1

Έθιμα θανάτου: προσπαθώντας να ζήσουμε με τους νεκρούς μας

 

Ύστερα, και του βίου μου την προσπάθεια

αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει

ωραία – ωραία με χώμα και με αγκάθια.

Κ.Γ. Καρυωτάκης, “Δικαίωσις”.

 

Ο θάνατος και η αναγέννηση της ζωής

Τελικά, θα πεθάνουμε μόνοι μας; θα υπάρχει κάποιος Άλλος, δίπλα μας; ή μήπως ο θάνατος είναι η μόνη στιγμή που βιώνουμε με τον εαυτό μας; Οξύμωρες σκέψεις, ετερογενείς εμπειρίες. Πεθαίνουμε μόνοι την ίδια στιγμή που η σχέση με τον τον Άλλον είναι αδύνατη. Ίσως, πάλι, η στιγμή του θανάτου μας να είναι και η μόνη αυθεντική στιγμή με τον εαυτό μας.

Πώς πρέπει όμως να πεθάνουμε; Μήπως, το συγκεκριμένο ερώτημα να πρέπει να απαντηθεί με ερώτηση, για το πώς πρέπει να ζούμε; Γιατί αν η ζωή κατανοεί τη ζωή, τότε η ζωή καλείται να κατανοήσει και τον θάνατο.

Οι φυσικοί συζητάνε τους τελευταίους δύο αιώνες ότι ο κόσμος πορεύεται στην αταξία, αυξάνοντας την εντροπία του, την ίδια στιγμή όμως, ο κύκλος της ζωής ανοίγει με την γέννηση και κλείνει με τον θάνατο. Άρα, ακόμα κι αν ο κόσμος οδηγείται στην αταξία σύμφωνα με την επιστήμη, η τροχιά της ζωής ξαναγεννιέται μέσα από τον θάνατο ακολουθώντας μια καταπληκτική τάξη, καθώς ο χρόνος, το τέλος και η διάρκεια αποτελούν τη γνώση της ύπαρξης για την συνέχεια και την επανάληψη.

Ότι και να σκεφτόμαστε όμως, ότι και να γράφουμε, ο θάνατος είναι η μόνη και μόνιμη βιολογική απειλή που δεν μπορεί να ανατρέψει ο άνθρωπος. Το τελευταίο στάδιο, ο αποχαιρετισμός από την ζωή, η τελευταία πράξη της δραματουργίας, η τελική διάβαση, το πέρασμα από την ύπαρξη στην ανυπαρξία, από το “μέσα” προς τα “έξω”, από τον κόσμο των ζωντανών, στον κόσμο των νεκρών.

Η μόνη συνθήκη για να ξεπεράσει ο άνθρωπος τον φόβο του θανάτου είναι η ίδια η εμπειρία του θανάτου. Άλλωστε, ο θάνατος δεν πλήττει εκείνους που πεθαίνουν αλλά εκείνους που μένουν. Ο Carlos Castaneda, στον Δον Χουάν γράφει ότι ο λόγος που κλαίμε στις κηδείες είναι γιατί φοβόμαστε για τον δικό μας θάνατο. Εγωκεντρικό αλλά κάπως έτσι συντηρούμε τους εαυτούς μας. Μαθαίνουμε να ζούμε και εξοικειωνόμαστε με τον θάνατο μέσα από σύμβολα, έθιμα, τελετουργίες και εν τέλει με την ταφή του θανόντα. Και αυτό συμβαίνει σε όλους τους πολιτισμούς όσο διαφορετικοί κι αν είναι, γιατί ο θάνατος είναι κοινός και παγκόσμιος. Ακόμα δηλαδή κι αν η φύση του θανάτου είναι ακαθόριστη και αδιαπέραστη, ακόμα κι αν κρύβει μια αλήθεια προς συνεχή εξερεύνηση, οι άνθρωποι μέσα από σύμβολα, έθιμα και τελετουργίες προσπαθούν να τον ερμηνεύσουν και να τον κατανοήσουν. Η επιτέλεση του θανάτου, οι σχετιζόμενες με αυτόν τελετουργίες αποκωδικοποιούν την αντίθεση μεταξύ ζωής και θανάτου μεταφράζοντας τον θάνατο ως αναπόσπαστο μέρος της ζωής, γιατί μέσα από το θάνατο κατανοούμε τη συνέχεια και το νόημα της ζωής μας.

Κάθε πολιτισμός λοιπόν, κάθε κοινότητα μέσα από τα δικά της έθιμα προσπαθεί να ερμηνεύσει αυτή τη ρωγμή, την αλλαγή στην καθημερινότητα που προκαλεί ο θάνατος στις δομές της. Η κηδεία έχει μια λειτουργία μετάβασης και ρύθμισης τόσο για αυτούς που ζουν όσο και γι αυτούς που πεθαίνουν, συνοδεύοντας τον νεκρό σε τόπους όπου η μνήμη συνδέει το παρελθόν με το παρόν, όσο και το μέλλον.

Ανάλογα με τις εποχές και τους πολιτισμούς, οι τελετουργίες αυτές έχουν πρoσλάβει ποικίλες μορφές. Οι πλέον διάσημες αφορούν τη λατρεία των νεκρών στην Αρχαία Αίγυπτο. Οι σύγχρονες τελετές στην Ινδία και την Αφρική είναι ακόμα εντυπωσιακές, ενώ στην Δύση, μερικές αγροτικές, όπως για παράδειγμα στην Κορσική ή την Βόρεια Ελλάδα διατηρούν γνωστές επικήδειες παραδόσεις. Στην Ιαπωνία πάλι, κάνουν πρόβα τη κηδεία τους δοκιμάζοντας φέρετρα, ρούχα, μακιγιάζ και χτενίσματα για την τελευταία τους κατοικία.

Σε κάποιους πολιτισμούς οι επικήδειες τελετουργίες διαρκούν μήνες σφάζοντας ζώα, σε άλλους βάζουν τους νεκρούς σε νεκροκρέβατα και γυναίκες φορώντας μαύρα ψέλνουν μοιρολόγια. Σε παραδοσιακές κοινωνίες τρώνε τους νεκρούς για να συνεχιστεί η ψυχή τους, ενταφιάζουν τα βρέφη σε κουφάλες δέντρων, σηκώνουν τους νεκρούς από τον τάφο και τους περιφέρουν μέσα στο χωριό. Σε όλες ωστόσο τις κοινωνίες, μονοθεϊστικές ή πολυθεϊστικές θρησκείες, η επιθανάτια τελετουργική διαδικασία δομείται μέσα από μια θρησκευτική αντίληψη βασισμένη σε ένα μυθικό περιεχόμενο και σε ένα συμβολικό και ένα λατρευτικό σύστημα, κάπου ανάμεσα στο φαντασιακό και στις κοινωνικές και θρησκευτικές πρακτικές ως αδιάσπαστο σύνολο.

[Η καταγραφή πληροφοριών για το θάνατο, τους νεκρούς και τα έθιμα είναι από τα πιο δύσκολα πεδία ερευνών, γιατί τείνουν να εξαφανιστούν ενώ παρουσιάζουν μόνο μερικές θρησκευτικές ή κοσμικές εκδηλώσεις]

 

Ινδονησία: Φυλή Toraja

Για μερικούς πολιτισμούς η επικήδεια τελετουργία αποτελεί το σημαντικότερο αξίωμα. Για την φυλή Toraja που σημαίνει “άνθρωποι των υψιπέδων”, στην ορεινή περιοχή στο Νότιο Sulawesi, στην Ινδονησία η κηδεία είναι το πιο σημαντικό μέρος της κουλτούρας τους, το πιο εντυπωσιακό καθώς και το πιο πολυδάπανο γεγονός στη κοινωνία τους. Η τελετή κρατά πολλές ημέρες, η συμμετοχή είναι μαζική -μπορεί να είναι χιλιάδες οι συμμετέχοντες- και η προετοιμασία πολύμηνη. Οι Τοραγιανοί πιστεύουν ότι ο θάνατος είναι το κατώφλι, το πέρασμα για τη γη των πνευμάτων (Puya) και το ταξίδι του νεκρού πρέπει να είναι μεγαλειώδες. Εκτός αν είναι κάποιος πτωχός ή βρέφος, τότε οι διαδικασίες είναι συνοπτικές. Όσο γηραιότερος, τόσο μεγαλύτερη είναι η τελετή.1

c14

Αρχικά, επιλέγεται μια περιοχή (rante) για τη νεκρική τελετή όπου στήνονται εξέδρες από μπαμπού όπου τοποθετείται το φέρετρο και εκεί φιλοξενούνται οι καλεσμένοι. Όταν ένα μέλος της οικογένειας πεθάνει, το βαλσαμώνουν και μένει μέσα στο σπίτι μέχρι να αρχίσει η ιερή τελετή, όπου θεωρείται ότι “κοιμάται” και το πνεύμα του τριγυρνά ανάμεσα στους ζωντανούς μέχρι να ταφεί και να αρχίσει το ταξίδι του για τη γη των πνευμάτων.

c16

Το τελετουργικό ξεκινάει με τη μονομαχία των κοκοριών, εκεί οι άνθρωποι τζογάρουν για να σωθεί η ψυχή του μακαρίτη. Στη συνέχεια και πριν ξεκινήσει η σφαγή νεροβούβαλων και γουρουνιών, τα ζώα παίρνουν μέρος σε δοκιμές αντοχής γνωστές ως tedong silaga, κι αφού θυσιαστούν η τελετή καταλήγει σε ένα είδος πανηγυριού. Στην φυλή των Toraja όσο πιο πλούσιος είσαι, τόσο περισσότεροι νεροβούβαλοι θα σφαχτούν. Το όριο πλούτου ορίζεται στους 24 νεροβούβαλους και άνω. Οι μεγάλες θυσίες των ζώων γίνονται “δώρο” των καλεσμένων προς την οικογένεια του εκλιπόντος για να περάσει ο νεκρός στη γη των πνευμάτων παρέχοντας του όσα έχει ανάγκη για να είναι ευτυχισμένος στον άλλο κόσμο.

c13

 

Νέα Γουινέα: Φυλή Fore

Για κάποιους άλλους πολιτισμούς ο καλύτερος τρόπος για να τιμήσουν τους νεκρούς είναι με την κατανάλωση τους, δηλαδή να τους φάνε. Το συγκεκριμένο επικήδειο έθιμο, σύμφωνα με εθνογραφικές επιτόπιες έρευνες, πραγματοποιούνταν στις φυλές: Fore της Νέας Γουινέας, Wari της Βραζιλίας ενώ παρατηρούνται παρόμοιες πρακτικές στην Ινδία και σε κάποιους ιθαγενείς της Αμερικής μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1980.2

Η ανθρωποφαγία είναι μια τελετουργία διαδεδομένη στις παραδοσιακές κοινωνίες, με σκοπό να αποκτηθούν οι ιδιότητες του νεκρού, να αποκτηθούν μαγικές δυνάμεις και να διατηρηθεί η ενότητα, όταν ο νεκρός ανήκε στην ίδια φυλή, αλλά και να υπάρξει εκδίκηση και οικειοποίηση ξένων ιδιοτήτων, όταν ο νεκρός ανήκε σε ξένη φυλή”.3

rites5

Σύμφωνα με τους ανθρωπολόγους Maurice Bloch και Jonathan Perry (1989), η συγκεκριμένη επικήδεια τελετουργία, δηλαδή ο “κανιβαλισμός” ή αλλιώς η ανθρωποφαγία των νεκρών είναι ένα από τα πλέον ισχυρά ταμπού της σύγχρονης κοινωνίας ενώ ιδέα της πράξης του προκαλεί ένα ισχυρό συναίσθημα γοητείας μα συγχρόνως και αποστροφής. Όπως αναφέρουν, “ο κανιβαλισμός”, δηλαδή “η γιορτή των νεκρών” είναι ένας τρόπος, μια ένδειξη για να σφυρηλατηθεί μια μόνιμη σύνδεση μεταξύ των ζωντανών και των νεκρών.4 Αποτελεί μια πρακτική κάθαρσης από την μιαρότητα που διαχέει ο θάνατος. Ο “κανιβαλισμός” είναι ένα αρχαίο τελετουργικό στο οποίο ένα μέλος της οικογένειας ή φίλος καλείται να φάει τη σάρκα του εκλιπόντος, έτσι ώστε να επισφραγιστεί η επιβίωση της μνήμης του πεθαμένου. Πολλές φορές αναφέρουν ότι μέλη της φυλής τρώνε τη σάρκα του νεκρού πιστεύοντας ότι μπορούν να απορροφήσουν τη σοφία του.

tumblr_nb37ywUmG21sgfc7oo1_500

Στην Παπούα της Νέα Γουινέα, στη φυλή Fore, η κανιβαλική επικήδεια τελετουργία πραγματοποιούνταν για πολλές γενιές. Κατά τη διάρκεια του εν λόγω τελετουργικού οι γυναίκες ή τα παιδιά της φυλής καλούνταν να φάνε μέλη του συγγενή που πέθανε. Για παράδειγμα, μια γυναίκα έπρεπε να φάει τον εγκέφαλο ή τα χέρια του αδερφού της. Η κατανάλωση κάθε μέλους του σώματος συμβόλιζε και μια διαφορετική ιδιότητα.

Ο συγγραφέας, φωτογράφος και κινηματογραφιστής Chris Marker, στο εθνογραφικό του ντοκιμαντέρ με τίτλο “Χωρίς ήλιο” αναφέρει ότι “ο θάνατος στην Νέα Γουινέα δεν είναι ένας τείχος που περνάει κανείς αλλά ένας δρόμος που παίρνει”.

Όπως αναφέρει η ανθρωπολόγος Beth Conklin (2001), η κατανάλωση των μελών της οικογένειας που πεθαίνουν βοηθούσε στο να ξεπεραστεί η θλίψη για τον θανόντα ενώ παράλληλα μέσω της ανθρωποφαγίας προσέγγιζαν και κατανοούσαν το αίσθημα του φόβου του θανάτου. Σύμφωνα με την εθνογραφία της, η κατανάλωση της σάρκας των αγαπημένων προσώπων συνέβαινε για να απαλλαγούν οι ζωντανοί από τις οδυνηρές σκέψεις και αναμνήσεις των πεθαμένων.

Ακολουθώντας την παραπάνω ράγα λογικής, η πρακτική του κανιβαλισμού διαφαίνεται ως μια πράξη λιγότερο επιθετική και βίαιη από ό,τι χαρακτηρίζεται στις δυτικές κοινωνίες.

 

Ελλάδα: Κάστρο -Κυλλήνης Ηλείας

Ούρλιαζε το σκυλί, κάποιος θα πεθάνει. Όταν δεις όνειρο και βγαίνει δόντι και πονάει, τότε πεθαίνει άνθρωπος καρδιακός”. 5

Στο Κάστρο Κυλλήνης αν ο μελλοθάνατος νιώσει πως πεθαίνει, φωνάζει τα παιδιά του για να τους ευχηθεί, “Την ευχή μου να ‘χεις, “χίλια καλά στα χέρια σας”. Στη συνέχεια και αφού πεθάνει παίρνουνε ελιά και νερό και τον ραντίζουν.

NYC3559

Όταν λοιπόν πεθαίνει κάποιος στο Κάστρο, τα παιδιά του- αν έχει παιδιά- του κλείνουν τα μάτια, ακόμα κι αν τα μάτια του είναι ήδη κλειστά. Πρέπει να του βάλουν τον δείκτη και τον αντίχειρα στα μάτια και με το μικρό δαχτυλάκι να κρατάει το σαγόνι. Ύστερα, τον πλένουν με κρασί και λάδι. Πρώτα το πρόσωπο και μετά του κάνουν ένα σταυρό στην πλάτη και ένα στο στήθος και μετά τον πλένουν. Το επόμενο στάδιο είναι να του φορέσουν ένα άσπρο σάβανο ενώ στη συνέχεια τον σηκώνουν, τον καθίζουν στο καθιστικό και του παίρνουν το χέρι και του κάνουν το σταυρό του. Σε κάθε πεθαμένο πρέπει να φοράνε καινούργια εσώρουχα, ρούχα και παπούτσια. Το σαγόνι του, τα πόδια και τα χέρια του τα δένουν με κορδέλες. Αφού τον έχουν προετοιμάσει τον τοποθετούν σε σανίδες στο σαλόνι του σπιτιού. Όσο βρίσκεται ο πεθαμένος στο σαλόνι, γυναίκες ντυμένες στα μαύρα τραγουδάνε μοιρολόγια ενώ τίποτα δεν πρέπει να περάσει πάνω από τον νεκρό.

Τα τραγούδια λόγια είναι, τα λεν’ οι πικραμένοι.

Τα λέν να βγάλουν το πικρό, μα το πικρό δε βγαίνει.

Τρεις ημέρες μετά τον θάνατο του, πλένουν στη θάλασσα τα ρούχα του και εκεί που πέθανε βάζουν ένα καντηλάκι και καίει, ένα κερί, ένα ποτήρι κρασί και τρεις μπουκιές ψωμί. Κάθε βράδυ λείπει μια μπουκιά καθώς έρχεται η ψυχή του νεκρού και την παίρνει.

Για να μάθει ο κόσμος ότι πέθανε κάποιος στο χωριό χτυπάει η καμπάνα τρεις φορές λυπητερά. Τότε μαζεύεται ο κόσμος και μοιρολογάει. Μόλις όμως βραδιάσει τα μοιρολόγια σταματάνε. Τη νύχτα δε μοιρολογούν λένε ιστορίες και καλαμπούρια για τον πεθαμένο. Κατά τη διάρκεια της νύχτας δεν πρέπει να περάσει γάτα το φέρετρο ή την κάσα, όπως την αποκαλούν για να μην βρικολακιάσει ο νεκρός.

Την επόμενη ημέρα, σηκώνουν την κάσα (εάν ο νεκρός έχει παιδιά, την σηκώνουν αυτά). Κατά την διάρκεια της κηδείας όλα τα μαγαζιά του χωριού είναι κλειστά. Οι τάφοι είναι σχεδόν πάντα οικογενειακοί ενώ όταν είναι η ώρα να τον θάψουν του λύνουν τα χέρια και τα πόδια. Τότε ο παπάς παίρνει λίγο χώμα από τρεις γωνιές του τάφου και νερό και ραίνει τον τάφο και τον νεκρό στη συνέχεια τον σκεπάζουν. Όταν σκεπαστεί οι νεκροθάφτες σχηματίζουν ένα σταυρό με τα φτυάρια τους. Στο νεκροταφείο οι νέοι κερνάνε κονιάκ και κουφέτα.

dimellas-psih-1

Όταν οι συγγενείς γυρίσουν σπίτι του πεθαμένου πλένουν τα χέρια τους και το πρόσωπο τους χωρίς όμως να σκουπιστούν. Ο στενός κύκλος της οικογένειας πηγαίνει φαΐ, πιάτα, μαχαιροπίρουνα σχεδόν ότι θα τους χρειαστεί γιατί δεν πρέπει να χρησιμοποιήσουν τίποτα από το σπίτι του πεθαμένου. Αυτό λέγεται παρηγοριά καθώς κάθονται όλοι οι συγγενείς μαζί να παρηγορήσουν τους λυπημένους.

 

Αντί επιλόγου

Μια λαϊκή παροιμία λέει ότι όσοι σκέφτονται αν θα πεθάνουν μόνοι, σέρνονται σε όλη τους τη ζωή. Δεν νομίζω ωστόσο ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος που δεν έχει σκεφτεί έστω και μια στιγμή το θάνατο. Ταξιδεύοντας ζωντανοί σε όλο τον κόσμο, το ποιο είναι τελικά το χρώμα του θανάτου το επιλέγουμε εμείς. Πεθαίνουμε μπροστά στις αγνωρισιές, κάνοντας τον θάνατο αυτό που είναι. Άλλη μια μάχη με ότι πιο ζωτικό κυκλοφορεί στα κύτταρα μας, το συναίσθημα.

Με θάνατο στοχάσου με στην ερημοσύνη

Ουρανισκόφωνη χαρά και πίκρα χειλεόφωνη

Άμα πεθάνεις έως πού πεθαίνεις;

Κεντρομόλος φεύγεις φυγόκεντρος έρχεσαι.

