ΤΤΙΡ: Το εταιρικό deal της εικοσαετίας

 

Υπάρχουν ορισμένες ειδήσεις που μεταδίδονται στα δελτία των 8, “ακούγονται” στα ραδιόφωνα και διαχέονται στο διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα προκαλώντας απλά ινφο-βαβούρα. Υπάρχουν κάποιες νομοθεσίες που ετοιμάζονται να υιοθετηθούν από τις κυβερνήσεις χωρίς ποτέ να γίνουν κατανοητές από τους πολίτες και οι οποίες τελικά ορίζουν την πραγματικότητα τους. Και ξαφνικά μια μέρα, εκεί που κάθεσαι στην αγαπημένη σου παραλία, μαθαίνεις ότι μια εταιρία από το Texas θέλει να επενδύσει, κατασκευάζοντας μια πλατφόρμα άντλησης πετρελαίου σε απόσταση αναπνοής από τον αιγιαλό. Και ενώ υπάρχει νομοθεσία προστασίας του περιβάλλοντος, συνειδητοποιείς ότι η κυβέρνηση που εκλέχθηκε, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, δεν μπορεί να κάνει απολύτως τίποτα και αυτή που ελέγχει απόλυτα την κατάσταση είναι η εταιρία από το Texas(1).

Μια ιστορία όπως η παραπάνω θα μπορούσε να αποτελεί παράδειγμα της, υπό διαπραγμάτευση, συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών με τίτλο “Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων” (Transatlantic Trade and Investment Partnership, στο εξής TTIP) ή αλλιώς “Διατλαντική Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου” (Transatlantic Free Trade Area, στο εξής TAFTA)(2).

H TTIP/TAFTA είναι μια συνθήκη ελευθέρων συναλλαγών και επενδύσεων μεταξύ των δύο ανταγωνιζομένων εμπορικών εταίρων(3). Όπως ανέφερε ο επικεφαλής των διαπραγματεύσεων της Ε.Ε. Ignacio Garcia-Bercero εξερχόμενος από τις συνομιλίες του πρώτου γύρου των διαβουλεύσεων για την TTIP: “Έχουμε ήδη αγωνιστεί για πολλούς μήνες για να προετοιμάσουμε το έδαφος για μια φιλόδοξη συμφωνία εμπορίου και επενδύσεων που θα ενισχύσει τη διατλαντική οικονομία, την δημιουργία θέσεων απασχόλησης και την ανάπτυξη, τόσο για την ΕΕ όσο και τις ΗΠΑ”(4). Στον αντίποδα της συμφωνίας επίσημες φωνές -από την ακαδημαϊκή κοινότητα έως οικονομικούς και πολιτικούς αναλυτές- αμφισβητούν σημεία της συνθήκης, σημειώνοντας ότι σε καμία χώρα όπου υπογράφηκαν τέτοιου είδους συμφωνίες δεν ακολούθησε αύξηση των επενδύσεων, ενώ παράλληλα υπονομεύθηκαν οι βασικές αρχές της δημοκρατίας(5).

Στην προσπάθεια να καταλάβουμε το αμάλγαμα της ΤΤΙΡ αξίζει πρώτα να καταγράψουμε κάθε μικρό κομμάτι του μωσαϊκού ώστε το παζλ να ολοκληρωθεί και να γίνει κατανοητό. Ακόμα περισσότερο να καταγράψουμε το πιο δύσκολο τεστ για κάθε οικονομική θεωρία, πώς δηλαδή αντιμετώπισε τις διάφορες κρίσεις και προκλήσεις σε διάφορες ιστορικές φάσεις. Γιατί μπορεί για κάποιους η ιστορία να μην είναι τίποτα περισσότερο από μια συσσώρευση εναλλαγών και τροποποιήσεων, ωστόσο ερμηνεύοντας το παρελθόν και άρα ξαναδιαβάζοντας το μπορούμε να παρατηρήσουμε τη λεπτότητα του άμεσου παρόντος και την πλαστικότητα των δικών μας αντιλήψεων, καθώς το ζητούμενο είναι η διερεύνηση συνολικών καταστάσεων, και των μηχανισμών που τις χαρακτηρίζουν.

ttip_6_picA_c800

Οι συμφωνίες του ΠΟΕ και οι μυστικές διαπραγματεύσεις ΕΕ-ΗΠΑ

Η ιστορία αρχίζει να ξεδιπλώνεται το 1994 με τη συμφωνία “Σχετικά με τις Εμπορικές Πτυχές των Δικαιωμάτων Πνευματικής Ιδιοκτησίας” (Trade Related Aspects of Intellectual Property Rights στο εξής “TRIPS”), όταν ο νεοσύστατος “Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου” (World Trade Organization, WTO στο εξής, ΠΟΕ) προχωρά στην σύναψη της περίφημης συμφωνίας TRIPS η οποία προσδιορίζει τους εμπορικούς κανόνες ως προς τα “δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας” (Intellectual Property IP), μεταξύ των χωρών-μελών, τις λεγόμενες πατέντες (6).

Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας κάθε κράτος-μέλος του ΠΟΕ είναι υποχρεωμένο να αναγνωρίζει την πατέντα ή αλλιώς τις “πνευματικές ιδιοκτησίες” πάνω σε οποιοδήποτε αγαθό, ακόμα και στα άυλα όπως είναι οι πνευματικές δημιουργίες. Μια από τις πρώτες αντιδράσεις για την TRIPS ήρθε από τις αναπτυσσόμενες χώρες το 2001 ενάντια στην Διακήρυξη της Ντόχα, σχετικά με την πατέντα πάνω στα φάρμακα, με την οποία κάθε εταιρεία φαρμάκων εξασφαλίζει το δικαίωμα αποκλειστικής πώλησης του προϊόντος της στην αγορά για 20 χρόνια (7). Έτσι λοιπόν, με τη ρήτρα της πατέντας, η εκάστοτε εταιρεία έχει το ελεύθερο να ορίζει -για παράδειγμα- την τιμή του φαρμάκου της χωρίς ανταγωνισμό ή κάποιον άλλο περιορισμό, ενώ δεν δίνεται για κάποια χρόνια η δυνατότητα παραγωγής των φθηνότερων γενόσημων φαρμάκων (8). Κι ενώ η συμφωνία πρεσβεύει ότι η επιβολή των πνευματικών δικαιωμάτων θα έχει στόχο την προώθηση της τεχνολογικής καινοτομίας, προς αμοιβαίο όφελος παραγωγών και χρηστών της τεχνολογικής γνώσης, αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι η δημιουργία μονοπωλίων με στόχο την προστασία συμφερόντων.

Σε παράλληλους χρόνους με την TRIPS και υπό πλήρη μυστικοπάθεια, το 1995 ιδρύθηκε ο Διατλαντικός Οικονομικός Διάλογος (Transatlantic Business Dialogue, στο εξής TABD) από τις ισχυρότερες ευρωπαϊκές και αμερικάνικες εταιρίες, με σκοπό την ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου (9). Σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, το 2007, δημιουργείται το Διατλαντικό Οικονομικό Συμβούλιο (Transatlantic Business Council, στο εξής TABC) ενισχύοντας την άρση των ρυθμίσεων που επηρεάζουν τις υπερεθνικές επιχειρήσεις (10). Το 2011 και μετά από πιέσεις, η ΕΕ και οι ΗΠΑ συντάσσουν ομάδα διαβούλευσης των παραπάνω εργασιών και μετά από αρκετές συναντήσεις, τον Απρίλιο του 2012, ο TABD από κοινού με την Επιχειρηματική Στρογγυλή Τράπεζα των ΗΠΑ και τη Στρογγυλή Τράπεζα των Ευρωπαίων Βιομηχάνων απαίτησαν μια φιλόδοξη εμπορική και επενδυτική συνεργασία μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ (11).

Η παρουσίαση της “TTIP”

Οι ανωτέρω συμφωνίες αποτελούν το υπόβαθρο της TTIP, έχοντας ως βασικό πεδίο αναλύσεων τις αρχές που συμπεριλαμβάνονται στη Διακήρυξη της Ντόχα (12). Εκείνο που καθορίζει την TTIP και αποτελεί τον κύριο στόχο της είναι οι ελεύθερες συναλλαγές και επενδύσεις μεταξύ των ΕΕ και ΗΠΑ, βάζοντας, όπως σημειώνει και ο John Hillary, ο γενικός διευθυντής της ιστοσελίδας War on Want, ως “πρωταρχικό στόχο την άρση των ρυθμιστικών «φραγμών» που περιορίζουν τα δυνητικά κέρδη των υπερεθνικών επιχειρήσεων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού”, δημιουργώντας τη βάση για μια ενιαία αγορά (13).

Η επιβολή της ΤΤΙΡ θα επηρεάσει άμεσα ένα μεγάλο σύνολο της κοινωνικής κι οικονομικής ζωής των χωρών που εμπλέκονται κι όχι μόνο. Ασφάλεια τροφίμων (απελευθέρωση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, φυτοφαρμάκων, βοδινού κρέατος με ορμόνες και αυξητικές ουσίες), απορρύθμιση στον τομέα του περιβάλλοντος (επιβάρυνση του περιβάλλοντος, κατάργηση κανονισμών νομοθεσίας ΕΕ), ιδιωτικοποιήσεις και απορρύθμιση δημόσιου τομέα, άρση κανόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων και κατάργηση δικαιοδοσίας τοπικών ή εθνικών δικαστηρίων.

ACTA και οι πρακτικές του διαδικτύου

Προτού όμως περάσουμε στην πλήρη παρουσίαση της TTIP αξίζει να σταθούμε λίγο στις πρώτες ημέρες των διαπραγματεύσεων και να παρατηρήσουμε τις αντιθέσεις στην πολιτική σκακιέρα, την μυστικότητα και την κατασκευασμένη πολυπλοκότητα της. Μετά την επίσημη έναρξη των διαπραγματεύσεων, την 11η Φεβρουαρίου του 2013, όπως ανακοινώθηκε στο ετήσιο διάγγελμά του προέδρου Barack Obama προς το Κογκρέσο (14) και μετά τον πρώτο γύρο διαπραγματεύσεων στις 12 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ένα έγγραφο με τον τίτλο “Πόσα κοινά έχει η ΤΤΙΡ με την ACTA;”, θέλοντας να υποστηρίξει ότι η συμφωνία πραγματοποιείται με πλήρη διαφάνεια και όχι με μια επιτηδευμένη μυστικοπάθεια (15). Το έγγραφο αυτό απαντά στο κατά πόσο η ΤΤΙΡ θα χρησιμοποιηθεί για να φέρει “από το παράθυρο” αμφιλεγόμενα σημεία της συμφωνίας ACTA και κατά πόσο οι νέες διατάξεις της θα περιορίζουν την ελευθερία στο διαδίκτυο (16). Στην απάντηση της η ΕΕ δήλωσε πως δεν έχει καμία πρόθεση να έρθει σε αντίθεση με τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο καταψήφισε με ευρεία πλειοψηφία την ACTA, αποκλείοντας κάθε περίπτωση αναβίωσης της. Σύμφωνα με την ΕΕ, η ΤΤΙΡ είναι μια πολύ ευρύτερη συμφωνία που θα καλύπτει πολλούς τομείς της οικονομίας, ενώ κατέστησε σαφές ότι τα πρότυπα της προστασίας του απορρήτου των δεδομένων δεν είναι προς συζήτηση στην παρούσα συμφωνία.

TTIP και προπαγάνδα

Στην προσπάθεια να ακολουθηθεί μια επιτηδευμένη πολιτική της λογικής “δεν επιβάλλω αλλά εξηγώ”, ΕΕ και ΗΠΑ δημιούργησαν μια ειδική ιστοσελίδα σχετικά με την πορεία των διαπραγματεύσεων για την ΤΤΙΡ, καθώς επίσης και μια αναλυτική σελίδα με Συχνές Ερωτήσεις (FAQ) σχετικά με τις διαπραγματεύσεις ΕΕ-ΗΠΑ. Επιπρόσθετα το Τμήμα Εμπορίου της Επιτροπής της ΕΕ, διαθέτει πλέον δύο ειδικούς λογαριασμούς Twitter, ένα γενικό λογαριασμό και ένα λογαριασμό ειδικά για τις διαπραγματεύσεις της ΤΤΙΡ. Τον δεύτερο (@eu_ttip_team) διαχειρίζονται απευθείας οι διαπραγματευτές της Συμφωνίας, δίνοντας έτσι μια παρασκηνιακή ματιά στο πώς οι διαπραγματεύσεις προχωρούν.

Στον αντίποδα όμως της παραπάνω στρατηγικής και χρησιμοποιώντας και πάλι την πρακτική του διαδικτύου και συγκεκριμένα το twitter, βρίσκεται η ανακοίνωση της αμερικάνικης πρεσβείας του Βερολίνου που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2014. Η ανακοίνωση ανέφερε ότι ζητούσε επί πληρωμή πολίτες ή και οργανώσεις για να γράφουν post στο twitter υπέρ του TTIP/TAFTA. Με άλλα λόγια, “πληρωμένη προπαγάνδα” (17). Κι ενώ από τη μια πλευρά παρατηρείται ένα άνοιγμα της δημόσιας σφαίρας μέσω ενός συλλογικού διαλόγου, από την άλλη πλευρά του νομίσματος κάποιοι άλλοι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι ενός μεταφορντικού μοντέλου.

 

ttip_6_picB_c800

ISDS ή αλλιώς ο μηχανισμός «επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτή και κράτους»

Επιστρέφοντας στην ανασκόπηση της TTIP έχει γίνει πλέον κατανοητό πως δεν πρόκειται για μια απλή παραδοσιακή εμπορική συμφωνία ανάμεσα στην ΕΕ και τις ΗΠΑ (18), αλλά επιδιώκεται, όπως άλλωστε έχουν δηλώσει και οι αξιωματούχοι των δύο πλευρών, μια ριζική αλλαγή όχι μόνο στον τρόπο που θα πραγματοποιείται το εμπόριο μεταξύ των δύο εταίρων αλλά και στην καθημερινότητα των πολιτών τόσο της ΕΕ όσο και των ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, στο όνομα μιας “ενιαίας αγοράς”, μέσα από το άνοιγμα των δημόσιων υπηρεσιών και των δημόσιων συμβάσεων, προβλέπεται η επιβολή των συμφερόντων ιδιωτικών εταιρειών πάνω στα κράτη-μέλη. Στην ίδια ράγα λογικής βρίσκεται και η Ελλάδα, αν θεωρήσουμε ότι θα αποτελέσει αναπόσπαστο κομμάτι της συμφωνίας, η οποία ακολουθεί το “σωστό δρόμο” της ΤΤΙΡ μέσω της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων παροχών, όπως η υγεία, η παιδεία και νερό, ενώ παράλληλα έχει ήδη υπογράψει 43 διμερείς συμφωνίες που περιέχουν τέτοιες ρήτρες (19). Όπως σημειώνει ο Karel de Gucht, επίτροπος Εμπορίου της ΕΕ: “Η άρση των κανονιστικών φραγμών είναι πιο περίπλοκη από την άρση των παραδοσιακών εμπορικών φραγμών. Μπορεί να μην είναι εύκολο αλλά αξίζει τον κόπο” (20).

Η Δώρα Κοτσακά, διδάκτορας Πολιτικής Κοινωνιολογίας, με ειδικό ενδιαφέρον στην πολιτική συμπεριφορά και τα πολιτικά κόμματα δήλωσε πως “ο θεμελιώδης στόχος αυτής της συμφωνίας δεν είναι μόνο αυτή η ‘άρση των κανονιστικών φραγμών’, δηλαδή η υποβάθμιση βασικών κοινωνικών προτύπων και περιβαλλοντικών κανόνων όπως είναι τα εργασιακά δικαιώματα, οι κανόνες για την ασφάλεια των τροφίμων, οι κανονισμοί για τη χρήση των τοξικών χημικών ουσιών κ.α., αλλά και η επαναθέσμιση του κοινωνικού χώρου προς όφελος του κεφαλαίου, δηλαδή η δημιουργία των κατάλληλων θεσμών που θα εξασφαλίζουν την ασυδοσία της αγοράς”.

Η ΕΕ από την άλλη, θέλοντας να διαψεύσει απόψεις όπως η παραπάνω, δημοσίευσε τον Σεπτέμβριο του 2013 ένα έγγραφο το οποίο αναφέρεται στην διαφάνεια των συνθηκών των διαπραγματεύσεων, καθώς και στην μη απειλή -σε τομείς όπως η υγεία και το περιβάλλον- που θα φέρει η συμφωνία (21). Παρόλα αυτά, απαγορεύεται η πρόσβαση στα έγγραφα που σχετίζονται με τη συμφωνία από οποιονδήποτε πολίτη, ενώ αυτά θα παραμείνουν απόρρητα για χρονικό διάστημα που μπορεί να φτάσει έως και τα τριάντα χρόνια. Την ίδια στιγμή, ούτε οι αξιωματούχοι κρατών-μελών της ΕΕ δεν διαθέτουν πρόσβαση στα συγκεκριμένα έγγραφα, παρά μόνο σε καθορισμένα αναγνωστήρια από όπου τα έγγραφα απαγορεύεται να απομακρυνθούν ή να αντιγραφούν. Ο πρόσφατα αποσυρθείς Αμερικανός Υπουργός εμπορίου Ron Kirk αιτιολόγησε την πρακτική λέγοντας πως “υπάρχει ένας πρακτικός λόγος [για τον οποίο] πρέπει να διατηρήσουμε κάποιο μέτρο εχεμύθειας και εμπιστευτικότητας” (22).

Σύμφωνα με τον Glyn Moody, συγγραφέα άρθρων σε θέματα τεχνολογίας, στην ερώτηση μας “ποιο είναι το σημείο “κλειδί” στην υπόθεση ΤΤΙΡ” η απάντηση του ήταν σαφής: “Το πιο μετεωρίζον σημείο της συμφωνίας είναι “ο μηχανισμός επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτή και κράτους (Investor-State Dispute Settlement, στο εξής ISDS), καθώς η ενσωμάτωσή του μηχανισμού (στην TTIP) θα παρέχει στους ξένους επενδυτές δικαιώματα πέρα και πάνω από ότι απολαμβάνουν οι πολίτες και οι εγχώριες εταιρείες μιας χώρας. Ο μηχανισμός ISDS θα παρέχει την δυνατότητα σε εταιρείες και επενδυτές να παραβλέπουν τα εθνικά-νομικά συστήματα του εκάστοτε κράτους και να ανατρέπουν την βάση των δημοκρατικών θεσμών, όπως είναι τα τοπικά δικαστήρια. Μια βασική λεπτομέρεια όμως της ΤΙΙΡ είναι ότι δε θα μπορέσει να εφαρμοστεί εάν έστω και ένα από τα εμπλεκόμενα κράτη δε συμφωνήσει στην υπογραφή της”.

Η δημοσιογράφος της Die Tagezseitung, Urlike Herrmann, στην ομιλία της, μετά από πρόσκληση του ιδρύματος “Ρόζα Λούξεμπουργκ” και του Ινστιτούτου “Νίκος Πουλαντζάς”, εξήγησε ότι η ενσωμάτωση της ISDS στην TTIP “θα προβλέπει ότι οποιαδήποτε νέα νομοθεσία, πριν φτάσει στο εθνικό κοινοβούλιο, θα πρέπει να εξετάζεται με κριτήριο τη συμβατότητά της με την TTIP. Αυτό σημαίνει ότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις θα μπορούν να κινηθούν εναντίον κυβερνήσεων για ζημίες τις οποίες υπέστησαν ή ακόμα και για ζημιές που μπορεί να υποστούν μελλοντικά, εάν οι νομοθεσίες είναι αντίθετες με την TTIP. Κι όλα αυτά θα εκδικάζονται όχι στο τοπικό δικαστήριο της κάθε χώρας αλλά σε ένα υπερεθνικό δικαστήριο, το οποίο με την σειρά του μπορεί να επιβάλει απεριόριστα πρόστιμα σε ολόκληρα έθνη” (23).

Στο ίδιο μήκος κύματος η διευθύντρια Debbie Barker του διεθνούς προγράμματος στο Center for Food Safety, Ουάσινγκτον των ΗΠΑ , αναφέρει πως “είναι πραξικοπηματικό, με μια συμφωνία που κανείς δεν ξέρει το περιεχόμενό της, να μπορεί μια εταιρία να προσβάλει ένα κυρίαρχο κράτος”. Η ίδια πιστεύει ότι η TTIP ακόμη και αν δεν επικυρωθεί τελικά θα αποτελέσει ένα σχέδιο για συνθήκες του μέλλοντος (24).

ISDS: Από την θεωρία στην πράξη

Δύο υποδειγματικές υποθέσεις της επίλυσης διαφορών Επενδυτή-με-Κράτος στις οποίες υπονομεύθηκαν οι δημόσιες επιλογές, είναι η αγωγή της σουηδικής εταιρείας ενέργειας Vattenfall κατά της γερμανικής κυβέρνησης για 3,7€ δισ., λόγω της απόφασης της χώρας να καταργήσει σταδιακά την πυρηνική ενέργεια μετά το πυρηνικό ατύχημα στη Φουκουσίμα (25). Δεύτερη είναι η υπόθεση της Philip Morris ενάντια στην νομοθεσία για την συσκευασία στα τσιγάρα της Αυστραλίας, βάσει της οποίας όλα τα πακέτα τσιγάρων πρέπει έχουν κοινή εμφάνιση. Η καπνοβιομηχανία επιδίωξε αποζημίωση ωστόσο από το 2011 ακόμα δεν έχει εκδικαστεί κάποια απόφαση (26).

Για να καταλάβουμε την περίπτωση της ISDS στην ΤΤΙΡ αρκεί απλά να κοιτάξουμε τη συμφωνία της NAFTA και την οικονομική και κοινωνική υποβάθμιση που έχει προκαλέσει στις χώρες που εμπλέκονται σε αυτήν (27). Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Εκουαδόρ, το οποίο έχει ενταχθεί στη Συμφωνία NAFTA, συμπεριλαμβανομένης και της ISDS, όπου το δικαστήριο της ISDS εκδίκασε την μεγαλύτερη αποζημίωση που έχει οριστεί από δικαστήριο, 2.4$ δισ. για την υπόθεση Occidental Petroleum (28).

Τι συμβαίνει σήμερα

Μετά την ολοκλήρωση του 5ου γύρου των διαβουλεύσεων στις Βρυξέλλες στις 14 Ιουλίου 2014, σχετικά με την TTIP και θέτοντας ως άτυπη λήξη αυτών τα τέλη του 2015, ακριβώς πριν την έναρξη της προεκλογικής περιόδου στις ΗΠΑ, οι διαπραγματευτές της συμφωνίας συνεχίζουν να χρησιμοποιούν παραπλανητικά στοιχεία από την έκθεση εκτίμησης επιπτώσεων (Centre for Economic Policy Research, στο εξής CEPR). Οι εμπνευστές της υποστηρίζουν ότι η οικονομία της ΕΕ θα μπορέσει να ωφεληθεί 119€ δισεκατομμύρια το χρόνο και η οικονομία των ΗΠΑ θα μπορούσε να κερδίσει επιπλέον 95$ δισεκατομμύρια το χρόνο -υπολογίζοντας κέρδος 545€ για κάθε οικογένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης (29). Ωστόσο η μελέτη του CEPR αποκαλύπτει ότι τα οφέλη αυτά θα γίνουν αισθητά μετά το 2027 και μόνον εφόσον επιτευχθεί μια ολοκληρωμένη συμφωνία. Οικονομολόγοι ωστόσο εκτιμούν ότι ακόμα και το πιο ευνοϊκό σενάριο μπορεί οδηγήσει σε οριακή αύξηση μόλις 0,05% του ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Είναι οι συνθήκες της συμφωνίας μη αναστρέψιμες;

Όπως αναφέρει ο Glyn Moody “Η μορφή που είναι γραμμένη η ΤΤΙΡ (βλέπε και TISA) οδηγεί προς μια κατεύθυνση και δε θα είναι αναστρέψιμη αν πραγματοποιηθεί. Αν περάσει η συμφωνία θα είναι αδύνατο τα δεδομένα να αλλάξουν και οι υποστηρικτές θα επικαλεστούν την δεσμευτικότητα των διεθνών τους υποχρεώσεων. Έτσι λοιπόν, αντί να σκεφτόμαστε τι θα κάνουμε αν περάσει η συμφωνία, καλύτερα είναι να δράσουμε προτού να είναι αργά”.

