Τα ίδια

space odyssey

Τους τελευταίους μήνες για ακόμη μια φορά βρίσκεται στην επικαιρότητα η συζήτηση με θεματική τα σύνορα. Μια συζήτηση που δεν έχει σταματήσει ποτέ να υφίσταται αλλά ήρθε πάλι στην επιφάνεια ως απότοκη ή μάλλον καλύτερα ως αφορμή του “προσφυγικού ζητήματος” και του πρόσφατου “τρομοκρατικού χτυπήματος” στο Παρίσι. Οι όροι “προσφυγικό ζήτημα” και “τρομοκρατικό χτύπημα” μπαίνουν σε εισαγωγικά καθώς δεν αποτελούν ερμηνευτικά σχήματα στο ζήτημα των συνόρων, αλλά μια καλή αφορμή για τα έθνη-κράτη να θέσουν εκ νέου τον αποκλεισμό πληθυσμών και ιδεολογιών.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κόσμος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια τέτοια κοινωνική πραγματικότητα αλλά αποτελεί σφάλμα να επιστρέφουμε σε αναλύσεις που εδώ και χρόνια θεωρητικά έχουν κατακτηθεί. Είναι σφάλμα αντίληψης. Και είναι σφάλμα γιατί η παρανόηση οφείλεται στη διαστρέβλωση της πληροφορίας. Μιας πληροφορίας που έχει δημιουργήσει μια σειρά εντάσεων που ίσως και να οφείλονται σε αυτό που ο Levi -Strauss έχει αναφέρει ως “συγκριτική έλλειψη της ικανότητας για επικοινωνία” (Levi -Strauss, 2003: xiii). Ο Levi-Strauss, μέσα από μια μάλλον συντηρητική θεωρία για το σήμερα, μιλώντας για τα έθνη-κράτη, τις φυλές και τα σύνορα, υποστήριξε την κατάλυση της ιδιαιτερότητας των πολιτισμών μέσω μια μορφής πολιτισμικής όσμωσης, χρησιμοποιώντας ως θεωρητικό του εργαλείο τον εθνοκεντρισμό.

Σύμφωνα με τον γάλλο εθνολόγο, ο εθνοκεντρισμός είναι “η ιδέα που έχει κάθε λαός, κάθε φυλή, κάθε ομάδα ανθρώπων για τον εαυτό της: Ότι είναι καλύτερη από όλες τις άλλες”. Και το συγκεκριμενοποιεί λέγοντας ότι: “Ο εθνοκεντρισμός είναι μία μόνο εκδήλωση της αδυναμίας του ανθρώπου να διακρίνει ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό επίπεδο της πραγματικότητας”. Ακολουθώντας την παραπάνω διαπίστωση, τοποθετούμε τα σύνορα μας εκεί που αρχίζει το ξένο, το άλλο. Ψάχνουμε δηλαδή για τον εαυτό “στην άρνηση του άλλου”, χρησιμοποιώντας τα σύνορα ως εργαλεία για να ετεροπροσδιοριστούμε και να να νιώσουμε καλύτερα. Για παράδειγμα, να τονώσουμε τον πατριωτισμό μας κυνηγώντας πρόσφυγες, τον ανδρισμό μας χλευάζοντας ομοφυλόφιλους, να νιώσουμε μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική ασφάλεια κλείνοντας τα σύνορα, μετατρέποντας έτσι τη ζωή μας και τους πολιτισμούς μας σε κλειστούς κόσμους που η εξέλιξη κοιτάει προς τα πίσω.

Το να επιστρέφουμε όμως στα ίδια θεωρητικά εργαλεία αναζήτησης, το να ασχολούμαστε εκ νέου με τις φυλετικές προκαταλήψεις, την αξία των συνόρων, τα ίδια δικαιώματα, την ίδια διαδρομή, την ίδια προσφυγιά όπως πριν 100 χρόνια, είναι σαν να διαλέγουμε να γυρίσουμε στην εικόνα του Stanley Kubrick το 1968, στην ταινία του Space Odyssey 2001. Και να γίνουμε ο πίθηκος που μέσω της εξουσίας διαχωρίζει τα σύνορα του και μέσω της βίας, καταργώντας κάθε επικοινωνία, διεκδικεί τη λίμνη σκοτώνοντας τους άλλους.

Παρόλα αυτά, πίσω από αυτή την συνειδητοποίηση δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η γνώση είναι συσσωρευτική και ότι ακόμα “εμείς [οι σύγχρονοι άνθρωποι] είμαστε σαν νάνοι στους ώμους των γιγάντων για αυτό και μπορούμε να δούμε μακρύτερα από εκείνους”. Και ίσως τότε να αποκτήσουμε την αντίληψη αυτή που θα μας επιτρέψει να υπερβούμε τις κυρίαρχες αφηγήσεις και να δομήσουμε μια νέα.

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




“Εμείς οι πρόσφυγες”, οι άνθρωποι χωρίς δικαίωμα να έχουν δικαιώματα

φωτό: Pen Tri

φωτό: Pen Tri

Το «Εμείς οι πρόσφυγες», από τις Εκδόσεις του 21ου Αιώνα, είναι μια συλλογή τριών κειμένων που τα χωρίζουν μεταξύ τους δεκαετίες, αλλά συναντιούνται κριτικά απέναντι στα τείχη που δεν σταμάτησαν ποτέ να υψώνονται απέναντι στους πρόσφυγες όλα αυτά τα χρόνια:

Το ομώνυμο «Εμείς οι πρόσφυγες», γραμμένο από την πολιτική φιλόσοφο Χάνα Άρεντ το 1943, ενώ έχει καταφύγει στις ΗΠΑ μαζί με τους χιλιάδες άλλους κυνηγημένους Εβραίους της Γερμανίας, το «Πέρα από τα δικαιώματα του ανθρώπου», του Ιταλού φιλοσόφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν, ακριβώς πενήντα χρόνια αργότερα, ενώ η Ευρώπη γνώριζε νέα προσφυγικά κύματα και φυλαγόταν από «παράνομους μετανάστες», και το «Εξορία και βία», του Ιταλού ιστορικού Έντσο Τραβέρσο, γραμμένο πολύ πιο κοντά στις μέρες μας, το 2012, αλλά με το βλέμμα στο παρελθόν, προσπαθώντας να φωτίσει τις συγκλίσεις και τις σιωπές της διανόησης για τη θέση της προσφυγιάς στον κόσμο μας.

Όπως εύγλωττα εξηγεί το οπισθόφυλλο, το συγκεκριμένο βιβλίο «φέρνει πλάι-πλάι τα τρία αυτά κείμενα, την ίδια στιγμή που ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας περνάει στην κατάσταση του πρόσφυγα, στερημένου από κάθε δικαίωμα – κι ενώ η πολιτική τοποθέτηση απέναντι στο πρόβλημα της μετανάστευσης γίνεται αποφασιστική διαχωριστική γραμμή».

* * *

Στο δικό της δοκίμιο, «Εμείς οι πρόσφυγες», δημοσιευμένο το 1943, η Άρεντ χρησιμοποιεί μια παρομοίωση για τον –πηγάζοντα από απελπισία- ενθουσιασμό των Εβραίων της εποχής, να ασπαστούν κάθε νέα εθνική ταυτότητα που τους προσφέρεται κατά την περιπλάνησή τους, καθώς διώκονται από χώρα σε χώρα κι από ήπειρο σε ήπειρο:

«Καταγοητευόμαστε από κάθε καινούργια εθνικότητα με τον ίδιο τρόπο που μια εύσωμη κυρία είναι ευχαριστημένη με κάθε καινούργιο φόρεμα που υπόσχεται να της δώσει την επιθυμητή μέση. Το καινούργιο φόρεμα, όμως, της αρέσει μόνο για όσο καιρό πιστεύει στις θαυματουργές του ικανότητες, και θα το πετάξει μόλις ανακαλύψει ότι δεν αλλάζει το παράστημά της – ούτε άλλωστε και την κοινωνική της θέση. (…) Αν αρχίσουμε να λέμε την αλήθεια, ότι δηλαδή δεν είμαστε τίποτα άλλο παρά Εβραίοι, αυτό θα σήμαινε ότι εκθέτουμε τους εαυτούς μας στη μοίρα εκείνων των ανθρώπινων όντων που, απροστάτευτα από κάποια συγκεκριμένη νομοθεσία ή πολιτική συνθήκη, δεν είναι τίποτα άλλο παρά σκέτα ανθρώπινα όντα. Δύσκολα μπορώ να φανταστώ μια συμπεριφορά περισσότερο επικίνδυνη, δεδομένου ότι ζούμε σήμερα σε έναν κόσμο στον οποίο τα ανθρώπινα όντα καθαυτά έχουν πάψει να υφίστανται εδώ και καιρό, δεδομένου ότι η κοινωνία έχει ανακαλύψει τις διακρίσεις ως το μεγαλύτερο κοινωνικό όπλο με το οποίο μπορεί κανείς να σκοτώσει ανθρώπους δίχως αιματοχυσία, δεδομένου τέλος ότι τα διαβατήρια και τα πιστοποιητικά γέννησης, και μερικές φορές ακόμα και οι αποδείξεις φόρου εισοδήματος δεν είναι πλέον τυπικά έγγραφα αλλά ζητήματα κοινωνικών διακρίσεων.»

Ένας τρόπος για να αφανίσεις κάποιον είναι να τον κατατάξεις ως παρία, ιδιότητα που σύμφωνα με τον στοχασμό της Άρεντ αφορά «την κατάσταση των ανθρωπίνων πλασμάτων δίχως κράτος, των απάτριδων που αποκλείστηκαν από το σύστημα των εθνών-κρατών κι επομένως στερούνται κάθε δικαίωμα. Κοντολογίς, για την Άρεντ, οι παρίες ήταν άτομα που «δεν είχαν δικαίωμα να έχουν δικαιώματα» (right to have rights), πρόσωπα που ζούσαν σε κατάσταση «ακοσμισμού» και αορατότητας στο δημόσιο χώρο», υπενθυμίζει παρακάτω στο βιβλίο, στο άρθρο «Εξορία και βία», ο Έντσο Τραβέρσο.

Σε αντίθεση με τους κοινωνικά νεόπλουτους Εβραίους, οι «συνειδητοί» παρίες, δηλαδή οι Εβραίοι που αρνήθηκαν «τα κόλπα και τα τεχνάσματα της προσαρμογής και της αφομοίωσης», σύμφωνα με την Άρεντ, αποτέλεσαν την πρωτοπορία του λαού τους, αφού διατήρησαν την ταυτότητά τους διωγμένοι από χώρα σε χώρα. Κι αυτό γιατί, ενώ και οι μεν και οι δε μοιράζονται την ίδια κατάσταση που τους έχει επιβάλει η ιστορία, είναι δηλαδή εξίσου προγραμμένοι, οι παρίες λένε την αλήθεια για το ποιοί είναι, κι ας γίνονται δυσάρεστοι. Και τελικά, καταλήγει, η ιστορία τους επιβεβαιώνει, αφού την ίδια με αυτούς τύχη γνώρισαν στη συνέχεια κι άλλοι λαοί της Ευρώπης.

* * *

Πιάνοντας το νήμα από το συγκεκριμένο άρθρο της Άρεντ, μισό αιώνα αργότερα, σε μια εποχή του η Ευρώπη γνωρίζει ένα ακόμη κύμα προσφυγιάς ο ιταλός φιλόσοφος Τζιόρτζιο Αγκάμπεν διαπιστώνει στο άρθρο του «Πέρα από τα δικαιώματα του ανθρώπου» (1996), πόσο σαθρές είναι η ρητορίες περί προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφού στην πράξη σκοντάφτουν στην έννομη τάξη του έθνους-κράτους.

«… κάθε φορά που οι πρόσφυγες δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά μαζικό φαινόμενο (όπως συνέβη το μεσοπόλεμο, και όπως συμβαίνει πάλι τώρα), τόσο αυτές οι οργανώσεις [αναφέρεται στην Κοινωνία των Εθνών, τον ΟΗΕ, τις διεθνείς και εθνικές επιτροπές, αρμοστείες, οργανισμούς και άλλους θεσμούς που ορίστηκαν αρμόδιοι για την προστασία των προσφύγων] όσο και τα μεμονωμένα κράτη, παρά τις επίσημες επικλήσεις των αναφαίρετων δικαιωμάτων του ανθρώπου, έχουν αποδειχθεί απολύτως ανίκανα όχι μόνο να επιλύσουν το πρόβλημα αλλά έστω να το αντιμετωπίσουν στοιχειωδώς. Κατ’αυτό τον τρόπο, το σύνολο του ζητήματος μεταφέρθηκε στα χέρια της αστυνομίας και των ανθρωπιστικών οργανώσεων».

Όπως είναι ολοφάνερο και στις μέρες μας, παρατηρώντας τους χειρισμούς του προσφυγικού κύματος που κορυφώθηκε στην Ευρώπη το 2015, το πραγματικό εμπόδιο επίλυσης του ζητήματος, δεν είναι άλλο από το πολιτικό σύστημα του κράτους-έθνους, που συνδέει τα ανθρώπινα δικαιώματα με την πολιτογράφηση, αποσυνδέοντας τα από την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

«Το ότι δεν υπάρχει κανένας αυτόνομος χώρος μέσα στην πολιτική τάξη του έθνους-κράτους για κάτι σαν τον καθαρό άνθρωπο καθαυτόν είναι εμφανές τουλάχιστον από το γεγονός ότι, ακόμη και στην καλύτερη των περιπτώσεων, η θέση του πρόσφυγα θεωρείται πάντα μια προσωρινή κατάσταση που πρέπει να οδηγήσει είτε στην πολιτογράφηση είτε στον επαναπατρισμό. Ένα μόνιμο καθεστώς «ανθρώπου καθαυτόν» είναι αδιανόητο για το δίκαιο του κράτους έθνους», διαπιστώνει ο Αγκάμπεν.

Ο Αγκάμπεν διαβλέπει μια λύση τόσο ριζοσπαστική που το άκουσμά της θα μπορούσε να αφήσει στον τόπο κάποιον που έχει γαλουχηθεί με ρητορείες εθνικοφροσύνης. Την εμπνέεται από το ιδιότυπο καθεστώς της Ιερουσαλήμ και το υπό συζήτηση ενδεχόμενο να αποτελέσει ταυτοχρόνως πρωτεύουσα δυο κρατικών οργανισμών χωρίς να διαιρεθεί εδαφικά, αλλά και από την «γη του κανενός» μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, όπου είχαν είχαν απελαθεί 450 Παλαιστίνιοι την εποχή εκείνη (μέσα του ’90). Οι συγκεκριμένοι Παλαιστίνοι, επισημαίνει ο Αγκάμπεν, είναι κάτι σαν τους παρίες της Άρεντ, «οι πρωτοπόροι του λαού τους», και η παρουσία τους εκεί αντεπιδρά στο έδαφος του Ισραήλ πολύ καθοριστικά. Κι αυτό, σημειώνει, μπορεί να εμπνεύσει ένα νέο μοντέλο για τη δεθνή κοινότητα:

«Η παράδοξη κατάσταση της αμοιβαίας εξωεδαφικότητας (ή, καλύτερα, α-εδαφικότητας) που αυτό θα συνεπαγόταν, θα μπορούσε να γενικευτεί ως πρότυπο νέων διεθνών σχέσεων. Αντί για δύο εθνικά κράτη που τα χωρίζουν αμοιβαία και απειλητικά σύνορα, θα μπορούσαμε να φανταστούμε δύο πολιτικές κοινότητες που κατοικούν στην ίδια περιοχή και βρίσκονται σε κατάσταση εξόδου η μία προς την άλλη, οι οποίες διαρθρώνονται μεταξύ τους με μια σειρά αμοιβαίων ετεροδικιών, όπου η καθοδηγητική έννοια δεν θα ήταν πλέον το ius [δικαίωμα] του πολίτη, αλλά μάλλον το refugium [άσυλο] του ατόμου.»

Έτσι, και η Ευρώπη θα μπορούσε, κατά τον Αγκάμπεν, να ειδωθεί ως ένας α-εδαφικός ή εξωεδαφικός χώρος «στον οποίο όλοι οι κάτοικοι των ευρωπαϊκών κρατών (πολίτες και μη πολίτες) θα ήταν σε θέση εξόδου ή καταφυγίου, και το καθεστώς του Ευρωπαίου θα σήμαινε το «είναι εν εξόδω» (έστω και σε ακινησία, προφανώς) του πολίτη». Κι έτσι η Ευρώπη θα έπαυε να είναι «τοπογραφικά αθροίσματα εδαφών», και η έννοια του λαού (που είναι μειονότητα) θα υπερίσχυε της έννοιας του έθνους πάνω στην οποία έχει στηριχθεί η κατασκευή της «Ευρώπης των εθνών». (…)

Και καταλήγει ως εξής: «Μόνο σε ένα έδαφος όπου οι χώροι των κρατών έχουν διαπεραστεί και έχουν παραμορφωθεί τοπολογικά με τον τρόπο αυτό, και που ο πολίτης θα έχει μάθει να αναγνωρίζει τον πρόσφυγα που ο ίδιος είναι, είναι σήμερα νοητή η πολιτική επιβίωση των ανθρώπων».

* * *

Ο Έντσο Τραβέρσο, με τη σειρά του, στο άρθρο «Εξορία και βία» (2012), εξετάζει τη στάση των εξόριστων διανοούμενων, Εβραίων και μη, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και διαπιστώνει πως χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία συνάντησης μεταξύ της εβραϊκής και της «μαύρης» διασποράς.

Εκπρόσωποι και των δύο προσέγγισαν τις εκδοχές του αποκλεισμού και των διακρίσεων που βίωσαν οι λαοί από τους οποίους προέρχονταν, στη διάρκεια του 19ου και 20ου αιώνα, και λόγω της απόστασης που τους χώριζε από τα γεγονότα (αφού πια είχαν καταφύγει ως πρόσφυγες ή μετανάστες αλλού) κατάφεραν να δώσουν βαθύτερες ερμηνείες στα γεγονότα και τις μετατοπίσεις που συνέβαιναν, αποστασιοποιούμενοι συχνά ακόμη και από τις εθνικές ταυτότητες που κουβαλούσε ο καθένας τους.

Χαρακτηριστικά, μιλώντας για τη στάση των εξόριστων Εβραίων διανοούμενων στην Ευρώπης που είχαν βρει καταφύγιο στις ΗΠΑ, ο Τραβέρσο επισημαίνει ότι στα εγκλήματα των νικητών που γιορτάστηκαν ως νίκες –όπως οι βομβαρδισμοί και ο αφανισμός της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι- εκείνοι κράτησαν κυρίως αντικομφορμιστική στάση σε σχέση με τους υπόλοιπους διανοούμενους:

Ενσάρκωναν τα ανθρωπιστικά γνωρίσματα που η Χάνα Άρεντ απέδιδε στον παρία, εξηγεί ο Τραβέρσο: «την γενναιοψυχία, την ευαισθησία απέναντι στις αδικίες, την ευρύτητα πνεύματος και την απουσία προκαταλήψεων. Απάτριδες, ξέφευγαν από τα εθνικά στερεότυπα και αντιδρούσαν στα πιο σκοτεινά γεγονότα της εποχής τους, όχι σαν Ρώσοι, Αμερικανοί, Γερμανοί, ούτε καν σαν κυνηγημένοι Εβραίοι αποκλειστικά, αλλά σαν πολίτες του κόσμου (διαλεκτική αντιστροφή της πραγματικής τους κατάστασης ως απάτριδων και του «ακοσμισμού» τους».

Αυτό βέβαια, δεν κράτησε για πάντα και για όλα τα ζητήματα, ειδικά αφότου οι Εβραίοι διανοούμενοι έγιναν μέρος του κατεστημένου και συχνά «φυλακισμένοι στον ευρωκεντρισμό τους (…) έδειξαν μάλλον αδιαφορία, αν όχι εχθρότητα, απέναντι στο αντι-ιμπεριαλιστικό κύμα που θέριευε στην Ασία και την Αφρική μετά τον Β. Παγκόσμιο Πόλεμο».

Οι Τραβέρσο αναφέρεται σε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα μαύρων εξόριστων διανοούμενων, του Γ.Ε.Μπ. Ντουμπόις και του μαρξιστή ιστορικού από το Τρινιντάντ Σ.Λ.Ρ.Τζέιμς που προσέγγισαν κριτικά την αποικιοκρατία και ανέδειξαν τον ολοκληρωτισμό του δυτικού πολιτισμού.

«Για τη Χάνα Άρεντ [The origins of Totalitarianism (1951)], ο ολοκληρωτισμός δεν ήταν απλώς ένα πολιτικό καθεστώς που δεν αντιστοιχούσε στις κλασσικές τυπολογίες αλλά και μια εμπειρία καταστροφής της πολιτικής ως τόπου έκφρασης της πολλαπλότητας των ανθρώπων, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε πια να υπάρχει ούτε ελευθερία ούτε δυνατότητα δράσης» | Έντσο Τραβέρσο, «Εξορία και βία» (2012)

Ο Ντουμπόις, που αρχικά εξέτασε τον ρατσισμό ως διάκριση με βάση το χρώμα, σπουδάζοντας και ταξιδεύοντας στην Γερμανία, στις ΗΠΑ και αλλού, διαπίστωσε ότι τα άλλα είδη ρατσισμού δεν ήταν ασύνδετα μεταξύ τους και ανακαλύπτοντας τις ομοιότητές τους κατάφερε να κατανοήσει καλύτερα το «μαύρο πρόβλημα»:

Όπως γράφει στο “The Negro and the Warsaw Ghetto” (1949), «πέρα από το “σύνορο του χρώματος”, της εθνικής ή θρησκευτικής καταπίεσης, ο ρατσισμός «διέσχιζε τα φυσικά φράγματα, τα φράγματα του χρώματος, της πίστης, της κοινωνικής θέσης – ήταν μάλλον ένα ζήτημα πολιτισμικής διαπαιδαγώγησης, στρεβλής παιδείας, ανθρώπινου μίσους και προκαταλήψεων που αφορούσαν κάθε είδους ανθρώπους και έκανε άπειρο κακό σε όλους τους ανθρώπους».

Ο Τζέιμς, που υπήρξε μέλος της αφροαμερικανικής και καραϊβικής διανόησης η οποία στρατεύτηκε ενάντια στον ιταλικό φασισμό κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αιθιοπία, διέκρινε μια σαφέστατη σύνδεση ανάμεσα στην αποικιοκρατική βία και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του φασισμού. Και πίστευε στην επανάσταση, υπενθυμίζει ο Τραβέρσο. Σε αυτό διέφερε από τους γερμανοεβραίους εξόριστους, η κριτική σκέψη των οποίων «εντασσόταν σ’έναν ορίζοντα σημαδεμένο από την τομή του Άουσβιτς. Για τον Τζέιμς, οι καταστροφές που είχαν συνταράξει τον πλανήτη αναγγέλλανε την εισβολή των αποικισμένων λαών στο προσκήνιο της ιστορίας».

Ακόμη κι αν δεν έχει ξανακούσει κανείς για τον Τζέιμς, δεν θα εκπλαγεί μαθαίνοντας ότι το 1952 φυλακίστηκε στο Έλις Άιλαντ ως «ανεπιθύμητος ξένος» και στη συνέχεια απελάθηκε στη Μ.Βρετανία, αφού οι μακαρθικές ΗΠΑ του αρνούνταν την υπηκοότητα και την παράταση της άδειας παραμονής.

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




Π.Βόγλης: Ο εμφύλιος ήταν η μοναδική επανάσταση στη νεότερη ελληνική ιστορία

6

 

Αντί για το ερώτημα “ποιος φταίει” για τον ελληνικό εμφύλιο, που επικράτησε επί δεκαετίες, στην “Αδύνατη Επανάσταση” ο Πολυμέρης Βόγλης θέτει ένα άλλο ερώτημα: “τι ήταν” ο εμφύλιος πόλεμος. Μελετώντας την κοινωνική δυναμική που διαμορφώθηκε εκείνη την περίοδο στη χώρα και εστιάζοντας στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, ο ίδιος συμπεραίνει ότι  ο ελληνικός εμφύλιος ήταν μια επανάσταση, έστω κι αν, έτσι όπως εξελίχθηκε, δεν θα μπορούσε να αποβεί νικηφόρα, συνεπώς ήταν μια αδύνατη επανάσταση.

Διαβάζοντας μια τέτοια προσέγγιση σήμερα, μετά το καλοκαίρι του 2015, δεν μπορείς να μην αναρωτηθείς πώς θα καταγραφεί από τους ιστορικούς του μέλλοντος η δυναμική που διαμορφώνεται στην Ελλάδα την τελευταία πενταετία. Πάντως ο Π.Βόγλης, αναπληρωτής καθηγητή κοινωνικής ιστορίας  στο τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μας τραβάει το μανίκι -σαν καλός ιστορικός-, συνιστώντας να αποφεύγουμε αναλογίες με το παρελθόν και να προσπαθούμε να βρούμε εργαλεία και τρόπους να καταλάβουμε αυτό που ζούμε σήμερα.

Τον συναντήσαμε λίγες μέρες πριν από τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου και μιλήσαμε για τον εμφύλιο και για τις αφηγήσεις γύρω από αυτόν, για τους παραλληλισμούς του παρελθόντος με το σήμερα, για την αριστερά και τις διαμάχες μεταξύ ιστορικών. Καταλήξαμε με μια υπενθύμιση: πως όπως τα κύματα των προσφύγων σήμερα στην Ευρώπη, περίπου 700 χιλιάδες άνθρωποι έγιναν πρόσφυγες εντός ή εκτός Ελλάδας στη διάρκεια του εμφυλίου, καθώς οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι συστατικό στοιχείο της εδαφικής πολιτικής, που γίνεται πάντα σε καιρούς πολέμου.

* * *

Τι ήταν ο ελληνικός εμφύλιος και πώς προτείνετε να συζητάμε γι’αυτόν, πώς να τον διαπραγματευόμαστε;

Αυτό που υποστηρίζω στο βιβλίο είναι ότι κανένας θα πρέπει να δει τον εμφύλιο πόλεμο σαν μία επανάσταση, την μοναδική ίσως επανάσταση στη νεότερη ελληνική ιστορία, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Μια επανάσταση κάτω από διαφορετικές στιγμές και φάσεις. Κι άρα κανένας θα πρέπει να χρησιμοποιήσει ένα τέτοιο πλαίσιο για να κατανοήσει τι την προκάλεσε, ποια ήταν η δυναμική της, ποιες ήταν ενδεχομένως οι ομοιότητες με άλλα αντίστοιχα κινήματα ή επαναστάσεις του 20ου αιώνα κλπ. Δηλαδή στην ουσία ήθελα χρησιμοποιώντας το σχήμα της επανάστασης να δω τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο όχι σαν μια ελληνική ιδιαιτερότητα αλλά σαν ένα φαινόμενο το οποίο μπορεί να το συναντήσουμε και σε άλλες χώρες στη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Κι αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη συνήθη αφήγηση που επικρατεί.

Ναι. Δηλαδή [υπήρχαν] είτε οι αφηγήσεις οι παλιότερες -τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια- που απέδιδαν πολύ μεγάλη σημασία στον ξένο παράγοντα -ότι ήταν ένας πόλεμος που υποκινήθηκε από το εξωτερικό, δηλαδή, κυρίως από τη Σοβιετική Ένωση και τις τότε γειτονικές κομουνιστικές χώρες- ή αργότερα -στη μεταπολίτευση- ότι έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην πρόκληση του εμφύλιου πολέμου οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία.

