1

Από την Κοκκινιά στη Μακρόνησο

 

Τα τελευταία χρόνια ξαναγύρισα και αναζήτησα να ακούσω τις ιστορίες που μας έλεγε ο πατέρας μου όταν ήμασταν μικρά. Ιστορίες από την κατοχή και τον εμφύλιο, πότε δικιές του, πότε του αδελφού του.

Τη μέρα που τον συνάντησα για να γυρίσουμε αυτό το βίντεο μου έδωσε 19 σελίδες από ένα ημερολόγιο του 2005 που είχε προσπαθήσει να καταγράψει διάφορα σημαντικά γεγονότα της ζωής του. Στην πρώτη σελίδα έγραφε: «Γεννήθηκα στην Παλιά Κοκκινιά το έτος 1931 στα παραπήγματα. Το 1938 ο πατέρας μου, αγόρασε ένα σπίτι στα εντόπια του γιατρού του Λεούση. Το 1940 κηρύχτηκε ο πόλεμος. Πήγαινα στη γειτονιά σε σχολείο να μάθω γράμματα, εσφύριξαν οι σειρήνες και έτσι άρχισε ο πόλεμος.» Και κάπως έτσι ξεκινάνε όλες του οι ιστορίες. Με τον πόλεμο, την πείνα και τον αγώνα να μείνουν ζωντανοί.

Οι ιστορίες του πατέρα μου από την κατοχή και αργότερα τον εμφύλιο έχουν ως κύριο πρόσωπο τον μεγαλύτερο αδελφό του, Βασίλη. Στο βίντεο διηγείται δυο από τις δεκάδες ιστορίες που θυμάται από κείνον.

 




«Ούτε πρωθυπουργός εφάνη ούτε διάολος»

 

Το ποιό πράγμα αποτελεί ιστορικό τεκμήριο ή ντοκουμέντο προφανώς θα το απαντήσουν οι ιστορικοί και οι πολιτικοί επιστήμονες. Εδώ προφανώς δεν διεκδικούμε δάφνες σοβαρότητας και εγκυρότητας, αλλά στο tag για μια ιστορία των ανθρώπων μαζεύουμε ιστορίες  και μαρτυρίες ανθρώπων, που έζησαν διάφορα γεγονότα και όταν τα αφηγούνται, μας βοηθούν να προσεγγίσουμε την ατμόσφαιρα μιας εποχής ή απλά μικρά κομμάτια της ζωής και των αντιφάσεών της. Όπως παρακολουθούμε τον Δεκέμβρη του 2008 να ξανασχηματίζεται θολά και ασυνάρτητα ίσως, αλλά να σχηματίζεται πάντως ξανά μπροστά στα μάτια μας, διαβάζοντας ένα ποστ από κάποιο μπλογκ ή όπως ανασυνθέτουμε κάπως την ατμόσφαιρα των πλατειών του ’11 κοιτάζοντας τα εκατοντάδες τουίτ ενός χρήστη. Κάπως έτσι, παρακάτω, ένα παιδί δεκαοχτώ χρονών έχοντας πάει πρόσφατα από το χωριό του στην Αθήνα, στέλνει γράμμα στον πατέρα του αφηγούμενο διάφορα μικροπεριστατικά που συνέβησαν τον Νοέμβριο του 1968, την ημέρα της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου.

Σεβαστέ μου μπαμπά γειά σου.

Εγώ έφτασα πολύ καλά. Στις 10 παρά τέταρτο ήμουν στην Αθήνα. Στις 5,30 έφυγε από την Τρίπολη. (..)

Και τώρα σου γράφω λίγα γύρω από την κηδεία του Γ. Παπανδρέου τα οποία αν θέλεις πέστα και στον Νιόνιο εάν είναι ακόμη στο χωριό. Κατόπιν διαταγής της Εθ. Κυβέρνησης απηγορεύθη το λαϊκό προσκύνημα του εκλιπόντος αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετον. Η Μαργαρίτα Α. Παπανδρέου είπεν προς τον πρόεδρον της κυβερνήσεως: Ή θα αφήσετε να γίνει λαϊκό προσκύνημα ή θα τον πάω σπίτι μου και έτσι δεν έχετε το δικαίωμα να μου το απαγορεύσετε (ως Αμερικανός πολίτης).

Με χίλια βάσανα και απειλές επετράπη το λαϊκό προσκύνημα εις τον Άγιον Ελευθέριον παρεκλήσιον της Μητροπόλεως. Χωρίς βεβαίως να ανακοινωθεί διά του ραδιοφώνου και την εφημερίδαν αλλά μόνον από στόμα σε στόμα. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Υπολογίζεται ότι προσήλθε το 70% των Αθηναίων και προσκύνησαν. Κόσμος που διά πρώτη φορά ενεφανίσθη τόσον πολύς. Ούτε εις την συγκέντρωσιν της Κλαθμώνος του 1964.

Υπέροχον και χαρακτηριστικήν στάσιν εκράτησεν η Μαργαρίτα η οποία ετσακώθη με όλους τους αστυνομικούς και στρατηγούς. 

(..)

Κατά τη μεταφοράν της σωρού από Ευαγγελισμού εις Μητρόπολης συνέβη και το εξής. Μερικοί νέοι γύρω από το φέρετρον εφώναξαν ΠΑ – ΠΑ – ΝΔΡΕ – ΟΥ, 1-1-4 οι οποίοι και συνελήφθησαν.

(..)

Ένα άλλο ωραίο γεγονός είναι και το εξής: Μια ώρα πρωτού πεθάνη ο Γ. Παπανδρέου ζήτησε από την οικονόμο του ένα χαρτί και ένα μολύβι. Έγραψε δε κάτι που είθελε και το έδωσε εις την οικονόμον του. Εις συνταγματάρχης μετά βίας απέσπασε το σημείωμα. Γυρίζοντας η Μαργαρίτα έμαθε αυτό και εζήτησε να της δοθεί αμέσως η τελευταία επιθυμία του πατέρα της, αλλά αυτός αρνήθη λέγοντας ότι αφορά (τάχα) την κυβέρνησιν και δεν μπορεί να της το δώσε και τότε συνέβη το εξής. Η πανέξυπνη Μαργαρίτα κατάφερε και ετράβηξε  τον αξιωματικό σε ένα δωμάτιο να του ειπή κάτι, και με μία απότομη κίνηση του έκλεισε την πόρτα και τον κλείδωσε μέσα. Κατόπιν τρέχοντας πήγε και πήρε τηλέφωνο την αμερικάνικη πρεσβεία του Τάλμποτ και εζήτησε να τη δοθεί αμέσως η τελευταία επιθυμία του πατέρα της. Ο Τάλμποτ έστειλε μαζί της δύο υπεύθυνους της Αμερικάνικης πρεσβείας και έτσι κατόρθωσε και πήρε το χαρτί από τον αξιωματικό, το οποίον ανεκήνωσε εις τους ξένους δημοσιογράφους.

(..)

Αυτή τη στιγμή γύρισαν από την κηδεία. Κόσμος να δεις. Το ολιγότερον που μπορεί να πει κανείς ήσαν 1.000.000 κόσμος. Η κηδεία είχε φθάσει στο πρώτο νεκροταφείο και ο κόσμος δεν είχε ξεκινήσει ακόμη από την Μητρόπολη. Καθ’ όλη την διαδρομή από Μητρόπολη μέχρι το 1ον νεκροταφείο η Αθήνα εσίετο από τις φωνές.

Συνέχεια όλοι μαζί έλεγαν: ΠΑ – ΠΑ – ΝΔΡΕ – ΟΥ, είσαι ο πρωθυπουργός, είσαι λαοπρόβλητος, είσαι ο 3ος Κένεντυ, σήκω γέρο να μας δεις, μεγάλε αρχηγέ, σήμερα ψηφίζουμε, να το δημοψήφισμα, να το 7%, έρχεται ο Ανδρέας, Δημοκρατία, Κάτω η Χούντα, 1-1-4, κάτω οι προδότες, ο Ανδρέας θα μας ‘ρθει, θέλουμε ελευθερία και άλλα πολλά.  (..) Τον επικήδειο εξεφώνησε ο Ν. Μπακόπουλος και λίγο ο Κανελλόπουλος. 

Έγινε σεισμός πραγματικός. Ούτε πρωθυπουργός εφάνη ούτε διάολος. Μόνον τον υφυπουργό Σιώρη είχε στείλει αντίπρόσωπο.

Το κακό είναι ότι τη στιγμή που ετάφη ο Παπανδρέου πλάκωσαν οι κλούβες και έπιασαν πολλούς από τη συγκέντρωση διατί λέει ετάραξαν την τάξιν με το να φωνάζουν ο Ανδρέας έρχεται.

Τώρα σε αφήνω

Χαιρετίσματα εις όλους

Σας φιλώ

Γ.

 




αγροφύλακα και ασφαλίτη γωνία, ιστορίες απ’ το χωριό

 

«Αυτός εκεί, που μιλάει έξω στο τηλέφωνο, είναι ασφαλίτης», λέει ο Λ. δείχνοντας συνωμοτικά έναν τύπο που κουβαλάει τη λέξη συνωμοσία στο δερμάτινό του, φοράει ένα φαρδύ παντελόνι και παπούτσια σκαρπίνια, άλλης εποχής. Η γαμημένη η φυσιογνωμική είναι ένα από τα ορμητήρια του φασισμού αλλά καμιά φορά, έτσι όπως έχουμε γίνει, πέφτει μέσα: στους φόβους, στα στερεότυπα και στις εικόνες που κατασκευάζουμε για το κράτος και τα δουλικά του, για τα πιο κοντικά και τα πιο μακρινά χέρια του.