 

Πηγές:

(1) Νόµος 2971/2001 «Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις» http://www.newinka.gr/arthra/nomothesia/2971-2001_aigialos-paralies-kai-diatakseis.pdf

(2) Transatlantic Trade and Investment Partnership http://ec.europa.eu/trade/policy/in-focus/ttip/

Transatlantic Trade and Investment Partnership http://en.wikipedia.org/wiki/Transatlantic_Trade_and_Investment_Partnership

Transatlantic Trade and Investment Partnership (T-TIP) http://www.ustr.gov/ttip

“TACD”, Transatlantic Consumer Dialogue http://www.consumersinternational.org/media/1398528/tacd-ip-resolution-on-ipr-in-the-transatlantic-trade-and-investment-partnership.pdf

Στο κείμενο διατηρείται το ακρωνύμιο TTIP κι όχι το ελληνικό για λόγους σαφήνειας, καθώς γιατί χρησιμοποιείται με αυτή τη μορφή από τα εγχώρια και διεθνή Μ.Μ.Ε..

(3) “David Cameron sets free trade agreement as his G8 priority” http://www.theguardian.com/politics/2013/jan/01/david-cameron-free-trade-agreement-g8

(4) “EU and US conclude first round of TTIP negotiations in Washington” http://trade.ec.europa.eu/doclib/press/index.cfm?id=941

(5) Hillary, J. (2014) “Τransatlantic Trade and Investment Partnershiphttp”
http://rosalux.gr/sites/default/files/publications/ttip_web.pdf
Βλέπε, επίσης τη “Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής” (North American Free Trade Agreement, στο εξής “NAFTA” https://en.wikipedia.org/wiki/North_American_Free_Trade_Agreement

(6) TRIPS, Trade Related Aspects of Intellectual Property Rights the General Agreement on Tariffs and Trade http://en.wikipedia.org/wiki/TRIPS_Agreement

Intellectual property http://en.wikipedia.org/wiki/Intellectual_property

Βλέπε, επίσης : Οι διαπραγματεύσεις για την τελική συμφωνία ολοκληρώθηκαν με τον γύρο των συνομιλιών στην Ουρουγουάη στα πλαίσια της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (General Agreement on Tariffs and Trade, στο εξής GATT), το 1994. http://en.wikipedia.org/wiki/General_Agreement_on_Tariffs_and_Trade

(7) Doha Declaration http://en.wikipedia.org/wiki/Doha_Declaration

(8) Βλέπε, © ΖΩΗ COPYRIGHT ΕΞΑΝΤΑΣ – Ντοκιμαντέρ Στον Κόσμο http://www.exandasdocumentaries.com/gr/documentaries/chronologically/2012-2013/351-zoi-copyright

(9) Transatlantic Business Dialogue http://transatlanticbusiness.org/tabd/

(10) Transatlantic Business Council http://transatlanticbusiness.org/

(11) «Forging a Transatlantic Partnership for the 21st Century», Κοινή Δήλωση της Επιχειρηματικής Στρογγυλής Τράπεζας των ΗΠΑ, του Διατλαντικού Επιχειρηματικού Διαλόγου και της Στρογγυλής Τράπεζας των Ευρωπαίων Βιομηχάνων, 18 Απριλίου 2012. Βλέπε στο Hillary, J. (2014: 10) “Τransatlantic Trade and Investment Partnershiphttp”

(12) Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι οι ΗΠΑ διαπραγματεύονται παράλληλα άλλες δύο μεγάλες συμφωνίες την ΔιαΕιρηνική Συνεργασία (Trans-Pacific Partnership, στο εξής “TTP”) http://en.wikipedia.org/wiki/Trans-Pacific_Partnership και την μυστική μέχρι πρότινος Συμφωνία Παροχής Υπηρεσιών (Trade In Services Agreement, στο εξής TISA) μαζί με την ΕΕ https://servicescoalition.org/negotiations/trade-in-services-agreement. Διαβάστε επίσης, το κείμενο που κυκλοφόρησε από την WikiLeaks Secret Trade in Services Agreement (TISA) – Financial Services Annex https://wikileaks.org/tisa-financial/

(13) Hillary, J. (2014) “Τransatlantic Trade and Investment Partnership http://rosalux.gr/sites/default/files/publications/ttip_web.pdf

(14) A Running Start for a U.S.-Europe Trade Pact http://www.nytimes.com/2013/02/14/business/global/obama-pledges-trade-pact-talks-with-eu.html?_r=0

(15) How much does the TTIP have in common with ACTA? http://trade.ec.europa.eu/doclib/docs/2013/july/tradoc_151673.pdf

(16) Questions and answers http://ec.europa.eu/trade/policy/in-focus/ttip/questions-and-answers/

(17) Support U.S.-EU free trade? The embassy in Berlin wants you! http://www.washingtonpost.com/blogs/in-the-loop/wp/2014/06/17/support-u-s-eu-free-trade-the-embassy-in-berlin-wants-you
Βλέπε, επίσης, TTIP-Project.docx https://docs.google.com/document/d/1oLBKsA_4pmdzSrVlebl6buH6CFvES4JqKqfRwliANlE/edit?pli=1
US Embassy In Berlin Offering Cold, Hard Cash For People To Create Pro-TAFTA/TTIP Propaganda https://www.techdirt.com/articles/20140620/14292827638/us-embassy-berlin-offering-cold-hard-cash-people-to-create-pro-taftattip-propaganda.shtml

(18) Transatlantic Trade and Investment Partnership (TTIP) Negotiations http://transatlantic.sais-jhu.edu/publications/CRS_TTIP_report_Feb_2014.pdf

(19) To μυστικό σύμφωνο Ε.Ε.-ΗΠΑ που αλλάζει ριζικά τις ζωές μας http://www.efsyn.gr/?p=206227

(20) Transatlantic Trade and Investment Partnership (TTIP) – Solving the Regulatory Puzzle http://trade.ec.europa.eu/doclib/docs/2013/october/tradoc_151822.pdf

(21) Transatlantic Trade and Investment Partnership: The Regulatory Part http://trade.ec.europa.eu/doclib/docs/2013/july/tradoc_151605.pdf

(22) «EU trade and investment agreement negotiations with the US» May 23, 2013 http://epthinktank.eu/2014/01/23/eu-us-trade-agreement-ttip-tafta/

(23) Ulrike Herrmann, δημοσιογράφος (die tageszeitung), Βερολίνο http://rosalux.gr/video/en-ulrike-herrmann-dimosiografos-die-tageszeitung-verolino

(24) Debbie Barker, διευθύντρια διεθνούς προγράμματος στο Center for Food Safety, Ουάσινγκτον, ΗΠΑ http://rosalux.gr/video/en-debbie-barker-dieythyntria-diethnoys-programmatos-sto-center-food-safety-oyasingkton-ipa

(25) Vattenfall vs. Germany: Nuclear Phase-Out Faces Billion-Euro Lawsuit http://www.spiegel.de/international/germany/vattenfall-vs-germany-nuclear-phase-out-faces-billion-euro-lawsuit-a-795466.html

(26) Tobacco plain packaging—investor-state arbitration http://www.ag.gov.au/tobaccoplainpackaging
Βλεπε περίπτωση Μεξικού με τα καρτέλ. NAFTA Fueling Drug Trade http://economyincrisis.org/content/nafta-fueling-drug-trade

(27) NAFTA And The Drug Cartels: “A Deal Made In Narco Heaven” — Exclusive Excerpt and Live Chat at 3pm EST http://www.huffingtonpost.com/ryan-grim/nafta-and-the-drug-cartel_b_223705.html

(28) The Big Problems in Obama’s Big Trade Deals http://www.usnews.com/opinion/blogs/world-report/2013/07/08/us-eu-trade-agreement-needs-more-congressional-oversight

(29) Transatlantic Trade and Investment Partnership The Economic Analysis Explained http://trade.ec.europa.eu/doclib/docs/2013/september/tradoc_151787.pdf

 




Πόση παθογένεια χωράει σε μια «Μικρή ΔΕΗ»;

 

Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια και εμείς στη θάλασσα του παραλόγου. Το Τμήμα Διακοπής Εργασιών της Βουλής, παραδοσιακά το εργατικότερο όλων, αναλαμβάνει τις «καυτές πατάτες» όταν οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν. Έτσι, η κυβέρνηση δείχνει στους πολίτες ότι ο «πίσω δρόμος» είναι πάντα η καλύτερη λύση. Αν το θέμα είναι επίφοβο να συζητηθεί στην Ολομέλεια, ας συζητηθεί καλύτερα όταν κάποιοι θα έχουν πάει διακοπές. Το καλοκαιράκι όλες οι δυσκολίες ξεπερνιούνται. Ακόμα και η δύσκολη περίπτωση της “Μικρής ΔΕΗ” όπου ο «πίσω δρόμος» ήταν τραχύς.

Η πρόσβαση ιδιωτών σε λιγνιτικά κοιτάσματα και λιγνιτική και υδροηλεκτρική παραγωγή δεν είναι μια απαίτηση που πρωτοεμφανίστηκε με το Μνημόνιο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε ζητήσει μέτρα για την άρση του μονοπωλίου της ΔΕΗ και της μοναδικότητας πρόσβασης σε λιγνίτη ήδη από το 2000. Το ορυχείο της Βεύης μάλιστα, που πρόκειται να τροφοδοτεί τον μελλοντικό σταθμό παραγωγής Μελίτη ΙΙ, είχε προκηρυχθεί για εκμίσθωση το 2006 και το 2010, ενώ μόλις το 2013, μετά από κατηγορίες βουλευτών για σκάνδαλο υπέρ εγχώριων μεγαλοκεφαλαιούχων, εγκρίθηκε η εκμίσθωση του. Οι προσπάθειες απελευθέρωσης της πρόσβασης στο εθνικό μας καύσιμο έχουν μακρά ιστορία, καταγράφοντας μια καταδικαστική απόφαση της ΕΕ κατά της χώρας σχετικά με την αποκλειστική παραχώρηση δικαιωμάτων πρόσβασης σε λιγνίτη στη ΔΕΗ το 2008 αλλά και μια μεταγενέστερη νίκη της ΔΕΗ Α.Ε., ύστερα από έφεση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, όπου η Επιτροπή δεν κατάφερε να αποδείξει κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης που κατέχει η εταιρία στην αγορά ηλεκτρισμού της χώρας.

Η αγορά ενέργειας και η πρόσβαση σε κοιτάσματα ήταν εδώ και πολλά χρονιά δυνατή σε ιδιώτες και ήδη από το 2003 υπήρχαν κατατεθειμένες αιτήσεις κατασκευής λιγνιτικών σταθμών στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας. Και ενώ εδώ και περίπου 10 χρόνια από όταν υπήρξε το πράσινο φως καμία λιγνιτική επένδυση εκτός από αυτές της ΔΕΗ δεν έχει ολοκληρωθεί, τώρα φαίνεται ότι η κυβέρνηση θα βάλει τα δυνατά της ώστε οι εξευτελιστικές τιμές και οι λοιποί όροι πώλησης να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των αγοραστών. Και προσοχή, μιλάμε για αγοραστές και όχι επενδυτές, γιατί ο κατακερματισμός της ΔΕΗ Α.Ε. καθόλου δεν ισοδυναμεί με νέες επενδύσεις, δημιουργία θέσεων εργασίας και άλλων αναπτυξιακών προοπτικών παρά μόνο με ιδιοκτησιακή μεταβίβαση υφιστάμενων παραγωγικών μονάδων. Άλλωστε ανέκαθεν ο τρόπος προσέλκυσης επενδυτών στη χώρα ήταν μέσω καταχρηστικών ευνοϊκών ρυθμίσεων και όχι μέσω της δημιουργίας ενός υγιούς επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Ιδιαίτερα στην αγορά ενέργειας, οι μεγαλοεπιχειρηματίες ευνοούνται από προνομιακές τιμές που υποχρεώνεται να τους προσφέρει η ΔΕΗ, οι βιομηχανικοί αυτοπαραγωγοί πωλούν το παραγόμενο ρεύμα σε τιμές πολύ ακριβότερες από ότι το αγοράζουν από τη ΔΕΗ και οι μεγάλοι επενδυτές ΑΠΕ επωφελούνταν από προνομιακές τιμές και επιδοτήσεις κεφαλαίου που οδηγούν σε ιδιαίτερα μικρό χρόνο απόσβεσης κεφαλαίου.

Η μόνη επένδυση που συνοδεύεται με το «αναπτυξιακό θαύμα» που επικαλείται η κυβέρνηση με την πώληση της «Μικρής ΔΕΗ» αφορά τη δέσμευση της χώρας στην βρώμικη ενέργεια. Με μια παγκόσμια πρωτοτυπία η κυβέρνηση προχωράει σε φιλελεύθερες πολιτικές με πρακτικές κεντρικού σχεδιασμού. Η αντίφαση αυτή καταγράφεται στον νέο ψηφισμένο νόμο όπου ενώ παράλληλα με την υπεράσπιση των αρχών και των οφελών της ελεύθερης αγοράς, επιβάλλεται με κεντρικό σχεδιασμό η υποχρεωτική κατασκευή της νέας λιγνιτικής μονάδας Μελίτη ΙΙ από τον ιδιώτη ως όρος πώλησης της “Μικρής ΔΕΗ”. Ο λιγνίτης άλλωστε αποτέλεσε πανηγυρικά τον κοινό τόπο μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης, με τους βουλευτές της τελευταίας να ζητούν διασφαλίσεις ότι θα πραγματοποιηθεί η επένδυση Μελίτη ΙΙ στη Φλώρινα ως βασικό τους μέλημα για το ενεργειακό μέλλον της χώρας. To successstory όμως απαιτεί υπερβάσεις και έτσι η δομική αντίφαση των πολιτικών της κυβέρνησης αποτυπώνεται στον νέο νόμο με ένα ακόμα παράδειγμα καταστρατήγησης της λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς αφού ορίζεται υποχρεωτική η παραμονή 2 εκ πελατών στο νέο σχήμα παρόδου, άνευ συγκατάθεσης αυτών (όπως ορίζεται στον Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας) τουλάχιστον για 6 μήνες μετά την απόσχιση.

1Η υπόθεση της «Μικρής ΔΕΗ» δεν έχει τα χαρακτηριστικά της εισπρακτικής μνημονιακής πολιτικής που έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια. Τα έσοδα δεν θα εξυπηρετήσουν το χρέος και η πώληση δεν γίνεται μέσω ΤΑΙΠΕΔ. Αντίθετα, τα έσοδα προορίζονται για την βελτίωση των οικονομικών καταστάσεων της ημι-κρατικής ΔΕΗ, και συγκεκριμένα για την προώθηση της προσκόλλησης στον λιγνίτη με την κατασκευή νέων λιγνιτικών μονάδων και τον εκσυγχρονισμό παλαιότερων. Και ενώ ήδη προχωράει η εκποίηση παραλιών, βιότοπων, πολιτιστικών μνημείων, υποδομών κ.α. μέσω ΤΑΙΠΕΔ, παράλληλα με την επιβολή καταιγιστικής φορολογίας και τις μειώσεις προσωπικού με στόχο την ικανοποίηση των δανειστών μας, τα έσοδα από την πώλησημονάδων και κοιτασμάτων της ΔΕΗ θα αποδοθούν στην μητρική εταιρία και άρα και στο 49% των ιδιωτών ιδιοκτητών της ΔΕΗ Α.Ε. Όσο μικρά και αν αναμένονται αυτά τα έσοδα, αφού η λογιστική αξία θα προκύψει πολύ μικρότερη από την πραγματική αξία των μονάδων παραγωγής και των κοιτασμάτων που είναι προς πώληση, το ερώτημα που γεννιέται ως προς τη διαφορετική μεταχείριση της ιδιωτικοποίησης αυτής, είναι εύλογο.

Η εκούσια σύγχυση μεταξύ κρατικής και δημόσιας περιουσίας συνεχίζει να αποτελεί τον πυλώνα των μνημονιακών πολιτικών και στην περίπτωση της “Μικρής ΔΕΗ”. Η περίπτωση παραχώρησης λιγνιτικών κοιτασμάτων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μεταβίβασης και εκποίησης δημόσιας περιουσίας προς το ιδιωτικό κεφάλαιο. Τα κοιτάσματα παραχωρήθηκαν στην αρχικά κρατική ΔΕΗ από το δημόσιο, στη συνέχεια παρέμειναν στην κατά 49% ιδιωτική ΔΕΗ Α.Ε. χωρίς επιβάρυνση κόστους εκμετάλλευσης παρά μόνο με επιβάρυνση λειτουργικού κόστους και κόστους εξόρυξης, και τώρα παραχωρούνται στον μελλοντικό ιδιώτη αγοραστή για αντίτιμο τουλάχιστον όσο η “λογιστική αποτίμηση”, η οποία όμως δεν υφίσταται μιας και δεν υπάρχει μέχρι τώρα αποτίμηση για την εκμετάλλευση του φυσικού πόρου του λιγνίτη. Αντίθετα, χαρακτηριστικό των «αναπτυξιακών» ιδιωτικοποιήσεων στο καιρό του Μνημονίου αποτελεί η μεταβίβαση ολοένα και περισσότερων συμβατικών υποχρεώσεων από τον ιδιοκτήτη προς το Ελληνικό Δημόσιο. Έτσι, ενώ μέχρι σήμερα το δυσθεώρητο κόστος απαλλοτρίωσης και μετεγκατάστασης οικισμού που απαιτείται για την εκμετάλλευση λιγνιτικών κοιτασμάτων το επωμιζόταν η ΔΕΗ, με τον νέο νόμο οι δαπάνες αυτές βαρύνουν το Ελληνικό Δημόσιο προς ελάφρυνση του ιδιώτη.

Η αξιωματική αντιπολίτευση αποφάσισε να ανάγει το θέμα της «Μικρής ΔΕΗ» σε «μητέρα όλων των μαχών». Η δημόσια διάθεση του συλλογικού αγαθού των υπηρεσιών ενέργειας, όπως η θέρμανση, ο φωτισμός και οι μετακινήσεις, ταυτόχρονα με την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας, αποτελεί αναγκαίο συστατικό της δημοκρατίας και οφείλει να είναι πρωταρχικό μέλημα πολιτικής. Με δυσκολία όμως βρίσκει κανείς αναφορά στα παραπάνω στο διάλογο που άνοιξε εδώ και κάποιες εβδομάδες. Αντίθετα, το διακύβευμα παρέμεινε στο γνώριμο και άγονο έδαφος του παραδοσιακού διαχωρισμού αριστεράς-δεξιάς, με την αντιπολίτευση να εστιάζεται αποκλειστικά και μόνο στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της ήδη εισηγμένης στο χρηματιστήριο ΔΕΗ Α.Ε, μην έχοντας ανοίξει πολιτικό διάλογο για την ουσία του ζητήματος. Αποφεύγοντας, δηλαδή, την συζήτηση για το πώς θα εξασφαλιστεί η παροχή αδιάλειπτων και ποιοτικών ενεργειακών υπηρεσιών για τους πολίτες μέσω ενός βιώσιμου μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού. Αναγνωρίζοντας τον κεντρικό ρόλο που παίζει η παροχή ενέργειας στην βιωσιμότητα της οικονομίας, του περιβάλλοντος και της κοινωνίας, οι κοινοβουλευτικοί αντιπρόσωποι απέτυχαν να θέσουν τα σωστά ερωτήματα και οδήγησαν το διάλογο σε ένα λειψό και μάλλον αποπροσανατολιστικό ψευτοδίλημμα (του τύπου Μνημόνιο ή όχι), λες και πρόκειται για ένα θρησκευτικό δόγμα και όχι για ένα ζήτημα που απαιτεί εύρεση κοινά αποδεκτών πολιτικών λύσεων.

Η συζήτηση για την «Μικρή ΔΕΗ» έγινε με όρους φανατισμού, χωρίς να καμία προσπάθεια διαλόγου με τον πολίτη σχετικά με το ποια είναι η κοινωνικά βέλτιστη επιλογή. Αντί να διερευνηθεί η μακροχρόνια ενεργειακή στρατηγική που θα φέρει τις περισσότερες θέσεις εργασίας, δογματικά ο στόχος ήταν η μέγιστη δυνατή εκμετάλλευση λιγνίτη είτε μέσω δημόσιας είτε μέσω ιδιωτικής λειτουργίας. Αντί να δούμε κυβέρνηση και αντιπολίτευση να μάχονται για το ποιος έχει το βέλτιστο πρόγραμμα για την εξασφάλιση κοινοτικών και όχι μόνο πόρων για την ανάπτυξη και την ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανίας ΑΠΕ (π.χ. ηλιακοί θερμοσίφωνες με μεγάλο δυναμικό εξαγωγών) και εξοικονόμησης ενέργειας, είδαμε μια μάχη υπέρ του βρώμικου λιγνίτη. Ξεχνώντας ότι οι μικρές ΑΠΕ και η εξοικονόμηση ενέργειας μπορούν να έχουν πολλαπλά οφέλη τόσο σε σχέση με την παραγωγή θέσεων εργασίας, όσο και με την μείωση της επιβάρυνσης της υγείας των πολιτών και του κρατικού προϋπολογισμού λόγω μείωσης των ασθενειών που συνδέονται με την ατμοσφαιρική ρύπανση (η Ε.Ε. υπολογίζει οτι συνολικά το κόστος υγείας που συνδέεται με την ατμοσφαιρική ρύπανση κυμαίνεται μεταξύ 330-940 δις ευρώ ανά έτος για το σύνολο της Ευρώπης).

Ιδιαίτερα μάλιστα όσον αφορά το κόστος πρόσβασης σε ενεργειακές υπηρεσίες, η συζήτηση υπήρξε πλήρως αποπροσανατολιστική σαν να ήμαστε ακόμα μέσα στο νέφος της αιθαλομίχλης. Το επίπεδο τιμών ηλεκτρισμού της χώρας παραμένει σταθερά κάτω από αυτό του μέσου όρου της ΕΕ (5ος χαμηλότερος μέσος όρος τιμής ηλεκτρισμού για νοικοκυριά την περίοδο 2004-2011 στην Ε.Ε.-28), παρά τις συνεχόμενες αυξήσεις, αφού μέχρι και σήμερα ορισμένα τιμολόγια λιανικής ορίζονται με απόφαση υπουργού (αλλοιώνοντας έτσι σημαντικά την δήθεν «απελευθερωμένη αγορά» αλλά και την κερδοφορία της ΔΕΗ Α.Ε.). Και έτσι εμφανίζεται ο λιγνίτης σαν το φθηνό, εθνικό μας καύσιμο χωρίς να αποκαλύπτονται οι έμμεσες επιδοτήσεις για την εξόρυξη και παραγωγή, χωρίς να συνυπολογίζεται το εξωτερικό κόστος στην υγεία, το περιβάλλον και την κλιματική αλλαγή και χωρίς να λέγεται ότι την έμμεση επιδότηση που επέτρεπε στο κράτος να ασκήσει κοινωνική πολιτική μέσω της ΔΕΗ, την πληρώναμε στο ακέραιο μέσω άλλων φόρων. Επιπλέον, αντίθετα με τις κυβερνητικές καταγγελίες, η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού καταλήγει σε ολιγοπώλια, με πιθανό αποτέλεσμα την αυξημένη κερδοφορία για τις μονοπωλιακές εταιρίες. Σύμφωνα μάλιστα με τελευταία ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι τιμές ηλεκτρισμού στην Ευρώπη επηρεάζονται σημαντικά από την ύπαρξη ανταγωνισμού στον τομέα παροχής ηλεκτρισμού αλλά όχι από την ύπαρξη ανταγωνισμού στον τομέα παραγωγής ηλεκτρισμού.

Σημαντικό είναι επίσης ότι από τη συζήτηση σχετικά με την εξέλιξη των τιμών ηλεκτρισμού, κυβέρνηση κι αντιπολίτευση απέφυγαν να πουν ότι τον πολίτη τον αφορά η δαπάνη ηλεκτρισμού, δηλαδή το γινόμενο τιμής επί καταναλισκόμενης ποσότητας, και όχι απλά η τιμή του ηλεκτρισμού. Συνεπώς με την προώθηση πολιτικών εξοικονόμησης ενέργειας ο πολίτης θα μπορούσε να βγει πολλαπλά κερδισμένος. Όχι όμως οι πολυεθνικές της ενέργειας και οι εγχώριοι μεγαλοεπιχειρηματίες. Και επειδή αύξηση της τιμής του ηλεκτρισμού πρόκειται να δούμε είτε με ιδιωτική είτε με δημόσια ΔΕΗ, τόσο λόγω της εξέλιξης τιμών των καυσίμων στην Ε.Ε., της αυξημένης ανάγκης επενδύσεων σε υποδομές εντάσεως κεφαλαίου όσο και λόγω της επερχόμενης αύξησης έμμεσων και άμεσων φόρων, καλό είναι να ασχοληθούμε σαν πολιτεία με την μετάβαση σε ένα διαφορετικό μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας.

