το ερώτημα, η νοηματοδότησή του θα ήταν ξανά μια μάχη. Αντιδραστικά αντανακλαστικά βγήκαν στην επιφάνεια. Υποκριτικές ευαισθησίες, κοινωνικές και συνταγματικές, ξύπνησαν όψιμα. Γνώρισαν το Σύνταγμα όσοι το έβλεπαν μόνο στην τιβί. Οι ταξικές μας διαφορές παρέλασαν στα μάρμαρα της πλατείας και οι εργοδότες βρήκαν την ευκαιρία για λίγη ακόμη κατάχρηση διευθυντικού δικαιώματος και τοκοφορία κεφαλαίων. Δεν προλαβαίνουμε να μαζεύουμε τον πανικό των ‘βόηθα με φτωχέ να μη σου μοιάσω’. Πώς όμως να τους βοηθήσεις αφού σαν φτωχός είσαι καταδικασμένος να κάνεις λάθος σε αυτή την κρίσιμη στιγμή; Ας μας πει η καθηγήτρια.

Και συμφωνώ ότι ούτε αυτό, ούτε κανένα δημοψήφισμα εντός αστικής δημοκρατίας δεν είναι γνήσια έκφραση της λαϊκής βούλησης. Δεν αποτελεί διαδικασία ‘από τα κάτω’. Τα ερωτήματα είναι πάντα διατυπωμένα κυριαρχικά και οι απαντήσεις θα χρησιμοποιηθούν αναλόγως προς τους σκοπούς κάθε πλευράς. Δεν χωρούν εδώ αυταπάτες. Και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, περνάει για την ώρα χαμηλά κάτω από τον πήχυ που η ίδια έθεσε. Ούτε ο λόγος ο εθνικοπατριωτικός με αγγίζει. Είναι σαφές το ακροατήριο στο οποίο απευθύνεται. Και είναι σαφές και το γιατί. Όποιος ζει σε αυτή την κοινωνία και έχει λερώσει τα χέρια του με την πραγματικότητα καταλαβαίνει. Και η κριτική εξ αριστερών είναι πάντα πολύ γόνιμη.

Αυτό όμως που δεν καταπίνεται, αυτό που σε κάνει να αναβαίνεις στα κάγκελα με το μαχαίρι στα δόντια είναι η λύσσα με την οποία υποστηρίζουν το ναι όλοι οι βραχίονες του σκληρού κεφαλαίου, τα ΜΜΕ της δημοσιογραφικής ντροπής και οι χτεσινοί υπηρέτες πολλών αφεντάδων. Οι μαριονέτες των Βρυξελλών που απαιτούν κυβερνητική αλλαγή ή έστω πραξικόπημα. Πυρ ομαδόν από το Κεφάλαιο. Όσο για τους μικρομεσοαστούς, οι πιο πολλοί από φόβο, άλλοι από άγνοια, άλλοι από ημιμάθεια, άλλοι από γνήσιο ατομικισμό θέλουν διατήρηση του status quo, πληρωμένη με αίμα των από κάτω. Χωρίς να υπολογίζουν ότι στο αύριο που ετοιμάζεται, μ’ ένα χρέος συνεχώς αυξανόμενο, οι ματωμένοι από κάτω θα πολλαπλασιάζονται μέρα με την ημέρα και η μέρα της δικής τους θυσίας δε θα είναι μακριά. Οι πιο ξεδιάντροποι από δαύτους, κάνανε τον ελιτισμό σημαία και τον κουνάνε με τιμή. Τουλάχιστον αυτό είναι μια ιδεολογία.

Για αυτή την εβδομάδα, λοιπόν, που μιλήσαμε επιτέλους πολιτικά για τους φόβους και τους μη φόβους μας, που διαλέξαμε στρατόπεδο και περάσαμε ώρες μπροστά σε οθόνες παρακολουθώντας αυτό τον ορυμαγδό πληροφορίας και σιχτιρίζοντας, που σβήσαμε ‘φίλους’ ή περάσαμε ώρες συζητώντας σε μαζώξεις, στα τσατ και στα τηλέφωνα μαζί τους, που ανακαλύψαμε την Ευρώπη ως άλλοι Κολόμβοι, υπάρχει κάτι που κερδήθηκε. Μετρήσαμε αναστήματα. Κι ο άνθρωπος ψηλώνει με τα ΟΧΙ.

