η τουριστική περίοδος δεν τελειώνει ποτέ

 

“Je hais les voyages et les explorateurs” – «Μισώ τα ταξίδια και τους εξερευνητές»

Claude Lévi-Strauss

Μέρα τη μέρα, γίνεται σχεδόν αδύνατο να μιλήσει κανείς ενάντια στο τέρας του τουρισμού, αφού ο τουρισμός είναι εκείνος ο τομέας που δημιουργεί κέρδη 3,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως. Σ’ έναν κόσμο που ο παράδεισος συγκροτείται από καλές ειδήσεις ανταγωνιστικότητας, παραγωγικότητας και καινοτομίας, ένα τέτοιο ποσό προκαλεί μόνο ευτυχία. Αλίμονο, απ’ τον τουρισμό περιμένουν πολλοί να ζήσουν, με πρώτο απ’ όλους το ελληνικό κράτος, το οποίο αναστενάζει σχεδόν ερωτικά, κάθε φορά που κάποιος αξιωματούχος του, ξεστομίζει τη φράση «η βαριά βιομηχανία της χώρας είναι ο τουρισμός».

Εξάλλου το τέρας του τουρισμού έχει πλέον πολλά κεφάλια και δεν αρκούν οι συζητήσεις για τα προβλήματα που δημιουργεί η μαζική μετακίνηση ταξιδιωτών, η ανάπτυξη με όρους τεράστιων ξενοδοχείων και γηπέδων γκολφ, η πρακτική του all inclusive, η περίφραξη δημόσιων χώρων κλπ. Δεν αρκούν καν οι προβληματισμοί γύρω από επαναλαμβανόμενα περιστατικά όπως αυτό της δολοφονίας του 22χρονου Αμερικανού στη Ζάκυνθο. Όποιος έχει πάει σε συγκεκριμένα σημεία της Κω, της Ρόδου, της Ίου, της Κρήτης και αλλού, γνωρίζει την ατμόσφαιρα που κυριαρχεί. Πέρα απ’ τα ελληνικά σύνορα, δεν είναι λίγα τα περιστατικά, που τουρίστες συλλαμβάνονται ή και απελαύνονται, γιατί πόζαραν γυμνοί σε κάποιον αρχαίο ναό, έκαναν την ανάγκη τους στη μέση μιας αγοράς και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς ότι φέρνει ο συνδυασμός αλκοόλ και καφρίλας μαζί με την υπόσχεση των “πιο απίστευτων διακοπών που θα μας μείνουν αξέχαστες”.

Πέρα απ’ όλα αυτά, μοιάζει να έχει συντελεστεί μια αλλαγή, κάτι βαθύ και συνολικό και οι συνέπειές αυτής της μεταβολής στον τρόπο που εννοούμε πια τον τουρισμό, εκτείνονται τόσο στις μεταλλάξεις του τοπίου, όσο και στον ίδιο τον τρόπο που υπάρχουμε εμείς μέσα στην πραγματικότητα. Είμαστε όλοι εν δυνάμει τουρίστες, ή ίσως ακριβέστερα εναλλάξ παρατηρητές και παρατηρούμενοι, καταναλωτές τοπίων και της πραγματικότητας των άλλων. Το κάθε ταξίδι μας, αν όχι και η κάθε βόλτα εμπεριέχει μια δόση τουρισμού στη ζωή και τα σπίτια των άλλων.

‘Free Tours By Foot’ στο Bushwick ή όπως το λένε κάποιοι ντόπιοι, ghetto tourism

 

Στο Bushwick για παράδειγμα, μια φτωχή περιοχή της Νέας Υόρκης, διοργανώνονται «δωρεάν περίπατοι» προκειμένου οι επισκέπτες να περιηγηθούν στα graffiti της περιοχής με την συνοδεία του απαραίτητου ξεναγού. Διαβάζουμε για το Bushwick μερικά στοιχεία. Το 30% των κατοίκων ζουν κάτω απ’ το (ομοσπονδιακά ορισμένο) όριο της φτώχειας. Το 42% δεν έχουν τελειώσει το σχολείο. Είναι επιπλέον μια γειτονιά, της οποίας μόλις το 9% των κατοίκων είναι λευκοί. Δεν υπάρχει απαραίτητα κάτι το προβληματικό σε μια οργανωμένη βόλτα για να δει κανείς τα graffiti σε μια υποβαθμισμένη περιοχή, αλλά ταυτόχρονα είναι κάπως περίεργο, λευκοί άνθρωποι να περιφέρονται με έναν λευκό συνοδό σε μια γειτονιά μαύρων και ισπανόφωνων, λες και δε θα μπορούσαν να περπατήσουν την ίδια διαδρομή μόνοι τους. Η τέχνη που έχει για καμβά τον τοίχο είναι εξορισμού ανοιχτή κι ελεύθερη για τα μάτια όλων, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση, αρχίζει και δημιουργείται η εντύπωση ότι τα αντικείμενα της παρατήρησης (έστω εμμέσως) δεν περιορίζονται σε όσα έχουν βαφτεί στο τσιμέντο. Οι τουρίστες του Bushwick περπατούν παρατηρώντας διαδοχικά τα graffiti, το τοπίο και τους ίδιους τους ανθρώπους που ζουν στο σημείο. Η θέση που παίρνουν μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία, αναγκαστικά τους τοποθετεί στο ίδιο σημείο με κάποιον που παρατηρεί τα κλουβιά στο ζωολογικό κήπο. Ενθουσιάζεται με την άγρια ομορφιά και την αυθεντικότητα, αλλά τον καθησυχάζουν τα κάγκελα και στην προκειμένη περίπτωση η παρουσία του συνοδού ή η ιδέα ότι όλη αυτή η περιήγηση, σύντομα θα τελειώσει. Είναι ωραία αυτή η πραγματικότητα, αρκεί να έρθεις σε επαφή μαζί της σε ορισμένες ποσότητες.

τί βλέπουν οι τουρίστες σ’ αυτή την τρύπα της αμερικανικής μητρόπολης; περιθώριο ή ίσως το ιδανικό σημείο για μια νέα γκαλερί;

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ξεναγός και διοργανωτής των περιπάτων είναι ένας λευκός καλλιτέχνης που ασχολείται με την street art και έχει μετακομίσει τα τελευταία τέσσερα χρόνια στην περιοχή. Μια περιοχή που βρίσκεται πλέον σε ένα ιδιότυπο αλλά γνώριμο μεταίχμιο. Ένας κάτοικος το περιγράφει ως μια σύνθεση «ανθρωποκτονιών και ολιστικών εργαστηρίων, όπλων και ντόνατς με φουά γκρα». Στο τοίχο μιας ρημαγμένης μονοκατοικίας στα όρια Κεραμεικού – Μεταξουργείου έγραφε πριν κάποια χρόνια (όπως το θυμάμαι από μνήμης) «όπου δεν φτάνει το γκλομπ του μπάτσου, φτάνει το πινέλο του καλλιτέχνη». Αλλά αυτή η περιοχή – όριο είναι έτσι κι αλλιώς μια αλλόκοτη σύνθεση, αφού η απόσταση μεταξύ της οδού Ιάσωνος και της οδού Κεραμεικού είναι μικρή και ταυτόχρονα τεράστια.

Αν η συνθήκη στο Bushwick δημιουργεί ερωτήματα, αναρωτιέται κανείς τι θα πρέπει να σκεφτούμε για τα favela tours που ευδοκιμούν τα τελευταία χρόνια στη Βραζιλία. Το 2014 επισκέφτηκαν τις φαβέλες του Ρίο 5ο.οοο τουρίστες.

 

Κριτική έχουν ασκήσει πολλοί. Μιλούν για αντικειμενοποίηση των φτωχών ανθρώπων, για ένα είδος ηδονοβλεψίας για μετατροπή της φτώχειας σε διασκέδαση και για περαιτέρω ενίσχυση (και επιβεβαίωση) του διαχωρισμού μεταξύ τρίτου κόσμου και ανεπτυγμένων πολιτών. Ο αντίλογος είναι ότι κερδίζουν χρήματα οι ίδιοι οι κάτοικοι και ότι οι τουρίστες βλέπουν από πρώτο χέρι τις συνθήκες ζωής. Ο Kennedy Odede που μεγάλωσε σε μια παραγκούπολη του Ναϊρόμπι γράφει για την πρώτη φορά που ήρθε αντιμέτωπος με αυτό το είδος τουρισμού, όταν ήταν 16 χρονών. Βρισκόταν μέσα στο σπίτι του,  δύο μέρες νηστικός και ξαφνικά είδε μια λευκή γυναίκα να τον φωτογραφίζει. Ένιωσε, λέει σαν τίγρης στο κλουβί. Περιγράφει επίσης ένα γκρουπ ανθρώπων που ως κομμάτι του tour μπήκαν σε ένα σπίτι για να δουν μια γυναίκα που γεννούσε εκείνη την ώρα ή το κλικ της φωτογραφικής μηχανής και μαζί ένα επιφώνημα θαυμασμού μπροστά στο θέαμα ενός ηλικιωμένου ανθρώπου που αφόδευε στο δρόμο. Ίσως για αυτού του είδους την τουριστική περιήγηση να είναι πιο ακριβής μια άλλη ονομασία που συνήθως δίνεται – reality tourism. Τουρίστες στην πραγματικότητα των άλλων.

η πραγματικότητα των άλλων σε μια φαβέλα στο Ρίο, ένα εντυπωσιακό φόντο όπως και να το κάνεις.

 

Τα τελευταία τρία χρόνια έχουν οργανωθεί διάφορες διαδηλώσεις ενάντια στις συνέπειες του τουρισμού. Στην φωτογραφία παρακάτω μια ιδιότυπη κόντρα. Ο ντόπιος που δεν αντέχει άλλο την υπερβολική παρουσία του τουρίστα και ο τουρίστας που σε αυτό απαντάει με μια σέλφι.

όταν σε διώχνουν, αλλά εσύ είσαι Βαρκελώνη για διακοπές.

 

Πέρσι επισκέφτηκαν την Βαρκελώνη, μια πόλη 1,6 εκατομμυρίων, 32 εκατομμύρια τουρίστες. Οι κάτοικοι διαμαρτύρονται για την αύξηση των ενοικίων, για τις αλλαγές στην πόλη, για τις συνέπειες της οικονομικής πραγματικότητας μιας τέτοιας πόλης που επιβάλλει ακόμη και το ποιες δουλειές μπορούν να υπάρχουν – πόσα καταστήματα με σουβενίρ και γρήγορο φαγητό μπορεί ν’ αντέξει μια πόλη; Η απάντηση μπορεί να είναι, όσα μπορούν οικονομικά να επιβιώσουν. Αλλά τότε δε λαμβάνουμε υπόψη ότι μπορεί η ίδια η πόλη που επιβιώνει να είναι μια άλλη πόλη, ο χαρακτήρας και η ταυτότητά της να έχουν αλλάξει σε τέτοιο δραματικό βαθμό, που αυτή η αλλαγή να μην εντάσσεται σε κάποια κατανοητή μεταβολή που φέρνει ο χρόνος και οι συνθήκες, αλλά σε μια ολοκληρωτική υποταγή στην ισοπεδωτική λογική ενός παγκόσμιου μολ με θετικό ισολογισμό.

foto του Χ. Σ. από τη Βαρκελώνη, αντίστοιχο πανό υπάρχει και στην Άνω Πόλη στη Θεσσαλονίκη.