Η αντιπολίτευση ανέβασε τον πήχη ψηλά, όπως οφείλει. Το ερώτημα που γεννιέται όμως είναι πώς πρόκειται να  συσπειρωθεί ένα παλλαϊκό μέτωπο ενάντια στην εκποίηση της ΔΕΗ, αν πρώτα δεν υπάρξει ευρεία διαπίστωση ότι η επιχείρηση αυτή χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές σαν εργαλείο ρουσφετολογικής πολιτικής, με υπεράριθμες προεκλογικές προσλήψεις και ειδικά προνόμια ορισμένων ευνοημένων εργαζομένων, δημιουργώντας έτσι όρους δυσφήμισης για τη δημόσια διαχείριση; Πως θα εδραιωθεί ένα κοινό μέτωπο όταν ακόμα και τώρα η κυβέρνηση, με την σιωπηλή υποστήριξη της αντιπολίτευσης, συνεχίζει τις προνομιακές διακρίσεις με τον νέο νόμο διασφαλίζοντας τις θέσεις εργασίας που προέρχονται από τη ΔΕΗ Α.Ε. για τουλάχιστον 5 χρόνια; Θα αποτελέσει αυτή η διάταξη ισχυρό όπλο επιχειρηματολογίας των εξωκυβερνητικών κομμάτων ώστε να απαιτηθεί η ίδια μεταχείριση και για άλλους εργαζομένους ή οι άμεσα και έμμεσα απολυμένοι του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα θα συνεχίσουν να αναρωτιούνται γιατί χρίζουν πάλι ειδικής μεταχείρισης ορισμένοι εργαζόμενοι της ΔΕΗ;

Η «Μικρή ΔΕΗ» μπορεί να γεμίσει πολλές σελίδες με τις μεγάλες παθογένειες της χώρας. Και πέρα από τις προαναφερθείσες που συνδέονται με την οικονομία και τον τομέα της ενέργειας , η περίπτωση αυτή κατάφερε να χωρέσει και δύο βαθιά πολιτικές παθογένειες. Η φασίζουσα κυβέρνηση διολίσθησε ξανά στον εύκολο δρόμο της καταστολής, επιστρατεύοντας τους απεργούς και ποινικοποιώντας τις κοινωνικές διεκδικήσεις των εργαζομένων. Για να στρώσει έδαφος για αυτή την αντισυνταγματική δράση είχε πρώτα εγκαθιδρύσει καλά μέσω ΜΜΕ την πρακτική του διαίρει και βασίλευε, στρέφοντας τους λοιπούς εργαζομένους εναντίων των συνδικαλισμένων εργαζομένων της ΔΕΗ και απειλώντας με δήθεν καταστροφικές διακοπές ρεύματος. Παράλληλα, η αντιπολίτευση επιχείρησε να συνδέσει το θέμα της πώλησης της «Μικρής ΔΕΗ» με τη διερεύνηση πλειοψηφίας για την επικείμενη εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και την προσφυγή στις κάλπες. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε παταγωδώς προσδίδοντας στην κυβέρνηση χρόνο και δύναμη για να συνεχίσει τις καταστροφικές πολιτικές με τη γνώση ότι στην «αντίπερα όχθη» επικρατεί χάος. Ακόμα χειρότερα όμως, η αποτυχημένη αυτή προσπάθεια κατάφερε να μας δείξει πόσο μακριά είμαστε από τη σύσταση μιας διευρυμένης εναλλακτικής διακυβέρνησης της χώρας, πόσο απέχουμε από την συγκλονιστική πολιτική κίνηση της αριστεράς, της οικολογίας και των κινημάτων της Ισπανίας που κατέθεσαν κοινή έκκληση για δράση (UltimaLlamada), όταν εμείς είχαμε 7 διαφορετικές κατατεθειμένες προτάσεις από κόμματα και ανεξάρτητους βουλευτές για τη διενέργεια συζήτησης με σκοπό την διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το θέμα της ΔΕΗ. Τελικά η «Μικρή ΔΕΗ» έδωσε ένα μεγάλο μάθημα. Αν συνεχίσουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης να αδυνατούν να συνεργαστούν και να εμπνεύσουν, οι φασιστικές πολιτικές θα εισβάλλουν όλο και περισσότερο στην πραγματικότητα μας.

Πηγές:

http://ec.europa.eu/energy/doc/2030/20140122_swd_prices.pdf

http://ec.europa.eu/economy_finance/publications/european_economy/2014/pdf/ee1_en.pdf

http://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/18a4e643-1429-4e6b-a317-d7c6a29adabf/8472647.pdf

* Η Ζωή Βροντίση είναι Επιστημονικός Σύμβουλος Ενεργειακής και Κλιματικής Πολιτικής




«The Internet’s Own Boy»: Μια ταινία για τον Aaron Swartz

 

Οι συνηθισμένες ιστορίες πιτσιρικιών που μπουσουλάνε, πιάνουν στα χέρια τους τον πρώτο τους υπολογιστή και λίγο πριν ή λίγο μετά το τέλος του κολεγίου γίνονται διάσημοι χάρη σε κάποιο από τα ταλέντα τους που άνθισε μέσα από το Ίντερνετ, συνήθως έχουν κι ένα χάπι-έντ. Η περίπτωση του Aaron Swartz δεν είχε. H ιστορία τελείωσε με μια θηλιά γύρω από τον λαιμό του. Αλλά όσα προηγήθηκαν στα τελευταία από τα 25 χρόνια που πρόλαβε να ζήσει, τον καθιστούν έναν από τους σημαντικότερους οραματιστές και αγωνιστές στην ιστορία του Ίντερνετ. Η ταινία «The Internet’s Own Boy» («Το αγόρι του Ίντερνετ») που είναι αφιερωμένη στη ζωή του και αποτυπώνει για πρώτη φορά στην οθόνη τις συνθήκες της δίωξης που οδήγησε στον θάνατο του, είναι από χτες διαθέσιμη ελεύθερα και δωρεάν για όσους θέλουν να την δουν και να την κατεβάσουν, σε χώρες εκτός ΗΠΑ.

Μπορείτε να την δείτε ενσωματωμένη και στο thecricket.gr:

Η ταινία πρακολουθεί τον Swartz μέσα από τις μαρτυρίες φίλων, συνεργατών, των γονιών και των δύο αδελφών του, αλλά και διακεκριμένων προσωπικοτήτων, όπως ο (συν)ιδρυτής του Παγκόσμιου Ιστού (WWW), Tim Berners Lee και ο εμπνευστής των Creative Commons, Lawrence Lessig, που είχαν συνεργαστεί μαζί του και τον αναγνωρίζουν ως ένα παιδί-θαύμα. Η αφήγηση ξεκινά από τη νηπιακή ηλικία του Aaron, τότε που οι γονείς του ανακάλυψαν ότι στα 3 του χρόνια ήξερε ήδη να διαβάζει, λίγο πριν κολλήσει στον πρώτο υπολογιστή που μπήκε στο σπίτι και μάθει μόνος του να προγραμματίζει.

Στα 12, είχε φτιάξει ήδη το πρώτο του σάιτ, το The Info Network, όπου καλούσε τους επισκέπτες να εναποθέτουν ό,τι είδους γνώσεις και πληροφορίες διέθεταν, δημιουργώντας ένα είδος διαδικτυακής εγκυκλοπαίδειας. Είχε οραματιστεί, δηλαδή, αυτό που 5 χρόνια αργότερα έγινε η Wikipedia, με τη διαφορά ότι εκείνος εισέπραξε μόνο μια σχολική επίπληξη για την «βλακώδη» ιδέα του.

Ο μικρός

Την ίδια χρονιά παραλαμβάνει το πρώτο του βραβείο προγραμματισμού από το ΜΙΤ και στη συνέχεια γίνεται μέλος σε μη κερδοσκοπικές κοινότητες προγραμματιστών όπως η RSS-DEV Working Group που έγραψε ιστορία δημιουργώντας το RSS 1.0 (το πρότυπο που επιτρέπει για πρώτη φορά στον χρήστη του Ίντερνετ να λαμβάνει αυτόματες ανανεώσεις από ιστοσελίδες). Οι άλλοι προγραμματιστές εκπλήσσονται όταν κάποια στιγμή μαθαίνουν πως ένα από τα πιο δημιουργικά μέλη τους δεν μπορεί να έρθει να τον γνωρίσουν από κοντά καθώς τους λέει «μάλλον δεν θα με αφήσει η μαμά μου». Διαπιστώνουν ότι κάποιος ανάμεσά τους είναι 14 ετών και δούλευε στο πρότζεκτ από τα 13 του.

Ο Swartz βαριέται ήδη το σχολείο και το εκπαιδευτικό σύστημα. Ξέρει πως τα περισσότερα πράγματα που τους μαθαίνουν εκεί μπορεί να τα μάθει διαβάζοντά τα μόνος του, θέλει να συμβάλλει σε πιο δημιουργικά πρότζεκτ και να βρει πρόσβαση σε περισσότερη γνώση. Είναι μέλος μια γενιάς που βιώνει τη σύγκρουση μεταξύ του παλιού συστήματος περί πνευματικής ιδιοκτησίας και του νέου που χτιζόταν, του Διαδικτύου, διαπιστώνει ο Lawrence Lesssig.

Οι δύο τους γνωρίστηκαν το 2002, όταν ο 16χρονος πια Aaron πήγε στην Ουάσινγκτον να παρακολουθήσει την εκδίκαση μιας υπόθεσης περί πνευματικής ιδιοκτησίας που είχε φέρει ο Lessig στον Ανώτατο Δικαστήριο. Υπάρχει μια συγκινητική φωτογραφία με τους δυό τους να τα λένε σε ένα πεζούλι: ο διανοητής ακαδημαϊκός απέναντι σε ένα μάλλον ατσούμπαλο πιτσιρίκι με ένα σακίδιο στην πλάτη, να του μιλάει.

Το πιτσιρίκι σύντομα καλείται και δίνει ομιλίες παρουσίασης του συστήματος των Creative Commons που είχε στήσει η κοινότητα γύρω από τον Lessig. Είναι μικρός, δεν φτάνει καλά καλά στα μικρόφωνα και η μαμά του, που κάθεται πίσω στην αίθουσα, απορεί πώς όλοι αυτοί οι τύποι δέχονται να ακούν ένα παιδί.

Στα 18 του πάει στο πανεπιστήμιο, αλλά σύντομα διαπιστώνει ότι το εκπαιδευτικό σύστημα είναι κι εκεί ασφυκτικό. Στα 20, μαζί με μια ομάδα προγραμματιστών φτιάχνουν την πλατφόρμα διαμοιρασμού ειδήσεων Reddit, που γνωρίζει τεράστια επιτυχία και εξαγοράζεται από την Conde Nast. Βγάζει αρκετά χρήματα από την εξαγορά, πιθανότατα πάνω από 1 εκατομμύριο δολάρια, αλλά δεν αλλάζει τον τρόπο που ζει. Μετακομίζει, όμως στο Σαν Φρανσίσκο, καθώς η Conde Nast του προσφέρει δουλειά στην εταιρεία, που εκδίδει και το περιοδικό Wired. Ο ίδιος, όμως, φρικάρει από το θορυβώδες και αντιπαραγωγικό στυλ των παιδιών της Σίλικον Βάλεϊ. Την πρώτη μέρα καταλήγει κλαίγοντας στην τουαλέτα του γραφείου και σύντομα σταματάει να πηγαίνει. Μετά από λίγο ποζάρει φορώντας ένα μπλουζάκι με το λογότυπο του Wired όπου αντί για W έχει F. Εχει απολυθεί.

Έρευνα και ακτιβισμός

Ο Swartz είχε ήδη επιλέξει τον δρόμο του. Γι’αυτόν η επιτυχία δεν κρίνεται με όρους επιχειρηματικής επιβράβευσης και υλικών ανταμοιβών. Έχει έναν πολιτικό προσανατολισμό σε ό,τι κάνει, λένε οι δικοί του άνθρωποι. Η τότε φίλη και σύντροφός του Quinn Norton διαπιστώνει ότι η η απόλυση από το Wired ήταν η στιγμή που ο επιχειρηματικός κόσμος τον απέρριψε. Κι αυτό φαίνεται πως είναι και το ιστορικό σημείο που διαχωρίζει πλέον ξεκάθαρα τον Swartz από τα υπόλοιπα παιδιά-θαύματα που αναδύονται από τον διαδικτυακό κόσμο των start-ups και μένουν εκεί.

Η δράση του από εκεί και πέρα είναι ερευνητική και χ-ακτιβιστική. Συμβάλει σε μια σειρά από πολύ σημαντικά και δημιουργικά εγχειρήματα, όπως το Open Library [ένα μεγάλο wiki με μια σελίδα για κάθε βιβλίο που έχει γραφτεί, με πληροφορίες από ποικίλες πηγές και με τρόπους να το βρει κανείς, να το δανειστεί , να το αγοράσει ή να το διαβάσει online] και το Internet Archive [μια μεγάλη ηλεκτρονική βιβλιοθήκη που αρχειοθετεί σελίδες του Ίντερνετ κι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που προάγει την ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση].

Παράλληλα πειραματίζεται με την εξασφάλιση πρόσβασης σε μεγάλες βάσεις δεδομένων, οι οποίες διαχειρίζονται δημόσια γνώση αλλά την κρατούν κλειδωμένη, κερδοσκοπώντας με τις άδειες πρόσβασης. Μια από αυτές τις περιπτώσεις, είναι η πλατφόρμα PACER, η οποία συγκεντρώνει και προσφέρει με χρέωση όλες τις αποφάσεις των αμερικανικών δικαστηρίων και άλλα νομικά κείμενα, βγάζοντας κέρδη πάνω από 100 εκατ. δολάρια ετησίως. Δεδομένου ότι οι ΗΠΑ (σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης) διέπονται από το κοινό δίκαιο, δηλαδή οι δικαστικές αποφάσεις μπορούν να συμπληρώσουν την υπάρχουσα νομοθεσία ως νέοι νόμοι, το να στερείς από τους πολίτες την δωρεάν πρόσβαση στις δικαστικές αποφάσεις, σημαίνει ότι όσοι δεν έχουν να διαθέσουν χρήματα δεν μπορούν να διαβάσουν τους νόμους.

Χακάροντας το σύστημα των δημόσιων βιβλιοθηκών ώστε να κατεβάσει αποφάσεις από τις βάσεις του PACER και να τις κάνει διαθέσιμες μέσω του public.resource.org, ο Swartz μπήκε για πρώτη φορά στο στόχαστρο του FBI το 2009. Οι παρακολουθήσεις και οι έρευνες δεν οδήγησαν πουθενά και προσωρινά τον άφησαν ήσυχο. Στο μεταξύ, η δημοσιοποίηση των αρχείων ανέδειξε την παραβίαση της ιδωτικότητας των πολιτών, οι οποίοι εκτίθενταν παρανόμως σε πολλά από τα δικαστικά έγγραφα και ανάγκασε τις δικαστικές αρχές να αλλάξουν πολιτική σε αυτό το θέμα.

«Άδικοι νόμοι υπάρχουν.

Θα πρέπει να τους υπακούμε ευχαριστημένοι,
ή θα πρέπει να προσπαθούμε να τους αλλάξουμε,
και θα τους υπακούμε μέχρι να τους αλλάξουμε;

Ή θα πρέπει να τους υπερβαίνουμε κατευθείαν;»

                                                    Χένρι Ντέιβιντ Θόρω

Το επόμενο ακτιβιστικό πεδίο ήταν οι ακαδημαϊκές βάσεις δεδομένων. Η εκδοτική βιομηχανία που δημοσιεύει τα ακαδημαϊκά συγγράμματα και οχυρώνει την πρόσβαση σε αυτά μέσα σε βάσεις με πανάκριβες χρεώσεις και συνδρομές, επιτυγχάνοντας τζίρους δισεκατομμυρίων ετησίως. Για ερευνητές και πανεπιστήμια χωρίς επαρκείς πόρους, αυτό σημαίνει αποκλεισμό από ένα τεράστιο πεδίο έρευνας και γνώσης. Ο Swartz πρωτοστάτησε στο αναδυόμενο αυτό πεδίο ακτιβισμού που διεκδικεί την απελευθέρωση της ακαδημαϊκής γνώσης. Αν ποτέ επικρατήσει η μη κερδοσκοπική αντίληψη αυτού του κινήματος θα σημάνει τον αφανισμό του υφιστάμενου πανίσχυρου συστήματος, που στις ΗΠΑ εκφράζεται και μέσω ενός εξίσου πανίσχυρου λόμπι. Ο Swartz υπογράφει ο ίδιος το «Guerilla Open Access Manifesto», που συνέταξε το 2008 μαζί με άλλους ακτιβιστές [παρατίθεται μεταφρασμένο στο τέλος του κειμένου] μέσω του οποίου ζητείται από όποιον ακαδημαϊκό, ερευνητή, φοιτητή ή άλλον, έχει πρόσβαση σε ακαδημαϊκά συγγράμματα να τα διαθέσει μέσω ανοιχτών αποθετηρίων σε όλο τον κόσμο.

Στα χέρια των μυστικών υπηρεσιών

Στο πλαίσιο αυτού του ακτιβισμού για την ελεύθερη πρόσβαση στα ακαδημαϊκά συγγράμματα ή για τους σκοπούς κάποιας έρευνας αντίστοιχης με την επεξεργασία της νομικής βάσης του PACER –κανείς δεν ξέρει για τι από τα δύο-, τον Σεπτέμβριο του 2010 ο Swartz συνδέει έναν υπολογιστή στο δίκτυο υπολογιστών του ΜΙΤ και αρχίζει να κατεβάζει μαζικά τις δημοσιεύσεις που περιλαμβάνονταν σε μια συγκεκριμένη βάση ακαδημαϊκών συγγραμμάτων, του JSTOR. Το κάνει κρυφά και παρακάπτοντας με τεχνικές χάκερ την απαγόρευση του δικτύου του ΜΙΤ.

Αυτή τη φορά δεν αναλαμβάνει το FBI αλλά οι μυστικές υπηρεσίες, που με βάση τον Πατριωτικό Νόμο, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, έχουν δικαιοδοσία και για υποθέσεις που σχετίζονται με τη χρήση της τεχνολογίας. Σύμφωνα με την ομοσπονδιακή εισαγγελέα της Μασαχουσέτης, Carmen Ortiz, που ασκεί τη δίωξη εναντίον του Swartz, το να γράφεις υπολογιστικό κώδικα που δίνει εντολή στον υπολογιστή να κατεβάζει το ένα σύγγραμμα μετά το άλλο είναι το ίδιο με τη χρήση λοστού από διαρρήκτη. Στις 14 Ιουλίου ο Swartz συλλαμβάνεται και του απαγγέλονται 4 κατηγορίες, που επισύρουν φυλάκιση 6-35 ετών και πρόστιμο μέχρι 1 εκατ. δολάρια. Από την εισαγγελία τον πιέζουν να αποδεχτεί την κατηγορία για κακούργημα και να στερηθεί την πρόσβαση σε υπολογιστή για περίπου ενάμιση χρόνο με αντάλλαγμα να μην δικαστεί.

Όπως αποδεικνύεται αργότερα, δεν ήταν το ΜΙΤ και το JSTOR που πίεζαν για την δίωξη, αν και η «ουδέτερη» στάση τους λειτούργησε σε βάρος του Swartz. Τη μέρα που απαγγέλονται οι κατηγορίες και ο Swartz αφήνεται ελεύθερος με εγγύηση, το JSTOR, που θιγόταν, αποσύρει τις κατηγορίες εναντίον του. Στο εξής η δίωξη είναι από την κυβέρνηση, που αρνείται το αίτημα της οικογένειας Swartz να λήξει η υπόθεση. Αντιθέτως τους πιέζουν, μαζί με την σύντροφο και κάποιους συνεργάτες του, για να δώσουν στοιχεία, να καταθέσουν και να τον πιέσουν να δηλώσει ενοχή για κακούργημα. Όπως ομολόγησε αργότερα ο βοηθός της εισαγγελέως Ortiz, Stephen Heymann, ο οποίος χειριζόταν την υπόθεση, οι αρχές χρειάζονταν την ομολογία ή την καταδίκη του Swartz ως προηγούμενο προκειμένου να καταστείλουν αντίστοιχες πράξεις στο μέλλον.

Το γεγονός ότι όλα συνέβησαν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου γεμάτης ακτιβιστικές αποκαλύψεις (όπως τα War Logs του Wikileaks) και κοινωνικές διαμαρτυρίες όπως το κίνημα Occupy, εκτιμάται ότι συνέβαλε στην ακατανόητη λύσσα της εισαγγελίας και της κυβέρνησης Ομπάμα να συνεχιστεί μέχρι τέλους η δίωξη. Το γεγονός ότι μεσολάβησε ο θρίαμβος του κινήματος διαμαρτυρίας ενάντια στους νόμους SOPA [Stop Online Piracy Act – Πράξη για τη Διακοπή της Δικτυακής Πειρατείας] και PIPA [Protect Intellectual Property Act – Πράξη για την προστασία της Πνευματικής Ιδιοκτησίας] που επρόκειτο να ψηφιστούν από την αμερικανική γερουσία προς (ακόμη μεγαλύτερο) όφελος της μουσικής και κινηματογραφικής βιομηχανίας των ΗΠΑ, σκλήρυνε ακόμη περισσότερο την δίωξη εναντίον του Swartz.

Ο ίδιος, εν μέσω της δίωξής του για την υπόθεση του JSTOR, κλήθηκε και συνέβαλε αποφασιστικά σε αυτά τα κίνημα, συνεισφέροντας τεχνικά και στρατηγικά. Δημιούργησε το Demand Progress, μια συμμετοχική πλατφόρμα που επέτρεπε στους πολίτες να πιέσουν τους πολιτικούς στέλνοντάς τους μηνύματα για να αλλάξουν τη στάση τους υπέρ των δύο προτεινόμενων νόμων. Η κινητοποίηση κορυφώθηκε στις 18-19 Ιανουαρίου 2012, με το 24ωρο μπλακάουτ στις ιστοσελίδες που συμμετείχαν στη διαμαρτυρία, μεταξύ των οποίων ήταν και κορυφαία σάιτ όπως η Wikipedia. Μετά από αυτό, η δίωξη του Swartz πέρασε από προσωπικό σε θεσμικό επίπεδο, ομολόγησε ο Χέιμαν στα στελέχη του ΜΙΤ.

Τον Σεπτέμβριο του 2012 οι 4 κατηγορίες σε βάρος του έγιναν 11 ενώ οι επισειόμενες ποινές και το επαπειλούμενο πρόστιμο αυξήθηκαν. Η πίεση κλιμακώθηκε και αποδείχτηκε αφόρητη. Στις 11 Ιανουαρίου 2013 ο Aaron Swartz βρέθηκε κρεμασμένος στο διαμερισμά του στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης.

Ο κόσμος που θέλουμε

Η υπόθεση Swartz, ο τρόπος που η αμερικανική κυβέρνηση και η εισαγγελία χειρίστηκαν τη δίωξη, ακόμη και το γεγονός ότι την ξεκίνησαν, αναγνωρίζεται ως μια από τις κρισιμότερες προκλήσεις για τον νομικό πολιτισμό των ΗΠΑ και για το ισχύον δίκαιό τους περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Πέρα από τους νόμους που χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η δίωξη, και εναντίον των οποίων ήδη αναπτύσσεται ένα νέο κύμα διαμαρτυριών και κοινωνικού ακτιβισμού, αναδεικνύεται ένα πολύ σοβαρό ζήτημα ηθικής τάξης για μια χώρα και μια κοινωνία που παριστάνει την δημοκρατική. Το αποτυπώνει με μεγάλη σαφήνεια ο Lawrence Lessig λέγοντας, συγκλονισμένος για την απώλεια ενός από τους πιο ξεχωριστούς νέους που γνώρισε ποτέ: Η κυβέρνηση Ομπάμα επέλεξε να ασκήσει δίωξη για κακούργημα σε βάρος κάποιου που επεδίωξε τη διάδοση της γνώσης, ενώ εκείνοι που είναι υπεύθυνοι για την οικονομική κρίση που πέρασε η χώρα κυκλοφορούν ελεύθεροι και τρώνε κάθε τόσο στον Λευκό Οίκο.

Από αυτή την άποψη, η τραγική απώλεια του Aaron Swartz ακυρώνει κάθε πιθανή αμφιβολία περί του ποιά είναι τα αντίπαλα στρατόπεδα στον πόλεμο για τον έλεγχο του Ίντερνετ που ήδη παρακολουθούμε.