Update μετά τη χτεσινή αποκαλυπτική νύχτα στο Σύνταγμα.

Αυτή η ρωγμή που δημιουργείται στο χρόνο όταν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συναντιούνται στο δρόμο, δεν είναι μόνο μια ανάμνηση που θα μας ακολουθεί για πάντα. Πρέπει να είναι η βάση πάνω στην οποία κουβεντιάζουμε το αύριο. Το αύριο που είναι μόνο δύσκολο σε μια Ευρώπη που λειτουργεί με την αρχή ‘όποιο κεφάλι σηκώνεται, κόβεται’. Ο Τσίπρας, εκούσια ή ακούσια άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο δρόμο ο κόσμος της εργασίας. Και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ‘στο δρόμο χτίζονται οι συνειδήσεις’. Υποθέτοντας βάσιμα ότι όσοι κατέκλυσαν το Σύνταγμα χτες βράδυ, δεν έχουν πια ή δεν νοιάζονται πια κυρίως για τα λεφτά, μήπως χάνουν σιγά σιγά τις αλυσίδες τους; Οργάνωση κι αλληλεγγύη απ’ όλες τις μπάντες για να μην κλείσει η ρωγμή με ‘μας απ’ έξω. Και ποτέ να μην ξεχνάμε ότι απέναντί μας υπάρχει πάντα αυτό https://www.youtube.com/watch?v=qhmoE2F11Nw




Η Πρωτομαγιά των Σπουδαίων

φωτο καισ

 

Υπάρχει ένα λεύκωμα στη βιβλιοθήκη που αγοράστηκε πριν αρκετά χρόνια. Σπάνιο και σπουδαίο μου το χαρακτήρισε ο ηλικιωμένος κύριος που στέκονταν στο τραπεζάκι όπου βρίσκονταν τακτοποιημένα κάποια λίγα αντίτυπα. Δεν πέρασε ημέρα έκτοτε που να μη σκέφτομαι πόσο δίκιο είχε, δεν πέρασε ημέρα που να μην πιάνω τον εαυτό μου να καρφώνει το βλέμμα στη θέση που του ανήκει στη βιβλιοθήκη, ενίοτε να το αγγίζω αφηρημένα, κάποιες φορές να αισθάνομαι λίγη και ανάξια για να το ξεφυλλίσω και όταν τελικά το ανοίγω, να με συγκινεί με τέτοιο απόλυτο τρόπο ώστε να αναλογίζομαι ότι το πολυτιμότερο υλικό μου απόκτημα είναι αυτό, ένα λιτό και περιποιημένο λεύκωμα με τίτλο Εθνική Αντίσταση 1941-1944 «Γράμματα και μηνύματα εκτελεσμένων πατριωτών», Αθήνα 1974.

Η Πρωτομαγιά του 1944 έμελλε να προσθέσει υλικό σε αυτή τη παρακαταθήκη πόνου, αγωνίας αλλά κυρίως περηφάνιας, προτροπής και αγωνιστικότητας αφού σε όλα τα πεταμένα χαρτάκια μελλοθανάτων πριν τις διάφορες εκτελέσεις από τα κατοχικά στρατεύματα ανακαλύπτεις το μεγαλείο της ζωής και της παρηγοριάς.

Οι εξορισμένοι από τον Ι. Μεταξά κομμουνιστές στην Ακροναυπλία είχαν ήδη παραδοθεί στα ναζιστικά στρατεύματα και βρίσκονταν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, όταν το πρωινό της 1ης Μαΐου βρήκε 200 από αυτούς να ακούν το όνομά τους και να οδεύουν προς εκτέλεση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, ως αντίποινα για τη δολοφονία ενός Γερμανού στρατηγού και τριών συνοδών του στους Μολάους Λακωνίας (λίγες ημέρες πριν η απόφαση ανακοινώθηκε σε κατοχική εφημερίδα: «…Την 27.4.44 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν στρατηγόν και τρεις συνοδούς του (…) Ως αντίποινα θα εκτελεστούν: 1) Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944. 2) Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην…»).