Καρούζος Ν., 25 Αυγούστου 1990

  • Beth A. Conklin (2001). “Consuming Grief. Compassionate Cannibalism in an Amazonian Society. University of Texas Press.

  • Bloch, M& Parry, J. (1989). “Death & the regeneration of life”. Cambridge University Press

  • Danforth, L. ( 1982) “The Death Rituals of Rural Greece”. Princeton University Press.

  • Fabian, J (1973). “How others die- Reflections on the Anthropology of Death. In Death in American Experience, ed. A. Mack, pp. 177-21-. New York: Schocken Books.

  • Ρήγου, Μ. (1993). “Ο θάνατος στη Νεωτερικότητα. Μια επικοινωνιακή και ηθική προβληματική”. Πλέθρον, θεωρία και Κοινωνία.

  • Ψυχογιου, Ε. (2008). “Μαύρηγη” και Ελένη. Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης”. Ακαδημία Αθηνών, κέντρο έρευνας και Λαογραφίας.

2]Beth A. Conklin (2001). “Consuming Grief. Compassionate Cannibalism in an Amazonian Society. University of Texas Press.

4]Bloch, M& Parry, J. (1989). “ Death & the regeneration of life”. Cambridge University Press

5]Ψυχογιου, Ε. (2008). “Μαύρηγη”και Ελένη. Τελετουργίες θανάτου και αναγέννησης”. Ακαδημία Αθηνών, κέντρο έρευνας και Λαογραφίας.

φωτογραφίες από εδώ




“άστους νεκρούς να προχωράνε”

 

από την khalida

 

“Άστους νεκρούς να προχωράνε” μου είχε πει μια μέρα ο πατέρας μου, όταν είχα γυρίσει κλαμένη από το σχολείο, πρέπει να ήμουν 13 ή 14. Δε θυμάμαι αν ήταν τότε που κάποια “ξεβγαλμένα” κορίτσια της τάξης είπαν πώς μάλλον είμαι λεσβία ή τότε που είπαν πως φοράω συνέχεια τα ίδια ρούχα ή τότε που μια είπε πως της “μύριζα” κάπως ή τότε που με είπαν φυτό ή τότε που με διάλεξαν πάλι τελευταία στην ομάδα του βόλεϋ. Αλήθεια δε θυμάμαι.
Αυτό που θυμάμαι μέχρι αυτή την ώρα είναι πόση δύναμη μου έδωσε εκείνη η φράση που δανείστηκε ο πατέρας μου από τον Στάλιν, όπως μου είπε τότε. Τη φράση, λέει, είχε χρησιμοποιήσει ο “πατερούλης” όταν τον ειδοποίησαν ότι ο γερμανικός στρατός κατευθυνόταν προς το Λένινγκραντ στον Β’ΠΠ.
Κι εγώ γατζώθηκα από ‘κείνη τη φράση κι ούτε που τα μίσησα εκείνα τα παιδιά. Είχα πάντα τη βεβαιότητα πως δεν έβλεπαν το τέλος του δρόμου τον οποίο χάραζαν.
Ας αναλογίστουμε λοιπόν σήμερα την πιθανότητα ο Βαγγέλης να είναι ζωντανός πέρα για πέρα και η Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων να είναι γεμάτη ζόμπι.

 

από τον Γαβριήλ Παγώνη

 

BullyBully72

 

από την Μαριάννα Ρουμελιώτη

 

«Λεσβίες, πουστάρες, ιέρειες του αίσχους, είμαστε περήφανα η ντροπή του έθνους»

Του ζητούσαν να κάνει κάτι αστείο για να γελάσουν. Δεν του το ζητούσαν με λέξεις, ούτε με κινήσεις. Ήταν σαν τη βασική προϋπόθεση του συμβολαίου  που είχαν συνυπογράψει. Μπροστά του έλεγαν «μη γίνεσαι πούστης», «κοίτα τον πούστη», «ωραίο το μπλουζάκι το μωβ, καλός είσαι για πουστράκι». Και εκείνος τους άκουγε. Μερικές φορές θα συμμετείχε θα γινόταν ένας από αυτούς. Για την πλάκα. (δεν είχε πλάκα).

Του ζητούσαν να κάνει κάτι αστείο και αυτός για χρόνια το έκανε. Για χρόνια γυρνούσε σπίτι του τα βράδια και ένιωθε εξαντλημένος και άδειος. Μπορεί για τέσσερις ολόκληρες ώρες να έλεγε αστεία, να έκανε τις αγαπημένες τους μιμήσεις ξανά και ξανά. Μπορεί για ένα ολόκληρο βράδυ να ήταν ο προσωπικός τους γελωτοποιός. (δεν είχε ακόμα καταλάβει πως χωρίς τα αστεία, χωρίς τις μιμήσεις, θα ήταν στα μάτια τους απλά ένας πούστης).

Του ζητούσαν να κάνει κάτι αστείο και αυτός κάποια στιγμή κατάλαβε το λόγο που του το ζητούσαν. Έφυγε από όλους, έφυγε από τη χώρα. Στα σοκάκια του Soho δεν χρειαζόταν να κάνει πια τον γελωτοποιό. Αν ποτέ τύχαινε να ακούσει τα «μη γίνεσαι πούστης», «κοίτα τον πούστη», «ωραίο το μπλουζάκι το μωβ, καλός είσαι για πουστράκι» θύμωνε. Απαντούσε. «Σιγά ρε άντρακλα που δε μπορείς τους πούστηδες. Εγώ πιστεύω θα σ’αρέσει να τον πάρεις λίγο». (δεν έκοψε το χιούμορ, μόνο τον αέρα)

 

από την Ζαΐρα Κωνσταντοπούλου

 

“Πέρνα στο μπροστινό θρανίο και σταμάτα να μιλάς” μου φώναξε η κυρία Ηρώ στην α’ τάξη του Δημοτικού. Είχα το ύφος ενός παιδιού που δε φοβόταν τίποτα, μέχρι την στιγμή που κατάλαβα σε ποιο θρανίο μου είχε πει να κάτσω. Το θρανίο ήταν του Χρήστου, ενός παιδιού από την Ρουμανία που δεν έμοιαζε με τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης. Ήταν διαφορετικός, ειδικά για ένα κεφάλι 6 χρονών. Το θρανίο του είχε μουτζούρες σε όλο του το μήκος. Δεν είχε αφήσει ίχνος που να μην το είχε μαυρίσει με το μολύβι του. Συνέχεια φόραγε την πράσινη του φόρμα που μέρα την μέρα γέμιζε τρύπες. Με κάποια κορίτσια της τάξης αλλά και αγόρια τον κοροϊδεύαμε, τόσο πίσω από την πλάτη του όσο και μπροστά του. Μας είχε κάνει μεγάλη εντύπωση το ότι δεν έμοιαζε με εμάς. Κάθε φορά που καθόταν στο θρανίο και έπιανε το μολύβι για να συνεχίσει τις μουτζούρες, εμείς γελάγαμε κοροϊδεύοντας τον πως το θρανίο του ήταν μαύρο γιατί έβαζε λάσπες και τις άπλωνε σ΄ αυτό και έτσι βρομούσε όλη η αίθουσα.

Την στιγμή που η κυρία Ηρώ με έβαλε να κάτσω στο θρανίο του, πάγωσα. Ακόμα θυμάμαι το δάκρυ που κρατιόταν με πίεση μέσα στο μάτι για να μην κυλήσει. Ντροπή; άγχος; τι θα πουν οι άλλοι; τα μάτια του Χρήστου που κάρφωναν τα δικά μου; Άρχισα να τρέμω. Φαινόμουν όμως ατάραχη. Ήταν σχεδόν απίθανο να παρατηρήσει κανείς τη θλίψη που ηρεμούσε πίσω από ένα ψεύτικο χαμόγελο. Επιτέλους χτύπησε το κουδούνι. Έφυγα τρέχοντας, κι ενώ ήταν βράδυ δεν περίμενα τον αδερφό μου να γυρίσουμε μαζί. Έφτασα σπίτι. ‘Έπεσα στην αγκαλιά της μαμάς μου και της τα είπα όλα. Δεν με μάλωσε αλλά μου μίλησε.

Την επόμενη ημέρα πήρα όλες μου τις γόμες και καθάρισα το θρανίο του.

Λίγες ημέρες αργότερα κάποια παιδιά από την τάξη άρχισαν να με κοροϊδεύουν για το όνομα μου.

 

από τον Χρήστο Σύλλα

 

Μάλλον είμαι της σχολής (αν υπάρχει τέτοια) ότι η βία είναι κοινωνική σχέση. Δεν είναι ακριβώς η αιτία ούτε ακριβώς το σύμπτωμα, μπορεί να είναι μέθοδος είτε να γίνεται απρόθετη ή εμπρόθετη χρήση της με στόχο κάποιο αποτέλεσμα. Η βία υπάρχει στις λειτουργίες της φύσης, στον ανθρώπινο πολιτισμό, στα δημιουργήματα και τις αναπαραστάσεις του.

Η διάκρισή της βίας σε κατηγορίες και είδη, ενώ είναι μια πραγματική κατάσταση που προέρχεται από την πολλαπλότητα των υποκειμένων σε μια ταξική, καπιταλιστική κοινωνία (και όχι μόνο), αναδεικνύεται ως αντικείμενο ενός επιστημολογικού ανταγωνισμού και ειδημόνων οι οποίοι εκμεταλλεύονται τις διάφορες μορφές αυτής της κοινωνικής σχέσης με στόχο τα συμφέροντά και τις επιδιώξεις τους.

Ο λόγος του bullying αρθρώνεται όπως αρκετοί σωστά εντοπίζουν στη βάση μιας ψυχολογικής θεώρησης η οποία με τη σειρά της δημιουργεί ένα καθεστώς ελέγχου και επιτήρησης. Οι φορείς που αναλαμβάνουν αυτή τη δουλειά στη σύγχρονη κοινωνία είναι το κράτος, οι οργανικοί διανοούμενοι του, τα ΜΜΕ και η αστυνομία. Δεν είναι δουλειά ενός «κράτους πρόνοιας», μη γελιόμαστε, είναι καταρχήν μια οργανωμένη προσπάθεια αποπροσανατολισμού και διαχείρισης ενός ανθρωπολογικού τύπου που ορίζεται από το κυρίαρχο οικονομικό πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού και το συνοδευτικό κοινωνικό ρίζωμα του φασισμού.

Θα έπρεπε κανείς να στέκει με καχυποψία απέναντι στην αυξανόμενη ενασχόληση του σώματος δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος με το bullying τα τελευταία χρόνια, στην αυξανόμενη εισαγωγή του όρου και του παραγόμενου θεάματος στα καθεστωτικά ΜΜΕ με την κλασική μέθοδο της δραματοποίησης και της παράλληλης απο-πολιτικοποίησης των σχετικών συμβάντων.

Αυτοί που θέτουν την συγκεκριμένη ατζέντα, τη θέτουν με όρους ελέγχου και επιτήρησης των κοινωνικών σχέσεων, με στόχο την πειθάρχηση και τον εκφοβισμό ενός ανθρωπολογικού τύπου που δεν θα έχει τη δυνατότητα να συμβιώνει ελευθεριακά, κοινοτικά, συλλογικά. Αυτοί που θέτουν τα ερωτήματα, θέτουν απαντήσεις συνήθως κατασταλτικού χαρακτήρα, αποπροσανατολιστικές από την καπιταλιστική, καταπιεστική οργάνωση της κοινωνίας και άρα απαγορευτικές για τη δημιουργία ριζοσπαστικών μορφών δράσης.

Η συζήτηση για το bullying είναι ένας ιδεολογικός μηχανισμός που συντηρείται από τις άρχουσες τάξεις με στόχο την διατήρηση του ταξικού πάτου στη θέση του, στον πάτο δηλαδή. Σαν ο κατ’ εξακολούθηση βιαστής να διασκεδάζει τα θύματά του πριν τον βιασμό. Και μετά από αυτόν. Μέχρι που η μνήμη του θύματος να συγκρατεί μόνο τη «διασκέδαση».




Malcolm X | η ελευθερία δεν μπορεί να περιμένει

 

Λέμε και ξαναλέμε ότι δεν μας αρέσουν οι επέτειοι και τα μνημόσυνα, αλλά καμιά φορά υποκύπτουμε κι εμείς στον εκβιασμό του χρόνου, της συγκυρίας και των ημερομηνιών. 21 Φεβρουαρίου του 1965, πενήντα χρόνια πριν δηλαδή, δολοφονήθηκε ο Malcolm X. Κι εδώ, αντιμετωπίζουμε μια επιπλέον δυσκολία. Πώς να μιλήσουμε για μια προσωπικότητα που είναι αδύνατον να χωρέσει σε ένα και μόνο πλαίσιο; Πώς να προσεγγίσει κανείς τον Malcolm X αν δεν ξεκινήσει από δέκα διαφορετικές αφετηρίες; Πώς να κρίνει κανείς την επιθετικότητα, τις αντιφάσεις, τη μαχητικότητα και την προσήλωση του Malcolm X, αν δεν έχει προσπαθήσει να καταλάβει όπως έλεγε η Angela Davis τον μαύρο άνθρωπο της Αμερικής. Το μαύρο άνθρωπο που όπως εύστοχα το έθεσε ο Norman Mailer «η οπτική του για τη ζωή προήλθε όχι μόνο από την ταραγμένη του εμπειρία στην Αμερική αλλά και από τα θραύσματα της χαμένης αφρικάνικης πίστης του».

Ο Malcolm X ήταν παιδί αυτής της διπλής αποξένωσης, ξένος και σκλάβος για τον αμερικάνικο πολιτισμό και ξένος και ξεχασμένος ως προς τη μνήμη της Αφρικής. Ήταν λοιπόν ένας άνθρωπος με φοβερές αντιφάσεις, αγωνία και πάρα πολλές γωνίες. Ένας άνθρωπος που έζησε ως λούμπεν μικροπαραβατικός και νταβατζής, ως φανατικός και θρησκόληπτος, ως μαχητικός και επίμονος αγωνιστής για την ελευθερία. Ο Malcolm X ήταν ένας άνθρωπος που καιγόταν.

No, I’m not an American. I’m one of the 22 million black people who are the victims of Americanism. One of the 22 million black people who are the victims of democracy, nothing but disguised hypocrisy. So, I’m not standing here speaking to you as an American, or a patriot, or a flag-saluter, or a flag-waver – no; not I. I’m speaking as a victim of this American system. And I see America through the eyes of the victim. I don’t see any American dream; I see an American nightmare.

 

150220-malcolm-x-50-02.nbcnews-ux-1200-900

Ο Malcolm Little γεννήθηκε στη Νεμπράσκα το 1925. Η μητέρα του Malcolm, Louise ήταν ανοιχτόχρωμη, γεγονός που οφειλόταν στο ότι η δική της μητέρα είχε βιαστεί από κάποιο λευκό αφεντικό. Η ίδια μάλλον ζοριζόταν απ’ αυτό το χαρακτηριστικό της, οπότε όπως αναφέρει ο ίδιος ο Malcolm πήγε και παντρεύτηκε τον πιο μαύρο που βρήκε. Το ζήτημα αυτό, των βιασμών δηλαδή μαύρων γυναικών και το τραύμα του να είσαι μαύρος αλλά όχι αρκετά σκούρος, περιγράφεται ωραία κι από τον Boris Vian στο «θα φτύσω στους τάφους σας».  Ο πατέρας του Malclom, Earl Little ήταν ιεροκήρυκας, συμμετείχε στον αγώνα για τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα των μαύρων και πίστευε ότι οι μαύροι της Αμερικής έπρεπε να επιστρέψουν στην Αφρική. O Earl Little πέθανε όταν ο ίδιος ήταν έξι χρονών. Η αστυνομία είδε αυτοκτονία, αλλά υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι ο Earl Little σκοτώθηκε από άντρες της Κου Κλουξ Κλαν. Η μητέρα του Malcolm δεν άντεξε το θάνατο του συζύγου της και μέσα στον επόμενο χρόνο κατέληξε σε ένα ψυχιατρείο. Ο Malcolm μεγάλωσε σε ανάδοχη οικογένεια. Στα 15 του παράτησε το σχολείο, ενώ ήταν καλός μαθητής. Ο ίδιος περιγράφει στην αυτοβιογραφία του ότι αυτό συνέβη, όταν είπε στον (λευκό) δάσκαλό του ότι θέλει να γίνει δικηγόρος. Ο δάσκαλος του απάντησε ότι «αυτός δεν είναι ρεαλιστικός στόχος για ένα νέγρο».

Από το 1943 που πηγαίνει στο Χάρλεμ εμπλέκεται σε όλων των ειδών τις παραβατικές δραστηριότητες. Τζόγος, μικροκλοπές, ναρκωτικά, νταβατζιλίκια. Το 1945 επιστρέφει στη Βοστόνη, όπου ζούσε πριν τη Νέα Υόρκη, και μαζί με άλλους τέσσερις συνεργούς πραγματοποιούν κλοπές σε σπίτια πλούσιων λευκών οικογενειών. Το 1946 συλλαμβάνεται και στέλνεται στη φυλακή εκτίοντας ποινή 8 έως 10 ετών.

Η θρησκεία και το Έθνος του Ισλάμ

Στη φυλακή έρχεται σε επαφή με τη θρησκεία. Μαθαίνει για τους Μαύρους Μουσουλμάνους. Διδάσκουν ότι δεν πρέπει κανείς να τρώει χοιρινό, δεν πρέπει να καπνίζει και δεν πρέπει να πίνει αλκοόλ. Αλλά ταυτόχρονα μιλάνε για τον «λευκό διάβολο» και για μαύρη περηφάνια. Μιλάνε για τον επαναπατρισμό στην Αφρική των μαύρων που απήχθηκαν και εξορίστηκαν και από την γη τους. Ο Malcolm βρίσκει εδώ ένα τρόπο να δει τον εαυτό του. Σκέφτεται ότι όλοι οι λευκοί άνθρωποι που έχει γνωρίσει του έχουν φερθεί με μίσος, αλαζονεία, απληστία και αδικία. Σκέφτεται ότι σε όλη του τη ζωή είχε τη νοοτροπία του σκλάβου. Αρχίζει να διαβάζει πυρετωδώς και έτσι όταν αποφυλακίζεται αναδεικνύεται γρήγορα σε κορυφαίο στέλεχος του Έθνους του Ισλάμ. Πλέον ονομάζεται Malcolm X κι όχι Little. Το Little είναι το όνομα που έδωσαν στους προγόνους του, αυτοί που τους σκλάβωσαν. Το X συμβολίζει πια τον ανώνυμο ξεριζωμένο άνθρωπο.

“If we react to white racism with a violent reaction, to me that’s not black racism. If you come to put a rope around my neck and I hang you for it, to me that’s not racism. Yours is racism, but my reaction has nothing to do with racism.(..)  Be peaceful, be courteous, obey the law, respect everyone; but if someone puts a hand on you, send him to the cemetery”.

Το Έθνος του Ισλάμ ήταν μια οργάνωση με ηγέτη τον Elijah Muhammad. Το πρόταγμά του ήταν ένας συνδυασμός ιδεών όπως πειθαρχία, προκοπή, υπακοή και ταπεινότητα με την ιδέα της οικονομικής ανεξαρτησίας. Είχε επιχειρήσεις, έφτιαχνε τζαμιά και αγόρασε καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Επιζητούσε να εγκαθιδρύσει ένα ανεξάρτητο κατά κάποιο τρόπο κράτος των Μαύρων μουσουλμάνων είτε στις ΗΠΑ είτε στην Αφρική και έψαχνε τρόπους να φτιάξει μια ισχυρή μαύρη οικονομία. Ο ίδιος ο Malcolm X εξηγούσε τη διαφορά μεταξύ segregation και separation, λέγοντας ότι στην πρώτη περίπτωση (που ίσχυε στο Νότο μέχρι εκείνα τα χρόνια, μέχρι δηλαδή το 1954 ενώ ουσιαστικά τελείωσε το 1964) ο λευκός άνθρωπος διαχωρίζει τον εαυτό του από τον μαύρο, αλλά δεν τον αφήνει να πάει μακριά γιατί θέλει να ελέγχει πολιτικά (βοηθώντας να εκλεγούν συγκεκριμένοι αντιπρόσωποι) και οικονομικά (έχοντας την ιδιοκτησία των καταστημάτων) τις κοινότητές του. Ο Malcolm X μιλώντας για separation εννοούσε έναν πλήρη διαχωρισμό λευκών και μαύρων, κατά τον οποίο όμως οι μαύρες κοινότητες θα ελέγχουν οι ίδιες τους πολιτικούς τους και τις οικονομικές τους δραστηριότητες.