Δείτε επίσης:
http://en.wikipedia.org/wiki/Aaron_Swartz
http://www.aaronsw.com
http://www.rememberaaronsw.com

 

Διαβάστε:
Το Μανιφέστο της Αντάρτικης Ανοιχτής Πρόσβασης (“Guerilla Open Access Manifesto”)

Η πληροφορία είναι δύναμη. Αλλά όπως κάθε μορφή δύναμης, υπάρχουν εκείνοι που θέλουν να την κρατάνε για τους εαυτούς τους. Ολόκληρη η επιστημονική και πολιτιστική κληρονομιά του κόσμου, που δημοσιεύτηκε ανά τους αιώνες σε βιβλία και περιοδικά, ψηφιοποιείται σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό και κλειδώνεται από μια χούφτα ιδιωτικές εταιρείες. Θέλεις να διαβάσεις τα έγγραφα που παρουσιάζουν τα διασημότερα επιστημονικά συμπεράσματα; Θα πρέπει να στείλεις υπέρογκα ποσά σε εκδότες όπως το Reed Elsevier.

Υπάρχουν κάποιοι που προσπαθούν να το αλλάξουν αυτό, Το Κίνημα της Ανοιχτής Πρόσβασης έχει πολεμήσει γενναία για να διασφαλίσει ότι οι επιστήμονες δεν θα εκχωρούν τα πνευματικά τους δικαιώματα αλλά αντιθέτως θα διασφαλίζουν ότι η δουλειά τους θα δημοσιεύεται στο Ίντερνετ κάτω από όρους που θα επιτρέπουν σε οποιονδήποτε να έχει πρόσβαση σ’αυτήν. Αλλά ακόμη και σύμφωνα με το πιο ευνοϊκό σενάριο, αυτό στη δουλειά τους θα ισχύσει για ό,τι θα δημοσιεύσουν στο μέλλον. Ο,τιδήποτε άλλο μέχρι σήμερα θα έχει χαθεί.

Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο τίμημα. Να αναγκάζεις τους ακαδημαϊκούς να πληρώνουν λεφτά για να διαβάσουν τη δουλειά των ίδιων των συναδέλφων τους; Να σκανάρεις ολόκληρες βιβλιοθήκες αλλά να επιτρέπεις μόνο στους τύπους της Google να τις διαβάζουν; Να παρέχεις επιστημονικά άρθρα σε όσους είναι σε πανεπιστήμια-ελίτ του Πρώτου Κόσμου, αλλά όχι στα παιδιά του Νότου του πλανήτη; Είναι εξοργιστικό και απαράδεκτο.

“Συμφωνώ”, λένε πολλοί, “αλλά τι μπορούμε να κάνουμε”; Οι εταιρείες διατηρούν τα πνευματικά δικαιώματα, βγάζουν τεράστες ποσότητες χρημάτων χρεώνοντας την πρόσβαση, κι αυτό είναι απολύτως νόμιμο -δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε για να τους σταματήσουμε”. Αλλά υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε, κάτι που ήδη γίνεται: μπορούμε να παλέψουμε.

Εσείς που έχετε πρόσβαση σε αυτές τις πηγές – φοιτητές, βιβλιοθηκάριοι, επιστήμονες – σας έχει δοθεί ένα προνόμιο. Μπορείτε να τροφοδοτείτε αυτό το αποθετήριο γνώσης την ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος είναι κλειδωμένος απ’ έξω. Αλλά δεν χρειάζεται -πραγματικά, από ηθικής πλευράς, δεν μπορείτε- να κρατάτε αυτό το προνόμιο για τον ευατό σας. Έχετε καθήκον να το μοιραστείτε με τον κόσμο, και έχετε κωδικούς συναλλαγής με συναδέλφους σας, αιτήματα από φίλους για κατέβασμα αρχείων.

Στο μεταξύ, εκείνοι που έχετε αποκλειστεί δεν στέκεστε αδρανείς στην άκρη. Τρυπώνετε μέσα από κενά και σκαρφαλώνετε φράχτες, απελευθερώνοντας την πληροφορία που είναι φυλακισμένη από τους εκδότες και την μοιράζεστε με τους φίλους σας.

Αλλά όλες αυτές οι πράξεις συμβαίνουν στο σκοτάδι, κρυμμένες κάτω από την επιφάνεια της Γης. Αποκαλούνται κλοπή ή πειρατεία, λες και το να μοιράζεσαι τη γνώση είναι το ηθικό ισοδύναμο του να λεηλατείς ένα πλοίο και να δολοφονείς το πλήρωμά του. Αλλά το να μοιράζεσαι δεν είναι ανήθικο – είναι μια ηθική επιταγή. Μόνο όσοι είναι τυφλωμένοι από την απληστία θα αρνούνταν να επιτρέψουν σε έναν φίλο να βγάλει ένα αντίγραφο.

Οι μεγάλες επιχειρήσεις, φυσικά, είναι τυφλές από απληστία. Οι νόμοι βάσει των οποίων λειτουργούν το απαιτούν -οι μέτοχοί τους θα εξεγείρονταν με οτιδήποτε λιγότερο. Και οι πολιτικοί που έχουν εξαγοράσει τους στηρίζουν, περνώντας νόμους που τους δίνουν αποκλειστική εξουσία να αποφασίζουν ποιός μπορεί να φτιάχνει αντίγραφα.

Δεν υπάρχει καμμία δικαιοσύνη στο να ακολουθείς άδικους νόμους. Είναι καιρός να έρθουμε στο φως και σύμφωνα με την σπουδαία παράδοση της πολιτικής ανυπακοής, να διακυρήξουμε την αντίθεσή μας σ’ αυτή την ιδιωτική κλοπή του δημόσιου πολιτισμού.

Πρέπει να παίρνουμε την πληροφορία, απ’ όπου κι αν είναι αποθηκευμένη, να φτιάχνουμε αντίγραφα και να τα μοιραζόμαστε με τον κόσμο. Πρέπει να παίρνουμε ό,τι δεν ειναι προστατευμένο για ιδιόκτητα πνευματικά δικαιώματα και να το προσθέτουμε στο αρχείο. Πρέπει να αγοράσουμε μυστικές βάσεις δεδομένων και να τις αναρτήσουμε στο Διαδίκτυο. Πρέπει να κατεβάζουμε επιστημονικά περιοδικά και να τα ανεβάζουμε σε δίκτυα διαμοιρασμού εγγράφων. Πρέπει να παλέψουμε για Αντάρτικη Ανοιχτή Πρόσβαση.

Με αρκετούς από εμάς σε όλο τον κόσμο, δεν θα στείλουμε απλώς ένα ισχυρό μήνυμα που θα αντιτίθεται στην ιδιωτικοποίηση της γνώσης – θα την κάνουμε παρελθόν. Θα έρθεις μαζί μας;

Aaron Swartz

Ιούλιος 2008, Έρεμο, Ιταλία




«Η Ελλάς δεν είναι κοσμικό κράτος»

 

Η όλη ιστορία, τόσο σε φαντασιακό όσο και σε πραγματικό επίπεδο, αποτελεί απόδειξη της μάχης της λογικής με τον παραλογισμό, των πανανθρώπινων δικαιωμάτων κόντρα στο σάπιο σύστημα, της νομικής επιστήμης που μάχεται για την αντικειμενικότητα κόντρα στη δικαιοσύνη στην πράξη, που δημιουργεί τη δική της πραγματικότητα, υπονομεύοντας κάποιες φορές βασικές έννοιες δικαίου και σεβασμού της διαφορετικότητας. Η όλη ιστορία στόχευε από την πλευρά μας, να προστατέψει το δικαίωμα στη θρησκευτική πίστη καθώς και στη δίκαιη δίκη, χωρίς προκαταλήψεις και ταμπού.

Το Σύνταγμα, για ακόμα μια φορά δυστυχώς, δεν έφτασε να συγκινήσει σε τέτοιο βαθμό τους δικαστικούς λειτουργούς και ειδικά την επιτροπή διαχείρισης του δικαστικού μεγάρου τόσο των ποινικών δικαστηρίων της Θεσσαλονίκης όσο και των διοικητικών, ώστε να κάνει τα γεμάτα απορία μάτια τους, να βουρκώσουν μπρος στην αγωνία κάποιων ανθρώπων να δηλώσουν ότι καταπατώνται βασικά δικαιώματα ανθρώπινης αξιοπρέπειας και έκφρασης. Και μιλάω για τα γεμάτα απορία μάτια των δικαστών, οι οποίοι μας ακροάστηκαν στα πολιτικά δικαστήρια, γιατί δεν πίστευαν ότι τους έλαχε και αυτό στη δικαστική τους καριέρα.  Τρεις δικηγόροι, ενεργοί πολίτες και μέλη τότε πολιτικού φορέα λειτουργούντα με αμεσοδημοκρατικές δομές, τους έθεσαν αυτό που απεύχονταν, αυτό που φέρνει ένα λογικό όν απέναντι στον εαυτό του και το διατάσσει να ξεπεράσει τη μικρότητα της ύπαρξής του και των συντηρητικών προσχώσεων που τόσα χρόνια φρόντισε να επιτρέψει να το γεμίσουν.

Ζητήσαμε δηλαδή την καθαίρεση των θρησκευτικών συμβόλων, παρατύπως ή και παρανόμως ανηρτηθέντων εντός των δικαστικών αιθουσών, σε βάρος της αντικειμενικότητας και της ίσης μεταχείρισης των πολιτών.

Και τι δεν επικαλεστήκαμε για να κάμψουμε το τοίχος των βλεμμάτων που κυριαρχούσαν στο γραφείο του Αρεοπαγίτη και Προέδρου του Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Θεσσαλονίκης: το άρθρο 3 του Συντάγματος και την επικρατούσα θρησκεία που έπεται των ρυθμίσεων του πολιτεύματος σε αντίθεση με προηγούμενα Συντάγματα και τείνει προς ένα σύστημα αμιγούς χωρισμού εκκλησίας –κράτους˙ ότι η απόλαυση των θρησκευτικών ελευθεριών έχει πάψει από το 1975 να έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα˙ ότι οι εξουσίες, της δικαστικής συμπεριλαμβανομένης, πηγάζουν από το Λαό και όχι από το Θεό˙ ότι η διάκριση της επικρατούσης από τις άλλες θρησκείες είναι διάκριση που επιτρέπει διαφοροποιήσεις μόνο σε θεσμικό –  οργανωτικό επίπεδο των θρησκευτικών κοινοτήτων στην Ελλάδα και δεν είναι δυνατόν αυτή η διαφοροποίηση να υπαχθεί σε επίπεδο θεμελιωδών δικαιωμάτων καθώς η θρησκευτική ελευθερία, περιεχόμενη στο δεύτερο μέρος του Συντάγματος, ανήκει στα «Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα», τα οποία είναι αδιαπραγμάτευτα και δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση (άρθρο 110§1) ή σε αναστολή (48§1Σ). Τους είπαμε άλλωστε ότι σε ένα πολιτισμένο κράτος δικαίου και ευνομίας, καμία διάκριση λόγω πεποιθήσεων και δη θρησκευτικών δεν επιτρέπεται καθώς το Κράτος Δικαίου είναι εκεί για να περιχαρακώνει το σκληρό πυρήνα των υπερσυνταγματικών δικαιωμάτων (supraconstitutionnalité). Τέλος τους αναφέραμε ότι αυτό το σφιχταγκάλιασμα Εκκλησίας – Κράτους που αντιτίθεται στη βούληση και την προοπτική που θέτει ο συντακτικός νομοθέτης αποτελεί μία δυνατή διαπλοκή σε βάσεις προκαταλήψεων και συνηθειών που δε βοηθούν την πρόοδο στο τομέα της έκφρασης των πολιτών και της απόδειξης της απαγκίστρωσης της πολιτείας από κατεστημένες τερατόμορφες πρακτικές.

Το δυνατό μας χαρτί το βγάλαμε στο τέλος. Εκτός του ότι η ανάρτηση σταυρών, εικόνων, κομποσχοινιών και άλλων θρησκευτικών και τελετουργικών συμβόλων εντός των αιθουσών και των γραφείων των Δικαστικών μεγάρων, προσβάλλει μία δέσμη συνταγματικών εγγυήσεων και ατομικών ελευθεριών, όπως η ισότητα όλων των ανθρώπων καθώς και η ίση αξία αυτών, τολμήσαμε να επικαλεστούμε τις ίδιες της πηγές του Δικαίου, τους νόμους και τον κανονισμό οργάνωσης και λειτουργίας του Δικαστικού μεγάρου. Σε κανένα σημείο δεν αναφέρεται η υποχρεωτικότητα ή έστω η δυνατότητα σε οποιονδήποτε να αναρτά εικόνες και σύμβολα πίσω από το κεφάλι του δικαστή, σαν προέκταση αυτού με το άυλο, το οποίο άλλοι δέχονται ότι εξουσιάζει τα πάντα και άλλοι όχι. Μα, αν δεν προβλέπετε σε κάποιο νόμο ή σε κάποια διάταξη, πώς είναι δυνατόν να αυθαιρετεί κάποιος και μάλιστα δικαστές και υπάλληλοι, γράφοντας το νόμο στα παλιά τους τα παπούτσια; Καμιά νομοθετική έδραση δεν υπάρχει και μάλιστα αυτή η τακτική χρονολογείται στο λουδοβίκειο και μεταλουδοβίκειο γαλλικό κράτος, το οποίο καθιέρωσε την ανάρτηση θρησκευτικών συμβόλων στα δικαστήρια. Η Πέμπτη γαλλική Δημοκρατία τα αφαίρεσε, εμείς όμως, σαν πιστοί ακόλουθοι των αυταρχικών καθεστώτων, συνεχίζουμε να στολίζουμε τις δικαστικές αίθουσες με σύμβολα που επέβαλαν άλλοι και σίγουρα όχι το κράτος δικαίου και η ίση μεταχείριση από τη Δικαιοσύνη των προσφευγόντων σε αυτήν.

Τελικά το ερώτημα παραμένει: η δικαστική λειτουργία και η απονομή δικαιοσύνης πηγάζει από το λαό ή από το Θεό στην Ελλάδα της ηθικής, επιστημονικής και πολιτισμικής έκπτωσης;

Ακόμα και τον ίδιο το Χριστιανισμό επικαλεσθήκαμε, ο οποίος δε θα δεχόταν σε καμία περίπτωση την κοσμική μεταφορά της υπέρτατης εξουσίας του θεού του. Ντροπιάζει το Χριστιανικό Θεό η ανάρτηση συμβόλων του σε ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα γεμάτο αδυναμίες και λάθη, είπαμε. Τίποτα δεν κρίθηκε ικανοποιητικό για την επιτροπή των δικαστών, των υπαλλήλων του δικαστικού μεγάρου και του δικηγορικού συλλόγου, παριστάμενοι όλοι αυτοί από τους εκπροσώπους τους, ώστε να πράξουν το αυτονόητο. Επικαλεστήκαμε και τον Αλεβιζάτο και το Μανιτάκη αλλά τι να μας πουν κι αυτοί, μπρος στην πολιτική πίεση που κυριαρχεί του δικαίου και κυρίως των πράξεων των δικαστών που συμπτωματικά έχουν και σημαντική πολιτική διάσταση.

Έτσι λοιπόν, οι Επιτροπές διαχείρισης των δύο δικαστικών μεγάρων φέρθηκαν έξυπνα. Αφού βεβαίως αρνήθηκαν να δουν το ζήτημα στην ουσία του και με τη σύμφωνη γνώμη του τότε προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου, εξέχοντος μέλους του ΣΥΡΙΖΑ, συμφώνησαν όλοι μαζί και ο Πρόεδρος του Συλλόγου, να παραπεμφθεί το ζήτημα στον Υπουργό Δικαιοσύνης, καθώς το θέμα ήταν μείζον και πώς να σήκωναν ένα τέτοιο βάρος; Εμείς πώς το σηκώσαμε, αναρωτηθήκαμε μέσα μας; Ή μήπως αν και όλοι μας ασκούμε τα καθήκοντά μας στον ίδιο τόπο και στα ίδια κτήρια, άλλοι θίγονται περισσότερο και άλλοι λιγότερο ή καθόλου από τη δίχως άλλο προσβολή ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που αποκαλύπτεται στην περίπτωσή μας; Έτσι λοιπόν, τόσο η Επιτροπή των πολιτικών δικαστηρίων, με τη σύμφωνη γνώμη του αριστερού Προέδρου του δικηγορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης, ο οποίος κατάφερε να μη μας στηρίξει ο Σύλλογος στο εύλογο νομικά και λογικά αίτημά μας, ενώ ουδέποτε συζητήθηκε το ζήτημα στο δικηγορικό σύλλογο, αφού όλως τυχαίως δεν υπήρξε απαρτία του αριστεροκρατούμενου συλλόγου μας, όσο και τα διοικητικά δικαστήρια, μας απάντησαν με γενικότητες σύνδεσης των θρησκευτικών συμβόλων με την παράδοσή μας και βέβαια λόγω σοβαρότητας του θέματος, μας παρέπεμψαν στον υπουργό Δικαιοσύνης.

Τελικά και λόγω παράλειψης απάντησης και του Υπουργού προσφύγαμε στο ΣτΕ και στο δημοκράτη Πρόεδρό του Κο Ρίζο , αν και φανταζόμασταν την ετυμηγορία. Ενώ λοιπόν παραστάθηκε για εμάς συνάδελφος από την Αθήνα και ενώ η μία εκ των τριών προσφευγόντων, η οποία υπέγραφε και το δικόγραφο, είχε μόλις γεννήσει, αιτήθηκε ο συνάδελφος να αναβληθεί η υπόθεση ώστε να παρασταθεί και η υπογράφουσα δικηγόρος αυτοπροσώπως, ο διορισμένος από την κυβέρνηση Πρόεδρος απάντησε: «Δε φτάνει που ζητάνε αυτά που ζητάνε, ζητάνε και αναβολή;»

Στην ουσία της υπόθεσης, δικαιολογήσαμε το έννομο συμφέρον μας, καθώς οι δικαστικές αίθουσες αποτελούν το δεύτερο σπίτι μας, εκεί ζούμε και βγάζουμε τα προς το ζειν, εκεί υπερασπιζόμαστε τους ελλειμματικούς συνανθρώπους μας μπρος στον παντοδύναμο δικαστή και την εικόνα του Θεού. Αναφερθήκαμε στην προσβολή της προσωπικότητάς μας καθώς και οι τρεις, ενεργοί πολίτες που διεκδικούμε την κάθε ημέρα μας και δε μας χαρίζεται τίποτα, ανήκουμε σε διαφορετικές θρησκείες αλλά συμφωνούμε όλοι και ο δηλώσας χριστιανός, ότι τέτοιες ενέργειες στολισμού του δικαστικού μεγάρου, μας προσβάλλουν άπαντες. Βεβαίως, η άρνηση της επιτροπής να αφαιρέσει τα σύμβολα αποτελεί διοικητική πράξη και όχι δικαστική και ως εκ τούτου το ΣτΕ όφειλε να δει την ουσία του θέματος και να αποφανθεί επί του θέματος. Εξάλλου ένα πολιτισμένο κράτος, αν θέλει να λέγεται τέτοιο, πρέπει να σέβεται την ΕΣΔΑ και το άρθρο 9 που προστατεύει τη θρησκευτική ελευθερία. Η αίτησή μας στο Συμβούλιο της Επικρατείας ανέφερε σαφώς ότι η απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί υποχρέωσή μας, ως λειτουργοί της και υποστηρικτές της  δημοκρατίας. Άλλωστε, εφόσον όλοι οι πολίτες δικαιούνται να αναπτύσσουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους, εμάς μας φαίνεται μεροληπτική η παράτυπη και παράνομη ανάρτηση συμβόλων στο δημόσιο τόπο, όπου εργαζόμαστε και στον οποίο ή θα έπρεπε να υπάρχουν όλα τα θρησκευτικά σύμβολα όσων το αιτούνταν ή σύμφωνα με εμάς θα έπρεπε να αφαιρεθούν οι μαζικά αγορασμένες εικόνες από μαγαζιά εκκλησιαστικών ειδών που πλουτίζουν από τα θρησκευτικά θύματα.

Κάπου εκεί παρεμβλήθη και ο Αρχιεράρχης Πειραιώς Σεραφείμ, γνωστός για τις ακραίες του θέσεις, ο οποίος, με ένα γενικό και άκρως αόριστο ως προς το έννομο συμφέρον της παρέμβασής του δικόγραφο, ζήτησε να εμπλακεί στην υπόθεση. Η ανερμάτιστη λογική της δικανικής του σκέψης κατέληξε σε μία θλιβερή διαπίστωση, που μας προκάλεσε τρόμο και εν μέρει δικαιολογεί τη γεικότερη επέλαση της συντηρητικής βίαιης δεξιάς. Το δικόγραφο του Σεραφείμ αναφέρει ότι «Η Ελλάς δεν είναι κοσμικό κράτος». Και τότε τι είναι; Είναι μια νεοϊσλαμιστικού τύπου δημοκρατία όπου η θρησκεία αποτελεί το άλλοθι των πνευματικά ευνουχισμένων που δεν έχουν ανοίξει ένα βιβλίο στη ζωή τους, δεν έχουν πάει να ζήσουν μία ημέρα σε ένα σπίτι στο εξωτερικό, παρά σταυροκοπιούνται υστερικά όλη την ημέρα στα λεωφορεία μόλις περάσουν ένα μπετονένιο ανθρώπινο δημιούργημα; Ρώτησαν τον Θεό αν θέλει να κυριαρχεί η επίδειξη και η μισαλλοδοξία από τον εσωτερισμό, την αγάπη και την ταπεινότητα του Χριστιανισμού; Όλες αυτές οι αοριστίες του δικογράφου του Σεραφείμ θα μπορούσαν να νικήσουν τη λογική και τη νομικά άρτια επιχειρηματολογία της αίτησής μας; Μιας αίτησης, η οποία δεν αποτελούσε για μας, τίποτα άλλο παρά μία αντανάκλαση της προάσπισης των δικαιωμάτων κάθε αδυνάμου, των μεταναστών παντός γένους και σε κάθε χώρα, των χιλιάδων πνιγμένων στα νερά του Αιγαίου, που αφού τους καταστρέψαμε τις χώρες, πουλώντας τους ότι όπλο παράγουμε στην ΕΕ και θάβοντας όλα τα απόβλητά μας στα χώματά τους, τους οδηγήσαμε σε μαζικούς υγρούς τάφους, αυτούς και τα παιδιά τους. Προάσπιση κάθε μειονότητας που η άμορφη, απαίδευτη πλειοψηφία καταπιέζει γιατί δεν ανέχεται το διαφορετικό, κάθε ανθρώπου με αναπηρία που η κοινωνία τον απομονώνει μέχρι να εξοντωθεί. Και ο πιο νοήμων άνθρωπος καταλαβαίνει ότι η μισαλλοδοξία είναι χαρακτηριστικό αυτών που διεκδικούν μοναδικότητα και υπερίσχυση σε βάρος του άλλου. Η ίση αντιμετώπιση των πάντων είναι απλά θεμέλιο της αλληλοκατανόησης και της συνδημιουργίας. Αυτή η παιδική, απλή συλλογιστική φαντάζει σαν λόγος προς εξορκισμό τόσο για το Σεραφείμ (που έτσι κι αλλιώς δε μας αφορά στην Αίτησή μας στο ΣτΕ) όσο κυρίως για τους δικαστές που οφείλουν να υπερασπίζονται τους λίγους διαφορετικούς μιας δημοκρατίας.

Και κλείνω έτσι την προηγούμενη παράγραφο για να οδηγηθώ στην απόφαση του ΣΤΕ και στη συλλογιστική του Προέδρου του Σωτηρίου Ρίζου, ο οποίος βεβαίως μαζί με το υπόλοιπο δικαστήριο αποφάσισαν να απορρίψουν την αίτησή μας, κατά βάση για τυπικούς λόγους, χωρίς να αγγίξουν το θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του παράτυπου της ανάρτησης των θρησκευτικών συμβόλων εντός των δικαστικών αιθουσών. Εξάλλου μία τέτοια κρίση αποζητά οξυμένο πνεύμα και πανανθρώπινη κουλτούρα. Αφού λοιπόν ο εισηγητής της υπόθεσης, πάρεδρος Κος Μάζος, εισηγήθηκε ν’ απορριφθεί η παρέμβαση του Σεραφείμ ως μη έχουσα κανένα έννομο συμφέρον προς τούτο, καθώς ενεργεί εκτός του γηπέδου επιρροής του, καθώς εμείς καταθέσαμε την αίτηση μόνο για τη Θεσσαλονίκη και αυτός από τον Πειραιά δεν έχει καμία σχέση ούτε με την υπόθεση, ούτε με τη Θεσσαλονίκη, το Δικαστήριο, με πρωτοστατούντα τον Πρόεδρό του, έκανε δεκτή την παρέμβαση του Σεραφείμ επειδή έκρινε ότι έχει ηθικό έννομο συμφέρον. Αγνόησε δηλαδή τον εισηγητή. Τι σημαίνει ηθικό συμφέρον; Σε τι κράτος ζούμε; Γιατί έχουμε τους νόμους και το Σύνταγμα; Για να δικαιολογούμε δικαστικές επιλογές με έρεισμα το γενικόλογο ηθικό συμφέρον; Και το νομικό θεμέλιο της αίτησής μας που αναφέρεται σε συγκεκριμένα νομικά και ουσιαστικά γεγονότα; Στο καλάθι των αχρήστων μπρος σε ευφάνταστες ετυμηγορίες δικαστηρίων. Με την ευλογία προέδρου και κυβέρνησης, που αμφότεροι απαξίωσαν το αίτημά μας, χωρίς μάλιστα ουσιαστική επιχειρηματολογία. Μάλιστα, η απόφαση του ΣτΕ ανέφερε ότι οι αποφάσεις των Επιτροπών Διαχείρισης των μεγάρων αν και προερχόμενες από Επιτροπές στις οποίες συμμετέχουν ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου και δικαστικών υπαλλήλων και αν και αφορούν σε διοικητικές κρίσεις και όχι δικαιοδοτικές, το ΣτΕ απεφάνθη ότι συνεχίζουν να είναι δικαστικές αρχές, η συμμετοχή πολιτών μη δικαστών σε αυτές δεν επηρεάζει το χαρακτήρα τους και ως εκ τούτου δε χωρά αίτηση ακύρωσης σε αυτές. Δηλαδή, η απόφαση των επιτροπών δεν είναι διοικητική απόφαση αλλά δικαστική και για αυτό κακώς καταθέσαμε αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ.