 

Κατά κάποιο τρόπο ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Πλάκα, η οποία έχει καταλήξει, ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, να είναι ένα μη μέρος. Από τη μια μεριά, ασφυκτικά γεμάτη από τουρίστες που κατά γκρουπ γεμίζουν τα στενά δρομάκια, αγοράζοντας απερίγραπτα σουβενίρ και τρώγοντας μουσακά σε σουβλατζίδικα (ή το ανάποδο). Από την άλλη, οι καταστηματάρχες σε ένα ατελείωτο κρεσέντο passive aggressive  συμπεριφοράς. Απ’ τη δουλικότητα της προσέγγισης του περαστικού με το μενού ανά χείρας, στο χυδαίο δειλό, μισοσιωπηλό – μέσα απ’ τα ενωμένα δόντια, παραλήρημα για τα μπούτια και τον κώλο της ίδιας κοπέλας που πέρασε και δεν κάθισε να παραγγείλει τίποτα. Η δουλικότητα στα αγγλικά, η λύσσα στα ελληνικά, γιατί τέτοια είναι η γλώσσα μας, περήφανη και ανυπότακτη.

Βαρκελώνη πάλι

 

Στη Βαρκελώνη συζητάνε και παίρνουν μέτρα, αλλά η προσέγγισή τους είναι πάλι οικονομική. Όριο στις κλίνες, όριο στα νέα ξενοδοχεία, φορολόγηση στους νέους τρόπους διαμονής, τύπου Airbnb. (Παρεμπιπτόντως το θέμα του Airbnb επανέρχεται διαρκώς τον τελευταίο καιρό, με αφορμή δημοσιεύματα – αλλά και την εμπειρία μας – για τις συνέπειες της ευρείας διάδοσής του σε περιοχές όπως τα Εξάρχεια ή το Κουκάκι.)

ενδεικτική αφίσα στη Βενετία για το Airbnb (via https://www.facebook.com/AntiEvictionMappingProject/ )

 

Το ζήτημα όμως δεν είναι ζήτημα χρημάτων, δεν λύνεται με λιγότερες άδειες ξενοδοχείων ή με βαρύτερη φορολόγηση του aribnb και των αντίστοιχων υπηρεσιών. Το ζήτημα πηγαίνει παραπέρα, πολύ παραπέρα, και αγγίζει θέματα ταυτότητας, γενικότερης κατεύθυνσης και προσέγγισης σε έννοιες όπως η ανάπτυξη, η επιβίωση, η ευτυχία (συγνώμη για τη χρήση λέξης που δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί) και πάει λέγοντας.

από διαδήλωση στη Βενετία το Νοέμβριο του 2012

 

Κάποιοι κάτοικοι σε όλα τα σημεία του πλανήτη κατά καιρούς αντιδρούν με διαδηλώσεις, αφίσες και αυτοσχέδιες καταδρομικές επιχειρήσεις όπως κάποτε σε νησί των Κυκλάδων, που μια παρέα έσκιζε τα λάστιχα των τζιπ που πάρκαραν στα πλακόστρωτα της Χώρας.

Αλλά τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να σταματήσει την ακόρεστη δίψα του ανθρώπου να καταπιεί και να καταναλώσει άμεσα και δυναμικά και το τελευταίο απάτητο (ή έστω κάπως ξένο) ίχνος τοπίου και ανθρώπων. Έτσι, το αντικείμενο της φωτογράφισης, δεν είναι κάθε φορά ένα ζώο, μια παραλία, ένα αρχαίο μνημείο ή ένα χαμόσπιτο. Το αντικείμενο της φωτογράφισης είναι η επέκταση της δικής μου (δυτικής ή «ανεπτυγμένης») κανονικότητας πάνω στη πραγματικότητα των άλλων. Αφού μπορώ να φωτογραφηθώ μπροστά σε μια φαβέλα, ένα γκέτο, ένα γκράφιτι ενός περιθωριακού ντόπιου ή έναν αμίλητο ψαρά, αυτά αποκτούν μια δευτερεύουσα σημασία, γίνονται φόντο, σκηνικό, υλικό οπτικής αφήγησης. Η παρουσία μου εντέλει μπορεί να εισβάλει και να επιβληθεί παντού.

«Λες και ο άνθρωπος , έχοντας εκδιωχθεί από τον Κήπο επειδή έκοψε τον απαγορευμένο καρπό του δέντρου της γνώσης – μια αρπαγή που προσδιορίζει την υπεροχή και την μοναξιά του στον οργανικό κόσμο – , επέστρεψε οργισμένος και βάλθηκε να εξαλείψει όλα τα ίχνη που υπήρχαν στο τοπίο της χαμένης Εδέμ. Ο Λεβί – Στρος  νιώθει ότι στην οικολογική καταστροφή, στη φονική κι όμως αυτοκτονική μεταχείριση που επιφυλάσσουμε στο περιβάλλον, ενυπάρχουν πολλά περισσότερα από τη λαιμαργία ή τη βλακεία. Ο άνθρωπος διακατέχεται από μια αόριστη μανία που εναντιώνεται στην ίδια του την ανάμνηση της Εδέμ. Όποτε φτάνει σε τοπία ή κοινότητες που φαίνεται να μοιάζουν με τη δική του εικόνα για τη χαμένη αθωότητα, εξαπολύει επίθεση και ερημώνει.»

George Steiner

 

 




Η μεταμοντέρνα μοναξιά της Idalia Candelas

Η φίλη περιγράφει ένα νέο μαγαζί στο Κέντρο της πόλης, με διακόσμηση που την εντυπωσίασε και θα ήθελε να είχε κάτσει για φαγητό εκείνο το μεσημέρι αλλά τελικά δεν τα κατάφερε για έναν λόγο που έθετε υπό αμφισβήτηση όλα όσα πίστευε περί γυναικείας χειραφέτησης μέχρι τότε. Μόλις που πρόλαβε να περάσει το κατώφλι για να βρει τον χώρο σχεδόν υπερπλήρη από χαρούμενα ζευγάρια και παρέες σε διάλειμμα από τη δουλειά. Αν και με κάποια δυσκολία, θα έβρισκε τραπέζι όμως παραδέχτηκε ότι δίστασε να το κάνει γιατί αναρωτήθηκε τι θα σκεφτούν οι άλλοι για το «μοναχικό» της γεύμα. Μπορεί να μην της είχε τύχει μέχρι εκείνη τη στιγμή αλλά εντελώς απρόσμενα διαπίστωσε ότι είχε να διαχειριστεί άλλη μια κοινωνική κατασκευή, αυτή του στίγματος της γυναικείας μοναξιάς. Ένα στίγμα που ενίοτε ξεκινάει από αδιάκριτες ερωτήσεις περί αποκατάστασης, δημιουργίας οικογένειας, συντρόφου, γονιμότητας  εντός της πατρικής οικογένειας και του χώρου εργασίας για να καταλήξει σε βλέμματα συγκατάβασης και ψιθύρους από τα διπλανά τραπέζια ή ακόμη και παρενόχληση ορμώμενη από στερεοτυπικούς συνειρμούς για το τι κάνει μια γυναίκα μόνη σε ένα μπαρ ή ένα εστιατόριο.

Όπως συμβαίνει πάντα σε ανάλογες περιπτώσεις, μια προσεκτική ματιά στην «οικία» και στο τι πραγματικά συμβαίνει στον ιδιωτικό μας χώρο, έρχεται να αποκαταστήσει τη τάξη σε μια σειρά χαοτικών και επαναλαμβανόμενων σκέψεων περί αντρικής και γυναικείας μοναξιάς, που διατρέχουν όλες τις κοινωνικές τάξεις και γενεές. Απόδειξη είναι και η σχετική έρευνα της Eurostat (Trends inhouseholds in the EU: 1995-2025) σύμφωνα με την οποία αναμένεται ότι έως το 2025, ο αριθμός των μονοπρόσωπων νοικοκυριών θα ανέλθει στα 62 εκατομμύρια όταν το 1961, ο αριθμός αυτός ήταν μόλις 14 εκατομμύρια και το 1995, ο αριθμός ήταν 42 εκατομμύρια. Συνεπώς, πρόκειται για μια δυναμική πραγματικότητα που σιωπηρά απαιτεί τον χώρο της στο πλαίσιο των κοινωνικών μας αντιλήψεων.

Προς αυτή την κατεύθυνση δούλεψε και η Μεξικανή καλλιτέχνης Idalia Candelas που μόλις πριν από λίγες ημέρες (και ίσως διόλου τυχαία πριν την γιορτή του Αγ. Βαλεντίνου) παρουσίασε μια σειρά σκίτσων με τίτλο «Postmodern Loneliness», καλωσορίζοντας τις εργένισσες και αναδεικνύοντας στιγμές της ιδιωτικής τους ζωής. Και αν κάποιοι φαντάζονται πάρτυ και αχαλίνωτο σεξ ή θλίψη και αυτολύπηση, τα σκίτσα που περιλαμβάνονται στο μικρό αυτοβιογραφικό της βιβλίο «Alone», μας προσγειώνουν σε μια ζωή αυτάρκειας και χαλαρότητας που όπως η ίδια δηλώνει στο mic.com «οι εργένισσες δεν έχουν κατάθλιψη, δεν κλαίνε, δεν υποφέρουν, απολαμβάνουν την παρέα με τον εαυτό τους. Η μοναχικότητα συνεχώς αυξάνεται στην κοινωνία, δεν είναι κακή, δεν μπορεί να είναι στιγματισμός».

 

Η ομορφιά και η απλότητα των στιγμών στα σκίτσα που ακολουθούν

………….

Πηγές:

Trends in households in the EU: 1995-2025, Eurostat 2003

http://mic.com/connections




Μάους παντ σε προχωρημένη σήψη

σκίτσο του Γιάννη Νικολόπουλου

σκίτσο του Γιάννη Νικολόπουλου

Στο γραφείο δεν έχω μάους παντ. Τη δουλειά αυτή κάνουν δυο λευκές κόλλες χαρτί. Η επάνω έχει διάφορες μικρές σημειώσεις, λέξεις, τηλέφωνα, ονόματα και την ανανεώνω κάθε τόσο που γεμίζει. Στην από κάτω, έχει μόνο ημερομηνίες και αριθμούς: 2/9-26/10-> 69 παιδιά, 28-30/10-> 86 άτομα, 4/11-> 5 άτομα, 5/11-> 5 άτομα, 7/11-> 2 άτομα, 10/11-> 7 άτομα, 11/11-> 18 άτομα, 13/11-> 2 παιδιά, 16/11-> 2 παιδιά, 25/11-> 3 άτομα, 3/12-> 3 άτομα, 4/12-> 1 άτομο, 3 αγνοούμενοι, 8/12-> 6 παιδιά, 9/12-> 12 άτομα, 12 αγνοούμενοι, 10/12-> 4 άτομα, 15/12-> 3 άτομα, 17/12-> 7 άτομα, 24/12-> 8 άτομα, 25/12-> 5 άτομα, 28/12-> 4 ξεβρασμένα πτώματα σε προχωρημένη σήψη. Ένα κοριτσάκι, δύο γυναίκες και ένας άντρας. Χριστούγεννα σε προχωρημένη σήψη.