Αλλά ο Malcolm X δεν μπορούσε να μείνει στο Έθνος του Ισλάμ. Η οργάνωση δεν επιθυμούσε να ασχοληθεί ιδιαίτερα με τα πολιτικά ζητήματα, αλλά κυρίως να φροντίσει την διατήρηση του στάτους της. Μόλις απέκτησε κάποια δύναμη (οικονομική κυρίως), σταμάτησε να είναι επικίνδυνη. Με άλλα λόγια δηλαδή ήθελε έναν μαύρο καπιταλισμό. Ο Malcolm X όμως σε κάθε του λόγο εξαπέλυε ένα συνολικό κατηγορώ για το πολιτικό σύστημα και τις κοινωνικές πρακτικές. Αφορμή για την τελική ρήξη στάθηκε ένα σχόλιο του Malcolm X για τη δολοφονία του Κένεντι. Ο Malcolm X είπε ότι απλά ένα μέρος της βίας που ασκεί το σύστημα του επιστράφηκε. Η δήλωση αυτή θεωρήθηκε ότι τρόμαξε και απομάκρυνε το ευρύ κοινό. Στην αρχή επιβλήθηκε ως ποινή η σιωπή για τρεις μήνες, αλλά λίγο αργότερα ο Malcolm X αποχώρησε οριστικά από την οργάνωση.

Muslim Mosque, Inc. και Organization of Afro-American Unity

150220-malcolm-x-50-03.nbcnews-ux-1120-900

Ο Malcolm X μιλούσε πια για μαύρο εθνικισμό και οργανωνόταν στη βάση της πολιτικής και κοινωνικής μάχης, αφαιρώντας από τη θρησκεία τον πρώτο λόγο. Έλεγε ότι παραμένει φυσικά μουσουλμάνος αλλά δήλωνε διατεθειμένος να εμπλακεί και με όποιον άλλον θέλει προκειμένου να πολεμήσουν μαζί για τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα των μαύρων κοινοτήτων. Στην ιδρυτική διακήρυξη του τζαμιού είπε ότι ξεχνάει από σήμερα ό,τι είχε πει για τους ηγέτες των άλλων μαύρων κινημάτων και ελπίζει να μπορέσουν να κάνουν κι αυτοί το ίδιο, για να μπορέσουν να συνεργαστούν. Μάλιστα το 1964, μετατρέπει το τζαμί που είχε αρχικά σχηματίσει μετά την αποχώρηση από το Έθνος του Ισλάμ στην οργάνωση OAAU. Η Οργάνωση Αφρο – Αμερικάνικης Ενότητας είχε ως βασική ιδεολογία το μαύρο εθνικισμό και ως κύριο στόχο το να αποκτήσουν οι μαύροι τον πολιτικό και οικονομικό έλεγχο των κοινοτήτων τους.

Ακολούθησαν τα ταξίδια σε Αφρική, τα οποία τον επηρέασαν πάρα πολύ. Δεν έβλεπε πια το πρόβλημα ως ένα ζήτημα μόνο φυλής και ρατσισμού στην Αμερική. Έλεγε: «ζούμε σε μια εποχή επαναστάσεων και η εξέγερση του Αμερικανού Νέγρου είναι μέρος αυτής της επανάστασης ενάντια στην καταπίεση και την αποικιοκρατία που χαρακτηρίζουν αυτή την εποχή (..) Δεν είναι μια μάχη του μαύρου ενάντια στο λευκό, αλλά η παγκόσμια επανάσταση του καταπιεσμένου ενάντια στον καταπιεστή, του εκμεταλλευόμενου απέναντι στον εκμεταλλευτή». Ήθελε να διεθνοποιήσει το θέμα των μαύρων στην Αμερική. Στις ομιλίες και τις συνεντεύξεις του έλεγε πως δεν πρέπει πια να μιλάμε για πολιτικά δικαιώματα (civil rights) αλλά για ανθρώπινα δικαιώματα. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε, έλεγε, να μας τα δώσει ένας πρόεδρος της Αμερικής, να ψηφίσει κάποιο νόμο (εννοούσε τον Civil Rights Act). Όλοι οι άνθρωποι από τη στιγμή που γεννιούνται, τα έχουν ήδη κερδισμένα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν παραχωρούνται. Υποστήριζε ότι ήθελε να πάει στα Ηνωμένα Έθνη και να κατηγορήσει τις ΗΠΑ για ρατσιστικές πρακτικές («το πιο άθλιο ρατσιστικό κράτος της ιστορίας»). Ταυτόχρονα όμως, μετά το ταξίδι στην Αφρική και συγκεκριμένα την επίσκεψη στην Αλγερία, στις ομιλίες του μιλάει για το αντάρτικο που λαμβάνει χώρα εκεί. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος που ηττάται ο λευκός άντρας λέει. Από το Βιετνάμ μέχρι την Αλγερία.

Το προσκύνημα στη Μέκκα

150220-malcolm-x-50-01.nbcnews-ux-920-900

Τον Απρίλιο του 1964 θα πάει στη Μέκκα και αυτό το προσκύνημα θα του προκαλέσει διάφορες σκέψεις και προβληματισμούς. Στα γράμματά του λέει ότι ήπιε από το ίδιο ποτήρι και έκατσε για ώρες με λευκούς μουσουλμάνους και «ανθρώπους με μπλε μάτια». Στη Μέκκα, βρήκε αδερφούς από όλο τον κόσμο. Εγκαταλείπει λοιπόν σιγά σιγά την ιδέα του διαχωρισμού του Μαύρου Έθνους ή την ιδέα της επιστροφής στην Αφρική και λέει ότι οι μαύροι πρέπει να μείνουν και να πολεμήσουν για τα δικαιώματά τους στις ΗΠΑ. Ακόμη δηλώνει ότι έκανε λάθος που για πολύ καιρό έβαζε όλους τους λευκούς στο ίδιο τσουβάλι. Δεν θέλω πια να καταδικάζω ανθρώπους χωρίς να είναι ένοχοι, λέει. «Με κάθε ειλικρίνεια, μπορώ να πω ότι δεν επιθυμώ τίποτα άλλο παρά ελευθερία, δικαιοσύνη και ισότητα: Ζωή, ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας για όλους τους ανθρώπους. Το πρώτο μου μέλημα έχει να κάνει με την κοινότητα των ανθρώπων στους οποίου ανήκω, τους Αφρο – Αμερικάνους, γιατί εμείς, περισσότερο από όλους τους ανθρώπους έχουμε στερηθεί αυτά τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα».

Προσπαθεί να επανερμηνεύσει τον όρο «μαύρος εθνικισμός» (σκέφτεται ότι ίσως το περιεχόμενό του να είναι ο αυτοκαθορισμός των μαύρων κοινοτήτων), αλλά δηλώνει ότι φιλοσοφικά ακόμη δεν έχει καταλήξει σε μια νέα εξήγηση. Στις ομιλίες του τελευταίου χρόνου μάλιστα αρχίζει να κάνει πιο συστηματική κριτική στον καπιταλισμό. Έχει δει τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και τις εξεγέρσεις στην Αφρική και αρχίζει να στοχάζεται πάνω στο σοσιαλισμό. Σε μια συνέντευξη, τον ρωτάνε, αν είναι πια σοσιαλιστής κι αυτός χαριτολογώντας απαντάει: «δεν ξέρω, μάλλον φαίνεται καλός πάντως για τον μαύρο άνθρωπο».

Η δολοφονία

Στις 21 Φεβρουαρίου του 1965, ο Malcolm X θα μιλούσε στο Audobon Ballroom στο Manhattan. Λίγο πριν ξεκινήσει η ομιλία, κάποιος φώναξε: «Νέγρο, βγάλε το χέρι σου απ’ την τσέπη μου». Οι σωματοφύλακες αλλά και όλος ο κόσμος κοίταξε προς τη μεριά του περιστατικού. Τότε ένας άντρας έβγαλε ένα όπλο και πυροβόλησε τον Malcolm X. Άλλοι δύο άντρες πυροβόλησαν στη συνέχεια. Ο Malcolm X είχε 21 πληγές από τις σφαίρες. Και οι τρεις άντρες συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν τον επόμενο χρόνο. Ο πρώτος άντρας που πυροβόλησε ήταν μέλος του Έθνους του Ισλάμ, με το οποίο πια οι σχέσεις του Malcolm X ήταν πολύ κακές. Πολλά λέγονται για τη δολοφονία και πρόσφατα μάλιστα το ζήτημα ανακινήθηκε και πάλι. Υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν ότι δεν ήταν ένα απλά οργανωμένο σχέδιο από κάποιους φανατικούς ή από το ίδιο το Έθνος του Ισλάμ. Υποστηρίζεται ότι το FBI που παρακολουθούσε έτσι κι αλλιώς τον Malcolm X, ήξερε για τη δολοφονία, αλλά την άφησε να συμβεί. Υπενθυμίζεται ότι ο Malcolm X είδε ήδη δεχτεί μια επίθεση όταν έγινε εμπρησμός στο σπίτι του και αυτός γλίτωσε τελευταία στιγμή με τη γυναίκα και τα παιδιά του (απ’ όπου και το κλασσικό στιγμιότυπο με το όπλο). Οι αντίπαλοί του τότε κυκλοφόρησαν φήμες ότι ο ίδιος έκαψε το σπίτι του για λόγους δημοσιότητας.

By any means necessary

359671

Σε όλη τη διάρκεια της πορείας του, o Malcolm X επικρίθηκε έντονα για τη στάση του σε σχέση με τη βία. Ο ίδιος μέχρι το τέλος της ζωής του επέμενε ότι οι μαύρες κοινότητες πρέπει να διεκδικήσουν την ελευθερία και τα δικαιώματά τους με κάθε αναγκαίο μέσο. Όσο ήταν μέλος του Έθνους του Ισλάμ ειρωνευόταν και ασκούσε έντονη κριτική στους μη βίαιους ηγέτες των μαύρων κοινοτήτων. Αργότερα, χωρίς να αλλάξει άποψη, πίστευε ότι έπρεπε να συνεργαστούν όλοι, αλλά εξηγούσε ότι διαφωνεί με τη μη βία, γιατί τη θεωρούσε αναποτελεσματική ως τακτική. Μάλιστα, μία από τις αφορμές για την αποχώρησή του από το Έθνος του Ισλάμ, υπήρξε και ένα περιστατικό δολοφονίας δύο μαύρων ανδρών, μετά το οποίο ο Malcolm X θέλησε να μαζέψει τα μέλη της οργάνωσης για να αναλάβουν δράση, αλλά η οργάνωση τον σταμάτησε.

Στην περίφημη ομιλία του the ballot or the bullet ο Malcolm X εξέθεσε την άποψή του ότι ο πλούτος των ΗΠΑ έχει συσσωρευτεί με το αίμα των φτωχών μαύρων που εργάστηκαν και εργάζονται με τον πιο σκληρό τρόπο. Αυτό το αίμα λέει ο Malcolm X είναι η επένδυση και η συνεισφορά των μαύρων στην Αμερική. Δεν έδωσαν μόνο την εργατική τους δύναμη δωρεάν, αλλά και το ίδιο τους το αίμα. Άρα τα όποια πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, δεν μπορούν να περιμένουν ένα νομοθέτημα για να τους αποδοθούν. Είναι δικά τους από πάντα. Κι έτσι ξεκαθάριζε ότι ο ίδιος δεν ζητάει από τους μαύρους άντρες να είναι σώνει και καλά βίαιοι. Αλλά αν η κυβέρνηση αρνείται να κάνει αυτό που πρέπει να κάνει, να τους προστατεύσει δηλαδή, θα πρέπει οι μαύρες κοινότητες να μη μένουν με τα χέρια σταυρωμένα, αλλά να εξασκήσουν τα δικαιώματά τους.

 «Κάθε φορά που διαδηλώνετε ενάντια στο διαχωρισμό και ένας άντρας έχει το θράσος να αμολήσει το σκυλί της αστυνομίας πάνω σας, σκοτώστε αυτό το σκυλί, σκοτώστέ το(ν) (υπάρχει μια σκόπιμη; αμφισημία θαρρώ), σας το λέω, σκοτώστε αυτό το σκυλί. Τότε θα βάλετε ένα τέλος σ’ αυτό. Τώρα, αν κάποιοι λευκοί δεν θέλουν να βλέπουν τέτοιες ενέργειες, ας πάνε στο δήμαρχο και στην αστυνομία και να τους πουν να μαζέψουν τα σκυλιά τους. Αυτό πρέπει να κάνετε. Αν δεν κρατήσετε μια τέτοια στάση, τα μικρά σας παιδιά θα μεγαλώσουν και θα σας κοιτάξουν και θα σκέφτονται: ντροπή»

 

Bar Closed To Honor Malcolm X; Assassina

Τρεις μέρες πριν τη δολοφονία του, ο Malcolm X έδωσε μια δίωρη συνέντευξη η οποία δημοσιεύτηκε μία μέρα μετά το θάνατό του. Εκεί είπε: «Νιώθω σαν ένας άντρας που κοιμόταν ή σαν κάποιος που ήταν κάτω από την επιρροή κάποιου άλλου. Νομίζω πως ό,τι σκέφτομαι και ό,τι λέω τώρα είναι εντελώς δικό μου. (..) Σκέφτομαι πια με το δικό μου μυαλό». Μοιάζει αυτή η τελευταία κουβέντα να συνοψίζει όλη του την πορεία. Ο Malcolm X άλλαξε απόψεις, στάση και οπτική. Προσπάθησε με μανία να βρει και να κατανοήσει τον αληθινό εαυτό του. Από τις μέρες του Χάρλεμ, που βυθίζεται στις καταχρήσεις και την παραβατικότητα, αδιαφορώντας για τα κοινωνικά ζητήματα, στον καιρό της πειθαρχίας στο Έθνος του Ισλάμ και το κήρυγμα για τον λευκό διάβολο και από εκεί σιγά σιγά στις σκέψεις για την απελευθέρωση του μαύρου ανθρώπου, στις ιδέες της ελευθερίας, της ισότητας και του αγώνα κατά της καταπίεσης. Πάντα βέβαια με αυτή την ατελείωτη μαχητικότητα. Με κάθε αναγκαίο μέσο, έλεγε. Ήταν λογικό να περάσει από χίλια κύματα. Φτωχός, κυνηγημένος και με την κουλτούρα του σκλάβου, βαθιά ριζωμένη στις κοινότητες που γνώρισε, ήταν επόμενο να βρει αρχικά καταφύγιο σε κάτι κλειστό και ακραία δογματικό όπως το Έθνος του Ισλάμ. Έπρεπε για αρχή να βρει τον αυτοσεβασμό του, τη δύναμη και την περηφάνια. Σιγά σιγά, διαβάζοντας, ταξιδεύοντας και μιλώντας με ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο, είδε τις λεπτές αποχρώσεις, είδε τον αγώνα που ήταν κοινός σε όλο τον πλανήτη, είδε με όλο και μεγαλύτερη διαύγεια το πρόσωπο του καταπιεστή και του καταπιεζόμενου.

Και γνωρίζοντας πως κάθε μέρα που πέρναγε η θέση του ήταν ακόμη πιο δύσκολη, οι αντίπαλοί του όλο και περισσότεροι, δεν έκανε πίσω ούτε για ένα λεπτό. Ήταν σκληρός, αποφασισμένος, φοβερά αντιφατικός, απόλυτος και συνεπής. Οι πράξεις του ποτέ δεν ήταν μικρότερες από τις ιδέες του. Δεν είναι ένα εύκολο παράδειγμα, ούτε κάποιος που μπορείς να προσεγγίσεις χωρίς επιφυλάξεις και δεύτερες σκέψεις. Άνθρωπος του καιρού του και γεμάτος ελαττώματα, δεν σταμάτησε ποτέ την αγωνιώδη αναζήτηση ενός δρόμου για την απελευθέρωση αφενός του μυαλού και των ιδεών του, αφετέρου των μαύρων καταπιεζόμενων αδερφών του.

***

***

12351255

Foto Ali Malcom x

tumblr_m7fx56Od7o1qzugx2o1_1280

20130918115828-malcomandbettyfamily

1944 Police Mugshot Of Malcolm X

140602-malcolmx




Βαθιά Βαλκάνια

 

η Πρίστινα (foto: khalida)

η Πρίστινα (foto: khalida)

Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία τέλειωσε το ’99, ύστερα από τους βομβαρδισμούς του Κοσόβου από το ΝΑΤΟ, κι από τότε, τα πάντα είναι ήρεμα στη περιοχή και οι κάτοικοι απολαμβάνουν ειρήνη και ευημερία. Αν ήθελα να είμαι 100% ειλικρινής, θα έλεγα ότι ούτε μία λέξη της παραπάνω πρότασης δεν ισχύει. Αν ήθελα να υπερβάλω λίγο θα έλεγα πως μόνο η χρονολογία λήξης του πολέμου ισχύει.

Πριν από λίγες εβδομάδες, στην πρωτεύουσα του Κοσόβου, στην Πρίστινα, ξεκίνησαν διαδηλώσεις που εξελίχθηκαν σε μάχες με την αστυνομία με αίτημα την απομάκρυνση ενός Σέρβου Υπουργού από την Κυβέρνηση του Κοσόβου και την εθνικοποίηση του μεγαλύτερου ορυχείου της χώρας (http://revolution-news.com/violent-protests-in-kosovo-protesters-call-for-government-resignation/). Τα ρεπορτάζ λένε πως είναι οι χειρότερες ταραχές στη χώρα μετά το 2008, όταν το Κόσοβο διακήρυξε την ανεξαρτησία του και οι σέρβικος πληθυσμός της περιοχής εξεγέρθηκε. Στις αρχές του χρόνου, μια ομάδα φοιτητών βρέθηκε εκεί για μία εβδομάδα, προσπαθώντας να συλλάβει λίγη από την πολυπλοκότητα αυτού του sui generis κράτους.

Ξεκινώντας από το τέλος: το Κόσοβο είναι μια θλιβερή περίπτωση γεωπολιτικών παιχνιδιών, φυλετικού-θρησκευτικού μίσους και ιστορικών γεγονότων χαμένων στην εθνικιστική μετάφραση.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Μνημείο υπέρ του UCK στην Πρίζρεν, στο Νότιο Κόσοβο. (foto: khalida)

 

Ο ‘αριστερός εθνικισμός’ του Albin Kurti

Το πρώτο κιόλας βράδυ, συναντήσαμε τον Albin Kurti, αρχηγό του σχετικά νέου και ανερχόμενου κόμματος του Κοσόβου, Vetëvendosje (http://www.vetevendosje.org/en/), που σημαίνει «αυτοδιάθεση». Σε πολύ καλά αγγλικά και με αρκετές αναφορές σε σύγχρονους και παλαιότερους κλασικούς στοχαστές της πολιτικής θεωρίας και της Αριστεράς, περιέγραψε την σημερινή κατάσταση του Κοσόβου με μελανά χρώματα. Μίλησε πολύ για την Οικονομία: «Δεν υπάρχει παραγωγή εδώ, ζούμε καταναλώνοντας τα λεφτά που μας στέλνει η Διασπορά. Έτσι ζει σήμερα το Κόσοβο». Πρωταρχικός στόχος του κόμματός του είπε ότι είναι η στροφή στην παραγωγή, καθώς «production collectivizes, consummation individualizes», όπως είπε. Στάθηκε πολύ κριτικά απέναντι στη βοήθεια της διεθνούς κοινότητας. «Μας πήγαν από τη φυλακή (Σερβία) στο νοσοκομείο (ΟΗΕ) και τώρα μας στέλνουν στο σχολείο (προϋποθέσεις για ένταξη στην ΕΕ). Πρωταρχικός στόχος της διεθνούς κοινότητας είναι η σταθερότητα και όχι η ανάπτυξη. Όμως, η σταθερότητα είναι ένας υπερ-συντηρητικός στόχος που ασχολείται με τη διαχείριση κρίσεων και στοχεύει  στην ειρήνη με κάθε κόστος. Εμείς πιστεύουμε ότι πρώτα έρχεται η ανάπτυξη και μετά η σταθερότητα. Και η ανάπτυξη είναι εσωτερικό ζήτημα. Θέλουμε να στηρίξουμε τους φτωχούς για να στηρίξουν κι αυτοί μετά τη χώρα».