Ένας δε εκ των βασικών λόγων απόρριψης της αίτησής μας, ο οποίος αποδεικνύει και τη σοβαρότητα αντιμετώπισής της από τα Δικαστήριο ήταν και το γεγονός ότι δεν είχαμε έννομο συμφέρον που να βλάπτεται καθόσον δεν αποδείχθηκε προαποδεικτικώς ότι ήμασταν δικηγόροι. Η μόνη σφραγίδα, σύμφωνα πάντα με το ΣτΕ της δικηγόρου που υπέγραψε το δικόγραφο με τον αριθμό μητρώου της στο δικηγορικό σύλλογο Θεσσαλονίκης, δεν αποδείκνυε ότι είναι δικηγόρος και ως εκ τούτου, με αμφισβητούμενη της ιδιότητά μας ως δικηγόροι, δεν είχαμε έννομο συμφέρον αν προσφύγουμε κατά της απόφασης της Επιτροπής διαχείρισης δικαστικών μεγάρων. Ενώ λοιπόν ο Σεραφείμ είχε ηθικό συμφέρον να παρέμβει, εμείς ακόμα αναρωτιόμαστε εάν είμαστε δικηγόροι.

Κάπως έτσι έκλεισε η απόφαση, με απόρριψη της αίτησής μας και καταδίκη μας σε δικαστικά έξοδα. Και μάλιστα, ο κυρίως θιγόμενος, το Ελληνικό Δημόσιο, δικαιούτο βάσει απόφασης 460 ευρώ ενώ ο Σεραφείμ 640 ευρώ. Είναι δυνατόν να επιδικάσθηκε δικαστική δαπάνη μεγαλύτερη στο Σεραφείμ απ’ότι στο Δημόσιο; Με ποια λογική; Το Δημόσιο υπολείπεται της Εκκλησίας;

Θα έλεγε λοιπόν κανείς, με αφορμή σκέψης μια δικαστική απόφαση, δεδομένων και των κρουσμάτων ανόδου δεξιών, συντηρητικών και ακροδεξιών πολιτικών δυνάμεων στο προσκήνιο, ότι η επικρατούσα κατεστημένη λογική, που μας οδήγησε στην πνευματική και οικονομική μας παρακμή αρνείται να ασκήσει αυτοκριτική και να ξεπεράσει τον εαυτό της. Ωστόσο εμείς θα παλεύουμε για το φως κόντρα στο σκοτάδι τέτοιων πολιτικών καθώς και της παραβίασης πανανθρώπινων αρχών όπως αυτών της αντικειμενικότητας, της δίκαιης μεταχείρισης κάθε ανθρώπου και του σεβασμού στη διαφορετικότητα ως αρχή ευνομίας και ευημερίας.




Europa

Ένα σημαντικό στοιχείο των πρόσφατων ευρωεκλογών, στο οποίο δεν έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση είναι ότι την ώρα που όλη η Ευρώπη στρέφεται προς τα δεξιά και ακροδεξιά απορρίπτοντας έτσι μια Ευρωπαϊκή Ένωση που μοιάζει όλο και περισσότερο σαν ένα κλειστό κλαμπ για προνομιούχους, η Ελληνική κοινωνία ψηφιζει στην πρώτη θέση, για πρώτη φορά εδώ και τριάντα χρόνια, ένα κόμμα, που προέρχεται από το χώρο της αριστεράς.

Ακόμα και εάν για πολλούς η κουβέντα του σε τι εξελίσσεται ο Σύριζα είναι πιο επικαιρη από πότε, δεν θα έπρεπε να αγνοείται ότι συμβολικά είναι ακόμα, ένα κόμμα φορέας της αριστερής κουλτούρας και ιστορίας. Αυτό αποδεικνύεται και από την υποδοχή που επιφύλαξε στα Ελληνικά αποτελέσματα η Γαλλική τηλεόραση το βράδυ των εκλογών, όπως εξηγούσε ένας Γάλλος που κατοικεί χρόνια στην Ελλάδα και αντιλαμβάνεται καλά τις ντόπιες αλλά και τις Ευρωπαϊκές πολιτικές ισορροπίες. “Ενώ τα κανάλια ανέφεραν και ανέλυαν τα αποτελέσματα από ένα σωρό άλλες χώρες, την Αγγλία, την Γερμανία, την Δανία ακόμα και το Λουξεμβούργο, αποσιώπησαν εντελώς το αποτέλεσμα στην Ελλάδα. Ήταν σαν να μην έγινε ποτέ¨.

Η Ελλάδα της κρίσης λοιπόν. Η χώρα που μέχρι το καλοκαίρι του 2012 ήταν το απόλυτο δημοσιογραφικό φετίχ και είχε όλα τα φώτα τις δημοσιότητας στραμμένα επάνω της, τον Μάιο του 2014 ήταν μια αδιάφορη περίπτωση. Ή όχι και τόσο! Στην ουσία το αποτέλεσμα του Σύριζα, ούτε καν ο ίδιος ο Σύριζα πολύ πιθανόν, θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την αλλαγή της πολιτικής ατζέντας στην Ευρώπη. Πρόκειται μια πρωτόλεια ένδειξη αλλαγής, αλλά ακόμα και αυτή είναι κάτι που η κυριαρχία στην Ευρώπη φαίνεται να φοβάται. Για αυτό και εξαφανίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την επικαιρότητα. Αδύνατον όμως να εξαφανιστεί εντελώς.

14

 

Στον αντίποδα, αυτό που προβλήθηκε για μια ακόμα φορά εκτενώς, ήταν η δυναμική εξέλιξη της ακροδεξιάς τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα. Και ενώ πια υπάρχουν απτές αποδείξεις της σχέσης που ανέπτυξε η ντόπια κυριαρχία με το νεοφασιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής. Πράγμα που υπέρ-προβάλει η ίδια η οργάνωση ως αντεκδίκηση για την καταστολή της από την κυβέρνηση Σαμαρά. Τα ξένα μέσα, όπως και πριν δυο χρόνια περίπου που αγνοούσαν κάθε ένδειξη αυτής της νοσηρής σχέσης, προβάλλουν το φαινόμενο ως μια παρθενογένεση που βασίζεται στην απογοήτευση του κόσμου από τις πολιτικές λιτότητας. Εκεί βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος.

Αυτή η σχέση με την νοσηρή πλευρά των Ευρωπαϊκών κοινωνιών υπήρξε άμεσα και έμμεσα μια συνειδητή επιλογή των κυρίαρχων στην προσπάθεια τους να μην χάσουν τον έλεγχο του παιχνιδιού λόγο της κρίσης τα τελευταία τρία χρόνια. Η αποσιώπηση αυτής της σχέσης ήταν παράγοντας της σταθεροποίησης του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα, που θα οδηγούσε στην ανάσχεση της αντίθετης δυναμικής. Ανεξάρτητα από το πόσο ποιοτική αυτή ήταν σε κάθε περίπτωση.

Με αυτούς τους όρους η υποστήριξη μια νοσηρής κυβέρνησης όπως αυτής του Σαμαρά που τελειοποιεί τον εκφασισμό της κοινωνίας είναι πια μονόδρομος για την νεοφιλελεύθερη Ευρωπαϊκή ατζέντα. Ούτε να εγκαταλειφθεί με αφορμή τις σχέσεις τις με το νέο-φασισμό είναι δυνατόν, αφού το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας παραδοχής, έπειτα από τόση υποστήριξη, είναι επικίνδυνα μεγάλος. Ούτε να μπολιαστεί με κάτι πιο κεντροαριστερό από το Πασοκ θα ανατρέψει την δυναμική εξέλιξη προς τα ακροδεξιά αφού οτιδήποτε υγιές σε αυτό το χώρο έχει ήδη καεί προ πολλού. Στην ουσία, η ίδια η Ευρωπαϊκή κυριαρχία τον επόμενο καιρό θα βρεθεί μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα σχετικά με το πως θα διαχειριστεί την Ευρωπαϊκή κρίση από εδώ και πέρα. Θα πρέπει να απομονώσει μορφώματα όπως η Σαμαρική κυβέρνηση ρισκάροντας την αποσταθεροποίηση του προγράμματος λιτότητας στην Ελλάδα και ένα ντόμινο σε άλλες χώρες του νότου. Αλλιώς, θα πρέπει να στηρίξει την ατζέντα της, όλο και περισσότερο, πάνω σε ένα αναδυόμενο ακροδεξιό άξονα. Και οι δυο επιλογές θα μπορούν να αποτελέσουν υπαρξιακές προκλήσεις για τα συμφέροντα της κυριαρχίας στην Ευρώπη. Πράγμα που σημαίνει οτι το μόνο σίγουρο για το άμεσο μέλλον είναι ότι η κρίση όχι μόνο δεν έχει τελειώσει αλλά μπαίνει σε μια νέα φάση, περισσότερο περίπλοκη και ίσως πολύ πιο επικίνδυνη.

* Ο τίτλος του κειμένου από την ομώνυμη ταινία του Λαρς Φον Τρίερ στην οποία ο σκηνοθέτης αποτυπώνει μια δυστοπική εκδοχή της Ευρώπης αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

* η φωτογραφία του εξωφύλλου πάρθηκε από εδώ https://www.flickr.com/photos/horiavarlan/4300795523




«Θα πεις στη μαμά μου ότι δεν κάνω τίποτα κακό στο ίντερνετ;»

 

Η Danah Boyd ξέρει τι κάνουν οι έφηβοι στο ίντερνετ. Το ξέρει καλύτερα από τους περισσότερους γονείς εφήβων που γνωρίζω. Και γνωρίζω πολλούς, επειδή είμαι μία από αυτούς. Και σε προηγούμενες εποχές όλοι εμείς θα ήμασταν λίγο-πολύ φρικαρισμένοι που τα παιδιά μας έχουν περάσει στη φάση που αμφισβητούν τα πάντα, που σέρνουν παντού μαζί τους τη βεβαιότητα πως ό,τι κι αν είναι το επόμενο πράγμα που θα πει ένας γονιός θα είναι λάθος, που λίγο απότομα σταματήσαμε να τα κουβαλάμε στο εικονικό μας μάρσιπο και που όλο και πιο συχνά μας κλείνουν την πόρτα. Σε αυτή την εποχή, όμως, είμαστε επιπλέον αδαείς και πανικόβλητοι, σα να βγήκαμε κατευθείαν από ένα σκοτεινό δωμάτιο στην παραλία χωρίς γυαλιά ηλίου, χωρίς να έχουμε ξαναβγεί ποτέ από αυτό το δωμάτιο και σαν να μην έχουμε ξαναδεί ποτέ ήλιο και παραλία.

Μια τέτοια παραλία είναι για τους περισσότερους γονείς το διαδίκτυο: Ένα μέρος που είτε αγνοούν στο σύνολό του, είτε γνωρίζουν ελάχιστα, συχνά τείνοντας να πιστέψουν ότι αποτελεί ένα τρομακτικό σύμπαν στο οποίο ο επικεφαλής της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος ενσαρκώνει τις αρετές του Σούπερμαν. Τυφλωμένοι από την -σε μεγάλο βαθμό αναπόφευκτη- άγνοιά μας, προσπαθούμε να διακρίνουμε εκεί έξω τα παιδιά μας, να καταλάβουμε τι κάνουν, να τα φωνάξουμε να έρθουν πιο κοντά -τουλάχιστον να τα βλέπουμε- και -ιδανικά- να τα τραβήξουμε πίσω στο γνώριμο δωμάτιο, μαζί μας. Όμως για τα παιδιά μας, το διαδίκτυο είναι το μέρος όπου ζουν και θα συνεχίσουν να ζουν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής τους. Γι’αυτό θα βρίσκουν διαρκώς τρόπους να καταλήγουν πάλι εκεί.pic_pc

Η Danah Boyd είναι μια διακεκριμένη ερευνήτρια που αφιέρωσε την τελευταία δεκαετία στην έρευνα γύρω από τους τρόπους που οι έφηβοι χρησιμοποιούν τις νέες τεχνολογίες. Το βιβλίο της “It’s Complicated” που κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάρτιο, περιγράφει πώς τα κοινωνικά δίκτυα έγιναν το επίκεντρο της ζωής των εφήβων στις ΗΠΑ και τι μας δείχνουν οι πρακτικές τους για τη σχέση μεταξύ τεχνολογίας και κοινωνίας. Παρόλο που η έρευνά της είναι επικεντρωμένη στην αμερικανική κοινωνία, είναι σαφές ότι τα περισσότερα συμπεράσματά της αφορούν κατ΄αναλογία οποιαδήποτε άλλη κοινωνία που έχει παρόμοια σχέση με την τεχνολογία, όπως και η ελληνική.

Το πιο σημαντικό πράγμα που έκανε η Boyd ήταν ότι μίλησε με τους ίδιους τους εφήβους. Έχοντας ξεκινήσει την έρευνά της από το 2003, το 2007 άρχισε να παίρνει συνεντεύξεις και από παιδιά. Συνολικά μίλησε με 166 εφήβους προερχόμενους από πολλές και διαφορετικές κοινωνικο-οικονομικές και φυλετικές ομάδες, σε 18 πολιτείες των ΗΠΑ, οι οποίοι της έδειξαν και της εξήγησαν πώς χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα. Όπως διαπιστώνει τελικά, «πάρα πολλοί άνθρωποι μιλάνε για την ενασχόληση των νέων με τα κοινωνικά δίκτυα, αλλά πολύ λίγοι από αυτούς είναι διατεθειμένοι να αφιερώσουν χρόνο για να ακούσουν τους εφήβους, να δώσουν σημασία σε αυτά που έχουν να πουν για τη ζωή τους, την online και την offline». Κι έτσι αποφάσισε να γράψει αυτό το βιβλίο για το ευρύ κοινό, ώστε να καλύψει αυτό το κενό.

Το “It’s Complicated” απευθύνεται σε γονείς, εκπαιδευτικούς, δημοσιογράφους, αξιωματούχους σε πόστα επιβολής του νόμου, και σε όποιον άλλο ασχολείται με τους εφήβους ή/και με τον αντίκτυπο που έχει η τεχνολογία στην κοινωνία. Η Boyd ελπίζει πως όσοι θα το διαβάσουν θα αφήσουν στην άκρη της παραδοχές που ήδη έχουν ασπαστεί σχετικά με τους νέους, και θα προσπαθήσουν να καταλάβουν τι είδους κοινωνικές ζωές βιώνουν δικτυωμένοι. Ας κάνουμε κι εμείς το ίδιο, δοκιμάζοντας μερικά από τα συμπεράσματά της παρακάτω.

 

Παλιοί φόβοι, νέες τεχνολογίες

Mια από τις συνηθέστερες συζητήσεις μας με άλλες μαμάδες και μπαμπάδες περιστρέφεται γύρω από το πόσες ώρες περνάνε τα παιδιά μας κάθε μέρα στο Facebook. Οι περισσότεροι έχουμε σταματήσει να μετράμε, σε αντίθεση με όσους είτε απαγορεύουν εντελώς την εγγραφή ή επιτρέπουν σερφάρισμα «μόνο κάθε Σάββατο, κι αφού θα έχει διαβάσει όλα τα μαθήματα». Κάποιοι ενδίδουν, γράφονται και οι ίδιοι, ελπίζοντας να διατηρήσουν ένα επίπεδο επιτήρησης.

Την ίδια ώρα μερικά από τα 14χρονά μας μετράνε ήδη 3-4ετίες με λογαριασμούς που άνοιξαν εν γνώση ή εν αγνοία μας [η εγγραφή επιτρέπεται από τα 13, αλλά χιλιάδες έφηβοι δίνουν ψεύτικη ηλικία για να γραφτούν και οι διαχειριστές του FB λένε ότι καθημερινά διαγράφουν εκατοντάδες τέτοια προφίλ]. Μοιράζονται κωδικούς και προφίλ με τους κολλητούς τους (όταν εκείνοι δεν έχουν δικά τους), και κατά κανόνα αγνοούν πώς να προστατευτούν (αν υποτεθεί ότι οι κανόνες του δικτύου θα τους προστάτευαν), αφού οι οδηγίες ρύθμισης της ιδιωτικότητας είναι στα αγγλικά. Στην πραγματικότητα καλούνται να βγάλουν άκρη μόνα τους, και η επιτυχία εξαρτάται από τον ψηφιακό αλφαβητισμό τους, του καθενός ξεχωριστά, και των φίλων στους οποίους θα στραφεί όποτε χρειαστεί βοήθεια.

Οι δε γονείς, ακόμη και εκείνοι που νομίζουν ότι ξέρουν ή ότι μπορούν να ελέγξουν την κοινωνική δικτύωση των παιδιών τους, έχουν πολλές πιθανότητες να αυταπατώνται και ακόμη περισσότερες πιθανότητες να είναι πιο ψηφιακά αναλφάβητοι από τα ίδια τους τα παιδιά. Η αδυναμία τους να ασκήσουν έλεγχο, όμως, δεν είναι απαραιτήτως κάτι κακό, αφού, όπως συμπεραίνει η Boyd, οι ενήλικες (γονείς εκπαιδευτικοί κ.α.), εξαιτίας του πατερναλισμού και τον υπερπροστατευτισμού που ασκούν στους νέους, σε μεγάλο βαθμό τούς εμποδίζουν να επωφεληθούν από τη διάδραση μέσω των κοινωνικών δικτύων ώστε να εξελιχθούν σε καλά πληροφορημένους, σκεπτόμενους και ενεργούς πολίτες.

Βέβαια, τα παιδιά όταν δικτυώνονται σπανίως έχουν στο νου τους την αξιοποίηση των δυνατοτήτων του διαδικτύου. Στην πραγματικότητα, τα παιδιά συμμετέχουν στα κοινωνικά δίκτυα για τον ίδιο λόγο που απολάμβαναν σε κάθε άλλη ιστορική περίοδο τη συμμετοχή τους σε άλλες κοινωνικές ομάδες: γιατί θέλουν να ανήκουν στον ευρύτερο κόσμo διασυνδεόμενα με άλλους ανθρώπους και έχοντας την ελευθερία να μετακινούνται. Παρομοίως, πολλοί ενήλικες φοβούνται σήμερα τις τεχνολογίες δικτύωσης για τους ίδιους λόγους που ο ενήλικες τρέμουν εδώ και δεκαετίες για τη συμμετοχή των εφήβων στη δημόσια ζωή, την κοινωνικοποίησή τους σε πάρκα, εμπορικά κέντρα και άλλους χώρους συνάθροισης των νέων. (…) Καθώς οι υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook και το Twitter παρέχουν στους εφήβους νέες ευκαιρίες συμμετοχής στη δημόσια ζωή, αυτό ακριβώς είναι που ανησυχεί πάνω από οτιδήποτε άλλο πολλούς αγχωμένους ενήλικες.

Ο όρος κοινωνικά δίκτυα περιλαμβάνει ιστοσελίδες και υπηρεσίες που αναδύθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 όπως οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, οι σελίδες διαμοιρασμού βίντεο, οι πλατφόρμες μπλόγκινγκ και μικρο-μπλόγκινγκ, καθώς και παρεμφερή εργαλεία που επιτρέπουν στους συμμετέχοντες να δημιουργήσουν και να μοιραστούν το δικό τους περιεχόμενο. Η επικράτησή τους τα τελευταία χρόνια αποτελεί ένα πολιτισμικό φαινόμενο που έχει μετασχηματίσει το οικοσύστημα της πληροφορίας και της επικοινωνίας.

Στις ΗΠΑ σήμερα υπολογίζεται πως το 73% των αμερικανών εφήβων ηλικίας 12-17 ετών έχει λογαριασμό στο Facebook (57% είναι το αντίστοιχο ποσοστό των ενηλίκων), το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί το δημοφιλέστερο κοινωνικό δίκτυο παγκοσμίως. Στα 10 χρόνια της έρευνας της Boyd, δεν ήταν αυτό που είχε πάντα την πρωτοκαθεδρία. Χρειάστηκε να περάσουν 2-3 χρόνια από την ίδρυσή του για να καταφέρει να πάρει τα σκήπτρα από το MySpace ως η πολυπληθέστερη αμερικανική πλατφόρμα δικτύωσης.

Στα κοινωνικά δίκτυα η «φιλία» είναι η έννοια που καθορίζει την διασύνδεση μεταξύ των χρηστών, σε αντίθεση με το “(κοινό) ενδιαφέρον” που αποτελούσε το βασικό κριτήριο διασύνδεσης μεταξύ των χρηστών στα φόρουμ, τις υπηρεσίες μπλόγκινγκ και άλλες τεχνολογίες δικτύωσης που επικρατούσαν προτού εμφανιστούν το Friendster, το MySpace, το Facebook κ.ο.κ. Για τους εφήβους αυτής της περιόδου, η συμμετοχή σε τέτοια δίκτυα δεν αποτελεί μια πρακτική υποκουλτούρας, αλλά μια κανονιστική πρακτική. Είναι κάτι από το οποίο εξαρτάται και κρίνεται η κοινωνική αποδοχή που προσδοκούν από τις ομάδες των διαδικτυακών «φίλων» τους.

Επιπλέον, στα κοινωνικά δίκτυα οι έφηβοι έχουν τη δυνατότητα να εξερευνήσουν διευρυμένα δίκτυα ανθρώπων και ποικίλα είδη περιεχομένου, στα οποία δεν θα είχαν πρόσβαση χωρίς το διαδίκτυο. Έρχονται επίσης σε επαφή με αξίες και ιδέες που διαφέρουν από αυτές που προσπαθούν να τους εμφυσήσουν οι γονείς τους. Κι αυτό είναι κάτι που μπορεί να τρομοκρατήσει ακόμη περισσότερο τους ενηλίκους, που αντί να εστιάσουν στο πώς να βοηθήσουν τα παιδιά τους να περιηγηθούν σε αυτό το νέο οικοσύστημα, καταφεύγουν στην εύκολη λύση του να κατηγορούν την τεχνολογία, τους θεσμούς ή τους άλλους (π.χ. τους άλλους γονείς ή τα άλλα παιδιά που δεν ακολουθούν τα ίδια πρότυπα) για όσα θεωρούν άσχημα στο ίντερνετ.

Όμως, «το ίντερνετ είναι μια αντανάκλαση της κοινωνίας μας”, θυμίζει δια στόματος Boyd ο Vint Cerf, ένας από τους συνδημιουργούς του, “και αυτός ο καθρέφτης θα αντανακλά αυτό που βλέπουμε. Αν δεν μας αρέσει αυτό που βλέπουμε σε αυτόν τον καθρέφτη, τότε το πρόβλημά μας δεν είναι πώς θα διορθώσουμε τον καθρέφτη αλλά πώς πρέπει να διορθώσουμε την κοινωνία.»

 

Δεν είναι αυτό που νομίζεις

Όπως ένας έφηβος διακοσμεί το δωμάτιό του με τις αφίσες των αγαπημένων του σταρ στον τοίχο, και με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που κλείνεται εκεί μέσα με τους φίλους του, αφήνοντας έξω την υπόλοιπη οικογένεια, κάπως έτσι χτίζει κι έναν λογαριασμό σε ένα κοινωνικό δίκτυο, θέτοντας τα προσωπικά του όρια και την αισθητική. Όμως, αυτό που θα θεωρήσει ένας ενήλικας ότι καταλαβαίνει επισκεπτόμενος το προφίλ του εφήβου, πιθανότατα δεν θα αντικατοπτρίζει αυτό που εκείνος είναι στην πραγματικότητα. Μάλλον το αντίθετο. Μια συνήθως ασφαλέστερη επιλογή είναι να δεχτεί ο ενήλικας ως δεδομένο ότι το εφηβικό προφίλ είναι εν μέρει ψεύτικο, αφού θα εκφράζει τον πειραματισμό ενός παιδιού που προσπαθεί να βρει τον δρόμο του διασχίζοντας πολλά και διαφορετικά φανταστικά ακροατήρια.