Απέναντι σε αυτές τις ερμηνείες οι οποίες αποδίδουν την ευθύνη, θα έλεγε κανένας, στους ξένους, αυτό που ενδιέφερε εμένα ήταν να δω στο εσωτερικό. Προφανώς υπάρχει το διεθνές πλαίσιο, προφανώς υπάρχουν ξένες δυνάμεις, υπάρχει ο ψυχρός πόλεμος άλλωστε εκείνη την εποχή που ξεκινά, δεν μπορεί κανείς να το αγνοήσει όλο αυτό. Αλλά κατά τη γνώμη μου –κι αυτό θέλω να κάνω μέσα από το βιβλίο- ήταν να δω τις εσωτερικές συγκρούσεις. Οι εσωτερικές, κοινωνικές και ιδιαίτερα πολιτικές συγκρούσεις πώς οδηγούν σε μια στρατιωτική αντιπαράθεση, σε έναν πόλεμο.

εμπρος εφημεριδα εμφύλιος

Φωτογραφία βιβλίου – Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Εμπρός, 23 Ιουνίου 1949. Η φωτογραφία επάνω δεξιά απεικονίζει στρατιώτες με τον σκοτωμένο Γιάννη Αλεξάνδρου (Διαμαντή) και φέρει τη λεζάντα: “Το απάνθρωπον τέρας που επί τριετίαν ετρομοκράτει την Ρούμελην δεν υπάρχει πλέον. Ο Εθνικός Στρατός τιμωρεί τους προδότας”. Αρχική πηγή: Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων

 

Ο “συμμοριτοπόλεμος”

 

Αλλά κάνετε λόγο για διαστρέβλωση της ιστορίας για τον εμφύλιο πόλεμο. Δηλαδή ότι επικράτησε και τροφοδότησε αυτό το τραύμα, όπως το αποκαλείτε, κράτησε την κοινωνία διαιρεμένη, και τώρα μάλιστα αυτό επανέρχεται με τη σημερινή ρητορική στον πολιτικό δημόσιο λόγο. Θεωρείτε ότι εργαλειοποιείται, ουσιαστικά, το τραύμα αυτή τη στιγμή στο δημόσιο λόγο;

Καταρχήν ναι. Δηλαδή θα συμφωνήσω μαζί σας ότι είχαμε μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, το 1949, μια προσπάθεια διαστρέβλωσης του τι συνέβη εκείνα τα χρόνια. Δεν είναι τυχαίο ότι για πολλές δεκαετίες ο τρόπος με τον οποίο επικράτησε να ονομάζεται ο εμφύλιος πόλεμος ήταν «συμμοριτοπόλεμος». Δηλαδή η άρνησή του, το ότι αντί να δεχτεί κανείς την εμφύλια σύγκρουση λέει ότι αυτό το οποίο είχαμε ήταν μια σύγκρουση του κράτους και της κυβέρνησης με συμμορίες.

Κι αυτός ο όρος χρησιμοποιείται και σήμερα.

Πολύ λιγότερο, είναι η αλήθεια. Και είναι περισσότερο αν κανένας θέλει να υποδηλώσει μια πολιτική ταυτότητα η οποία είναι πλέον σήμερα αρκετά ακροδεξιά. Κανένας δεν χρησιμοποιεί τον όρο «συμμοριτοπόλεμος», είναι περιθωριακή η χρήση του. Από την άλλη πλευρά και η αριστερά δεν δέχτηκε το γεγονός, θα έλεγε κανένας, του τι συνέβη. Όχι ότι δεν υπήρξε εμφύλιος πόλεμος, αλλά προσπάθησε να το παρουσιάσει σαν μια άμυνα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας απέναντι στην επίθεση που είχε δεχτεί μεταπολεμικά από τη λευκή τρομοκρατία, και ότι στην ουσία σύρθηκε σε έναν εμφύλιο πόλεμο. Γενικώς υπήρξε διαστρέβλωση. Τις τελευταίες δεκαετίες βασικά υπήρχε αποσιώπηση. Κανείς δεν ήθελε να κουβεντιάσει τον εμφύλιο πόλεμο.

Τώρα επανέρχεται;

Έχει επανέλθει. Από το 2000 και μετά έχουμε μια πολύ μεγάλη συζήτηση – ακαδημαϊκή αλλά και δημόσια- για τη δεκαετία του ’40 και ειδικά για τον εμφύλιο πόλεμο. Τι ήταν ο εμφύλιος πόλεμος, τι τον προκάλεσε, ποιος φταίει –το παλιό γνωστό ερώτημα «ποιος φταίει για την εμφύλιο πόλεμο;»-, αν έχουμε έναν εμφύλιο πόλεμο στην κατοχή, ποια είναι η σχέση του πολέμου της κατοχής, των εμφύλιων συγκρούσεων της κατοχής με τον εμφύλιο πόλεμο μετά την Απελευθέρωση, του ‘46-’49. Άρα είναι αρκετά σημαντικός στην ακαδημαϊκή συζήτηση, στην ιστορική συζήτηση. Κι αυτό φαίνεται κι απ’τα συνέδρια, τα βιβλία που βγαίνουν, τις δημοσιεύσεις αλλά και τα αφιερώματα στον τύπο, αλλά και από την παρουσία της δεκαετίας του ’40 συνολικά –όχι μόνο του εμφυλίου πολέμου- στη δημόσια σφαίρα.

Θεωρείτε ότι τείνει μια υπάρξει μια συμφωνία, στον ακαδημαϊκό τουλάχιστον χώρο, σχετικά με το τι ήταν ο εμφύλιος;

Όχι. Υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες. Αυτό δεν πρέπει να μας προβληματίζει, είναι φυσικό. Κι όπως είναι φυσικό να υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες και αναθεωρήσεις της ιστορίας. Η ιστορία δεν είναι κάτι στατικό, δεν είναι μια αλήθεια την οποία κάποιος ανακαλύπτει και όλοι «υποκλίνονται». Είναι έρευνα, είναι ένας τρόπος με τον οποίο βλέπεις, μελετάς το παρελθόν, θέτεις διαφορετικά ερωτήματα. Κι άρα η γνώση μας, η προσέγγισή μας για την ιστορία αλλάζει, δεν είναι στατική. Κι αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το μεγάλο ενδιαφέρον των ιστορικών, της έρευνας για την ιστορία. Ειδάλλως θα ξέραμε όλοι τι έχει συμβεί και θα ήταν πολύ βαρετό.

η αδυνατη επανάσταση - εξώφυλλο

Φωτογραφία εξωφύλλου: Αιχμάλωτοι αντάρτες στη Θεσσαλονίκη μετά τη μάχη του Λαγκαδά, Φεβρουάριος 1948. Αρχική πηγή: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού

(…) υπάρχει μια μερίδα ιστορικών η οποία υποστηρίζει ότι ξεκινάει από το 1943. Στην ουσία, δηλαδή, ότι έχουμε έναν μακρύ εμφύλιο πόλεμο, από το ’43 μέχρι το ’49 (…) και εξελίσσεται σε τρεις φάσεις: 1943-1944 που είναι ο εμφύλιος μεταξύ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και κυρίως ταγμάτων ασφαλείας, ένα δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, μια δεύτερη σύγκρουση που είναι τα Δεκεμβριανά, κι έναν τρίτο εμφύλιο πόλεμο που είναι ο πόλεμος του 1946-1949. Κι ότι στην ουσία όλα αυτά τι υποδηλώνουν; Ότι έχουμε ένα Κομμουνιστικό Κόμμα το οποίο θέλει με τη βία να πάρει την εξουσία.

Εγώ διαφωνώ με αυτή την προσέγγιση. (…)

Π.Βόγλης

Ιστορική διαμάχη για τη βία & κατάχρηση των όρων του ’40

 

Ένα από τα βασικά σημεία διαφωνίας στον ακαδημαϊκό χώρο, απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι, είναι το πότε ακριβώς ξεκινάει ο εμφύλιος. Είναι ένα κρίσιμο ζήτημα που, απ’ότι καταλαβαίνω από το βιβλίο σας, εσείς το συνδέετε με τη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας που εντάθηκε πάρα πολύ στην κατοχή, την φτωχοποίηση, σε συνδυασμό με την απόκτηση της εμπειρίας της πάλης μέσα από την εαμική αντίσταση. Όσοι τοποθετούν σε άλλο χρονικό σημείο την έναρξη του εμφυλίου πολέμου ενδεχομένως να θέλουν να τον απομονώσουν από αυτό, από την ανάγκη για πιο ριζοσπαστικές λύσεις, για αναδιανομή του πλούτου, να θέλουν να το δείξουν σαν μια ένοπλη πάλη ακραίων. Οπότε, το πότε ξεκίνησε ο εμφύλιος είναι ένα ζήτημα κρίσιμο για την ερμηνεία του τι κρύβεται πίσω από αυτές τις διαμάχες;

Ένα από τα ζητήματα που είχαν απασχολήσει τους ιστορικούς, και ήταν και αντικείμενο διαμάχης, ήταν η χρονολόγηση του εμφυλίου, αν ξεκινάει το ’43 ή το ’46. Θα μου πείτε, υπάρχει κάποια διαφορά; Υπάρχει. Γιατί ακριβώς, η χρονολόγηση, ή, πιο σωστά, η περιοδολόγηση –πώς χωρίζουμε την ιστορία σε περιόδους, πότε λέμε ότι ξεκινάει κάτι και πότε τελειώνει- είναι πολύ σημαντικό. Γιατί ακριβώς υποδηλώνει έναν τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα γεγονότα.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, υπάρχει μια μερίδα ιστορικών η οποία υποστηρίζει ότι ξεκινάει από το 1943. Στην ουσία, δηλαδή, ότι έχουμε έναν μακρύ εμφύλιο πόλεμο, από το ’43 μέχρι το ’49. Δε συμφωνώ με αυτή τη θεώρηση. Δε λέω ότι δεν υπάρχουν εμφύλιες συγκρούσεις το ’43 ή και το ’44 – τα Δεκεμβριανά, που είχαμε και την επέτειό τους, των 70 ετών, τον περασμένο Δεκέμβρη. Αλλά είναι συγκρούσεις που δεν συνδέονται αιτιακά μεταξύ τους.

Για μένα ο εμφύλιος πόλεμος ξεκινά το 1946. Τα αίτια του εμφυλίου πολέμου, ναι, θα πρέπει να αναζητηθούν στα προηγούμενα χρόνια. Γι’αυτό λέω ότι ζητήματα διαμάχης των ιστορικών, όπως το πότε ξεκινάει ο εμφύλιος πόλεμος, έχει να κάνει με το πώς τα αντιλαμβανόμαστε. Αν αντιλαμβανόμαστε τον εμφύλιο σαν ένα ενιαίο γεγονός ή σαν κάτι το οποίο γνωρίζει περιόδους, φάσεις κλπ.

Στην ουσία έχουμε ένα επιχείρημα που λέει ότι έχουμε έναν εμφύλιο ο οποίος ξεκινάει το 1943 και εξελίσσεται σε τρεις φάσεις: 1943-1944 που είναι ο εμφύλιος μεταξύ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και κυρίως ταγμάτων ασφαλείας, ένα δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, μια δεύτερη σύγκρουση που είναι τα Δεκεμβριανά, κι έναν τρίτο εμφύλιο πόλεμο που είναι ο πόλεμος του 1946-1949. Κι ότι στην ουσία όλα αυτά τι υποδηλώνουν; Ότι έχουμε ένα Κομμουνιστικό Κόμμα το οποίο θέλει με τη βία να πάρει την εξουσία.

Εγώ διαφωνώ με αυτή την προσέγγιση. Κάθε σύγκρουση είναι διαφορετική από την άλλη. Κανένας μπορεί να τις δει ότι είναι συγκρούσεις της δεκαετίας του ‘40, προφανώς, και έχουν σχέση μεταξύ τους. Αλλά δεν είναι ένας εμφύλιος πόλεμος ο οποίος διαπνέεται από την λογική του Κομμουνιστικού Κόμματος να πάρει την εξουσία βίαια -όπως ενδεχομένως, όντως, συμβαίνει στον εμφύλιο πόλεμο, όπου έχουμε μια ένοπλη σύγκρουση διεκδίκησης της εξουσίας.

Άρα, ναι, έχουμε διαφορετικές εκτιμήσεις και αντιλήψεις για το τι ήταν ο εμφύλιος πόλεμος. Όπως επίσης και για το ποιος ευθύνεται για τον εμφύλιο πόλεμο κλπ. Αν και στο βιβλίο, ακριβώς, προσπάθησα να μην ασχοληθώ με το ποιος φταίει για τον εμφύλιο πόλεμο.

(…) Οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, αντί να προχωρήσουν στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα ικανοποιούσαν τα αιτήματα εκδημοκρατισμού και κοινωνικής  δικαιοσύνης που είχε αναδείξει η κοινωνία στα χρόνια της Κατοχής, έθεσαν στόχο τη διάλυση των οργανωτικών δομών και τη συρρίκνωση των κοινωνικών ερεισμάτων του ΕΑΜ, ώστε να ανακοπεί η δυναμική της επανάστασης. (…)

“Η αδύνατη επανάσταση”, απόσπασμα

Λέμε ότι το 2000 αναζωπυρώθηκε όλη αυτή η συζήτηση. Είναι λίγο συγκυριακό αυτό ή υπήρχε εκείνη την εποχή και μια γενική συζήτηση, πιο πολύ με πολιτικό υπόβαθρο, να βάλουμε στο κέντρο π.χ. τη βία λίγο αποϊδεολογικοποιημένα, να συζητήσουμε για τον εμφύλιο λίγο έξω είτε από την κοινωνική του διάσταση που βάζετε εσείς, είτε από την πολιτική του διάσταση, και να το συζητήσουμε μόνο σαν ένα θέμα της ακρότητας της βίας, ή άλλων τέτοιων πραγμάτων; Δεν ξέρω, δηλαδή, αν ταίριαζε λίγο με την εποχή αυτή η αναζωπύρωση της συζήτησης.

Ναι. Θα συμφωνούσα με αυτή τη διαπίστωση. Ούτως ή άλλως έχουμε ένα αυξημένο επιστημονικό ενδιαφέρον για τη δεκαετία του ’40. Η δεκαετία του ’90 είναι η εποχή που δημοσιεύονται πάρα πολλά βιβλία επιστημονικά και άρα υπάρχει μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος του επιστημονικού. Το κοινωνικό ενδιαφέρον, της κοινής γνώμης, πάντα υπήρχε. Αλλά επιστημονικά, συστηματικά, άρχισε να διερευνάται τη δεκαετία του 1990, όταν βγαίνουν μια σειρά από πολύ αξιόλογες μελέτες. Άρα υπάρχει το ιστορικό ενδιαφέρον για την εποχή εκείνη. Αυτό, όμως, που παράλληλα νομίζω ότι υπάρχει είναι, ακριβώς, μια προσπάθεια να ερμηνευθεί ξανά η δεκαετία του ’40 μέσα από ένα πολύ διαφορετικό πρίσμα, απ’ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή επικρατούσε μεταξύ των ιστορικών. Δηλαδή αυτό ακριβώς το οποίο είπατε, για την εστίαση στη βία, επανέφερε τη συζήτηση για τον ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, για τη βία που άσκησε κατά των αντιπάλων του κλπ.

Είναι μια συζήτηση η οποία κράτησε αρκετά. Πιστεύω ότι είχε, θα έλεγε κανείς, ένα πολιτικό υπόβαθρο. Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Θέλω να πω ότι αυτός που θα πει ότι ο ιστορικός είναι αντικειμενικός, απλά λέει ψέμματα. Δεν υπάρχει αντικειμενική ιστορία. Υπάρχει μια ιστορία η οποία επιδιώκει να διεισδύει όσο γίνεται πιο βαθύτερα στο παρελθόν, να δώσει μια πιο ολοκληρωμένη, μια πιο πλήρη εικόνα του παρελθόντος, να θέσει ερωτήματα. Αλλά δεν υπάρχει αντικειμενική ιστορία. Άρα όλοι όσοι εμπλέκονται σε αυτή τη συζήτηση, και ειδικά για ένα τόσο φορτισμένο θέμα όσο η δεκαετία του ’40, προφανώς έχουν και πολιτικές ιδέες και πολιτικές απόψεις, οι οποίες εκβάλλουν και στο έργο τους.

Άρα εγώ πιστεύω ότι όλη η συζήτηση για τη δεκαετία του ’40 και ειδικά για το ρόλο της βίας της αριστεράς τη δεκαετία του ’40, συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με μια προσπάθεια να αποκαθηλωθεί ο μύθος της αριστεράς – για να το πω λίγο συνθηματικά. Τι εννοώ: η αριστερά σε μεγάλο βαθμό μεταπολεμικά βάσισε την πολιτική της ταυτότητα στη δεκαετία του ’40 και ειδικά στην αντίσταση. Ήταν, θα έλεγε κανένας, ο ιδρυτικός μύθος –δεν λέω μύθο με την έννοια του παραμυθιού, καταλαβαίνετε τι θέλω να πω-, η ιδρυτική διακήρυξη. Άρα, πλήττοντας ακριβώς αυτό τον ιδρυτικό μύθο της αριστεράς για την εθνική αντίσταση, η αριστερά πλέον έχανε έδαφος, απονονομιμοποιόταν, απαξιωνόταν κ.ο.κ. Αυτό πιστεύω ότι υπήρχε.

Αυτό επιχειρείται και σήμερα, θεωρείτε;

Σήμερα είμαστε σε μια πάλι αρκετά διαφορετική συγκυρία. Είναι άλλο το 2000. Μην ξεχνάτε το 1989, στην ουσία όλο αυτό είναι ο αντίκτυπος του ’89 – και αναφέρομαι στην κατάρρευση του κομμουνισμού- στην ιστοριογραφία. Λίγα χρόνια πριν την έκρηξη της συζήτησης έχει βγει η Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού, ότι ο κομμουνισμός είναι μια εγκληματική ιδεολογία κλπ. Άρα, θα έλεγε κανένας, έχουμε μια προσπάθεια απονομιμοποίησης, εκείνη την εποχή, της αριστεράς. Σήμερα είναι πολύ διαφορετικό, είμαστε σε μια πολύ διαφορετική συγκυρία, με πολύ διαφορετικά ερωτήματα.

Η δεκαετία του ’40 επανέρχεται και θα επανέρχεται διαρκώς –για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους. Σήμερα δεν έχουμε τόσο τον εμφύλιο πόλεμο. Αν και κάποια στιγμή –το 2012-2013- συζητήθηκε ότι η πόλωση θα οδηγούσε σε έναν εμφύλιο πόλεμο – ανοησίες, κατά τη γνώμη μου. Επανέρχεται και με το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων κλπ. αλλά και με την προσπάθεια κατάχρησης όρων της δεκαετίας του ΄40 ως προς το σήμερα.

Ποιους όρους εννοείτε;

Οι «δοσίλογοι», «γερμανοτσολιάδες» κλπ. Είναι λάθος, είναι πολύ σοβαρό λάθος.

Επειδή φορτίζουν το δημόσιο λόγο, τη ρητορική; Ή και για άλλους λόγους;

Ο ένας λόγος είναι αυτός. Ο δεύτερος είναι ότι – χωρίς αυτό, φυσικά, να είναι η πρόθεση- σχετικοποιούν τη βαρύτητα αυτών τα οποία συνέβησαν στο παρελθόν. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω; Αν σήμερα λέμε ότι «έχουμε χούντα», ή πιο σωστά «είχαμε χούντα», τότε πραγματικά η χούντα -εννοώ η δικτατορία του ’69-’74- ε, σχετικοποιείται η βαρβαρότητά της. Αν είχαμε γερμανική κατοχή το 2010, ’11, ’12, κλπ σχετικοποιείται η βαρβαρότητα της ναζιστικής κατοχής του 1941-44. Είναι πολύ σοβαρό λάθος να προσπαθεί κανένας να κινητοποιήσει τον κόσμο ή να τον ευαισθητοποιήσει χρησιμοποιώντας τέτοιου τύπου αναλογίες.

χωρικοι εμφυλιος

Φωτογραφία βιβλίου – Χωρικοί εργάζονται στη διάνοιξη δρόμων για το στρατό. Αρχική πηγή: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού

Συλλογικό υποκείμενο, πατριωτισμός και αριστερά

 

Στο βιβλίο κάνετε λόγο για μια «κουλτούρα του συλλογικού υποκειμένου», η οποία διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, και την αποδίδετε στη δυναμική της κοινωνικής επανάστασης που δημιούργησε η εαμική αντίσταση και η πρακτική του ένοπλου αγώνα στην κατοχή. Πιστεύετε ότι εκείνη η κουλτούρα του συλλογικού υποκειμένου έχει ομοιότητες με τους τρόπους που σήμερα προσπαθούμε να εφεύρουμε στην ελληνική κοινωνία για να αντιμετωπίσουμε τις σημερινές προκλήσεις; Δηλαδή υπάρχει σήμερα μια αντίστοιχη κουλτούρα ή κάτι που μοιάζει με αυτό που αναγνωρίσατε σε εκείνη την ιστορική περίοδο;

Έχουν μεσολαβήσει από εκείνα τα χρόνια εφτά δεκαετίες. Δηλαδή η ελληνική κοινωνία άλλαξε δραματικά.

Απλώς και πάλι μιλάμε για μια περίοδο που υπάρχουν πολύ ισχυρές προκλήσεις.

Ναι, και μια περίοδο μιας πολύ μεγάλης –ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες- διαδικασίας εξατομίκευσης της κοινωνίας. Που πήρε πάρα πολλές εκδοχές: ιδιώτευσης, καταναλωτισμού, αδιαφορίας κλπ. Άρα έχεις να κάνεις με μια νέου τύπου κοινωνία, πολύ διαφορετική από αυτήν που εμφανίζεται, μάχεται, δρα, κινητοποιείται στη δεκαετία του ’40. Και μετά, όμως. Δεν είναι μόνο η δεκαετία του ’40, απλώς αυτή είναι η αποκορύφωση. Συνεχίζει και μετά, και στη δεκαετία του ’50 – που είναι μια εποχή πολύ δύσκολη- και στη δεκαετία του ΄60 αλλά και του ΄70. Αυτό φθίνει.

Αυτή η κουλτούρα;

… που είναι και ταυτότητα. Συλλογικές ταυτότητες. Δηλαδή οι άνθρωποι νιώθουν να ταυτίζονται, οι ίδιοι, τα συμφέροντά τους, οι ιδέες τους, οι ανάγκες τους, ο τρόπος ζωής τους, με ευρύτερες συσσωματώσεις ανθρώπων. Είτε αυτό λέγεται σωματείο, φοιτητικός σύλλογος, γειτονιά. Είχαμε μια πλήρη αποσύνθεση αυτών των συλλογικών αναφορών.

…τις τελευταίες δεκαετίες.

Ναι. Όπου ο καθένας ήταν για την πάρτη του. Μετά ήταν η οικογένειά του, οι φίλοι του και εκεί πέρα σταματούσε οποιαδήποτε αναφορά, δεν υπήρχαν συλλογικές αναφορές.

Ήταν τα χρόνιας της ευημερίας;

Ήταν τα χρόνια της ευημερίας. Ειδικά από τη δεκαετία του 1990 και μετά, αυτό το πράγμα απογειώθηκε. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω. Και δεν μπορεί κανείς να αναβιώσει τρόπους και διαδικασίες που υπήρχαν παλιότερα. Γι’αυτό και ό,τι έχει μείνει από εκείνα τα χρόνια – το βλέπω π.χ. στους φοιτητικούς συλλόγους στα πανεπιστήμια- είναι σκιά. Καμία σχέση, ούτε συνελεύσεις μπορούν να γίνουν ούτε τίποτα. Άρα αυτό το οποίο συνέβη, σε μία κατά τη γνώμη μου μικρή έκταση, ήταν ακριβώς ότι οι άνθρωποι προσπαθούσαν αν βρουν νέου τύπου συλλογικές διαδικασίες, νέου τύπου συλλογικές αναφορές, να δημιουργήσουν νέου τύπου συλλογικές ταυτότητες.

Θυμάμαι και παραδείγματα από χωριά, που αναφέρετε στο βιβλίο, που αυτοδιοικούνται. Και αναρωτιέται αν αυτά τα παραδείγματα έχουν σχέση με τις σημερινές απόπειρες ομάδων ή κοινοτήτων που δοκιμάζουν ή οραματίζονται μοντέλα αυτο-οργάνωσης.

Ναι, συμφωνώ, απλώς πρέπει κανείς να έχει την αίσθηση της κλίμακας, ότι αυτά στην Ελλάδα είναι πολύ περιορισμένα σε σχέση με το μέγεθος της επίθεσης που δέχτηκε η ελληνική κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια και της εκπτώχευσης. Και δείχνει άμα θέλετε από την άλλη πλευρά και το πόσο άλλαξε ο χαρακτήρας της ελληνικής κοινωνίας τις τελευταίες δεκαετίες. Πόσο δύσκολο είναι πλέον να διαμορφώσεις συλλογικές απαντήσεις και να έχεις συλλογικές δράσεις.

Κάποιοι κοινωνιολόγοι λένε ότι είναι μάλλον δύσκολο να γίνει κάτι τέτοιο, να δοθεί δηλαδή ιστορική απάντηση την στιγμή της κρίσης. Επίσης, είναι δύσκολο να κάνει κανένας εκτιμήσεις για το πως θα βγει η ελληνική κοινωνία απ’ αυτή την κρίση. Και είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να σκεφτεί κανείς αναλογίες με το παρελθόν, με μια κοινωνία, εκείνη της δεκαετίας του ’40, που ήταν πολύ διαφορετική. Όταν μιλάμε για χωριά και αυτοδιοίκηση εκείνα τα χρόνια, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι τα χωριά τότε είχανε κόσμο.

Πάντως έχουνε γίνει πράγματα και στην αλληλέγγυα οικονομία και στην κοινωνική οικονομία και αυτοδιαχειριστικά. Δεν θέλω με τίποτα να τα μειώσω, απλώς θα περίμενε κανένας ή θα έλπιζε να είχανε μεγαλύτερη απήχηση και διασπορά και να είχαν πολλαπλασιαστεί.

(…) Ο συνδυασμός της εθνικής απελευθέρωσης με την κοινωνική επανάσταση δεν ήταν διόλου αντιφατικός· τα περισσότερα επαναστατικά κινήματα στον 20ο αιώνα είχαν παράλληλα στόχο την εθνική ανεξαρτησία, και αυτός ακριβώς ο συνδυασμός τούς προσέδωσε πρωτοφανή μαζικότητα και μαχητικότητα. (…)

“Η αδύνατη επανάσταση”, απόσπασμα

Μιλήσαμε πριν για δυσκολίες στη συγκρότηση του συλλογικού υποκειμένου. Λέτε μες στο βιβλίο ότι το ΚΚ ή η αριστερά υποβάθμισε την επαναστατική διάσταση και τόνισε πιο πολύ τον αγώνα της εθνικής απελευθέρωσης, μιλούσε περισσότερο για τη Μακρόνησο και λιγότερο για το Γράμμο. Θέλω να ρωτήσω, έχοντας στο νου και το πόσο η αριστερά χρησιμοποιεί πατριωτικό λόγο σήμερα, αν εκείνες οι επιλογές της αριστεράς όχι μόνο στον εμφύλιο αλλά και μετά, να μιλάει δηλαδή κυρίως για εθνική αντίσταση και όχι για κάτι άλλο, κατά κάποιο τρόπο καθόρισαν την σημερινή αριστερά, με τρόπο που να μη μπορεί να απαντήσει στα σημερινά προβλήματα, να δυσκολεύεται να συγκροτήσει συλλογικά υποκείμενα, αφού εντέλει στην εθνική αφήγηση πάντα θα χάνει η αριστερά.