Το βράδυ πριν την εκφώνηση των καταλόγων των μελλοθανάτων ακούγονταν μόνο τραγούδια και χοροί. Το πρωινό κατά την εκφώνηση των ονομάτων, οι μελλοθάνατοι έβγαιναν μπροστά με υψωμένη τη γροθιά. Έτσι στοιβαγμένοι όπως μεταφέρθηκαν στον τόπο θυσίας, τα μικρά σημειώματα έφευγαν πίσω τους.

«Κόρη μου, Καίτη Πόλκου, μένει Κλειούς 22, Θεσσαλονίκη, να γίνει δασκάλα. Ο πατέρας της»

«Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για την λευτεριά παρά να ζει σκλάβος»

«Πρωτομαγιά, γεια σας όλοι, πάμε στη μάχη»

«Δεν σας ξέχασα ποτές. Για σας και για τον ελληνικό λαό έδωσα τη ζωή μου. Σήμερα, 1η Μάη 1944 σας φιλώ για τελευταία φορά»

«Χαίρετε φίλοι. Εκδίκηση. Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε μάνα»

«Η τελευταία σκέψη μαζί σου. Θα ήθελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Να βρεις σύντροφο άξιό σου και άξιο μου»

«Ο θάνατος μου δεν θα πρέπει να σας λυπήσει αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για τη μάχη»

Πολλές Πρωτομαγιές έχει τύχει να σκεφτώ τον κόσμο που οραματίζονταν αυτοί οι άνθρωποι βαδίζοντας προς το θάνατο και κάθε φορά μετράω τις αποκλίσεις και τις κινήσεις πίσω ολοταχώς. Όπως σήμερα, με τους δρόμους στις γειτονιές της πόλης να είναι άδειοι, όχι για τον λόγο ότι οι κάτοικοι βρίσκονταν στον εορτασμό του νοήματος της Πρωτομαγιάς αλλά γιατί η 1η Μάη ήταν Παρασκευή και έφτιαχνε ένα θαυμάσιο τριήμερο εξορμήσεων και δεν τρέχει και τίποτα…




Οι Ουαλίντ στις κοινωνίες των βασανιστηρίων

 

taksi

Η εξέλιξη της δίκης των βασανιστών του αιγύπτιου εργάτη Ουαλίντ Τάλεμπ, μια θεσμική διαδικασία που υποβάλλει εκ νέου σε βασανιστήριο έναν κατά τα άλλα πολύ δυνατό και ανθεκτικό άνθρωπο, μετανάστη εργάτη, περιέχει κάποιες, όχι καινούριες αλλά ισχυρές περιγραφές για τη δομή της νεοελληνικής κοινωνίας, για τον τρόπο που οργανώνονται οι οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις και για τις ταχύτητες που αναπτύσσονται σ’ ένα κράτος που διαχειρίζεται τις επιταγές του νεοφιλελεύθερου συστήματος τα τελευταία χρόνια.

Στην αίθουσα του Εφετείου Πειραιά, ο συνήγορος υπεράσπισης του Σγούρδα και υιού, του Ζαχαριάδη και του Zoto, πραγματοποίησε μια χυδαία όπως αρκετοί χαρακτήρισαν την εξέταση του αιγύπτιου. Προσωπικά επειδή δεν έχω καλή επαφή με τη συγκεκριμένη λέξη και τη νοηματοδότησή της (με «ξενίζει» και δεν μπορώ να την αντιστοιχίσω σε συγκεκριμένα συναισθήματα), θεωρώ ότι ο συνήγορος υπεράσπισης εκμεταλλεύτηκε τον εργαλειακό του ρόλο στο πλαίσιο μιας αστικής δίκης. Πρόκειται για έναν ρόλο εγγενώς εξουσιαστικό, για μια θέση που εμπεριέχει λιγότερους κινδύνους απ’ όσους βρίσκονται στο σκαμνί, για μια προνομιακή θέση ειδήμονα-ειδικού που είτε υπερασπίζεται το τεκμήριο της αθωότητας είτε το μάχεται: ενώπιον ενός προεδρείου, τμήματος που αναφέρεται σ’ έναν συγκεκριμένο εθνικό και κρατικό μηχανισμό.