Αυτοπροσδιορίστηκε ως αριστερός, αλλά όταν άρχισε να μιλάει για τα εθνικά ζητήματα, οι ορισμοί μπερδεύτηκαν, κι εγώ μαζί τους. Ξεκαθάρισε μεν ότι δεν του αρέσει ο όρος «εθνικός» γιατί πριν από το έθνος, στο Κόσοβο έφτασε η εθνοκάθαρση. Όμως, «τα έθνη είναι εδώ για να μείνουν στον 21οαι. και η αριστερά πρέπει να επανοικειοποιηθεί τους όρους ‘κράτος, οικονομία, έθνος’». Εξέφρασε την πεποίθησή τους ότι το κράτος του Κοσόβου δεν μπορεί να ολοκληρωθεί, αν δεν αποκτήσει εδαφική ακεραιότητα και πλήρη έλεγχο σε όλη την επικράτειά του. Όσο το βόρειο κομμάτι της χώρας, από τη Βόρεια Μιτροβίτσα και πάνω, ελέγχεται από το Βελιγράδι (θα εξηγήσουμε λίγο παρακάτω τι ακριβώς συμβαίνει από τη Μιτροβίτσα και βορειότερα), το Κόσοβο δεν μπορεί να είναι αυτόνομο και να ορίζει το ίδιο την τύχη και την πορεία των κατοίκων του. «We got stuck in independence» ήταν το συμπέρασμα του Albin Kurti. Αυτό που δεν είπε, αλλά υπονόησε ευθέως με την πιο πάνω αποστροφή του λόγου του, είναι ότι η πλέον επιθυμητή λύση στο εθνικό ζήτημα του Κοσόβου θα ήταν η ένωση με την Αλβανία. Αρκούσαν λίγες κουβέντες με τους ντόπιους για να αντιληφθεί κανείς αυτόν τον βαθύ πόθο. Η συντριπτική πλειοψηφία των Κοσοβάρων είναι Αλβανοί και μιλούν αλβανικά. Οι σημαίες που θα δει κανείς αναρτημένες είναι αλβανικές και κανείς δεν φαίνεται να εκφράζεται από την εθνική σημαία του Κοσόβου, η οποία θεωρούν ότι τους επιβλήθηκε εξ ανάγκης. Την συναντά κανείς μόνο σε δημόσια κτήρια. Στην κεντρική πλατεία δεσπόζει ένα πελώριο άγαλμα του Σκεντέρμπεϊ, εθνικού ήρωα της Αλβανίας.

Μια τέτοια ένωση όμως, απαγορεύεται ρητά από το Σύνταγμα και τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου. Το κράτος του Κοσόβου δεν μπορεί να προσχωρήσει σε καμία άλλη χώρα, ποτέ. Πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητο. Αυτός είναι ο βασικός όρος για να συνεχίζει η διεθνής κοινότητα να το «υποστηρίζει». Καλό;

Η Μιτροβίτσα ή αλλιώς ‘παντού είναι μίσος’

το δημαρχείο της Mitrovica με Κοσοβάρικη, Αλβανική, Αμερικανική, Νατοϊκή, & Ευρωπαϊκή σημαία (foto: khalida)

το δημαρχείο της Mitrovica με Κοσοβάρικη, Αλβανική, Αμερικανική, Νατοϊκή, & Ευρωπαϊκή σημαία (foto: khalida)

 

Η ένωση με την Αλβανία βέβαια, θα αποτελούσε εκτός των άλλων, casus belli για τη Σερβία, η οποία ακόμη δεν έχει αναγνωρίσει το Κόσοβο ως ανεξάρτητο κράτος. Η άρνηση αυτή της Σερβίας δεν μένει στο θεωρητικό επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής και των διεθνών σχέσεων. Μια επίσκεψη στη Μιτροβίτσα, τη μεγαλύτερη πόλη στο βορρά του Κοσόβου, αρκεί για να αντιληφθεί κανείς πώς κυλά η ζωή σε ημι-εμπόλεμη κατάσταση. Η πόλη είναι χωρισμένη στα δύο, με φυσικό σύνορο, ανάμεσα στο βόρειο και στο νότιο κομμάτι, τον ποταμό Ίμπαρ. Στη θεωρία των διεθνών σχέσεων της περιοχής, θα διαβάσετε ότι μέχρι το 2013, η πόλη ήταν de facto αποχωρισμένη κυριαρχικά από το υπόλοιπο Κόσοβο. Λειτουργούσαν εκεί παράλληλοι θεσμοί, (δήμαρχος, πανεπιστήμιο, σχολεία, νοσοκομεία) οι οποίοι συνδέονταν με και υποστηρίζονταν από τη Σερβία. Το 2013, υπεγράφη στις Βρυξέλλες μια συμφωνία, ανάμεσα στις αρχές του Βελιγραδίου και της Πρίστινα, η οποία προέβλεπε την ενσωμάτωση της Βόρειας Μιτροβίτσας και των υπόλοιπων βόρειων περιφερειών που ελέγχονταν από το Βελιγράδι, στην πλήρη κυριαρχία του Κοσόβου.

Πάμε τώρα, αρχές του 2015, στη γέφυρα του ποταμού Ίμπαρ, ακριβώς στο κέντρο της Μιτροβίτσα. Το πέρασμα είναι ακόμη ‘βομβαρδισμένο’ (κυριολεκτικά), δεν υπάρχουν συρματοπλέγματα, ούτε έλεγχος εγγράφων μεν, αλλά υπάρχουν διάφορα «εμπόδια», σαν οδοφράγματα και μόνιμη φύλαξη από Ιταλούς Καραμπινιέρι. Το όνομα του περάσματος δίνει μια ιλαροτραγική νότα στα πράγματα: «Πλατεία Ειρήνης». Η πόλη είναι απολύτως χωρισμένη στα δύο. Στη βόρεια πλευρά υπάρχουν σερβικές σημαίες, μένουν σχεδόν μόνο Σέρβοι, μιλούν και διδάσκονται μόνο σέρβικα, χρησιμοποιούν το σερβικό δηνάριο και δεν συναναστρέφονται ποτέ τους λιγοστούς Κοσοβάρους-Αλβανούς που μένουν εκεί. Μια Σέρβα από το Βελιγράδι, που ζει και εργάζεται 10 χρόνια τώρα στη Μιτρόβιτσα, στο κέντρο προώθησης νεανικής επιχειρηματικότητας (σ.σ. το ποσοστό ανεργίας των νέων στο Κόσοβο είναι στο 60%) του Σέρβικου Πανεπιστημίου της Μιτροβίτσα, μας λέει ότι Σέρβοι και Αλβανοί, που έχουν στην οικογένεια κάποιο θύμα από τον πόλεμο του Κοσόβου (είτε νεκρό, είτε εξαφανισθέντα) δεν διασχίζουν ποτέ το ποτάμι, για να περάσουν στην απέναντι πλευρά. Τίποτα δεν έχει ξεχαστεί. Είναι μόνο 15 χρόνια, άλλωστε. Όλοι οι άνθρωποι έχουν ζωντανές τις μνήμες του πολέμου. Κυρίως είναι ζωντανό το μίσος. Στο νότιο κομμάτι της πόλης, τα ίδια μηνύματα. Ένας Κοσοβάρος-Αλβανός, σερβιτόρος ενός εστιατορίου το οποίο βρίσκεται, κυριολεκτικά, ακριβώς στο σημείο που τελειώνει η γέφυρα και αρχίζει η νότια Μιτροβίτσα, μας λέει ότι είναι 18 χρονών και ποτέ δεν έχει διασχίσει τη γέφυρα κι ούτε θέλει να το κάνει. Δεν υπάρχει τίποτα απέναντι που να τον ενδιαφέρει. Για του λόγου το αληθές, όταν η Σέρβα μας είπε ότι το Κόσοβο είναι ακόμη σερβικό έδαφος, η Κοσοβάρα-Αλβανίδα συνοδός μας άρχισε να φυσάει, να ξεφυσάει, να γίνεται κόκκινη και πράσινη και να λέει στους διπλανούς της στην αίθουσα, ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι τρελοί. Δεν αντάλλαξαν ούτε ένα βλέμμα οι δυο τους, κι ας ήμασταν στην ίδια μικρή αίθουσα για μία ώρα. Είναι και οι δυο γύρω στα τριάντα.

"You shall not pass". Πεζή διέλευση από την Βόρεια στη Νότια Μιτροβίτσα. (foto: olivia herman)

“You shall not pass”. Πεζή διέλευση από την Βόρεια στη Νότια Μιτροβίτσα. (foto: olivia herman)

 

Η εικόνα της πόλης, ειδικά στο βόρειο κομμάτι είναι αποκαρδιωτική. Σκουπίδια κυριολεκτικά παντού. Οι δρόμοι, τα χωράφια και το ποτάμια γεμάτα πλαστικές σακούλες. Εις μάτην αναζητούσα κάδους σκουπιδιών. Ήταν σαφές ότι καμία κρατική υπηρεσία δεν υπήρχε για να αναλάβει αυτό το έργο. Όπως και ένα άλλο έργο…όταν ρωτήσαμε απορημένοι, τη Σέρβα ξεναγό μας, γιατί τα περισσότερα αυτοκίνητα δεν έχουν πινακίδες στη Βόρεια Μιτρόβιτσα, εκείνη μας απάντησε, με τη μεγαλύτερη φυσικότητα του κόσμου: «Μα γιατί δεν τις χρειάζονται! Κανείς δεν ελέγχει και δε ζητάει νόμιμη άδεια κυκλοφορίας εδώ. Δεν υπάρχει νόμος, δεν υπάρχει αστυνομία, δεν υπάρχει δικαστήριο», έχουν εφαρμόσει την Αναρχία σκέφτηκα προς στιγμήν, θα ‘ναι ωραία να ζεις εδώ. Η Σβετλάνα συνέχισε όμως «Προσέξτε μην σας χτυπήσει κανένα αυτοκίνητο, γιατί απλά δεν θα ασχοληθεί κανείς. Τις προάλλες, μαχαίρωσαν μέχρι θανάτου έναν πατέρα που περίμενε το παιδάκι του, έξω από έναν παιδικό σταθμό, στην κεντρική πλατεία. Δεν έγινε καμία έρευνα και κανείς δεν ασχολήθηκε με το περιστατικό». Η έννοια της κοινότητας, του αλληλοσεβασμού, της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας δεν υπάρχουν σ’ αυτήν την ‘αναρχική’ κοινωνία. Οι άνθρωποι εδώ είναι σκληροί, σημασία έχει η ράτσα και η επιβίωση. Και ξέρουν καλύτερα απ’ όλα να μισούν.

Είχε λαϊκή εκείνη την ημέρα στη Μιτροβίτσα. (foto: olivia herman)

Είχε λαϊκή εκείνη την ημέρα στη Μιτροβίτσα. (foto: olivia herman)

 

Follow the money

Στο υπόλοιπο Κόσοβο, το οποίο έχει και κυβέρνηση και νόμους και αστυνομία και δικαστήρια, η κατάσταση δεν είναι και πολύ πολύ καλύτερη. Η διαφθορά είναι το νούμερο ένα πρόβλημα. Η αρχισυντάκτρια της εφημερίδας Zeri (http://www.zeri.info/), της μεγαλύτερης ανεξάρτητης εφημερίδας του Κοσόβου, μας είπε, ότι έχουν καθημερινά στην πρώτη σελίδα τουλάχιστον 2 θέματα διαφθοράς δημοσίων λειτουργών, τα οποία αποκαλύπτουν ακολουθώντας τον παλιό δημοσιογραφικό κανόνα ‘follow the money’. Ένα πρόσφατο σκάνδαλο μεγάλων διαστάσεων ήταν ένα κύκλωμα πώλησης οργάνων, το οποίο είχε στηθεί μέσα σε δημόσιο νοσοκομείο, από Αλβανούς και Τούρκους γιατρούς. Στην Πρίστινα πάντως, το μεγαλύτερο κύκλωμα της μαφίας κινείται γύρω από την οικοδομή. Η ανεξάρτητη δημοσιογραφία είναι ένα επικίνδυνο άθλημα στο Κόσοβο, κατά τη γνώμη της. Η ίδια έχει δεχτεί αρκετές φορές απειλές για τη ζωή τη δική της και των παιδιών της. Τα δύο πιο «επικίνδυνα» θέματα είναι η διαφθορά και η θρησκεία, όπως μας είπε. Δεδομένης της χαμηλής δημοφιλίας της θρησκείας στο Κόσοβο (οι Κοσοβάροι-Αλβανοί είναι κατά κύριο λόγο μουσουλμάνοι, αλλά ελάχιστοι ακολουθούν τις μουσουλμανικές διδαχές στην καθημερινότητά τους), η παραπάνω αποστροφή μας κίνησε την περιέργεια.  Μας εξήγησε ότι είναι αυξημένη η διείσδυση του ISIS στο Κόσοβο και έχουν υπάρξει ήδη πολλά περιστατικά νέων που εγκαταλείπουν τη χώρα για να πολεμήσουν στο πλευρό του ISIS στη Συρία. Μάλιστα 4 ιμάμηδες συνελήφθησαν πρόσφατα για «προσηλυτισμό». Εντονότατο είναι και το πρόβλημα της παρουσίας κυκλωμάτων  παράνομης διακίνησης μεταναστών μέσω του Κοσόβου, με προορισμό τα σερβο-ουγγρικά σύνορα. Ένας συντάκτης της εφημερίδας ακολούθησε ένα τέτοιο καραβάνι στο ταξίδι του και κατέγραψε την εμπειρία. Και ο μισθός του μέσου συντάκτη της εφημερίδας για δουλειά 12 τουλάχιστον ωρών; 600€.

 

Οι τουρίστες του Κοσόβου

Κάποιος να μας φυλάει. Πάνω στη γέφυρα που χωρίζει τη Μιτροβίτσα στα δύο. (foto: volha shavela)

Κάποιος να μας φυλάει. Πάνω στη γέφυρα που χωρίζει τη Μιτροβίτσα στα δύο. (foto: volha shavela)

 

Τι είναι αυτό που εμποδίζει την ένταση να εκδηλωθεί λοιπόν; Οι περίπου 5.000 στρατιώτες του ΝΑΤΟ, θα έλεγαν οι κακοπροαίρετοι. Όταν μας πληροφόρησαν για την επίσκεψή μας στο νότιο μεγάλο στρατόπεδο του ΝΑΤΟ, αυτό της γερμανικής αποστολής, μια αηδία ένιωσα να μου φτάνει στο στόμα. Όχι για τους Γερμανούς, αλλά για τους στρατιώτες και τον πόλεμο. Μπήκαμε στο στρατόπεδο και όλα ήταν όσο θλιβερά τα είχα φανταστεί. Νέοι άντρες και γυναίκες, μέχρι 30 χρονών οι περισσότεροι, να βαράνε προσοχή και να χαιρετάνε τυποποιημένα.

Και μετά άρχισε να μας μιλάει ένας νεαρός. Το ύφος του ήταν ελαφρώς τρομαγμένο, καθώς την παρουσίαση παρακολουθούσε και ο ανώτερός του, αλλά και πολύ ανθρώπινο. Παράξενα ανθρώπινο για επαγγελματία στρατιώτη. Στο τέλος μας είπε ότι είναι μεταφραστής του γερμανικού στρατού κανονικά και έχει βρεθεί για 6 μήνες στην αποστολή του Κοσόβου. Τόσο είναι και το μέσο διάστημα που κάθονται οι πιο πολλοί, απ’ όσο μας είπε. Ένας άλλος, ο ‘ξεναγός’ μας στις εγκαταστάσεις του στρατοπέδου, μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά, εκτός των γερμανικών, και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να πιάσει κουβέντα για πράγματα εκτός του στρατοπέδου. Χαριτωμένος καθώς ήταν, του κάναμε την χάρη και τον ρωτήσαμε πώς και γιατί βρέθηκε στο Κόσοβο. Ήταν μηχανικός αεροσκαφών και αυτός ήταν ο τελευταίος του μήνας, όχι μόνο στο Κόσοβο, αλλά και στον γερμανικό στρατό γενικά. Είχε κάνει ένα συμβόλαιο 12ετίας με τον στρατό, προκειμένου να σπουδάσει δωρεάν και να βρει άμεσα δουλειά. Έχει τη δυνατότητα να ανανεώσει το συμβόλαιο και να μείνει μόνιμα στο στρατό, αλλά δε θα το κάνει. Θα φύγει και θα αρχίσει να ψάχνει δουλειά στη Γερμανία. Και πώς είναι η καθημερινότητά τους; Βαρετή, απάντησαν όλοι όσους ρωτήσαμε. Βάρδιες εντός του στρατοπέδου και τυπικές εργασίες, αφού η κατάσταση έχει ομαλοποιηθεί πλέον στον Κόσοβο…

Ποια ήταν η τελική εντύπωση για την περίφημη KFOR (Kosovo Force); Παντελής έλλειψη επαφής με την κοινωνία και την πραγματικότητα του Κοσόβου, την οποία καλούνται να ‘προστατεύσουν’. Επαγγελματίες οπλίτες που μετράνε τις μέρες αντίστροφα ώσπου να φύγουν από αυτή τη βαρετή γωνιά της Ευρώπης. Καμία προσπάθεια κατανόησης της πολύπλοκης συνθήκης της περιοχής. Τουρίστες στα υψώματα του Κοσόβου.

Το παντεσπάνι

Μια ανάσα να δώσεις στον άνθρωπο και θα σου κάνει τέχνη. Αυτό σκεφτόμουν διαρκώς, ενώ καθόμουν στο θέατρο ODA (http://www.teatrioda.com/en-us/Home) παρακολουθώντας το τρέιλερ της φανταστικής τους περφόρμανς στο φεστιβάλ του Εδιμβούργου, το περασμένο καλοκαίρι (https://www.youtube.com/watch?v=5Ee1XkqvDuI&feature=youtu.be). Αυτοί οι άνθρωποι είναι ουσιαστικά εγκλωβισμένοι εδώ, σ’ αυτή τη γη. Με το κοσοβάρικο διαβατήριο δεν πας μακριά, άντε μέχρι την Αλβανία, την ΠΓΔΜ, την Τουρκία και μερικές ακόμη χώρες. Για να μπεις στην Ευρώπη θες βίζα, την οποία δύσκολα παίρνεις, καθώς τα ευρωπαϊκά κράτη φοβούνται την μετανάστευση των Κοσοβάρων ανέργων στα εδάφη τους. Επιπλέον η βίζα είναι ακριβό σπορ (περίπου 200€ η κάθε άδεια), ειδικά σε μια χώρα όπου ο κατώτατος μισθός είναι 170€. Φαντάσου τώρα να έχεις τον νεαρότερο ηλικιακά πληθυσμό στην Ευρώπη, τον ταχύτερο ρυθμό δημογραφικής ανάπτυξης και τον υψηλότερο δείκτη νεανικής ανεργίας. Εκρηκτικό μείγμα.

Διέξοδος λοιπόν είναι η τέχνη, ανάγκη και όχι πολυτέλεια, σύμφωνα με ένα από τα ιδρυτικά μέλη του θεάτρου ODA, που μας μίλησε. Διέξοδος και κανάλι επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Το ίντερνετ έχει συμβάλλει καθοριστικά σε αυτή την ανάσα των νέων του Κοσόβου. Και πραγματικά είναι εντυπωσιακή η διείσδυσή του, ειδικά στην Πρίστινα. Η πόλη είναι σχεδόν παντού και πάντα ‘on line’. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο τρόπος κλήσης ραδιοταξί: κάνεις αναπάντητη στο viber ή στέλνεις εκεί μήνυμα και το ταξί φτάνει σε 1’.