Από ένα αμερικάνικο κολέγιο κάλεσαν κάποτε την Boyd να τους βοηθήσει να καταλάβουν την περίπτωση ενός μαύρου εφήβου από μια περιθωριακή συνοικία του Λ.Άντζελες, ο οποίος είχε στείλει μια αίτηση εγγραφής. Είχαν μείνει έκπληκτοι από τον τρόπο που το παιδί εξέφραζε την ανάγκη να ξεφύγει από τον κοινωνικό του περίγυρο όπου κυριαρχούσαν συμμορίες. Όταν, όμως, τον έψαξαν στο ίντερνετ και κατέληξαν στη σελίδα του στο MySpace, διαπίστωσαν ότι το προφίλ του ήταν γεμάτο συμβολισμούς και μήνυμα ταύτισης με την παραβατικότητα από την οποία δήλωνε ότι ήθελε να ξεφύγει. Αδυνατούσαν να φανταστούν πώς ήταν δυνατόν να λέει τόσα ψέμματα στην αίτησή του. Όμως για την Boyd έμοιαζε σαφές ότι ο έφηβος είχε πιθανότατα φτιάξει ένα δημόσιο προφίλ έχοντας στο μυαλό του ένα συγκεκριμένο φανταστικό ακροατήριο: τους συμμαθητές του, την οικογένειά του και την κοινότητα στην οποία ζούσε, όχι τους αξιολογητές του κολλεγίου στο οποίο κάποτε θα έστελνε αίτηση αποδοχής. Αν είχε τολμήσει να εκφράσει στο MySpace την επιθυμία του να φύγει για να σπουδάσει σε ένα διακεκριμένο κολέγιο, θα μπορούσε να εξωστρακιστεί από την κοινότητά του ή ακόμη και να δεχτεί επιθέσεις, μαντεύει η ίδια.

Έχοντας ένα τέτοιο παράδειγμα στο νου, μπορεί κανείς να καταλάβει πόσες προκλήσεις μπορεί να εμπεριέχει η συμμετοχή ενός εφήβου στα κοινωνικά δίκτυα, και πώς αυτές μπορεί να κρύβουν συγκρούσεις με το κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται, και από το οποίο ενδεχομένως προσπαθεί να ξεφύγει. Όσα λάθη κι αν κάνουν σε αυτή τη διαδικασία, οι έφηβοι μάς δείχνουν το δρόμο ανακαλύπτοντας πώς μπορεί κανείς να πλοηγείται σε έναν κόσμο όπου έχει να αντιμετωπίσουν εναλλασσόμενα φανταστικά ακροατήρια και διαφορετικά μεταξύ τους γενικότερα πλαίσια που καταρρέουν δίνοντας τη θέση τους το ένα στο άλλο.

teen_president_xkcd

Χωρίς να γνωρίζουν ποιός τους παρακολουθεί κάθε φορά, οι έφηβοι (όπως και οι ενήλικες) φαντάζονται ποιό είναι το διαδικτυακό ακροατήριό τους (π.χ. οι συμμαθητές τους, οι μακρινοί συγγενείς, μια ομάδα με την οποία μοιράζονται μια δραστηριότητα, μια κοινότητα fashion-bloggers). Αντιστοίχως, διαπραγματεύονται την παρουσία και τη συμμετοχή τους σε διαφορετικά γενικότερα πλαίσια, στα οποία εκτίθενται μέσω της συμμετοχής του στα κοινωνικά δίκτυα (την online εκδοχή της σχολικής κοινότητας, ένα γκρουπ οπαδών μιας ποδοσφαιρικής ομάδας ή ενός συγκροτήματος στο Facebook, ένα τσατ με τους φίλους από τις διακοπές κ.ο.κ.). Κάθε έφηβος δοκιμάζεται και ταυτοχρόνως μαθαίνει πώς να διαχειρίζεται διαφορετικά φανταστικά ακροατήρια μέσα σε εναλλασσόμενα γενικότερα πλαίσια, σύμφωνα με τα υφιστάμενα κάθε φορά κοινωνικά πρότυπα. Σε πλατφόρμες όπου δραστηριοποιούνται πολύ ειδικά κοινά όπως το Tumbr, διαφορετικά φανταστικά ακροατήρια και διαφορετικά γενικότερα πλαίσια δεν συγκρούονται τόσο εύκολα. Στο Facebook, όμως αυτό είναι σύνηθες.

Και καθώς διαχειρίζονται κάτι τόσο περίπλοκο, την ίδια ώρα οι έφηβοι κάνουν αυτό που θα έκαναν και στον offline κόσμο: διαπραγματεύονται την ταυτότητά τους και τα κοινωνικά τους προφίλ. Οι πληροφορίες που ποστάρουν για τους εαυτούς τους στο διαδίκτυο είναι συχνά μέρος του παιχνιδιού που βρίσκουν διασκεδαστικό: του να μη αποδέχονται τους κανόνες που τίθενται από τους διαχειριστές και να τους προκαλούν με δικούς τους όρους. Στο Facebook, για παράδειγμα πολλά αμερικανάκια [και ελληνάκια, αν κρίνω από τα παιδιά που γνωρίζω] δηλώνουν ότι είναι από χώρες όπως η Ζιμπάμπουε, ότι έχουν εισόδημα πάνω από 250.000 δολάρια και ότι τα έχουν με τον κολλητό ή την κολλητή τους. Και, βέβαια, προτιμούν αντί να αποκαλύψουν αν και με ποιόν τα έχουν, να επιλέξουν για status “it’s complicated”. Αυτές οι μικρές ανακρίβειες είναι σήματα που δείχνουν κάτι για το πώς βιώνουν τις φιλίες τους και για το πώς βλεπουν τις κοινωνίες στις οποίες ζουν.

Με παρόμοιο τρόπο, το τι αποφασίζουν να δηλώσουν ή να αποσιωπήσουν για τους εαυτούς τους δείχνει πώς αυτοσυστήνονται και πώς διαχειρίζονται την εντύπωση που θέλουν να δώσουν για τους εαυτούς τους στα διαφορετικά ακροατήριά τους. Γι’αυτό πολλές φορές τροφοδοτούν ψεύτικες εντυπώσεις (π.χ. για πράγματα που δεν έχουν κάνει) προσπαθώντας να φανούν κουλ σε ένα συγκρεκριμένο φανταστικό κοινό, παρόλο που αυτό μπορεί να κάνει τους γονείς ή τους καθηγητές τους να φρικάρουν αν τύχει να διαβάσουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες. Στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τυχόν αντιδράσεις από την σύγκρουση διαφορετικών φανταστικών κοινών, οι έφηβοι, πασχίζουν να διαφυλάξουν μέρος της ιδιωτικότητας που δικαιούνται.

 

Ξεγλιστρώντας από την επιτήρηση των ενηλίκων

Σε αντίθεση με αυτό που αντιλαμβανόμαστε όλοι ως «δημόσιο» και «ιδιωτικό» με βάση τις offline ζωές μας, οι πρακτικές των δικτυωμένων εφήβων αναδεικνύουν μια πολύ διαφορετική αντίληψη και αντιμετώπιση της ιδιωτικότητας. Θεωρώντας δεδομένο ότι όλα όσα γράφονται στα κοινωνικά δίκτυα είναι (ή θα μπορούσαν κάποια στιγμή να γίνουν) δημόσια, οι έφηβοι δεν μπαίνουν στον κόπο να προσπαθήσουν να τα αποκρύψουν αλλά αναπτύσσουν μηχανισμούς ώστε να ελέγχουν οι ίδιοι το νόημα αυτών που αναρτούν, επιτρέποντας σε άλλους παραλήπτες να το καταλάβουν και σε άλλους να το προσπεράσουν αγνοώντας ακόμη και την ύπαρξή του.

Κάποιες φορές, μάλιστα, το κάνουν τόσο επιτυχημένα που δυσκολεύουν αφάνταστα ακόμη και τους τεχνολογικούς κολοσσούς του διαδικτύου. Γνωρίζοντας ότι είναι διαρκώς υπό επιτήρηση -από γονείς, δασκάλους, εκπροσώπους του νόμου, διαφημιστές που τους περιμένουν στη γωνία για να τους πασάρουν το επόμενο διαφημιστικό μπανεράκι κ.ο.κ.- όλο και περισσότεροι έφηβοι και νέοι εφαρμόζουν μια τεχνική που η Boyd και η συνεργάτιδά της Alice Marwick αποκαλούν «κοινωνική στεγανογραφία». Όπως οι αρχαίοι Έλληνες που έκρυβαν απόρρητα μηνύματα σε εμφανέστατα μέρη, χρησιμοποιώντας την τεχνική της στεγανογραφίας (π.χ. γράφοντάς με τατουάζ στο κεφάλι ενός σκλάβου και στέλνοντάς τον να περάσει μέσα ανάμεσα από εχθρούς οι οποίοι δεν φαντάζονταν ότι θα έπρεπε να ξυρίσουν το κεφάλι του για να διαβάσουν το μήνυμα), έτσι και οι δικτυωμένοι έφηβοι κρύβουν μηνύματα μπροστά στα μάτια μας μεταθέτοντας το νόημα που όλοι εκλαμβάνουμε ως εμφανές, χρησιμοποιώντας συνθήματα και εντάσσοντάς τα σε συγκεκριμένα γενικότερα πλαίσια (συμφραζόμενα). Για να ξέρει κανείς να διαβάσει το μήνυμα -π.χ. να καταλάβει τι σηματοδοτεί ένα τραγούδι ή ένα μότο που αναρτήθηκε- πρέπει να ξέρει ότι υπάρχει κάποιο κρυφό νόημα και να υποψιάζεται με ποιό κομμάτι της ζωής του συγκεκριμένου εφήβου συνδέεται. Η τεχνική αυτή, που καταρχήν έχει ως στόχο την διαφυγή από την επιτήρηση των ενηλίκων, αποδεικνύεται πως τελικά δυσκολεύει πολύ τις μηχανές του Facebook να αναλύσουν τη γλώσσα που χρησιμοποιούν τα παιδιά ώστε να τους εμφανίσουν στη συνέχεια σχετικές διαφημίσεις, όπως κάνουν σε όλους τους χρήστες.

Υπάρχει, όμως, κάτι ακόμα που οι έφηβοι έχουν να μας διδάξουν με τον τρόπο που διαχειρίζονται την ιδιωτικότητα στο διαδίκτυο: την μετατόπιση των ορίων της ιδιωτικότητας. Αυτό που στον offline κόσμο θεωρείται αποδεκτό στις διαπροσωπικές σχέσεις είναι πως οποιαδήποτε συνομιλία μοιραζόμαστε είναι εξ ορισμού ιδιωτική και μπορεί να γίνει δημόσια μετά από (δική μας) προσπάθεια. Η αλληλογραφία μας, για παράδειγμα, είναι ιδιωτική και μόνο αν το επιλέξουμε μπορεί να δημοσιοποιηθεί. Επίσης, μια συζήτηση μεταξύ δύο ανθρώπων θεωρείται ιδιωτική και από ευγένεια δεν κρυφακούμε, ακόμη κι αν είμαστε κοντά τους. Θεωρούμε, δηλαδή, δεδομένο ένα συγκεκριμένο επίπεδο ιδιωτικότητας. Σε έναν διαμεσοβημένο κόσμο, όπως το διαδίκτυο, τέτοιες παραδοχές τίθενται υπό αμφισβήτηση. Ο σχεδιασμός των κοινωνικών δικτύων με τρόπο τέτοιο ώστε να ενθαρρύνει τον διαμοιρασμό όσων εκφράζουμε, δεν αφήνει περιθώρια για να λειτουργήσουμε όπως λειτουργούμε στον συμβατικό, τον offline, κόσμο. Στο διαδίκτυο όλο και περισσότεροι χρήστες υιοθετούν τη νοοτροπία ότι οι συνομιλίες τους είναι καταρχήν δημόσιες και μπορούν να γίνουν ιδιωτικές μετά από προσπάθεια.

Οι έφηβοι είναι από τις πρώτες πληθυσμιακές ομάδες που το αποδέχονται αυτό και προσαρμόζονται με ευρηματικό τρόπο. Μπορεί να κατηγορούνται ότι μοιράζονται τα πάντα ανοιχτά και ξεδιάντροπα, αλλά εκείνοι είναι οι πρώτοι που πειραματίζονται στη διαχείριση της ιδιωτικότητας στο διαδίκτυο και συνδιαμορφώνουν νέα κοινωνικά πρότυπα συμπεριφοράς. Δεν σπαταλούν χρόνο προσπαθώντας να ελέγξουν ποιός θα έχει πρόσβαση σε ποιά ανάρτησή τους στο Facebook, αλλά μόνο για να φιλτράρουν όσα έχουν λόγους να κρατήσουν μακριά από το ευρύ κοινό. Αν έχουν να πουν κάτι μόνο σε μια μικρή ομάδα φίλων θα χρησιμοποιήσουν τυχόν διαθέσιμες ειδικές ρυθμίσεις (π.χ. θα κάνουν ορατή μια ανάρτηση μόνο σε μια ομάδα επαφών), ή εφαρμογές που επιτρέπουν επιλεκτικό διαμοιρασμό μηνυμάτων όπως το Snapchat. Άλλες φορές θα πάνε πίσω στο timeline τους και θα σβήσουν αυτά που διαπιστώνουν ότι χρησιμοποιούνται κακόβουλα από άλλους, ή θα ζητήσουν από τους φίλους να διαγράψουν σχόλια που δεν θέλουν στον τοίχο τους. Αυτό που καταφέρνουν με τέτοιες πρακτικές είναι να μεταθέτουν το ζήτημα του ελέγχου της ιδιωτικότητας από ένα τεχνολογικό ζήτημα σε ένα ζήτημα κοινωνικών προτύπων.

Για τους γονείς συχνά είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό αυτό το είδος ελέγχου, ειδικά επειδή πολύ συχνά οι ίδιοι δεν έχουν αντίστοιχο βαθμό εξοικείωσης με την κουλτούρα και τα κοινωνικά πρότυπα των κοινωνικών δικτύων. Ή ακόμη κι επειδή απλώς είναι οι γονείς. Όταν προ καιρού σχολίασα αστειευόμενη μια φωτογραφία στον τοίχο της κόρης μου στο Facebook, κι εκείνη, αντί να γελάσει, μου ζήτησε να σβήσω το σχόλιο, θυμάμαι ότι είχα προσβληθεί πολύ. Μου πήρε μέρες να ξεπεράσω την απόρριψη και παρηγορήθηκα μόνο όταν διάβασα το σημείο στο βιβλίο της Boyd όπου εξηγεί πώς οι φίλοι των παιδιών σταματάνε να σχολιάζουν μια ανάρτηση όταν έχει μπει κι έχει σχολιάσει ένας γονιός. Σωπαίνουν με τον ίδιο τρόπο που θα έκοβαν μια συζήτηση αν ο γονιός άνοιγε την πόρτα σε ένα δωμάτιο όπου θα ήταν μαζεμένοι. Η παρουσία των γονιών στο Facebook ανατρέπει την κοινωνική δυναμική που υπάρχει μεταξύ μιας παρέας εφήβων, εξηγεί η Boyd. Το γεγονός ότι όλο και περισσότεροι από εμάς συχνάζουμες στα κοινωνικά δίκτυα όπου είναι και τα παιδιά μας, τα οδηγεί σε ακόμη μεγαλύτερη εφευρετικότητα ώστε να μας αφήνουν έξω από τις σημαντικές κουβέντες τους, αλλά και στην καλλιέργεια μιας προσδοκίας ότι οι μεγάλοι θα σέβομαστε τον δημόσιο χώρο των εφηβικών συνομιλιών με την ίδια διακριτικότητα που θα αποφεύγαμε να κρυφακούσουμε τη συζήτηση δυο αγνώστων δίπλα μας.

Οι περισσότεροι γονείς στις ΗΠΑ, πάντως, δεν δείχνουν την ίδια κατανόηση με μένα, που απέσυρα το ανεπιθύμητο σχόλιο από τον τοίχο της κόρης μου. Ένα πολύ δημοφιλές γονεϊκό στυλ εκεί είναι το «εντατικό» [περί “intensive parenting”: Parenting Out of Control, The Parent App], σύμφωνα με το οποίο «καλός» γονιός είναι ο γονιός που τα ξέρει όλα, που είναι ανά πάσα στιγμή παρών και τα βλέπει όλα, και που για να το πετύχει αυτό απαιτείται να παραβιάζει την ιδιωτική ζωή των παιδιών του. Ειδικά το κομμάτι της που αφορά το ίντερνετ. Συνήθης νοοτροπία είναι ακόμη και η πλήρης άρνηση οποιουδήποτε δικαιώματος ιδιωτικότητας του παιδιού, μέχρι την ενηλικίωση. Το πρότυπο αυτό αποδεικνύεται ότι επιβάλλεται όλο και περισσότερο στον δημόσιο λόγο ενώ περνάει και στη νομοθεσία των ΗΠΑ. Κατά συνέπεια, ακόμη κι όσοι γονείς δεν αποδέχονται αυτό το στυλ για τους εαυτούς τους, δέχονται τεράστια κοινωνική πίεση να επιτηρούν τα παιδιά τους ώστε να θεωρηθούν «καλοί» γονείς.

Η επιτήρηση είναι ένας μηχανισμός μέσω του οποίου ισχυρές οντότητες επιβάλουν την εξουσία τους πάνω σε λιγότερο ισχυρά άτομα, θυμίζει η Boyd, ανατρέχοντας στο Επιτήρηση και Τιμωρία του Φουκώ. Έστω και ως πράξη αγάπης, στην προσπάθεια να προστατεύσουν τα παιδιά τους, οι γονείς δεν καταλαβαίνουν πως η επιτήρηση είναι μια μορφή καταπίεσης, που περιορίζει την ικανότητα των εφήβων να λαμβάνουν ανεξάρτητες αποφάσεις. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι έφηβοι που καινοτομούν αναπτύσσοντας online στρατηγικές στην προσπάθειά τους να κερδίσουν λίγο ιδιωτικό χώρο, συχνά επανακαταλαμβάνουν με αυτό τον τρόπο την εξουσία που τους στερείται. Κι όταν το καταφέρνουν, η ικανότητα να επιτυγχάνουν την προστασία της ιδιωτικής του ζωής γίνεται μια έκφραση αυτοβουλίας από την πλευρά τους.

 

Πάθος ή εξάρτηση από το ίντερνετ;

Χωρίς να αμφισβητεί ότι κάποιοι νέοι αναπτύσσουν μια ανθυγειινή σχέση με την τεχνολογία, η Boyd εξετάζει πόσο διαφορετικά μπορεί να οριστεί ο όρος «εθισμός» ανάλογα με το ποιός τον χρησιμοποιεί και σε ποιά αφήγηση τον εντάσσεται κάθε φορά.

Σύμφωνα με την πρωταρχική αφήγηση των ΜΜΕ, περί εφήβων που έχουν γίνει ζόμπι μπροστά στις οθόνες τους, εξαρτημένα από τα κοινωνικά δίκτυα, το πάθος και η εμπλοκή με την τεχνολογία προβάλει ως μια ασθένεια που η κοινωνία πρέπει να αντιμετωπίσει. Ο όρος εθισμός χρησιμοποιείται για να υπονοήσει ότι οι έφηβοι στερούνται ελέγχου. Και ως ενισχυτικό επιχείρημα οι ενήλικες επικαλούνται την δική τους αδυναμία να ελέγξουν την εμμονή τους με τα κοινωνικά δίκτυα. Με τον ίδιο τρόπο κατά τις προηγούμενες δεκαετίες ο όρος εθισμός χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει εφήβους καρφωμένους μπροστά στην τηλεόραση ή κολλημένους στο ακουστικό του (σταθερού) τηλεφώνου. Όμως σε όλες τις εποχές και με όλες τις διαθέσιμες τεχνολογίες, το βασικό κίνητρό τους είναι η διασκέδαση και η κοινωνικοποίηση. Κι αυτό επιβεβαιώνεται από όσα κάνουν μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα: συνομιλούν με τους άλλους, ενημερώνονται και ενημερώνουν για τα νέα τους, ανεβάζουν φωτογραφίες και βίντεο, στέλνουν μηνύματα σε φίλους κ.ο.κ. Και όταν κάνεις πράγματα που σου αρέσουν με τους φίλους σου, ο χρόνος περνάει χωρίς να το καταλάβεις.

Η Boyd συνάντησε και εφήβους που είχαν διαπιστώσει το κόλλημά τους με κάποιο κοινωνικό δίκτυο και είχαν αποφασίσει να ξεκόψουν. Περιέγραφαν όμως τον εθισμό τους με διαφορετικό τρόπο από τα ΜΜΕ και τους γονείς τους. Διαπίστωναν π.χ. ότι παρασύρονταν από τη ροή της διάδρασης με τους φίλους τους στο Facebook και κατέληγαν να ξενυχτούν, να μένουν πίσω στα μαθήματά τους κλπ. Από την άλλη πλευρά, όμως, όταν αποφάσιζαν ή εξαναγκάζονταν από τους γονείς τους να απέχουν για μεγάλα διαστήματα από τα κοινωνικά δίκτυα όπου σύχναζαν μέχρι τότε, σύντομα αναγνώριζαν ότι η κοινωνική τους ζωή έμενε σημαντικά πίσω, έχαναν ειδοποιήσεις ή συνεννοήσεις για δραστηριότητες, και έπρεπε να προσπαθούν πολύ για να μαθαίνουν τι γίνεται στον κοινωνικό τους περίγυρο και να μην απομονώνονται.

Σε αντίθεση με τον όρο «εθισμός» που χρησιμοποιείται ευρέως από τους μεγάλους, οι περιγραφές των ίδιων των εφήβων παραπέμπουν περισσότερο σε αυτό που ο ψυχολόγος Mihaly Csikszentmihalyi αποκαλεί «ροή»: μια κατάσταση πλήρους και απόλυτης απορρόφησης, κατά τη διάρκεια της οποίας ο χρόνος παύει να υπάρχει, η προσοχή είναι απόλυτα εστιασμένη και οι άνθρωποι νιώθουν ευφορία καθώς καταπιάνονται με κάτι. Είναι μια κατάσταση που θεωρείται ιδανική για δημιουργικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες και είναι καθοριστικής σημασίας για την άσκηση ηγεσίας, το γράψιμο, την ανάπτυξη λογισμικού και την εκπαίδευση. Η ίδια κατάσταση, βέβαια, συνδέεται και με τον τζόγο και τα βιντεοπαιχνίδια, που κατά κανόνα συσχετίζονται με παθολογικό εθισμό. Ωστόσο η ανασχόληση σε βάθος με κάτι, δεν μοιάζει να είναι πρόβλημα από μόνη της αν δεν συνδυάζεται με άλλους παράγοντες που η κοινωνία να θεωρεί μη αποδεκτούς, σωματικά επιβλαβείς ή οικονομικά επιβαρυντικούς, τονίζει η Boyd.

Στην περίπτωση των εφήβων η συμμετοχή στα κοινωνικά δίκτυα δεν φαίνεται να τα αποξενώνει κοινωνικά. Αντιθέτως, ακούγοντάς τους να μιλούν για τον εθισμό τους με αυτά, αποκαλύπτεται ότι εκείνο που τα ενδιαφέρει δεν είναι οι ίδιοι οι υπολογιστές, τα κινητά ή τα σάιτ όπου δραστηριοποιούνται, αλλά οι σχέσεις τους με τους άλλους εφήβους. Συνεπώς, καταλήγει η Boyd, οι έφηβοι δεν είναι εθισμένοι με τα κοινωνικά δίκτυα. Αν είναι εθισμένοι σε κάτι, είναι εθισμένοι ο ένας με τον άλλο.

Παρόλ’αυτά, η ρητορική περί εθισμού εξακολουθεί να είναι χρήσιμη στους ενήλικες στην προσπάθεια να ελέγξουν την ελευθερία και την αυτοβουλία των εφήβων. Όπως θυμίζει η Boyd, ο προσδιορισμός της εφηβείας (με πρωτεργάτη τον G. Stanley Hall) ως μιας περιόδου κατά την οποία οι έφηβοι αρχίζουν να αναγνωρίζουν την ηθική αλλά είναι ακόμα ένα ευάλωτο κομμάτι του πλυθησμού, αφενός οδήγησε ιστορικά στην προστασία τους από την παιδική εργασία, διεύρυνε τις ευκαιρίες για εκπαίδευση, διαχώρισε τις νομικές και ποινικές τους ευθύνες κ.ο.κ, αφετέρου οδήγησε σταδιακά στην αντιμετώπισή τους μέσα από περιορισμούς: Αντιμετωπίζοντας τους εφήβους σαν μπάλες από ανεξέλεγκτες ορμόνες, τον περασμένο αιώνα η κοινωνία τους έχει στερήσει συστηματικά την αυτοβουλία. Αυτό αποτελεί εμπόδιο στη ωρίμανσή τους, ενώ οι απαγορεύσεις που συνεπάγεται αυτή η στάση, ωθούν τους εφήβους είτε να υποκύπτουν είτε να αντιστέκονται στην εξουσία των ενηλίκων.