Υπό αυτήν την έννοια, αυτός ο συνήγορος, άσχετα αν είχε επιλέξει τη συγκεκριμένη επιθετική στρατηγική εναντίον του Ουαλίντ (έφτασε στο σημείο να τον αποκαλέσει κατηγορούμενο), κινήθηκε μέσα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του ρόλου του. Στη διακοπή μάλιστα, σε αντιδικία με αλληλέγγυους, είπε ως άλλος Άιχμαν «ρε παιδιά, μην κάνετε έτσι, αν δεν ήμουν εγώ, θα ήταν κάποιος άλλος». Οι αντιδράσεις των παρευρισκόμενων αργότερα ενδεχομένως να τον έβαλαν σε διαφορετικές σκέψεις ωστόσο το πρόβλημα παραμένει: η εξουσία που πηγάζει από θέσεις επιρροής στο καπιταλιστικό σύστημα, η παράλληλη εκπαίδευση πως «κάποιος θα βρεθεί να κάνει αυτή τη δουλειά» και πως κάποιος «χρειάζεται να την κάνει» – με λίγα λόγια η κυρίαρχη πραγματικότητα και αφήγηση πως η παραγωγή και η οργάνωση της ζωής μας είναι ζητήματα προκαθορισμένα, νομιμοποιημένα και «ελεύθερα προσφερόμενα».

Οι πιεστικές ερωτήσεις, στοχευμένες στο να βγάλουν εκτός εαυτού τον Ουαλίντ, συνεχίζονταν για πολλή ώρα μέχρι που πέτυχαν τον σκοπό τους. Ο Ουαλίντ εξεγέρθηκε, δείχνοντας ότι είναι ζωντανός όσο οποιαδήποτε άλλη φορά και κατά τη γνώμη μου, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με τον εαυτό του και τον φυσιολογικό θυμό του, φώναξε σωστά κουνώντας το δάχτυλο τόσο στον συνήγορο όσο και στον Σγούρδα. Βέβαια, μακριά από την αλήθεια του βιώματος, η βαθιά πεποίθηση της δικαστικής διαμεσολάβησης μας λέει ότι μια τέτοια κίνηση δείχνει έλλειψη ψυχραιμίας, αγένεια, επιθετικότητα και λοιπές «ενοχοποιητικές» ενδείξεις για το ήθος και το χαρακτήρα. Τέτοια ήταν άλλωστε η πρόθεση του συνηγόρου των βασανιστών που είπε πώς ο τάλεμπ προσπαθεί να δείξει ότι είναι «ανθρωπάκι» πίσω από το γεγονός ότι είναι θύμα.

Η εργασία ως ευγνωμοσύνη

Κι ερχόμαστε τώρα στο κεντρικό επιχείρημα που ο συνήγορος προσπάθησε, μεταξύ άλλων, να αναπτύξει ως ελαφρυντικό για τον υπ’ αριθμόν ένα βασανιστή του ουαλίντ: μια «καλή εργασιακή σχέση». Πώς ένας εργοδότης (και μάλιστα έλληνας) που πληρώνει μέχρι και 800 ευρώ/μήνα (αποκρύπτοντας βέβαια πόσες και ποιες ώρες εργαζόταν ο Ουαλίντ – από τις 3 το βράδυ μέχρι τις 2-3 το μεσημέρι), πώς ένας εργοδότης που μια φορά έχει βγει και βόλτα μαζί του «σε μια κλειστή κοινωνία όπως η Σαλαμίνα;» (σαν κοινωνική χορηγία να το φανταστούμε;), ή πώς ενώ ο αδερφός του ουαλίντ πήγαινε για μπάλα μαζί με τον ελληναρά υιό Σγούρδα, πώς όλα αυτά είναι δυνατόν να τόν φέρουν στη θέση του βιαστή και του βασανιστή, πώς αυτό σημαίνει ρατσισμό; Πώς, ενώ ο Ουαλίντ αποκαλούσε τον Σγούρδα «μπαμπά» (από εκτίμηση στο πρόσωπό του που του έδωσε δουλειά για να επιβιώσει), έφτασε στο σημείο να πάψει να είναι καλός «γιός»;