Συγκλονιστική ήταν επίσης η μικρού μήκους ταινία του Ujkan Hysaj, με τον τίτλο «Kolona» (https://www.youtube.com/watch?v=UBBkMsCcyFo), εμπνευσμένη από ένα πραγματικό τραγικό περιστατικό του πολέμου στο Κόσοβο. Κι έπειτα εμφανίστηκε μια ομάδα ‘θεότρελων’ γραφιστών και web designers, οι οποίοι ένα βράδυ, αποφάσισαν να ιδρύσουν ένα σατυρικό κόμμα, «The strong party» (https://strongparty.wordpress.com/) διακωμωδώντας την πολιτική ζωή του Κοσόβου και στο τέλος κέρδισαν μια έδρα στις τοπικές εκλογές!

Το οδικό πέρασμα από τη Βόρεια στη Νότια Μιτροβίτσα. (foto: volha shavela)

Το οδικό πέρασμα από τη Βόρεια στη Νότια Μιτροβίτσα. (foto: volha shavela)

 

Να σκοτώνονται οι λαοί για τ’ αφέντη το φαΐ.

Συμπέρασμα φυσικά δεν υπάρχει. Το Κόσοβο είναι ένας γόρδιος δεσμός, ο οποίος σίγουρα δεν λύνεται με τον τρόπο που προσπαθεί η «διεθνής κοινότητα». Θεσμοί και κόντρα θεσμοί και νέο σύνταγμα και νέοι νόμοι και οικοδόμηση του νέου κράτους. Όλα τα σκέφτηκαν. Ξέχασαν όμως τους ανθρώπους. Από το ’99 και μετά, σταμάτησαν οι επιθέσεις σε βάρος των Αλβανών, στο έδαφος του Κοσόβου, είναι όμως συχνότατες οι επιθέσεις κατά των Σέρβων που μένουν ακόμη εκεί. Εκδίκηση γαρ. Κοινά σχολεία δεν υπάρχουν κι ούτε τα παιδιά διδάσκονται πια τη γλώσσα του γείτονα. Έτσι, δεν μπορούν καν να μιλήσουν μεταξύ τους, στην παιδική χαρά. Τα βιβλία ιστορίας των Κοσοβάρων-Αλβανών και των Κοσοβάρων-Σέρβων περιέχουν διαφορετικές εκδοχές των ίδιων γεγονότων, χτίζοντας επ’ αόριστον την έχθρα. Οι νεκροί της κάθε πλευράς είναι ιεροί και ταυτόχρονα είναι η άγκυρα στο παρελθόν και το φρούριο που χωρίζει τους ζωντανούς.

Ποιος ωφελείται όμως, στο τέλος της μέρας, από τον γόρδιο δεσμό του Κοσόβου; Οι υπάλληλοι της πολυπληθέστατης αποστολής της ΕΕ, οι τουρίστες της KFOR και των λοιπών οργανισμών που έχουν αποστολές εκεί και οι οποίοι βρίσκουν ακόμη καλοπληρωμένες δουλειές, τα παράνομα κυκλώματα που δουλεύουν ανενόχλητα, επωφελούμενα την απουσία ισχυρού και ανεξάρτητου κράτους, οι διεφθαρμένοι πολιτικοί που συνεχίζουν να εισπράττουν και το οικονομικό κεφάλαιο που εκμεταλλεύεται το πάμφθηνο εργατικό δυναμικό. Όλοι οι υπόλοιποι κολυμπούν στο πέλαγος του μίσους, με κίνδυνο να χαθούν εκεί για πάντα.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Άποψη της Πρίστινα από ψηλά. Στο κέντρο διακρίνεται η βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου. (foto: khalida)

 

 




πετάει το λιοντάρι

 

Ένα φτερωτό λιοντάρι, με ένα ανοιχτό βιβλίο/ευαγγέλιο παρά πόδας. Αυτό διάλεξαν σαν σύμβολο της Βενετίας. Αφήνω στην άκρη το βιβλίο, για την ώρα, και σκέφτομαι το συμβολισμό ενός λέοντα με φτερά. Το λιοντάρι από μόνο του είναι σύμβολο εξουσίας, δύναμης και επιβολής. Αν του βάλεις και φτερά τι γίνεται άραγε; Δεν είναι η απόλυτη υπεροψία; Η απόλυτη υπερβολή και επίδειξη δύναμης; Άμα το βάλεις να κρατάει και το ευαγγέλιο, δηλαδή έχει και «το θεό βοήθεια», ποιος τολμάει να τα βάλει μαζί του; Υπάρχουν βέβαια θεωρίες, που λένε πως δεν είναι ευαγγέλιο, αλλά το βιβλίο των νόμων. Και πάλι, ένα φτερωτό λιοντάρι που ξέρει τους νόμους, δεν φαντάζει εύκολος αντίπαλος.

Δεν ξέρω αν μας επηρεάζουν τα σύμβολα πιο πολύ απ’ ό,τι τα διαλέγουμε εμείς για να μας χαρακτηρίσουν. Οι ιστορίες λένε πως οι κάτοικοι της Βενετίας, αλλά βάσικα οι έμποροι της Βενετίας, όταν άρχισαν να αναδεικνύονται σαν δύναμη της περιοχής, έψαχναν έναν τρόπο να εδραιώσουν την θέση τους, στην κούρσα για τη δυνατότερη ιταλική πόλη, μετά τη Ρώμη και ιδιαίτερα, απέναντι στο αντίπαλο δέος της Βόρειας Ιταλίας, την Γένοβα. Και πώς αλλιώς να ενισχύσεις το προφίλ σου, πρώιμος Μεσαίωνας γαρ, παρά φιλοξενώντας τη σωρό ενός εξέχοντος μέλους της χριστιανικής παράδοσης; Η Ρώμη καπάρωσε τον Πέτρο, όμως οι Βενετσιάνοι σκέφτηκαν ότι μπορούσαν να τα καταφέρουν καλύτερα. Ένας από τους τέσσερις ευαγγελιστές μπορούσε να γίνει δικός τους. Πήγαν, λοιπόν, με τον ιερό αυτό σκοπό στην Αίγυπτο, βρήκαν τη σωρό του Μάρκου, την κάλυψαν με χοιρινό λίπος, ώστε να εμποδίσουν τους μουσουλμάνους να την αγγίξουν και το σωτήριον 828 μ.Χ., επέστρεψαν θριαμβευτές στην «Γαληνοτάτη».

Κι από τότε η Serenisima Republica Veneta, μόνο καυχιέται. Για την ομορφιά της, την μοναδικότητά της, την υπεροχή της, τον ρομαντισμό της, τα κανάλια, τα παλάτια, τις γέφυρές και τον ευαγγελιστή της. Είναι στ’ αλήθεια υπερβολικά όμορφη η Βενετία. Και μοναδική. Αν την καλοκοιτάξεις όμως, μοιάζει με πόρνη πολυτελείας. Σαν ακριβοπληρωμένο, πανέμορφο μοντέλο, που σου επιτρέπει, αν έχεις γεμάτη τσέπη, να γευτείς την ομορφιά της.

Βλέποντας τα κτίρια στην Piazza San Marco και τα αρχοντικά στο Grand Canal σκέφτομαι πως, αν αυτή είναι μια από τις γενέτειρες του καπιταλισμού, η τόση ομορφιά της, δεν μπορεί να είναι ασύνδετη με την παντοδυναμία και μακροημέρευση του οικονομικού αυτού τερατουργήματος. Ένα σύστημα με τόσο σκληρό κι αμίληκτο πυρήνα, χρειάζεται μια τέτοια ομορφιά για να πλασαριστεί. Και προχωρώντας στη σκέψη, είναι άραγε ένα από τα στοιχεία της επιτυχίας του καπιταλισμού, αυτή η επένδυση στην ομορφιά; Κι ακόμη, τι είναι εκείνο που έκανε τους πρώτους καπιταλιστές, τους έμπορους και τους τραπεζίτες της Ιταλίας, να επενδύουν στην τέχνη και στην καλαισθησία;

Σ’ αυτή την πόλη δεν υπάρχουν προβλήματα. Είναι ένας ού τόπος. Χωρίς άστεγους, χωρίς μετανάστες, χωρίς επαίτες. Χωρίς πόνο, χωρίς φτώχεια. Χωρίς παιδιά των φαναριών, αφού δεν έχει καν φανάρια, ούτε αυτοκίνητα, ούτε μποτιλιάρισμα, ούτε μόλυνση. Μόνο ωραία τοπία, το ένα μετά το άλλο, μοναδικά και ανεπανάληπτα σημεία, στημένα σκηνικά για την τέλεια φωτογραφία. Είναι σαν όλα τα προβλήματα να κύλησαν μακριά, μέσα στα θολά νερά των άπειρων καναλιών της.

Τα θολά νερά όμως, πάντα κάτι κρύβουν. Έτσι και στη Βενετία, ο τουρίστας που θα μείνει στην επιφανεια, πάνω από τα θολά νερά της Laguna, θα δει μια πόλη παραμυθένιας ομορφιάς και μηδενικής ανέχειας. Εκείνος που θα ψάξει λίγο παραπάνω, μπορεί να βρει τα δύο της πανεπιστήμια και τις ατμοσφαιρικές φοιτητικές περιοχές της, μακριά από τις ορδές με το τουριστομάνι, εκεί που θα πιει το καπουτσίνο του ανάμεσα σε ντόπιους.

Ο άλλος, ο πειραγμένος τουρίστας, θα ψάξει για «κίνημα» στη Βενετία. Πολλοί θα γελάσουν μαζί του, αλλά αυτός θα δικαιωθεί. Στ’ αλήθεια, τα θολά νερά κρύβουν ένα διαμαντάκι. Στη Βενετία σήμερα υπάρχουν τρία κατειλημμένα κοινωνικά κέντρα. Παλαιότερο και πιο δυναμικό το Laboratorioccupato Morion. Στεγάζεται σε ένα υπέροχο κτίριο, το οποίο στο παρελθόν ήταν αρχικά εγκαταλελειμμένο και αργότερα κατάληψη αστέγων. Τα παιδιά του Morion βρίσκονται εκεί ήδη από το 2001. Εντός της κατάληψης έχουν στήσει ένα πολύ ενημερωμένο βιβλιοδισκοπωλείο, ενώ κάθε εβδομάδα κάνουν εκδηλώσεις και πολυ επιτυχημένα πάρτυ. Ο χώρος είναι διακοσμημένος, φυσικά, με αφίσες πολιτικού περιεχομένου και οι δράσεις τους επικεντρώνονται κυρίως στο μεταναστευτικό/ προσφυγικό ζήτημα και στο στεγαστικό πρόβλημα. Η επιτυχία του Morion, όπως μου λέει ο Τ. οφείλεται στη σχέση που έχει αναπτύξει η κατάληψη με τη γειτονιά. Το ίδιο το κτίριο έχει κοινωνική ιστορία και συμβολισμό για την περιοχή. Στο παρελθόν ήταν εγκαταλελειμμένο για πολλά χρόνια, πριν γίνει κατάληψη στέγης και τώρα κοινωνικό κέντρο. Σήμερα η κατάληψη είναι εξωστρεφής και ανοιχτή στο κοινό. Γίνονται συνεχώς εκδηλώσεις και δράσεις που αφορούν τους κατοίκους και τα παιδιά της γειτονιάς.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

foto: khalida

Η βασική μου απορία είναι η σχέση τους με την αστυνομία. Ο Τ. μου εξηγεί ότι στη Βενετία, όπως και σε όλες τις διατηρητέες πόλεις, οι καταλήψεις έχουν ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα. Η αστυνομία δεν μπορεί να πραγματοποιήσει επιχειρήσεις εκκένωσης, λόγω της παλαιότητας των κτιρίων. Επιπλέον τα στενά σοκάκια της Βενετίας, καθιστούν αδύνατο τον αιφνιδιασμό και τη συγκέντρωση μεγάλου αριθμού αστυνομικών, όπως και τη χρήση οποιουδήποτε οχήματος. Πέραν αυτών, η γειτονιά είναι πλήρως αλληλέγγυα στην κατάληψη και την υπερασπίζεται όποτε αυτή στοχοποιείται από την αστυνομία.

Χρειάζεται όμως η Βενετία ένα κατειλημμένο κέντρο; Έχει η Βενετία προβλήματα; Το βασικότερο πρόβλημα της πόλης είναι η έλλειψη στέγης. Στην Ελλάδα βλέπεις, το λύσαμε αυτό δίνοντας αντιπαροχή μέχρι και τους καμπινέδες και τώρα έχει ο κάθε Έλληνας το δικό του σπιτάκι και οι πόλεις μας το μαύρο τους το χάλι. Οι Βεντσιάνοι όμως που δεν τη σκέφτηκαν αυτή τη λύση, μετέτρεψαν ολόκληρη την πόλη τους σε ένα εκθαμβωτικό αξιοθέατο. Άμεση συνέπεια αυτού, ήταν η εκτίναξη των τιμών των ακινήτων. Ο ντόπιος πληθυσμός έχει από χρόνια μετακινηθεί στα προάστια πέρα από τη γέφυρα, στο Mestre και στη Marghera, και πάνω στο νησί της Βενετίας μένουν πια 60,000 άνθρωποι. Είναι άλλωστε χαρακτηριστική η εικόνα ερήμωσης που παρουσιάζει η πόλη μόλις πέσει το σκοτάδι. Αυτή τη στιγμή, πάνω στο νησί της Βενετίας διατηρούνται 60 καταλήψεις στέγης στις οποίες μένουν άτομα και οικογένειες. Η παλαιότερη είναι ήδη 10 ετών, όπως μου λένε τα παιδιά του Morion, με περηφάνεια. Υπάρχει όμως ένα στοιχείο το οποίο μου τονίζουν ιδιαίτερα. «Φροντίζουμε οι καταλήψεις να μην γίνονται κέντρα διακίνησης ναρκωτικών. Πριν επέμβει η αστυνομία, έχουμε επέμβει εμείς, οπότε δεν τους δίνουμε τη δυνατότητα να μας στοχοποιήσουν». Μ’ αυτό τον τρόπο διατηρούν και την αλληλεγγύη της γειτονιάς.

Οι άλλες δύο καταλήψεις είναι η L.i.S.C. και η S.a.L.E. Docks, οι οποίες επικεντρώνονται κυρίως σε καλλιτεχνικές δράσεις, εκθέσεις, μαθήματα αυτομόρφωσης, διατήρηση αναγνωστηρίου και βιβλιοθήκης. Όλες οι καταλήψεις της Βενετίας βρίσκονται σε συνεχή εσωτερική επικοινωνία και συντονισμό μεταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει, όπως μου λένε, και με τα περισσότερα κατειλημμένα κέντρα της Ιταλίας. Πραγματοποιούν καθιερωμένες συνελεύσεις μέσω skype για τον συντονισμό των δράσεών τους.

foto από εδώ

foto από εδώ

Μία από τις πιο προβεβλημένες και επιτυχημένες δράσεις τους πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Ιούνιο, σε συνεργασία με τους συντρόφους τους από το Μιλάνο. Το όνομα της επιχείρησης: “No borders train”. Όπως μου λέει η S. σκοπός της επιχείρησης ήταν να συνοδεύσουν 60 πρόσφυγες από την Ιταλία στην Ελβετία, με σκοπό να υποβάλουν εκεί αίτημα ασύλου, βοηθώντας τους να αποφύγουν τους λαθρέμπορους και τους επικίνδυνους δρόμους μετανάστευσης. Συγκέντρωσαν λοιπόν, 180 αλληλέγγυους, έκαναν πολλά πάρτυ και γεύματα ενίσχυσης της δράσης και τελικά αγόρασαν 180+60 εισιτήρια ενός τραίνου με προορισμό την Ελβετία. Η αστυνομία τους καθυστέρησε στην επιβίβαση, τους καθυστέρησε στην αποβίβαση, αλλά δεν μπορούσε να τους αρνηθεί να ταξιδέψουν. Την αιφνιδίασαν. Είχαν άλλωστε όλοι νόμιμα εισιτήρια και οι αλληλέγγυοι ήταν τριπλάσιοι από τους πρόσφυγες. Το σχέδιο ήταν καλοστημένο. Στην Ελβετία, τους κράτησαν 5 ώρες στο σταθμό, οι αλληλέγγυοι με τους πρόσφυγες όμως, είχαν έτοιμα τα αίτήματα ασύλου και τα παρέδωσαν αμέσως στους αστυνομικούς, με αποτέλεσμα οι πρόσφυγες να μην μπορούν πια να απελαθούν, λόγω της ιδιότητας τους ως αιτούντες άσυλο. Η αποστολή στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Μια επίθεση εκ των έσω στην «Ευρώπη Φρούριο».

Αυτή την εποχή, ο κόσμος των κατειλημμένων κέντρων της Βενετίας επικεντρώνεται σε καταλήψεις δημόσιων κτιρίων και κινητοποιήσεις, ενάντια στην απλήρωτη εργασία των νέων, στις εκθέσεις Expo 2015 Milano, Expo Venice, AQUAE 2015. «Είμαστε φοιτητές, έχουμε προσόντα, δεν είμαστε σκλάβοι, δεν δουλεύουμε δωρεάν», «Αν είναι δωρεάν, δεν είναι δουλειά» είναι μερικές από τις φράσεις που χρησιμοποιούν, ενώ το hashtag τους τα λέει όλα: #‎illavorosipagabastardi. (#ηεργασίαπληρώνεταιμπάσταρδοι).

foto από εδώ

foto από εδώ

Η συζήτηση με τα παιδιά του Morion έβγαλε κι άλλα πολύ ενδιαφέροντα. Αν πρέπει να σταθώ σε ένα από αυτά, είναι η οργάνωση και η προετοιμασία πριν από τις πορείες. Όπως μου λέει ο Ε. η προετοιμασία αρχίζει μέρες πριν. Όλα τα εφόδια μεταφέρονται σταδιακά στο σημείο της «μάχης». «Δεν κουβαλάμε τίποτα επάνω μας, πέρα από το full face και το κράνος. Φοράμε μόνο μαύρα ρούχα, χωρίς καθόλου διακριτικά. Ακόμη και τα παπούτσια, τα καλύπτουμε με ταινία, στα σημεία που μπορεί να έχουν χρώμα. Κάτω από τα ρούχα φοράμε ένα προστατευτικό στρώμα από ειδικό αφρολέξ, ώστε να μην τραυματιστούμε σε περίπτωση πτώσης ή αν μας χτυπήσουν με γκλόμπ. Πριν αρχίσουν οι «μάχες», κάποιος ανάβει ένα κόκκινο καπνογόνο, ώστε να χαθεί η ορατότητα. Μέχρι να φύγει ο κάπνος, έχουμε φορέσει τα full face και τα κράνη και έχουμε παρατάξει τις ασπίδες μπροστά. Πάντα έχουμε ασπίδες, που καλύπτουν συνήθως δύο ή τρία άτομα μαζί. Είναι πολύ σημαντικές γιατί έτσι προστατευόμαστε από τους τραυματισμούς και τις συλλήψεις και προστατεύουμε την υπόλοιπη πορεία. Οι μπροστινοί κρατάνε τις ασπίδες και οι πίσω «ρίχνουν». Αν θες να επιτεθείς, πρέπει να προστατεύσεις και τον κόσμο σου. Όχι να βγαίνεις, να ρίχνεις και να γυρνάς μέσα στο πλήθος, εκθέτοντας όλους τους άλλους σε κίνδυνο σύλληψης και ξυλοδαρμού. Είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί, να αποφεύγουμε τις συλλήψεις, κι αν μας πιάσουν να το ξέρουν οι σύντροφοί μας. Είναι πολύ σκληρή η αστυνομία. Δεν ξέρεις πόσοι «τυχαίοι» θάνατοι έχουν συμβεί σε αστυνομικά τμήματα».