Καμιά φορά οι κατασκευές είναι αληθινές.

Ο Λ. λέει ότι τον έχει δει έξω από το μαγαζί να μαζεύει με «κάτι άλλους» με πολιτικά, «κάτι μετανάστες». Κάπως έτσι, κάτι το ένα, κάτι το άλλο, μια εθνική συμφιλίωση τότε, ένα παρτάκι κατανάλωσης πιο μετά, κάτι μαγκιές στο δρόμο, στις παραλίες και στα πορτοφόλια, κάτι λάμψεις από οράματα αγίας καριέρας που τραγουδήθηκαν αργότερα ως «αγία νοσταλγία» και λοιπά χιλιοτραγουδισμένα.

Ο ασφαλίτης λοιπόν είχε έναν πατέρα που ήταν αγροφύλακας. Έτσι λέει ο Κ. που κάθεται δίπλα μου και έχει στήσει αυτί σ’ αυτά που μου λέει ο Λ. – έρχεται και προσφέρει στη συζήτηση την κατάλληλη στιγμή.

«Οι αγροφύλακες ήταν ρουφιάνοι εκείνη την εποχή, όσοι ήθελαν τον βασιλιά και λοιπά, τους είχανε τακτοποιήσει. Άκου να δεις τι είχε κάνει αυτός (ο αγροφύλακας) για τον γιό του (τον ασφαλίτη). Η μάνα μου ήτανε δασκάλα, και μια μέρα, πιτσιρίκι εγώ τότε, τον θυμάμαι να έρχεται με μανία και λύσσα και να χτυπάει την πόρτα του σπιτιού μας, κόντεψε να την γκρεμίσει θυμάμαι. Μπαμ, μπαμ, χτύπαγε σαν τρελός. Ανοίγει η μάνα μου την πόρτα, τονε βλέπει έξω. ‘Κυρία’, της λέει αυτός με ένα ύφος παρακαλετό μάλλον παρά απειλητικό. ‘Θέλω να περάσεις τον γιό μου στην επόμενη τάξη γιατί θέλω να τονε κάνω παπά’…».

Στην «οδό Αγροφύλακα και Ασφαλίτη» πάντα υπάρχει μια μυρωδιά από λιβάνι και αντίδωρο: για να πάνε όλα καλά, να υπάρχει δουλειά, και να μας φυλάνε εκείνοι καλά και τα παιδιά τους καλύτερα.

*φωτογραφία εξωφύλλου απο εδώ

 




το ξένο και το «κανονικό»

 

Η φίλη μου η Άννε είναι 22 χρονών. Γερμανίδα, δυο μέτρα κορίτσαρος με φωτεινά γαλανά μάτια, ξανθή κι εντυπωσιακή. Από τότε που θυμάται τον εαυτό της δεν άκουγε πολύ καλά. Η οικογένεια της δεν έδωσε πολύ σημασία στην βαρυκοΐα της όσο ήταν παιδί. Πέρυσι της διέγνωσαν απώλεια ακοής 88% και 95% και της πρότειναν κοχλιακό εμφύτευμα. Η Άννε αρνήθηκε φοβούμενη τις επιπτώσεις της εγχείρισης. Φοβήθηκε την ίδια την εγχείριση. Ξεκίνησε να σπουδάζει κοινωνιολογία και ταυτόχρονα άρχισε μαθήματα γερμανικής νοηματικής. Ξεπέρασε τον φόβο του αμφιθεάτρου και έπιασε δικό της σπίτι στο Βερολίνο.

Αρχές Δεκέμβρη του 2012 παρακολούθησα για πρώτη φορά ένα διεθνές συνέδριο στο Βερολίνο με τίτλο Deaf World – Hearing World. Καθηγητές και υποψήφιοι διδάκτορες από κάθε γωνιά του κόσμου παρουσίαζαν την έρευνά τους σχετικά με την Ανηκοΐα. Για πρώτη φορά έβλεπα ταυτόχρονα δυο διερμηνείς επί σκηνής να μεταφράζουν ταυτόχρονα τα λεγόμενα του ομιλιτή στην αμερικανική (ASL) και γερμανική νοηματική (DGS). Έβλεπα τους περισσότερους ανθρώπους να νοηματίζουν στο διάλειμμα κι ένιωθα αμήχανα. Αναρωτήθηκα κατά την διάρκεια τους συνεδρίου πώς είναι να μεγαλώνεις στην Ελλάδα ως παιδί χωρίς ακοή. Σήμερα, στην Ελλάδα της κρίσης και των περικοπών, στην Ελλάδα του Παραλόγου, στην Ελλάδα των κατηργημένων εκπαιδευτικών οργανισμών. Θυμήθηκα την Βάγια στο δημοτικό μου. Ήταν ένα κορίτσι δυο χρόνια νεώτερο από εμένα, με πυκνά σγουρά μαύρα κοντά μαλλιά, που φορούσε ακουστικά βαρυκοΐας και η άρθρωση της ήταν πολύ διαφορετική από αυτή των υπόλοιπων παιδιών. Θυμάμαι, ότι στο σχολικό καθόταν μόνη.

Όταν με ρωτούν με τι ασχολούμαι, συνήθως καλούμαι να απαντήσω γιατί η νοηματική γλώσσα δεν είναι μια και μοναδική ανά τον κόσμο, ας πούμε μια ενιαία γλώσσα που να χρησιμοποιείται από όλους τους ανήκοους. Η γεωγραφία και οι αποστάσεις είναι ο βασικότερος λόγος. Κάθε κοινότητα δημιουργεί το δικό της γλωσσικό σύστημα που με την σειρά του δέχεται μια σειρά από εξωτερικές επιρροές, συμπεριλαμβανομένης και της ομιλούσας γλώσσας του περιβάλλοντος. Δυστυχώς, υπεράριθμες υπεργενικεύσεις, μισαλλοδοξίες, προκαταλήψεις καθώς και χαρακτηρισμοί έχουν στιγματίσει τους ανήκοους ως κοινωνική ομάδα και γλωσσική μειονότητα. Πέρα από τις καθημερινές δυσκολίες που μπορεί να επιφέρει η ανηκοΐα σε έναν κόσμο όπου υπερτερεί η ακούουσα πλειοψηφία, κυρίως οι προκαταλήψεις ήταν αυτές που διαμόρφωσαν για πολλές δεκαετίες την κοινή γνώμη σχετικά με την νοηματική γλώσσα και τους ανήκοοους. Οι ανήκοοοι χαρακτηρίστηκαν ως: «καθυστερημένοι», «υπάνθρωποι», «άγλωσσοι», «ανίκανοι κριτικής σκέψης», «πρωτόγονοι» κ.α. (Butterburry κ.α. 2007). Το 1880 στο Μιλάνο συγκλήθηκε διεθνές συνέδριο όπου ακούοντες ιατροί και παιδαγωγοί αποφάσισαν πως οι νοηματικές γλώσσες πρέπει να σταματήσουν να χρησιμοποιούνται γιατί εμποδίζουν την ομαλή ενσωμάτωση των κωφών παιδιών στην κοινωνία. Η απόφαση αυτή λίγο έλειψε να αφανίσει τις νοηματικές γλώσσες, καθώς απαγορεύτηκε η χρήση τους σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Μόνο το κολλέγιο Gallaudet που σήμερα είναι το μοναδικό πανεπιστήμιο ανήκοων στον κόσμο, αντιστάθηκε. Μετά το 1960 με εκτενείς  γλωσσολογικές μελέτες, οι ακούοντες πείστηκαν πως πρόκειται για αυτοτελείς γλώσσες που τώρα πια αναλύονται με γλωσσολογικά εργαλεία ως προς την μορφολογία, σύνταξη και σημασιολογία τους.

Στην αθέατη πλευρά των παραπάνω ευτυχώς υπάρχει κι άλλη όψη στο νόμισμα. Κοντά στη Μασαχουσέτη των Ηνωμένων Πολιτειών υπάρχει ένα νησάκι που ονομάζεται Marthas Vineyard Island. Η ανθρωπολόγος Nora Groce  το επισκέφθηκε την δεκαετία του ‘70 και έγραψε ένα εξαιρετικό βιβλίο που εκδόθηκε το 1985: Everyone here spoke sign language: hereditary deafness on Martha’s Vineyard. Μια απίστευτη ιστορία  από κοινωνιολογική, ανθρωπολογική και γλωσσολογική άποψη. Χάρη σε ένα γονίδιο το ποσοστό των ανήκοων στο νησί ήταν πολύ μεγαλύτερο απ’ότι στην υπόλοιπη Αμερική. Η Groce περιγράφει λεπτομερώς και ερευνά την ζωή των κατοίκων στις αρχές του 20ού αιώνα. Παρότι το τελευταίο ανήκοο άτομο πέθανε το 1952 στο νησί, η πληθώρα και οι λεπτομέρειες των περιγραφών της Groce  που αντλήθηκαν από τις συναντήσεις της με κατοίκους του νησιού  συστήνουν μια πολύ ξεχωριστή εικόνα: η κώφωση στο νησί αυτό δεν αποτελούσε αναπηρία στην κοινωνία του νησιού.  Όλοι οι κάτοικοι του νησιού ακούοντες και μη, νοημάτιζαν την γλώσσα του νησιού. O John M. Whitting που μεγάλωσε στο Chilmark  του Martha’s Vineyard αναφέρει „Knowing how to sign, was like knowing French, something to be envied“.