 

Αν η Κοκκινοσκουφίτσα είχε smartphone

Οι έφηβοι της Boyd είχαν ακούσει όλοι φοβερές ιστορίες για συνομήλικούς τους είχαν πέσει θύματα σεξουαλικών επιθέσεων από άντρες που γνώρισαν π.χ. στο MySpace. Τα κορίτσια μάλιστα, τις πίστευαν αυτές τις ιστορίες και φοβούνταν ότι και οι ίδιες ήταν πιθανό να πέσουν θύματα βιασμού, απαγωγής και άλλων επιθέσεων από αγνώστους, ως αποτέλεσμα της online συμμετοχής τους. Όμως η γνώση των παιδιών για όλες αυτές τις ιστορίες βασιζόταν σε όσα έλεγαν τα ΜΜΕ και στους φόβους των γονιών τους, όχι σε εμπειρίες δικές τους ή σε βιώματα γνωστών τους.

Ο φόβος του παιδεραστή που εντοπίζει τα θύματά του μέσα από το διαδίκτυο, μπορεί να βασίζεται σε έναν υπαρκτό και πολύ σοβαρό κίνδυνο, αλλά φαίνεται πως έχει χρησιμοποιηθεί περισσότερο για την κατασκευή ενός ηθικού πανικού και για πολιτική εκμετάλλευση, παρά για την προστασία των ίδιων των παιδιών. Ένας ηθικός πανικός θεμελιώνεται όταν το κοινό φτάνει στο σημείο να πιστεύει ότι ένα πολιτισμικό στοιχείο, μια πρακτική ή ένας πληθυσμός απειλεί την κοινωνική τάξη, σύμφωνα με τον ορισμό του εμπνευστή του όρου, κοινωνιολόγου Stanley Cohen. Στην περίπτωση των εφήβων ηθικοί πανικοί τυπικά αφορούν την σεξουαλικότητα, την παραβατικότητα και την μειωμένη ικανότητά τους. Ενδεικτικά, πολύ πριν τον σημερινό φόβο του ίντερνετ, υπενθυμίζεται ότι είχαν προηγηθεί στις ΗΠΑ ηθικοί πανικοί για τα διηγήματα στα οποία «εθίζονταν» τα νεαρά κορίτσια κατά τον 18ο αιώνα και “κινδύνευαν να μείνουν ανύπαντρα”, τα κόμικ που πρωτοεμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1930 και θεωρήθηκε ότι βύθιζαν τους νέους σε φανταστικούς κόσμους και τους προέτρεπαν σε πράξεις βίας, και ο Έλβις Πρίσλεϊ που «διέφθειρε» τους αμερικανούς εφήβους κατά τη δεκαετία του 1950, λινκίζοντας τους γοφούς του.

Οι ηθικοί πανικοί και οι τρόποι με τους οποίους οι κοινωνίες απαντούν σε αυτούς, επανακαθορίζουν τις ζωές των εφήβων μέσα από περιορισμούς, περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να το πετύχει οποιοδήποτε νομικό μέτρο, διαπιστώνει η Boyd. Κάθε κοινωνικό σύστημα, θυμίζει η ίδια επικαλούμενη τη θεωρία του Larry Lessig, καθορίζεται από τέσσερις ρυθμιστικές δυνάμεις: την αγορά, τον νόμο, τα κοινωνικά πρότυπα και την αρχιτεκτονική του (που στην περίπτωση του ίντερνετ είναι η τεχνολογία του). Ο φόβος χρησιμοποιείται συχνά και από τις τέσσερις δυνάμεις, σε βάρος της ελευθερίας των εφήβων: Οι εταιρείες (=αγορά) πιέζουν για την αγορά προϊόντων προστασίας των παιδιών, οι νομοθέτες απαντούν στους φόβους απαγορεύοντας την πρόσβαση των εφήβων σε φυσικούς και δικτυακούς χώρους, τα ΜΜΕ αναπαράγουν και μεγενθύνουν τους φόβους που εκφράζονται μέσα από αντίστοιχα κοινωνικά πρότυπα, ενώ η τεχνολογίες (=αρχιτεκτονική) σχεδιάζονται έτσι ώστε να καταπραϋνουν ή να αναπαράγουν τους φόβους των γονιών.

predator_ad

Σε αντίθεση με όλα αυτά, οι σεξουαλικές επιθέσεις που σχετίζονται με το ίντερνετ είναι σπάνιες στις ΗΠΑ, ενώ και ο συνολικός αριθμός των σεξουαλικών επιθέσεων σε βάρος ανηλίκων μειώνεται σταθερά μετά το 1992. Παρόλο που τα συγκεκριμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι το ίντερνετ δεν φέρνει τελικά τη νέα πανούκλα, διαφημιστικές καμπάνιες βασισμένες στον φόβο εξακολουθούν να προπαγανδίζουν την πεποίθηση πως το ίντερνετ έχει πλημμυρίσει τα καθιστικά των νοικοκυριών των ΗΠΑ με παιδεραστές.

Και παρόλο που στατιστικά οι περισσότερες σεξουαλικές επιθέσεις σε βάρος ανηλίκων γίνονται σε θρησκευτικά ιδρύματα (βλέπε σκάνδαλα παιδεραστίας της Καθολικής Εκκλησίας), στο σχολείο ή στο σπίτι (από μέλη του συγγενικού και στενού οικογενειακού περιβάλλοντος), οι νομοθέτες ασχολούνται μόνο με τις απαγορεύσεις πρόσβασης των ανηλίκων σε online χώρους (π.χ. Deleting Online Predators Act, 2006).

Την ίδια ώρα, έρευνες καταδεικνύουν ότι οι έφηβοι που εμπλέκονται σε προβληματικές καταστάσεις μέσω διαδικτύου, δεν είναι συνήθως εκείνοι που συναναστρέφονται τους φίλους τους στα δημοφιλή κοινωνικά δίκτυα αλλά κυρίως όσοι σχετίζονται με ξένους σε άλλα, πιο απομακρυσμένα από τον περίγυρό τους, διαδικτυακά περιβάλλοντα. Τέτοια περιστατικά δεν είναι λίγα, και βέβαια είναι πολύ σοβαρά, αλλά υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά που διαφεύγει από την συνήθη αφήγηση και τον μύθο που περιβάλλει το φαινόμενο: Τα παιδιά που είναι πιο ευάλωτα σε διαδικτυακές επιθέσεις είναι εκείνα που ταυτοχρόνως αντιμετωπίζουν στη ζωή τους προβληματικές καταστάσεις όπως ψυχολογικά ή οικογενειακά προβλήματα, χρήση ναρκωτικών ή αλκοόλ, προβλήματα στο σχολείο κλπ.

Συχνά τα κοινωνικά δίκτυα αναδεικνύουν τέτοιες καταστάσεις, ή οδηγούν (συνήθως αργά) στον εντοπισμό των βαθύτερων αιτίων που κρύβονται πίσω από τραγικές ειδήσεις και πρωτοσέλιδα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός κοριτσιού από το Κολοράντο, της Tess, που σκότωσε τη μητέρα της τον Φεβρουάριο του 2007. Η δολοφονία προβλήθηκε στην τηλεόραση με τον τίτλο “A girl with MySpace kills her mother”, θυμάται η Boyd, γιατί θεωρήθηκε ότι είχε παρακινηθεί μέσω της σελίδας της στο τότε δημοφιλέστερο εφηβικό δίκτυο. Όπως αποδεικνύεται όμως, η Tess χρησιμοποιούσε το MySpace απευθύνοντας κραυγή αγωνίας πριν τη δολοφονία, καταγράφοντας επί μήνες την οργή για την σωματική και ψυχολογική βία στην οποία υποβαλλόταν από την αλκοολική μητέρα της. Η σελίδα της ήταν ένα ημερολόγιο βασανισμών, αναζήτησης διεξόδου αλλά και συμπαράστασης από φίλους της. Μετά τη σύλληψή της, μια φίλη της Tess εξήγησε στην Boyd ότι κάποιοι από αυτούς είχαν προσπαθήσει να δείξουν στους καθηγητές του σχολείου τη σελίδα της, ώστε να διαπιστώσουν και οι ίδιοι το πρόβλημα και να της βρουν βοήθεια, αλλά αυτό δεν γινόταν γιατί το σχολείο είχε μπλοκάρει την πρόσβαση στο MySpace.

Παρόμοιες ιστορίες καταδεικνύουν ότι συχνά στο ίντερνετ οι άνθρωποι -και όχι μόνο οι έφηβοι- μοιράζονται τον πόνο τους και το ψηφιακό περιβάλλον γίνεται μια πλατφόρμα όπου ο αυτός πόνος γίνεται ορατός στον υπόλοιπο κόσμο. Όμως την ίδια ώρα, η αμερικανική κοινωνία -και όχι μόνο αυτή- λειτουργεί ατομικιστικά, ο καθένας ενδιαφέρεται για το τι γίνεται στο σπίτι του, για το πόσο μπορεί να κινδυνεύσει το δικό του παιδί, για το πώς θα περιορίσει τις επαφές του μέχρι το σημείο που ο ίδιος μπορεί να ελέγξει. Όταν, όμως, οι ενήλικες προσπαθούν να φτιάξουν τέτοια κουκούλια για να κλείσουν εκεί μέσα με ασφάλεια τα παιδιά τους, τα προβλήματα δεν λύνονται, θυμίζει η Boyd. Και επικαλείται την σύσταση της θεωρητικού των πόλεων Jane Jacobs (The Death and Life of Great American Cities) ότι οι άνθρωποι θα πρέπει συλλογικά να έχουν το νου τους για ευάλωτους πληθυσμούς και να παρεμβαίνουν όταν πρέπει. (…) Η κοινωνία ωφελείται όταν ο καθένας είναι πρόθυμος να συνεισφέρει την προσοχή του στη δυναμική του δρόμου. Όσο περισσότερα μάτια είναι στο δρόμο, τόσο ασφαλέστερη είναι η κοινωνία.

 

Προσοχή στο κενό μεταξύ bullying και teenage drama

Για τον ορισμό του σχολικού εκφοβισμού, του bullying, δεν συμφωνούν ούτε οι ειδικοί μεταξύ τους, ούτε τα παιδιά με τους γονείς τους. Οι τελευταίοι, μαζί με τα ΜΜΕ και την συντριπτική μερίδα του κοινού, έχουν την τάση να χρησιμοποιούν τον όρο για οποιαδήποτε συμπεριφορά περιλαμβάνει πείραγμα, αγριάδα και βία από την πλευρά των παιδιών. Ειδικά τα μίντια, κατατάσσουν κάτω από τον ίδιο όρο-ομπρέλα ακόμη και ποινικά αδικήματα όπως η παρενόχληση. Τα παιδιά, όμως, χρησιμοποιούν διαφορετική γλώσσα, η οποία αποκαλύπτει μια άλλη κατηγοριοποίηση των περιστατικών.

Οι έφηβοι της Boyd συνέκλιναν στον ορισμό που έχει δώσει ο Σουηδός ψυχολόγος Dan Olweus στο bullying, προκειμένου να το διαχωρίσει από τις άλλες μορφές νεανικής επιθετικότητας. Bullying είναι μια κατάσταση η οποία συνδυάζει ταυτοχρόνως τρεις συνθήκες: την επιθετικότητα, την επανάληψη και την ανισορροπία ισχύος μεταξύ του θύματος και του θύτη. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα στα κοινωνικά δίκτυα θα ήταν ένα δημοφιλές παιδί που βασανίζει ψυχολογικά ένα περιθωριοποιημένο (διαφορετικό) παιδί διαδίδοντας κατ’επανάληψη δυσάρεστες φήμες γι’αυτό.

Δεν θα ήταν, όμως, η περίπτωση δυo κολλητών που κάποια στιγμή τσακώθηκαν, χώρισαν και στη συνέχεια η μία άρχισε να διαδίδει τα μυστικά της άλλης μέσω Facebook για να την ρεζιλέψει σε όλο το σχολείο. Ο ορισμός του Olweus δεν καλύπτει μεμονωμένα περιστατικά παρενόχλησης ή μη επαναλαμβανόμενων επιθέσεων, ούτε καταστάσεις στις οποίες το θύμα έχει τη δύναμη να αντιδράσει στην επίθεση. Τέτοιες περιπτώσεις εντάσσονται στην κατηγορία του «εφηβικού δράματος», που φαίνεται πως αναδύεται ως μία συνήθης πρακτική νεανικής επιθετικότητας.

Οι εφηβικές περιγραφές περί δράματος, στο πλαίσιο της έρευνας, αφορούσαν μια ποικιλία περιστατικών διαπροσωπικών συγκρούσεων, που κυμαίνονταν μεταξύ πλάκας και επιθετικότητας με κίνητρο την ζήλεια. Όταν μιλούσαν για συγκεκριμένες περιπτώσεις με κουτσομπολιά και διάδοση φημών που είχαν παρακολουθήσει στον κοινωνικό τους περίγυρο ή που τους αφορούσαν προσωπικά, δεν θεωρούσαν τα θύματα αδύναμα να αντιδράσουν. Συχνά η πλάκα ή η επίθεση έληγε με εκείνον/εκείνη που δεχόταν επίθεση να βγαίνει να διαψεύδει ή/και να διασκεδάζει με όσα λέγονταν εναντίον του/της.

Αναλύοντας αυτές τις διηγήσεις, η Boyd και η βοηθός της κατέληξαν σε έναν ορισμό περί «δράματος», ως «μια παραστατική, διαπροσωπική σύγκρουση η οποία πραγματοποιείται ενώπιον ενός ενεργού, εμπλεκόμενου κοινού, συχνά στα κοινωνικά δίκτυα». Διαπίστωσαν επίσης ότι στα δράματα δεν ήταν απαραίτητο να νιώθει κανείς επιτιθέμενος ή στόχος, ισχυρός ή αδύναμος, αλλά απλώς ως μέρος μια ευρύτερης -και συχνά κανονιστικής- κοινωνικής διαδικασίας.

Τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν παράγοντα-κλειδί στην κλιμάκωση των εφηβικών δραμάτων. Κάποιοι έφηβοι δήλωσαν ότι θεωρούν τα δράματα πηγή διασκέδασης και αντίδοτο της βαρεμάρας, άλλοι τα αντιμετώπιζαν ως μέσο δοκιμασίας της φιλίας και κατανόησης της δυναμικής που μπορεί να συνεπάγεται η δημοφιλία και η ισχύς κάποιου, ως τρόπο προσέλκυσης προσοχής και πειραματισμών ερωτικού ενδιαφέροντος ή ως μέσο για να στρέψουν αλλού τον θυμό και την απογοήτευσή τους. Όποιο κι αν είναι το κίνητρο, μια πιθανή αρνητική κατάληξη είναι η διάδοση των φημών πέρα από τον έλεγχο εκείνου που τις ξεκινά.

Παρόλο που το κουτσομπολιό είναι για όλους μας μια κοινωνική διαδικασία που παίζει κεντρικό ρόλο στο χτίσιμο των ανθρώπινων δεσμών, ειδικά για τους εφήβους είναι ένας από τους λίγους μηχανισμούς ισχύος που διαθέτουν.  Στο σχολείο, το κουτσομπολιό και οι φήμες λειτουργούν ως είδη κοινωνικού νομίσματος, επιτρέποντας την ανάπτυξη και διατήρηση κοινωνικών κατηγοριών και κλικών, υπενθυμίζεται. Οι έφηβοι κουτσομπολεύουν ώστε να διαχωρίσουν τους εαυτούς τους από τους άλλους, συχνά σε μια προσπάθεια να φανούν δημοφιλείς, μειώνοντας κάποιον άλλο. Όμως σε πλατφόρμες όπως το Facebook και το Youtube, που βασίζονται στην οικονομία της προσοχής, το κουτσομπολιό και τα σατιρικά βιντεάκια που ξεκινούν ως πείραγμα ή ως επίδειξη ισχύος, αποκτούν δική τους ζωή, και μπορεί να καταλήξουν σε μαζική διαπόμπευση αυτού για τον οποίο ξεκίνησε το πείραγμα [π.χ. υπόθεση Star War Kid: 1, 2].

Μια από τις μεγαλύτερες επιρροές που δέχονται οι έφηβοι καθώς μαθαίνουν να κατανοούν και να διαχειρίζονται την προσοχή προς όφελός τους, είναι τα παραδείγματα των προτύπων που θαυμάζουν, των σταρ που κυριαρχούν στην εφηβική κουλτούρα. Βλέποντας σε ριάλιτι ότι κάποιοι συνομήλικοί τους μπορούν να γίνουν ξαφνικά σταρ, και παρακολουθώντας τους να διαχειρίζονται δημοσίως τα προσωπικά τους δράματα μέσω των ΜΜΕ και των κοινωνικών δικτύων, οι έφηβοι αποκτούν πρότυπα συμπεριφοράς. Κι όταν εκτίθενται οι ίδιοι στα δικά τους ακροατήρια, μεταξύ των φίλων και των επαφών τους στα κοινωνικά δίκτυα, βιώνουν μια «μικροδιασημότητα», με τα κόστη και τα πλεονεκτήματα που συναπάγεται το να είναι στο επίκεντρο της προσοχής όπως οι σταρ που θαυμάζουν, αλλά χωρίς τον μηχανισμό υποστήριξης που έχουν πίσω τους οι σταρ.

Η κακία και η σκληρότητα που εισπράττουν οι έφηβοι μέσω των κοινωνικών δικτύων είναι υποπροϊόν μιας κουλτούρας που βασίζεται στο μιντιακό πρότυπο των ριάλιτι, του σκανδαλοθηρικού Τύπου και της ειδησεογραφίας που επικεντρώνεται στις ζωές των διασημοτήτων, είναι το συμπέρασμα. Αυτή η κουλτούρα έχει κανονικοποιήσει το δράμα ως de facto άποψη της καθημερινής δημόσιας ζωής. Το κλειδί σε τέτοιες πιεστικές καταστάσεις είναι η δύναμη του κάθε παιδιού. Αν ένα παιδί έχει τη δύναμη να τις αντιμετωπίσει, είναι και λιγότερο πιθανό τόσο το να τους δώσει συνέχεια κλιμακώνοντάς τις, όσο και το να κλονιστεί συναισθηματικά από μια αρνητική εμπειρία.

Ωστόσο, γενικότερα, παρόλο που στα κοινωνικά δίκτυα βρίσκουν χώρο νέοι τύποι δράματος, η εφηβική συμπεριφορά δεν δείχνει να έχει αλλάξει σημαντικά. Ούτε οι δυναμικές τους εκφοβισμού έχουν αλλάξει, αλλά έχουν γίνει πιο ορατές μέσω των κοινωνικών δικτύων. Αυτή την ορατότητα πρέπει να την αξιοποιήσουμε όχι για να αυξήσουμε τις τιμωρίες αλλά για να βοηθήσουμε τους εφήβους που απευθύνουν κραυγές αγωνίας έχοντας ανάγκη για λίγη προσοχή, καταλήγει η Boyd.

 

Ο φόβος για το διαδικτυακό άγνωστο διαιωνίζει τις κοινωνικές ανισότητες

Ένας από τους παλιούς τεχνο-ουτοπικούς μύθους που έχουν καταρρεύσει πια, είναι ότι το ίντερνετ θα έφερνε μεγαλύτερη ισότητα μεταξύ των ανθρώπων. Όπως αποδεικνύεται, η τεχνολογία όχι μόνο δεν εξαλείφει αλλά κατά κανόνα ενισχύει τους κοινωνικούς διαχωρισμούς, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την μελέτη της διαδικτυακής ζωής των εφήβων. Αλλά ακόμη κι όταν η τεχνολογία όντως διευκολύνει τους ανθρώπους να γνωρίσουν και να συμμετάσχουν σε κόσμους που υπερβαίνουν τον δικό τους, όπως ιδανικά θα μπορούσε να συμβαίνει στα κοινωνικά δίκτυα, στην πράξη κυριαρχούν οι προκαταλήψεις, ο ρατσισμός και η μισαλλοδοξία.

Στην αμερικανική κοινωνία, που στιγματίζεται  ούτως ή άλλως από αυτά τα φαινόμενα, η δημοσιότητα που προσφέρουν τα κοινωνικά δίκτυα στις ρατσιστικές φωνές μεγενθύνει το πρόβλημα και τους φυλετικούς διαχωρισμούς. Ούτε οι έφηβοι δεν μπορούν να ξεφύγουν. Οι επιλογές τους, αντανακλούν την κοινωνική τους θέση και ταυτότητα, τις οποίες πολύ δύσκολα υπερβαίνουν.

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που καταγράφηκε γύρω στο 2006-2007, το διάστημα που οι αμερικανοί έφηβοι μετακόμιζαν μαζικά από το MySpace στο αναδυόμενο τότε Facebook. Λόγω της δομής του MySpace και της έκφρασης που είχαν βρει εκεί πολλές hip-hop κοινότητες, που κατά κανόνα ήταν κοινότητες μαύρων νέων, οι περισσότεροι από αυτούς έμειναν εκεί, καθώς ήταν φαν της συγκεκριμένης μουσικής. Αντιθέτως, οι λευκοί έφηβοι ακολούθησαν τους νέους των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και των διακεκριμένων κολεγίων που ήταν οι πρώτοι έποικοι του Facebook. Για αρκετό διάστημα, μέχρι η σαρωτική δημοφιλία του Facebook να εξαλείψει αυτόν τον διαχωρισμό, ήταν εμφανές το φυλετικό και ταξικό χάσμα μεταξύ των δύο κοινωνικών δικτύων.

 

#480587031 / gettyimages.com

Ακόμη και χρόνια αργότερα, όμως, η έρευνα επιβεβαιώνει ότι η φυλή και η κοινωνική θέση των εφήβων καθορίζει τις διαδικτυακές συναναστροφές τους, έστω κι αν οι ίδιοι δεν το συνειδητοποιούν. Για παράδειγμα, ακόμη και στα διαπολιτισμικά σχολεία, τελικά τα παιδιά καταλήγουν να συνομιλούν κυρίως με συμμαθητές από την δική τους φυλή. Διαχωρισμοί υπάρχουν και στις επιλογές τεχνολογικών συσκευών π.χ. οι ασιάτες έφηβοι χρησιμοποιούν διαφορετικά κινητά από τους μαύρους ή τους λατινοαμερικάνους, ενώ παρατηρούνται φυλετικές διαφορές και στις εφαρμογές που χρησιμοποιούν οι νέοι σε Twitter και Facebook.

Η αναπαραγωγή αυτών των διαχωρισμών συνεπάγεται και διαιώνιση της ανισότητας στις ευκαιρίες που έχουν οι νέοι. Καθώς το δίκτυο των κοινωνικών επαφών μας καθορίζει το εύρος των πληροφοριών που λαμβάνουμε και των πολιτισμικών μας επιρροών, το να περικλείεται κανείς από κοινότητες ανθρώπων που ήδη αναπαράγουν όσα γνωρίζει, δεν του επιτρέπει να επωφεληθεί από τον κοσμοπολιτισμό του διαδικτύου στον βαθμό που θα μπορούσε. Αν προστεθεί σε αυτό το τεχνολογικό χάσμα που χωρίζει τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα από τα πιο προνομιούχα, είναι σαφές γιατί τα ωφέλη των δικτύων δεν θα τα δούμε σύντομα να κατανέμονται ούτε ισομερώς ούτε αξιοκρατικά.

Κι εκτός από όλα αυτά τα δομικά προβλήματα, οι έφηβοι έχουν να αντιμετωπίσουν έναν ακόμη παράγοντα που περιορίζει την ελευθερία τους να υπερβούν την προδιαγεγραμμένη κοινωνική τους θέση: τον “φόβο του ξένου”. Κάτω από την πίεση των γονιών τους και του κοινωνικού τους περιβάλλοντος, αν παρεκλίνουν στα κοινωνικά δίκτυα δείχνοντας ενδιαφέρον για πρόσωπα και δραστηριότητες που ξεφεύγουν από το πολιτισμικό πρότυπο που καθορίζει την κοινωνική τους θέση, βρίσκονται αντιμέτωποι με τους γνωστούς ηθικούς πανικούς.