Οι εικόνες από τις συλλήψεις και το ξύλο στο σωρό, στις τελευταίες πορείες στην Αθήνα, μου έρχονται αναπόφευκτα στο μυαλό. Πόσο απροστάτευτο γυρνάει εκεί έξω, στο δρόμο, το ελληνικό κίνημα; Η περιφρούρηση μιας πορείας δε θα έπρεπε να είναι μόνο ζήτημα του ΚΚΕ. Ως πότε θα πηγαίνουμε στις πορείες σαν πρόβατα επί σφαγή; Έχουμε άραγε να διδαχθούμε από τα κινήματα των γειτονικών χωρών, που έχουν δοκιμάσει εναλλακτικές πρακτικές στην πράξη; Οι αναλογίες δεν είναι εύκολες, φυσικά, αλλά η χαρά της ανακάλυψης νέων τρόπων αντίστασης, είναι πηγαία. Πόσο μάλλον όταν οι ανακαλύψεις γίνονται στο τελευταίο μέρος που θα περίμενες, δίπλα σε ένα βενετσιάνικο κανάλι την ώρα του πιο όμορφου ηλιοβασιλέματος που έχουν δει τα μάτια σου.

A rivederci compagni!

 




Denis Mukwege | Γιατρεύοντας τις πληγές του βιασμού

 

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απονέμει το βραβείο Ζαχάρωφ σε πανηγυρική συνεδρίαση στο Στρασβούργο προς τα τέλη κάθε έτους. Πρόκειται για ένα βραβείο που σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί την υπέρτατη αναγνώριση για δράσεις προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και από το 1988 μέχρι σήμερα, έχει αποδοθεί σε δημοσιογράφους, ακτιβιστές, κινηματογραφιστές, αντιρρησίες συνείδησης, δικηγόρους. Η καθιέρωση του βραβείου αυτού φαντάζει ως η τέλεια στρατηγική επικοινωνίας για την αναστήλωση του ρημαγμένου «πολιτικού» προφίλ της Ευρώπης και όσο ειρωνική ή δήθεν και αν φαίνεται ως ενέργεια, έχει μια μόνο θετική διάσταση και αυτή είναι η παρουσίαση κάποιων προσωπικοτήτων που υπό κανονικές συνθήκες, θα αγνοούσες την ύπαρξη τους. Από εκεί και μετά, είναι στη διακριτική ευχέρεια του καθένα να ψάξει, να υποψιαστεί, να αμφισβητήσει, να τεκμηριώσει την δράση και τον λόγο τόσο των βραβευθέντων όσο και την σκοπιμότητα της επιλογής τους από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης.

org 2

Παρακολουθώντας τα τελευταία χρόνια τα βραβεία Ζαχάρωφ, ο γιατρός Denis Mukwege που αναδείχτηκε πριν λίγες ημέρες ως τελικός νικητής του βραβείου φαίνεται να είναι από τις λίγες περιπτώσεις που σε κινητοποιούν με την ζωή και το έργο τους. Και είναι εξίσου σημαντικό ότι ανοίγουν μπροστά σου ένα παράθυρο στο ζοφερό παρελθόν και παρόν των κοινωνιών της κεντρικής Αφρικής.
Ο Denis Mukwege είναι γυναικολόγος από το Κονγκό που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην αποκατάσταση της σωματικής και ψυχικής υγείας χιλιάδων γυναικών και κοριτσιών που έχουν πέσει θύματα ομαδικού βιασμού και στυγνής σεξουαλικής βίας κατά τη διάρκεια που πολέμου που μαίνεται στη χώρα.
Για την ιστορία, το Κονγκό υπήρξε κατεξοχήν χώρα ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών συμφερόντων και αργότερα δορυφόρος της Δύσης στον Ψυχρό Πόλεμο με έναν βολικά διεφθαρμένο δικτάτορα στην εξουσία. Από το 1997 και άτυπα μέχρι και σήμερα, τα ανατολικά της χώρας είναι ένα αιώνιο πεδίο μαχών μεταξύ των ένοπλων δυνάμεων της χώρας, αντιπολιτευόμενων ανταρτών και γειτονικών χωρών που επιδιώκουν εκκαθαρίσεις για να λυμαίνονται τα πλούσια σε μεταλλεύματα (κασσιτερίτη) εδάφη που έχουν μεγάλη ζήτηση από βιομηχανίες ηλεκτρονικών. Οι ομαδικοί βιασμοί γυναικών έγιναν το βασικό χαρακτηριστικό των συρράξεων και το Κονγκό έχει αναδειχτεί σε «παγκόσμια πρωτεύουσα» αυτού του εγκλήματος. Σύμφωνα με παρατηρητές των Ηνωμένων Εθνών, το φαινόμενο έχει πάρει τέτοια διάσταση ώστε καταλήγει να ενσωματώνεται στα πολιτισμικά στοιχεία της περιοχής ενώ ο νόμος και η τιμωρία των εγκληματιών ακυρώνονται στην πράξη. Σχετική αναφορά του Harvard Humanitarian Initiative δείχνει ότι το 60% των θυμάτων βιασμού στα ανατολικά της χώρας δέχτηκαν επίθεση από ένοπλες συμμορίες τόσο στα σπίτια τους όσο και σε δημόσιους χώρους, ενώπιων συζύγων και παιδιών.

 Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο γιατρός ξεκίνησε από σκηνές που λειτούργησαν ως πρόχειρο νοσοκομείο και στη συνέχεια, με δωρεές έχτισε μια κλινική με πτέρυγα μαιευτικής και ένα χειρουργείο. Θεωρείται ως ένας διεθνώς αναγνωρισμένος ειδικός στον τομέα της αποκατάστασης παθολογικών και ψυχικών-κοινωνικών βλαβών που προκαλούνται από σεξουαλική βία και τόσο αυτός όσο και το εκπαιδευμένο προσωπικό του σε  περιπτώσεις κακοποιημένων γυναικών, έχει περιθάλψει περισσότερες από 40.000 γυναίκες από το 1999. Περίθαλψη του σώματος, περίθαλψη της ψυχής, βοήθεια για να αναπτύξουν οι γυναίκες ικανότητες επιβίωσης, διευκόλυνση για να επιστρέψουν τα κορίτσια στα σχολεία, νομική αρωγή για να οδηγηθούν οι υπαίτιοι των βιασμών σε δίκη.

org 3
Το πρώτο θύμα βιασμού με τραύματα από σφαίρες στα γεννητικά όργανα που πέρασε το κατώφλι του νοσοκομείου, το ακολούθησαν δεκάδες γυναίκες μέσα σε λίγες εβδομάδες.  Όπως έχει δηλώσει ο Denis Mukwege  στο BBC, «στο νοσοκομείο έφταναν γυναίκες με εγκαύματα στα γεννητικά όργανα από την χρήση χημικών των βιαστών τους, οι πράξεις αυτές δεν ήταν απλώς βίαιες πολεμικές ενέργειες αλλά μέρος μιας στρατηγικής…Δεκάδες άνθρωποι βιάζονταν ταυτόχρονα σε κοινή θέα, μέσα σε μια νύχτα μπορεί να βίαζαν τους κάτοικους ενός ολόκληρου χωριού. Με τον τρόπο αυτόν οι μαχητές έπλητταν ολόκληρη την κοινότητα, την οποία ανάγκαζαν να παρακολουθεί τους βιασμούς. Αποτέλεσμα της στρατηγικής είναι οι άνθρωποι να εξαναγκάζονται να εγκαταλείπουν τα χωριά τους, τους πόρους τους, ότι έχουν και δεν έχουν…».
Ήταν το 2011 όταν οπλισμένοι άντρες εισέβαλαν στο σπίτι του και έθεσαν τις κόρες τους υπό την απειλή όπλων, η ζωή του απειλήθηκε, σώθηκε από θαύμα και κατάφερε να δραπετεύσει με την οικογένειά του στη Σουηδία και το Βέλγιο. Η σπουδαιότητα της παρουσίας του στις κοινότητες του ανατολικού Κονγκό αποδείχτηκε όταν γυναίκες του Κονγκό ενώθηκαν για να διαμαρτυρηθούν για την επίθεση που δέχτηκε και να ζητήσουν την επιστροφή του στη χώρα. Πάμφτωχες γυναίκες πλήρωσαν για το εισιτήριο της επιστροφής και εθελοντικές ομάδες των 20 γυναικών σε βάρδιες, προστατεύουν από τυχόν επιθέσεις τον γιατρό, ο οποίος πλέον ζει μόνιμα στο νοσοκομείο του Panzi, το οποίο και διευθύνει.
Στο παρελθόν, ο Denis Mukwege δεν έχει διστάσει να καταγγείλει την διεθνή κοινότητα για φόβο, ολιγωρία, έλλειψη θάρρους και χειρισμών για όσα συμβαίνουν στο Κονγκό τα τελευταία 17 χρόνια. Ο γιατρός  έκλεισε τον λόγο του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως εξής, “εγώ ταυτίζω κάθε γυναίκα που βιάζεται με τη σύζυγο μου, κάθε μητέρα που βιάζεται με την μητέρα μου και κάθε παιδί που βιάζεται με το παιδί μου”. 

*

Μαρτυρίες θυμάτων βιασμού στο Κονγκό, θα βρείτε εδώ και εδώ

Ομολογία στρατιώτη – θύτη, θα βρείτε εδώ

Φωτογραφίες panzifoundation.org




Το σχολείο των Παίδων

 

 

pedon-4

Ο Γιωργάκης είναι έξι χρονών. Ο Γιωργάκης έχει μια πλατιά ουλή που ξεκινά από το μέτωπο του και φτάνει χαμηλά στο πίσω μέρος του λαιμού του. Τώρα είναι στην αίθουσα νηπιαγωγείου του σχολείου που στεγάζεται στο νοσοκομείο Παίδων, έχει πιάσει με τα χέρια του κηροπαστέλ και προσπαθεί να ζωγραφίσει τα παράθυρα. Η μητέρα και ο πατέρας του είναι μαζί μας έξω από την αίθουσα και τον κοιτούν με μια μικρή ανησυχία μήπως κάνει κάποια ζημιά, μα ταυτόχρονα με χαρά γιατί το παιδί τους είναι ζωηρό και χαρούμενο. Και κυρίως ζωντανό μετά από την δύσκολη εγχείριση για την αφαίρεση ενός σπάνιου όγκου μέσα από τον εγκέφαλο του. “Ήταν κακοήθης όγκος, εμείς ήρθαμε εδώ για μια ζάλη και ξαφνικά βρεθήκαμε να έχουμε τον μικρό σε αυτή την κατάσταση. Εξετάσεις και αγωνία. Φοβόμαστε την κάθε μέρα που ξημερώνει” λέει ο πατέρας. Παραδίπλα η γυναίκα του βάζει τα κλάματα. Η Ελένη Κοπανάκη, η δασκάλα αγγλικών, την χώνει στην αγκαλιά της. “Μην κλαις, μη σε δει ο μικρός. Αφού τον βλέπεις, είναι δυνατός και θα νικήσει”. Μια δασκάλα αγγλικών που σε δευτερόλεπτα γίνεται και φίλη και ψυχολόγος και ό,τι άλλο χρειαστεί. Και αυτή ακριβώς είναι η ιδιάζουσα σημασία αυτού του σχολείου και όλων όσων το απαρτίζουν.

 Ακόμα κι αν δεν υπάρχουν παιδιά να παραβρεθούν στην γιορτή, ακόμα κι αν η αίθουσα είναι άδεια, η γιορτή πρέπει να γίνει.

17 Νοεμβρίου 2014. Είμαστε μέσα στην αίθουσα που θα γίνει η γιορτή. Έχουν ετοιμαστεί τα πάντα. Το χώρο κοσμούν φωτογραφίες από την εξέγερση του πολυτεχνείου. Μία μεγάλη παρουσίαση διαφόρων οπτικοακουστικών της εποχής εκείνης δοκιμάζεται στον υπολογιστή. Παραδίπλα ένας πιανίστας (δάσκαλος απλός σαν όλους τους άλλους και όχι μουσικός) κάνει πρόβα τα τραγούδια που θα ακούσουμε σε λίγο. Όπως όλα τα σχολεία στη χώρα πραγματοποιούν γιορτή για τα 41 χρόνια μετά το Νοέμβρη του 1973, έτσι και εδώ πρέπει να γίνει υποχρεωτικά, σύμφωνα με το Υπ. Παιδείας. Ακόμα κι αν δεν υπάρχουν παιδιά να παραβρεθούν στην γιορτή, ακόμα κι αν η αίθουσα είναι άδεια, η γιορτή πρέπει να γίνει. Διακρίνεις στα μάτια των δασκάλων ένα είδος αγωνίας για το αν θα έρθουν παιδιά. Μετά από λίγα λεπτά η αγωνία μειώνεται. ‘Ερχεται η 7χρονη Σωτηρία, ο Γιωργάκης και άλλα 2-3 παιδάκια. Κάποια από αυτά φορούν μάσκες. Είναι και οι γονείς τους μαζί. Το τελετουργικό ξεκινά.

 

pedon-3

 

Ποιο σχολείο;

“Μήπως ξέρετε που είναι το σχολείο;” ρωτάμε ένα μέλος του νοσηλευτικού προσωπικού. “Ποιο σχολείο;” μας απαντάει. Μετά από αρκετή ώρα περιπλανώμενοι στα δρομάκια του Παίδων βρεθήκαμε στο Ογκολογικό τμήμα Μαριάννα Βαρδινογιάννη όπου εν τέλει στεγάζονται κάποια τμήματα από το σχολείο (νηπιαγωγείο, δημοτικό, γυμνάσιο).

“Δουλεύω χρόνια στην εκπαίδευση αλλά δε γνώριζα για την ύπαρξη του συγκεκριμένου σχολείου μέχρι που με διόρισαν από το Υπ. Παιδείας” είπε η Ελένη Κοπανάκη. “Ωστόσο αν ρωτούσατε πού είναι οι δάσκαλοι, θα σας έλεγαν. Οι περισσότεροι δεν ξέρουν ότι έχουμε αίθουσες αφού κυρίως τα μαθήματα γίνονται μέσα στους θαλάμους νοσηλείας”.

“Κάθε μαθητής αποτελεί και ένα τμήμα” λέει ο Νίκος Σαρμάς, διευθυντής του γυμνασίου. “Ειδικά στο ΤΕΝ (Τμήμα Ενδονοσοκομειακής Νοσηλείας) και στο ογκολογικό τμήμα τα μαθήματα γίνονται στο δωμάτιο του κάθε παιδιού ενώ αρκετές φορές το μάθημα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί καθώς το παιδί μπορεί να έχει βγει από κάποια εξέταση, εγχείρηση ή να μην αισθάνεται καλά”. Στο Γυμνάσιο εργάζονται 13 καθηγητές ενώ οι ώρες διδασκαλίας είναι πολύ λιγότερες από ένα συμβατικό σχολείο. Για παράδειγμα, ο κάθε καθηγητής διδάσκει 3-4 ώρες την ημέρα και αυτές απογευματινές για να μην δημιουργούν πρόβλημα στους ιατρούς και τους νοσηλευτές τις πρωινές ώρες που πραγματοποιούν τις εξετάσεις των παιδιών.

Το νηπιαγωγείο και το δημοτικό ξεκίνησαν να λειτουργούν το 1988 ενώ το γυμνάσιο το 2001. Μέχρι και το 2010 όπου και δημιουργήθηκε το ογκολογικό τμήμα οι συνθήκες για τους καθηγητές ήταν αρκετά δύσκολες.

Τον πρώτο καιρό, γραφείο μου ήταν το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου μου

“Τον πρώτο καιρό, γραφείο μου ήταν το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου μου” ανέφερε ο Κώστας Κοτζιούλας συνταξιούχος πλέον και πρώτος διευθυντής του Γυμνασίου και συμπληρώνει “την εποχή που ξεκίνησε το σχολείο ήταν σε πειραματικό στάδιο, ήμασταν 15 καθηγητές σε ένα δωμάτιο 3×3. Αγωνιστήκαμε πολύ για να μπορέσουμε να φτάσουμε στο σημείο που είμαστε σήμερα”. Το σχολείο δε θα ήταν έτσι όπως είναι τώρα χωρίς την πρωτοβουλία των δασκάλων και των καθηγητών.

 

pedon-6

 

Ένα Σχολείο για να ανήκεις

Το σχολείο αυτό αποτελεί μια συνέχεια της κανονικότητας για τα παιδιά. Αισθάνονται ότι υπάρχει μια ρουτίνα στη ζωή τους. Άλλωστε, η εκπαίδευση κατά την διάρκεια της νοσηλείας αποτελεί κομμάτι της θεραπείας. Οι γιατροί, οι κοινωνικοί λειτουργοί και οι ψυχολόγοι του νοσοκομείου είναι αυτοί που προσπαθούν να ωθήσουν και να πείσουν γονείς και παιδιά για να φοιτήσουν.

Σύμφωνα με έρευνες σε ανάλογα σχολεία του εξωτερικού, τα παιδιά νιώθουν καλύτερα όταν ακολουθούν την κανονικότητα του συμβατικού σχολείου. Για τον λόγο αυτό, άλλη μια πρωτοβουλία των δασκάλων και καθηγητών ήταν η προσπάθεια να φέρουν τα παιδιά σε επαφή με τις τάξεις των σχολείων που πήγαιναν προτού βρεθούν εδώ, με κάμερες και οθόνες στα δύο μέρη. Αυτό βέβαια είναι ένα δύσκολο έργο αφού ούτε η υποδομή υπάρχει, ούτε η υποστήριξη της πολιτείας.

Ιδιαίτερη ανακούφιση νιώθουν όταν τελικά μπορούν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα του σχολείου, όχι στο δωμάτιο τους, αλλά στις αίθουσες. Οι γιατροί προτιμούν τα παιδιά να παρακολουθούν τα μαθήματα στις αίθουσες  γιατί ενεργοποιούνται. “Φανταστείτε ένα παιδί που είναι κλεισμένο στο δωμάτιο για ένα μήνα, πόσο μεγάλη χαρά νιώθει όταν βρεθεί μαζί με άλλα παιδιά”. Το παιδί χάρη στο σχολείο αυτό νιώθει ότι ανήκει κάπου.

 pedon-5 

Τα “εισαγγελικά” παιδιά

Εκτός από τα παιδιά που φοιτούν στο σχολείο λόγω της νοσηλείας τους, υπάρχουν και τρεις ομάδες παιδιών που φιλοξενούνται στο παίδων μετά από εισαγγελικές εντολές. Παιδιά κοινωνικού αποκλεισμού, παιδιά δηλαδή από φτωχές οικογένειες ή από γονείς που δεν μπορούν να τα μεγαλώσουν, παιδιά από χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση και παιδιά από πρώην ανατολικές χώρες.