Αρχές Γενάρη του 2013 συνάντησα στην Πλάκα κάτω από κάτι δροσερά δέντρα τον Χρυσόστομο Παπασπύρου. Ο Χρυσόστομος είναι ανήκοος από τριών ετών και είναι διδάκτωρ γλωσσολογίας από το Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Γνώριζα ότι δεν ακούει. Δεν γνώριζα γρι ελληνική νοηματική. Με μπόλικη αγωνία κι ένα μικρό μπλοκάκι τον περίμενα να φανεί στην ανηφόρα για να φτάσει στο καφέ. Εγκάρδιος και ευγενής μου μίλησε στην Ελληνική και διάβασε τα χείλη μου. Τον ρώτησα για την ιστορία της Ελληνικής Νοηματικής και με παρακίνησε να την ερευνήσω. Μου μίλησε για την σπουδαιότητα μιας επικείμενης ιστορικής έρευνας. Μου μίλησε ακόμη, για την προσπάθεια που γίνεται στο σχολείο της Αγίας Παρασκευής (όπου διατελεί διευθυντής) και τους λόγους για τους οποίους γύρισε από την Γερμανία. Εκείνη την ημέρα χάρη στον Χρυσόστομο, κάτω από την δροσερή φυλλωσιά στον Πύργο των Ανέμων, αποφάσισα να ασχοληθώ με την ιστορία της Ελληνικής Νοηματικής Γλώσσας.

Στους κύκλους των ανήκοων υπάρχει η φήμη για έναν μεγαλύτερο αριθμό κωφών κατοίκων στην Αμοργό κατά τον περασμένο αιώνα. Δυο ανήκοες αδελφές μοδίστρες  συνήθιζαν να επισκέπτονται καθημερινά το καφενείο του Πάρβα. Εκεί οι κάτοικοι νοημάτιζαν μαζί τους.  Ένας γιατρός από την Καλιφόρνια το 2005 συνάντησε έναν άστεγο με μακριά γρίζα μαλλιά να περπατάει στα άγρια τοπία με μια μαγκούρα και να χαιρετά περαστικούς.  Οι κάτοικοι λίγες μέρες αργότερα του χαμογέλασαν λέγοντας του πως είχε την τύχη να συναντήσει τον «Άγιο Γεράσιμο» που είναι Κωφός. «Γιατί να τον κλειδώσουμε σε ψυχιατρείο; Δεν πειράζει κανέναν.» Αναρωτήθηκα καθώς διάβαζα την μαρτυρία αν οι κάτοικοι ονόμασαν τον άνθρωπο κατά τον Πατριάρχη Άγιο Γεράσιμο του Βυζαντίου που ήταν Κωφός.

“Οι διαφορές μας μπορούν να γίνουν εφαλτήρια για εποικοδομητική προσέγγιση, για συμφιλίωση, για αλληλεγγύη μεταξύ μας. Έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας, για να ξεπεράσουμε την κοινωνική προκατάληψη και να γίνουμε αποδεκτοί με ίσους όρους από το ευρύτερο κοινωνικό μας περιβάλλον.”[1]

Μπορεί, αν η Βάγια είχε γεννηθεί στο Martha’s Vineyard ή στην Αμοργό, να μην καθόταν μόνη της στο σχολικό. Ίσως η Άννε να μην φοβόταν τα αμφιθέατρα. Εσύ κι εγώ να μην ξέραμε τι θα πει αμηχανία για το «διαφορετικό». Σε παράλληλες κοινωνίες το «ξένο» είναι το «κανονικό». Σε παράλληλες κοινωνίες οι διαφορές δεν είναι εμπόδιο. Και οι διαφορές -δόξα το Θεό- που λέει κι η γιαγιά μου, στελεχώνουν την ομορφιά της ποικιλίας.

 

[1] Απόσπασμα από άρθρο του Χ. Παπασπύρου  με τίτλο «Ας δούμε τις διαφορές μας εποικοδομητικά» στο news.gr (15.01.2014)

* σχετικά με τον πίνακα του εξωφύλλου βλέπε και εδώ




Αυτά είναι ο πόλεμος

Όταν ήμουν παιδί είχα ακούσει δεκάδες ιστορίες για τον θείο που χάθηκε στα βουνά της Αλβανίας, για την αβάσταχτη πείνα, την ηρωική κλοπή ενός καρβελιού από το γειτονόπουλο της γιαγιάς, για ξύλο και θανάτους , για τους σκληρούς Γερμανούς, τους δωσίλογους πατριώτες, για τον παππού που έκρυψε έναν Ιταλό στη διάρκεια της Κατοχής.

Οι ίδιες ιστορίες επαναλαμβανόμενες με μαθηματική ακρίβεια σε κάθε οικογενειακή γιορτή έχασαν γρήγορα το ενδιαφέρον τους. Πόσες φορές μπορεί η ίδια ιστορία να σε συναρπάσει;

Ο παππούς είχε διηγηθεί την ιστορία με τον Ιταλό εκατοντάδες φορές. Το ενδιαφέρον μου διέγραψε αναπόφευκτα μια φθίνουσα πορεία. Μέχρι ένα καλοκαίρι, χρόνια μετά, που βρέθηκα μπροστά στη συνάντηση των δύο αντρών, του παππού και του Ιταλού. Πρώτη φορά έβλεπα ανθρώπους να μιλάνε διαφορετικές γλώσσες και να συνεννοούνται απόλυτα σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη ευγνωμοσύνη. Αυτό ήταν που γέμιζε τα μάτια αυτού του ανθρώπου, που ταξίδεψε-και θα ταξίδευε αρκετές φορές- για να συναντήσει το παρελθόν του-γλύκα, καλοσύνη και ευγνωμοσύνη.




Ερυθρός – Νίκαια

Γενικό Κρατικό i.frame.gif

 

Κενός, λίγος και μικρός. Αυτό νιώθεις όταν καλείσαι να αποφασίσεις για τη ζωή ενός δικού σου ανθρώπου. Κι ο γιατρός φαντάζει ο ενσαρκωμένος Χριστός, όχι δε μοιάζει, είναι ο Χριστός και όλοι οι Άγιοι μαζί. Κι ο διάβολος είναι ο αιμοπνευμοθώρακας. Τα κρύα χέρια, τα άχρωμα χείλη, ο πόνος που είναι αφόρητος, το τρέμουλο και το παραλήρημα. Και οι κραυγές. Αυτές οι κραυγές. Έχει περάσει χρόνος, κι ακόμα τις ακούω που και που. Τον πρώτο καιρό δεν ήθελα να κλείνω τα μάτια, προσπαθούσα να πέφτω στο κρεβάτι πλήρως εξαντλημένη, μπας και κοιμηθώ χωρίς να τις ακούσω.

Από τον Ευαγγελισμό μέχρι τους Αμπελόκηπους και το Γουδί είναι συγκεντρωμένα μερικά από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας. Αναρωτιέμαι πώς το σκέφτηκαν να συμπυκνώσουν τόσο πολύ πόνο σε τόσα λίγα τετραγωνικά χιλιόμετρα; Δε φοβήθηκαν ότι η γη μπορεί να αρχίσει να τρέμει, να δυσανασχετεί από τα υπερβολικά φορτία ανθρώπινης οδύνης;

Σ’ ένα δωμάτιο του Ερυθρού Σταυρού, χωμένη σε μια πτυσσόμενη καρέκλα, στριμωγμένη ανάμεσα στην πόρτα και στο κρεβάτι, ακούγοντας τη βαριά ανάσα του αδερφού κάτω από τη μάσκα οξυγόνου, έβλεπα τη μία ώρα να σπρώχνει την άλλη όπως οι γερασμένες κ αδιάφορες νοσοκόμες τα καροτσάκια με τα σύνεργά τους. Σε ένα χωροχρονικό συνεχές που δεν υπήρχε ελπίδα να διαρρήξω.

Κι όμως αυτές οι αδιάφορες νοσοκόμες κι αυτά τα σαραβαλιασμένα και μισοεξοπλισμένα καροτσάκια ήταν η ελπίδα μας. Όταν τον έφεραν στο δωμάτιο μετά την πρώτη επέμβαση, ο γιατρός υπήρξε οδυνηρά ειλικρινής μαζί μου. «Για τις επόμενες 24 ώρες υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ανακοπής, καλό είναι να είστε δίπλα». Γιατί αν είμαι δίπλα τι θα κάνω γιατρέ μου, σκέφτηκα αλλά δεν είπα. Αντ’ αυτού κούνησα το κεφάλι. Κι έπειτα έτρεξα στη νοσοκόμα. «Ο γιατρός μου είπε πώς υπάρχει κίνδυνος ανακοπής. Πώς θα το καταλάβω; Τι να κάνω τότε; Πού να έρθω; Τι να φωνάξω;» «Μην ανησυχείς κορίτσι μου, δε θα συμβεί αυτό» είπε εκείνη σε μια αποτυχημένη να προσπάθεια να πείσει και τον εαυτό της εκτός από εμένα. «Ναι, αλλά αν συμβεί πώς θα το αναγνωρίσω» επέμεινα εγώ. «Αυτά τα πράγματα καλό είναι να μη τα βλέπεις, αλλά αν τα δεις τα αναγνωρίζεις αμέσως» είπε.

Γενέθλια, πάσχα και γιορτές στο διάδρομο του Ερυθρού. Αυτή η ανάγκη να μη σε πάρει από κάτω. Αυτό το πείσμα ότι η κανονικότητα δεν διεκόπη κι ας κόπηκαν οι άνθρωποι στα δυο.