Κάθε πρωί ένα μικρό μνημόσυνο. Για να μην ξεχάσω. Για να μη συνηθίσω. Κάθε πρωί που ανοίγω τα μέηλ μου, πριν αρχίσω τη δουλειά, ντρέπομαι λίγο ακόμη, νιώθω ένοχη λίγο ακόμη, αγγίζω την αδικία αυτού του κόσμου λίγο ακόμη, σιχαίνομαι την Ευρώπη λίγο ακόμη, ορκίζομαι να μισώ τα σύνορα για πάντα. Τα σύνορα του χώρου και του χρόνου. Και θέλω να χυθώ σαν το μέλι πάνω από το δίχτυ του χρόνου και να κάνω τρεις στάσεις. Να γίνω πέτρα στα χέρια του homo erectus, στη μετανάστευσή του από την Αφρική στην Ευρώπη, χιτώνας ετέρας μετοίκου στην Αρχαία Αθήνα και κόκκος στην πρώτη παπαρούνα της άνοιξης στην Παλαιστίνη. Να μην έχω καμία έγνοια και καμία έννοια. Nα μη χρειάζεται να με χιλιοευχαριστεί ο Mohamed επειδή έκανα το αυτονόητο, να μην κλαίει η Joy όταν τη ρωτάω τι πιστεύει ότι θα της συμβεί αν γυρίσει στη χώρα της, να μην κυκλοφορεί με σαγιονάρες μες στο κρύο ο Abdul, να μη λέω στον Ahmed να μη βγαίνει από την κατάληψη γιατί μπορεί να τον συλλάβουν, να μη χρειάζεται να εξηγώ στον Amir ότι δε μπορεί πια να πάει στη Γερμανία, επειδή είναι Ιρανός και όχι Ιρακινός, Σύριος ή Αφγανός, να μην ξενυχτάει από το άγχος ο Hasan γράφοντας τη ζωή του σε χαρτάκια πριν τη συνέντευξη, να μπορεί να φοράει γυναικεία ρούχα ο Sahid χωρίς να φοβάται, να έχει αντιρετροϊκά φάρμακα η Amina και μπουφάν για τη μικρή της η Martha, να μην ξυπνάει από εφιάλτες η Betty βλέποντας τους βιασμούς της σε επανάληψη, να μη βουρκώνει ο Ali όταν μου λέει ότι έχει 5 χρόνια να μιλήσει με την οικογένειά του. Να μην κλαίω και ‘γω στην αναμονή της Υπηρεσίας Ασύλου διαβάζοντας το «Κάτι θα γίνει θα δεις». Να είναι και η προσφυγιά μια έννοια ανύπαρκτη, σαν τα σύνορα του χώρου και του χρόνου. Να βγάλουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα από τα βιβλία όπου επιμελώς τα θάβουν και να τα κάνουμε μαχαίρια που θα σκίσουν τους φράχτες, γάλα και μπουφάν και ζεστά παπούτσια και φάρμακα και δουλειά και σπίτια με ρεύμα και νερό.

Αυτή την Πρωτοχρονιά, που η ελπίδα ψόφησε πριν φτάσει και βρίσκεται τώρα σε προχωρημένη σήψη, τίποτα επιστημονικό και νηφάλιο δε μπορώ να γράψω για τα σύνορα. Κανέναν «κυβερνητικό παράγοντα» δεν αντέχω να ακούω να μιλάει για προσπάθεια αντιμετώπισης «της προσφυγικής κρίσης» και ούτε η αρχή της «κυριαρχίας» ούτε άλλη κατασκευασμένη αρχή του διεθνούς δικαίου, μπορεί να ερμηνεύσει το καθημερινό προσκλητήριο νεκρών στο μάους παντ μου.

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




από την ελευθερία στην ασφάλεια (ή το lockdown ως κανονικότητα)

 

Ένα επιχείρημα που ακούστηκε αρκετά μετά τις επιθέσεις στο Παρίσι είναι ότι οι τζιχαντιστές επιτέθηκαν στην πραγματικότητα στον τρόπο ζωής μας. Στο γήπεδο, στο μπαρ, στο συναυλιακό χώρο. Είναι δηλαδή άνθρωποι που μισούν τη χαρά, τη διασκέδαση, την ελευθερία, αφού υπονοείται ότι ο τρόπος ζωής μας, ο δυτικός τρόπος ζωής δηλαδή, είναι ακριβώς αυτό: Συναυλίες, ματς, βραδινά κρασιά και μεζέδες ή χαρά, τέχνη, απόλαυση και ελευθερία. Ακόμη κι αυτό το επιχείρημα όμως, που μοιάζει εντελώς επιφανειακό και σχηματικό αφού δε λαμβάνει υπόψη μια σειρά από ιστορικές και πολιτικές συνθήκες, πιάνεται μόνο από τη μία πλευρά. Γιατί αν η μία όψη του τρόπου ζωής μας είναι οι τέτοιου είδους χαρές και ελευθερίες, η άλλη όψη είναι η αντίδρασή μας όταν αυτός ακριβώς ο τρόπος ζωής πιστεύουμε ότι απειλείται.

 

stream_img

Στο αεροδρόμιο Zaventem κοντά στις Βρυξέλλες.

 

ΠΑΡΙΣΙ

Το καθεστώς έκτακτης ανάγκης το οποίο ίσχυσε στη Γαλλία αμέσως μετά τις επιθέσεις, έχει ήδη πάρει παράταση για τρεις μήνες. Πέρα λοιπόν απ’ τους 10.000 στρατιώτες που κυκλοφορούν στους δρόμους του Παρισιού είχαμε (μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου) 2,235 εφόδους, προφυλακίστηκαν και τέθηκαν υπό κράτηση 263 άτομα και άλλα 330 για τα οποία υπάρχουν υποψίες από προηγούμενες παρακολουθήσεις ότι έχουν σχέσεις με ριζοσπαστικές ισλαμιστικές δραστηριότητες τέθηκαν υπό κατ’ οίκον περιορισμό. Εντωμεταξύ έχουν γίνει επιδρομές και σε τζαμιά, έκλεισαν μάλιστα τουλάχιστον πέντε, γιατί θεωρήθηκαν «ριζοσπαστικοποιημένα» (πρώτη φορά τέτοιου είδους αστυνομικές ενέργειες πραγματοποιήθηκαν εναντίον τόπων λατρείας στη Γαλλία). Αλλά καθεστώς έκτακτης ανάγκης δεν είναι μόνο οι κάθε είδους αστυνομικές επιχειρήσεις, αλλά η γενικότερη ατμόσφαιρα και η διακοπή της ροής των γεγονότων. Παρέμειναν κλειστά από σταθμούς μετρό μέχρι σχολεία και πανεπιστήμια και από την Disneyland μέχρι τον πύργο του Άιφελ. Συγκεντρώσεις και πορείες απαγορεύτηκαν. Τουλάχιστον 24 διαδηλωτές και ακτιβιστές που βρέθηκαν στο Παρίσι για την σύνοδο για το κλίμα, τέθηκαν υπό κατ’ οίκον περιορισμό και μάλιστα όταν ζήτησαν να μιλήσουν σε δικηγόρο, τους δόθηκε η απάντηση ότι δεν χρειάζεται γιατί η κράτηση γίνεται υπό το καθεστώς έκτακτης ανάγκης και αυτή τη στιγμή υπό αυτό το πλαίσιο δεν προβλέπονται τέτοια πράγματα.

Ο Ολάντ ζητάει και συνταγματική αναθεώρηση, ώστε να καταπολεμήσει αποτελεσματικότερα την τρομοκρατία «εντός των πλαισίων του νόμου» (ενός νέου νόμου βεβαίως που θα επιτρέψει η αναθεώρηση βεβαίως), ενώ ο πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς υπερθεματίζει: «η ασφάλεια είναι η σπουδαιότερη απ’ όλες τις ελευθερίες» (ή για να είμαι δίκαιος και ακριβολόγος: «Security is the first of all freedoms»). Στη συνταγματική αναθεώρηση αναμένεται μεταξύ άλλων να δούμε και πρόβλεψη ότι σε περίπτωση διπλής υπηκοότητας, η γαλλική θα αφαιρείται αν κάποιος αποδειχθεί ότι είναι τζιχαντιστής (το αποδειχτεί μπορεί κάλλιστα βέβαια να γίνει κατηγορηθεί, υποπτευθεί και πάει λέγοντας – ας είμαστε καχύποπτοι με τους αντιτρομοκρατικούς νόμους, το δικαιούμαστε άλλωστε).

Άλλα στοιχεία που έχουν ενδιαφέρον είναι αμέσως μετά τις επιθέσεις είχαμε μεγάλη αύξηση στις αιτήσεις κατάταξης στον γαλλικό στρατό. Τη βδομάδα μετά τις επιθέσεις για παράδειγμα είχαμε 1500 νέες αιτήσεις και άλλες 800 τη μέρα για την γαλλική πολεμική αεροπορία. Ο Ολάντ δήλωσε ότι θα δημιουργηθούν και 5.000 νέες θέσεις εργασία στην αστυνομία, ενώ ο στρατός θα προσλάβει (ίσως όχι το κατάλληλο ρήμα, αλλά εντάξει) φέτος 10.000 επιπλέον και το 2016 15.000 στρατιώτες. Εντωμεταξύ στο κομμάτι προσλήψεις στο σάιτ της αστυνομίας είχαμε 13.500 (σε σχέση με τις συνήθεις 4.500) επισκέψεις καθημερινά και οι αιτήσεις αυξήθηκαν από τις 1500 στις 4500.

Οι New York Times παρατηρούν και ένα φαινόμενο όχι τόσο συνηθισμένο για τα γαλλικά πράγματα. Έχουμε μια επίδειξη πατριωτισμού, αφού παρατηρείται σε γήπεδα, σε δρόμους, ακόμη και σε επαγγελματικά γεύματα, κόσμος να τραγουδά αυθόρμητα τη Μασσαλιώτιδα, ενώ σε ρεπορτάζ της εφημερίδας, ένα κατασκευαστής σημαιών μας λέει ότι οι παραγγελίες έχουν αύξηση κατά 400%.

Μπορεί η καλή εφημερίδα να υπερβάλει αλλά εμάς δε μας ενδιαφέρει τόσο να παραθέσουμε τα στοιχεία με ακρίβεια, όσο να δώσουμε ένα κλίμα και μια τάση, που φαίνεται να επικρατεί.