κανονικά ο χρόνος φιλοξενίας τους στο παίδων θα έπρεπε να είναι 30 μέρες μα στις περισσότερες περιπτώσεις ο χρόνος παραμονής φτάνει και τους 8 μήνες

Αν και κανονικά ο χρόνος φιλοξενίας τους στο παίδων θα έπρεπε να είναι περίπου 30 μέρες μέχρι να μεταφερθούν σε κάποιο ίδρυμα, στις περισσότερες περιπτώσεις ο χρόνος παραμονής φτάνει και τους 8 μήνες. Μετά από πρωτοβουλία των καθηγητών και των δασκάλων (άλλη μια φορά η απουσία της πολιτείας είναι εκκωφαντική) τα παιδιά αυτά κάνουν μαθήματα για τους ίδιους λόγους με τα υπόλοιπα παιδιά. Τα προβλήματα είναι μεγάλα καθώς πολλά από αυτά δεν μιλούν ελληνικά και έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες είτε λόγω ενδοοικογενειακής βίας, είτε λόγω των πολέμων. Η υποδομή είναι τόσο μικρή που φιλοξενούνται στους ίδιους θαλάμους με παιδιά που είναι άρρωστα. Εδώ ο ρόλος του καθηγητή και του δασκάλου είναι ακόμα πιο περίπλοκος και επίπονος. Η υποστήριξη της πολιτείας όχι απλά είναι μηδαμινή, μα πολλές φορές λειτουργεί αρνητικά απέναντι στις πρωτοβουλίες του εκπαιδευτικού προσωπικού. “Τυχαίνει να γνωρίζω αλβανικά” ανέφερε ο δάσκαλος Τσαντήλας Ιωάννης “και πριν λίγα χρόνια προσπάθησα να οργανώσω μια τάξη μόνο με παιδιά από την Αλβανία, καθώς όπως αντιλαμβάνεστε ο αριθμός τους είναι μεγάλος. Πολύ γρήγορα διάφοροι κύκλοι μου διεμήνυσαν να αφήσω την προσπάθεια αυτή γιατί θα έχω πρόβλημα”.

 pedon-2 

Η Πολιτεία

Το υπουργείο δεν αναγνωρίζει την ιδιαιτερότητα του σχολείου. Απόδειξη η μετατροπή των θέσεων του σχολείου σε οργανικές. “Μόλις έγινε αυτό, το σχολείο αποτέλεσε την τέλεια θέση για ανθρώπους που δεν ήθελαν να δουλέψουν, μιας και οι ώρες διδασκαλίας είναι λίγες. Έχω προσπαθήσει να αποτρέψω καθηγητές να έρθουν εδώ -γνωρίζοντας την μη καταλληλότητα τους- με απίθανους τρόπους. Τους εξηγούσα π.χ. πως θα πρέπει να κάνουν μάθημα σε παιδιά με HIV και αμέσως άλλαζαν γνώμη“ λέει ο Κώστας Κοτζιούλας. “Θα ήταν προτιμότερο να υπάρχει μία επιτροπή του ίδιου του σχολείου που θα αποφασίζει ποιοι εκπαιδευτικοί θα μπορούσαν να διδάξουν εδώ” συνεχίζει. Στην πραγματικότητα, την απαιτούμενη εκπαίδευση την προσφέρουν οι παλαιότεροι καθηγητές και δάσκαλοι. “Δεν υπάρχει κάποια ειδική εκπαίδευση για να έρθεις στο σχολείο αυτό. Ο κάθε εκπαιδευτικός μεταφέρει στον άλλον την εμπειρία του και τις γνώσεις του” μας λέει ο Κισκηρέας Παναγιώτης που βρίσκεται στο δημοτικό από το 1988. “Έχουν υπάρξει καθηγητές και δάσκαλοι που δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στις δυσκολίες και έφυγαν”.
Το υπουργείο επιμένει σε μια γραφειοκρατία αποδεικνύοντας εν τέλει την άγνοια του. “Το νηπιαγωγείο, το δημοτικό και το γυμνάσιο έχουν περίπου 800 μαθητές. Ωστόσο ο αριθμός δεν είναι ακριβής. Κάθε μέρα τα στοιχεία αλλάζουν, γι αυτό κάθε μέρα βγάζουμε καινούργιο πρόγραμμα. Δεν υπάρχει σταθερός αριθμός. Μπορεί το Υπ. Παιδείας να θέλει ηλεκτρονικούς δασκάλους, με σταθερούς αριθμούς ωστόσο στο συγκεκριμένο σχολείο όλα αλλάζουν, καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό μαθημάτων γίνεται στους θαλάμους” ανέφερε η διευθύντρια του δημοτικού Έυη Παπασπυρίδου.

Δεκάδες φορές Υπουργοί και Υφυπουργοί παιδείας με καλούσαν λέγοντας μου πως θέλουν να κάνουν επίσκεψη στο σχολείο, μα μόλις τους έλεγα πως μπορούν να έρθουν αλλά χωρίς κάμερες τους έφευγε η όρεξη.

“Δεκάδες φορές Υπουργοί και Υφυπουργοί παιδείας με καλούσαν λέγοντας μου πως θέλουν να κάνουν επίσκεψη στο σχολείο, μα μόλις τους έλεγα πως μπορούν να έρθουν αλλά χωρίς κάμερες τους έφευγε η όρεξη. Όλα αυτά τα χρόνια μόνο ένας Υπουργός μας έκανε επίσκεψη χωρίς συνοδείες κλπ” ανέφερε ο επί 14 χρόνια Διευθυντής Γυμνασίου.
Παρόλο που τα περισσότερα σχολεία γενικής παιδείας σήμερα έχουν ελλείψεις, στο σχολείο του Παίδων αυτές είναι λιγότερες καθώς καλύπτονται από χορηγίες και προσφορές ιδιωτών.
Ο Διευθυντής του Γυμνασίου κ. Σαρμάς είπε: “Άλλο ένα πρόβλημα είναι πως, δυστυχώς, δεν υπάρχει Λύκειο λόγω περισσότερων απαιτήσεων, όπως οι πανελλήνιες. Ωστόσο, αναλαμβάνουμε μαθητές Λυκείου και ήδη έχουμε κάνει αιτήσεις στο υπουργείο για να αποκτήσουμε και Λυκειακές τάξεις”.

 
 
pedon-1 

Πυρήνας ηρώων

Η φωνή του Κώστα Κοτζιούλα στο τηλέφωνο έχει μια λογοτεχνική σταθερότητα και χροιά. Βαραίνει κάπως όταν τον ρωτάμε πως είναι η επαφή με παιδιά σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση: “Η διδασκαλία είναι τρομερά απαιτητική και σκληρή. Βαριά συναισθηματικά. Έχω συνταξιοδοτηθεί μα αυτή την σκληρότητα που αντιμετώπισα, βλέποντας παιδιά σε τέτοια κατάσταση, την κουβαλάω ακόμα μέσα μου. Για έναν καθηγητή τα παιδιά που έχουν περάσει από αυτόν είναι τα παράσημα του. Αυτά τα παιδιά όμως είναι η δικαίωση της επιλογής μου να γίνω εκπαιδευτικός. Λίγο πριν βγω στην σύνταξη, χρειάστηκε να κάνω μάθημα σε ένα παιδάκι το οποίο μόλις είχε υποβληθεί σε εγχείρηση στον εγκέφαλο. Τα παιδιά αυτά έχουν παροδική απώλεια μνήμης. Όταν ξεκίνησα το μάθημα, δίπλα μας ήταν και η μητέρα του με το πρόσωπο της γεμάτο αγωνία. Κάποια στιγμή την ώρα που του έκανα απαγγελία ένα ποίημα το παιδί θυμήθηκε πως το είχε διδαχθεί λίγο καιρό πριν μπει στο νοσοκομείο. Γύρισα και κοίταξα την μητέρα του και είχε μεταβληθεί ολόκληρη σε ένα χαμόγελο. Αυτό μου αρκεί.”

Σκεφτόμαστε πως όσα προβλήματα και να υπάρχουν, όσο ελάχιστη και να είναι η υποστήριξη της πολιτείας το σχολείο του Παίδων και όλο το εκπαιδευτικό δυναμικό του προσφέρει χαμόγελα και ευτυχία σε παιδιά-ήρωες. Φάρμακο ισχυρό και αποτελεσματικό όσο λίγα.
Λίγο πιο πέρα η Σωτηρία, που πηγαίνει δευτέρα δημοτικού, μας κοιτάει με τα ζωηρότερα μάτια του κόσμου και μας λέει πως θέλει να μας δώσει συνέντευξη. “Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω κτηνίατρος. Αγαπάω πολύ τα ζώα και θέλω να τα κάνω καλά”. Και είμαστε βέβαιοι πως θα γίνει.




Μαθαίνοντας στη Ventanilla

 

Τα μεγάλα ταξίδια απαιτούν πολύ καλό σχεδιασμό. Τα όμορφα ταξίδια χρειάζονται αφορμές. Η αφορμή για να ταξιδέψω  πριν από 2 χρόνια στο Περού  ήταν η συμμετοχή μου στο δυναμικό μιας οργάνωσης που ονομάζεται jovenes de Buenavolutad, η οποία οργανώνει απογευματινές δραστηριότητες για τους εφήβους της Ventanilla, ενός οικισμού στα περίχωρα της Λίμα, με στόχο να τους κρατήσει μακριά από τα ναρκωτικά και τις συμμορίες. Εκεί, για 4 εβδομάδες, συμμετείχα σε προγράμματα  ανακύκλωσης, μαθήματα γεωγραφίας, αγγλικών και χορευτικών επιδείξεων. Η δουλεία μου όμως στη κοινότητα είχε και ένα άλλο σκέλος, αυτό της  παρουσίας  μου σε μια τάξη νηπιαγωγείου, ως βοηθού δασκάλας.

Αν και το να υποστηρίζει κανείς  τη σπουδαιότητα της απόκτησης πολύπλευρων και πολυσύνθετων εμπειριών  σαν εκπαιδευτικός ακούγεται κοινότοπο, είναι, ωστόσο, πολύ ουσιαστικό. Σε καμιά περίπτωση δε μπορώ να ισχυριστώ ότι γνωρίζω το εκπαιδευτικό σύστημα του Περού ή ότι επιθυμώ να κάνω γενική κριτική για τα σχολεία τους και τον τρόπο διδασκαλίας σε αυτά. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να παρουσιάσω κάποιες από τις εμπειρίες που βίωσα και τις σκέψεις που έκανα κατά το διάστημα της εκεί παραμονής μου, ως εκπαιδευτικός που εργάζεται σε ελληνικό σχολείο, αλλά και ως πρώην μαθήτρια.

Η Ventanilla είναι ένας οικισμός με τσίγκινα και μισοτελειωμένα σπίτια στην οποία  το νερό ή το ηλεκτρικό -ανάλογα με το που βρίσκεται το κάθε σπίτι-διακόπτεται στις 6 το απόγευμα και επανέρχεται στις 8 το πρωί-και κατοικείται κυρίως από εργάτες κοντινών εργοστασίων και τις οικογένειες τους, το βιοτικό και οικονομικό επίπεδο των οποίων είναι φανερά χαμηλό.

Μπαίνοντας για πρώτα φορά στο σχολείο και κοιτάζοντας γύρω μου τον χώρο του νηπιαγωγείου δεν ένιωσα και πολύ έξω από τα νερά μου, καθώς αναγνώρισα αμέσως υλικά και γωνιές ενός τυπικού νηπιαγωγείου, μόνο που όλα βρίσκονταν σε χειρότερη κατάσταση απ’ ότι είχα συνηθίσει, και λόγω της φτωχής υποδομής του σχολείου κυριαρχούσαν το τσιμέντο και το πλαστικό.

Όσο έμεινα σ αυτή τη τάξη η μέρα ξεκινούσε, κάθε φορά,  με ασκήσεις στον μαυροπίνακα οπού όλα τα παιδιά έλυναν, με τη σειρά, την ίδια άσκηση, επαναλάμβαναν μοτίβα σε φυλλάδια που ετοίμαζε η ίδια η δασκάλα ή εγώ αφού ήμουν η βοηθός της. Το αποτέλεσμα έπρεπε να είναι το ίδιο από όλα τα παιδιά. Όσες μέρες ήμουν εκεί δεν φώναξε, δεν εξήγησε κανέναν κανόνα και δεν χρειάστηκε να λύσει καμία διαφωνία, καθώς τα παιδιά ήταν ήρεμα, ήξεραν απόλυτα τι προσδοκάται από αυτά -να κάνουν ησυχία και να κάθονται όμορφα στο τραπέζι. Την ίδια θα τη χαρακτήριζα  δασκάλα αυστηρή, με υπομονή αλλά και επιμονή για το σωστό αποτέλεσμα. Σε κάθε άσκηση στεκόταν δίπλα τους και περίμενε τη σωστή απάντηση, έσβηνε τους λάθους αριθμούς, τα λάθος γράμματα και χτύπαγε τον πίνακα απαλά αλλά αυστηρά. Επιμένοντας έλεγε ξανά και ξανά την ίδια οδηγία «μέτρα και γράψε τον αριθμό» ή «διάβασε σωστά». Δεν δεχόταν λάθη και έβλεπα στα μάτια της ποιούς μαθητές θεωρούσε καλούς -και άρα είχαν ελπίδες- και ποιους θεωρούσε χαμένη υπόθεση.  Από πείσμα, βοηθούσα αυτούς που ήταν «χαμένη υπόθεση», διακριτικά όμως,  διότι δεν έδειχνε να έχει καμιά πίστη στην παρεμβατική μου προσέγγιση.

Ανακάλυψα ότι ο κυρίως -αν όχι ο μόνος- στόχος της δασκάλας ήταν η μετάδοση γνώσεων στους μαθητές και όχι η ανακάλυψη των δεξιοτήτων τους, η διερεύνηση των ορίων των δυνατοτήτων τους ή η επαφή τους με την αισθητική και την τέχνη. Ξεκάθαρα πράγματα: ήθελε να μάθουν να γράφουν το όνομα τους, να μετρούν, να συλλαβίζουν. Δεν γνωρίζω  τι αναφέρει  το αναλυτικό τους πρόγραμμα – αν και θα είχε ενδιαφέρον να το διαβάσω κάποια στιγμή -αλλά το ελληνικό αναλυτικό πρόγραμμα  για το νηπιαγωγείο, βάζει τη γνώση σε ένα πρίσμα ατομικότητας και προσωπικής ανάπτυξης του κάθε παιδιού.

Νομίζω ότι ο λόγος που επέμενε στις συγκεκριμένες διαδικασίες μάθησης, ήταν ότι την ενδιέφερε η απόκτηση βασικών γνώσεων από τους μαθητές ως το μοναδικό εισιτήριο για να καταφέρουν κάτι για τους εαυτούς τους. Με αυτό το τρόπο πολεμούσε και εκείνη -όπως και ο οργανισμός στον οποίον εργαζόμουν εθελοντικά το απόγευμα, ενάντια στα ναρκωτικά και τις συμμορίες.

Τα αγάπησα αυτά τα παιδιά. Τα γνώρισα πολύ λίγο και όμως τα αγάπησα.  Ήταν χαρούμενα παιδιά και φοβερά  ευρηματικά. Οτιδήποτε υλικό και εάν έπεφτε στα χέρια τους (τενεκεδάκια, κορδέλες, παλιές ζωγραφιές κτλ ) όλα μεταμορφώνονταν αμέσως σε ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι. Δεν υπήρχε ούτε γκρίνια, ούτε «δεν ξέρω με τι να παίξω», ούτε «δεν με αρέσει αυτό». Μόνο παιχνίδι! Στο διάλειμμα εκείνου του σχολείου κατάλαβα τι περιέγραφε ο πατέρας μου για τις αλάνες και τη μπάλα από κάλτσες που, τότε, κλοτσούσαν όλοι με μανία. Σε μια απίστευτα επικίνδυνη αυλή – που μου χάριζε απλόχερο άγχος κάθε φορά που βγαίναμε διάλειμμα- έβλεπα τα παιδιά να παίζουν μαζί και χώρια, χωρίς τσακωμούς, χωρίς σπρωξίματα, που αν και εννοείται πως υπήρξαν κλάματα και διαφωνίες, δεν υπήρξε  όμως γκρίνια.

Είχα τη τύχη να γνωρίσω , για πολύ λίγο, ένα τμήμα και μια δασκάλα ενός σχολείου  -την οποία ευχαριστώ πολύ που με δέχτηκε στη τάξη της -σε  έναν οικισμό κάπου στο Περού.  Η τάξη αυτή είχε κάποια χαρακτηριστικά που ζήλεψα και, ταυτόχρονα, κάποια άλλα τα οποία δεν τα υποστηρίζω καθόλου. Συνάντησα εκπαιδευτικές πρακτικές και μεθόδους που η Ευρώπη και τα σύγχρονα παιδαγωγικά κινήματα έχουν αφήσει στο παρελθόν  ενώ την ίδια στιγμή διαπίστωσα μια απλότητα και μια ηρεμία που πολλές φορές την επιζητώ ως εκπαιδευτικός. Δεν μπορώ να γνωρίζω τι συμβαίνει στα υπόλοιπα σχολεία του Περού,  όπως δεν γνωρίζω τι γίνεται σε τάξεις πέρα από τη δική μου εδώ στην Ελλάδα.

Η σύντομη αυτή εμπειρία με γέμισε ερωτηματικά, με έβαλε σε σκέψεις  και μου χάρισε πολλές αναμνήσεις. Αυτή όμως που δε θέλω να  ξεχάσω ποτέ είναι το χαμόγελο του Luis, ενός  μαθητή της διπλανής τάξης, όταν βγαίναμε διάλειμμα, που έτρεχε γεμάτος χαρά και προσμονή να πιάσει  τη μια και μοναδική  μπάλα του σχολείου. Ας είναι όλα τα παιδιά τόσο ευτυχισμένα και τόσο ικανοποιημένα μόνο με μια μπάλα.




Ένα αντικείμενο φτιάχνει κοκτέηλ

 

23 Αυγούστου 2014. 87η συνεχόμενη μέρα. Το πειραματόζωο παρουσιάζεται χαλαρό και δείχνει να αντιδράει στα φάρμακα και να αναρρώνει σιγά σιγά. Το αλκοόλ μάλλον βοηθάει. Χρειάζονται 2 τουλάχιστον εβδομάδες έξτρα έρευνας για ασφαλή συμπεράσματα. Τέλος εγγραφής.”

Το παραπάνω σημείωμα δεν είναι μια αποκλειστικότητα που εξασφαλίσαμε στο thecricket από το ημερολόγιο κάποιου επιστήμονα που επιτηρεί και βασανίζει πειραματόζωα σε κάποια γωνιά του πλανήτη (αν και καλά θα ήτανε να τον εκθέταμε). Είναι η αρχή μιας σειράς αναρτήσεων στο facebook από τον Ηλία, έναν εργαζόμενο της βαριάς βιομηχανίας του αναπτυξιακού μας θερινού τουρισμού, στον εκτυφλωτικό και γεμάτο πάθη κλάδο των cocktail bar.

Όσοι έχουν δουλέψει ή ξέρουν περί τίνος πρόκειται, μιλάμε για συνεχόμενη εργασία 3-4 μηνών, με καθόλου έως ελάχιστα ρεπό και με έναν σκασμό «δορυφορικών» εργασιών, απαραίτητων για τη λειτουργία του μαγαζιού, για τη συσσώρευση πελατειακών χαμόγελων και την πολυπόθητη συσσώρευση κεφαλαίου.

Ο Ηλίας λοιπόν, πήρε τα μπογαλάκια του και ξεκίνησε να δουλεύει ψυχή τε και σώματι σ΄ ένα νησί. Εκεί κοντά στο τρίμηνο, για να κάνει την δουλειά πιο υποφερτή, για να την «παλέψει» όπως λέμε, ξεκίνησε να γράφει στο facebook μια σειρά αναρτήσεων μιλώντας για τον εαυτό του ως «αντικείμενο», από τη σκοπιά του επιτηρητή που καταγράφει και εξετάζει την αλλαγή της συμπεριφοράς ενός πειραματόζωου στο εργασιακό περιβάλλον.

«Όσο πέρναγαν οι μέρες, ο οργανισμός είχε αρχίσει, όπως είναι λογικό, να ρετάρει ενώ από την υπερένταση δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Να σου πω, στην αρχή ήθελα να φύγω σαν τρελός, ένιωθα σαν σκλάβος αλλά δεν είχα επιλογή – τελικά είπα στον εαυτό μου ότι θα το υπομείνω και θα κάτσω», μας λέει.

 

 

Έχοντας φτιάξει περισσότερα από 10.000 κοκτέηλ μέσα σε διάστημα 102 ημερών και έχοντας τρελάνει του βιολογικού ρολογιού τους δείκτες, τόσο από δική του ανάγκη όσο και από επιθυμία να κάνει τους άλλους να γελάσουν με την κατάστασή του, ο Η. βγαίνει από το πετσί του εργασιακού του ρόλου και βάζει με φαντασία τον εαυτό του στο μικροσκόπιο.

Άλλοι απλά ξελιγώθηκαν από την αφηγητική του ικανότητα και άλλοι, όπως εμείς, είδαμε μια ευφάνταστη προσπάθεια άμυνας απέναντι στις απαιτήσεις της δουλειάς. Κάποτε οι νέγροι σκλάβοι τραγουδούσαν ρυθμικά στα χωράφια για να συντονίζονται και να μην εκτίθενται στα μάτια των αφεντικών, τώρα οι λευκοί «απόγονοί» τους αφηγούνται τα συναισθήματά της σκλαβιάς τους σε ηλεκτρονικούς καμβάδες αυτοεπιτήρησης.