Πώς μεταφέρεις έναν «σπασμένο» άνθρωπο πάνω σε ένα σκουπ; Το ΕΚΑΒ ις νοτ εν οπσιον καθώς προηγούνται εκείνοι των οποίων η ζωή κινδυνεύει. Έχεις σπάσει τα πάντα από τη μασχάλη μέχρι το γόνατο, αλλά θα ζήσεις; Λυπόμαστε αλλά για το ΕΚΑΒ δεν είσαι περιστατικό με προτεραιότητα. Ιδιωτικά ασθενοφόρα λοιπόν. Έχετε ιδέα πόσα υπάρχουν εκεί έξω; Τα δωμάτια των νοσοκομείων είναι πλημμυρισμένα από καρτούλες που υπόσχονται γρήγορη, άνετη και ανώδυνη μετακίνηση. Η διαδρομή από τον Ευαγγελισμό στη Νίκαια κρατάει δύο αιωνιότητες, ακριβώς. Κάθε μικρή λακούβα, σαμαράκι και γραμμή του τραμ κι ένας αναθεματισμός. Η παραμικρή ανατάραξη τον κάνει να ουρλιάζει. Το χέρι μου έχει σχεδόν μελανιάσει από το σφίξιμο.

Στη Νίκαια έχουν εφημερία. Καλά που το διευκρίνισαν γιατί στην αρχή έμοιαζε με έκτακτη ανθρωπιστική κρίση. Που δηλαδή ήταν, απλά δεν είχε προκληθεί από κάποια φυσική καταστροφή ή πόλεμο, αλλά από το μνημόνιο και είχε την κωδική ονομασία «περικοπές προσωπικού». Αν θέλετε να οπτικοποιήσετε τις λέξεις πανικός και απελπισία περάστε από το Γενικό Κρατικό της Νίκαιας σε μια εφημερία. Οι όροφοι με τα δωμάτια των ασθενών μένουν χωρίς κανένα γιατρό και όλοι προσεύχονται να μην τους συμβεί κάτι έκτακτο το βράδυ της εφημερίας γιατί δεν υπάρχει γιατρός διαθέσιμος να ανέβει στον όροφο. Το επόμενο πρωί, ανθρώπινα ράκη με λευκές ρόμπες κυκλοφορούν στους διαδρόμους και ντρέπεσαι να τους μιλήσεις για τον πυρετό που ούτε χθες βράδυ υποχώρησε και για τα νέα εξανθήματα που εμφανίστηκαν.

Την ώρα του μεγάλου χειρουργείου, παραταγμένοι 10 άνθρωποι έξω από την πόρτα, καθόμαστε σε σκαμπό, σε καρέκλες, στα γόνατα, όρθιοι, σε αναμμένα κάρβουνα. Άλλοι ασθενείς μπαίνουν και βγαίνουν κι ο δικός μας ακομη μέσα. Μετά από τέσσερις ώρες, ο γιατρός βγαίνει κατάκοπος και ανέκφραστος, περνάει δίπλα μας και ψελίζει κάτι σαν «όλα καλά» και «αφήστε με να ηρεμήσω λίγο και θα τα πούμε μετά». Για άλλη μια φορά συνειδητοποιώ ότι αυτό που έχουμε εναποθέσει επάνω του δεν είναι το μέλλον του αδερφού, είναι η ύπαρξη τεσσάρων -τουλάχιστον- ανθρώπων. Και κείνος κάνει ότι δεν καταλαβαίνει για να αντέξει το βάρος. Κάνει τον αντικοινωνικό και τον δύσκολο, αλλιώς η κατάρρευσή του είναι δεδομένη.

Οι ανθρώπινες σχέσεις μέσα στα νοσοκομεία είναι ένα καταπληκτικό φαινόμενο. Ο κοινωνικός και ο αντικοινωνικός γιατρός, ο χειρούργος στάρ και ο χειρούργος αυθεντία, ο φαντασμένος και ο ταπεινός ειδικευόμενος, η βαριεστημένη και η πρόθυμη νοσοκόμα, ο υπάκουος και ο αντιδραστικός τραυματιοφορέας, ο ξινός και ο γλυκομίλητος φύλακας στην πύλη, όλοι τους ανεβάζουν καθημερινά μια παράσταση σε ένα κοινό που διψάει για θέαμα, γιατί δεν αντέχει πια την πραγματικότητα της ζωής του, έτσι όπως έχει γίνει. Και αναλισκόμενοι στον τρόπο της νοσοκόμας και στις περιέργειες του γιατρού οι ασθενείς και οι συγγενείς ξεχνιούνται κι ο χρόνος περνάει και κάνει τη δουλειά του.

Από τα γύρω κρεβάτια ακούς για τιμωρία, αμαρτία, μαύρη μοίρα. Στα νοσοκομεία οι άνθρωποι θα έπρεπε να βλέπουν πιο καθαρά από το να αναζητούν νόημα εκεί που εξώφθαλμα πια δεν υπάρχει. Στα νοσοκομεία αυτό που συμβαίνει δεν είναι τίποτα από όλα τα παραπάνω. Είναι γυμνή ζωή. Πολύπλοκη, απρόβλεπτη και αστάθμιτη. Αυτό πάθαμε, απ’ αυτό υποφέρουμε. Πώς γίνεται να μην το βλέπουν; Δεν τους αρκεί η αέναη ανανέωση στα πρόσωπα των ασθενών; Όχι, δεν τους αρκεί. Δεν μπορούν να δεχτούν ότι η ζωή μας δε σημαίνει τίποτα για κανέναν άλλο, ώστε να την προστατέψει ή να τη σώσει. Νοηματοδοτήσαμε οι ίδιοι τη ζωή μας και μετά, σαν να μην αντέξαμε την τόση αυτονομία, κατασκευάσαμε και τον Μέγα Νοηματοδότη. Και του ορκιζόμαστε αιώνια υποταγή για τη χάρη που μας έκανε.

Ένας μήνας στα νοσοκομεία ήταν αρκετός για να νιώσω στο πετσί μου ότι οι άνθρωποι δεν παίρνουν αυτό που τους αξίζει, ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια μετριέται αλλιώς όταν δεν μπορείς να σηκωθείς απ’το κρεβάτι, ότι και οι δυνατοί κάποτε καταρρέουν, ότι μια ψυχή μπορεί να φύγει όσο εσύ παίζεις με το κινητό σου, ότι όπου φτωχός κι η μοίρα του και τέλος ότι Κράτος χωρίς δημόσια και δωρεάν υγεία και παιδεία δεν είναι κράτος, είναι εγκληματική οργάνωση.




Το ταξίδι του Ρασίντ: Από το Πακιστάν στην Ελλάδα

 

Eίμαι ο μικρότερος από 5 αδέλφια. Όλη μου η οικογένεια ζει στο Πακιστάν. Όταν ήμουν 9 χρονών, ο μεγάλος μου αδελφός σκότωσε κάποιον έξω από το σπίτι μας. Βρήκα το όπλο και έπαιζα. Όταν ήρθε η αστυνομία έπιασε εμένα αντί να πιάσει τον αδελφό μου. Ο πατέρας μου συμφώνησε με την αστυνομία να με διώξουν από το Πακιστάν και για 10 χρόνια να μη γυρίσω, για να μη με βάλουν φυλακή. Από το Πακιστάν μέχρι την Ελλάδα είναι όλα μιλημένα. Στην κάθε χώρα θα με περίμεναν οδηγοί και οι «τσατσά» (σ.σ. με τη λέξη τσατσά αναφέρεται στους διακινητές).

Στους τσατσά θα έπρεπε να δώσω 7.000 ευρώ. Τότε ήταν ακριβά, τώρα έρχεσαι και με 2.000 ευρώ. Ο πατέρας μου είχε ένα σπίτι στο Πακιστάν που κόστιζε 22.000 ευρώ, το πούλησε για 7.000 για να μπορέσω να έρθω στην Ελλάδα. Ο κάθε τσατσά πληρώνεται με το που μεταφέρει τους ανθρώπους στον επόμενο. Μπαίνουν λεφτά στη Western Union για όσα άτομα είχε πει πως αρχικά θα μεταφερθούν. Αν πεθάνουν κάποιοι στο δρόμο δεν αλλάζει κάτι. Αυτοί θα πληρωθούν για τα άτομα που είχαν συμφωνήσει. Είτε ζήσουν, είτε πεθάνουν.

Δεν ήξερα πολλά για την Ελλάδα, είχα δει όμως έναν φίλο του αδελφού μου που είχε γυρίσει στο Πακιστάν από την Ελλάδα, με ωραία ρούχα και το έπαιζε μάγκας και ήθελα να πάω κι εγώ εκεί. Δεν ήξερα βέβαια πως θα είναι η διαδρομή μέχρι την Ελλάδα. Ο τσατσά που συνεννοήθηκε ο μπαμπάς μου στο Πακιστάν του είπε πως θα είναι όλα εύκολα. Του είπε πως θα έχω εισιτήριο και θέσεις στα λεωφορεία και πως θα χρειαστεί να περπατήσω 1-2 ώρες το πολύ.