Είναι πολλά τα θέματα, τα οποία βάζετε. Το ένα είναι το γεγονός ότι αποσιώπησε την επαναστατική διάσταση του εμφυλίου πολέμου ή άμα θέλετε, την ένοπλη πλευρά του εμφυλίου πολέμου και το Δημοκρατικό Στρατό. Προφανώς, το γεγονός αυτό έχει να κάνει και με τις συγκυρίες. Εννοώ ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό να υπογραμμίσει κανένας ότι η αριστερά μετεμφυλιακά, ήταν υπό διωγμό. Το δεύτερο θέμα είναι αυτό της ήττας. Δεν είναι απλά εκλογές, δεν έχασες μια εκλογική μάχη, όταν χάνεις σε μια τόσο μεγάλη υπόθεση. Έχεις χάσει ένα πόλεμο, με χιλιάδες νεκρούς και φυλακισμένους. Προφανώς μια ήττα είναι δύσκολο να την δικαιολογήσεις, αλλά και να την αποδεχτείς και να τη συζητήσεις δημόσια. Το τρίτο ζήτημα, το οποίο μάλλον συνδέεται μ’ αυτά τα οποία με ρωτήσατε, έχει να κάνει με την στρατηγική επιλογή της μετεμφυλιακής αριστεράς αλλά και της μεταπολιτευτικής, να ενταχθεί, να ακολουθήσει δηλαδή τον κοινοβουλευτικό δρόμο και να προσηλωθεί στον κοινοβουλευτικό βίο της χώρας. Η αποκήρυξη, θα έλεγε κανένας, του επαναστατικού δρόμου κατάληψης της εξουσίας.

Άρα, η αναφορά στον εμφύλιο και σ’ έναν επαναστατικό τρόπο κατάληψης της εξουσίας, προφανώς δεν ήταν επιλογή της αριστεράς μετεμφυλιακά, όπως και πουθενά στην Ευρώπη. Απ’ αυτή την άποψη, η ελληνική αριστερά σε μεγάλο βαθμό συμβαδίζει με όλη την υπόλοιπη αριστερά, η οποία μετά τον Πόλεμο εγκαταλείπει τα σχέδια ριζοσπαστικής ή βίαιης αλλαγής της κοινωνίας.

Ως προς με τη σύνδεση με το εθνικό αφήγημα, η αριστερά πάντα πολλαπλασίαζε την απήχησή της, όταν συνδύαζε, τον πατριωτικό λόγο με τον λόγο για την κοινωνική αλλαγή. Αυτό θα έλεγε κανείς είναι απ’ τα μαθήματα της δεκαετίας του ’40. Αυτή άλλωστε ήταν και η μεγάλη επιτυχία του ΕΑΜ. Να συνδυάσει τον πατριωτικό αγώνα, εκείνη την εποχή την εθνική απελευθέρωση από τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και τους Βούλγαρους, με το όραμα μιας κοινωνικής αλλαγής, μιας καλύτερης κοινωνίας πιο δίκαιης. Η αριστερά σ’ όλα τα χρόνια, ειδικά μετά την εμπειρία του ’40 είχε πάντα μια έντονα πατριωτική αναφορά, μιλάω πάντα για την επίσημη αριστερά κι όχι για ομάδες. Να σας θυμίσω ας πούμε τον κλασσικό αντιαμερικανισμό της αριστεράς ή ακόμη και τον αντιευρωπαϊσμό της αριστεράς, εννοώ ενάντια στην Ε.Ε. ή ΕΟΚ παλιότερα κλπ. Άρα έχεις να κάνεις με ένα στοιχείο, τον πατριωτισμό, που είναι αρκετά ισχυρό στην ιδεολογία της ελληνικής αριστεράς εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες. Ειδικά σε συγκυρίες όπως η σημερινή, που ακριβώς και λόγω της επιβολής των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων και του τρόπου με τον οποίο συρρικνώθηκε η εθνική κυριαρχία, ήταν λογικό η αριστερά να αναβαθμίσει στον λόγο της το πατριωτικό στοιχείο, την επίκληση του πατριωτισμού. Ήταν αναμενόμενο. Δεν νομίζω, αν μιλάμε για την σημερινή αριστερά, ότι αυτό αμβλύνει τον ταξικό λόγο της αριστεράς. Νομίζω ότι υπάρχει μια ισορροπία, αν και προφανώς σε περιόδους προεκλογικές τονίζεται πολύ περισσότερο ο πατριωτισμός και η υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας και της εθνικής αξιοπρέπειας.

 

(…) όταν στην πολιτική καταφεύγεις σε όρους του παρελθόντος, πρόκειται για μια εργαλειοποίηση του παρελθόντος και μια απεύθυνση στο θυμικό. (…)

Π.Βόγλης

 

Στο βιβλίο λέτε ότι μετά την απελευθέρωση, «η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν καταργήθηκε αλλά αποδείχτηκε συμβατή με το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης» . Επίσης ο τρόπος που περιγράφετε το πώς το κράτος προσπάθησε να ανασυγκροτηθεί και να ελέγξει μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να αυξήσει την καταστολή, η χρήση του λόγου για τον επικίνδυνο άλλο. Μπορούμε να κάνουμε αναλογίες με την σημερινή κατάσταση, προφανώς με κάποιες διαφορές;

Εγώ θέλω να επιμείνω στις διαφορές. Έχουμε στην ουσία μία αδυναμία να περιγράψουμε αυτό το οποίο ζούμε τα τελευταία χρόνια, εννοώ από το 2010 μέχρι σήμερα. Είναι κάτι καινούριο κι αρκετά ιδιόμορφο, με αποτέλεσμα να αναζητούμε να το κατανοήσουμε μέσα από σχήματα, όρους και λέξεις του παρελθόντος. Δεν είναι όμως το ίδιο, αυτό προσπαθώ και με ενδιαφέρει να δείξω. Πρέπει να καταβάλλουμε μεγαλύτερη προσπάθεια, για να προσδιορίσουμε αυτό που ζούμε σήμερα, το οποίο δεν είναι κατοχή, δεν είναι χούντα, δεν είναι καθεστώς εκτάκτου ανάγκης με την αυστηρή, στενή σημασία του όρου αυτού, με αναστολή δηλαδή άρθρων του συντάγματος.

Εμένα αυτό που μ’ ενδιαφέρει, είναι να προσπαθήσουμε να βρούμε εργαλεία και τρόπους να καταλάβουμε αυτό που ζούμε σήμερα. Σίγουρα δεν είναι η κοινοβουλευτική δημοκρατία την οποία γνωρίσαμε, και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε η πολιτική και η κοινωνική ζωή τις προηγούμενες δεκαετίες. Είναι αρκετά διαφορετικά τα πράγματα, παρόλα αυτά δεν πιστεύω ότι βοηθούν οι αναλογίες με το παρελθόν. Πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη σημασία, μεγαλύτερη φροντίδα στο να βρούμε τρόπους να μιλήσουμε για το σήμερα με όρους του σήμερα. Εμείς σαν ιστορικοί επισημαίνουμε ακριβώς τα όρια, τραβάμε το μανίκι και λέμε να προσέχουμε πως χρησιμοποιούμε το παρελθόν. Κατά τη γνώμη μου, πέρα από το ότι έχει μια χρήση συναισθηματική, για το πω και λίγο διαφορετικά είναι και λίγο διανοητική οκνηρία. Για παράδειγμα, τι είναι περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας σήμερα; Τι είναι; Εξάρτηση; Αποικία; Τι είναι;

Αλλά όταν στην πολιτική καταφεύγεις σε όρους του παρελθόντος, πρόκειται για μια εργαλειοποίηση του παρελθόντος και μια απεύθυνση στο θυμικό. Όπως ας πούμε όταν κάνουμε τη Μέρκελ με το μουστάκι του Χίτλερ ή το Δ’ Ράιχ κλπ. Αντίστοιχα με τη διαρκή επίκληση στο ΕΑΜ. Επικαλούνται ένα ένδοξο παρελθόν, αυτό κάνουν όλοι. Δεν είναι ίδιον της ελληνικής αριστεράς ή της Ελλάδας. Όλοι το κάνουν. Ο καθένας μάλιστα μπορεί να επικαλεστεί ένα διαφορετικό παρελθόν. Προφανώς το ηρωικό παρελθόν της αντίστασης, δεν θα το επικαλεστεί η δεξιά. Η δεξιά μπορεί να επικαλεστεί τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος «θεμελίωσε τη δημοκρατία, έβαλε την Ελλάδα στην ΕΟΚ», ένα ένδοξο παρελθόν, διαφορετικού τύπου. Η αριστερά θα επικαλεστεί την αντίσταση, επίσης ένδοξο και ηρωικό και πατριωτικό παρελθόν. Άρα βλέπει κανένας με ποιο τρόπο όλοι εργαλειοποιούν και χρησιμοποιούν το παρελθόν, για να πλαισιώσουν τον λόγο τους, για να κινητοποιήσουν τον κόσμο τους, να διευρύνουν το ακροατήριο τους. Επαναλαμβάνω είναι κάτι που συμβαίνει παντού σ’ όλο τον κόσμο και πρέπει να είμαστε ευαισθητοποιημένοι πάνω σ’ αυτό το θέμα.

πρόσφυγες εμφύλιος

Φωτογραφία βιβλίου – Καταυλισμός προσφύγων στα περίχωρα της Βέροιας, Ιανουάριος 1948. Αρχική πηγή: National Archives and Records Administration (NARA)

“Η πληθυσμιακή μηχανική είναι συστατικό στοιχείο της εδαφικής πολιτικής”

 

Ένα πράγμα που δεν συζητιέται αρκετά από τον εμφύλιο έχει σχέση με τις μετακινήσεις πληθυσμών, την πληθυσμιακή μηχανική, αλλά και τις συνέπειες που είχε για την Ελλάδα μετά τον εμφύλιο η εκκένωση χωριών και γενικά της υπαίθρου.

Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα, όχι τόσο πολύ μελετημένα, στην περίπτωση του ελληνικού εμφυλίου. Είναι ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα για να καταλάβει κανένας πως εξελίχθηκε ο εμφύλιος πόλεμος και για να καταλάβει κανείς και την έκβασή του. Οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι ένα αρκετά μεγάλο φαινόμενο, στην κορύφωση μιλάμε για 700.000 κόσμο, και εξυπηρετούν συγκεκριμένους στρατιωτικούς στόχους εκείνη την εποχή, δηλαδή να απομακρύνουν πληθυσμούς από τις περιοχές που δραστηριοποιούνται οι αντάρτες, ούτως ώστε να στερηθούν οι αντάρτες τρόφιμα, ανθρώπινο δυναμικό και πληροφορίες.

Παρόλα αυτά, ακόμη κι όταν τελειώνει ο εμφύλιος πόλεμος, οι επιπτώσεις της μετακίνησης των πληθυσμών είναι μακροπρόθεσμες. Οι καταστροφές που προκαλεί ο ίδιος ο πόλεμος, (βομβαρδισμοί, πυρκαγιές) αλλά και η μετακίνηση των πληθυσμών είναι το πρώτο χτύπημα, εντός εισαγωγικών, στον πληθυσμό της υπαίθρου και ειδικά στον ορεινό πληθυσμό. Έχουν γίνει κάποιες μελέτες στον παρελθόν, οι οποίες όμως δεν συνεχίστηκαν, που εντοπίζουν ακριβώς ότι οι περιοχές, οι οποίες ήταν στο επίκεντρο του εμφυλίου πολέμου, οι ορεινές περιοχές ειδικά, ποτέ δεν ορθοπόδησαν ξανά μεταπολεμικά. Ο κόσμος δεν γύρισε στα χωριά ή γύρισε για λίγο, αντίκρισε το χάος και την καταστροφή (της περιουσίας, των σπιτιών, το γεγονός ότι δεν είχαν πια ζώα, τα εγκαταλελειμμένα χωράφια) και αποφάσισε αν όχι η ίδια η οικογένεια που είχε φύγει, τα παιδιά τους, να μη ζήσουν στα χωριά.

Είναι θα έλεγε κανείς η αφετηρία αυτού του τεράστιου κύματος εσωτερικής μετανάστευσης που γίνεται στην Ελλάδα μεταπολεμικά και που αλλάζει την Ελλάδα άρδην. Δηλαδή, μέσα σε δύο δεκαετίες ’50 και ’60 ,η Ελλάδα αλλάζει χαρακτήρα. Μετατρέπεται από μία βασικά αγροτική χώρα σε μια βασικά αστική χώρα και ερημώνουν ειδικά τα ορεινά χωριά από τον πληθυσμό. Η αφετηρία αυτής της διαδικασίας είναι η δεκαετία του ’40. Προφανώς πολλά απ’ αυτά τα χωριά έχουν πληγεί και στην Κατοχή, έχουν πυρποληθεί από τους Γερμανούς έχουν υποστεί αντίποινα, τα έχουν κάψει και όλα αυτά σωρευτικά λειτουργούν ώστε ο κόσμος να μη μπορεί πια να ζήσει εκεί.

Αυτό το οποίο ήθελα να υπογραμμίσω μέσα στο βιβλίο είναι ότι αυτή η πληθυσμιακή μηχανική, είναι κάτι το οποίο βλέπουμε σε πάρα πολλές χώρες. Δηλαδή οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι συστατικό στοιχείο της εδαφικής πολιτικής, που γίνεται πάντα σε καιρούς πολέμου και δεν έχει μελετηθεί όσο θα έπρεπε. Το βλέπουμε, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σήμερα με τους πρόσφυγες. Είναι τρομερό αυτό που συμβαίνει και συνέβαινε πάντα.

Απλώς χρειάζεται νομίζω να το ξαναδούμε. Δεν είναι κάτι το οποίο συμβαίνει δηλαδή ξαφνικά, να έχουμε πρόσφυγες ή να μετακινούνται οι πληθυσμοί. Είναι στοιχείο μιας πολιτικής ελέγχου του εδάφους και του πληθυσμού. Είναι και κομμάτι της στρατηγικής των μαχών, είναι ένας πόλεμος που μπορεί να μην γίνεται με όπλα αλλά είναι κομμάτι του πολέμου. Και επαναλαμβάνω ο έλεγχος του πληθυσμού και του εδάφους, είναι στοιχείο κάθε πολέμου. Για παράδειγμα μετακινήσεις μικρών ή μεγάλων εθνοτικών πληθυσμών, έχουμε σε όλους τους πολέμους του 20ου αιώνα. Περιορίζονται, μεταφέρονται μακριά από τα σύνορα ή αυτοί που είναι στα σύνορα μπαίνουν υπό επιτήρηση κλπ.

Υπάρχουν άλλα κομμάτια του εμφυλίου που δεν έχουν μελετηθεί; Που θα στρέφατε το ενδιαφέρον σας;

Εγώ αυτό που θα ήθελα να ξαναδώ ή θα άξιζε κανένας να μελετήσει περισσότερο αφορά τον εθνικό στρατό, ως πυλώνα της ανασυγκρότησης του κόσμου της εθνικοφροσύνης μεταπολεμικά. Αυτό που διαπίστωνα όταν έγραφα αυτό το βιβλίο, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο στρατός αναδεικνύεται σε σημείο αναφοράς για τις τοπικές κοινωνίες, ειδικά στην επαρχία. Η παρουσία του στρατού είναι πάρα πολύ έντονη, και δεν εννοώ στις μάχες. Οι μάχες ούτως ή άλλως γίνονται μακριά από τις πόλεις, σπάνια φτάνουν οι αντάρτες να απειλήσουν τις μεγάλες πόλεις. Η παρουσία λοιπόν του στρατού είναι πολύ έντονη στη Λαμία, στην Καρδίτσα, στην Κόρινθο και στην Πάτρα ή σε πιο μικρές ακόμη πόλεις. Γύρω απ’ το στρατό οργανώνεται η κοινωνική ζωή. Τι σημαίνει αυτό; Η φανέλα του στρατιώτη, έρανοι, παρελάσεις, κατάθεση στεφάνων, επισκέψεις σε νοσοκομεία, διάφορες ομάδες, σύλλογοι κυριών και δεσποινίδων που επισκέπτονται με δώρα τους τραυματίες φαντάρους, η διανομή δώρων και ειδών ρουχισμού στα άπορα παιδάκια από το στρατό.

Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Με ποιο τρόπο γίνεται δηλαδή σημείο αναφοράς ο στρατός στην κοινωνική ζωή των πόλεων. Και αυτό γίνεται πολύ φανερό όχι στην Αθήνα, που είναι μια πολύ μεγάλη πόλη, αλλά στις πιο μικρές πόλεις, στο Βόλο για παράδειγμα, πως περιγράφεται ο στρατός και ποιες είναι οι δραστηριότητες που αναλαμβάνει ο στρατός στην πόλη. Και επίσης και η οικονομία. Η παρουσία των στρατιωτών ενισχύει την τοπική οικονομία. Τα μαγαζιά που ψωνίζουν οι φαντάροι, τα ξενοδοχεία που μένουν.

(…) Ο στρατός αυτονομήθηκε από την πολιτική εξουσία. Αποστολή του δεν ήταν πλέον μόνο η υπεράσπιση της χώρας από την εξωτερική επιβουλή, αλλά και η υπεράσπιση του καθεστώτος και η καταπολέμηση του “εσωτερικού εχθρού”.(…)

“Η αδύνατη επανάσταση”, απόσπασμα

 




Η λέπρα, η τρέλα, η ανεργία και οι κοινωνικές εκκαθαρίσεις

 

«Γύρω απ’ τα τέλη του Μεσαίωνα, η λέπρα εξαφανίζεται από τον δυτικό κόσμο. Στα περιθώρια της ανθρώπινης κοινότητας, κοντά στις πύλες των πόλεων, ξαπλώνονται έρημες πια εκτάσεις που αν κι η αρρώστια έπαψε να τις μαστίζει, τις άφησε στείρες κι ακατοίκητες για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Τούτες οι εκτάσεις των λεπρών, για αιώνες θ’ ανήκουν στο χώρο του απάνθρωπου. Αλλά από τον 14ο μέχρι τον 15ο αιώνα, θα τους λάχει να γνωρίσουν και θα χρειαστεί να ξορκίσουν μια νέα ενσάρκωση του κακού, έναν άλλο μορφασμό του φόβου, αναβιώσεις τελετουργιών εξαγνισμού και διαπόμπευσης».
Μισέλ Φουκώ, «Η Ιστορία της τρέλας», εκδ. Ηριδανός

Έτσι ξεκινά ο Φουκώ, εξερευνώντας την ιστορία της τρέλας: από τα χιλιάδες λεπροκομεία που άδειασαν ξαφνικά όταν η λέπρα εξαλείφθηκε από την Ευρώπη. Η τεράστια ακίνητη περιουσία που συνιστούσαν όλα αυτά τα ιδρύματα δεν πήγε χαμένη. Στην πορεία χρησίμευσε για να στεγαστούν οι άνθρωποι που περίσσευαν κάθε φορά στις τοπικές κοινωνίες, οι άνεργοι, οι φτωχοί, οι περιθωριοποιημένοι, και τελικά οι «τρελοί», εκείνοι που δεν υπάκουαν στους εκάστοτε κανόνες της Λογικής. «Φτωχοί, αλήτες, ξεστρατισμένοι και μυαλά αλαφροϊσκιωτα» θα ντυθούν τον παλιό ρόλο των λεπρών, όπως λέει ο Φουκώ. Ο δυτικός κόσμος θα εφεύρει το μέτρο της «εγκάθειρξης» (interment).

«H εγκάθειρξη, πριν ακόμη αποκτήσει το ιατρικό νόημα της εισαγωγής σε ψυχιατρεία που της δώσαν αργότερα, ή που τουλάχιστον μας αρέσει να της δίνουμε, είχε ελάχιστη σχέση με τη φροντίδα της θεραπείας», σημειώνει ο Φουκώ. Η αναγκαιότητα της εγκάθειρξης είχε χαρακτήρα «αναπόσπαστα ηθικό και οικονομικό», συνδεδεμένο με μια «ορισμένη αντίληψη για την εργασία». Σε εποχές πλήρους απασχόλησης και υψηλών ημερομισθίων, η αντίληψη αυτή μεταφραζόταν σε ένα μηχανισμό διάθεσης φτηνής χειρωνακτικής εργασίας, ενώ σε περιόδους ανεργίας εξυπηρετούσε την απορρόφηση των ανέργων και προστασία της κοινωνίας από ταραχές και ξεσηκωμούς.

Ξαναδιαβάζοντας την «Ιστορία της τρέλας» το καλοκαίρι του 2015 στην Ελλάδα, πολλοί θα ένιωθαν μια παρηγοριά: Φτωχοί, αλήτες, ξεστρατισμένοι και μυαλά αλαφροϊσκιωτα τουλάχιστον δεν είστε μόνοι, και μάλλον δεν είστε και τρελοί.

Σπιναλόγκα

 

Η έναρξη της πρακτικής της εγκάθειρξης εντοπίζεται σε ένα βασιλικό διάταγμα της Γαλλίας, στις 27 Απριλίου 1656, για την ίδρυση του «Γενικού Νοσοκομείου». Γράφει ο Φουκώ:

(…)

«Απ’ την αρχή, το ίδρυμα όριζε σαν επιδίωξή του να να καταστείλει «την επαιτεία και την αεργία, σαν πηγές κάθε ανωμαλίας». Στην πραγματικότητα, εδώ βρίσκουμε το τελευταίο απ’ τα μεγάλα μέτρα που είχε λάβει η Αναγέννηση για να πολεμήσει την ανεγία και τη ζητιανιά. Στα 1532, η Βουλή του Παρισιού είχε αποφασίσει να συλλαμβάνονται οι ζητιάνοι και να υποχρεώνονται να δουλέψουν στους υπονόμους της πόλης, δεμένοι ανά δύο μ’ αλυσίδες. Η κρίση οξύνεται γρήγορα και, στις 23 του Μάρτη του 1534, βγαίνει διαταγή να φύγουν απ’ την πόλη «οι φτωχοί κι άποροι μαθητές» και «να μην τραγουδούν πια τροπάρια στους δρόμους, μπρος στα προσκυνητάρια». Οι θρησκευτικοί πόλεμοι πλησιάζουμε τούτο το αμφίβολο πλήθος, όπου μπερδεύονται αγρότες διωγμένοι απ’τη γη τους, στρατιώτες απολυμένοι ή λιποτάκτες, εργάτες άνεργοι, φτωχοί μαθητές κι άρρωστοι.

Όταν ο Ερρίκος ο Δ΄ πολιορκεί το Παρίσι, η πόλη, που έχει τουλάχιστον 100.000 κατοίκους, διαθέτει πάνω από 30.000 ζητιάνους. Στις αρχές του 17ου αιώνα οργανώνεται μια οικονομική επιχείρηση: αποφασίζουν να εξαλείψουν με τη βία όλους τους άνεργους που δεν κατάφεραν να βρουν μια θέση στην κοινωνία· με μιαν απόφασή της, στα τέλη του 1606, η Βουλή αποφασίζει να μαστιγώνονται δημόσια οι ζητιάνοι του Παρισιού, να τους σημαδεύουνε στον ώμο, να τους ξυρίζουν το κεφάλι κι έπειτα να τους διώχνουν απ’ την πόλη· τέλος, για να μην μπορούν να επιστρέψουν, μια νέα διαταγή του 1607 τοποθετεί σώμα στρατιωτών στις πύλες της πόλης, που εμποδίζουν την είσοδο στους ζητιάνους.

Ο Τριαντακονταετής πόλεμος εξαφανίζει τα αποτελέσματα της οικονομικής αναγέννησης· τα προβλήματα της ζητιανιάς και της ανεργίας οξύνονται πάλι· μέχρι τα μισά του αιώνα, η σταθερή αξία των φόρων πιέζει τις βιοτεχνίες και αυξάνει την ανεργία. Τότε ακριβώς έχουμε το ξεσήκωμα στο Παρίσι (1621), στη Λυών (1652), στη Ρουέν (1639). Την ίδια εποχή ο εργατικός κόσμος αποδιοργανώνεται από την εμφάνιση νέων οικονομικών δομών· όσο αναπτύσσονται οι μεγάλες βιοτεχνίες, τόσο οι συντεχνίες χάνουν τη δύναμη και τα δικαιώματά τους. Οι «Γενικοί κανονισμοί» απαγορεύουν κάθε συνέλευση εργατών, κάθε ένωση, κάθε «συνεταιρισμό».

Ωστόσο, σ’αρκετά επαγγέλματα, οι συντεχνίες ξαναϊδρύονται. Τις καταδιώκουν, αλλά φαίνεται ότι οι Βουλές σ’αυτό το σημείο είναι κάπως χλιαρές· στη Νορμανδία, αίφνης, η Βουλή αποφεύγει να δικάσει τους στασιαστές της Ρουέν, δηλώνοντας αναρμοδιότητα. Σίγουρα γι’αυτό το λόγο επεμβαίνει τότε η Εκκλησία και καταδικάζει τους στασιαστές σαν μάγους, παρομοιάζοντας τις κρυφές συγκεντρώσεις τους με τις πρακτικές της μαγείας. Σε μιαν απόφαση της Σορβόννης του 1655, διαβάζουμε ότι όσοι προσχωρούν στις τάξεις των κακών συντεχνιτών, είναι «ιερόσυλοι κι ένοχοι για θανάσιμο αμάρτημα».

Σπιναλόγκα

 

Σ’ ετούτη τη βουβή σύγκρουση, όπου η αυστηρότητα της Εκκλησίας εναντιώνεται στην επιείκεια της Βουλής, το Γενικό Νοσοκομείο εμφανίζεται σαν μια κοινοβουλευτική νίκη. Κι οπωσδήποτε είναι μια νίκη, νέου τύπου: είναι η πρώτη φορά που αντί για τα μέτρα αποπομπής, που είναι σαφώς αρνητικά, έχουμε μέτρα εγκλεισμού, με τη μεγάλη εγκάθειρξη· ο άνεργος ούτε τιμωρείται πια, ούτε διώχνεται· τον αναλαμβάνει το κράτος «δημοσία δαπάνη», τον τρέφει και τον στεγάζει, αλλά με αντάλλαγμα την προσωπική του ελευθερία. Ανάμεσα σε αυτόν και στην κοινωνία εγκαθιδρύεται ένα ύποπτο σύστημα υποχρεώσεων: έχει δικαίωμα να τρέφεται, αλλά πρέπει να δεχτεί το σωματικό και ηθικό καταναγκασμό της εγκάθειρξης.

DSC_0246β

 

Το διάταγμα του 1656 έχει στόχο όλην ετούτη την λίγο συγκεχυμένη μάζα: τον πληθυσμό χωρίς έσοδα, χωρίς κοινωνικούς δεσμούς, την τάξη που βρέθηκε άκληρη ή έστω πρόσκαιρα μετακινητή εξαιτίας της νέας οικονομικής ανάπτυξης.