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

 

Soldiers stand guard in front of the central train station on November 22, 2015 in Brussels, as the Belgian capital remained on the highest security alert level over fears of a Paris-style attack. AFP PHOTO / Emmanuel Dunand (Photo credit should read EMMANUEL DUNAND/AFP/Getty Images)

22 November 2015 Βρυξέλλες. (Photo: EMMANUEL DUNAND/AFP/Getty Images)

 

Οι εικόνες στις Βρυξέλλες είναι ακόμη πιο ενδεικτικές. Εξαιτίας του ανθρωποκυνηγητού για τον εντοπισμό του δράστη (ιδού πως συναιρείται η δημοσιογραφική με την αστυνομική γλώσσα και όμως όλα ακούγονται φυσιολογικά), η πόλη βρέθηκε σε lockdown. Αυτό που είδαμε για πρώτη φορά στη Βοστώνη για λίγες ώρες (lockdown με αφορμή όχι λόγω κάποια επιδημίας ή φυσικής καταστροφής, αλλά εξαιτίας τρομοκρατικής απειλής) εδώ κράτησε κάπως περισσότερο. Κλειστά σχολεία, συγκοινωνίες και πολυκαταστήματα. Οδηγίες να μείνουν οι κάτοικοι σπίτι (και «μακριά από τα παράθυρα»). Στρατός και στρατιωτικά οχήματα στους δρόμους, όπλα δίπλα σε πινακίδες μαγαζιών, εκκλήσεις για αποχή (ή συγκεκριμένη χρήση) από τα social media (κάτι ακόμη που θυμίζει Βοστώνη), προσαγωγές υπόπτων με αμφιλεγόμενες διαδικασίες, αύξηση του χρόνου κράτησης σε 72 ώρες, διαρκείς έφοδοι σε υποβαθμισμένη, γκετοποιημένη γειτονιά, γνωστή για την ευκολία να βρει κανείς όπλα (το Molenbeek). Μια πραγματική ατμόσφαιρα πολέμου.

Στον άλλο μισό του δυτικού κόσμου, δηλαδή στις ΗΠΑ, η ευκαιρία δεν μπορούσε να πάει χαμένη. Την επόμενη κιόλας μέρα των επιθέσεων, ο διευθυντής της CIA John Brennan μας ενημέρωσε ότι φταίει ο Edward Snowden και το γεγονός ότι οι παρακολουθήσεις έγιναν δυσκολότερες. Ο διευθυντής του FBI James Comey μας είπε ότι οι εταιρείες πρέπει να βοηθήσουν τις υπηρεσίες πληροφοριών δίνοντας στοιχεία για την κρυπτογράφηση που χρησιμοποιούν στα κινητά τηλέφωνα. Και κάποιος ρεπουμπλικανός από τη Νέα Υόρκη που μέλος των House Intelligence and Homeland Security Committees, βγήκε στο Fox News και είπε ότι δεν είναι καιρός για πολιτικές ορθότητες. Πρέπει να παρακολουθούνται όλες οι μουσουλμανικές κοινότητες ανεξαιρέτως, γιατί «εκεί βρίσκεται η απειλή».

Ο δε David Cameron έσπευσε να ανακοινώσει ότι σκέφτεται ένα νέο πιο εξελιγμένο πακέτο ρυθμίσεων για τις παρακολουθήσεις και τη δυνατότητα για αστυνομικές εφόδους χωρίς εντάλματα και εισαγγελικές εντολές.

ΒΟΣΤΩΝΗ

 

 

Όλα αυτά τα είδαμε σε πρώτη προβολή στη Βοστώνη μετά την βομβιστική επίθεση στο μαραθώνιο το 2013. Κατά τη διάρκεια του ανθρωποκυνηγητού (να το πάλι το ανθρωποκυνηγητό) η πόλη βρέθηκε σε ένα 12ωρο lockdown. Οχήματα του στρατού στους δρόμους, ελικόπτερα, κλείσιμο βασικών οδικών αρτηριών και Μέσων Μαζικών Μεταφοράς, αυτοματοποιημένα μηνύματα στα τηλέφωνα και χαρτιά – ειδοποιήσεις κάτω απ ‘την πόρτα για shelter in place (με άλλα λόγια μείνετε εκεί που είστε, κλείστε την πόρτα πίσω σας και μην κουνηθείτε από εκεί). Στη Βοστώνη η έρευνα εστιάστηκε σε μια συγκεκριμένη περιοχή, το Watertown. Από εκεί έχουμε μαρτυρίες για ανθρώπους που κλείστηκαν σε υπόγεια και σοφίτες, που φοβόντουσαν να κάνουν τον παραμικρό θόρυβο, που δίσταζαν να ανοίξουν στην αστυνομία και όταν άνοιγαν αντιμετώπιζαν τη θέα του όπλου και μια κινηματογραφικού (αλλά εντελώς πραγματικού) στιλ έρευνα στα σπίτια. Και βέβαια η κλασσική μιντιακή και πολιτική υστερία. Να αφαιρέσουμε την υπηκοότητα από όσους είναι ύποπτοι για τρομοκρατική ενέργεια, να διώξουμε όλες τους μετανάστες, να ανασταλούν οι διατάξεις για τα δικαιώματα των κατηγορουμένων, να χρησιμοποιηθούν διατάξεις που ισχύουν στον πόλεμο και να θεωρηθούν οι ύποπτοι, αιχμάλωτοι πολέμου (όλες πραγματικές προτάσεις που ακούστηκαν τότε από εκλεγμένους εκπροσώπους του αμερικάνικου έθνους).

 

***

Απ’ ότι φαίνεται, βρισκόμαστε μπροστά σε μια προσπάθεια να παρουσιαστεί ως κανονικότητα η πλήρης στρατιωτικοποίηση αστυνομικών κατά τ’ άλλα επιχειρήσεων. Τα lockdown, τα στρατιωτικά οχήματα, η απαγόρευση διαδηλώσεων, η αναθεώρηση του Συντάγματος στο πόδι, η ευελιξία της ισχύος των δικαιωμάτων αποτελούν κομμάτια μια πολιτικής που στο όνομα της απειλής για την ασφάλεια, όχι μόνο στρατιωτικοποιεί κάθε κρατική απάντηση, αλλά επιχειρεί να εγκαταστήσει συνθήκες πολέμου σε όλη την επικράτεια, εξωτερική και πλέον εσωτερική. Στο έδαφος μιας καταστροφής το κράτος πειραματίζεται και προχωρά σε νέες ερμηνείες πάνω στο τι συνιστά κανονικότητα, δεδομένο, φυσιολογικό ενδεχόμενο. Απ’ το Ferguson μέχρι τις Βρυξέλλες τα σχολεία κλείνουν για διαφορετικούς λόγους ασφάλειας, ο στρατός καλείται να μπει στη μητρόπολη, ο πανικός γίνεται κομμάτι της πραγματικότητας, οι παρακολουθήσεις εξαγνίζονται, τα εντάλματα και οι διαδικασίες περιττεύουν. Απ’ τη Βοστώνη μέχρι το Παρίσι και τις Βρυξέλλες η συμβουλή «μείνετε μακριά από τα παράθυρά σας» αποκαλύπτει μια δυστοπική πορεία προς ένα μέλλον που η ασφάλεια είναι η σπουδαιότερη των ελευθεριών και ο λόγος που καθαγιάζει όλα τα μέσα. Μαζικοί έφοδοι της αστυνομίας, αφαίρεση εθνικότητας από τους υπόπτους, κυνήγι του «εξτρεμιστικού και ριζοσπαστικού λόγου». Η αστυνομία ζητάει μια συγκεκριμένη χρήση των social media. Είμαστε σε πόλεμο φωνάζει ο Ολάντ. Όλα επιτρέπονται ακούμε εμείς.

Στις ΗΠΑ οι στρατιώτες έχουν προτεραιότητα στις εσωτερικές εμπορικές πτήσεις και η Marine Le Pen ζητάει να κλείσουν τα σύνορα. Απέτυχε η πολυπολιτισμική ή η ουμανιστική ευρωπαϊκή προσέγγιση λένε οι εδώ διανοούμενοι όλων των αποχρώσεων.

Η στρατιωτικοποίηση λοιπόν από τα εξωτερικά σύνορα ως τα γκέτο των μητροπόλεων είναι το νέο (και μοναδικό αποτελεσματικό λένε)       ενδεχόμενο. Είμαστε σε πόλεμο, να κάνουμε το οτιδήποτε για να συντρίψουμε τους (κυρίως αόρατους και θολούς) εχθρούς. Αεροπορικές επιδρομές, βομβαρδισμοί με drones, κατάργηση οποιουδήποτε δικαιώματος, καχυποψία και μίσος για τον διπλανό άλλο. Η απάντηση στην επίθεση στον τρόπο ζωής μας είναι η στρατιωτικές επιχειρήσεις στο μακρινό, εξωτικό εξωτερικό και η ιδιότυπη στρατιωτική κατοχή στο εσωτερικό. Ο σκοπός είναι το σοκ και η αποδοχή της γενικής καταστολής, η υιοθέτηση της «ασφάλειας» ως υπέρτατης αξίας. Η κουβέντα για τα φαινόμενα και εξήγησή της αναβάλλεται μέχρι ένα επόμενο Αμπου Γκράιμπ και κάποιες μελλοντικές ακραίες φωτογραφίες.

Ποιος λοιπόν είναι αυτός ο τρόπος ζωής που υπερασπιζόμαστε και που βρίσκεται υπό επίθεση; Τι αποκαλύπτουν οι απαντήσεις μας για τον τρόπο ζωής μας και την περίφημη κουλτούρα μας, κουλτούρα ελευθερίας και απόλαυσης;

 

***

Ταιριαστό ή άσχετο, σκέφτομαι ότι αξίζει να αναφέρουμε ότι μετά τον τυφώνα Κατρίνα και κυρίως μετά τη διαχείριση της καταστροφής (φυσικής αλλά και ανθρώπινης) από το αμερικανικό κράτος ο George Caffentzis έγραφε στο Θεομηνίες και νέες περιφράξεις στη Νέα Ορλεάνη (στο Looters will be shot, Αρνητικές Επιστήμες – Αρχείο 71):

«Το σύγχρονο μοντέλο διαχείρισης της εργατικής τάξης σε περίπτωση καταστροφών είναι όλο και περισσότερο στρατιωτικοποιημένο. Σε περίπτωση καταστροφής, οι εργάτες γίνονται όλο και περισσότερο όντα χωρίς δικαιώματα, κι αν, μάλιστα αντισταθούν μετατρέπονται σε εχθρό. Με αυτή τη λογική, ο πρόσφυγας γρήγορα μετατρέπεται σε τρομοκράτη».