 

Δεν αρκεί να γεννήθηκες αργά για να είσαι “digital native”

Η ανισομερής πρόσβαση στον ψηφιακό αλφαβητισμό είναι ο βασικότερος πράγοντας που φαίνεται να συμβάλλει στην αμφισβήτηση ενός ακόμη αξιώματος που κυριάρχησε για σχεδόν δύο δεκαετίες στις προσεγγίσεις περί διαδικτυακούς κουλτούρας: της πεποίθησης ότι οι έφηβοι είναι οι «ψηφιακοί ιθαγενείς», ενώ οι ενήλικες οι «ψηφιακοί μετανάστες» που επειδή γεννήθηκαν αργά στερούνται γνώσεων για την τεχνολογία και είναι λιγότερο ικανοί να αναπτύξουν σχετικές δεξιότητες.

Με αυτή τη λογική, οι έφηβοι θα έπρεπε να επιδεικνύουν σχετικές δεξιότητες σχεδόν αυτόματα, καθησυχάζοντάς μας για το ψηφιακό μέλλον της αθρωπότητας. Αλλά κάτι τέτοιο δεν επαληθεύεται. Στην πραγματικότητα, η ρητορική περί «ψηφιακών ιθαγενών», τελικά μάλλον είναι σε βάρος των παιδιών, καθώς αποσπά την προσοχή μας από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στον διαδικτυακό κόσμο.

reading

Θεωρώντας για μεγάλο διάστημα δεδομένο ότι οι έφηβοι είναι «ιθαγενείς», το εκπαιδευτικό σύστημα των ΗΠΑ απέτυχε να φροντίσει να τους προετοιμάσει σωστά. Κι αυτό κατέληξε σε μία ακόμη διεύρυνση του ψηφιακού χάσματος, καθώς τα παιδιά των πιο προνομιούχων κοινωνικών τάξεων είχαν τη δυνατότητα να καλύψουν αυτό το κενό με ιδιωτικά κεφάλαια, ενώ τα λιγότερο προνομιούχα έμειναν πίσω και στην ψηφιακή γνώση.

Ο αλφαβητισμός που χρειάζεται κανείς στον ψηφιακό κόσμο, πάντως, δεν έχει τόση σχέση με την εξοικείωση με γκάτζετ και υπηρεσίες, αλλά κυρίως με την κατοχή κριτικής γνώσης, ώστε να μπορεί κανείς να εμπλακεί παραγωγικά σε διαδικτυακές καταστάσεις, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας να ελέγχει τη ροή προσωπικών πληροφοριών και να αναζητά και να ερμηνεύει τις πληροφορίες στις οποίες έχει πρόσβαση, τονίζει η Boyd. Δύο από τα εφόδια που χρειάζονται τόσο οι ενήλικες όσο και τα παιδιά, είναι οι τεχνικές δεξιότητες και η εκπαίδευση για τα μέσα, ώστε αφενός να κατανοούν την δομή του ψηφιακού κόσμου αφετέρου να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν κριτικά τις αφηγήσεις που τους παρέχουν τα μέσα, και να αξιολογούν τον ανεξέλεγκτο όγκο πληροφοριών και δεδομένων που βρίσκουν διαθέσιμα.

Ως ένδειξη αναλφαβητισμού, αναφέται το παράδειγμα της πεποίθησης που έχει διαποτίσει το αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα ότι η Wikipedia είναι μια αναξιόπιστη πηγή ενώ η Google είναι μια ουδέτερη μηχανή αναζήτησης, που φέρνει πρώτα τα πιο αξιόπιστα αποτελέσματα. H Google έχει αναδειχθεί σε επίκεντρο του ψηφιακού πληροφοριακού σύμπαντος των εφήβων, διαπίστωσαν πρόσφατα ερευνητές του Harvard, παρόλο που αγνούν τη λειτουργία των αλγορίθμων μέσω των οποίων παράγονται τα αποτελέσματά της. Η Wikipedia, αντιθέτως, παρόλο που συχνά προσφέρει πιο πολύπλευρη καταγραφή από αυτή που θα βρει κανείς π.χ. στα εγκυρότερα ιστορικά βιβλία, αντιμετωπίζεται ως μια επικίνδυνη πηγή. Οι περισσότεροι έφηβοι της Boyd δεν είχαν επισκεφτεί την Wikipedia και δεν ήξεραν ότι τα λήμματά της συντάσσονται συλλογικά από τους χρήστες, ούτε ότι αποτελεί ένα από τα πιο αξιοθαύμαστα επιτεύγματα συλλογικής καταγραφής γνώσης στο διαδίκτυο. Κανείς δεν τους δίδαξε να σκέφτονται την Wikipedia ως ένα εξελισσόμενο ντοκουμέντο, που αποκαλύπτει πώς οι άνθρωποι παράγουν γνώση και πώς διαφορετικές πηγές θέτουν σε αμφισβήτηση πληροφορίες που κάποιες άλλες πηγές παρουσιάζουν ως δεδομένες.

Μια σειρά από τέτοιες λανθασμένες προσεγγίσεις στο θέμα του χειρισμού των «ψηφιακών ιθαγενών» ενισχύει την άποψη ότι ο όρος πρέπει να επαναπροσδιοριστεί. Σύμφωνα με τον εναλλακτικό ορισμό που προτείνουν οι John Palfrey και Urs Gasser στο “Born Digital: Understanding the First Generation of Digital Natives”, «οι ψηφιακοί ιθαγενείς μοιράζονται μια κοινή παγκόσμια κουλτούρα η οποία καθορίζεται όχι αυστηρά από την ηλικία, αλλά από συγκεκριμένα γνωρίσματα και εμπειρίες που έχουν σχέση με το πώς αλληλεπιδρούν με τις τεχνολογίες της πληροφορίας, τις ίδιες τις πληροφορίες, ο ένας με τον άλλο, καθώς και με άλλους ανθρώπους και οργανισμούς».

 

Τα κοινωνικά δίκτυα ως ο νέος δικός τους χώρος

Πλατφόρμες όπως το Facebook, το Twitter και το MySpace δεν είναι απλώς δημόσιοι χώροι, αλλά σε πολλές περιπτώσεις είναι οι μόνοι «δημόσιοι» χώροι όπου οι έφηβοι μπορούν εύκολα να συναθροίζονται σε μεγάλες ομάδες συνομηλίκων τους. Eιδικά για μια χώρα όπως οι ΗΠΑ, όπου εδώ και χρόνια ψηφίζονται νόμοι που απαγορεύουν σε εφήβους την απαγόρευση εισόδου σε πολλά δημόσια μέρη, χωρίς τα κοινωνικά δίκτυα η συρρίκνωση της κοινωνικής τους ζωής θα ήταν αναπόφευκτη.

Πολλά παιδιά δήλωσαν στις συνεντεύξεις τους πως θα προτιμούσαν χίλιες φορές να συναντιούνται με τους φίλους τους από κοντά, αλλά τέτοιες συναντήσεις γίνονται όλο και πιο δύσκολες λόγω των υπερφορτωμένων προγραμμάτων τους, της αδυναμίας τους να μετακινούνται μόνα του (όσο θα ήθελαν ή και καθόλου) και των φόβων των γονιών τους για την ασφάλειά τους σε δημόσιους χώρους. Μερικά από αυτά τα παιδιά αποζητούσαν απελπισμένα ευκαιρίες να βγουν από το σπίτι  και να μαζευτούν με φίλους. Σε πολλές περιπτώσεις τους επιτρεπόταν να πηγαίνουν μόνο σε σχολικές εκδηλώσεις, ενώ άλλα μπορούσαν να συναντιούνται με φίλους σε δημόσιους χώρους τα Σαββατοκύριακα. Υπήρχαν και κάποια που δεν είχαν ούτε καν αυτές τις επιλογές, ή που οι γονείς τους καθόριζαν ασφυκτικά το πρόγραμμα της ζωής τους ώστε να μεγαλώσουν βάσει συγκεκριμένων προτύπων και κανόνων.

Με αυτά τα δεδομένα, τα κοινωνικά δίκτυα προσφέρονται ως ένας ελκυστικός χώρος για να βρει κανείς πρόσβαση σε φίλους, έστω και στα κλεφτά. Ακόμη και έφηβοι που απάντησαν ότι δεν αξιολογούσαν πολύ θετικά τις ίδιες τις πλατφόρμες -π.χ. επειδή διαφωνούσαν με τις επιβολή των διαφημίσεων στο Facebook ή επειδή δεν είχαν τη δυνατότητα να ελέγξουν όσο θα ήθελαν το προφίλ τους- είχαν καταφύγει σε αυτές ως τον μόνο διαθέσιμο χώρο τόσο ευρείας κοινωνικοποίησης. Έτσι, από ανάγκη να ανήκουν και να επικοινωνούν, μέσω των κοινωνικών δικτύων έχτιζαν δίκτυα ανθρώπων και πληροφοριών, συμμετείχαν και βοηθούσαν στη δημιουργία δικτυωμένων κοινών.

Για τις ανάγκες της επικοινωνίας, τέτοια δικτυωμένα κοινά λειτουργούν σαν οποιοδήποτε άλλο κοινό, με τη διαφορά ότι αυτό συμβαίνει στις σχετικές τεχνολογικές πλατφόρμες, και δικτυώνουν τους ανθρώπους με νέους τρόπους, σε ουσιαστικές φανταστικές κοινότητες. Και όπως όλα τα κοινά, αποτελούν τον ιστό των κοινωνιών, και παρέχουν στον καθένα μας μηχανισμούς κατασκευής του κοινωνικού μας κόσμου. Συμμετέχοντας σε κοινά οι άνθρωποι αναπτύσσουμε γνώση περί του τι είναι αποδεκτό και κανονιστικό προσαρμόζοντας συλλογικά τη συμπεριφορά μας με βάση αυτά που βλέπουμε στα κοινά στα οποία συμμετέχουμε και τα οποία κατανοούμε, υπενθυμίζει η Boyd. Μπορεί αυτό να μην σημαίνει αυτόματα αλληλοσεβασμό μεταξύ των ανθρώπων στο σύνολό τους, αλλά αυτές οι διαδικασίες δημιουργούν ένα κοινό πολιτισμικό πεδίο συνεννόησης, αποτρέποντας το μίσος μεταξύ μας.

Οι έφηβοι αποδέχονται αυτή την εκδοχή των δικτυμένων κοινών, ακόμη και με τα ελαττώματά της, καθώς είναι ο μοναδικός κόσμος που γνωρίζουν. Μοιάζουν με τους flâneurs του Μποντλέρ, που περιπλανώνται στους δρόμους χωρίς να έχουν να πάνε κάπου συγκεκριμένα, μόνο για να δουν και να ειδωθούν, λίγο επιδειξιομανείς και λίγο ταδιώτες ταυτοχρόνως. Κάπως έτσι και οι σημερινοί έφηβοι περιπλανώνται στα διαδικτυακά κοινά τους ως ψηφιακοί flâneurs.

Αν και κάποιοι από αυτούς αποζητούν την προσοχή που συνεπάγεται το να φαίνονται δημοσίως, οι περισσότεροι διαπιστώνεται ότι θέλουν απλώς να είναι βρίσκονται σε δημόσιους χώρους. Εστιάζουν, δηλαδή στο τι σημαίνει να αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού κόσμου (…) στο να αναπτύξουν μια αίσθηση του εαυτού τους και να νιώσουν ότι είναι κομμάτια της κοινωνίας. Επιπλέον, γι’αυτούς το ίντερνετ λειτουργεί όπως λειτούργησαν σε προηγούμενες εποχές άλλα μέσα και νέες τεχνολογίες που τους έδιναν τη δυνατότητα να κάθονται στο σπίτι τους και να πειραματίζονται με τον δημόσιο χώρο, όπως το πειρατικό ραδιόφωνο ή τα περιοδικά φανζίν.

Σε αυτό το πλαίσιο, πολύ συχνότερα απ’όσο νομίζουμε, τους δίνεται και η δυνατότητα για πολιτική συμμετοχή. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα ήταν η διαμαρτυρία που οργάνωσαν τον Μάρτιο του 2006 παιδιά μεταναστών στην Καλιφόρνια, για τον αντι-τρομοκρατικό και αντι-μεταναστευτικό νόμο HR4437, ο οποίος ξεσήκωσε τις κοινότητες των μεταναστών στις ΗΠΑ. Επειδή οι έφηβοι που προέρχονταν από οικογένειες μεταναστών χωρίς άδειες παραμονής στις ΗΠΑ ένιωσαν αποκομμένοι από τις μαζικές διαδηλώσεις που οργάνωσαν οι επίσημοι φορείς (μεταναστευτικές οργανώσεις, ισπανόφωνα ΜΜΕ, παραδοσιακές ομάδες υποστήριξής τους κ.α.) στράφηκαν στο MySpace, που τότε ήταν το δημοφιλέστερο κοινωνικό δίκτυο μεταξύ τους. Οργάνωσαν αυτοσχέδιες πορείες και έφυγαν από τα σχολεία τους βγαίνοντας κατά χιλιάδες στους δρόμους σε διάφορες πόλεις, με πλακάτ, συνθήματα κατά του ρατσισμού και υπέρ των οικογενειών τους, εξηγώντας ότι είχαν μεταναστεύσει εκεί αναζητώντας μια καλύτερη ζωή και πως δεν άξιζαν ένα ρατσιστικό φακέλωμα. Η συγκεκριμένη δράση [σαφείς οι ομοιότητες με τον Δεκέμβρη του ‘08 στην Ελλάδα] αποτέλεσε ξεκάθαρο πολιτικό ακτιβισμό. Παρόλ’αυτά, οι δημόσιοι αξιωματούχοι, τα ΜΜΕ και οι διευθύνσεις των σχολείων κατηγόρησαν τους μαθητές ότι το έκαναν για την κοπάνα, είπαν ότι αν ήθελαν να συζητήσουν για τη μετανάστευση μπορούσαν να είχαν κάτσει στα σχολεία τους και να είχαν κουβεντιάσει με πιο «παραγωγικούς» τρόπους, ενώ σε κάποια σχολεία επιβλήθηκαν και τιμωρίες. Αρνήθηκαν, δηλαδή, να νομιμοποιήσουν την πολιτική δράση των εφήβων.

Ακόμη, όμως, και πολύ πιο ταπεινές πράξεις όπως η συμμετοχή σε μια επίθεση των Anonymous ή στην δημιουργία και διάδοση ενός meme μπορεί να εμπεριέχει πολιτικό λόγο. Ενδεικτικά τέτοια παραδείγματα αποτελούν μερικά από τα βιντεάκια με τον Χίτλερ να μαθαίνει για το Digital Millennium Copyright Act, ότι η NSA παρακολουθούσε το τηλέφωνό του, ότι ο λογαριασμός του στο Xbox Live μπλοκαρίστηκε κ.ο.κ. Βλέποντας τέτοιες χιουμοριστικές αποτυπώσεις της πραγματικότητας συνήθως μένουμε στο αστείο, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι η δημιουργία τους -από νέα παιδιά συνήθως- προϋποθέτει την κατανόηση ενός γενικότερου ιστορικού πλαισίου και έναν σημαντικό βαθμό ψηφιακού αλφαβητισμού, που συχνά αγνοούμε ότι κατέχουν οι δημιουργοί τους.

 

«Θα πεις στη μαμά μου…;»

Στην αρχή του “It’s Complicated”, η Boyd θυμάται έναν άλλο έφηβο από την Καλιφόρνια, τον 15χρονο Μάικ που ήταν τότε ξετρελαμένος με το περίφημο βίντεο που έδειχνε πειράματα με εκρηκτικούς συνδυασμούς Coca-Cola με καραμέλες Mentos. Με τους φίλους του έκαναν αντίστοιχα πειράματα, που τα βιντεοσκοπούσαν με μια κάμερα -δανεική για τα Σαββατοκύριακα από το σχολείο επειδή έπρεπε να καταγράφουν τις ασκήσεις της Χημείας- και τα ανέβαζαν στο Youtube. Δεν ήταν τίποτα σπουδαία βίντεο, ήταν μάλλον χαμηλής ποιότητας, και τα έβλεπαν βασικά μόνο οι ίδιοι και οι κολλητοί τους. Κι όμως, το παραμικρό νέο view που αθροιζόταν στα συνολικά τους, προκαλούσε στον Μάικ τρομερό ενθουσιασμό. Καθώς λοιπόν σερφάρανε παρέα και ο Μάικ τής έδειχνε χαρούμενος τα βίντεο, κάποια στιγμή πάτησε pause και γύρισε προς το μέρος της. «Θα μου κάνεις μια χάρη;», τη ρώτησε. «Θα πεις στη μαμά μου ότι δεν κάνω τίποτα κακό στο ίντερνετ; Θέλω να πω, νομίζει ότι όλα όσα είναι online είναι κακά, ενώ εσύ φαίνεσαι να καταλαβαίνεις, κι ας είσαι μεγάλη. Θα της μιλήσεις;».

Και κάπως έτσι γράφτηκε αυτό το βιβλίο. Το οποίο, όμως, «δεν αποτελεί μια ερωτική επιστολή προς τη νεανική κουλτούρα», όπως διευκρινίζει η συγγραφέας του, αν και η ίδια δηλώνει πως η έρευνά της την έπεισε ότι οι νέοι είναι πιο διαλλακτικοί απ’όσο νόμιζε. «Αυτό το βιβλίο είναι μια προσπάθεια να να πείσω τους ενήλικες που ασκούν εξουσία στις ζωές των νέων ότι αυτό που κάνουν όταν εμπλέκονται σε διαδικτυακά κοινά, βγάζει νόημα. Την ίδια ώρα, το να συμφιλιώνεται κανείς με τη ζωή στην εποχή της δικτύωσης δεν είναι απαραιτήτως ούτε εύκολο ούτε προφανές. Είναι μάλλον περίπλοκο».

 




O ευτυχισμένος εργαζόμενος της διαφήμισης

 

Τι κοινό έχουν μια πίτσα, ένα ζευγάρι παπούτσια, μια φαρμακοβιομηχανία και ένα ούζο; «Μα τι ερώτηση είναι και αυτή; Τίποτα κοινό, τίποτα που να είναι προφανές τουλάχιστον…», θα απαντήσουν οι περισσότεροι από εμάς. «Κάτι εντελώς πρόδηλο», θα απαντήσουν οι άνθρωποι της επικοινωνίας και της διαφήμισης.

Ήταν το 2010 όταν η μεγάλη πολυεθνική εταιρία πίτσας στις ΗΠΑ κάλεσε όσους εργαζόμενους της στην εξυπηρέτηση πελατών το επιθυμούσαν, να συμμετέχουν σε μια διαδικασία επιλογής. Πράγματι, η συμμετοχή ξεπέρασε κάθε προηγούμενο και άμεσα επιλέχθηκαν οκτώ νέοι και εμφανίσιμοι εργαζόμενοι που έγιναν οι πρωταγωνιστές των διαφημίσεων. Το σενάριο έλεγε ότι έπρεπε να μιλήσουν για τις φιλοδοξίες τους, να παρουσιάσουν την αγαπημένη τους από τις προσφερόμενες πίτσες της εταιρίας, να βρίσκονται σε διάδραση με τους πελάτες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

 

women-working

φωτογραφία από εδώ

Ήταν το 2011 όταν εγχώρια εταιρία κατασκευής υποδημάτων έβαλε τους εργαζόμενους της στο σκηνικό της διαφήμισης. Στην πραγματικότητα πλαισίωναν την γηραιά ιδιοκτήτρια του εργοστασίου που σε μια τυπική βόλτα ελέγχου στις γραμμές παραγωγής άρχισε να απαριθμεί τα πλεονεκτήματα και τα κατορθώματα της εταιρίας. Συντηρητικό προφίλ, αστικό στυλ, στερεοτυπικός λόγος – με αναφορές οχήματα: ελληνικά χέρια κατασκευάζουν παπούτσια από ελληνικά δέρματα για Έλληνες γυναίκες και άνδρες. Πριν το κλείσιμο της διαφήμισης, μια σειρά κουρασμένα πρόσωπα εργατών χαρίζουν πανευτυχή χαμόγελα στην κάμερα.

Είναι το 2014 όταν εγχώρια φαρμακοβιομηχανία προβάλει διαφήμιση στην οποία ζητάει από τους εργαζόμενους της να χρησιμοποιήσουν μόνο μια έκφραση που να ξεκινάει «είμαι περήφανος που δουλεύω σε μια εταιρία …» και να συμπληρώνεται με όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που την κατατάσσουν στις πρώτες θέσεις των βιομηχανιών του κλάδου. Εργαζόμενοι από διάφορα τμήματα «αισθάνθηκαν» και δήλωσαν υπερήφανοι για την εταιρία και τα επιτεύγματα της.

Είναι το 2014 όταν μια ποτοποιία στο νησί φτιάχνει μια διαφήμιση που τα πρόσωπα της είναι οι εργαζόμενοι. Ο διευθυντής με ύφος βλοσυρό, λόγο αυστηρό, ως άλλος δάσκαλος επαρχιακού σχολείου έτοιμος να επιπλήξει, συγκεντρώνει γύρω του τους εργαζόμενους της παραγωγής, οι οποίοι παρεμπιπτόντως δεν γνωρίζουν (;) τίποτα για αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει. Αγχωμένοι και τρομοκρατημένοι, επίσης σε ρόλο μαθητή πριν το διαγώνισμα, κρέμονται από τον λόγο του διευθυντή. Σχεδόν συγκινημένοι, με αμήχανο και υστερικό γέλιο μαθαίνουν ότι πάνε εκδρομή για καλαμαράκια. Τουριστικά λεωφορεία, τσιφτετέλια, ομοιόμορφα ρούχα, συρτάκι, σκηνικό βγαλμένο από ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ‘60 και «να είσαι καλά αφεντικό» με υψωμένα ποτήρια.

Η τάση στη διαφήμιση είναι σχεδόν ειρωνική αλλά σύμφυτη με τα σημεία των καιρών. Το φαινόμενο ο εργαζόμενος να είναι πρωταγωνιστής και πρεσβευτής του διαφημιζόμενου είδους γιγαντώθηκε όταν οι αμερικανικές εταιρίες κατάλαβαν ότι βρίσκονταν στο επίκεντρο της κοινής γνώμης λόγω της σταθερά ανάλγητης συμπεριφοράς τους, η οποία κορυφώθηκε στην διάρκεια της πιο πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Όταν σημειώθηκε μικρή ανάκαμψη, οι διευθυντές των εταιριών ήξεραν ότι καμία διαφήμιση ή εκστρατεία επικοινωνίας με μήνυμα δικό τους ή υψηλά ιστάμενων θα μπορούσε να κινητοποιήσει το κοινό. Αυτό που επεδίωξαν ήταν η αποκατάσταση μιας χαμένης εμπιστοσύνης, με την χρήση των ανθρώπινων πόρων, των χαμηλότερων σε ιεραρχία που παρουσίασαν την εργασία τους ως μοναδική εμπειρία, αναδεικνύοντας την συναισθηματική και ανθρώπινη διάσταση του εταιρικού σήματος.

Παρομοίως και στην ελληνική κοινωνία, δεν θα περίμενε κανείς ότι την επόμενη ημέρα της ισοπέδωσης του συνόλου σχεδόν των εργασιακών δικαιωμάτων, με ταυτόχρονη ενδυνάμωση του επιχειρηματικού κόσμου, θα βλέπουμε διαφημίσεις με περιχαρείς εργαζόμενους να επιβεβαιώνουν πατερναλιστικές σχέσεις με τους εργοδότες και ακούσια ή εκούσια, να συμβάλουν στην ανώδυνη επανόρθωση ή ενίσχυση του εταιρικού προφίλ.

Το μείζον ζήτημα είναι ότι η διαφήμιση – και ειδικά μια τέτοια διαφήμιση – ως ότι πιο μαζικό έχει να παρουσιάσει η επικοινωνία στην μετάδοση ενός μηνύματος, φτιάχνεται από κώδικες που δεν είναι τίποτα άλλο από μορφές κοινωνικής γνώσης που προκύπτουν από κοινωνικές πεποιθήσεις και κυρίως επαναληπτικές πρακτικές. Αυτό σημαίνει ότι οι διαφημίσεις είναι συχνότατα αναπαραστάσεις της κοινωνίας, εγγράφουν και εγγράφονται στη κίνηση, το ύφος και το πολιτισμικό κεφάλαιο της κοινωνίας. Και έτσι μπορεί να γίνει πεποίθηση η προτιμητέα ανάγνωση της σχέσης του εργαζόμενου με τον εργοδότη, όπως αποτυπώνεται στην διαφήμιση. Και έτσι οι κοινωνικές τάξεις, τα διαφορετικά συμφέροντα, οι διακριτές ιδιότητες αμβλύνονται ουσιωδώς μέχρι να παύσουν να υπάρχουν και επίσημα στο συλλογικό ασυνείδητο.

Η εικονική εργασιακή ευτυχία είναι γεγονός.