Το διάταγμα αυτό, μόλις δεκαπέντε μέρες μετά την υπογραφή του, διαβάστηκε και διακηρύχτηκε στους δρόμους. Παράγραφος 9: «Απαγορεύουμε αυστηρά σε όλα τα πρόσωπα όλων των φύλων και ηλικιών, όποια κι αν είναι η καταγωγή και η ιδιότητά τους και σ’όποια κατάσταση κι αν βρίσκονται, υγιή ή ανάπηρα, ασθενή ή αναρρωνύοντα, ιάσιμα ή ανίατα, να ζητιανεύουν στην πόλη και στα περίχωρα του Παρισιού, στις εκκλησίες ή στις πόρτες των εκκλησιών, στις πόρτες των σπιτιών ή στους δρόμους ή σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο, κρυφά ή φανερά, μέρα ή νύχτα…, με ποινή μαστιγώματος για όποιον συλλαμβάνεται για πρώτη φορά, και κάτεργου για τη δεύτερη».

Την επόμενη Κυριακή – στις 13 Μάη του 1657- στην εκκλησία Saint – Luis de la Pitie ψάλουν μια επίσημη δέηση στο Άγιο Πνεύμα· και τη Δευτέρα το πρωί, το αστυνομικό τμήμα που θα γινόταν στη μυθολογία του λαϊκού φόβου «οι τοξότες του Νοσοκομείου», βγαίνει στο κυνηγητό των ζητιάνων και τους στέλνει στα διάφορα κτίρια του Νοσοκομείου. Τέσσερα χρόνια αργότερα η Salpetriere, θα στεγάζει 1460 γυναικόπαιδα· η Pitie 98 αγόρια, 897 κορίτσια από 7 έως 17 χρονών και 95 γυναίκες· η Bicetre 1615 ενήλικους άντρες· η Savonnerie 305 αγόρια, από 8 έως 13 χρονών· τέλος στο Scipion έβαλαν τις έγγυες, τα βρέφη και τα νήπια, σύνολο 530. Στην αρχή οι έγγαμοι δεν γίνονταν δεκτοί, ακόμη κι αν ήσουν ολότελα άποροι· η διοίκηση ήταν υποχρεωμένη να τους θρέφει κατ’οίκον· γρήγορα όμως, χάρη σε μια δωρεά του Μαζαρίνου, μπορούν να τους στεγάσουν στην Salpetriere. Συνολικά έχουμε τότε 5 έως 6 χιλιάδες άτομα.

DSC_0274

 

Σ’ ολόκληρη την Ευρώπη η εγκάθειρξη έχει το ίδιο νόημα, τουλάχιστον στην αρχή. Αποτελεί μιαν από τις απαντήσεις που έδωσε ο 17ος αιώνας στην οικονομική κρίση που προβάλλει τότε σ’ ολόκληρο τον δυτικό κόσμο: πτώση των μισθών, ανεργία, εξαφάνιση ρευστού χρήματος, όλο αυτό το σύνολο των γεγονότων πιθανόν να οφείλεται σε μια κρίση της ισπανικής οικονομίας.

Ακόμη κι η Αγγλία, που εξαρτάται λιγότερο από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες απ’ το σύστημα, πρέπει να επιλύσει παρόμοια προβλήματα. Παρόλα τα μέτρα που πάρθηκαν για ν’αποφύγουν την ανεργία και την πτώση των μισθών, η φτώχεια ολοένα και μεγαλώνει στη χώρα. Το 1622 εμφανίζεται το φυλλάδιο Grevious groan for the Poor, που αποδίδουν στον Dekker, και που υπογραμμίζει τον κίνδυνο και καταγγέλλει τη γενική αδιαφορία: «Μόλο που ο αριθμός των φτωχών αυξάνει καθημερινά, τα πάντα γυρίζουν στο χειρότερο και τίποτε δεν συντρέχει στην ανακούφισή τους…, πολλές ενορίες σπρώχνουν τους φτωχούς κι άνεργους αλλά υγιείς ενορίτες τους στη ζητιανιά, στο σούφρωμα και στην κλεψιά για να ζήσουν, και το κακό αυτό μολύνει ολόκληρη τη χώρα». Ο φόβος είναι μην την πνίξει· κι αφού δεν γίνεται να περάσουν από τη μια χώρα στην άλλη, όπως συμβαίνει στην ηπειρωτική Ευρώπη, προτείνεται μια άλλη λύση, «να τους εξορίσουν και να τους μεταφέρουν στις ανατολικές Ινδίες».

Το 1630, ο βασιλιάς ιδρύει μιαν επιτροπή που οφείλει να επιβλέπει την αυστηρή εφαρμογή των νόμων για τους φτωχούς. Την ίδια χρονιά δημοσιεύει μια σειρά από «κανόνες και οδηγίες»· συνιστάται ιδιαίτερα η καταδίωξη των αγυρτών και ζητιάνων, καθώς κι όλων εκείνων που «ζούνε άεργοι κι αρνούνται να δουλέψουν για λογικά μεροκάματα, ή σπαταλάνε ό,τι έχουν στις ταβέρνες». Θα πρέπει να τιμωρούνται σύμφωνα με τους νόμους και να κλείνονται σ’ αναμορφωτήρια· όσο για κείνους που έχουν γυναίκα και παιδιά, θα πρέπει να αποδείξουν ότι είναι παντρεμένοι, και τα παιδιά τους βαφτισμένα, «γιατί τέτοιοι άνθρωποι ζουν σαν πρωτόγονοι, δίχως να παντρεύονται, να βαφτίζονται ή να κηδεύονται· κι οι τέτοιες ξεδιάντροπες ελευθερίες οδηγούν κόσμο και κόσμο ν’αρέσκεται στην αλητεία». Η οικονομική ανόρθωση της Αγγλίας στα μισά του αιώνα, δεν καταφέρνει να λύσει το πρόβλημα μέχρι την εποχή του Κρόμβελ, αφού και τότε ακόμη ο Λόρδος Δήμαρχος παραπονιέται ότι «αυτό το σκυλολόι λυμαίνεται την πόλη, ταράζει τη δημόσια τάξη, πολιορκεί τ’ αμάξια και τα σταματά, ζητάει με δυνατές κραυγές ελεημοσύνη στις πόρτες των εκκλησιών και στα σπίτια».

DSC_0254

Για μεγάλο διάστημα τα αναμορφωτήρια και οι χώροι του Γενικού Νοσοκομείου θα χρησιμέψουν για μαντρί των άνεργων, των άεργων, των ζητιάνων. Κάθε φορά που δημιουργείται μια κρίση κι ο αριθμός των φτωχών υψώνεται κατακόρυφα, τα ιδρύματα εγκάθειρξης ξαναπαίρνουν, έστω παροδικά, την πρώτη οικονομική τους σημασία. Στα μισά του 18ου αιώνα, η κρίση πάλι φουντώνει: 12000 άποροι εργάτες στη Ρουέν, άλλοι τόσοι στην Τουρ· στη Λυών κλείνουν οι βιοτεχνίες. Ο κόμης του Argenson «που ορίζει την επικράτεια του Παρισιού και την έφιππης χωροφυλακής», διατάζει να συλλαμβάνονται όλοι άποροι του βασιλείου· η έφιππη χωροφυλακή δρα στην επαρχία για να το πετύχει, ενώ και στο Παρίσι συμβαίνει το ίδιο πράγμα κι έτσι «είναι βέβαιο ότι κανείς δεν θα ξεφύγει, αφού θα παγιδευτούν απ’ όλες τις μεριές».

Στις περιόδους όμως που δεν υπάρχει κρίση οικονομική, η εγκάθειρξη αποκτά άλλο νόημα. Η καταπιεστική λειτουργία της αποκτά τότε μιαν άλλη χρησιμότητα. Εδώ το πρόβλημα πια δεν είναι να κλειστούν οι άνεργοι, αλλά να βάλουμε τους ακαμάτες να δουλέψουν, κι έτσι να υπηρετήσουν τη γενική ευημερία. Η εναλλακτική λύση είναι προφανής: σ’ εποχές πλήρους απασχόλησης και υψηλών ημερομισθίων, διάθεση φτηνής χειρωνακτικής εργασίας· και σε περιόδους ανεργίας, απορρόφηση των ανέργων και προστασία της κοινωνίας από ταραχές και ξεσηκωμούς. Ας μην λησμονάμε ότι οι πρώτοι οίκοι εγκάθειρξης εμφανίστηκαν στην Αγγλία, στις πιο βιομηχανοποιημένες περιοχές της χώρας: Worcester, Norwich, Bristol· κι ακόμη ότι το πρώτο «Γενικό Νοσοκομείο» είχε ανοίξει στη Λυών, σαράντα χρόνια πριν από το αντίστοιχό του στο Παρίσι· κι ότι πρώτη απ’ όλες τις γερμανικές πόλεις που απόκτησε το Zuchthaus της, το 1620, ήταν το Αμβούργο.

Ο κανονισμός του, που δημοσιεύτηκε το 1622, είναι σαφέστατος. Οι εγκάθειρκτοι οφείλουν ανεξαίρετα να δουλεύουν. Η αξία του έργου τους υπολογίζεται με ακρίβεια, και τους δίνουν γι’ αμοιβή το ένα τέταρτο. Γιατί η δουλειά δεν πρέπει νά’ ναι μόνο μια αποσχόληση, πρέπει νά’ναι και παραγωγική. Οι οκτώ διευθυντές του οίκου καθιερώνουν ένα γενικό πλάνο. Ο Werkmeister αναθέτει στον καθένα μια ιδιαίτερη δουλειά και, στο τέλος της εβδομάδας, εξακριβώνει αν έχει γίνει καλά. Αυτός ο κανόνας εργασίας θα πρέπει να ίσχυε ακόμα μέχρι του τέλος του 18ου αιώνα αφού ο Howard, στην επίσκεψή του, διαπιστώνει ότι ακόμα «κλώθουν, πλέκουν κάλτσες, υφαίνουν μάλλινα και λινά, φτιάχνουν βαφές, τρίβουν ξύλο και κέρατο ελαφιού για να φτιάξουν χρώματα. Η δουλειά ενός εύρωστου άντρα που τρίβει το ξύλο, πληρώνεται με 45 λίρες την ημέρα. Μερικοί άντρες, μερικά άλογα, ασχολούνται με μια νεροτριβή. ‘Ενας σιδερά δουλεύει ασταμάτητα». Κάθε οίκος εγκάθειρξης στη Γερμανία έχει τη δικιά του ειδικότητα: γνέθουν κυρίως στη Βρέμη, στο Μόναχο, στο Αννόβερο, στο Βερολίνο, στο Μπρούνσβικ. Οι άντρες τρίβουν βαφές στη Βρέμη και στο Αμβούργο. Στη Νυρεμβέργη γυαλίζουν οτπικά κρύσταλλα. Στη Μαγεντία η κυριότερη δουλειά είναι το άλεσμα του σταριού.
(…)

DSC_0199

 

Η αναγκαιότητα της εγκάθειρξης, αναγκαιότητα με χαρακτήρα αναπόσπαστα ηθικό και οικονομικό, διαμορφώθηκε σύμφωνα με μιαν ορισμένη αντίληψη για την εργασία. Στην εποχή της Λογικής, εργατικότητα και αεργία χαράξανε ανάμεσά τους μια διαχωριστική γραμμή, που ήρθε ν’ αντικαταστήσει την παλιά εκείνη της λέπρας. Το σύστημα εγκάθειρξης γρήγορα πήρε τη θέση του λεπροκομείου μες στο γεωγραφικό χάρτη των ξορκισμένων τόπων, καθώς και στα τοπία του κόσμου της ηθικής. Τα παλιά λατρευτικά έθιμα της αποδιοπομπής ξαναγεννήθηκαν μα, τη φορά αυτή, στον κόσμο της παραγωγής και του εμπορίου. Κι ακριβώς εδώ, στο χώρο αυτό της καταραμένης αεργίας, χώρο επινόηση μιας κοινωνίας που τον νόμο της εργασίας τον αντιμετώπισε σαν μια ηθική διάσταση, θα εμφανιστεί η τρέλα, και θα εγκατασταθεί. Θα έρθει μια μέρα που θα μπορέσει να οικειοποιηθεί όλα τ’ άγονα λημέρια της αεργίας, που θα περάσουν σ’ αυτήν σάμπως μέσ’ από κάποια πολύ παλιά και σκοτεινή κληρονομιά. Ο 19ος αιώνας θα δεχτεί, και μάλιστα θ’ απαιτήσει, να μεταβιβαστούν αποκλειστικά στους τρελούς οι ίδιοι χώροι όπου πριν από ενατόν πενήντα χρόνια, θέλησαν να μαντρώσουν τους εξαθλιωμένους, τους απόκληρους, τους άνεργους.
(…)

DSC_0311

 

Η εγκάθειρξη είναι ένας θεσμός του 17ου αιώνα. Απαρχής κατάφερε τόσο πολύ ν’ απλωθεί, που να μην έχει πια τίποτε το κοινό με το είδος φυλάκισης που εφαρμόζουν στο Μεσαίωνα. Σαν μέτρο κοινωνικής αντίληψης και οικονομικής πολιτικής, διαθέτει μιαν ορισμένη αξία πρωτοτυπίας, Αλλά, για την ιστορία της τρέλας, αποτελεί έναν σταθμό αποφασιστικό: είναι η στιγμή που η τρέλα κάνει την εμφάνισή της στον κοινωνικό ορίζοντα της φτώχειας, της ανικανότητας για εργασία, της απροσαρμοστικότητας· είναι η στιγμή που αρχίζει να εσωματώνεται στα προβλήματα της πολιτείας. Οι νέες σημασίες που δίνουν στη φτώχεια, η έμφαση στην επιταγή της εργασίας, και σ’ όλες τις συναφείς ηθικές αξίες, επισημαίνουν από μακριά τι λογής χαρακτήρα θ’ αποκτήσει τώρα η εμπειρία της τρέλας, και ποιο νόημα.

Μια ευαισθησία γεννήθηκε, χάραξε μια γραμμή, όρθωσε ένα κατώφλι κι έκαμε την εκλογή της – να εξορίζει. Η κλασική κοινωνία κρατά μια περιοχή ουδέτερη, μια σελίδα λευκή όπου η αληθινή ζωή της πολιτείας ξάφνου αναστέλλεται: εδώ η τάξη δεν συγκρούεται με το χάος, η λογική δεν προσπαθεί πια ν’ ανοίξει μοναχή της το δρόμο, παραμερίζοντας όσα θέλει η η ίδια ν’ αποφύγει ή όσα την αρνούνται. Εδώ η λογική βασιλεύει σ’ όλη της τη δόξα, στην πιο καθαρή μορφή της, αλλά η νίκη της ενάντια στο ξέσπασμα του παραλογισμού είναι μια νίκη στημένη από τα πριν. Κι έτσι θα ξεριζώσουν την τρέλα από τα χωράφια της φανταστικής ελευθερίας που τη γονίμευε, όσο κρατούσε ακόμα η Αναγέννηση. Δεν είναι μακριά η εποχή που αντιστέκονταν, με τον Βασιλιά Ληρ και τον Δοκ Κιχώτη, μέρα μεσημέρι. Αλλά σε λιγότερο από μισόν αιώνα βρέθηκε αποκλεισμένη κι αλυσοδεμένη μες στο φρούριο της εγκάθειρξης, κομμάτι αναπόσπαστο της Λογικής και των κανόνων της ηθικής, χαμένη στα μονότονα σκοτάδια τους.

(…)

DSC_0204




Το αληθινό ερώτημα του δημοψηφίσματος: Η περίφραξη των ελληνικών κοινών

 

Όντας ένας τυπικός ακαδημαϊκός, θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω με έναν ορισμό: τα κοινά (commons) ως όρος χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν κοινούς πόρους που μοιράζονται πολλοί άνθρωποι (όπως γη, νερό, αέρας, κουλτούρα, επιστήμη, υποδομές) στα οποία κάθε συμβαλλόμενος έχει ίσο δικαίωμα.

Οι καταστροφικές περιφράξεις των αγγλικών κοινών ανάμεσα στο 16ο και τον 19ο αιώνα, έχουν ονομαστεί ως “η επανάσταση των πλούσιων εναντίον των φτωχών” από τον διαπρεπή πολιτικό οικονομολόγο Karl Polanyi. Ανάγκασαν τους αγρότες να μπουν στην αγορά εργασίας και στα εργοστάσια της βιομηχανικής επανάστασης και “σημείωσαν την αρχή μιας παγκόσμιας διαδικασίας εμπορευματοποίησης της γης, των ωκεανών και της ατμόσφαιρας της γης”.

Λοιπόν, ποια είναι η συνάφεια της απώλειας των αγγλικών κοινών με το επικείμενο ελληνικό δημοψήφισμα;

Πολύ συζήτηση έχει λάβει χώρα γύρω από το νόημα του ερωτήματος που τέθηκε σε μια σχετικά τεχνική γλώσσα. Για να θέσω το ζήτημα νέτα, θα ήθελα να υποστηρίξω ότι το πραγματικό ερώτημα του δημοψηφίσματος είναι το αν οι Έλληνες πολίτες εγκρίνουν ή θα αποδοκιμάσουν την περίφραξη των δικών τους κοινών. Οι  προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό, το φορολογικό, το εργασιακό και το ασφαλιστικό σύστημα θεωρητικά στοχεύουν στη διασφάλιση του ότι η Ελλάδα μπορεί να εξυπηρετήσει το εξωτερικό της χρέος. Ωστόσο, αυτοί δεν είναι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι, παρόλο που γεμίζουν τις περισσότερες από τις σελίδες του περιβόητου εγγράφου, το οποίο οι Έλληνες καλούνται να εγκρίνουν ή να αποδοκιμάσουν.

Εν συντομία, στη σελίδα 17, οι πιστωτές προτείνουν στην Ελλάδα να ιδιωτικοποιήσει αμετάκλητα αεροδρόμια, λιμάνια, σιδηροδρόμους, εταιρείες ύδρευσης και αποχέτευσης, τις ενεργειακές υποδομές της και τη Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, αυτοκινητόδρομους, ταχυδρομεία, ιαματικές πηγές, πολιτιστικούς θησαυρούς και άλλα περιουσιακά στοιχεία (παραθαλάσσιες εκτάσεις, μαρίνες κλπ). Αυτά είναι τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία έχουμε κληρονομήσει ή από κοινού δημιούργησει και, αντί να τα παραδόσουμε ανέπαφα ή και να τα αυξήσουμε για τις επόμενες γενιές, καλούμαστε, υπό την πίεση της οικονομικής κατάρρευσης, να τα ξεπουλήσουμε στους πλούσιους. Επιπλέον, δεν υπάρχουν υβριδικές μορφές του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα που να αναφέρονται ρητά (για παράδειγμα, ο ΟΤΕ, μια κερδοφόρα επιχείρηση τηλεπικοινωνιών σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, πρόκειται να ιδιωτικοποιηθεί πλήρως).

Οι συνθήκες σήμερα στην Ελλάδα δεν θυμίζουν μόνο αυτές της Γερμανίας του 1933, όπως γράφει ο καθηγητής Sachs, αλλά και εκείνες της περιόδου μεταξύ του 16ου και του19ου αιώνα στην Αγγλία και την Ουαλία.  Άλλη μία επανάσταση των υπερ- πλούσιων λαμβάνει χώρα και το φινάλε της μάχης που παίζεται μεταξύ της Ελλάδας και των πιστωτών της θα μπορούσε να είναι μόνο η αρχή ενός νέου κύματος περιφράξεων.

Πηγή: http://commonstransition.org/the-real-question-of-the-referendum-the-enclosure-of-the-greek-commons/

 




συνέντευξη Silvia Federici: αντιστάσεις στον καπιταλισμό, αναπαραγωγή και κοινά

 

«Πηγαίνουµε σε διαδηλώσεις, δηµιουργούµε γεγονότα, και αυτό µετατρέπεται σε αιχµή του αγώνα µας. Η ανάλυση για το πώς αναπαράγουµε αυτές τις κινήσεις, πώς αναπαραγόµαστε εµείς οι ίδιες/ίδιοι δεν είναι στο κέντρο της κινηµατικής οργάνωσης. Θα έπρεπε να είναι».

O συλλογισμός ανήκει στη Silvia Federici, καθηγήτρια πολιτικής φιλοσοφίας και ακτιβίστρια από τη σκοπιά της ριζοσπαστικής φεμινιστικής μαρξιστικής παράδοσης. Πριν μια εβδομάδα περίπου, καταφέραμε να τη συναντήσουμε στην Αθήνα και να της απευθύνουμε έξι από τις χιλιάδες ερωτήσεις – κουβέντες που θέλαμε να της κάνουμε. Αεικίνητη και διαυγής, προσηνής αλλά και νευρώδης, η Federici «άπλωσε» σε μια συνέντευξη τη θεωρητική της εργασία σε συνδυασμό με την βιωματική της εμπειρία στην Αφρική (Νιγηρία), τις ΗΠΑ και οπουδήποτε αλλού βρέθηκε για να παρατηρεί και να συμμετέχει με τον κόσμο της εργασίας.

Η ματιά και η συνεισφορά της Federici επικεντρώνεται στην «κρυμμένη» οικιακή εργασία, η εκμετάλλευση της οποίας ήταν δουλειά του Κεφαλαίου αλλά και της ευρύτερης κοινωνικής οργάνωσης της καπιταλιστικής πατριαρχίας – εντός της οι γυναίκες δέχονταν και δέχονται τις εξουσιαστικές πιέσεις του άνδρα-εργάτη.

H Federici επιμένει στη σημασία της αναπαραγωγικής εργασίας των γυναικών ως κύρια πηγή της πρωταρχικής κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και την εξηγεί με βάση τις σύγχρονες επιθέσεις κράτους και κεφαλαίου εναντίον τους. Μας μιλά για την ανάγκη παραγωγής των «κοινών» (αγαθών, χώρων και χρόνων) μέσα στην καπιταλιστική διαδικασία: η συλλογικοποίηση των εμπειριών στο δρόμο, η φυσική επαφή και η συσσώρευση γνώσης για χρήση, αποτελεί για την Federici τον δρόμο για μια βιώσιμη πολιτική διαδικασία – για τα κινήματα που θέλουν να αυτο-αναπαραχθούν


7

Μιλάτε πολύ για τα αυτό – αναπαραγόμενα κινήματα σαν αυτά των Ζαπατίστας, και των ανθρώπων στην Oaxaca και στη Βολιβία. Μπορούν αυτοί οι αγώνες να προσφέρουν τις απελευθερωτικές προοπτικές τους σαν παράδειγμα στον δυτικό κόσμο; Ποιοί είναι οι περιορισμοί;

Μία από τις πιο μεγάλες πηγές έμπνευσης του αγώνα, που έρχεται από τη Λατινική Αμερική, από τον αγώνα των Ζαπατίστας, από τον αγώνα των ανθρώπων χωρίς γη στη Βραζιλία, από τους αγώνες που λαμβάνουν χώρα σε πολλές αστικές περιφέρειες σε πόλεις της Λατινικής Αμερικής, είναι ότι αυτή η πάλη μας δίνει την αίσθηση μιας νέας κοινωνίας, κάτι νέου που αναδύεται. Αυτό είναι κάτι που εμείς στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες συχνά ονειρευόμαστε. Την ιδέα μιας κοινωνίας, μιας κοινότητας, στην οποία μπορούμε να αρχίσουμε να εξασκούμε στοιχεία αυτοδιεύθυνσης. Σ΄ αυτούς τους χώρους μπορείς να δεις ότι οι άνθρωποι όχι μόνο μοιράζονται κάποιες μορφές πλούτου, αλλά επίσης αρχίζουν να παράγουν με ένα νέο τρόπο και εγκαθιδρύουν νέες σχέσεις παραγωγής και σιγά σιγά δημιουργούν δικά τους σχολεία, άτυπα νοσοκομεία και ακόμη ότι έχουν κάποια μορφή κομμουναλιστικής (communal) διακυβέρνησης.

Η δυσκολία λοιπόν προκειμένου να εφαρμόσουμε τα μαθήματα που παίρνουμε απ’ αυτές τις περιπτώσεις στη δική μας κατάσταση εντοπίζεται στο ότι όλα αυτά τα κινήματα έχουν κάποιο εδαφικό έλεγχο, στον τόπο στον οποίο ζουν.

Δεν μιλάω μόνο για τους Ζαπατίστας ή για τους ανθρώπους χωρίς γη στη Βραζιλία που κατέλαβαν μεγάλες εκτάσεις γης και έχουν δημιουργήσει τις δικές τους κοινότητες, αλλά και ακόμη και για κάποιες αστικές περιφέρειες. Βρέθηκα πρόσφατα σε μια από τις μεγάλες προλεταριακές γειτονιές του Μπουένος Άιρες (Villa 31 Bis). Μέσα στα χρόνια άνθρωποι διαφόρων επαγγελμάτων έφταναν εκτοπισμένοι από τις αγροτικές περιοχές και έπαιρναν τον έλεγχο κομματιών γης και σιγά σιγά συλλογικά καταλάμβαναν το χώρο, χτίζοντας σπίτια εργαζόμενοι εθελοντικά, έφτιαχναν δρόμους κλπ

Έχεις λοιπόν κινήματα που έχουν εδαφική βάση, ένα κάποιο εδαφικό έλεγχο. Αυτή είναι η διαφορά για μας και μιλάω για τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά αυτό νομίζω ότι ισχύει και για πολλές χώρες στην Ευρώπη. Ακόμη και ένα είδος εδαφικού ελέγχου που οι άνθρωποι είχαν λιγότερο ή περισσότερο τη δεκαετία του ’60 έχει πλέον χαθεί. Για παράδειγμα, σε παλιές κοινότητες της εργατικής τάξης που οι άνθρωποι ζούσαν για δεκαετίες και όλοι ήξεραν ο ένας τον άλλο και είχαν καθιερωθεί πολλές μορφές συνεργασίας. Αυτό έχει χαθεί γιατί με την αναδιάρθρωση της βιομηχανίας, πολλές δουλειές, πολλά χώροι εργασίας μεταφέρθηκαν αλλού, οπότε η κοινότητα διαλύθηκε. Και ύστερα είχαμε την διαδικασία του gentrification, τα νοίκια αυξήθηκαν και πάει λέγοντας. Οι άνθρωποι έπρεπε να φύγουν κι έτσι αυτό το είδος κοινοτικού και εδαφικού ελέγχου που υπήρχε παλιότερα διαλύθηκε . Τώρα βρισκόμαστε σε μια διαφορετική συνθήκη.

Βρισκόμαστε σε πόλεις που οι σχέσεις είναι ιδιαίτερα κατακερματισμένες και αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση. Υπάρχει, ξέρετε, μια μεγάλη συζήτηση για τα κοινά, για την αποκατάσταση και την επανίδρυση κοινοτικών σχέσεων. Το πιο σημαντικό νόημα που δίνουμε εμείς σε αυτές τις λέξεις και σε αυτές τις πρακτικές είναι η ανάγκη να ανοικοδομήσουμε κομμουναλιστικές σχέσεις και η ανάγκη να ξαναφτιάξουμε, να ανασυνθέσουμε μια βάση αντίστασης. Να ξαναφτιάξουμε κοινότητες αντίστασης, στις οποίες οι άνθρωποι εργάζονται μαζί και έχουν δεσμούς αλληλεγγύης. Αυτή είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις, γιατί δεν υπάρχει στην πραγματικότητα αγώνας, δεν υπάρχει σοβαρός αγώνας που να μπορούμε να κερδίσουμε, χωρίς αυτού του είδους το κοινωνικό πλέγμα, χωρίς αυτή την κοινωνική δομή.