Το ταξίδι του Ρασίντ: Από το Πακιστάν στην Ελλάδα

 

Καράτσι – Γκουαντάρ

Έφυγα λοιπόν στα 9 μου με έναν φίλο του αδελφού μου και άλλα 200 άτομα. Μπήκαμε ανά 15 άτομα σε ένα λεωφορείο από το Καράτσι (σ.σ. πρωτεύουσα της επαρχίας Σίντ, η μεγαλύτερη πόλη στο Πακιστάν) για το Γκουαντάρ (σ.σ. Νοτιοδυτικό Πακιστάν). Όταν φτάσαμε στο Γκουαντάρ πήραμε ένα τηλέφωνο και μας είπαν «θα έρθει αυτό το τζιπ με το τάδε νούμερο και θα σας πηγαίνουμε ανά 5 άτομα. Μετά θα σας πάρω τηλέφωνο για να ετοιμάζονται οι άλλοι 5 για να σας περάσουμε τα σύνορα». Τα πρώτα 5 άτομα ήμασταν εμείς. Στο Γκουανταρ είχε checkpoint και εκεί μας σταματάνε. Εγώ ήξερα ότι επειδή μοιάζω με αυτούς από το Μπαλουτσιστάν (σ.σ. πόλη στο Νοτιοδυτικό Πακιστάν) δεν φοβήθηκα. Με ρωτάνε «που πας;», τους λέω «σπίτι μου» και επειδή μιλούσα και Ουρντού (σ.σ. επίσημη γλώσσα στο Πακιστάν) με άφησαν να περάσω. Έναν άλλο, από το Ισλαμαμπάντ, τον ρωτήσανε που πάει και όταν αυτός είπε πως πούλησε 3 αγελάδες για να πάει στην Ελλάδα, τον κατέβασαν και τον κράτησαν εκεί.

 

Σύνορα Πακιστάν-Ιράν-Αφγανιστάν

Μόλις περάσαμε τα σύνορα του Πακιστάν προς Ιράν μας κάνει σήμα να μας σταματήσει η αστυνομία. Και ο οδηγός δε σταμάτησε. Ήταν πολλοί αστυνομικοί, μας περίμεναν με όπλα. Εγώ καθόμουν έξω, στο τζιπ, στην καρότσα, για να βλέπω πως είναι το Ιράν. Το αυτοκίνητο έφευγε αριστερά-δεξιά, πάνω-κάτω αλλά δε σταμάτησε. Έφυγε κατευθείαν για Αφγανιστάν.

 

Αφγανιστάν

Στο Αφγανιστάν μας σταματάνε οι Ταλιμπάν. Εκεί έκατσα 3 μήνες. Μόλις μας έπιασαν μας ρώτησαν τι έχουμε πάνω μας. Είχα μια τσάντα με κάποια ρούχα μέσα, λίγο φαΐ και 200 ρούπια (σ.σ. περίπου 2 ευρώ) που κουβαλούσα από το Πακιστάν. Μου λένε «κράτα τα ρούχα και το φαί και δώσε μας τα λεφτά». Τους λέω «Δεν έχω άλλα λεφτά, 200 ρούπια έχω». «Φέρτα» μου λένε και τα παίρνουν. Μας ρώτησαν που πάμε, εγώ είπα ψέματα πως πάω στο Ιράν για να δουλέψω. Αυτοί απάντησαν «εσύ θα κάτσεις μαζί μας». Τους ρώτησα «Γιατί να κάτσω; Πρέπει να πάω να δουλέψω, η οικογένεια μου πεινάει.» Θέλανε να με μάθουν να οδηγώ αυτοκίνητο, να κουβαλάω όπλα και μετά να πάω να κάνω Jihadγια το Θεό. «Ο Θεός δε λέει να κάνω αυτό» τους λέω. «Ο Θεός δε λέει Jihad, το Jihadτο βγάλαμε εμείς (οι άνθρωποι) για τα λεφτά». Για 3 μήνες κουβαλούσα όπλα και έκανα τις δουλειές τους, μέχρι που παρακάλεσα έναν που έκανε κουμάντο εκεί, να με διώξει. Του ζήτησα να μας περάσει τα σύνορα γιατί ήξερα πως από κει θα έρχονταν να μας πάρουν άλλοι. Συνεννοήθηκε αυτός στο τηλέφωνα στα Φαρσί με τον οδηγό που θα μας έπαιρνε από τα σύνορα. Στα σύνορα εκεί δεν έχει ούτε αστυνομία, ούτε φαντάρους, ήταν εύκολα.

 

Ιράν

Και έτσι φτάσαμε στο Ιράν. Εγώ και ο φίλος του αδελφού μου που είχαμε ξεκινήσει μαζί. Εκεί μας έπιασε η αστυνομία και μας πήγε φυλακή. Πρώτη φορά στη ζωή μου πήγα φυλακή. Οι αστυνομικοί πήραν τηλέφωνο τον τσατσά που είχε ένα χώρο κάπου μια ώρα από τα σύνορα και ήρθε ένας με μια BMW, τους έδωσε λεφτά και μας πήρε. Μας πήγαν σε έναν τεράστιο χώρο. Μπορεί να χωρούσε και 1500 άτομα. Εκεί είναι ο σταθμός που μαζεύονται όλοι για να φύγουν για την Ευρώπη. Έχει Πακιστανούς, Ινδούς, Κινέζους, Αφρικανούς, παιδιά, μωρά, γυναίκες, άντρες. Ο χώρος διοικείται από Ιρανούς που κυρίως μιλάνε Πακιστανικά, Ιρανικά και Ινδικά. Εκεί έμεινα ένα μήνα. Έκλαιγα πολύ, δε μου άρεσε καθόλου εκεί. Τους παρακαλούσα να με στείλουν πίσω. «Δε θέλω να πάω εμπρός» τους έλεγα. Με φόβιζε που ήμασταν τόσοι άνθρωποι μαζεμένοι σε ένα μέρος. Νόμιζα πως κάθε μέρα θα γίνει ένα μπάμ και θα μας σκοτώσουν όλους. Έκανα υπομονή, μου έλεγαν και οι άλλοι να κάτσω να περιμένω και έτσι έμεινα.

Κάποια στιγμή ήρθε ένα διώροφο τουριστικό λεωφορείο και μας έβαλαν μέσα. Εμένα και άλλον έναν μας έβαλαν να κάνουμε κουμάντο στο λεωφορείο. Μπαίνουμε στο λεωφορείο για να πάμε Τεχεράνη. Μετά από δύο ώρες στο λεωφορείο μας φωνάζουν «Κατεβείτε όλοι κάτω» γιατί πλησιάζαμε ένα checkpoint του στρατού. Έπρεπε να κατέβουμε και να πάμε με τα πόδια γύρω-γύρω από το σημείο που ήταν οι φαντάροι. Το λεωφορείο θα περνούσε άδειο από το σημείο ελέγχου και θα μας περίμενε λίγο πιο κάτω μέχρι να φτάσουμε. Κατεβαίνουμε εκεί και έπρεπε να περάσουμε πρώτα από ένα ποτάμι. Τα νερά ήταν πολύ παγωμένα, ήταν και βράδυ και είχε πολύ κρύο. Μετά από κάποια ώρα βρίσκουμε το λεωφορείο και μπαίνουμε μέσα. Μετά από μία ώρα πάλι με το λεωφορείο, μας σταματάει ένας αστυνομικός με πολιτικά ρούχα. Του έδωσε ο οδηγός λίγα δολάρια και μας άφησε να περάσουμε. Μετά πάλι από μια ώρα, μας λέει ο οδηγός πως μέχρι εδώ πάει αυτός και από δω και πέρα θα πάμε με τα πόδια.

 

Σαλμάς

Περπατάμε για περίπου δύο ώρες και βρίσκουμε τους Κούρδους που θα μας έπαιρναν για να συνεχίσουμε. Οι Κούρδοι μας έριξαν πολύ ξύλο. Αυτοί μιλούσαν άλλη γλώσσα και εμείς δεν καταλαβαίναμε τι λένε και γι’ αυτό μας χτυπούσαν. Μπαίνουν δύο άτομα μπροστά και δύο πίσω με όπλα, για να μη φύγει κανένας και ξεκινάμε. Αρχίζουμε και ανεβαίνουμε ένα βουνό. Ανεβαίναμε, ανεβαίναμε αλλά δεν φτάναμε. Το βουνό ήταν μεγάλο και έπρεπε να σκαρφαλώσουμε. Ήταν πολύ δύσκολο. Άμα κοιτούσες πίσω, πάει. Για να ανέβουμε πάνω στο βουνό μας πήρε 10 μέρες και μετά άλλες 10 μέρες για να κατέβουμε. Δεν σταματούσαμε καθόλου, όποιος έμενε πίσω πέθαινε. Πίναμε το βρώμικο νερό που κατέβαινε από το βουνό αλλά δεν είχαμε φαΐ. Αν δεν είχαμε το νερό θα είχαμε πεθάνει όλοι. Οι περισσότεροι που ήξερα πέθαναν εκεί. Στο Ιράν μας είχαν δώσει από ένα ψωμί αλλά πόσες μέρες να κρατούσε; Δεν μας είπε ποτέ κανείς πόσες μέρες θα πάρει να φτάσουμε στην Τεχεράνη. Μας είχαν πει πως σε 2-3 ώρες θα φτάσουμε. Νομίζαμε πως θα μπούμε στο λεωφορείο και θα μας πάει. Πρώτη φορά είδα εκεί στο βουνό, ανθρώπινο κόκκαλο από πόδι. Πολλοί πέφτανε από το βουνό και πέθαιναν. Εμένα η μάνα μου, μου είχε πει «Ότι και να γίνει να είσαι πρώτος» και έτσι ήμουν πρώτος στη σειρά που ανεβαίναμε. Κάναμε στάσεις για να κοιμηθούμε για 2-3 ώρες και πολλοί δεν ξυπνούσαν. Στην κορυφή αυτού του βουνού είδα πρώτη φορά στη ζωή μου χιόνι. Κλαίγανε όλοι όταν το είδαμε. Αρχίζουμε να κατεβαίνουμε, είχε πολύ κρύο. Και έτσι όπως κατεβαίνουμε βλέπουμε κάποια σπίτια. Μας δείχνουν και μας λένε εκεί είναι το σπίτι που θα μείνετε για 2-3 μέρες. Κατεβαίναμε, ,κατεβαίναμε αλλά δεν φτάναμε στα φώτα. Ήμουν έτοιμος να πεθάνω. Τους είπα θέλω να κάνω surrenderκαι να με γυρίσουν πίσω στο Πακιστάν. Ο φίλος του αδελφού μου, μου έδειχνε το φως από τα σπίτια για να κρατηθώ. Και μετά τον κρατούσα εγώ. Θυμάμαι πως όταν φεύγαμε από το Πακιστάν ο φίλος του αδελφού μου, έλεγε στη μητέρα μου πως θα με προσέχει αλλά αν δεν υπήρχα εγώ θα είχε πεθάνει σε εκείνο το βουνό. Όταν τον βοηθούσα έτρωγα κλωτσιές από τους Κούρδους.