μέσα έξω στην πόλη

 

Mια μέρα στον ηλεκτρικό, ένα παιδί εξαρτημένο από την πρέζα ζητάει λεφτά για να την παλέψει, εξηγεί δυνατά τι και πως – πάντα σκεφτόμουνα πως είναι να μπαίνεις σ’ αυτή τη διαδικασία δημόσια, να ζητάς με όση δύναμη σου έχει απομείνει από τον κοσμάκη που δεν θέλει κι άλλες παρεμβολές στην ήδη καταπιεσμένη και συρρικνωμένη απ’ όλες τις πλευρές ζωή του. Μαζεύομαι και γω στη γωνίτσα μου, κοσμάκης, παρακολουθώ τον τύπο, νομίζω ότι είναι -πρέπει να είναι- ο πιο δυνατός από όλους μέσα στο βαγόνι.

Κάθομαι δίπλα σ’ έναν γεροδεμένο τύπο, του οποίου η προφορά φανερώνει ότι είναι αλλοδαπός, μετανάστης. Ακούγοντας το παιδί να λέει «μια βοήθεια», προσπαθεί ν’ ανοιχτεί στον κόσμο που κάθεται απέναντί του λέγοντας κάπως ενοχλημένος: «και εμείς δηλαδή δεν θέλουμε βοήθεια; δεν κατάλαβα. Τόσα χρόνια δουλεύουμε κι όλο ανάγκες έχουμε». Κάποιος του λέει «ναι, έχεις δίκιο αλλά υπάρχουν και αυτά τα προβλήματα» (εννοώντας την ναρκο-εξάρτηση). Αυτός ο κάποιος, κάνει να το πάει ένα βήμα παραπέρα αλλά μ’ ένα τεράστιο άλμα καταλήγει στη συνηθισμένη δημοκρατική ενοχή, σ’ αυτή την εύκολη αναμασημένη τύψη: «εμείς τελικά φταίμε για τα προβλήματά μας, για όλους αυτούς εκεί πάνω, τους πολιτικούς, εμείς τους βάζουμε».

Ξανακοιτάω τον μετανάστη, σκέφτομαι αυτό που είπε: κρίμα λέω, έχει λιώσει τα χρονάκια του εδώ πέρα, όμως η σκληράδα του περισσεύει απέναντι στους κοινωνικά τελευταίους, σ’ αυτούς που μας κάνουν να φαινόμαστε καλύτερα. Ξαφνικά, πετάγεται ένας τύπος εκεί κοντά, γύρω στα 55-60, μάλλον έχει ακούσει τη συζήτηση και θέλει να παρέμβει. Λέει με ήπιο τρόπο στον μετανάστη, «θα σου πω εγώ ποιος φταίει. Το φταίξιμο να το ψάξεις στους εργοδότες σου. Αυτοί κάνουν κουμάντο». Μωρέ μπράβο λέω, λόγια εργατικής συνείδησης από έλληνα σε μετανάστη, μην γκρεμίστηκε κανα άγαλμα στον περισσό;

Η κουβεντούλα τελειώνει και εμένα μου ‘ρχεται στο μυαλό ο Πετρόπουλος:

«αγαπώ τα τσογλάνια και τους χασίκλες, τους κλέφτες, τις πουτάνες, τους ρεμπέτες και τους πούστηδες γιατί μάχονται κάθε μορφή εξουσίας και τους αγαπώ πιο πολύ γιατί τα καταφέρνουν και επιζούν κόντρα στην αστυνομία, κόντρα στον ποινικό νόμο, κόντρα στην απαίσια ηθική των μικροαστών, κόντρα στον φλογερό εαυτό τους».

******

Το ότι η εθνική ενότητα είναι μια παγίδα, μια καλοστημένη μπίζνα που έχει για βιτρίνα της σημαίες και φυλές ενώ στην αποθήκη της υπάρχει γερό στοκ βασανιστηρίων, λίγο πολύ, το χουμε υποψιαστεί. Λίγο πιο προσεκτικοί να είμασταν, θα βλέπαμε ότι η πραγματικότητα μας ξεπερνά, ταυτόχρονα ξεπερνά και τους σκουληκιάρηδες του εθνικισμού και του κράτους: είμαστε μια πολυεθνική παρέα, πολύχρωμοι και με πολλά νεύρα. Κοινά νεύρα.

Είμαστε παντού και δεν το χουμε καταλάβει, πρέπει να είναι μία από τις καταλήψεις που δεν διαφημίζει τον εαυτό της (έχει σοβαρά εσωτερικά προβλήματα η αλήθεια) είναι όμως εκεί έξω: στο λεωφορείο, το τρένο, το μετρό, το κτελ, κάτω από τις γέφυρες, στα πάρκα, στις δουλειές, στο δρόμο, στα σχολεία, τα πανεπιστήμια, στα στέκια, στα νησιά για «σεζόν».

Αυτό, να μην πολυλογώ, είναι το κάδρο: δύο τσιγγάνες 15 με 17 χρονών λάμπουν απέναντί μου μέσα στο άρρωστο 11 και μου χουνε πάρει τ’ αυτιά με τον τάδε που θα πάνε να συναντήσουνε και δώστου γέλια και καημούς ωραίους φλογερούς. Κοιτάζω λίγο έξω, οι ετοιμασίες για τον μαραθώνιο με ανακατεύουν, ξαναγυρίζω μέσα, αρχίζει η μία στ’ αυτί μου ένα τραγούδι, γέρνω λίγο ν’ ακούσω, φάρμακο για τις αρρυθμίες. Κάτι λέει, κάπως το λέει να δεις, πρέπει να κρατάω σημειώσεις αλλά έτσι λέω και ξελέω· «σ’ αγαπώ και είσαι η ζήλειά μου», αυτοί ήταν οι «άξονες» τελοσπάντων. Ιδανική μελωδία.

Σιάχνονται, τσεκάρονται, ετοιμάζονται, φωνάζουν, μου πήρανε τ’ αυτιά ή μάλλον εγώ το χω βουλώσει και υποκλίνομαι στη μουσική τους. Έτσι μου ρχεται να χειροκροτήσω.

“We Gypsies, we’ re like this, lost sheep – No one will ever change our way of life”

https://www.youtube.com/watch?v=818mK_W8naQ




Η Αλίκη στη χώρα των φασιστών

 

Στις 22 Οκτωβρίου (Πέμπτη) γύρω στις 18:30 η 24χρονη Αλίκη Σ. είναι έτοιμη να επιβιβαστεί στον σταθμό του ηλεκτρικού στον Περισσό. Ενώ μπαίνει μέσα στο τρένο, ακούει φωνές τρία βαγόνια αριστερά της. Βγαίνει έξω να δει τι συμβαίνει, πλησιάζει και βλέπει δύο τύπους κοστουμαρισμένους και «σιδερωμένους» να προπηλακίζουν και να σπρώχνουν έναν μαύρο άνδρα ο οποίος καταλήγει πάνω σ’ ένα μηχάνημα με εισιτήρια. «Αντε γαμήσου ρε», «θα σε σπάσω στο ξύλο», «θα σε μάθω εγώ να συμπεριφέρεσαι, εδώ δεν μπορείς να κάνεις ό,τι γουστάρεις, θα σου μάθω τρόπους», ήταν μερικές από τις φράσεις που οι δύο τύποι επέλεξαν για να επικοινωνήσουν τη φασιστοειδή συμπεριφορά τους.

Σύντομα, ο ένας από τους δυο θ’ αντιληφθεί ότι στη χώρα των θαυμάτων η Αλίκη είναι η πρωταγωνίστρια, καθώς η 24χρονη παρεμβαίνει ανάμεσά τους, κολλώντας το πρόσωπό της στο πρόσωπο του ενός λέγοντας παράλληλα στον μαύρο άνδρα να μη τους δίνει σημασία. «Μαζεύεις τον τσαμπουκά σου και μπαίνεις μέσα στο τρένο με τον φίλο σου», λέει η Αλίκη βλέποντας τους να κάνουν έκπληκτοι δυο βήματα πίσω και ν’ αρχίζουν όπως θέλει η παράδοση στο στρατόπεδο χρυσαυγιτών και λοιπών φασιστών, κλαψουρίσματα.

laurent

«Άμα είχες δει τι συνέβη, θα ήσουν με το μέρος μου, πήγε να βγει από το τρένο και μ’ έσπρωξε χωρίς να μου ζητήσει συγγνώμη», είπε το ένα φασιστοειδές. Κάνοντας άνοιγμα στην ελληνική κοινωνία, απευθυνόμενος δηλαδή στους υπόλοιπους επιβάτες οι οποίοι περιμένουν όλη αυτήν την ώρα σα ζόμπι να ξεκινήσει ο συρμός και να συνεχίσουν τη δουλίτσα τους, επιμένει λέγοντας «αν είχατε δει, θα είσασταν όλοι με το μέρος μου, θα καταλαβαίνατε γιατί έχω δίκιο».

Η Αλ. συνεχίζει την παρέμβασή της απτόητη όταν ο μαύρος άνδρας της λέει φανερά φοβισμένος «τι να κάνω, να ζητήσω συγγνώμη, αφού δεν έκανα τίποτα». «Είσαι καλά; σιγά να μην πεις συγγνώμη», του απαντάει. Το τρένο έχει καθυστερήσει, εντωμεταξύ η 24χρονη απευθύνεται στον σεκιουριτά του σταθμού καλώντας τον να αναμειχθεί ώστε να λήξει το επεισόδιο, ωστόσο η απάντηση που παίρνει είναι υπηρεσιακή: «σας παρακαλώ, επιβιβαστείτε στο τρένο, καθυστερείτε και τους άλλους επιβάτες».

Το σκηνικό αλλάζει, η Αλ. μπαίνει μέσα στο βαγόνι μαζί με τα δύο φασιστοειδή και συνεπής στην αρχική παρέμβασή της, αρνούμενη να συνυπάρξει μαζί τους, τούς λέει να βγουν από το τρένο. Κάπου εδώ οι δευτεραγωνιστές φασίστες προσπαθούν να δικαιολογήσουν στο νεκροζώντανο επιβατικό κοινό την επίθεσή τους με αγωνία, καταφεύγοντας σε μια γνώριμη ρητορική: «εσείς, τι είστε όλοι; αντιρατσιστές; να σας δω όταν θα μπουν στα σπίτια σας και θα βιάζουν τις κόρες και τις αδελφές σας…». Η Αλίκη αφιονισμένη, κοιτάζει γύρω της παιδιά στην ηλικία της να έχουν ακουστικά στ’ αυτιά και να κοιτάζουν αλλού (ποιος ξέρει που;) – ορισμένοι παππούδες μουρμούρισαν «τι είναι αυτά που λέτε ρε, είστε σοβαροί;».

«Αει στο διάολο γαμημένοι κωλοφασίστες», θα πει πιο σοβαρά η Αλίκη για να εισπράξει ένα χαστούκι από το ένα φασιστοειδές. Κάποιες γυναίκες άρχισαν να φωνάζουν, κάποιοι άλλοι άντρες ξύπνησαν εκείνη τη στιγμή μόνο και μόνο για να συγκρατήσουν την ολοκλήρωση άλλης μιας περιπέτειας της Αλίκης στη χώρα των φασιστών.