Εμπνεόμαστε λοιπόν από αυτά τα παραδείγματα, αλλά είναι και μια πρόκληση για μας γιατί ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να τα εξάγουμε εύκολα.

 

Τα τελευταία τρία χρόνια υπάρχει μια αύξηση των γεννήσεων στο σπίτι. Το κράτος επιθετικά διώκει τις οικογένειες που αποφασίζουν να ακολουθήσουν ένα τέτοιο δρόμο. Μαίες διώκονται ποινικά επειδή θέτουν σε κίνδυνο τις μητέρες και τα παιδιά και επίσης επειδή δημιουργούν περιβαλλοντική μόλυνση μέσω της απαλλαγής του πλακούντα. Πιστεύετε ότι αυτός είναι ένας σημαντικός αγώνας ενάντια στην καπιταλιστική αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και την καταπίεση των γυναικών;

Στη Ροζάβα έχουν εισάγει μια αντίληψη διαρχίας στο μοντέλο αυτοδιεύθυνσης που ακολουθούν. Για κάθε πολιτική θέση ορίζεται ένας άντρας και μια γυναίκα. Μια μαχήτρια στην περιοχή όμως, έλεγε ότι θεωρεί ότι αυτό δεν είναι αρκετό και θα πρέπει να εισάγουμε μια νέα δομή στην οικογένεια αν θέλουμε να δημιουργήσουμε μια εναλλακτική στον καπιταλισμό και την πατριαρχεία. Είναι μια νέα δομή της οικογένειας εφικτή;

Δεν θα ήθελα να μιλήσω για τη Ροζάβα, γνωρίζω ότι υπάρχει ένας μεγάλος ενθουσιασμός αλλά δεν ξέρω στ’ αλήθεια σε βάθος την κατάσταση. Ξέρω ότι οι άνθρωποι εκεί κάνουν ένα μεγάλο αγώνα και άλλωστε πάντοτε υποστήριζα τον κουρδικό αγώνα, αλλά δεν μπορώ να μιλήσω για το είδος της κοινωνίας που φτιάχνουν τώρα εκεί.

Αλλά, πιστεύω, ότι από την πλευρά των ριζοσπαστικών κινημάτων, η οικογένεια είναι μία από τις πρώτες κοινωνικές πραγματικότητες που πρέπει να μετασχηματίσουμε αν θέλουμε να έχουμε μια νέα, διαφορετική κοινωνία. Ξέρω πως σε πολλά μέρη στον κόσμο, όχι μόνο στην Ελλάδα και την Λατινική Αμερική, η οικογένεια θεωρείται το πιο βασικό «κοινό». Επειδή ακριβώς είναι το μέρος που κάποιοι δεσμοί αλληλεγγύης επιβιώνουν ακόμη και εκεί οι άνθρωποι βρίσκουν βοήθεια στις στιγμές αγωνίας. Μπορείς πάντα να επιστρέψεις στην οικογένεια και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Ωστόσο, βλέπω την οικογένεια, όπως έχει δομηθεί από τον καπιταλισμό, και σαν ένα τεράστιο πρόβλημα και σαν κάτι που έχει συνεισφέρει στο να αποδυναμωθεί η δυνατότητα των γυναικών να παλέψουν, να κινητοποιηθούν και να αλλάξουν την κατάστασή μας. Η οικογένεια έχει στηριχτεί πάνω σε μια ιεραρχική διάρθρωση των σχέσεων και διαμέσου του ανδρικού μισθού, οι άνδρες μπορούν να ελέγχουν την εργασία των γυναικών, ενώ κατά κάποιο τρόπο ο καπιταλισμός έχει αναθέσει στον εργάτη – σύζυγο τον έλεγχο, την επίβλεψη της οικιακής εργασίας, ακόμη και την τιμωρία των γυναικών όταν αυτές δεν συμμορφώνονται.

Στην πραγματικότητα όταν αρχίσαμε να μελετάμε τη δομή της οικιακής εργασίας και των κοινωνικών σχέσεων γύρω από την οικιακή εργασία, παρατηρήσαμε κάτι που ήταν πολύ εμφανές. Είδαμε τη βία που είναι εγγενής σε τη δομή αυτής της εργασίας και στο πλέγμα της οικογένειας. Γιατί τη στιγμή που ο σύζυγος αποκτά το δικαίωμα να επιβλέπει και να επιβάλλει στις γυναίκες την εκτέλεση της οικιακής εργασίας, αποκτά και το δικαίωμα να τιμωρήσει τη γυναίκα. Ξέρετε βέβαια ότι πολλές μορφές οικιακής βίας παράγονται από την άρνηση της γυναίκας να είναι μια καλή και υπάκουη οικιακή εργάτρια. Και αυτός είναι ένας λόγος που το κράτος δεν έχει ποτέ θεωρήσει την οικιακή, ενδοοικογενειακή βία αληθινή βία. Γιατί το κράτος στην πραγματικότητα αν δεν παρακινεί το ίδιο, τότε σίγουρα αποδέχεται αυτή τη βία σαν ένα αναγκαίο στοιχείο της πειθάρχησης της απλήρωτης εργασίας. Ο καταναγκασμός από τον σύζυγο και το γιο της απλήρωτης εργασίας της γυναίκας.

Και βέβαια υπάρχει και η βία εναντίον των παιδιών μέσα στην οικογένεια, η οποία είναι απόλυτα κανονικοποιημένη, αποδεκτή και θεσμοποιημένη. Η βία δεν είναι βία εκτός αν τα σκοτώσεις ή τους σπάσεις τα κόκκαλα. Κανείς δεν λέει τίποτα, είναι απολύτως κατανοητό. Και είναι κατανοητό γιατί και αυτό είναι ένα μέρος της εκπαίδευσης των παιδιών, ώστε να γίνουν καλοί εργάτες.

Οπότε μ’ ένα τρόπο, όταν ξεκινήσαμε να αναλύουμε τη δομή της οικογένειας και την νέα πατριαρχεία που σχηματιζόταν, είδαμε ότι η υλική τους βάση είναι ο μισθός. Εχω μιλήσει συχνά για την πατριαρχεία του μισθού στην οικογένεια στην καπιταλιστική οικογένεια. Ξεκινήσαμε λοιπόν να βλέπουμε ότι στην οικογένεια υπάρχουν μηχανισμοί που επιτρέπουν στο κράτος να παραχωρεί ένα είδος δύναμης στους άντρες πάνω στις γυναίκες. Υπάρχει λοιπόν ένας ιδιότυπος κανόνας ότι ο καπιταλισμός μπορεί να εκμεταλλεύεται την εργασία των γυναικών, όχι άμεσα, αλλά εμμέσως μέσω του συζύγου, και ότι μπορεί να συσσωρεύει μέσω ενός μισθού την εργατική δύναμη δύο εργατών.

Βέβαια ο άντρας πληρώνει το τίμημα για αυτή τη δύναμη πάνω στις γυναίκες. Γιατί η εξάρτηση των γυναικών από τον ανδρικό μισθό σημαίνει ότι αυξάνεται η εξάρτηση του άνδρα από το Κεφάλαιο. Αν θες να απεργήσεις, πρέπει να ανησυχήσεις και για τη γυναίκα και για τα παιδιά σου. Με άλλα λόγια, υπάρχει μια εξάρτηση της γυναίκας από τον άντρα και η δύναμη του άντρα πάνω στη γυναίκα είναι στην πραγματικότητα η αδυναμία του άντρα σε σχέση με το Κεφάλαιο, η δυσκολία του δηλαδή να αρνηθεί την εργασία. Νομίζω ότι είναι σημαντικό να καταλάβουμε αυτή τη λειτουργία της οικογένειας.

Για να επιστρέψουμε λοιπόν στα ριζοσπαστικά κινήματα, θα πρέπει να δούμε το γεγονός ότι η οικογένεια έχει δύο συστατικά. Αναπαράγει τη ζωή μας, αλλά με τον τρόπο που είναι οργανωμένη τώρα μας αναπαράγει για το Κεφάλαιο. Οπότε το ερώτημα είναι πως αλλάζουμε την οικογένεια, πως σπάμε την απομόνωση στην οποία βρίσκεται τώρα, ώστε να μας αναπαράγει όχι πια σαν εργάτες, αλλά να μας αναπαράγει για αντίσταση, αγώνα και μετασχηματισμό. Θα έλεγα λοιπόν ότι χρειαζόμαστε μια ευρύτερη οικογένεια, λιγότερο ασφυκτική, μια οικογένεια που οι τοίχοι του σπιτιού αρχίζουν να καταρρέουν, μια οικογένεια που να είναι περισσότερο ικανή για συνεργασία με τον έξω κόσμο. Πρέπει να επιστρέψουμε σε μια πιο ευρεία οικογένεια. Οι πανίσχυρες σχέσεις αλληλεγγύης και στοργής είναι ένα μοντέλο, απλά στις περισσότερες περιπτώσεις είναι διαστρεβλωμένες και είναι διαστρεβλωμένες γιατί στρέφονται προς την κατεύθυνση της επιβολής μια ολόκληρης πειθαρχίας, που είναι αντίθετη προς την ευημερία μας.

12

Έχουμε παρακολουθήσει τους συλλογισμούς σας και συμφωνούμε με την κριτική σας απέναντι στο σχήμα του «κογκνιταριάτου» που έχει προτείνει μεταξύ άλλων και ο Toni Negri.* Παράλληλα, και ενώ διαπιστώσαμε ότι είδατε με θετική ματιά το κίνημα Occupy στις ΗΠΑ, μας φαίνεται ότι το Occupy σε πολλά σημεία θυμίζει το θεωρητικό σχήμα του Negri υπό την έννοια της ικανότητας για συλλογική επικοινωνία, οργάνωση και αντίσταση (και) μέσα από το Ιντερνετ, τα ψηφιακά μέσα δικτύωσης κλπ. Υπάρχει κάτι αντιφατικό σ’ όλο αυτό;

Δε νομίζω ότι υπάρχει κάποια αντίφαση. H ανάλυση που έχουν κάνει οι Τόνι Νέγκρι, Μαουρίτσιο Λαζαράτο κ.α., για τη νέα αυτή φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, βασίζεται στο ότι οι νέες μορφές παραγωγής που χαρακτηρίζονται από την εφαρμογή της επιστήμης και την ψηφιοποίηση των παραγωγικών δραστηριοτήτων, δημιουργούν με διάφορους τρόπους έναν πιο αυτόνομο χώρο, μια πιο αυτόνομη σφαίρα η οποία επεκτείνει την αυτονομία που εμφανίζουν κατά καιρούς οι εργάτες. Η κριτική που εγώ, ο George Caffentzis κ.α. έχουμε ασκήσει, εδράζεται στο ότι δεν πιστεύουμε πως η υπολογιστικοποίηση της εργασιακής διαδικασίας έχει επεκτείνει το πεδίο της εργατικής αυτονομίας. Την ίδια στιγμή, δεν πιστεύουμε ότι η τάξη των καπιταλιστών υποχώρησε με κάποιον τρόπο από την οργάνωση της εργασιακής διαδικασίας, δεν αντιλαμβανόμαστε πως οι καπιταλιστές συσσωρεύουν κέρδος με κάποιον άλλο τρόπο, μακριά από την εργασιακή διαδικασία αλλά σε κάποιο άλλο πεδίο. Υπάρχουν βέβαια κι άλλες διαδικασίες συσσώρευσης που γίνονται με χρηματοπιστωτικά μέσα, αυτό όμως δε σημαίνει ότι η καπιταλιστική τάξη αποσύρθηκε από την οργάνωση της εργασίας.

Ένα άλλο σημείο διαφωνίας μας είναι η αντίληψη των κοινών αγαθών (commons). Πιστεύουμε με βεβαιότητα ότι τα κοινά δεν βρίσκονται έτσι απλά εκεί έξω, χρειάζεται να παραχθούν ενώ την ίδια στιγμή δεν μπορούν να περιοριστούν στο Διαδίκτυο και τον κόσμο της ψηφιακής επικοινωνίας. Αν κανείς αντιλαμβάνεται τα κοινά ως το θεμέλιο μιας νέας κοινωνίας, μιας νέας σχέσης, τότε πρέπει να σκεφτούμε έναν χώρο, μια δραστηριότητα, μια πλατφόρμα σχέσεων που μας δίνει τη δυνατότητα να έχουμε νέες μορφές αναπαραγωγής, όχι μόνο νέες μορφές γνώσης και επικοινωνίας – αυτό σημαίνει ότι τα κοινά πρέπει να έχουν μια υλική βάση. Πρέπει να συνδέονται με βασικές ανάγκες μας όπως η παραγωγή φαγητού, η στέγη κλπ. Άρα, με λίγα λόγια, επιμένουμε σε μια ευρύτερη αντίληψη για το τι συνιστά τα κοινά. Αυτά θεωρώ ότι είναι τα κυριότερα σημεία διαφωνίας μας με τις τοποθετήσεις και αντιλήψεις των θεωρητικών που αναφέρατε.

Παράλληλα, θα ήθελα να επισημάνω ότι πολύ συχνά ασκούσα κριτική σε κάτι που συνέβαινε τα προηγούμενα χρόνια, στο φαινόμενο που ονομάζω «σεξουαλικό χάσμα» (διαίρεση) στον Λόγο για τα κοινά: από τη μια μεριά παρατηρούσες ένα είδος αρσενικού λόγου για τα κοινά σχετικά με το Διαδίκτυο και την ψηφιοποίηση, ενώ από την άλλη πλευρά έβλεπες τη φεμινιστική προσέγγιση που έδειχνε ενδιαφέρον για τη σφαίρα των υπηρεσιών περίθαλψης και φροντίδας. Πιστεύω ότι αυτό το χάσμα πρέπει να ξεπεραστεί, μ’ ενδιαφέρει πάρα πολύ να ξεπεραστεί αυτό το χάσμα.

8

Τώρα, αναφορικά με το κίνημα Οccupy, θεωρώ ότι πρόκειται για ένα είδος μαγματικού κινήματος, πολλές και διάφορες εμπειρίες πέρασαν μέσα από αυτό – υπήρχαν περισσότερες από 600 καταλήψεις – εγώ για παράδειγμα είμαι εξοικειωμένη με λίγες από αυτές οπότε δεν είμαι και η κατάλληλη να αντιπροσωπεύσω ολόκληρη την εμπειρία του Occupy με επάρκεια. Είδα κάποιες στη Νέα Υόρκη, στο Μέην, στην Καλιφόρνια. Ωστόσο, όταν μιλάει κανείς για τα θετικά αυτού του κινήματος πρέπει να παραδεχτεί ότι εμφανίστηκε έπειτα από μια μεγάλη περίοδο σιωπής. Αναρωτιόμαστε τι συμβαίνει στις ΗΠΑ γιατί παρόλο που η κοινωνικο-οικονομική-πολιτική κατάσταση χειροτέρευε συνέχεια, δεν είχαμε δει καμία ριζοσπαστική έκφραση της προφανούς εξαθλίωσης που βίωναν οι άνθρωποι, τη δυσαρέσκεια και την απογοήτευση που ήταν χειροπιαστές – και δε μιλάω μόνο για ριζοσπαστικά κινήματα, δεν υπήρχε καμία έκφραση αυτής της δυσαρέσκειας. Έτσι, το Occupy εμφανίστηκε σαν μία έκρηξη προς την θάλασσα. Ήταν θετικό για πολλούς λόγους.

Πρώτον, διότι ήταν μια εμπειρία που μας έδωσε μια γεύση ενός νέου είδους πολιτικής: ενός είδους που δεν κατασκευάστηκε μόνο από την εμπιστοσύνη στο ίντερνετ, τη χρήση του twitter κ.λπ αλλά βασίστηκε σ’ ένα παλιότερο σχήμα, της σώμα με σώμα επαφής, των πολύωρων συζητήσεων, της γνωριμίας με τους άλλους, του μοιράσματος και της κυκλοφορίας των εμπειριών. Πιστεύω ότι εξαιτίας αυτών το Occupy ήταν ένα είδος άνοιξης, ένα πεδίο όπου νέες μορφές αγώνα καθώς και νέες πρωτοβουλίες αναδύθηκαν.

Για παράδειγμα στη Νέα Υόρκη, υπήρχε η πολύ ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία των εργαζομένων του μετρό. Το ριζοσπαστικό κομμάτι του σωματείου των εργαζομένων άνοιξε το μετρό για ελεύθερη μετακίνηση, τύπωσαν ένα φυλλάδιο όπου έλεγαν “σήμερα οι μετακινήσεις είναι ελεύθερες”. Για 25 σταθμούς ο κόσμος μπορούσε να επιβιβάζεται δωρεάν. Αυτό θα ήταν ασύλληπτο κάποιους μήνες πριν το κίνημα Occupy.

Επιπλέον, υπάρχει το παράδειγμα των οδηγών λεωφορείων οι οποίοι αρνήθηκαν στην αστυνομία τη χρήση των λεωφορείων για τη μεταφορά ανθρώπων στις φυλακές. Επίσης, υπήρχε η ανάδυση του κινήματος που ακόμα «τρέχει» εναντίον του μαθητικού χρέους (Strike Debt) που έχει παρακλάδια στην Καλιφόρνια, τη Φιλαδέλφεια. Περνώντας πολύ χρόνο μαζί οι φοιτητές άρχισαν να συγκρίνουν τις ζωές τους και ανακάλυψαν ότι όλοι είχαν χρέη και έτσι έσπασαν την απομόνωση, τον φόβο και το αίσθημα ενοχής που το χρέος προκαλεί («ήταν λάθος μου», «δεν διαχειρίστηκα σωστά τα λεφτά» κλπ). Οι άνθρωποι ήταν πολύ διστακτικοί στο να μιλήσουν και να παλέψουν γι’ αυτό. Το Occupy έσπασε αυτό το πάγωμα, αυτήν την παράλυση οπότε έχουμε το ξεκίνημα ενός κινήματος κατά του χρέους.

Bέβαια, δεν θα ήθελα να σκιαγραφήσω μια τελείως καλή εικόνα του Occupy διότι στη Νέα Υόρκη και σ’ άλλα μέρη υπήρχαν πολλά προβλήματα που αναδύθηκαν, οι σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, ερωτήματα για την ιεραρχία στη βάση της φυλής κλπ. Μ’ έναν τρόπο όμως ήταν σημαντικό που οι άνθρωποι ήρθαν αντιμέτωποι μ’ αυτά τα ζητήματα.

Το να «κάνεις πολιτική» τις περισσότερες φορές στο Διαδίκτυο είναι μια διαδικασία άφυλη και απρόσωπη, είναι ένας κόσμος που πολλά προβλήματα δεν έρχονται στην επιφάνεια. Παρόλα αυτά ήταν σημαντικό ότι οι άνθρωποι άρχισαν να συζητούν ξανά τις σχέσεις εξουσίας. Στη Νέα Υόρκη οι φεμινίστριες έφτιαξαν ένα χώρο όπου έλεγαν ότι οι άνδρες μπαίνουν μόνο αν τους το επιτρέψουμε.

Βέβαια, πήραμε μια γεύση για μια μικρή χρονική περίοδο ενός κινήματος που δεν το απασχόλησε μόνο η πολιτική, με την παραδοσιακή έννοια του όρου αλλά και το είδος εκείνο της αναπαραγωγής που χρειάζεται για μια βιώσιμη πολιτική διαδικασία, για ένα αυτο-αναπαραγόμενο κίνημα.

Υπήρχε εκείνη η συνεννόηση που οδηγούσε στο να έχουμε διαθέσιμο καλό, οργανικό φαγητό, στο να έχουμε βιβλιοθήκη, να έχουμε τη συνέλευση, να μαθαίνουμε να χρησιμοποιούμε τον κοινό χώρο και να αποφασίζουμε συλλογικά. Στη Νέα Υόρκη, ήμασταν κατά κάποιον τρόπο «ευλογημένοι» διότι η αστυνομία δεν έδωσε άδεια χρήσης για μεγάφωνα οπότε αναγκαστήκαμε να χρησιμοποιήσουμε το ανθρώπινο μεγάφωνο: οτιδήποτε λεγόταν έπρεπε να επαναληφθεί δύο και τρεις φορές, στην αρχή φαινόταν τρομερό πρόβλημα, όμως αποδείχθηκε μια πολύ ριζοσπαστική εμπειρία γιατί οι άνθρωποι εξαναγκάστηκαν να παίρνουν σοβαρά υπόψη τα λόγια τους, διότι επαναλαμβάνονταν πολλές φορές. Αρχισαν να έχουν την αίσθηση της κοινής φωνής τους, κάτι το οποίο συνέχισε και μετά, ακόμη και σε δωμάτια, γραφεία κ.λπ – ήταν μια δυνατή συγκινησιακή εμπειρία.

Αφού το Occupy καταστράφηκε βίαια από την αστυνομική καταστολή, συνέχισε και μετουσιώθηκε αλλού όπως για παράδειγμα στους αγώνες για τη στέγη στις προλεταριακές γειτονιές που έπληγησαν μετά από μια καταιγίδα και όταν, εκεί, οι αρχές έλαμψαν δια της απουσίας τους.

Σίγουρα μπορείς να ασκήσεις πολλή κριτική για το που βρίσκεται το Οccupy, τι κάνει σήμερα, ποιες οι δομές του κ.λπ. Πραγματικά όμως δεν πιστεύω ότι η εμπειρία του εξαφανίστηκε, αντίθετα πολιτικοποίησε πολλούς ανθρώπους. Θεωρώ ότι πρόκεται να δούμε τους «καρπούς» του στους μήνες και τα χρόνια που έρχονται.

Κατά τη γνώμη μας, η αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση στα ευρωπαϊκά σύνορα είναι μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια από το Κεφάλαιο για να επιτηρεί και να ελέγχει τις μεταναστευτικές ροές. Απώτερος στόχος αυτής της πολιτικής είναι η μέγιστη εκμετάλλευση του κόσμου της εργασίας. Αντιλαμβάνεστε αυτήν την πολιτική ως μια σύγχρονη περίφραξη;

*Το σχήμα του κογκνιταριάτου προτείνεται από μια σειρά θεωρητικών τη δεκαετία του ’90 για να υποδείξει σαν νέο κοινωνικό υποκείμενο το σύγχρονο μετα-βιομηχανικό προλεταριάτο στον αναδυόμενο «γνωσιακό» καπιταλισμό. Εδώ, ο νέος καταμερισμός της εργασίας εξαιτίας των τεχνολογικών εξελίξεων και χρήσεων, δημιουργεί έννοιες και σχήματα όπως «άυλη» εργασία (λιγότερη φυσική παρουσία, ρευστοί-συνεχείς ρυθμοί εργασίας κλπ), «πλήθος» αντί της παραδοσιακής εργατικής τάξης κ.λπ. Μία από τις σχετικές κριτικές της Federici στο «Επισφαλής εργασία, μια φεμινιστική ματιά».

υγ: την συναντήσαμε στη Lacandona, μαζί με τον σύντροφό της George Caffentzis. Έχουν συγγράψει από κοινού διάφορα πολιτικά κείμενα, υποδεικνύοντας μεταξύ άλλων ότι το τεχνολογικό «θαύμα» που συντελέστηκε για τον μετασχηματισμό της εργασίας πληρώθηκε και πληρώνεται με περισσότερη εκμετάλλευση σε άλλα σημεία της παραγωγικής διαδικασίας και του παγκόσμιου χάρτη του καπιταλισμού.

Προτεινόμενα διαβάσματα:

Silvia Federici: Wages Against Housework, Power of Women Collective and the Falling Wall Press, 1975.

Mariarosa Dalla Costa & Selma James: Women and the Subversion of the Community, Falling Wall Press and a group of individuals from the Women’s Movement in England and Italy, 1972.

Silvia Federici: Caliban and the Witch, Autonomedia, 2004.

Silvia Federici: Για τη σεξουαλικότητα ως εργασία, 1975, από την ιστοσελίδα των αυτόνομων ομάδων Μιγάδα, Class War Dogz και του αυτόνομου εργαστηρίου έρευνας και αυτομόρφωσης «Αρχείο 71».

Silvia Federici: Επισφαλής εργασία, μια φεμινιστική ματιά, 2006, από την ιστοσελίδα rebelnet.gr

George Caffentzis & Silvia Federici: Mormons in Space, 1982, Midnight Notes #5: Computer State Notes




Εκλογές στην Τουρκία και κουρδικό κόμμα: έκπληξη ή αναμενόμενο γεγονός;

 

Παρ’ότι το Ανώτατο Εκλογοδικείο της Τουρκίας ανακοίνωσε ότι τα τελικά αποτελέσματα θα δοθούν επίσημα μεταξύ 19 και 22 Ιουνίου, ωστόσο  κανείς δε μπορεί να την αμφισβητήσει την αξία του αποτελέσματος των εκλογών της 7ης Ιουνίου στην Τουρκία. Για πρώτη φορά το Κουρδικό Δημοκρατικό Λαϊκό Κόμμα (HDP) κατάφερε αυτόνομο να εκλέξει τουλάχιστον 80 βουλευτές στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση (TBMM), αποφεύγοντας τις μηχανορραφίες και τα «τερτίπια» των συνεργασιών και των ανεξάρτητων βουλευτών των περασμένων εκλογικών αναμετρήσεων που του επέτρεπαν μεν να εκλέγει βουλευτές αλλά να μην έχει αυτόνομη κοινοβουλευτική ομάδα, με ό,τι αυτό σημαίνει τόσο στις ισορροπίες εντός του Κοινοβουλίου όσο και στην ανάδειξη του έργου και των διεκδικήσεων του κουρδικού κόμματος.

Παρά το γεγονός ότι το 13,12% των 47,51 εκατομμυρίων Τούρκων ψήφισε το ΗDP, αυτό δεν ήταν το μόνο θετικό γεγονός των τούρκικων εκλογών. Το πιο σημαντικό ήταν βέβαια ότι το 60% των ψηφοφόρων δεν ψήφισαν το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚP) του Ερντογάν. Το ΑΚP κατάφερε να πάρει μόλις το 40,87% των ψήφων του τούρκικου λαού, παρά τις προσπάθειες να προσεταιριστεί τόσο Κούρδους ψηφοφόρους όσο και Αλεβίτες. Ωστόσο, θα ήταν κανείς πολύ αφελής να θεωρήσει ότι το ποσοστό αυτό του HDP και η ταυτόχρονη αύξηση της δημοτικότητας του Selahattin Demirtas, του επικεφαλής του κουρδικού κόμματος, ήταν αποτέλεσμα μόνο ή σε μεγάλο βαθμό των κοινωνικών κινημάτων και της στάσης της κίνησης του πάρκου Γκεζί. Αν και είναι μεγαλύτερη η αξία της ενασχόλησής μας με την κουρδική πολιτική στην Τουρκία, ωστόσο αξίζει να αναφερθεί το τι προηγήθηκε των τούρκικων εκλογών.

 

Τα θεμέλια του κόμματος του Ερντογάν είχαν ήδη αρχίσει να τρίζουν τόσο λόγω εσωκομματικών αιτίων όσο και εξωγενών, με κύριο αυτό της παράλληλης δομής, της Κοινότητας Γκιουλέν, που παραπαίει ανάμεσα στο Ισλάμ και στο κοσμικό κράτος. Η κοινότητα Γκιουλέν πάντως σίγουρα είναι ενάντια στην ισλαμικού τύπου κυβέρνηση του ΑΚP που μάλλον κλίνει προς τα κράτη της μέσης Ανατολής παρά προς τη Δύση. Μάλιστα τόσο ενοχλήθηκε η πρώην κυβέρνηση Ερντογάν από την εμπλοκή του Γκιουλέν στα πολιτικά πράγματα της Τουρκίας ώστε απομάκρυνε όλους τους θιασώτες του Φετουλλάχ Γκιουλέν από θέσεις ευθύνης στο Δημόσιο, θεωρώντας το θέμα ζήτημα ζωής και θανάτου, σύμφωνα με τον Ισλέρ, τότε αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης Ερντογάν.