Μέχρι να φτάσουμε στο φως πέρασαν 5-6 μέρες. Το σπίτι αυτό που φτάσαμε άνηκε σε κάποιον από τους Κούρδους. Φτάσαμε 120 άτομα εκεί. Από τους 200 που είχαμε ξεκινήσει. Όλοι οι υπόλοιποι πέθαναν στη διαδρομή. Μείναμε εκεί 3 μέρες. Μας ζητούσαν δολάρια για να μας δώσουν φαί. Εγώ ότι λεφτά είχα μου τα είχαν πάρει στο Αφγανιστάν. Φορούσα ένα ρολόι, ένα καπέλο και κάτι γάντια και τους τα έδωσα για να μου δώσουν φαΐ. Από κει μας πήραν ανά 15 άτομα σε ένα τζιπ με καρότσα για να μας πάνε στην Τεχεράνη. Έριξαν ένα πανί από πάνω μας και ξεκινήσαμε. Το τζιπ πήγαινε πάρα πολύ γρήγορα, δε σταματούσε πουθενά. Όποιος έπεφτε από το αυτοκίνητο τον άφηναν εκεί. Και εκεί πέθαναν κάποιοι.

 

Τεχεράνη

Μας πήγαν σε μια πολυκατοικία που ήταν ακόμα στα μπετά. Μας πήγαν στον 5ο όροφο και μας έδωσαν γιαούρτι, ψωμί, ζάχαρη και νερό. Μετά από 5-6 μέρες μας χώρισαν πάλι. Όρισαν έναν αρχηγό και μας έκαναν μικρές ομάδες. Η δικιά μας ομάδα που ήταν μόνο πέντε άτομα, έφυγε πρώτη.

Ήρθε ένας οδηγός και μας πήγε σε ένα χωριό. Από κει μας έβαλαν περίπου 500 άτομα για 32 ώρες σε μια μεγάλη νταλίκα. Στην νταλίκα για να χωρέσουμε αγκαλιάζαμε τα πόδια μας σαν κουβάρι. Για 32 ώρες χωρίς στάση ή φαΐ. 32 ώρες έτσι, ποιος μπορεί να κάτσει; Μας πετούσαν κάποια μπουκάλια με νερό και αν σήκωνες το χέρι να πάρεις νερό σε μαχαίρωνε κάποιος άλλος για να στο πάρει. Ή για να σου πάρει το χώρο. Να , κοίτα τις μαχαιριές που έχω από τότε. Μας πέταξαν για 500 άτομα 2 σακούλες με μπουκάλια νερό. Η μισή νταλίκα ήταν Αφγανοί και αυτοί έκαναν κουμάντο. Η ομάδα μου ήπιαμε μισό μπουκάλι νερό, το άλλο μας το πήραν. Ρίχναμε νερό στο καπάκι του μπουκαλιού και πίναμε από λίγο. Εντωμεταξύ η νταλίκα έτρεχε και εμείς χτυπούσαμε ο ένας πάνω στον άλλον.

 

Τουρκία (επαρχία)

Μετά από 32 ώρες φτάσαμε κάπου έξω από την Τουρκία. Μας χώρισαν εκεί σε καινούριες ομάδες ανάλογα με τον τσατσά. Μας έβαλαν σε ένα σπίτι που έχει κατσίκες και άλλα ζώα. Εκεί βρήκαμε κάποιους Πακιστανούς. Δύο ήταν ζωντανοί και οι υπόλοιποι νεκροί. Στο χωριό αυτό μείναμε ένα βράδυ. Την επόμενη μέρα έρχεται ένας οδηγός για να μας πάει Κωνσταντινούπολη. Του ζητήσαμε να πάρουμε μαζί μας και τους δυο ζωντανούς Πακιστανούς που βρήκαμε εκεί. Αυτοί επειδή δεν είχαν τσατσά δεν τους ήθελε. Του είπαμε πως θα πληρώσουμε εμείς για αυτούς και τελικά μας άφησε να τους πάρουμε. Μας παίρνουν και μας πάνε Κωνσταντινούπολη.

 

Κωνσταντινούπολη

Ο τσατσά που ήταν υπεύθυνος εκεί ήταν πολύ μεγάλο κεφάλι. Του άνηκαν 5 σπίτια στην πόλη, μπορεί και παραπάνω. Κάθε σπίτι είχε 70-80 άτομα μέσα. Εμάς μας πήγαν σε ένα σπίτι που είχε Πακιστανούς, Κινέζους και Αφγανούς. Μας έδιναν τα υλικά και μαγειρεύαμε εμείς. Από το παράθυρο βλέπαμε ένα μεγάλο τζαμί. Σε αυτό το σπίτι έκατσα ένα μήνα. Ο τσατσά δε με άφηνε να φύγω, μου έλεγε «είσαι ξύπνιος» και επειδή μιλάω και τόσες γλώσσες (Ούρντου, Παντζάμπι, Φαρσί, Μαντράσι, Μπολοτζιστάν, λίγα Αραβικά και λίγα Αγγλικά) με ήθελε εκεί. Εντωμεταξύ, ο φίλος του αδελφού μου που είχαμε ξεκινήσει μαζί, έφυγε ένα βράδυ που εγώ κοιμόμουν. Δεν μου είπε τίποτα. Από ότι έμαθα τον έπιασαν κάπου στην Τουρκία και τον γύρισαν στο Πακιστάν. Παρόλο που ήμουν μόνος μου και ο τσατσά ήθελε να με κρατήσει εκεί, εγώ είχα στο μυαλό μου να πάω Ελλάδα.

Ο τσατσά αυτός, μας έριχνε πολύ ξύλο. Μας ζητούσε να δώσουμε όλα τα λεφτά σε αυτόν, πριν φτάσουμε Ελλάδα. Εγώ του είπα πως θα δώσω σε αυτόν τα λεφτά αλλά μόλις φτάσω Ελλάδα και όχι ενώ είμαι ακόμα Τουρκία. Όσοι δεν έστελναν τα λεφτά, τους έριχναν πολύ ξύλο. Μέχρι και με λάστιχο είδα να δέρνουν κάποιους. Ήταν δυο Πακιστανοί εκεί που έφαγαν πολύ ξύλο. Τους παρακαλούσαμε να τους αφήσουν. Ακόμα και όταν πλήρωσαν αυτοί οι δυο συνέχισαν να τους δέρνουν, ζητώντας και άλλα λεφτά. Ένα βράδυ κάποιοι προσπάθησαν να φύγουν, γιατί οι τσατσά είχαν γίνει λιώμα από το ποτό και δεν έβλεπαν. Ο ένας τα κατάφερε και έφυγε, ο άλλος έπεσε από το μπαλκόνι του 3ου ορόφου και σκοτώθηκε. Μόλις το κατάλαβαν οι τσατσά, άρχισαν να τρέχουν να φύγουν από το σπίτι γιατί ήξεραν πως θα έρθει η αστυνομία. Εγώ δεν πρόλαβα και έμεινα μόνος μου μέσα στο σπίτι. Ήρθε η αστυνομία, έσπασε την πόρτα, με πήραν και με πήγαν στην πρεσβεία γιατί δε μιλούσα Τουρκικά. Εκεί με ρωτούσαν πόσοι ήταν μέσα στο σπίτι, σε ποιους άνηκε αλλά δεν εγώ δεν ήξερα να τους πω, ήμουν και μικρός και με άφησαν. Εντωμεταξύ, δεν ήξερα πώς να γυρίσω στο σπίτι και έτσι πήγα προς το τζαμί που έβλεπα από το παράθυρο, μήπως και βρω κάποιον Πακιστανό εκεί αλλά δεν βρήκα κανέναν. Δίπλα από το τζαμί έχει μια μεγάλη αγορά, πήγα εκεί και τελικά βρήκα έναν Πακιστανό. Τον ρωτάω «ξέρεις τον Σιράζ από το Μπαγκλαντές;» και μου λέει «ναι, έχει μαγαζί εδώ» και μου το δείχνει. Πάω εκεί που μου έδειξε και τον βρίσκω. Με το που με βλέπει, μου λέει «φύγε όπως είσαι, δε σε ξέρω». Του λέω θέλω να με στείλεις στην Ελλάδα. Μου λέει δε θα πας πουθενά και με παίρνει και με πάει σε ένα άλλο σπίτι. Εκεί είχε περίπου 80-90 άτομα. Και εκεί μας έριχναν ξύλο, πολύ ξύλο. Κάποια στιγμή, αφού μας έχουν χτυπήσει όλους μας ρωτάει «ποιος θέλει να φύγει;» και σηκώνω μόνο εγώ το χέρι μου. Και μου απαντάει «μόνο εσύ θα φύγεις».