«Πάμε να φύγουμε, θα μπλέξουμε», ήταν οι τελευταίες κουβέντες τους πριν κατέβουν στον επόμενο σταθμό.

 

υγ1: όσο νεκροζώντανη κι αν είναι η ελληνική κοινωνία, πάντα θα υπάρχει μια αλίκη να μας θυμίζει ότι είμαστε ζωντανοί και πως το μπλέξιμο με τους φασίστες είναι μια πολιτική, καθημερινή δουλειά.

υγ2: για το περιστατικό δεν έγινε κάποια επίσημη καταγγελία. Από υπηρεσιακούς δρόμους, όλοι είναι χορτασμένοι.

υγ3: όσοι δείξουν έκπληξη για την μοναχική παρέμβαση της Αλίκης (να ‘ναι καλά ο πατριαρχικός τρόπος αναπαραγωγής), ας κοπιάσουν: όπως λέει και η σ. Μαρία, από την αρχαιότητα οι γυναίκες θεωρούνταν ανατρεπτικά στοιχεία ενώ όλη η νεώτερη κλασική θεωρία τις θεωρεί το ίδιο επικίνδυνες για την κοινωνική ειρήνη. Οι γυναίκες βγαίνουν συχνά μπροστά (παρόλο που αρκετές κάνουν πατριαρχική «δουλειά») ωστόσο οι άντρες είναι χωρισμένοι με αντίστροφη αναλογία σε υποστηρικτές της πατριαρχίας και σε αρνητές της.




το ύψος του πεζοδρομίου

 

Είναι αλήθεια πως παρακολουθήσαμε πολλά eurogroup αυτό το καλοκαίρι. Περισσότερα απ’ όσα μας αναλογούν για αυτή και την επόμενη ζωή. Πέρασαν μήνες παρακολουθώντας και ξαναπαρακολουθώντας, βλέποντας ειδήσεις στην τηλεόραση και περιμένοντας το επόμενο τουίτ ενός Άγγλου ή Γερμανού δημοσιογράφου. Είδαμε σε ατελείωτη λούπα την εικόνα του Τσίπρα και του Τσακαλώτου, ενός Ολλανδού ή ενός Γερμανού πολιτικού, καθώς έβγαιναν απ’ το αυτοκίνητο και μέχρι να μπουν στην τζαμένια πόρτα ενός άγνωστου και μακρινού κτιρίου. Κάποτε μερικές δηλώσεις, κάποτε καμία κουβέντα, πάντοτε κανένα νόημα. Απειλές, δυσκολίες, εκβιασμοί, πισωγυρίσματα, πλησίασμα στη συμφωνία και νέες απαιτήσεις. Κάποιοι ήταν απροετοίμαστοι, κάποιοι αδίστακτοι, κάποιοι λογικοί κάποιοι σκληροί και κάποιοι φιλέλληνες.

Όλοι αυτοί μαζεύονταν μέσα στο άγνωστο και μακρινό κτίριο με την τζαμένια πόρτα ή έκαναν τελεκόνφερανς, σκάιπ κόλ ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο και συζητούσαν για το ελληνικό ζήτημα. Εμείς παρακολουθούσαμε. Η κατάσταση ήταν διαρκώς κρίσιμη. Κάθε δευτερόλεπτο παίζονταν τόσα πολλά, ολόκληρες ζωές, ολόκληρο θα έλεγε κανείς το μέλλον. Ταυτόχρονα δεν παιζόταν απολύτως τίποτα.

Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης και του καλοκαιριού το είδαμε όλοι. Πέρα απ’ αυτό όμως, μπορούμε να πούμε ότι το καλοκαίρι είχαμε το αποκορύφωμα της λογικής που λέει ότι πολιτική είναι αυτό που συμβαίνει κάπου ψηλά, μακριά και απόκοσμα. Ακόμη χειρότερα δεν είναι απλώς κάτι που συμβαίνει σε κλειστά δωμάτια μεταξύ μεγάλων ηγετών και σπουδαίων προσώπων. Δεν είναι απλά κάτι που συμβαίνει και αποφασίζεται μεταξύ τεχνοκρατών, ειδικών και πρωθυπουργών. Η πολιτική είναι κάτι που δεν αποφασίζεται καν εκεί. Η πολιτική είναι μια σειρά συνεπειών που δεν αποφασίζεται πουθενά. Υπάρχει ένα πλέγμα διάσημων προσώπων, αόρατων επιχειρήσεων και γραφειοκρατικών διαδικασιών και αυτό ακριβώς το πλέγμα παράγει συνέπειες οι οποίες όχι μόνο δεν μας λαμβάνουν υπόψη αλλά αποκλείεται να είναι και θετικές.

Με άλλα λόγια στο πεδίο πολιτική όχι μόνο εμείς είμαστε αυτοί που παρακολουθούν κάποιους άλλους να παίζουν ένα παιχνίδι στο ηλεκτρονικό, αλλά και το ίδιο το ηλεκτρονικό είναι πάντα πειραγμένο, ώστε να μην υπάρχει άλλη επιλογή απ’ την ήττα. Δεν ζούμε την ΤΙΝΑ, την παρακολουθούμε σαν κάτι που βρίσκεται μακριά, μας εξοντώνει αλλά δεν μπορεί να επηρεαστεί από τίποτα. Παρακολουθούμε σπαράγματα της live μετάδοσης της διάλυσης της κοινωνίας, μαθαίνοντας σκόρπιες αντικρουόμενες πληροφορίες από ξένους δημοσιογράφους. Η μεσολάβηση χτύπησε κόκκινο, μετασχηματίστηκε και εισχώρησε μέσω της οθόνης στο φαντασιακό μερικών εκατομμυρίων ψηφοφόρων. Τίποτα δεν έχει σημασία γιατί τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρακολουθούμε αμήχανοι και αποκαμωμένοι την εξουσιοδότησή μας που χάνεται στα βάθη κάποιων κέντρων εξουσίας που δεν αναγνωρίζουμε κι ούτε μπορούμε να φανταστούμε.

Δεν πρόκειται απλά για την ιδέα της ανάθεσης ή για την περίφημη κρίση εκπροσώπησης, πρόκειται για την καθιέρωση μιας νέας οπτικής για την ίδια τη ζωή.

***

Δεν είναι καινούρια βέβαια αυτή η ιδέα. Οι «επίμονοι κυνηγοί μύθων» Καλύβας και Μαρατζίδης μας χαρίζουν το παρακάτω (η επισήμανση δική μου):

Το ερώτημα γίνεται πιο βασανιστικό, αν ρωτήσουμε: Πόσο άξιζε η Αντίσταση; Η απάντηση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Αναμφίβολα, η Αντίσταση συνέβαλε τα μέγιστα στη διατήρηση του ηθικού του πληθυσμού και στη δυνατότητα η χώρα να συγκαταλέγεται μετά τον πόλεμο στο στρατόπεδο των νικητών (όμως, ας μη γελιόμαστε, περισσότερο ως προς αυτό έπαιξε ρόλο η στάση του Ι. Μεταξά το 1940 στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι και στη συνέχεια η στάση του Γεωργίου Β΄ να συνεχίσει τον πόλεμο στο πλευρό της Αγγλίας).

***

Όταν η πολιτική και ο δημόσιος λόγος γεμίζει τέτοιες οπτικές και ξεχειλίζει απ’ την ιδέα ότι μεγαλύτερο ρόλο πάντα παίζει η στάση ενός ηγέτη, ενός δικτάτορα ή μιας πολιτικής ελίτ, αναζητούμε με λύσσα ένα καταφύγιο. Ένα καταφύγιο που να μας υπενθυμίζει ότι η μοίρα μας δεν υπάρχει για να την αποδεχόμαστε και ότι η ιστορία δεν είναι αποτέλεσμα της απάντησης ενός φασίστα όπως ο Μεταξάς.

Τα τελευταία χρόνια συνήθη καταφύγια αποτελούν ο Γκαλεάνο και ο Μπένγιαμιν, οι οποίοι καθένας με τον τρόπο του ανοίγουν μπροστά μας ένα άλλο βλέμμα προς το παρελθόν, τη μνήμη και την ιστορία.

Το τελευταίο διάστημα για κάποιο περίεργο λόγο βρέθηκα μπροστά σε δύο βιβλία (πιο κοντινά και πιο δικά μας μ’ ένα τρόπο), που πέρα απ’ την όποια λογοτεχνική τους αξία, επιτελούν και μία ακόμη λειτουργία. Μέσα απ’ τις σελίδες τους, δίνουν διαδοχικές σφαλιάρες. Αρπάζουν το κεφάλι σου και το στρέφουν ξανά προς την πραγματικότητα, προς τη ζωή την ίδια. Λένε: μην περιμένεις την αναμετάδοση, μην ξημεροβραδιάζεσαι με το δάχτυλο στο F5, μην ψάχνεις τη ματαίωση ή την ελπίδα σ’ ένα άρθρο των financial times. Παρόλο που είμαστε γεμάτοι μακρινά άγνωστα κτίρια με τζαμένιες πόρτες, η ζωή επιμένει να μην συμβαίνει αλλού, αλλά ακριβώς εδώ, μπροστά στα δυο σου μάτια. Όσες δηλώσεις κι αν κάνει ο Ντάισελμπλουμ το παιχνίδι παίζεται στην οδό Αχαρνών και στις Τρεις Γέφυρες και σ’ ένα όχημα του μεταγωγών και το τζόιστικ τελικά δεν είναι και σε τόσο μεγάλη απόσταση από τις χούφτες μας.

 

CKMLTyHWEAAbteD

***

Το πρώτο βιβλίο το οποίο σκέφτομαι είναι το Ένα Δέκατο του Οκτώ του βα.αλ.. Εδώ έχουμε διάφορα ενδιαφέροντα στοιχεία. Πρώτα απ’ όλα, ο πρωταγωνιστής ενός βιβλίου νουάρ ή αστυνομικού, ο άνθρωπος που προσπαθεί να εξιχνιάσει το έγκλημα, δεν είναι ένας αστυνομικός, έστω ένας αλλιώτικος, ένας πειραγμένος, ευαίσθητος και διαβασμένος ντετέκτιβ. Ο αυτοσχέδιος ντετέκτιβ είναι ένας οδηγός, ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας που λένε και στο σινεμά. Τον αναγνωρίζουμε, τον καταλαβαίνουμε και τον ακολουθούμε κατά πόδας όχι ασθμαίνοντας αλλά όπως θα ακολουθούσαμε ένα φίλο, έναν γνωστό, κάποιον που χαιρετάμε κάθε πρωί στην είσοδο της πολυκατοικίας. Το σκηνικό στο οποίο στήνεται η πλοκή του βιβλίου, επιτέλους, δεν είναι το εμπορικό τρίγωνο, το ιστορικό κέντρο. Τα μπαρ του βιβλίου δεν είναι στη Σταδίου την Κολοκοτρώνη και την Καρύτση. Ο ήρωας κυκλοφορεί στους κανονικούς δρόμους της μητρόπολης, τους μη πολυτραγουδισμένους, αυτούς που διασχίζεις με το λεωφορείο γεμάτο και το νου χαμένο.