Από την άλλη, μία σειρά από σκάνδαλα που εμπλέκουν και μέλη των οικογενειών της κυβέρνησης άρχισαν να αποκαλύπτουν στην κοινή γνώμη το σαθρό χαρακτήρα της διακυβέρνησης Ερντογάν, ο οποίος μετά από 13 χρόνια στο τιμόνι της Τουρκίας, είτε ως Πρωθυπουργός είτε ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μοιάζει να αφήνεται στη μοίρα του και να μη μπορεί πια να κρύψει τα προβλήματα κάτω απ’το χαλί. Μέσα σ’όλα τα άλλα, από τα πιο σημαντικά σκάνδαλα που οπωσδήποτε συνετέλεσε στη μείωση της παντοδυναμίας του Ερντογάν, ήταν αυτό των παρανομιών του Ιδρύματος Διακονίας της Νεολαίας και της Εκπαίδευσης, του οποίου μέλη του Δ.Σ. είναι ο υιός και οι θυγατέρες του Ερντογάν, η σύλληψη των παιδιών τριών Υπουργών της κυβέρνησης Ερντογάν  (εσωτερικών, οικονομίας και πολεοδομίας) με κατηγορίες για «ρεμούλες σε δημόσιους διαγωνισμούς, δωροδοκίες, λαδώματα, κατάχρηση εξουσίας και ξέπλυμα βρώμικου χρήματος» στις 17 Δεκμεβρίου 2013, οι τηλφωνικές υποκλοπές σύμφωνα με τις οποίες φαίνεται ότι ο Ερντογάν παρεμβαίνει στον τύπο με απολύσεις και απειλές όπως αυτήν στην Ταράφ το Μάρτιο του 2014, η φίμωση των ΜΜΕ στην Τουρκία (κατάταξη σύμφωνα με το Freedom house στις «μερικώς ελεύθερες χώρες») και άλλα πολλά. Επιπλέον, η παντοδυναμία του Ερντογάν, που ήθελε μάλιστα να την επιβάλει με την αλλαγή του Συντάγματος, η οποία μάλλον ακυρώνεται μετά τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα, αποτέλεσε μεγάλη αιτία κόντρας μεταξύ της Κυβέρνησης και του ίδιου ως Προέδρου της Δημοκρατίας, στην οποία μάλιστα περιέχεται και η όλη συζήτηση για την επίλυση του Κουρδικού. Αποκορύφωμα αυτής της διαμάχης ήταν ο καβγάς Αρίντς-Γκιοκτσέκ, ο οποίος στήθηκε πάνω στη συζήτηση της πορείας του κουρδικού και απέδειξε το δίχως άλλο ότι το κυβερνών κόμμα δεν έχει πάρει στα σοβαρά ούτε τη σημασία επίλυσης του κουρδικού με τον πιο αναίμακτο τρόπο, ούτε τη συμμόρφωση που πρέπει να ακολουθήσει η Τουρκία αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα και το σεβασμό των μειονοτήτων.

 

Τα γεγονότα αυτά καθώς κι άλλες εκφάνσεις του παρακμιακού πολιτικού βίου της γείτονος χώρας (βλ. υπόθεση Βαριοπούλα) συνετέλεσαν καθοριστικά σε αυτό που είχαν προβλέψει πολλοί πολιτικοί αναλυτές αλλά και Πανεπιστημιακοί όπως ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Σαμπαντζί, Φουάτ Κέιμαν, στην εφημερίδα Ραντικάλ στις 25/3/2015. Άλλωστε θα ήταν ανακριβές και αφελές να ισχυριστούμε ότι η πτώση του Ερντογάν, ο οποίος υπολόγιζε σε 400 έδρες από τις 550 της Εθνοσυνέλευσης, οφείλεται μόνον στον κουρδικό λαό, στους αριστερούς και στο Γκεζί παρκ που φαίνεται να αποτελούν υγιή κομμάτια του τουρκικού λαού, που αμφισβητούν τις αυτοκρατορικές λογικές και ζητούν περισσότερη δημοκρατία. Εξάλλου, εάν υπολογίσει κάποιος το ποσοστό του κουρδικού πληθυσμού της Τουρκίας που υπολογίζεται περίπου σε 15% του τούρκικου πληθυσμού, τότε αυτό θα σήμαινε ένα μεγάλο ποσοστό για το κουρδικό κόμμα, γεγονός που δεν είχε ουδέποτε επιτευχθεί και δεδομένου του ποσοστού αυτού, μάλλον θα έπρεπε να έχει επιτευχθεί ένα καλύτερο αποτέλεσμα.

 

Τι όμως έχει συμβεί με το HDP, την κυβέρνηση του βουνού και τον ξεχασμένο στο νησί Ιμραλί Οτζαλάν που έφεραν ένα κόμμα δημοκρατικό και φιλελεύθερο να εκτινάξει τις ελπίδες των προοδευτικών Τούρκων πέρα από τα συνηθισμένα και να δώσουν ένα ηχηρό χαστούκι στον πλεονέκτη Ερντογάν που μέχρι χθες ονειρευόταν να στεγάσει τα αυτοκρατορικά του όνειρα πέραν του φαντασμαγορικού τσαουσεσκικού τύπου Ακσαράι και στην τουρκική Εθνοσυνέλευση;

Μείζον ζήτημα λοιπόν, που απασχόλησε τόσο τον Ερντογάν όσο και το κουρδικό κόμμα, είναι με ποιον πραγματικά πρέπει ή τελικά συνδιαλλέγεται ο Ερντογάν για την πορεία του κουρδικού ζητήματος. Αν και Οτζαλάν και HDP δεν ταυτίζονται, ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέπει κανείς το γεγονός ότι ο Οτζαλάν, ως κατάσκοπος και μπλεγμένος «τρομοκράτης» κατά την τουρκική κυβέρνηση, φέρει μία πολιτική και ηθική απαξία καθώς βρίσκεται φυλακισμένος στο νησί Ίμραλί, σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. Ο ίδιος ο Ερντογάν, φρόντισε να δώσει την απάντηση ήδη στις 28 Δεκεμβρίου 2012, στο κανάλι 1 της τουρκικής κρατικής ΤRT, μιλώντας για συνομιλίες που έχουν ξεκινήσει με το νησί. Αποφεύγοντας ο τότε Τούρκος Πρωθυπουργός να αναφέρει το όνομα του Οτζαλάν, έδωσε ωστόσο δύο σαφή μηνύματα: ότι δε θα ασχοληθεί με το HDP, το οποίο απειλούσε να του κλέψει έδρες στην Εθνοσυνέλευση και ότι αρχίζει τον προεκλογικό αγώνα για το κόμμα του, στοχεύοντας φυσικά στην προσέλκυση κουρδικών ψήφων, οι οποίες είναι πολλές και πρέπει να κατευθυνθούν προς το κόμμα του προκειμένου να συνεχίσει τη μονοκομματική του διακυβέρνηση και την εθνολαϊκίστικη πολιτική του.

Ωστόσο, ως επίσημη εκδοχή των συνομιλιών με το «νησί» το ΑΚP έδωσε την ανάγκη επίλυσης του προβλήματος της τρομοκρατίας με τον αφοπλισμό κυρίως του  PKK, του οποίου πολλά μέλη (τουλάχιστον 8.000 εκείνη την εποχή) βρίσκονταν στη φυλακή. Είναι λοιπόν φανερή μία τουλάχιστον σε επίπεδο ευχών προσπάθεια συνέχισης της πολιτικής του Οζάλ, ο οποίος ήδη από το 1990 προσπάθησε να ξεκινήσει μία ειλικρινή προσπάθεια επίλυσης του κουρδικού, απλά η οπτική πλέον του Ερντογάν φάνηκε πως είναι φυτεμένη πάνω σε εθνικιστικές πολιτικές αποκλεισμού των Κούρδων που παρουσιάζονται ως εχθροί της εθνικής και εδαφικής ενότητας της μητέρας πατρίδας. Φυσικά, όλη αυτή η νέα προσπάθεια του Ερντογάν, κατηγορήθηκε και από την αντιπολίτευση του CHP καθώς «μύριζε» ψήφους τόσο για τις προεδρικές εκλογές του 2014 όσο και για τις εθνικές του 2015. Πάντως ενδεικτική των σκοπιμοτήτων του νέου Αυτοκράτορα Ερντογάν σχετικά με το κουρδικό και την επίλυσή του ήταν η στροφή αυτή στην προσέγγιση του κουρδικού πληθυσμού μέσω του Οτζαλάν, τον οποίο μέχρι πρότινος (2011) φωτογράφιζε με δηλώσεις για την επαναφορά της θανατικής ποινής.

 

Γιατί όμως ο Τούρκος πρώην Πρωθυπουργός και νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας επικεντρώθηκε για τρία ολόκληρα χρόνια στη δήθεν εξεύρεση λύσης στο κουρδικό, τη στιγμή που άνοιγε άλλες πληγές και συντηρούσε παλιές αμαρτίες όπως αυτές του κατεχομένου τμήματος της Κύπρου, τις σχέσεις με το Ισραήλ και τη Συρία και το νεοεμφανιζόμενο  ISIS; Η απάντηση μοιάζει προφανής. Οποιαδήποτε ταύτιση του Οτζαλάν και του PKK με το HDP και η σχετικά μετριοπαθής στάση που φάνηκε να τηρεί ο Ερντογάν απέναντι στο Ιμραλί και το Καντίλ θα απέβαινε προς ωφέλεια του κουρδικού κόμματος που πάντα έμοιαζε να απειλεί τη μονοκομματική διακυβέρνηση στην τούρκικη εθνοσυνέλευση, εάν κατάφερνε κάποτε να κατέβει αυτόνομο και να περάσει το όριο του 10%. Ωστόσο είναι αλήθεια ότι ο Οτζαλάν ασκεί τεράστια επιρροή στην κυβέρνηση του βουνού χωρίς να σημαίνει ότι οι Κούρδοι αντάρτες ένεθεν κακείθεν των συνόρων εύκολα μπορούν να πεισθούν να παρατήσουν τα όπλα χωρίς σημαντικές οπισθοχωρήσεις από την τουρκική κυβέρνηση.

Βέβαια, όπως αναφέρει και ο Αμπάς Βαλίμ, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μπογιάτζισι και Κούρδος του Ιράν, «ο αφοπλισμός του κινήματος είναι πρωτίστως θέμα πολιτικό και πρακτικό παρά στρατιωτικό».  Για το λόγο αυτό είναι πολύ σημαντικό να συμμετάσχουν στις συνομιλίες όχι μόνο ο Οτζαλάν αλλά και η κυβέρνηση του «βουνού» που μπορεί να διαφοροποιηθεί από τον Οτζαλάν, αν νοιώσει ότι οι κόποι του και οι διεκδικήσεις του δεν ικανοποιούνται πλήρως από την προσφορά του Ερντογάν προς τον Οτζαλάν.

Τι όμως σημαίνει κουρδικό κίνημα, κυβέρνηση του «βουνού» και PKK και με ποιους όρους θα ήταν ικανοποιημένος ο κουρδικός λαός ώστε να παρατήσει τα όπλα και συμβιβασθεί με το «μεγάλο ηγέτη» Ερντογάν; Την απάντηση την έδωσε το ίδιο το κόμμα του HDP στον Οδικό Χάρτη των 10 σημείων που συνέταξε ο Οτζαλάν και  παρουσίασε το HDP στις 28/2/2015 στο μέγαρο του Ντολμά Μπαχτσέ και μάλιστα στο γραφείο εργασίας του Τούρκου Πρωθυπουργού. Αίσθηση προκάλεσε, πέραν του τόπου παρουσίασης των 10 σημείων που ήδη είχαν συζητηθεί μεταξύ του Οτζαλάν και της αντιπροσωπείας της τούρκικης κυβέρνησης και της κυβέρνησης του «βουνού» όλη αυτή την τριετία, η παρουσίαση τους τόσο από την τριμερή αντιπροσωπεία του HDP όσο και από εκπροσώπους της κυβέρνησης του AKP, δηλωτικό της προόδου της κυβέρνησης, έστω και ελέω πολιτικών σκοπιμοτήτων, σε σχέση με το κουρδικό ζήτημα.

Ο οδικός αυτός χάρτης, ο οποίος συντάχθηκε από τον Οτζαλάν και εγκρίθηκε από την Κυβέρνηση του «βουνού», περιείχε ούτε λίγο ούτε πολύ όλες τις βασικές διεκδικήσεις του κουρδικού λαού όλα αυτά τα χρόνια που διεκδικεί την πολιτική του αυτονομία από το μονολιθικό τούρκικο κράτος. Τα σημεία αυτά συνοψίζονται, στην άσκηση από την τουρκική κυβέρνηση πραγματικά δημοκρατικής πολιτικής, τον προσδιορισμό της εθνικής και τοπικής διάστασης της δημοκρατικής λύσης, τις θεσμικές εγγυήσεις των ελεύθερων πολιτών, την εμπλοκή του κράτους και της κοινωνίας στην άσκηση της δημοκρατικής πολιτικής, τις οικονομικές επιπτώσεις της δημοκρατικής λύσης, το ζήτημα της ασφάλειας με σεβασμό στις δημοκρατικές αξίες και ελευθερίες, τη δημοκρατική και νομικά αξιόπιστη αντιμετώπιση ζητημάτων σχετικά με τις γυναίκες, τον πολιτισμό και την οικολογία, την πλουραλιστική δημοκρατική αντίληψη της έννοιας της ταυτότητας, τον ορισμό του δημοκρατικού κράτους, της κοινής πατρίδας και του έθνους βάσει δημοκρατικών κριτηρίων και τέλος την υιοθέτηση ενός νέου Συντάγματος που θα εμπεριέχει όλα τα παραπάνω, υπό το πρίσμα μίας σύγχρονης, πραγματικά δημοκρατικής διακυβέρνησης.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η λίστα αυτή παρουσιάστηκε σε μία στιγμή καμπής της συζήτησης επίλυσης του κουρδικού με τον Ερντογάν να μιλάει λίγους μήνες πριν για το Κομπάνι (σημαντικός τόπος για τους Κούρδους) το οποίο σύμφωνα με αυτόν πρόκειται (ή καλύτερα εύχεται) να πέσει στα χέρια του «ΙΚΙΛ (ISIS)» ενώ παράλληλα 49 άτομα σκοτώνονταν στις κουρδικές περιοχές της νοτιοανατολικής Τουρκίας τον Οκτώβρη του 2014. Τέλος, αναφορικά με τα αιτήματα του Οδικού Χάρτη, τα οποία μοιάζουν εκ πρώτης όψεως αφηρημένα, αποτελούν σίγουρα θέσεις αντίθετες στην ασκηθείσα μέχρι τώρα πολιτική του Ερντογάν στο κουρδικό ζήτημα, όπως κορυφώθηκε με την ψήφιση μέρους του Νομοσχεδίου για την Εθνική Ασφάλεια. Αντίθετος μάλιστα στο νομοσχέδιο αυτό εμφανίστηκε ο τωρινός θριαμβευτής των προεδρικών εκλογών, συμπρόεδρος του HDP Σελαχατίν Ντεμίρτας, ο οποίος επανέλαβε ότι οι προωθούμενες ρυθμίσεις για την Εσωτερική Ασφάλεια απέχουν παρασάγγας από οποιαδήποτε προσπάθεια προώθησης της δημοκρατίας.

Τι όμως σημαίνει αυτή η λίστα των 10 σημείων για το κουρδικό κίνημα και κατά πόσο έχει αξία για ολόκληρη την τουρκική κοινωνία μάλλον φανερώθηκε με το αποτέλεσμα των εκλογών της 7ης Ιουνίου. Τα αιτήματα της λίστας Οτζαλάν φανερώνουν χωρίς κανένα πρόσχημα το δημοκρατικό και φιλελεύθερο χαρακτήρα του κουρδικού κινήματος και του HDP, όμοιο με εκείνο των ανθρώπων που συγκεντρώνονταν επί ημέρες στο πάρκο Γκεζί και οι οποίοι δε θα μπορούσαν να βρουν καταφύγιο κάπου αλλού παρά στο κουρδικό κόμμα, μιας και η αριστερά μοιάζει διαμελισμένη και προβληματική. Δεν είναι τυχαίο ότι το κίνημα θεωρεί το κουρδικό ζήτημα και το ζήτημα της δημοκρατίας στην Τουρκία ταυτόσημα, σε σημείο που και τα δύο να μιλούν για εκδημοκρατισμό της χώρας, αποδοχή όλων των εθνοτικών και θρησκευτικών ταυτοτήτων και καθορισμό της έννοιας του πολίτη. Μάλιστα, ο προοδευτικός χαρακτήρας του κουρδικού κινήματος εκφράζεται πρωτίστως με την απαίτηση για ένα νέο Σύνταγμα που θα φέρει την «εκ νέου ίδρυση» της τουρκικής Δημοκρατίας, βασισμένη στις αρχές της ειρήνης και της κοινωνικής συμφιλίωσης, περιλαμβάνοντας φυσικά την επίλυση με δημοκρατικό τρόπο του κουρδικού ζητήματος.

Κάτω από αυτές τις εξελίξεις και τη συνέχιση των επισκέψεων της αντιπροσωπείας της Κυβέρνησης και του κουρδικού κόμματος HDP στο νησί Ίμραλι, αναγκάστηκε ο Ερντογάν να κινηθεί κατάλληλα ώστε να επιτύχει τον έναν και μοναδικό σκοπό του: την άνετη επικράτηση του κόμματος του αλλά και του ίδιου ως υποψηφίου Προέδρου της Δημοκρατίας στις προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές του 2014 και 2015 αντίστοιχα. Ενδεικτική κίνηση του σχεδίου προσέγγισης των κουρδικών ψήφων, πέραν της προσέγγισης του «δολοφόνου νηπίων», όπως συνήθιζαν τα τούρκικα ΜΜ Ενημέρωσης να αποκαλούν τον Άπο, ήταν να καταρτίσει η Κυβέρνηση το 2013 Επιτροπή Σοφών η οποία εργάστηκε επί 2 μήνες σε όλη την περιφέρεια προκειμένου να εντοπίσει όλες τις αντιδράσεις της τούρκικης κοινωνίας στο ζήτημα της επίλυσης του κουρδικού. Επίσης, παρέτεινε το ΑΚP την ημερομηνία λύσης του κοινοβουλίου το καλοκαίρι του 2014 από την 1η Ιουλίου στις 25 Ιουλίου, προκειμένου να ψηφιστεί νομοσχέδιο για το πακέτο λύσης του κουρδικού. Βέβαια, οι αντιδράσεις του HDP δεν άργησαν να φανούν θεωρώντας ότι οι κινήσεις αυτές αποσκοπούσαν το δίχως άλλο στην άγρα κουρδικής ψήφου από τον Ερντογάν, που διεκδικούσε μία πανηγυρική εκλογή στο ύψιστο αξίωμα της τουρκικής Δημοκρατίας.

Τόσο λοιπόν με αυτές τις έμμεσες ενέδρες όσο και με ευθείες επιθέσεις σε βάρος του κουρδικού HDP, όπως στις 15.3.2015 όπου ανέφερε επί λέξει «…Έχουμε αντίκρυ μας μία αρρωστημένη νοοτροπία που στηρίζει όλες τις ελπίδες της στα επεισόδια των βανδάλων στους δρόμους…», ο Ερντογάν δεν κατάφερε παρά να συσπειρώσει έναν κόσμο προοδευτικό και όχι αναγκαστικά αριστερό στο κουρδικό κόμμα, απέναντι στη ματαιοδοξία του για μία οθωμανικού τύπου υπερπροεδρία που ονειρευόταν για τον εαυτό του. Το ΗDP και το εθνικιστικό κόμμα των γκρίζων λύκων MHP αναγορεύτηκαν σε κύριους αντιπάλους του ΑΚP, παραγκωνίζοντας το σοσιαλιστικό κόμμα του CHP, το οποίο έτσι κι αλλιώς αποδεικνύεται ένα χλιαρό κόμμα και απέναντι στο κουρδικό ζήτημα.

 

Η μεγάλη για τις περιστάσεις επιτυχία του κουρδικού κόμματος, βασίστηκε επιπλέον και  στην ούτως ή άλλως ξεκάθαρη πλέον διάθεση του PKK και της πολιτικής έκφρασης του από τον Οτζαλάν και του HDP να τελειώσει τον πόλεμο και να μεταφέρει το ζήτημα σε πολιτικό επίπεδο. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις του Διοικητή του PKK Καντίλ Μουράτ Καραγιλάν στην φιλοκουρδική εφημερίδα «Γενί Γκιουντέμ» την 23/6/2015 όπου αναφέρεται στη λύση του κουρδικού με θέσπιση του δικαιώματος της αυτοδιοίκησης, στο τέλος του πολέμου ήδη από τις 25 Απριλίου 2013 και στη στήριξη των ελπίδων σε δράση του AKP, το οποίο οφείλει όπως λέει «… να καθαρίσει το δρόμο…», ώστε να υπάρξει και η τελική συμφωνία μεταξύ των πλευρών. Δε θα πρέπει να αγνοηθεί  η αναφορά του Καραγιλάν στις Ηνωμένες Πολιτείες τις οποίες θεωρεί αντίθετες σε μία επίλυση του κουρδικού που φτάνουν μέχρι να βάζουν και εμπόδια στην πορεία λύσης.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι η ανάδειξη του HDP σε τέταρτο κόμμα ήταν αποτέλεσμα πολλών παραγόντων και θα ταν λάθος να θεωρήσουμε μόνο το Γκεζί Παρκ την αιτία της μεγάλης επιτυχίας του κουρδικού κόμματος.  Μάλλον η πιο σημαντική αιτία είναι η αθρόα μετακίνηση των Κούρδων ψηφοφόρων  οι οποίοι έδωσαν την αύξηση του 3% στο HDP εγκαταλείποντας το AKP και τον κυρίαρχο Ερντογάν.  Η δεύτερη πηγή (περίπου 3% ακόμα) εμπίπτει στις λεγόμενες «δανεικές ψήφους» που κάθε φορά έλκονται από το κόμμα που διεκδικεί με τον πληρέστερο τρόπο τις δυτικές αξίες και αυτή τη φορά το HDP φάνηκε πιο ώριμο από το CHP. Σε όλο αυτό πρέπει να προστεθεί κι ένα μικρό ποσοστό κάτω του 1% που προέρχεται από ψηφοφόρους Αλεβίτες, το σύνηθες κοινό του CHP.  Το σημαντικό βέβαια και η μεγάλη πρόκληση του HDP είναι η διατήρηση του ποσοστού του, γεγονός που μπορεί να το αναδείξει ακόμα και στη μείζονα αντιπολίτευση στις επόμενες εκλογές, είτε αυτές γίνουν τώρα λόγω μη σχηματισμού κυβέρνησης είτε σε λίγα χρόνια, μιας και πολλοί ισχυρίζονται ότι μία κυβέρνηση του AKP με το κόμμα των γκρίζων λύκων δε μπορεί να συνεργαστεί παρά μόνο σε καθημερινά ζητήματα και όχι στα μεγαλεπήβολα πολιτικά σχέδια του Ερντογάν.

 




συνέντευξη Saskia Sassen: η βαρβαρότητα της οικονομίας και οι άνθρωποι που περισσεύουν

 

Η Saskia Sassen κατέχει την έδρα Κοινωνιολογίας «Robert S. Lynd» στο Columbia University, είναι πρόεδρος της Committee on Global Thought στο ίδιο πανεπιστήμιο, ενώ διδάσκει και στο London School of Economics and Political Science. Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο της EXPULSIONS: Brutality and Complexity in the Global Economy  (Harvard Univ Press 2014) . Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία της Κοινωνιολογία της παγκοσμιοποίησης (Μεταίχμιο) και Χωρίς έλεγχο (Μεταίχμιο).

Στην Αθήνα βρέθηκε για μια διάλεξη με τίτλο «Η ελληνική κρίση. Κρίση ή εξαίρεση στην Ευρώπη;» στο ίδρυμα ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ. Τη συναντήσαμε λίγη ώρα πριν την διάλεξή της και μας μίλησε για την κρίση στην Ελλάδα, τις αιτίες και τα αποτελέσματά της. Εστίασε στο γεγονός (που αποτελεί και την κύρια ιδέα του νέου της βιβλίου) ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι αποκλείονται από τον χώρο της οικονομίας, αλλά και από τον ίδιο τον τόπο τους και μίλησε για την έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ακόμη, αναφέρθηκε στη στροφή του κόσμου προς τη στρατιωτικοποίηση της ισχύος και εξήγησε ότι η γλώσσα που έχουμε δεν αρκεί για να προσεγγίσουμε τη μετανάστευση όπως έχει σήμερα διαμορφωθεί.  Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι απόψεις της και για τις δυνατότητες μιας οικονομίας να επανα-τοπικοποιηθεί, επιτρέποντας έτσι τα κέρδη να παραμένουν στη γειτονιά και τους ανθρώπους και όχι να συσσωρεύονται στις μεγάλες επιχειρήσεις.

***

Sassen 3

Η ελληνική κρίση, οι Ολυμπιακοί Αγώνες & η λιτότητα

Με έχει ενοχλήσει πολύ η αντίληψη ότι η Ελλάδα είναι κάτι διαφορετικό από τη Γαλλία, την Ισπανία ή ακόμη και από τη Γερμανία. Κι έτσι άρχισα να αναζητώ πληροφορίες που θα μπορούσαν να υποδεικνύουν ότι υπάρχει κάτι βαθύτερα συστημικό που λειτουργεί στην περίπτωση της Ελλάδας, στο πλαίσιο του οποίου η Ελλάδα είναι το ακραίο παράδειγμα από πλευράς οικονομικών απωλειών και η Γερμανία είναι το ακραίο παράδειγμα ανάκαμψης.

Αν κοιτάξετε τα δεδομένα, όλες οι χώρες της Ευρώπης σημειώνουν μια πτώση [στους δείκτες] και μετά ανεβαίνουν λίγο. Η Ελλάδα καταρρέει πάρα πολύ, αλλά η Γαλλία, η Ιταλία, η Ολλανδία, όλες πέφτουν. Η Γερμανία σημειώνει άνοδο. Γιατί; Επειδή είναι στην καρδία αυτής της οικονομίας, ο ενδιάμεσος κατασκευαστής της, μηχανές που φτιάχνουν μηχανές. Όλος ο κόσμος χρειάζεται μηχανές που φτιάχνουν μηχανές. Δευτερευόντως, [στη Γερμανία] έχουν ακόμη παραδοσιακές τράπεζες, κοινοτικές τράπεζες. Αυτό είναι το ένα άκρο.