Με παίρνουν και με πάνε σε ένα ξενοδοχείο. Απ’ έξω φαινόταν πολύ ωραίο, αλλά μέσα δεν ήταν το ίδιο ωραίο. Είχε πάρα πολύ κόσμο. Πολλούς Αφγανούς, Πακιστανούς, Κινέζους και Μπαγκλαντεσιανούς. Την επόμενη μέρα μας βάζουν 50 άτομα σε μια μικρή νταλίκα και μας πάνε σε ένα χωριό 5-6 ώρες από την Κωνσταντινούπολη. Μας έδωσαν δυο φουσκωτές βάρκες να κουβαλήσουμε για να περάσουμε τον Έβρο. Εγώ επειδή ήμουν μικρός και δεν έφτανα να κουβαλήσω τη βάρκα με κλωτσούσαν και με βαρούσαν.

 

Έβρος

Κουβάλησαν τη βάρκα μέχρι το ποτάμι για περίπου έξι ώρες. Ήταν νύχτα και είχε πολύ κρύο. Το ποτάμι ήταν πολύ άγριο, το νερό δε σταματάει με τίποτα. Καθίσαμε στην άκρη και αρχίσαμε να φουσκώνουμε τις βάρκες. Είχαμε και ένα μηχάνημα αλλά φουσκώναμε και με το στόμα. Φτιάχνουμε την πρώτη και φεύγουν τα πρώτα 15 άτομα μέχρι να φουσκώσουν την άλλη. Έτσι όπως κουβαλούσαμε την πρώτη, κοιτάω κάτω και βλέπω σφαίρες. «Εδώ κάτι κακό θα γίνει» σκέφτομαι. Μόλις ακουμπάμε στο νερό τη βάρκα, πάει να μας φύγει. Πηδάω μέσα στη βάρκα και από κει στο ποτάμι για να τη συγκρατήσω. Ο ένας την κρατούσε από ένα σκοινί και εγώ μέσα από το νερό. Ευτυχώς ήξερα μπάνιο. Μπαίνουν όλοι μέσα στη βάρκα και εγώ μένω μέσα στο νερό για να περιμένω τη δεύτερη. Την ώρα που πάει να μπει η δεύτερη στο νερό, σηκώνονται Τούρκοι φαντάροι και αρχίζουν και φωνάζουν και πυροβολούν. Εκεί νόμισα πως θα πεθάνω. Αφήνω την τσάντα να φύγει στο νερό γιατί είχα μέσα νερό και μια φρατζόλα ψωμί και με βάραινε. Αφήνομαι και εγώ στο ποτάμι και με πάει το νερό πιο κάτω. Πιάνομαι από ένα δέντρο και μένω εκεί. Λίγο πιο δίπλα μου είχε προλάβει να πηδήξει στο νερό και ένας Αφγανός. Τον βοηθάω κι αυτόν γιατί δεν ήξερε μπάνιο και κρυβόμαστε εκεί. Όσους ήταν στη δεύτερη βάρκα τους έπιασαν, αυτοί που ήταν στην πρώτη, κατάφεραν και πέρασαν. Αφού έφυγαν οι φαντάροι βάζω μια φωνή να δω αν αυτοί που πέρασαν ήταν ακόμα εκεί. Απαντάει κάποιος ευτυχώς και τους λέω ποιος είμαι, ότι ήμουν μαζί τους πριν. Στείλανε τη βάρκα να πάρουν εμάς τους δύο. Μας τραβάνε και έτσι περνάμε Ελλάδα. Από 200 άτομα που ξεκινήσαμε, είχαμε μείνει 11. Δε ξέραμε βέβαια ότι ήμασταν Ελλάδα σίγουρα. Αρχίζουμε να περπατάμε και μέσα στο δάσος, που ήταν σα ζούγκλα, συναντάμε τον τσατσά που μας περίμενε. Μας πάνε σε ένα σπίτι μέσα στο δάσος που ήταν κι άλλοι Πακιστανοί και Αφγανοί. Όσοι δεν είχαν λεφτά έμεναν εκεί. Όλοι εμείς όμως δε μπαίναμε μέσα στο σπίτι. Μέσα μπήκαν μόνο οι τσατσάδες. Όλοι οι υπόλοιποι κοιμόμασταν πάνω στις λάσπες, κάτω από δέντρα, όπου βρήκαμε. Είχε πολύ κρύο και βροχή, ήταν δύσκολα. Για να μας δώσουν φαΐ έπρεπε να πληρώσουμε. Εγώ δεν είχα λεφτά και δε μου έδιναν φαΐ. Την πρώτη μέρα ευτυχώς είδα ένα άλογο εκεί δίπλα, πήγα και έφαγα το σανό του. Ήπια και το νερό του. Πιο γλυκό νερό δεν έχω ξαναπιεί. Όταν γύρισα πίσω στους άλλους, ένας Πακιστανός είχε κρύψει μια ντομάτα για μένα και έφαγα κι αυτήν. Εκεί μείναμε 5-6 μέρες. Μας παίρνουν από κει ένα πρωί και μας βγάζουν στην εθνική οδό για Θεσσαλονίκη. Περπατούσαμε για 3-4 ώρες μέχρι που έρχεται ένα αυτοκίνητο και μας λένε «μπείτε μέσα».

 

Θεσσαλονίκη

Εγώ μπήκα στο πορτ-μπαγκάζ με άλλον έναν. Ο οδηγός ήταν Κούρδος και αυτός μας πήγε σε ένα ισόγειο σπίτι στη Θεσσαλονίκη. Εκεί ήταν πάλι πολλά άτομα, γύρω στα 30. Δεν είχαμε ρούχα. Εγώ ήμουν με μια φανέλα που μου είχε δώσει η μάνα μου και ένα τζιν που ήταν βρώμικο και βρεγμένο. Στο σπίτι αυτό μας δίνουν φαί, ρούχα και παπούτσια. «Αύριο το μεσημέρι θα σας δώσουμε εισιτήρια τρένου για Αθήνα. Θα κάνετε 14 ώρες». Ακόμα δεν είχα καταλάβει με σιγουριά πως είμαι στην Ελλάδα. Νόμιζα πως είμαστε ακόμα Τουρκία. Την επόμενη μέρα μας ετοιμάζουν, μέχρι και ζελέ στα μαλλιά μας έβαλαν και μας πάνε στο τρένο. Μας χωρίζουν ανά δυο άτομα στα βαγόνια και μπαίνουμε. Μετά από 7 ώρες σταματάει το τρένο και ακούμε ότι φτάσαμε Αθήνα.

 

Rashid

 