Σε μία από τις αληθινά εξαιρετικές στιγμές του βιβλίου, έχουμε μια περιγραφή για τα Λιόσια, η οποία θα πρέπει να μας βάλει σε ένα σωρό σκέψεις. Όχι μόνο για την ομορφιά της γλώσσας ή την διαύγεια του βλέμματος, αλλά τελικά για την ίδια την ειλικρίνεια του να μιλάς και να διαβάζεις για τη ζωή κι όχι για το τηλεοπτικό (ή σοσιαλμιντιακό) της καθρέφτισμα.

Ο βα.αλ., κατά τη γνώμη μου, μας δίνει μια ιδέα για το πώς μπορεί να είναι ένα κομμάτι της λογοτεχνίας της κρίσης. Μέσα από τις σελίδες περνάνε διάφορες φιγούρες, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένες δεν έχει σημασία, πάντως εμπειρικά γνώριμες και ζωντανές. Οι ήρωες του βιβλίου, «καλοί» ή «κακοί», είναι αναγνωρίσιμοι, έχουν κανονικές διαστάσεις, τέτοιες που νομίζεις ότι τα δάχτυλά σου τους αγγίζουν καθώς προχωράς από κεφάλαιο σε κεφάλαιο.

Εντέλει όπως κάθε καλό νουάρ, το βιβλίο είναι μια ερωτική χειρονομία προς την πόλη και την περιπλάνηση, την πραγματική πόλη και την σημερινή περιπλάνηση. Εδώ μιλάμε για τα Πατήσια και την Κυψέλη, όχι για την κατασκευασμένη (χαρούμενη, καινοτόμα, και ατσαλάκωτη) αθηνολατρεία των free press. Εδώ δεν μιλάμε για τις γνωστές λεωφόρους που συμβαίνουν τα πάντα και που κολλάνε τα αυτοκίνητα τις μέρες των γιορτινών ψώνιων. Είναι ενδεικτικό ότι μία απ’ τις σημαντικότερες σκηνές του βιβλίου διαδραματίζεται στον παράδρομο της εθνικής οδού. Είναι επίσης ενδεικτικό ότι το ένα δέκατο του 8, εκτός των άλλων, αν το κοιτάξεις λίγο λοξά είναι μια κασέτα για να βάλεις στο αμάξι την ώρα που διασχίζεις την Αχαρνών και την Πατησίων.

Φυσικά το βιβλίο έχει αδυναμίες, αλλά αυτές είναι για τους βιβλιοκριτικούς και τις βιβλιοκριτικές, κι αυτό εδώ το ποστ προσπαθεί απλά να δείξει ότι εκτός από «επίμονους κυνηγούς μύθων», σ’ αυτόν τον τόπο είμαστε και γεμάτοι από ανθρώπους που επιμένουν να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στο ρόλο που παίζουν όσοι ζουν, παθαίνουν, διεκδικούν και επιτίθενται. Και η εσωτερική διαδρομή του Νικήτα, ήρωα του βιβλίου, μας αφορά περισσότερο από το να λιβανίζουμε τη τζίφρα του εκάστοτε ηγέτη. Όσο κι αν επιχειρούν να μας πείσουν τα δελτία των 8 και οι αρθρογράφοι με τα διαπιστευτήρια του Γέιλ, επιμένουμε να κοιτάμε τη ζωή στο σημείο που έχει σημασία, στο σημείο που στ’ αλήθεια συμβαίνει, στο σημείο που δεν είναι άλλο δηλαδή, από το ίδιο το ύψος του πεζοδρομίου.

 

32-vimata_ex

***

Το δεύτερο βιβλίο δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό, όμως πάλι με ένα περίεργο τρόπο επιτελεί την ίδια λειτουργία. Μιλάω για το 32 βήματα ή ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων του Τάσου Θεοφίλου. Το βιβλίο αποτελείται χοντρικά από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος περιέχει σπαράγματα, διάφορα περιστατικά και αποσπάσματα από τη ζωή στη φυλακή. Το δεύτερο αποτελεί ένα γλωσσάρι της φυλακής, στα πρότυπα θα έλεγε κανείς των όσων θεωρούμε κληρονομιά του Ηλία Πετρόπουλου, πιθανότατα λιγότερο σχολαστικά, οργανωμένα και συγκροτημένα και περισσότερα από μια βιωματική σκοπιά. Με ενδιαφέρει κυρίως το πρώτο μέρος. Εκεί ο Θεοφίλου, αν και θα μπορούσε να προωθήσει και να μείνει σε μια περιγραφή των δικών του αισθημάτων και εμπειριών με επίκεντρο το προσωπικό του δράμα, επιλέγει να κάνει κάτι άλλο. Μας δίνει χύμα, χωρίς σαφή δομή και συνέχεια, στοιχεία από τη ζωή των άλλων φυλακισμένων. Και αυτά τα στοιχεία είναι συγκλονιστικά. Κυριαρχεί μια βαθιά ανθρωπιά, χωρίς να υπάρχει σε κανένα σημείο μυθοποίηση των συγκρατούμενών του και χωρίς να ξεχνάει τη ίδια τη δική του πολιτική συγκρότηση. Παρόλο λοιπόν που διαρκώς μας υπενθυμίζει που στέκεται ο ίδιος, τα περιστατικά που αναφέρει, τα στιγμιότυπα που περνάνε από μπροστά μας, αποκαλύπτουν γυμνή, χωρίς περικοκλάδες και στολίδια την ανθρώπινη κατάσταση στη φυλακή. Η δική του πολιτική τοποθέτηση μπαίνει εκ των πραγμάτων σε δεύτερη μοίρα και θα έλεγα μάλιστα σε όποιον το διαβάσει περιμένοντας να βρει το κατηγορώ ενός άδικα φυλακισμένου αναρχικού, ότι θα απογοητευτεί.

Στο βιβλίο παρελαύνουν ιστορίες ναρκωτικών, λούμπεν παραβατικότητας και μοναξιάς. Δίνεται μια σχετικά καθαρή αίσθηση της ζωής στη φυλακή, χωρίς να περιγράφονται τα πράγματα με ακρίβεια. Αντίθετα, τα σκόρπια περιστατικά, μια σύναξη σ’ ένα κελί, ένας θάνατος, η λεπτομέρεια του ψαξίματος του φυλακισμένου, το αυτοσχέδιο τσίπουρο, η αδιανόητη γραφειοκρατία, οι εντοιχισμένες κατσαρίδες του καρτοτηλεφώνου, όλα λειτουργούν υπόγεια και σωρευτικά. Αν ζωή συμβαίνει στους δρόμους της πόλης, ζωή συμβαίνει και πίσω απ’ τη μάντρα του Κορυδαλλού. Και η ιστορία των ανθρώπων συνεχίζει να γράφεται και εκεί που η κοινωνία παύει να κοιτάζει και εκεί που οι αποφάσεις των ηγετών δεν έχουν πια σημασία.

Εκεί που υπάρχει μόνο παράλογο και τιμωρία, εκεί οι άνθρωποι ακόμη προσπαθούν να μείνουν ζωντανοί και ο Θεοφίλου προσπαθεί να μας δώσει ένα ελάχιστο κομμάτι απ’ την ιστορία τους.

IMG_3722-001

 

***

Το Ένα Δέκατο του 8, βα. αλ. – εκδόσεις Κινούμενοι Τόποι

32 βήματα ή ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων , Τάσος Θεοφίλου – εκδόσεις ΚΨΜ




ποιος έχει δικαίωμα στη ζωή;

 

 

 

Αυτό το καλοκαίρι , ως προς το μεταναστευτικό, υπήρξε αποκαλυπτικό ακόμη και για όσους τόσο καιρό δεν ήθελαν να ασχοληθούν ή να καταλάβουν. Μάθαμε και τι δεν μάθαμε. Μάθαμε ότι «το ζήτημα είναι περίπλοκο» και οι «διαδικασίες της Ε.Ε. αργές». Μάθαμε για καλούς πρόσφυγες και κακούς μετανάστες. Μάθαμε ότι κακώς φεύγει κανείς από τον πόλεμο, κακώς δεν πολεμάει εκεί και τελικά κακώς δεν πεθαίνει εκεί. Μάθαμε ότι δεν γίνεται να γίνει κάτι άλλο, ότι η πολιτεία κάνει ό,τι μπορεί, ότι η Ε.Ε. δίνει χρήματα, ότι η πολιτεία συσκέπτεται, ότι η Ε.Ε. συσκέπτεται, ότι η Γερμανία – η τόσο γενναιόδωρη – αναστέλλει το Δουβλίνο ΙΙ για τους Σύριους πρόσφυγες. Μάθαμε ότι η Ε.Ε. έχει ευθύνη που δεν επιμερίζεται το «βάρος των προσφύγων», ότι η Ελλάδα δεν σηκώνει τόσους πρόσφυγες. Μάθαμε ότι το μεταναστευτικό πρόβλημα είναι στην κορυφή της προεκλογικής ατζέντας. Μάθαμε ότι δεν υπάρχουν μόνο καλοί Σύριοι πρόσφυγες, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, μέσα στον πανικό, θα βρούμε και τζιχαντιστές, τρομοκράτες και απλούς μετανάστες που φεύγουν από χώρες που το ποσοστό της εξαθλίωσης δεν έχει κερδίσει την συμπάθειά μας. Μάθαμε και τι δεν μάθαμε.

Λένε ότι δεν μπορεί να γίνει κάτι άλλο, πρέπει η ευρωπαϊκή πολιτική να αλλάξει. Δεν μπορεί μέχρι τότε να γίνει κάτι άλλο. Αλλά ας μη συζητάμε για το τι δεν μπορεί να γίνει. Ας δούμε τι μπορεί και τι γίνεται.

Στην Αυστρία γίνεται να πεθαίνουν άνθρωποι στοιβαγμένοι στην καρότσα ενός φορτηγού. Στην Ελλάδα και την Τουρκία γίνεται να πεθαίνουν παιδιά στα κύματα. Στην Ειδομένη γίνεται πρόσφυγες πολέμου, γυναίκες, παιδιά, γέροι, να τρώνε ξύλο και χημικά από τα σώματα ασφαλείας. Στην Ουγγαρία γίνεται να λέγονται ψέματα για τους προορισμούς τρένων και να μεταφέρονται άνθρωποι σε στρατόπεδα χωρίς να το ξέρουν. Γενικά, γίνεται να καταγράφονται οι πρόσφυγες με νούμερα στα χέρια τους, γίνεται να κλείνονται σε κλουβιά και γίνεται να τους πετάνε, στην κυριολεξία, οι ένστολοι φαγητό.