Η Ελλάδα γιατί σημειώνει πτώση; Η Ελλάδα σημειώνει πτώση σε μια ιστορική περίοδο που ξεκινά από ένα σημείο αιχμής: από τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Πολλά από τα χρήματα των πολιτών διατέθηκαν για να χτιστούν πολλές υποδομές που μακροπρόθεσμα ήταν, μπορώ να πω, άχρηστες. Το κράτος έχασε λεφτά. Οι πολίτες έχασαν λεφτά. Ποιος έβγαλε λεφτά; Οι κατασκευαστικές εταιρείες, οι επενδυτές κλπ. Αυτοί έφυγαν μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες ή όταν ολοκληρώθηκαν τα έργα, και η κυβέρνηση κληρονόμησε ένα τεράστιο χρέος από το οποίο δεν ανέκαμψε ποτέ. Το να πιστεύει κανείς ότι η κρίση ξεκίνησε τώρα επειδή δεν υπάρχει αρκετή λιτότητα, είναι απλώς λάθος. Θέλω να πω ότι αν κοιτάξει κανείς τα δεδομένα, πρέπει να στραφεί αλλού. Γι’αυτό θα έλεγα ότι κοιτάζοντας σήμερα την Ελλάδα, βλέπουμε ένα δεύτερο πολύ επιβαρυντικό αρνητικό παράγοντα, την πολιτική της λιτότητας. Ο ελληνικός λαός, η ελληνική κυβέρνηση έχει πληρώσει δισεκατομμύρια λαθών στις τράπεζες. Όλα αυτά πήγαν χαμένα, όλα πετάχτηκαν.

Άρα, αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι μια μαζική αρπαγή, τα χρήματα των πολιτών φεύγουν από την Ελλάδα και πηγαίνουν σε πολύ πλούσιες τράπεζες. Πώς θα μπορούσε οποιαδήποτε χώρα να τα βγάλει πέρα όταν έχει δυο τέτοιους “whammies»*; [*η Sassen χρησιμοποιεί εδώ έναν όρο που προέρχεται από ένα τερατάκι σε ένα παλιό αμερικάνικο τηλεπαιχνίδι, που όταν ο παίκτης έπεφτε πάνω του, αυτόματα έχανε όλα τα χρήματα που είχε κερδίσει]. Από τη μια οι επενδυτές των Ολυμπιακών Αγώνων και από την άλλη τα χρήματα που η ελληνική κυβέρνηση συνεχίζει να πληρώνει. Όλα αυτά τα χρήματα, έχουν βγει από την Ελλάδα και έχουν πάει σε τράπεζες.

Αυτό είναι που συμβαίνει στην πραγματικότητα, κατά τη γνώμη μου.

Sassen 6

«Επανα-τοπικοποίηση» της οικονομίας

Εδώ και πολύ καιρό έχω αναπτύξει μεγάλο ενδιαφέρον για κάτι που μου αρέσει να το θεωρώ «επανα-τοπικοποίηση» (“relocalizing”) κομματιών της οικονομίας. Και εξαρτάται από το ποιά κομμάτια θα μπορέσει να διαχωρίσει κανείς κάθε φορά από τον τοπικό χαρακτήρα διαφορετικών οικονομιών. Η ελληνική οικονομία είναι ένα παράδειγμα. Δεν ξέρω πολλά πράγματα για την ελληνική οικονομία, για το τι θα μπορούσε να επανα-τοπικοποιηθεί. Αλλά ξέρω ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία αλληλεγγύης, η οποία έχει και οικονομικές διαστάσεις αλλά στην πραγματικότητα είναι δομημένη και βιώνεται κυρίως ως ένα είδος πολιτικής αλληλεγγύης.

Νομίζω ότι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Νομίζω ότι αυτές οι πρωτοβουλίες, είτε ξεκινούν συνειδητά από μια δραστική επανα-τοπικοποίηση της οικονομίας –γνωρίζοντας, δηλαδή, ότι αυτό επιχειρείς να κάνεις- είτε ξεκινούν σαν ένα σχήμα που παίρνει η διαδικασία της αλληλεγγύης, αποτελούν τα πρώτα βήματα μιας τροχιάς. Δεν ξέρουμε πού καταλήγουν. Είναι πολύ πιθανό μια διαδικασία αλληλεγγύης που θα έχει ανάγκη ανάπτυξης όλο και περισσότερων οικονομικών πτυχών, να είναι πολύ πιο επιτυχημένη από ένα άλλο εγχείρημα. Και αν έχουμε μια καλή ιταλίδα μαμά που φτιάχνει καταπληκτικό καφέ, είναι προτιμότερο να απαλλαγούμε από τα Starbucks και να βάλουμε την ιταλίδα μαμά να φτιάχνει καφέ. Έτσι τα πάντα επανα-κυκλοφορούν μέσα στην κοινότητα. Από τη μια [με τις πρωτοβουλίες αλληλεγγύης] χτίζεις την αλληλεγγύη και από τη άλλη [με την ιταλίδα μαμά] χτίζεις την οικονομία.

Έτσι, κατά κάποιον τρόπο εξαρτάται από τις διαφορετικές κουλτούρες. Στις ΗΠΑ υπάρχει μια βαθιά εμπορευματοποιημένη κουλτούρα. Σε μεγάλο μέρος της Μεσογείου έχετε πολλές παραδόσεις αλληλεγγύης και κοινοτικών λειτουργιών. Συνεπώς δεν υπάρχει μια ενιαία φόρμουλα. Πρέπει να προέρχεται και από τις όποιες δυνατότητες είναι ενσωματωμένες σε αυτές τις κοινωνίες. Κι αυτό σημαίνει ότι οι ντόπιοι ξέρουν καλύτερα από τους ειδικούς. Με κουράζουν πάρα πολύ οι ειδικοί, που νομίζουν ότι ξέρουν. Ας αξιοποιήσουμε αυτές τις δυνατότητες.

Κι αυτό μας οδηγεί σε ένα δεύτερο ζήτημα. Το ότι έχουμε έναν συγκεκριμένο τρόπο, έναν πολύ ισχυρό δυτικό τρόπο που λειτουργούμε: Ό,τι μπορεί να μετατραπεί σε χρήμα, το καταγράφουμε, το κωδικοποιούμε ως οικονομικό στοιχείο. Οτιδήποτε δεν μπορεί να μετατραπεί σε χρήμα, με κάποιο τρόπο δεν αποτελεί κομμάτι της οικονομίας. Ε, λοιπόν, αυτό είναι ένα θεμελιώδες λάθος. Χρειαζόμαστε κάτι περισσότερο. Η οικονομία δεν είναι ένα ενιαίο πράγμα που καταρρέει έτσι.

Συνεπώς, όταν μιλάω για επανα-τοπικοποίηση, εννοώ κάτι που μπορεί να πάρει πάρα πολλές διαφορετικές μορφές και που, επιπλέον, αποτελεί μια διαδικασία, μια τροχιά.

Η γλώσσα της λιτότητας

Γενικά έχω αντιρρήσεις σχετικά με την χρήση του όρου λιτότητα. Ο όρος απηχεί μια ηθική κρίση. Πώς να είναι κακή η λιτότητα; Και ισχυρίζομαι στο τελευταίο μου βιβλίο ότι αν κοιτάξετε τα προγράμματα που στήθηκαν από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα τη δεκαετία του 1980, θα δείτε ότι τα ονόμαζαν αναδιάρθρωση της οικονομίας. «Πρέπει να αναδιαρθρώσετε την οικονομία σας», έλεγαν. Η γλώσσα όμως της αναδιάρθρωσης (η οποία παρεμπιπτόντως ήταν καταστροφική για αυτές τις οικονομίες) έρχεται με μια εντελώς διαφορετική δυναμική και δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει στην Ευρώπη. Ποιος θα πει στους Γάλλους ότι πρέπει να αναδιαρθρώσουν την οικονομία τους; Αλλά μπορούν να τους ζητήσουν κάτι άλλο. Λιτότητα. Περικοπές. Εξοικονομήσεις.

Οπότε, η μία («αναδιαρθρώστε την οικονομία») είναι η φωνή της ισχύος, της εξουσίας. Η άλλη («λιτότητα») είναι η παραπλανητική φωνή ενός είδους υποκριτικής αλληλεγγύης.

η απόσταση μεταξύ καταπιεστών και καταπιεζόμενων

Αυτοί οι εργάτες ποτέ δεν πρόκειται να δουν τους ιδιοκτήτες ή τους μετόχους στους οποίους ανήκουν οι εταιρείες. Βλέπουν μόνο τους μάνατζερ. Οπότε υπάρχει μια παράξενη απόσταση (..) Στην Ελλάδα λοιπόν, δεν συμβαίνει αυτό μόνο μεταξύ των ανθρώπων και της κυβέρνησης. Υπάρχει μια τρίτη πανίσχυρη παρουσία. Το ΔΝΤ, η ΕΚΤ, η Ε.Ε. και ο κύριος Σόιμπλε, ο οποίος πάντα μοιάζει να είναι παρών. Αυτή η ταυτόχρονη παρουσία και ανάμειξη, επιτρέπει σε αυτούς τους Άλλους  να παίρνουν πολύ σημαντικές αποφάσεις και να μη χάνουν τίποτα (..) λειτουργούν σαν τέλειοι γραφειοκράτες.

Κοινωνική Ανισότητα ή Κοινωνική δικαιοσύνη;

Υπάρχουν δύο όροι που θα μπορούσαμε να βάλουμε στο τραπέζι και να αποτυπώνουν τις θεμελιώδεις πτυχές της τωρινής κατάστασης. Ο ένας είναι αυτός της κοινωνικής ανισότητας, που είναι ένας πολύ σημαντικός όρος. Αλλά η αλήθεια είναι πως πάντα είχαμε ανισότητα, σαν όρος δεν είναι κάτι καινούριο. Ένα οποιοδήποτε διαφοροποιημένο σύστημα είναι σχεδόν αδύνατο να μην εμφανίσει έστω και κάποιο είδος ανισότητας. Το βλέπουμε ακόμα και στα ζώα. Κάποιοι χιμπατζήδες για παράδειγμα είναι πιο δυνατοί από κάποιους άλλους και οι ισχυροί θα υπερισχύσουν.

Η ανισότητα λοιπόν είναι πολύ σημαντικός ως όρος αλλά στην ουσία, περιγράφει μια κατάσταση. Είναι σαν μια μεταβλητή που από τη μια δεν είναι τόσο κακή, είναι κατανοητή, μπορεί να γίνει δεκτή και είναι κάπως δίκαιη και από την άλλη μπορεί να γίνει εντελώς άδικη. Οπότε το επιχείρημα μου είναι πως αν πρόκειται να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ανισότητα» για να εξηγήσουμε την εποχή μας, τότε θα πρέπει κάπως να την παραλλάξουμε, έτσι ώστε να φέρουμε κάτι καινούριο στο τραπέζι. Και εγώ λέω πως θέλουμε κάτι σαν τον όρο «κοινωνική δικαιοσύνη».

Αναρωτιέμαι ταυτόχρονα, μέχρι ποιο σημείο η ανισότητα μπορεί να γίνει εντελώς άδικη και εν τέλει κοινωνικά αντιπαραγωγική. Ξεκίνησα να δουλεύω πάνω στις ανισότητες γύρω στη δεκαετία του ’80 όταν έγραφα το «The Global City» και είπα τότε πως οδηγούμαστε σε μια διαφορετική κατανομή. Αυτό που θα χρειαστούμε στις μεγάλες, «παγκόσμιες πόλεις» είναι διπλάσιους και τριπλάσιους υψηλού επιπέδου επαγγελματίες και αντίστοιχα διπλάσιους και τριπλάσιους χαμηλόμισθους εργάτες που χειρίζονται τις μηχανές και τα νοικοκυριά. Οι δουλειές της μεσαίας τάξης θα εξαφανιστούν ή θα μικρύνουν πολύ. Παράδειγμα αυτού είναι η Νέα Υόρκη και το Λονδίνο. Οι νοσηλευτές, οι δάσκαλοι, οι αστυνομικοί και ειδικά οι πυροσβέστες που κατοικούσαν σε αυτές τις πόλεις δεν μπορούσαν πια να μένουν εκεί. Αναγκάστηκε λοιπόν το κράτος και η τοπική διοίκηση να τους δώσει λεφτά και σε κάποιες περιπτώσεις τους πληρώνουν ακόμα για να παραμείνουν στην πόλη. Γιατί όταν πιάσει μια φωτιά θέλεις τον πυροσβέστη να μένει κοντά.

Οπότε, όταν μιλάω για «εξώσεις» (expulsions*) [*ένας όρος που μεταφράζεται και ως «εκτοπίσεις» ή «αποβολές»] δίνω μια διαφορετική διάσταση. Είναι η ακραία κατάσταση που στις μέχρι τώρα έννοιες δεν χωράει πια.  Ένα απλό παράδειγμα αυτού που εννοώ είναι η μακροχρόνια ανεργία. Μιλάμε για αυτούς που δεν έχουν δουλειά τα τελευταία 10 χρόνια. Είναι χρήσιμο να αποκαλούμε αυτούς τους ανθρώπους μακροχρόνια άνεργους; Κάτι άλλο συμβαίνει με αυτούς και αυτό δεν μπορούμε να το χωρέσουμε σε κάποια κατηγορία. Όλοι αυτοί οι εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη και την Αμερική που διώχνονται από τα σπίτια τους, γιατί δεν έχουν να πληρώσουν τα δάνεια για παράδειγμα, είναι σχεδόν αόρατοι. Αόρατοι στατιστικά, στις υπάρχουσες κατηγορίες και έννοιες. Οπότε, θα έλεγα πως αυτό που συζητάμε είναι πέρα από την έννοια της ανισότητας. Αυτές είναι «εξώσεις». Και αυτό είναι ένα είδους συστημικό τέλμα. Γιατί το οικείο και το γνώριμο φτάνει να γίνει τόσο ακραίο που χάνεται από τα στατιστικά, χάνεται σαν έννοια. Γίνεται όπως είπα αόρατο. Δεν υπονοώ λοιπόν πως η έννοια της ανισότητας είναι άχρηστη. Τη χρειαζόμαστε. Όμως χρειαζόμαστε και κάτι ακόμα για να περιγράψουμε αυτό που συμβαίνει.

 

αυτό δεν είναι μετανάστευση

αναρωτιέμαι, μπορεί η γλώσσα της μετανάστευσης να εξηγήσει σήμερα το γεγονός αυτών των πλοίων που διαπλέουν τη Μεσόγειο με τόσους πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι πολύ συχνά πεθαίνουν, και οι οποίοι είναι ανάγκη να διασωθούν (..) Μπορεί να εξηγήσει τους επτά χιλιάδες και παραπάνω που έπλεαν για δύο μήνες στη θάλασσα Ανταμάν στην Ινδονησία και τη Μαλαισία; (..) Τί είναι αυτό που βλέπουμε; Αυτό δεν είναι μετανάστευση. Δεν είναι καν προσφυγικές ροές. Αυτό είναι κάτι άλλο.

***




Ο Σνόουντεν και άλλοι υπερήρωες – Γιατί ο κόσμος χρειάζεται βαθιά λαρύγγια

 

Τον Ιανουάριο του 2009, οι New York Times δημοσίευσαν ένα ρεπορτάζ που αποκάλυπτε κάποιο μυστικό ισραηλινό σχέδιο επίθεσης στο Ιράν καθώς και σχετικές απόρρητες διαπραγματεύσεις του πρώην προέδρου Μπους με το Ισραήλ. Το δημοσίευμα βασιζόταν σε διαρροές διαβαθμισμένων πληροφοριών, από κρατικούς αξιωματούχους προς την εφημερίδα. Δυο χρήστες της τεχνολογικής ιστοσελίδας Arstechnica.com – ο ένας τους, μάλιστα, πολύ θυμωμένος με τη διαρροή- σχολίαζαν την αποκάλυψη, ως εξής:

«TheTrueHOOHA» ΤΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ
http://www.nytimes.com/2009/01/11/washington/11iran.html?_r=1&hp
«TheTrueHOOHA» Είστε μαλάκες εκεί στους NYTIMES;
«TheTrueHOOHA» προσπαθείτε να ξεκινήσετε ΠΟΛΕΜΟ; Για όνομα του Θέου, άλλα wikileaks μας βρήκαν
«Χρήστης 19» ρεπορτάζ κάνουν, φίλε.
«TheTrueHOOHA» ρεπορτάζ με απόρρητες μαλακίες
«Χρήστης 19» μπα
«TheTrueHOOHA» για μια αντιδημοφιλή χώρα κυκλωμένη από εχθρούς ήδη εμπλεκόμενους σε πόλεμο και για τις επικοινωνίες μας με αυτή τη χώρα σχετικά με τα σχέδια παραβίασης της κυριαρχίας μιας άλλης χώρας δεν δημοσιεύεις τέτοιες μαλακίες σε ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ
«Χρήστης 19» τεσπα
«TheTrueHOOHA» επιπλέον, ποιες είναι οι ανώνυμες πηγές που τους τα λένε;
«TheTrueHOOHA» θα’πρεπε να τους ρίξουν [σ.σ. πυροβολήσουν] στα αχαμνά
(…)

Και ο διάλογος συνεχιζόταν περιλαμβάνοντας την εξής στιχομυθία:

(…) «Χρήστης 19» είναι ανήθικο να κάνουν ρεπορτάζ για τις κρατικές μηχανοραφίες;
«TheTrueHOOHA» ΠΑΡΑΒΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ; ΝΑΙ
«Χρήστης 19» τεσπα
«Χρήστης 19» εθνική ασφάλεια
«TheTrueHOOHA» Εμμ, ΝΑΙΑΙΑΙΑΙΑΙΑΙΑΙ.
«TheTrueHOOHA» υπάρχει λόγος που αυτές οι μαλακίες είναι απόρρητες
«TheTrueHOOHA» κι όχι επειδή «ω καλύτερα να μην το μάθει ο λαός»
«TheTrueHOOHA» επειδή «η μαλακία δεν πρόκειται να πιάσει αν το Ιράν ξέρει τι κάνουμε»
(…)

[Μετάφραση, όπως παρατίθεται στο βιβλίο «Φάκελος Σνόουντεν», εκδ. Καστανιώτη]

Όπως φαίνεται, ο χρήστης «TheTrueHOOHA» ήταν έξαλλος με τη διαρροή των κρατικών μυστικών στην εφημερίδα. Δεν πρέπει, δε, να είχε σε καμία υπόληψη το Wikileaks, το οποίο είχε κάνει νωρίτερα την μεγαλύτερη αποκάλυψη στην ιστορία, διαρρέοντας εκατοντάδες χιλιάδες έγγραφα από τα διπλωματικά αρχεία των ΗΠΑ (Cablegate). Το εκπληκτικό είναι ότι ο «TheTrueHOOHA» ήταν ο Έντουαρντ Σνόουντεν, την εποχή που αντιλαμβανόταν ακόμα την πραγματικότητα ως ένας πατριώτης ρεπουμπλικάνος, και που όχι μόνο δεν πίστευε στην αξία των διαρροών, αλλά συνιστούσε να πυροβολούν στα αχαμνά τους τύπους που λειτουργούν ως βαθιά λαρύγγια.

Η στιχομυθίες αυτές και η ταυτότητα του «TheTrueHOOHA» ήρθαν στο φως το 2013, όταν πια ο Σνόουντεν ήταν φυγάς και καταζητούμενος από τις αμερικανικές αρχές, έχοντας κάνει τη μεγαλύτερη διαρροή απόρρητων εγγράφων που έχει καταγραφεί ποτέ στην ιστορία (NSA leaks). Το τι μεσολάβησε ώστε από συντηρητικός υπερασπιστής της κρατικής μυστικότητας να γίνει ακτιβιστής εγκαταλείποντας τα πάντα και διακινδυνεύοντας τη ζωή του, είναι ίσως το κλειδί για να καταλάβουμε τι κάνει σημαντικές τις διαρροές πληροφοριών αυτού του είδους.

πηγή: https://www.flickr.com/photos/mw238/14898437980

πηγή: https://www.flickr.com/photos/mw238/14898437980

Είναι η κρίση νομιμότητας, ηλίθιε

Ο Γιοκάι Μπένκλερ, καθηγητής της Νομικής του Χάρβαρντ, υποστηρίζει ότι αυτό με το οποίο ήρθε αντιμέτωπος ο Σνόουντεν ήταν η κρίση νομιμότητας του συστήματος για το οποίο δούλευε. Το ίδιο κίνητρο εξηγεί, σύμφωνα με τον Μπένκλερ, τις περισσότερες από τις υποθέσεις διαρροών που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στις ΗΠΑ. Και μάλιστα, η τρέχουσα κρίση, του θυμίζει μια ανάλογη σειρά αποκαλύψεων από βαθιά λαρύγγια που είχε πυροδοτήσει ο πόλεμος του Βιετνάμ, τη δεκαετία του 1970.

Ο ίδιος ανέλυσε τις 22 υποθέσεις που έχουν καταγραφεί στις ΗΠΑ από από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και έκτοτε, για τις οποίες ασκήθηκαν διώξεις ή οι οποίες καταχωρήθηκαν ως υποθέσεις διαρροών έστω κι αν δεν υπήρξαν διώξεις. Οι 16 από αυτές χρονολογούνται από το 2002 και μετά, και η συνήθης εξήγηση που δίνεται γι’αυτή την κορύφωση είναι ότι «φταίει η τεχνολογία» και η δυνατότητα μεταφοράς των απόρρητων εγγράφων. Αποδίδεται, δηλαδή, στην ψηφιοποίηση των αρχείων και στο ότι είναι ευκολότερο να τα κατεβάσει κανείς μαζικά και να τα δημοσιοποιήσει ανοιχτά (κατά το στυλ του Wikileaks) ή δίνοντάς τα σε δημοσιογράφους (όπως έκανε ο Σνόουντεν).

Ο Μπένκλερ απορρίπτει αυτή την επιχειρηματολογία: Τα στοιχεία «δεν υποστηρίζουν ούτε την άποψη ότι έχουμε γενικευμένη αύξηση των διαρροών, ούτε την ιδέα ότι ο σχετικά μεγάλος αριθμός διαρροών που αφορούν πράξεις αμφιλεγόμενης νομιμότητας προκλήθηκαν από την τεχνολογική αλλαγή», αναφέρει, έστω κι αν η τεχνολογία βοήθησε κάποιους. Κι αυτό, καταρχάς, γιατί μόνο οι πράξεις του Μπράντλεϊ (μετέπειτα Τσέλσι) Μάνινγκ, που έδωσε τα αρχεία του Πενταγώνου στο Wikileaks, και του Έντουαρντ Σνόουντεν διευκολύνθηκαν ξεκάθαρα από την τεχνολογία. Κατά δεύτερον, γιατί η κορύφωση των διαρροών μετά το 2002 αφορά τελικά κυρίως απόπειρες να δημοσιοποιηθούν περιπτώσεις συστηματικής κατάχρησης εξουσίας ή ανάγκης λογοδοσίας. Είναι αποκαλύψεις για την εποχή που ακολούθησε την 11η Σεπτεμβρίου 2001, που, στο όνομα ενός υποτιθέμενου πολέμου κατά της τρομοκρατίας, άνθρωποι απήχθησαν, βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν απ’αόριστον ή τέθηκαν υπό μαζική παρακολούθηση από τις αμερικανικές υπηρεσίες.

Σύμπτωμα της υπέρβασης των εξουσιών που έγιναν στο όνομα της 11ης Σεπτεμβρίου είναι και η εμμονή στις διώξεις των ανθρώπων που κάνουν τις διαρροές. Παρόλο που η αμερικανική νομοθεσία ενστερνίζεται την διαρροή πληροφοριών «ως έναν κρίσιμο μηχανισμό αντιμετώπισης εκείνων των καταστροφικών οργανωτικών δυναμικών που οδηγούν σε λάθη, ανικανότητα και κατάχρηση», η ισχύουσα τάση είναι η δίωξη των πληροφοριοδοτών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στον Μπράντλεϊ Μάνινγκ επιβλήθηκε 35ετής κάθειρξη. Αν, όμως, οι αποκαλύψεις υπηρετούν την ανάγκη της δημοκρατίας για λογοδοσία, τότε η δίωξη των ανθρώπων που λειτουργούν ως βαθιά λαρύγγια, είναι σοβαρότερη απειλή από τις ίδιες τις διαρροές κρατικών μυστικών, συμπεραίνει ο Μπένκλερ.

«Οι διαρροές πληροφοριών θεωρούνται κεντρικός πυλώνας αντιμετώπισης της κυβερνητικής διαφθοράς και αποτυχίας, ανά τον κόσμο. Εκτός αν κάποιος πιστεύει ότι το κατεστημένο των υπηρεσιών εθνικής ασφάλειας αποτελεί κάποια μαγική εξαίρεση από τις δυναμικές που οδηγούν όλους τους οργανισμούς μεγάλης κλίμακας σε λάθη, τότε η διαρροή πληροφοριών πρέπει να είναι διαθέσιμη ως ένα όπλο στη φαρέτρα κάθε δημοκρατίας που θέλει να αναχαιτίζει τις τραγικές συνέπειες που ακολουθούν όποτε οι οργανισμοί εθνικής ασφάλειας διαπράττουν σημαντικά λάθη ή εμπλέκονται σε παρανομίες ή σε συστηματικές καταχρήσεις». Yochai Benkler

πηγή: https://www.flickr.com/photos/posterboynyc/

πηγή: https://www.flickr.com/photos/posterboynyc/

Ασφάλεια εναντίον δημοκρατίας

Τι δεν έβλεπε, λοιπόν, ο «TheTrueHOOHA»-Σνόουντεν σε αντίθεση με τον πληροφοριοδότη-Σνόουντεν; Δεν έβλεπε ότι πίσω από το δίλλημα «ασφάλεια ή δημοκρατία» κρυβόταν επιμελώς το πραγματικό δίλημμα «μυστικότητα ή διαφάνεια», εξηγεί ο Μπένκλερ. Τα κράτη και οι κυβερνήσεις επικαλούνται τη σημασία που έχει η «εθνική ασφάλεια» για να επιβάλλουν μυστικότητα γύρω από τη δράση τους. Όμως πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η εθνική ασφάλεια αποτελεί από μόνη της ένα αυθύπαρκτο σύστημα μέσα στο κράτος, και ως τέτοιο έχει ισχύ και δρα προσπαθώντας να περιορίσει την άσκηση ισχύος επάνω του από άλλα συστήματα, όπως από το σύστημα δημόσιας λογοδοσίας.

Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, στην περίπτωση των ΗΠΑ το σύστημα αυτό αποτελείται από οργανισμούς και θεσμούς της κρατικής γραφειοκρατίας (Πεντάγωνο, CIA, NSA κλπ) και την αντίστοιχη γραφειοκρατία της αγοράς (την βιομηχανία εξοπλισμών, παρακολουθήσεων κλπ) και «αναπτύσσει διάφορες ιδέες και έννοιες όπως “εθνική ασφάλεια” ή “μυστικότητα”, προκειμένου να κυνηγήσει στόχους και να αποκτήσει πόρους (περίπου το 4% του ΑΕΠ, ή το 1/6 των ομοσπονδιακών δαπανών) και απασχολεί ως εργατική δύναμη περίπου το 1% του πληθυσμού των ΗΠΑ που δουλεύεουν στο Υπουργείο Άμυνας, με έναν αντίστοιχο αριθμό να εργάζεται στην παράλληλη αγορά αυτού του συστήματος. Χρησιμοποιεί την μυστικότητα για να κατακερματίσει τη ροή πληροφοριών σχετικά με τη δομή και λειτουργεί έτσι ώστε να της επιτρέπει να προβάλλει ισχύ σε άλλα συστήματα και να αντιστέκεται σε δικές τους διεισδύσεις». Όπως έχουν καταδείξει οι διαρροές που έγιναν τον τελευταίο μισό αιώνα, «η προστασία της μυστικότητας σε αυτές τις περιπτώσεις είχε στόχο την προβολή ισχύος στη δημόσια αμερικανική σφαίρα, παρόλο που υποστηριζόταν ότι προστάτευε την προβολή ισχύος επί νόμιμων στόχων [εχθρών της ασφάλειας]». Με λίγα λόγια, το πολυδάπανο σύστημα που τρέφεται γύρω από την «εθνική ασφάλεια», χρησιμοποιεί την ισχύ του για να εξυπηρετήσει τον εαυτό του και για να αποτρέψει τον έλεγχό του από το αντίπαλο σύστημα «λογοδοσίας και διαφάνειας».