Οι προβληματισμοί αυτού του είδους συνιστούν την γενικευμένη υποκρισία του μεγαλύτερου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους μετανάστες εργάτες καθώς και τη βάση της συμπεριφοράς απέναντί τους. Πρόκειται για μια σχέση αληθινή πέρα για πέρα: το ντόπιο αφεντικό εκμεταλλεύεται την εργατική δύναμη του μετανάστη όπως και με όποιον τρόπο γουστάρει. Άλλοτε έχει όπλα να την επιβάλλει σε μανωλάδες, άλλοτε τραμπουκίζει, άλλοτε παίζει το παιχνίδι του ευεργέτη και το κυριότερο, μπορεί να συνδυάζει όλα τα παραπάνω. Κάνει αστειάκια με την χώρα προέλευσης, με το χρώμα του εργάτη, με τη θρησκεία του, με κάθε τι προσωπικό, δίνει την εντύπωση ενός «καλού αφεντικού», ενός ευεργέτη που μαζί με το ελληνικό κράτος κάνουν (όταν θέλουν) τα στραβά μάτια στη νομιμότητα παραμονής του. Χρησιμοποιούν αυτή τη δυνατότητα ως μέσο πίεσης και υποτίμησης με όποια «ένταση» θέλουν. Είναι βασανιστές ακόμη και με το να διατηρούν ένα φιλικό προσωπείο με γενναιοδωρία και «ανθρωπισμό», προσωπείο έτοιμο να εκραγεί και να κλιμακώσει τη βία σε μια εξ’ ορισμού βίαια και άνιση σχέση.

Πρόκειται για βασικά χαρακτηριστικά της σχέσης αφεντικού – εργάτη με τη διαφορά ότι στην περίπτωση των μεταναστών εργατών οι «ισορροπίες» ή καλύτερα, οι αντιθέσεις μεταξύ των δύο πόλων εκμηδενίζονται a priori και οδηγούν ταχύτερα σε ψυχολογικά και σωματικά βασανιστήρια, αν δεν καταλήξουν σε δολοφονίες.

Μπροστά σ’ αυτή τη σχέση-βασανιστήριο, το μεγαλύτερο κομμάτι του ντόπιου πληθυσμού έχει να επιδείξει μια αξιοπρόσεκτη ανοχή που ιστορικά μπορεί να εξηγηθεί με την αποτυχία του εργατικού κινήματος να θέσει τα κοινωνικά προτάγματά του κόντρα στον πολιτικό προσανατολισμό των μικρομεσαίων στρωμάτων. Η συλλογική ανοχή είναι το πιο γόνιμο έδαφος για τις σύγχρονες εργασιακές σχέσεις που αναπτύσσονται (και) σ’ αυτόν τον τόπο, προς όφελος των νεοφιλελεύθερων επιδιώξεων.

 

w2

«Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε…»

Σε μια δόση, κατά τη διάρκεια της διακοπής (όταν το «θέατρο» της δίκης σταματάει, ακούει κανείς σημαντικές ατάκες) ένας ένστολος απευθύνεται με έναν σχετικά ήπιο τόνο στους αλληλέγγυους λέγοντας πως «βρε παιδιά σεβαστείτε τη θέση του, είναι πολύ δύσκολη θέση αυτή του κατηγορούμενου, οποιοσδήποτε θα μπορούσε να είναι στη θέση του». Κρίνοντας από το ολίγον τι χαλαρό και «δε βαριέσαι» ύφος του, ο ένστολος αυτός μοιάζει να είναι αγγελιοφόρος μιας ζωής που θα βιώνεται από εδώ και στο εξής με τους όρους που περιγράψαμε παραπάνω: βασανιστής – βασανιζόμενος.