“26 Αυγούστου 2014.90η συνεχόμενη μέρα. Το αντικείμενο αφέθηκε σήμερα να πάει στην παραλία για να έχει την ψευδαίσθηση της ελευθερίας, σαν επιβράβευση για τα 10.000 κοκτέιλ που συμπληρώθηκαν χθες βράδυ. Παρουσιάζει κάποια σημάδια νοσταλγίας και παραμιλάει στον ύπνο λέγοντας κάτι για ένα σπίτι στο Μετς αλλά παράλληλα αρχίζει και αναπτύσσει σύνδρομο Στοκχόλμης και φαίνεται να μην το νοιάζει πότε θα φύγει. Τέλος εγγραφής”

(σ.σ: στο Μετς είναι το σπίτι που μένει)

Ο δρόμος στον οποίο έστρωσε την κερδοφορία της η επιχειρηματικότητα των ελληνικών μπαρ επιφυλάσσει πολλές επιπλέον, υποχρεωτικές δουλίτσες για τους εργάτες της (αφήνουμε έξω την σκληρή πραγματικότητα της σωματεμπορίας και της εκπόρνευσης γυναικών).

Μια γύρα στην πιάτσα αρκεί για να επιβεβαιώσει κάποιος ότι τα παιδιά πίσω από την μπάρα «οφείλουν» να διαφημίζουν το μαγαζί που δουλεύουν, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του επικοινωνιολόγου: μέσα από τους λογαριασμούς τους στα social media υποχρεώνονται από το φιλικό και «συνεταιρικό» κλίμα που δημιουργούν τα αφεντικά να κάνουν δημόσιες σχέσεις, να ανακοινώνουν πάρτι και χαρές και να τζιράρουν με περισσότερο κόσμο στο μαγαζί.

Απαραίτητο στοιχείο η επιμέλεια μιας εμφάνισης που τους θέλει όμορφους και άσπιλους, επικοινωνιακούς και όχι «εσωστρεφείς». Δεν συνίσταται για παράδειγμα να πιάσεις συζήτηση για κάτι που συμβαίνει έξω από τη δουλειά (βρε δεν πάει να πνίγεται ο κόσμος, να πίνει θέλουμε) ενώ το διάβασμα και άλλες τέτοιες ενέργειες αλλοτρίωσης είναι μάλλον απαγορευτικές. Με λίγα λόγια, η δουλειά θέλει ολημερίς και ολονυχτίς έναν συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου, όχι «ακοινώνητο και μοναχικό» αλλά χαμογελαστό και υπερδραστήριο, πρώτο στα λόγια, πρώτο και στα ποστ.

Ας επιστρέψουμε όμως στο «αντικείμενο». Ο επιτηρητής συνεχίζει να καταγράφει τη συμπεριφορά του, δείχνει μάλιστα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το τι διάολο μουρμουρίζει.

27 Αυγούστου 2014. 91η συνεχόμενη μέρα. Το αντικείμενο παρουσίασε μια πολύ ενδιαφέρουσα αλλαγή στη συμπεριφορά του. Παρόλες τις πολύ συγκεκριμένες …ιδιαίτερες θρησκευτικές του αντιλήψεις, σήμερα επισκέφθηκε εκκλησάκι(όπου και απεικονίζεται) όντας μάλιστα ξυπόλητος καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής. Υπάρχει πιθανότητα να το έκανε και για να εξαγνίσει τον εαυτό του με την αυτοτιμωρία αυτή αν και ένας βοηθός παρατήρησε νωρίτερα πως δεν έβρισκε τις σαγιονάρες του. Κεράκι δεν άναψε. Φοβόταν λέει μην καεί ζωντανός κατά τη διάρκεια απ’ότι ακούστηκε να μουρμουρίζει. Το παρουσιαστικό του παραπέμπει σε σκήνωμα αγίου, μιας και έχει χάσει και 5 κιλά, και κάποια στιγμή μάλιστα αναφέρθηκε στον Χριστό χωρίς να μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το τι ακριβώς είπε. Εξετάζουμε το ενδεχόμενο να του τοποθετήσουμε μικροφωνάκι για να ακούμε τι ακριβώς λέει και να βγάζουμε ασφαλέστερα συμπεράσματα για την πορεία του. Τέλος εγγραφής.

Οι μέρες περνούν και η σεζόν πλησιάζει στο τέλος της. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το «αντικείμενο» έχοντας ενσωματώσει έναν εργοστασιακό ρυθμό παρασκευής cocktail, έχοντας γίνει μηχανή, φαίνεται να είναι στα όρια ενός απεγνωσμένου μοναχισμού που κρύβει ταυτόχρονα μια απέλπιδα ηρεμία, μια ελπίδα πως όλα τελειώνουν. Ένα απελευθερωτικό ενδεχόμενο που… αγχώνει τον επιτηρητή. Γράφει χαρακτηριστικά:

2 Σεπτεμβρίου 2014.97η συνεχόμενη μέρα.Το αντικείμενο, που δεν πάει άλλες κι άλλες μέρες παραλία τώρα τελευταία, πήρε τους δρόμους με τα σύννεφα να ενώνονται απειλητικά πάνω από το κεφάλι του και κατέληξε σε κοντινή παραλία να ρεμβάζει ακούγοντας ροκιές και πίνοντας μπύρες μόνο του. Ο φόβος να ενταθούν η μουντρουχιά και η γεροπαραξενιά του με το να επιλέγει το μοναχισμό και την απομόνωση είναι μεν υπαρκτός αλλά δε μας απασχολεί προς το παρόν. Γενικά οι τελευταίες μέρες κυλάνε λίγο ήρεμξδιςρβφ…..ΒΟΗΘΕΙΑ ΒΟΗΘΕΙΑ!ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΕ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΗΚΑ ΝΑ ΚΛΕΙΣΤΩ ΣΤΗΝ ΤΟΥΑΛΕΤΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΓΛΥΤΩΣΩ. Κρατούσε ένα σέικερ και ένα γουδοχέρι και μου είπε ότι απλά ήθελε να φτιάξουμε ένα κοκτέιλ…το μάτι του γυάλιζε και δεν έχω ιδέα για τις πραγματικές προθέσεις του.”

 Τα χειρότερα αποφεύχτηκαν τελικά: το αντικείμενο κατόρθωσε να επιβιώσει, μετά από τόσα μεροκάματα σερί και υπό την επιτήρηση τόσων πελατών, άλλων τόσων αφεντικών, άλλων τόσων σχολιαστών, όλοι επιβίωσαν τελικά.

Τέλος εγγραφής; ποιος ξέρει, στην ιστορία του τόπου έχουμε χιλιάδες τέτοιες εγγραφές, διπλοεγγραφές και πάει λέγοντας. Ελάχιστες τις κάνουμε κάτι, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση.

Η τελευταία ημέρα του αντικειμένου.

“6 Σεπτεμβρίου 2014.101η συνεχόμενη μέρα. Τελευταία μέρα του αντικειμένου στη δουλειά. Όλοι στο εργαστήριο κλαίμε όλη μέρα με λυγμούς αγκαλιασμένοι. Μια αγκαλιά επιστήμονες, τεχνικοί, σατανικά αφεντικά που χαϊδεύουν γάτες παρακολουθώντας πίσω από καθρέφτη διπλής όψεως, φοιτητές που κάνουν πρακτική(εδώ βρήκατε; ), ντελιβεράδες, η κυρα-Φρόσω από πάνω(τρομερά τα γεμιστά κυρά-Φρόσω,γεια στα χέρια σου),κάτι περαστικοί. Δεν περιμέναμε να μας επηρεάσει τόσο πολύ αλλά έτσι είναι, αν δένεσαι με ένα αντικείμενο και το παρακολουθείς κάθε μέρα επί 101 μέρες, στο τέλος σε παίρνουν τα ζουμιά. Μας ζήτησε να το βγάλουμε και μία φωτογραφία με τους συναδέλφους του, τους ηθοποιούς δηλαδή που έπαιζαν τους συναδέλφους του τέλος πάντων. Φαίνεται χαρούμενο τώρα στα τελειώματα. Καλά, δε φαίνεται ακριβώς μιας και είναι ο μόνος που δεν χαμογελάει, αυτός και ο πιστός ακόλουθος του ο Λίτον, που όλο το καλοκαίρι στάθηκε στο πλάι του να τον προσέχει, που τον βλέπουμε εδώ να φουσκώνει παράλληλα σαν παγώνι για να διώξει πιθανούς κακόβουλους ανθρώπους που θέλουν να πειράξουν το αντικείμενο. Δεν μπορώ να γράψω άλλα,με συγχωρείτε. Είναι πολύ δύσκολο. Επιστρέφω στην ομαδική αγκαλιά. Τέλος εγγραφής.

 




Η ζωή στα χωράφια

 

4

σημειώσεις από έναν αστικό κώλο

Αυτό το καλοκαίρι, η ζωή στα χωράφια κύλησε όπως μάλλον κυλά τα τελευταία χρόνια σε κάθε γωνιά της τιμημένης ελληνικής υπαίθρου˙ αυτής ντε, της ευλογημένης με λαχανικά και φρούτα, με μπόλικο ήλιο, τίγκα στο χώμα και την πέτρα, με αφεντικά α’ και β’ διαλογής και με εργάτες παντός καιρού.

Μετανάστες βέβαια, μην πάει ο νου σας στο κακό.

Οι έλληνες είναι «φτιαγμένοι» για τις πιο ελαφριές σωματικά εργασίες, με σημείο εκκίνησης παντός τύπου διαταγή, υπόδειξη ή «ορμήνεια». Μόνο κάτι πιτσιρικάδες, μετρημένοι στις ρόδες ενός τρακτέρ, κάνουν κανα χαρτζιλίκι πλάι σε συνομηλίκους τους αλβανούς, βούλγαρους, αφρικανούς. Μην πάει (πάλι) ο νους σας στο κακό, αυτό γίνεται με διαφορετικούς όρους βέβαια, άλλο μεροκάματο, άλλη μεταχείριση και λοιπά.

3

για μια φυσιολογία της εργασίας

Αλήθεια τώρα, ποια μικρο-μεσο-whatever αστική πλατούλα μπορεί πραγματικά να καταλάβει την αντοχή που χρειάζεται η γη όταν δουλεύεις πάνω της, ιδίως όταν δεν το κάνεις για τον εαυτό σου ή για να το μοιράζεσαι με άλλους, αλλά για χίλια δύο μικρομεσαία ή και τρισμέγιστα αφεντικά της ελληνικής υπαίθρου;

Αλήθεια τώρα, για να απαντήσουμε, μόνο ο μετανάστης εργάτης γης μπορεί να δώσει μια, κάποια απάντηση. Οπωσδήποτε, όχι μία που θα βρίσκεται κοντά στην σωματο-ψυχοσύνθεση της ντόπιας εργατικής διανόησης.

Το ελάχιστο που μπορεί να συνεισφέρει ένας αστικός κώλος σε μια περιγραφή της φυσιολογίας της εργασίας στα χωράφια είναι ότι πρόκειται για μια βαριά ζωή: σήκω 6 ώρα το πρωί, πήγαινε στην πλατεία να περιμένεις να σε πάρει το αφεντικό για δουλειά -αν δεν σε πάρει, σημαίνει ότι κάτι του έχεις κάνει, ενδεχομένως πήρες κανα ρεπό και διέκοψες το ρεκόρ συνεχόμενων ημερών που επιτάσσει η δουλειά, οι παραγγελίες και τα σούπερ-μάρκετ που πρέπει να είναι γεμάτα, γιατί η κατανάλωση τελευταία έχει ξεφύγει, λέμε τώρα-, μπες στο χωράφι με το θειάφι και ξεκίνα να κόβεις ντομάτα, πιπεριές, μελιτζάνες, όλα τα καλά.

Για το επόμενο 8ωρο η επίκυψη είναι η κυρίαρχη σωματική στάση εργασίας που είναι απαραίτητη για το περιδιαβαίνειν ανάμεσα στα χαριτωμένα, γεμάτα θειάφι και φάρμακα φυτά και το επακόλουθο κόψιμο των καρπών.

Επίκυψη όχι στατική και άχαρη, αλλά συνδυασμένη με το τράβηγμα ενός τελάρου (σε όπισθεν πορεία) που ολοένα γεμίζει και βαραίνει από τον ευλογημένο καρπό.

Σε ένα δεύτερο αλλά όχι ήσσονος σημασίας επίπεδο, η επόμενη σωματική απαίτηση για την ταχεία και αποδοτική (ευρύτερα μιλώντας «αναπτυξιακή») αποκομιδή του καρπού, είναι η μπαμ μπαμ κίνηση του καρπού των δαχτύλων του χεριού του ώμου, που με περισσή τσακαλοσύνη αρπάζει τον καρπό και τον τοποθετεί στο τελάρο.

Οι χρόνοι όλων αυτών των κινήσεων δεν ποικίλλουν, δεν υπάρχει με άλλα λόγια χρόνος για καλλιτεχνίες. Υπάρχει το αόρατο χέρι της αγοράς, που τελικά δεν είναι τόσο αόρατο – δια γυμνού οφθαλμού είναι οι έμποροι, οι μεσάζοντες και οι υπεραγορές που παραγγέλνουν όποτε «πρέπει», παραγγέλνοντας παράλληλα στον εργάτη γης περισσότερη εντατικοποίηση εργασίας: «πιο γρήγορα», επιμήκυνση ωραρίου (ο καύσωνας δεν είναι ανασχετικό στοιχείο 8ώρου διότι «οι μετανάστες αντέχουν, είναι σκυλιά») και διάφορα άλλα φυσιολογικά για την φυσιολογία των αγροτικών εργασιών.

Για τα πόδια και την ορθοστασία, δεν συντρέχει λόγος περιγραφής, βάλτε τη φαντασία σας να δουλέψει (καλύτερα από το να δουλεύει το σώμα, πιστέψτε το).

 

11 copy

    φιγούρες και κουβέντες

Οι φιγούρες στην ελληνική αγροτική ύπαιθρο είναι μια ιστορία η καθεμιά από μόνη της˙ όλες μαζί συνθέτουν ένα τμήμα της εργατικής ιστορίας και της κοινωνικής υφής του ελληνικού κράτους στη μεταπολίτευση.

«Δεν βλέπουμε συχνά έλληνες να δουλεύουν στα χωράφια σαν και μας. Οι συνομήλικοί μου ούτε που θέλουν ν’ ακούσουν για χωράφι. Ο νους τους όλο στα μηχανάκια είναι. Ακόμη και μερικοί που έχουν οι πατεράδες τους κτήματα μου πουλάνε μούρη ότι δουλεύουν και κουράζονται. Εγώ πληρώνω τα φροντιστήρια μου, πληρώνω για το σπίτι, πληρώνω όπου υπάρχει ανάγκη», λέει ο αλβανός 17χρονος Κλ.

Τα αλβανικά χέρια που κόβουν ντομάτες και κουβαλάνε καρπούζια από το πρωί μέχρι το βράδυ, είναι μερικά από εκείνα τα χέρια που έχτισαν όλη την αθήνα την ώρα που ο οργασμός των ολυμπιακών αγώνων ήθελε τους ντόπιους να γίνονται δικηγόροι, γιατροί, διαχειριστές της επικοινωνίας και της αίγλης.

Ο κατ’ επίφαση αλβανικός κομμουνισμός, «σκατά με κρεμμύδια», όπως τον περιέγραφαν κάποιοι μεγαλύτεροι αλβανοί, σε συνεργασία με τα μούτρα του ελληνικού καπιταλισμού έστειλε φθηνό εργατικό δυναμικό στην ξεχωριστή γενιά των ελλήνων wannabe αφεντικών.

«Δουλέψαμε πολύ και σκληρά, στην Αθήνα, την Χαλκίδα όπου είχε δουλειά. Τα μεροκάματα τότε ήταν πολύ καλύτερα μέχρι και 60 ευρώ αλλά δεν είχαμε πάντα ασφάλιση, ανάλογα το αφεντικό. Θυμάμαι μια φορά όταν ήταν το ΠΑΣΟΚ πάνω, δουλεύαμε σ’ ένα νησί για έναν στο κόμμα – πρώτη και τελευταία φορά είχα ζήσει κάτι τέτοιο. Αφού τελειώσαμε τη δουλειά, μας έκανε ένα τραπέζωμα (σ’ όλους τους εργάτες) να μας ευχαριστήσει… πολύ ενδιαφέρονταν για μας τότε…», λέει ο Α.

Τα μεροκάματα στην Αλβανία (οικοδομές, δημόσια έργα, σερβιτοριλίκια κ.λπ) αυτήν την ώρα που μιλάμε είναι γύρω στα 6 ευρώ την ημέρα, μ’ ένα κόστος ζωής που ιδίως στις πόλεις κάνει απαγορευτική την παραμονή και τη διαβίωση. «Αμα πας στα Τίρανα, θα δεις κόσμο να ψάχνει στα σκουπίδια», λένε.

«Είναι καλοί εργάτες, σκληροί, αντέχουν», λένε οι ντόπιοι. Το μεροκάματό τους δεν πέφτει κάτω από τα 25 ευρώ αλλά καμιά φορά τσαντίζονται όταν τα αφεντικά υποτιμούν την «εργατικότητά τους» δίνοντας χαμηλότερα μεροκάματα σε πακιστανούς ή αφρικανούς. Είναι εκείνες οι συχνές στιγμές που η ταξική συγκρότηση πάει περίπατο – η κάθε εθνότητα διαπραγματεύεται διαφορετικά με το αφεντικό.

Στην ουσία οι διαδρομές, η σκληρότητα και οι δυσκολίες αλλάζουν. Άλλοτε έρχεσαι περπατώντας από τη βόρεια Αλβανία, περνώντας την Πίνδο και άλλοτε δίνεις 4.000 δολάρια σε δουλέμπορο για τη διαδρομή Ερυθραία-Ελλάδα. Αλλά μπροστά στην ανάγκη της επιβίωσης, οι διαδρομές ξεχνιούνται, οι παρεξηγήσεις γεννιούνται, η εθνική ταυτότητα συνδεδεμένη με την εξασφάλιση μεροκάματου αλλοιώνει τον διεθνιστικό χαρακτήρα της εργατικής συνείδησης και τάξης.

Οι κουβέντες όμως είναι κουβέντες, οι ματιές είναι ακόμη ανθρώπινες˙ μπορεί να μην υπάρχει πολιτική οργάνωση αντάξια των προοπτικών του κομμουνιστικού θεωρήματος και της κοινωνικής αυτοδιαχείρισης που οι αστικοί μας κώλοι διαβάζουν δώθε κείθε, ωστόσο η συνείδηση είναι εκεί: η ιστορία των καταπιεσμένων δεν ξεχνιέται εύκολα, είναι βίωμα συνεχές, συσσωρεύεται, ξεσπάει, καταστέλλεται, παραδίδεται, εξεγείρεται, ζει.

Ένας shqiptar (έτσι αποκαλούνται μεταξύ τους οι αλβανοί και έτσι με αποκαλούσαν για όσο καιρό βρέθηκα δίπλα τους) μου έδειξε μια μέρα τον ιδρώτα στο καπέλο του. «Κοίτα πως έχει γίνει, βλέπεις; Είναι σαν τη γραμμή των βουνών εκεί πάνω», είπε δείχνοντας την κορυφογραμμή του βουνού πάνω από το χωράφι.

Μια άλλη μέρα, ένας άλλος shqiptar, τη στιγμή που όλοι κοιτούν πόση ώρα έχει μείνει για το σχόλασμα (αξεπέραστη εργατική συνήθεια που είτε σε γεμίζει κουράγιο όταν ο χρόνος που απομένει είναι λίγος είτε σ’ απογοητεύει αν είναι περισσότερος απ΄ότι περίμενες), «εξεγείρεται».

«Μαλακίες, κάθε μέρα τα ίδια. Τι κοιτάμε πόση ώρα έχει μείνει; Νομίζουμε ότι χαιρόμαστε όμως αυτό που συμβαίνει είναι ότι μετράμε τα λεπτά της ζωής μας που φεύγουν και δεν ξανάρχονται».

 

5