Αθήνα

Αλλά εγώ δεν κουνιέμαι από τη θέση μου γιατί μας είχαν πει ότι θα κάνουμε 14 ώρες. Κατεβαίνουν όλοι και εμένα μου φωνάζουν να κατέβω. Οι Αφγανοί μου φωνάζανε να κατέβω, ότι είμαστε στην Αθήνα. Κατεβαίνω και εκείνη την ώρα έρχονται κάποιοι Κούρδοι και μας λένε να πάμε μαζί τους. Κρατούσαν μαχαίρια και μας έσπρωχναν. Μας πάνε σε ένα σπίτι στην Αττική, που εκεί έχει πια Έλληνες. Οι πρώτοι Έλληνες που συναντήσαμε. Είναι όλοι μεθυσμένοι από τις μπύρες και με το μπαίνουμε αρχίζουν να μας βαράνε και να ζητάνε λεφτά. «Να, εδώ στο κεφάλι έχω τα χτυπήματα ακόμα». Τους ρωτάω «είμαστε στην Ελλάδα;» και μου λένε ναι. «Και γιατί μας είπατε ότι θα κάναμε 14 ώρες στο τρένο ενώ κάναμε 7;» τους ξαναρωτάω. «Σας το είπαμε για να μη κατέβετε νωρίτερα» μου λένε. Μου δίνουν ένα τηλέφωνο για να πάρω τηλέφωνο στο Πακιστάν. Πήρα σπίτι μου μετά από 3 μήνες να ζητήσω τα λεφτά. Τους είπα ότι έφτασα και πως αν δεν πληρώσουν σε λίγες ώρες θα με σκοτώσουν. Ο πατέρας μου ζήτησε να του δώσουν δύο μέρες, μόλις τους το είπα αρχίζουν τις κλωτσιές. Μετά από δύο μέρες ο πατέρας μου έβαλε τα λεφτά στη Western Union. Μέχρι να τα δούνε με δέρνανε κάθε μέρα. Μόλις τα είδαν με άφησαν να φύγω. Μου είχαν πει όταν φτάσω Ελλάδα να πάω στην Ομόνοια και να πάρω τηλέφωνο έναν φίλο που ήξερα ότι έμενε εδώ. Με πάνε λοιπόν στην Ομόνοια και εκεί συναντώ τον φίλο. Με το που με αφήνουν στον φίλο μου, του ζητάνε κι άλλα λεφτά. Του λέω πως τους έχω ήδη πληρώσει. Ο Έλληνας του λέει πως θέλει άλλα 100 ευρώ που με έφερε στην Ομόνοια και ευτυχώς ο φίλος το ήξερε και τα είχε αυτά τα λεφτά. Τους τα δίνει και φεύγουμε. Ο φίλος δεν μου τα ζήτησε ποτέ τα λεφτά αυτά. Μετά από δύο μέρες που μένω στο σπίτι του φίλου, του λέω «Τι ζωή είναι αυτή; Εγώ νόμιζα πως θα είναι πιο ωραία». Μου λέει ο φίλος να πάω μαζί του την επόμενη μέρα στη δουλειά, μήπως και μου δώσουν και μένα. Την επόμενη μέρα πάω μαζί του στη Βαρβάκειο και κάθομαι. Πήγαινα κάθε μέρα και καθόμουν. Μέχρι που έρχεται το αφεντικό και με ρωτάει τι κάνω εδώ. Του λέω πως χρειάζομαι λεφτά και μου λέει «θα δουλεύεις 3 ώρες για 5 ευρώ», του λέω «εντάξει» και έτσι ξεκίνησα. Πήγα και έκανα για έξι μήνες μαθήματα Ελληνικών. Εκεί έμαθα να διαβάζω. Για αυτούς τους μήνες έμενα με τον φίλο μου. Αυτός έφυγε για Πακιστάν, εγώ δεν είχα λεφτά να κρατήσω το σπίτι και έτσι πήγα και έμεινα με κάποιους άλλους που γνώρισα στη δουλειά. Μόλις έμαθα τα Ελληνικά και επειδή δούλευα πολλές ώρες (από τις 6 το πρωί ως τις 10 το βράδυ) μου έδωσαν και περισσότερα λεφτά. Σιγά- σιγά βρήκα κι άλλες δουλειές και άρχισα να μαζεύω περισσότερα λεφτά. Τα περισσότερα τα στέλνω στο Πακιστάν και κρατάω εδώ όσα χρειάζομαι για φαΐ και νοίκι. Από τα λεφτά που τους στέλνω πίσω, οι δικοί μου κατάφεραν και αγόρασαν ένα σπίτι σαν κι αυτό που πούλησαν για να έρθω εδώ. Κάποια στιγμή με έπιασε η αστυνομία και με έστειλαν στην Αμυγδαλέζα που είχε κρατητήριο για ανηλίκους. Εκεί με κράτησαν δύο μήνες. Όποιος δεν έχει δουλειά, ίσως να είναι και καλύτερα εκεί μέσα. Τουλάχιστον έχει σχολείο, φαΐ, κρεβάτι εκεί. Καλύτερα από έξω μπορεί να είναι. Είχε λίγο κρύο αλλά καλά ήταν. Αν δεν χρειαζόταν να στέλνω λεφτά στο Πακιστάν δε θα με πείραζε να ήμουν μέσα.

Κάποια στιγμή έμεινα χωρίς δουλειά γιατί άρχισαν να κλείνουν τα μαγαζιά. Έχω δουλέψει σε μεταφορές, στη Βαρβάκειο, στη Λαχαναγορά, σε σπίτια, σε μαγαζιά, παντού. Το αφεντικό που έχω τώρα με βοήθησε να βγάλω χαρτιά. Για έξι μήνες. Μετά, βλέπουμε πάλι.

 

*Συνάντησα τον Ρασίντ ένα μεσημέρι Κυριακής στην Αιόλου. Έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από την ημέρα που έφυγε από το Πακιστάν. Από το λαιμό του κρέμεται ένα μικρό κόσμημα που φανερώνει το κοράνι. Του το έδωσε η μάνα του, την ήμερα που έφυγε. Αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση στον Ρασίντ είναι η διάθεση του για ζωή. Ακόμα και όταν περιέγραφε τα πιο δύσκολα, χαμογελούσε και σήκωνε τους ώμους.




Ο Μπάμπης που δεν παρέδωσε τα όπλα

 

Ένα απόγευμα σε μια φιλιατρινή αυλή, ο Φ. έκατσε να μου πει μια ιστορία από την Κατοχή και τον εμφύλιο. Μια παλιά ιστορία, κομμάτι μιας άλλης μεγαλύτερης, μπλεγμένης με ζωή, θάνατο, πολιτική, ιδεολογίες, όπλα και πάει λέγοντας. Η ηχώ αυτών των αφηγήσεων όταν ακουστούν είναι σαν απόδειξη του χώρου και του χρόνου, των προσώπων και των λόγων που ακούστηκαν τότε, που ψιθυρίστηκαν, που γίνανε φόβητρο για καταπίεση ή απελευθερώσανε για λίγο ή πολύ, ποιος ξέρει˙ το στίγμα της ιστορίας δεν αποφεύγεται εύκολα, και για τους κομμουνιστές, και για τους ταγματασφαλίτες και για αυτούς που κράτησαν «ίσες» αποστάσεις…

Ο Μπάμπης ο Σπανός λοιπόν (ή νιονιούλης, κάπως έτσι τέλοσπάντων ήταν το παρατσούκλι του), μικρός στο σώμα αλλά χωρίς «μεγαλοποσότητες» φόβου -γιατί, ποιος δεν φοβάται καθόλου;-, πολέμησε Γερμανούς και Ιταλούς.

Μια μέρα τον ψάχνανε, όμως κάποιοι φρόντισαν να τον ειδοποιήσουν να φύγει από το σπίτι και να κρυφτεί. Σκαρφαλωμένος σ’ ένα κυπαρίσσι, μικρόσωμος όπως ήτανε, είδε το σπίτι του να καίγεται και την οικογένειά του να προσπαθεί να σώσει μέσα από το χαμόσπιτο ό,τι μπορούσε: ρούχα, σεντόνια, διάφορα.

Ο Μπάμπης λοιπόν έτρεχε γύρω-γύρω από τα Φιλιατρά, στη Μεσσηνία δώθε-κείθε, τον κυνηγούσανε γιατί τους έκανε μεγάλες ζημιές αλλά πάντα είχε τον τρόπο να ξεφεύγει, να ξεγλιστράει. Καμιά φορά όμως, απαιτούνταν η βοήθεια των ταγματασφαλιτών που ήξεραν περισσότερα και το απειλητικό τους πρόσωπο ήταν πιο οικείο στους συντοπίτες τους: στη γλώσσα, το σώμα, τις κινήσεις.

Σε μια δόση, λέει, ένας τέτοιος-ταγματασφαλίτης ειδοποίησε Γερμανούς στρατιώτες να πάνε σπίτι του και να κάνουν αντίποινα, χτυπήσανε τον πατέρα του μήπως τον καταφέρουν να εμφανιστεί. Όμως ο Μ. άντεχε, δεν εμφανιζόταν, κρυβόταν στα βουνά και κατέβαινε στο χωριό μόλις ήθελε φαγητό, ρούχα, τσιγάρα και οτιδήποτε άλλο χρήσιμο για τους αντάρτες.

Όσοι μπορούσαν τον προστάτευαν, η γειτονιά του κυρίως, ήξεραν ότι ήταν φτωχός και μάλλον έβλεπαν σ’ αυτόν αυτό που δεν μπορούσαν να κάνουν, να πολεμήσουν, να ξεγλιστρήσουν και να μείνουν ζωντανοί. Τον έκρυψαν όμως όταν είχε ανάγκη, και τον έκρυψαν καλά, σε πηγάδια, σε χαμόσπιτα, σε κτήματα μακρινά, όπως μπορούσε ο καθένας.

Όταν με τον Εμφύλιο τα πράματα ξεκαθάρισαν, ο Μπάμπης χωρίς ακριβώς να ξέρει, χωρίς να έχει διαβάσει το Κεφάλαιο του Μαρξ και λοιπά κομμουνιστικά εγχειρίδια, πήγε στο βουνό.

Αλλά τι να πρωτοδιαβάσεις άμα σ’ έχουν καταδικάσει σε θάνατο και σε ψάχνουνε μια ζωή τα μούτρα του μεταπολεμικού κράτους – από το ’22 και μετά έδειχνε τα δόντια του σε εργάτες, «κλέφτες» και ταραχοποιούς…

«Βγήκαμε στο βουνό χωρίς ακριβώς να έχω καταλάβει τι σημαίνει όλο αυτό, μετά κατάλαβα», φέρεται να είχε πει πριν καμιά εικοσαριά χρόνια σε μια παρέα.

Στη Βάρκιζα δεν ήταν από εκείνους που κατέθεσε τα όπλα, μια ζωή στη γύρα δεν επέλεξε να χαλάσει τη «γαλήνη» της συμφωνίας˙ μετά φυσικά, πήρε τον δρόμο που επεφύλασσε το κράτος για την «παρανομία»: Μακρόνησος.

Ο Δημήτρης Κυριαζής, Ελασίτης και μετά Εαμίτης, γνωστός με το ψευδώνυμο Αστραπόγιανος, αναφέρει ότι ο Μπάμπης ήταν στην ομάδα του Ναπολέοντα Παπαγιαννόπουλου στο Σιδηρόκαστρο.

 

Υστερόγραφο: στις σημειώσεις από τη συζήτηση με τον Φ. έχω γράψει, με κεφαλαία κιόλας, το εξής: «Οι κλέφτες δεν παραδίδουν τα όπλα όπως οι στρατιώτες». Έσπασα το κεφάλι μου να θυμηθώ σε τι ακριβώς αναφερόμουν, αν το είπε κάποιος μέσα στις αφηγήσεις, αλλά δεν τα κατάφερα. Θεώρησα όμως, όπως και να’ χει, ότι έπρεπε να το γράψω, κάτι πρέπει να σημαίνει.