Αυτό, λοιπόν, ήταν που διαπίστωσε ο Έντουαρντ Σνόουντεν δουλεύοντας για την NSA. Είδε την υποκρισία της επίκλησης λόγων εθνικής ασφάλειας να καλύπτει τις μαζικές παρακολουθήσεις εντός και εκτός συνόρων, και όπως αποδείχθηκε αναθεώρησε τη άλλοτε στιχομυθία του με τον «Χρήστη19», όπου απαντούσε το ακριβώς αντίθετο από αυτό που αργότερα τον ηρωοποίησε στα μάτια πολλών και τον δαιμονοποίησε στα μάτια των παλιών ομοϊδεατών του:
«Χρήστης 19» είναι ανήθικο να κάνουν ρεπορτάζ για τις κρατικές μηχανοραφίες;
«TheTrueHOOHA» ΠΑΡΑΒΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ; ΝΑΙ

 

πηγή: https://www.flickr.com/photos/linksfraktion/10926888243

πηγή: https://www.flickr.com/photos/linksfraktion/10926888243

Γιατί οι Γερμανοί δεν συμπαθούν τις διαρροές;

Η Γερμανία είναι πιθανότατα η χώρα όπου καταγράφεται ο μεγαλύτερος θαυμασμός για αυτό που τόλμησε να κάνει ο πληροφοριοδότης της NSA. Αλλά αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ευρεία αντιπάθεια που επικρατεί στη χώρα για τα βαθιά λαρύγγια. Όπως εξηγεί η Αριάν Κλάιβιγκτ, μια Ολλανδή δημοσιογράφος, η οποία μελετά την αλλαγή της στάσης του ρόλου και της αποδοχής των πληροφοριοδοτών στις δυτικές κοινωνίες και ειδικά στη Γερμανία, ο θαυμασμός για τον Σνόουντεν εξηγείται από την βαθιά αντιπάθεια των Γερμανών στην παραβίαση της ιδιωτικότητάς τους από συστήματα παρακολουθήσεων. Η Γκεστάπο και η Στάζι έχουν αφήσει γερά αντισώματα στον πληθυσμό της χώρας.

Ταυτοχρόνως, όμως, είναι βαθιά ριζωμένη στην κουλτούρα τους «η αφοσίωση και οι όρκοι μυστικότητας στους χώρους εργασίας» κι έτσι απορρίπτουν τη διαρροή μυστικών εκτός ενός κλειστού κύκλου όπως η δουλειά (ή και η οικογένεια). Η γερμανική νομοθεσία απαγορεύει μάλιστα στους δημοσίους υπαλλήλους να αναφέρουν παρανομίες που έχουν διαπράξει οι προϊστάμενοί τους, με μια μικρή εξαίρεση που άρχισε να ισχύει μετά το 1999, λόγω συμμόρφωσης με κάποια διεθνή σύμβαση περί διαφάνειας που υιοθέτησε η χώρα, εξηγεί η Κλάιβιγκτ.

Έτσι δεν ακούγεται παράξενο που οι υπεύθυνοι για την απονομή ενός βραβείου πληροφοριοδοτών που απονέμεται κάθε δύο χρόνια στη Γερμανία, δυσκολεύονται ιδιαίτερα να βρουν υποψήφιους. Κι όχι επειδή αναζητούν βαθιά λαρύγγια σνοουντενικής κλίμακας, που να διαρρέουν τόνους κρατικών μυστικών. Μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση πληροφοριοδότη που έγραψε ιστορία ήταν μια νοσοκόμα σε γηροκομείο του Βερολίνου, η Μπριγκίτε Χέινις, που απολύθηκε επειδή αποκάλυψε τις κακές συνθήκες νοσηλείας των τροφίμων. Οι καταγγελίες της «έγραψαν ιστορία» για το νομικό δίκαιο της χώρας, και το 2007 της απονεμήθηκε το συγκεκριμένο βραβείο, αλλά κανείς δεν την θυμάται, αναφέρει στην Κλάιβιγκτ ο πρόεδρος του Γερμανικού Δικτύου Πληροφοριοδοτών.

Η κρίση νομιμότητας της Ευρώπης

Στην από εδώ πλευρά του Ατλαντικού, η κρίση νομιμότητας φαίνεται να αγγίζει πολύ πιο έντονα τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι υγιές και ότι δεν έχει ταρακουνηθεί από τη δράση πληροφοριοδοτών ή ότι στην Ευρώπη δεν γίνεται επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας για να επιβληθεί μυστικότητα στις παρακολουθήσεις και άλλες δράσεις. Απλώς, οι πιο ηχηρές διαρροές των τελευταίων χρόνων αφορούν τη δράση των φορολογικών παραδείσων στην καρδιά της ηπείρου.

Η διαρροή των εγγράφων Φαλσιανί (βάσει των οποίων δημιουργήθηκε η γνωστή λίστα Λαγκάρντ) με τους πελάτες της τράπεζα HSBC που φυγάδευαν τις καταθέσεις τους στην Ελβετία, καθώς και η πιο πρόσφατη αποκάλυψη των Luxleaks, του συστήματος ειδικών συμφωνιών που είχε στήσει το κράτος του Λουξεμβούργου με τις πολυεθνικές που ήθελαν να κρύβουν τα κέρδη τους και να μην φορολογούνται, κάνει τα δύο κράτη να μοιάζουν αδελφάκια της Γκόθαμ Σίτι.

Βέβαια, σε μία από τις περιπτώσεις των συγκεκριμένων αποκαλύψεων, ο πληροφοριοδότης προστατεύθηκε. Ο Φαλσιανί κατέφυγε στη Γαλλία, η οποία αρνήθηκε να τον παραδώσει στην Ελβετία. Αντιθέτως, το Λουξεμβούργο άσκησε δίωξη εναντίον του φερόμενου ως υπεύθυνου της διαρροής.

Το μεγάλο ζήτημα είναι αν οι αποκαλύψεις έκαναν τον κόσμο λίγο καλύτερο, και αν ναι, πόσο. Όχι και πάρα πολύ. Οι διαρροές από την HSBC οδήγησαν στον εντοπισμό κάποιων πλουσίων που έκρυβαν τις περιουσίες τους, αλλά όπου τα συστήματα ελέγχου ήθελαν να κάνουν τα στραβά μάτια ή –όπως συνέβη στην Ελλάδα- να εξαφανίσουν τα στικάκια με τις λίστες, ή να κρύψουν ονόματα, απλώς το έκαναν. Ο δε πρώην πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου επί των ημερών του οποίου στήθηκε το κόλπο, ο Ζαν Κλωντ Γιουνκέρ, είπε ότι όλα έγιναν νόμιμα και συνέχισε να προεδρεύει της Ευρωπακής Επιτροπής με τις ευλογίες της πλειοψηφίας.

Επειδή, όμως, αν δεν σε λένε Γιώργο Βουλγαράκη, πιθανότατα δεν πιστεύεις πώς ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό, τα ευρωπαϊκά κράτη χρειάζονται κι αυτά να κουρδίσουν τα ηθικόμετρά τους.

πηγή: https://www.flickr.com/photos/118591608@N08/

πηγή: https://www.flickr.com/photos/118591608@N08/

Μια νέα (παλιά) ηθική για την κοινωνία και τη δημοσιογραφία

Το παράδειγμα της γερμανίδας νοσοκόμας είναι πολύ πιο κοντά στο πρότυπο του υπεύθυνου πολίτη που ονειρεύονται οι δημοκρατίες, ενώ ο Μάνινγκ και ο Σνόουντεν μοιάζουν με υπερήρωες, σαν τον Μπάτμαν που αναλαμβάνει να καθαρίσει για λογαριασμό των πολιτών όταν η διαφθορά στην Γκόθαμ Σίτι έχει κυριαρχήσει παντού. Αν, λοιπόν, τα βαθιά λαρύγγια είναι οι υπερήρωες της εποχής μας, είναι όλες οι διαρροές ανιδιοτελείς πράξεις ηρωισμού; Θα ήταν ένα πολύ αφελές συμπέρασμα.

Υπάρχουν πάρα πολλές διαρροές που εξυπηρετούν μια χαρά το σύστημα που υποτίθεται ότι εκθέτουν, οι οποίες χρησιμοποιούνται για να επηρεάσουν τη δημόσια ατζέντα, ή στο πλαίσιο εσωτερικών συγκρούσεων του ίδιου συστήματος. Αντί για “leaks” (τον αγγλικό όρο για τις διαρροές) ο καθηγητής της Νομικής του Χάρβαρντ Ντέιβιντ Πόζεν, τις ονομάζει “pleaks” -από τον συνδυασμό “plants” + “leaks”- δηλαδή «φυτεμένες» διαρροές, που κατά κανόνα γίνονται από στελέχη οργανισμών και θεσμών προς δημοσιογράφους, με κάθε άλλο παρά ανιδιοτέλεια, και χωρίς οι δήθεν πληροφοριοδότες να υφίστανται διώξεις.

Σε τι διαφέρει αυτό από την κλασσική δημοσιογραφική πρακτική, που όλες οι πληροφορίες αξιοποιούνται όταν συνεισφέρουν στη σύνθεση μιας ευρύτερης εικόνας για τον κόσμο, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος. Διαφέρει στον βαθμό που η δημοσιογραφική διαχείριση αυτών των διαρροών επιτρέπει να κυριαρχεί η εικόνα που θέλουν να επιβάλλουν συγκεκριμένες πηγές, οι οποίες τυγχάνει να είναι ισχυροί παίκτες και φορείς εξουσίας. Κάτι που προσθέτει στον προβληματισμό το θέμα της «αντικειμενικότητας».

Η «αντικειμενικότητα» στη δημοσιογραφία είναι μια έννοια που μετράει λίγο λιγότερο από έναν αιώνα ζωής. Προτού εφευρεθεί και υιοθετηθεί ως μέτρο αξιοπιστίας, τα μέσα ενημέρωσης ήταν πολύ μικρότερα (σε μέγεθος και απήχηση) και εξέφραζαν ανοιχτά συγκεκριμένες απόψεις, απευθυνόμενα στις κοινωνικές ομάδες που συφωνούσαν με αυτές. Ήταν το βιομηχανικό μοντέλο του Τύπου, στις αρχές του 20ου αιώνα, που χρειαζόταν πιο μαζικά κοινά για να επιτύχει πωλήσεις και κέρδη, εκείνο που επέβαλε το στρογγύλεμα των απόψεων και προέβαλε την ανάγκη να υπάρχουν επαγγελματίες δημοσιογράφοι που θα αναλάβουν να μεσολαβούν ανάμεσα στις ελίτ που κυβερνούν και ασκούν εξουσία και στον απλό κόσμο που προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Και υιοθετήθηκε ο κανόνας που λέει ότι η αμεροληψία και η αντικειμενικότητα ήταν επαρκείς ενδείξεις επαγγελματισμού των δημοσιογράφων, στην υπηρεσία τους υπέρ της «αντικειμενικής αλήθειας».

Μόνο που στην πράξη η «αντικειμενικότητα» των κυρίαρχων ΜΜΕ δεν αποδείχτηκε πολύ αντικειμενική και τελικά δούλευαν σε μεγάλο βαθμό ή μόνο υπέρ των ελίτ. Από αυτό το σημείο η συζήτηση αποκτά πολλές προεκτάσεις, αλλά καθώς μιλάμε για την αξία και τη χρήση των διαρροών, θα μείνουμε σε μία: στην ανάγκη για διαφάνεια που προέκυψε λόγω των ουσιαστικών αλλαγών που επέφερε η ψηφιακή εποχή. Η διαφάνεια είναι το νέο στοιχείο που προστίθεται ως ένδειξη αξιοπιστίας στην διαχείριση των πληροφοριών, εξηγεί ο Ρίτσαρντ Σάμπρουκ, ερευνητής του Ιδρύματος Thomson Reuters, στην σχετική μελέτη του. Κι αυτό αφορά τόσο την επαγγελματική δημοσιογραφία –που επικρίνεται γιατί εξαρτήθηκε από τις επίσημες και τις κυρίαρχες πηγές πληροφόρησης και σταδιακά έπαθε επιλεκτική τύφλωση απέναντι σε εναλλακτικές φωνές και εκδοχές της αλήθειας-, όσο και την ίδια τη δημοκρατία, για να επιστρέψουμε στην ανάλυση του Μπένκλερ, για την αξία των διαρροών.

Ο Μπένκλερ, ας θυμηθούμε, υποστηρίζει ότι το δίλημμα που πρέπει να αντιμετωπίζει μια δημοκρατική κοινωνία δεν είναι «ασφάλεια ή δημοκρατία» αλλά «μυστικότητα ή διαφάνεια». Όταν η επιλογή είναι «διαφάνεια» ο κόσμος δεν έχει ανάγκη από διαρροές, καθώς μπορεί να υπάρχει πληροφόρηση και δημόσιος διάλογος. Όταν, όμως, τα συστήματα λογοδοσίας που προβλέπονται για τον έλεγχο των εξουσιών, απενεργοποιούνται με την επίκληση της ανάγκης για μυστικότητα, τότε τα βαθιά λαρύγγια που εκθέτουν καταχρήσεις και λάθη του συστήματος, είναι απαραίτητα όσο και το οξυγόνο που αναπνέουμε.




ΤρίπΘεραπυ

 

Στις αρχές του Φεβρουαρίου και ενώ διάβαζα ότι «βιώνουμε σήμερα μια αναγέννηση της ψυχεδελικής έρευνας» σε ένα άρθρο του Michael Pollan στο «New Yorker», το μυαλό μου πήγε στην Λίζα και στο φωτεινό της χαμόγελο, ενώ μου μιλούσε για τι άλλο, για το rebοot της έρευνας πάνω σε ψυχοδηλωτικές ουσίες. Με τη Λίζα γνωριστήκαμε πριν αρκετά χρόνια, όταν είχα τη χαρά να την φιλοξενήσω σπίτι μου και ενώ έκανε μια σύντομη στάση στα ταξίδια της σε όλο τον πλανήτη. Ανάμεσα σε αρκετά λίτρα τσάι και ενώ μου μιλούσε για τις εμπειρίες της, μου ανέφερε την έρευνα που έκανε σε σχέση με τα ενθεογενή και πιο συγκεκριμένα με τα μανιτάρια ψιλοκυβίνης στα πλαίσια του phd της στο San Fransisco.

 

Pyschoactive_Drugs

Στην έρευνά της είχε ασχοληθεί με τη χρήση απαγορευμένων ουσιών στα πλαίσια θεραπείας και έμαθα ότι τόσο το διαιθυλαμίδιο του λυσεργικού οξέος ή ευρύτερα γνωστό ως LSD (d-lysergic acid diethylamide) όσο και τα μανιτάρια ψιλοκυβίνης έχουν χρησιμοποιηθεί από το 1960, τόσο για τη θεραπεία νευρώσεων όσο και για θεραπείες σε ασθενείς με έντονο άγχος, Μετατραυματική Αγχώδη Διαταραχή (PTSD) και κατάθλιψη.

Και παρόλο που είναι εξαιρετικά δύσκολο, η Λίζα προσπάθησε να μου κάνει αισθητά διακριτή τη σημασία της συγκεκριμένης εφαρμογής από οποιαδήποτε άλλη πολιτιστική, κοινωνική, καλλιτεχνική, πνευματική ή ψυχαγωγική χρήση. Θα το σεβαστώ και θα προσπαθήσω να αφήσω έξω το γοητευτικό κομμάτι του μυστικισμού, της φιλοσοφίας και της ιστορικοκοινωνικής, πολιτιστικής αλλά και οικονομικής σημασίας των ενθεογενών. Ούτως ή άλλως είτε τα αποκαλούμε ψυχογενή, ψυχοτρόπα, ενθεογενη-ενθεογόνα, δεν αποφεύγουμε τις νοητικές συνδέσεις.

Τα πιθανά επιστημονικά οφέλη από την χρήση ψυχεδελικών ουσιών εμπίπτουν γενικά σε δύο κατηγορίες. Φαίνεται να είναι  φαρμακευτικά χρήσιμα, καθώς σε ελεγχόμενες δόσεις και χωρίς παρενέργειες, βοηθούν στον έλεγχο του στρες και του πόνου, ενώ σε μεγαλύτερες δόσεις (πάντα υπό καθοδήγηση)  προσφέρουν μια αντισυμβατική άποψη της λειτουργίας του ανθρώπινου νου,  αγγίζοντας το πανάρχαιο, πρόβλημα προσπέλασης και εργασίας με την ανθρώπινη συνείδηση.

Και φυσικά το τελευταίο θέμα, προκαλεί αρκετά ερωτήματα τόσο ιατρικού όσο και πολιτικοκοινωνικού ελέγχου, θέτοντας εδώ και αρκετά χρόνια το ζήτημα του ενθεογενούς ακτιβισμού.

hofmann_albert_interview1-4

Ψυχεδελικά φυτικής προέλευσης, όπως η μεσκαλίνη (από τον κάκτο πεγιότ), η ψιλοκυβίνη (μαγικά μανιτάρια) και το DMT (από την ayahuasca, αφέψημα διαφόρων εγχύσεων από τροπικά φυτά), έχουν χρησιμοποιηθεί θεραπευτικά και ιατρικά για χιλιετίες. Το 1943, ωστόσο, ο Albert Hofmann, ένα 37χρονος ελβετικής καταγωγής χημικός και ενώ εργαζότανε στα εργαστήρια της φαρμακευτικής εταιρείας Sandoz στη Βασιλεία, είχε ένα πολύ ενδιαφέρον ατύχημα. Ενώ μελετούσε τις φαρμακευτικές ιδιότητες των αλκαλοειδών της ερυσιβώδους όλυρας και μετά από τυχαία επαφή, πήρε μια πρώτη δόση από την ουσία που λίγο πριν τα 100ά γενέθλιά του, αποκάλεσε «φάρμακο για την ψυχή».

επηρεασμένος από μια ανεπανάληπτη εγρήγορση, συνδυασμένη με μια ελαφρή ζάλη. Ξάπλωσα στο σπίτι και βυθίστηκα σε μια όχι δυσάρεστη κατάσταση μέθης, η οποία χαρακτηριζόταν από μια εξαιρετικά διεγερμένη φαντασία. Σε μια ονειρική κατάσταση, με κλειστά μάτια (το φως του ήλιου μου φάνηκε ιδιαίτερα λαμπερό), αντιλήφθηκα μια αδιάκοπη ροή φανταστικών εικόνων, απίθανα σχήματα με έντονα, καλειδοσκοπικά παιχνίδια του χρώματος. Έπειτα από περίπου δυο ώρες, η κατάσταση εξασθένισε. 

Μετά από μια πολύ ενδιαφέρουσα βόλτα με το ποδήλατο του, αρκετά πειράματα και καταγραφές αργότερα,  το LSD χρησιμοποιήθηκε πειραματικά στην ιατρική με στόχο να προκαλέσει καταστάσεις παρόμοιες με εκείνες που συνοδεύουν ψυχικές ασθένειες, όπως η σχιζοφρένεια, με σκοπό τη μελέτη τους. Το 1947, η φαρμακευτική εταιρία κυκλοφόρησε το LSD με την εμπορική ονομασία Delysid για ψυχιατρική πάντα χρήση, αλλά ήταν τη δεκαετία του ’60 που το LSD θα ξέφευγε από τα ερευνητικά και ακαδημαϊκά εργαστήρια και θα αποκτούσε θιασώτες, συμμάχους και εξαιρετικά αποτελεσματικούς αντιπάλους.

volunteer_participates in LSD research_California_1966

Κατά τη δεκαετία του 1960, το LSD και οι άλλες ψυχοτρόπες ουσίες άρχισαν να διατίθενται στην παράνομη αγορά των ναρκωτικών και παραισθησιογόνων ουσιών με πολύ μεγαλύτερη ευρύτητα από ότι τις προηγούμενες δεκαετίες. Η χρήση τους υπήρξε ιδιαίτερα διαδεδομένη και συνδέθηκε με κινήματα, πνευματικές και κοινωνικές επαναστάσεις αλλά και θεωρίες συνομωσίας οι οποίες συνέδεσαν την χρήση των ουσιών με κυβερνητικά πειράματα σε στρατιώτες και πολίτες . Το LSD προτάθηκε για τη θεραπεία νευρώσεων, ειδικά σε περιπτώσεις ασθενών που αρνούνταν να ακολουθήσουν άλλες θεραπευτικές μεθόδους, όπως επίσης και για την αντιμετώπιση του αλκοολισμού και του μετατραυματικού στρες. Μελετήθηκε ακόμα η αποτελεσματικότητά του στην αντιμετώπιση του αυτισμού ή της εξάρτησης από άλλες ψυχοτρόπες ουσίες, ωστόσο ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών ουσιών είχε καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη τη χρηματοδότηση οποιασδήποτε έρευνας. Αντισυμβατικοί επιστήμονες και κυρίως ψυχολόγοι μελέτησαν σε βάθος και πειραματίστηκαν με το LSD, προκειμένου να κατανοήσουν καλύτερα τις λειτουργίες και δυσλειτουργίες της ανθρώπινης συνείδησης. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Τσεχικής καταγωγής ψυχίατρος Στάνισλαβ Γκροφ (Stanislav Grof) και φυσικά ο πατέρας του κινήματος των ψυχοδηλωτικών ο Dr. Timothy Leary, ή όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο Richard Nixon, ο «πιο επικίνδυνος άνθρωπος της Αμερικής». Και η κυβέρνηση Nixon κυνήγησε την χρήση τους για οποιοδήποτε λόγο, πέρα από τα δικά τους κυβερνητικά πειράματα.

Η Λίζα μου είχε τότε εξηγήσει ότι οι νόμοι για τον έλεγχο των ψυχοτρόπων ουσιών, όπως η ψιλοκυβίνη, καθιστούν σχεδόν αδύνατη την ουσιαστική ερευνητική τους αξιοποίηση, αλλά ότι παρά τα εμπόδια, ερευνητές από διάφορους τομείς πιστεύουν ότι ασθένειες όπως ο αλκοολισμός, η κατάθλιψη και το Σύνδρομο Μετα-τραυματικού Στρες (PTSD) μπορούν να αντιμετωπισθούν με την ελεγχόμενη χρήση ψυχοδηλωτικών.

Johns_Hopkins_psilocybin_session_room-SessionRm_2176x

Στις αρχές του 21ου αιώνα, και αρκετά χρόνια μακριά από την διακυβέρνηση Nixon, αναβίωσε η έρευνα της χρήσης του LSD και άλλων ουσιών για τη θεραπεία του αλκοολισμού και διάφοροι ερευνητές έχουν υποστηρίξει πως ενδέχεται να έχει θετικά οφέλη. Φυσικά από το «ενδέχεται» ως την αποδοχή παρεμβάλλονται χρόνια έρευνας και μεγαλύτερα δείγματα. Η Λίζα μου εξήγησε ότι ορισμένοι ιατρικοί οργανισμοί συνεχίζουν να υποστηρίζουν και να χρηματοδοτούν την έρευνα για τις πιθανές ιατρικές χρήσεις του LSD, ωστόσο η θεραπευτική χρήση του εξακολουθεί να παραμένει αποκλειστικά σε πειραματικό επίπεδο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν στο επιστημονικό έντυπο Journal of Nervous and Mental Diseases http://journals.lww.com/jonmd/Fulltext/2014/07000/Safety_and_Efficacy_of_Lysergic_Acid.1.aspx, θετικά είναι τα πρώτα αποτελέσματα από την φαρμακευτική χρήση της παραισθησιογόνου ουσίας LSD σε πάσχοντες από σοβαρής μορφής κατάθλιψη.  Η μελέτη έγινε από τον Ελβετό ψυχίατρο Peter Gasser σε ομάδα 12 ανδρών και γυναικών σε  ιδιωτική κλινική κοντά στη Βέρνη. Η χορήγηση του LSD έγινε στο πλαίσιο συνεδριών ψυχοθεραπείας για την αντιμετώπιση της σοβαρής κατάθλιψης σε καρκινοπαθείς και άλλους ασθενείς τελικού σταδίου.  Οι εθελοντές που πήραν μεγάλες δόσεις LSD (200 μικρογραμμάρια), εμφάνισαν κατά 20% μείωση των συμπτωμάτων κατάθλιψης, χωρίς να παρουσιάσουν κάποιες σοβαρές παρενέργειες. Όσοι πήραν μικρές δόσεις (20 μικρογραμμάρια), εμφάνισαν επιδείνωση των συμπτωμάτων άγχους. Όταν όμως, στη συνέχεια, και αυτοί πήραν την υψηλότερη δόση, εμφάνισαν επίσης βελτίωση.

Στην Αγγλία, ο Dr Robert επιστημονικός συνεργάτης του Imperial College, είναι ο πρώτος άνθρωπος στο Ηνωμένο Βασίλειο που μετά το 1971, κατάφερε να του χορηγηθεί νόμιμα LSD, ώστε να το χρησιμοποιήσει σε ανθρώπους εθελοντές.

Και παρόλο που η έρευνα στα ψυχοδηλωτικά έχει σημειώσει κάποια πρόοδο στην Αγγλία και στην Ελβετία, υπάρχουν εμπόδια κατά των ψυχοδηλωτικών ερευνών. Οργανισμοί όπως το ‘Heffter Research Institute’ και ο ‘Διεπιστημονικός Σύλλογος Μελετών στα Ψυχοδηλωτικά’ (MAPS) χρηματοδοτούνται από ιδιώτες χορηγούς και δεν έχουν την οικονομική άνεση για να κάνουν ακριβές, μεγάλης κλίμακας δοκιμές σε ανθρώπους που θα μπορούσαν να δώσουν αξιόπιστα αποτελέσματα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Φυσικά τα $82,765.95 που η κοινότητα του reddit μόλις δώρισε στο MAPS θα βοηθήσουν αρκετά. Μιλώντας τις προάλλες στην Λίζα για το άρθρο, μου ανέφερε ότι πήγαινε προς το San Francisco  για το 3rd Annual Women’s Entheogenic Symposium και μου είπε ότι όποιος ενδιαφέρεται για το άρθρο της πάνω στην ψιλοκυβίνη θα χαρεί να το στείλει.

LSD_Hoffman_Bicycle_Day_-_full_square

***

Πηγές – βιβλιογραφία

http://www.newyorker.com/magazine/2015/02/09/trip-treatment

http://www.maps.org/

http://health.in.gr/news/scienceprogress/article/?aid=1231301286

http://www.holotropic.com/

http://www.chem.uoa.gr/chemicals/chem_LSD.htm

http://journals.lww.com/jonmd/Fulltext/2014/07000/Safety_and_Efficacy_of_Lysergic_Acid.1.aspx

http://www.maps.org/maps-media/media/5558-press-release-maps-receives-$82,000-award-as-one-of-reddit%E2%80%99s-top-10-charities

https://www.erowid.org/