Πλέον οποιοσδήποτε θα μπορεί να βρίσκεται στη θέση του σγούρδα, σε μια θέση (βασανιστής) δηλαδή που μπορεί από τη μια να εμφανίζεται μπροστά μας ως μια ανατριχιαστική υπόθεση απανθρωπιάς ωστόσο αποτελεί και θα αποτελεί ολοένα περισσότερο έναν εργαλειακό ρόλο, μια φυσιολογική θέση στο κοινωνικό-οικονομικό σύστημα. Την ίδια στιγμή, υπονοείται πως κι από την άλλη πλευρά θα υπάρχουν θύματα, απώλειες, εργάτες – σκλάβοι. Και η εργατική τάξη όπως διδάσκει η ιστορία θα αναγνωρίζει τον εαυτό της ως τέτοια όταν αρνείται την ύπαρξη που διώκεται «φυσιολογικά», στη ροή μιας καθημερινότητας, στη ροή μιας ζωής δηλαδή που την αφορά μόνο η επιβίωση, απογυμνωμένη από ψυχή, πάθη και συναισθήματα. Κάπου διάβασα πρόσφατα ένα εύστοχο σχόλιο για την «θεοποίηση» της επιβίωσης: «η επιβίωση αποτελούσε πάντοτε μια έγνοια των ανθρώπων, μια προεξάρχουσα μάλιστα έγνοια για τους περισσότερους από αυτούς, μόνο στην εποχή μας φαίνεται να λαμβάνει σχεδόν ένα είδος ηθικού κύρους». Η αποκαθήλωσή της θα πρόσθετα εγώ είναι δουλειά των από τα κάτω ταξικών σχηματισμών – οτιδήποτε παίρνει τη θέση ηθικού κύρους στον καπιταλισμό έχει τη σφραγίδα των κυρίαρχων.

Μια τελευταία σημείωση στο ζήτημα της παρακολούθησης της δίκης, του «δημόσιου» χαρακτήρα της και της «διεκδίκησης του χώρου». Χωρίς να έχουμε αυταπάτες για τον ταξικό χαρακτήρα της δικαιοσύνης και τις πολιτικές διευθετήσεις που αναλαμβάνει στις εκάστοτε συγκυρίες, η παρουσία αλληλέγγυων αποδεικνύει ότι ο δημόσιος χαρακτήρας μιας δίκης, η θέασή της για να μπορεί να έχει άποψη η «κοινή γνώμη» όπως χαρακτηριστικά διακηρύττει η φιλελεύθερη αντίληψη, δεν είναι μια κρατική παροχή, ένα «κερδισμένο» δικαίωμα όλων των «πολιτισμένων πλευρών». Ο Ουαλίντ στις αρχές της δικαστικής περιπέτειας συνέχιζε ν’ απειλείται από τα πρώην αφεντικά και τους φίλους του, συνεχίζοντας να ζει σε μια κοινωνία που το πολύ πολύ ν’ άλλαξε τον φούρνο που έπαιρνε το ψωμί της. Το ότι η παρουσία αλληλέγγυων κατάφερε να κόψει τον βήχα της αλαζονείας τους ήταν μια απαραίτητη κίνηση για τον ίδιο πρώτα πρώτα και για τους κρατικούς λειτουργούς οι οποίοι βλέπουν εδώ και χρόνια να περνούν από τα δικαστικά έδρανα μετανάστες εργάτες κατηγορούμενοι για τη «νομιμότητα» της παραμονής τους και για το ηθικό τους κύρος.

Στον «δημόσιο χαρακτήρα» της δίκης η αλληλέγγυα παρουσία έχει μια ταξική υπόσταση, αποτελεί μια ελάχιστη ταξική διεκδίκηση μέσα στον στενό κρατικό χώρο των δικαστών και των ανθρωποφυλάκων. Όταν βέβαια συνοδεύεται με πολύμορφες συνοδευτικές δράσεις (πορείες, ενημερώσεις, παραγωγή κειμένων κ.λπ) τότε επιτυγχάνεται μεγαλύτερη συγκρότηση, συνοχή και το κυριότερο συνέχεια: για να μην φτάνουμε εκ των υστέρων στις δικαστικές αίθουσες.

Είναι προτιμότερο να προλαβαίνουμε την πραγματικότητα της ταξικής σύγκρουσης έξω από το θέαμα που παράγεται μέσα στους ναούς της δικαιοσύνης – όπου δυστυχώς είμαστε και μεις συμμέτοχοι.

Είναι προτιμότερο να κόβουμε από τη ρίζα τη σχέση των Ουαλίντ, των βασανιστών αφεντικών τους και των συνηγόρων τους. Αυτοί οι τελευταίοι αμείβονται με χρήματα που παρήγαγε με την υπεραξία του ο ουαλίντ σ’ εκείνο τον φούρνο στη Σαλαμίνα. Σ’ αυτόν τον «κύκλο» είναι το πρόβλημα.