Όλα αυτά και ακόμη περισσότερα βρίσκονται στο πεδίο του εφικτού, του πραγματοποιήσιμου. Όλα αυτά συμβαίνουν σήμερα, συμβαίνουν συνέχεια, συμβαίνουν κανονικά. Όλα αυτά βρίσκονται εντός του πλαισίου που επιτρέπουν οι νόμοι και οι κανονισμοί. Αυτά μπορείς να τα παρακολουθείς στις ειδήσεις, μπορείς να τα παρακολουθείς από κοντά και μπορείς να τα συζητάς λέγοντας ότι πρέπει να αλλάξει η πολιτική της ευρωπαϊκής ένωσης. Πάντως μπορούν να γίνονται, το επιτρέπει το θεσμικό πλαίσιο.

Αυτό που δεν μπορείς να κάνεις είναι να μιλάς για ανοιχτά σύνορα, για χαρτιά σε όλους τους μετανάστες, για φιλοξενία και βοήθεια. Αυτά είναι τρέλες και λαϊκισμοί, βρίσκονται στη σφαίρα του αδύνατου και του μη συμβατού με την πραγματικότητα.

Υπάρχει λοιπόν κάτι που κάνει τον κόσμο να συμφωνεί στο θάνατο (με ισχυρές δόσεις συγκίνησης βέβαια) ως αναγκαίο παρεπόμενο μιας συνθήκης , αλλά δεν του επιτρέπει να φανταστεί μια ζωή με ελεύθερο δικαίωμα μετακίνησης. Ο θάνατος και το ξύλο από τους ένστολους είναι κάτι που μπορούμε να καταλάβουμε, κάτι το οποίο δεχόμαστε με αντάλλαγμα να μη γεμίσουν οι πλατείες μας ξένους.

 

10

Σ’ αυτό το πλαίσιο το με ένα τρόπο γνωστό και αποδεκτό, σχεδόν από όλους, η ελληνική και ευρωπαϊκή αριστερά καταγγέλλει κυρίως με δελτία τύπου. Αδυνατεί να αντιληφθεί τη σημασία του ζητήματος, αδυνατεί να το αναγνωρίσει ως σημαντικό. Αδυνατεί για παράδειγμα να το συγκρίνει με την ψήφιση ενός μεσοπρόθεσμου, γιατί αν το έκανε προφανώς θα είχε κάνει κάποιες κινήσεις. Είναι προφανές όμως ότι το ζήτημα το έχει ερμηνεύσει – στην πράξη, πέρα απ’ τα πάντα εύστοχα κείμενα ερμηνείας και ανάλυσης – ως ένα ζήτημα ανθρωπιστικής κρίσης και διαχείρισης κοινοτικών προγραμμάτων. Δεν το βλέπει ως ένα ξεκάθαρα πολιτικό ζήτημα, αλλιώς θα θεωρούσε ότι μερικοί νεκροί άνθρωποι αξίζουν μια απεργία, μια άγρια σύγκρουση, μια μικρή κινητοποίηση, ένα κάτι τέλος πάντων, έστω μια πικετοφορία.

Αντιθέτως, η αριστερά (και κάθε φορά που λέω αριστερά γενικεύω το ξέρω) νιώθει άνετα να γεμίζει με αυτοπεποίθηση παρατηρώντας κινήσεις αλληλεγγύης, μαζέματα ρούχων και τροφίμων και αυτοσχέδιες συμπράξεις για την βοήθεια σε μετανάστες και πρόσφυγες. (είναι προφανές πάντως ότι σε αυτές τις κινήσεις συμμετέχουν μεμονωμένα άνθρωποι της αριστεράς, άλλο λέω όμως.) Η αριστερά κάνει προεκλογικό αγώνα, έξυπνα σποτ και προσωπικά σόου. Η αριστερά μιλάει για την οικονομική πολιτική βάζοντας κάτω τα excel και απεραντολογεί για τη φύση και το μέλλον της Ευρώπης. Την ίδια ώρα αδυνατεί να δει τι συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας.

Και όμως η μεγαλύτερη αντιπολίτευση και αντίσταση στον μονόδρομο (όχι μόνο τον ευρωπαϊκό ή τον οικονομικό) ήταν αυτό που συνέβη στο Πεδίον του Άρεως. Γιατί η βοήθεια προς τους μετανάστες είναι σπουδαία, αλλά δεν αρκεί, αλλιώς ας αναλάβουν οι ΜΚΟ και η πολιτεία (άμα αυτή η τελευταία συνεδριάσει, βρει πόρους, πείσει τον δήμαρχο ότι είναι άνθρωποι και όχι βρωμιά αυτό που γεμίζει τις πλατείες κλπ). Το πρόβλημα δεν περιλαμβάνει μόνο την πρακτική παροχή βοήθειας στους μετανάστες, αν και αυτό είναι το πρωτεύον. Το πρόβλημα περιλαμβάνει και την κατανόηση ότι αυτό που συμβαίνει δεν είναι ένα σκέτο «κοινωνικό φαινόμενο», αλλά και το αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών, η πρακτική συνέχεια της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Ο μονόδρομος που έχει κυριαρχήσει στις ζωές μας δεν σπάει λέγοντας μόνο «δραχμή» και όχι άλλες ΠΝΠ. Ο μονόδρομος έχει ως βασικό του περιεχόμενο τον ρατσισμό, τα κλειστά σύνορα, το μίσος για τον ξένο, την αδιαφορία για τον διπλανό, την ανελέητη εκμετάλλευση και τον τελευταίο καιρό και μια κάποια ιδέα μιας δυτικής πολιτισμικής ανωτερότητας που κινδυνεύει. Στο Πεδίον του Άρεως, το καλοκαίρι, ο μονόδρομος τέθηκε υπό αμφισβήτηση. Γιατί δεν έγινε αποδεκτό όχι μόνο ότι κάποιοι άνθρωποι πρέπει να αφεθούν στην τύχη τους, αλλά μ ‘ ένα τρόπο δεν έγινε αποδεκτό και το στάτους που οι θεσμοί και οι οργανισμοί θέλουν να τους αποδώσουν. Δεν ψάχνουμε μόνο φαγητό και ρούχα για ταλαιπωρημένους και κυνηγημένους ανθρώπους, αλλά λέμε, χωρίς ενδοιασμούς, ότι η λύση δεν είναι κάποιο νομικό τερτίπι ή κάποια προσωρινή αναστολή της εφαρμογής μιας διεθνούς σύμβασης. Αναζητούμε ένα κίνημα που να μιλάει άλλη γλώσσα (χωρίς βέβαια να ξεχνάει την πραγματικότητα ή να αφήνει αχρησιμοποίητο κανένα εργαλείο).

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα είναι ότι η αριστερά στην αγωνία της να μην κολλήσει στο κοινωνικό, αλλά να έχει λόγο στο πολιτικό (να κυβερνήσει, να μιλήσει για τα μεγάλα θέματα του νομίσματος), ξέχασε ότι όταν το πολιτικό απομένει μόνο του, είναι καταδικασμένο να μην είναι τίποτα περισσότερο από μια τηλεμαχία, μια μάχη ολογραμμάτων σε ζώνη prime time.

Η αριστερά λοιπόν αν νομίζει ότι ξεμπερδεύει επειδή λέει ότι δεν είναι σωστό να σκοτώνονται οι άνθρωποι είναι γελασμένη. Αν δεν μπορεί να μιλήσει εκτός πλαισίου, αν δεν μπορεί να δει ότι τη στιγμή που αυτό το καλοκαίρι συμβαίνει μία τέτοια καταστροφή, αυτή αδυνατεί ακόμη και να την ονομάσει, δεν έχει λόγο ύπαρξης. Αν δεν μπορεί αυτή τη στιγμή σε αυτές τις συνθήκες να πράξει, να επιχειρήσει τουλάχιστον να πράξει, τότε απλά ανήκει στη μεγάλη ομάδα των πολιτικών δυνάμεων που δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να διαχειρίζονται το θάνατο και τα κρατικά ταμεία.

Τώρα όμως είναι η ώρα της σύγκρουσης, όχι για το ενιαίο νόμισμα ή για την αναδιάρθρωση του χρέους, αλλά για το ίδιο το δικαίωμα στη ζωή.

1

«Να μην παρακαλάμε πια,

κανείς να μην παρακαλάει.

Να έχουμε.

Κύριε,

είμαι κάτι λιγότερο από μια σκουπιδοσακούλα»

Όλια Λαζαρίδου




Δηλητήριο (ή αλλιώς μέρες καλοκαιριού 2015)

 

 

Στο Πεδίο του Άρεως βράζει ο τόπος. Σε δύο παράλληλα δρομάκια μέσα στο πάρκο κατασκηνώνει η φρίκη αυτού του κόσμου. Στο ένα προσπαθούν να σταθούν χωρίς επιτυχία άνθρωποι που μπορεί και να πήραν την τελευταία τους δόση. Μοιάζει σαν αμερικάνικη σειρά με ζόμπι στο κέντρο της πόλης. Στο άλλο στενό, μικρά παιδιά, ξυπόλητα παιδιά, μάνες που θηλάζουν, νέοι, πολλοί νέοι. όλοι έφτασαν πριν λίγες μέρες από τη συρία. Ή το αφγανιστάν. Ή από κάπου που κάποιοι κήρυξαν πόλεμο.

Μια γυναίκα κρατάει στην αγκαλιά το μωρό της και με το αριστερό της χέρι πιάνει το μεγαλύτερο παιδί της. Τρέχουν να ξεφύγουν από τον πόλεμο. Χιλιάδες λαικς. Η φωτογραφία γίνεται βάιραλ και στο φωτόσοπ βάζουν δίπλα μια ακόμη μάνα από πιο παλιά, τότε που έτρεχε να ξεφύγει από τη μικρά ασία. Έτσι θα πιάσει ακόμα περισσότερα λαικς.

Στα σύνορα με την Τουρκία αυτή η μάνα ή μια άλλη, έδωσε τρία ή πέντε χιλιάρικα σε έναν δουλέμπορο. Μπορεί να τη βίασε, μπορεί και όχι. Στα σύνορα με την Ελλάδα κόντεψαν να πνιγούν τα μωρά της. Μπορεί και να πνίγηκαν. Στην Κω την χτύπησε ένας μπάτσος. Ή και πολλοί. Στα σύνορα με τη Μακεδονία της έριξαν πλαστικές σφαίρες και δακρυγόνα. Χιλιάδες λαικς και εκεί. Στην Αυστρία πέθανε αυτή και τα δυο της παιδιά. Από ασφυξία μέσα σε ένα φορτηγό. Η είδηση έγινε βάιραλ. Οι διεθνείς οργανισμοί καταγγέλλουν την κατάσταση.

Ένας άντρας ανεβάζει φωτογραφίες προσφύγων και γράφει από κάτω πως η κατάσταση είναι ανεξέλεγκτη. Φοβάται για την ασφάλεια του. Από κάτω δεκάδες φίλοι του, του συμπαραστέκονται. Η λέξη λαθρομετανάστης εμφανίζεται 11 φορές. Δεκάδες λάικς ακολουθούν.

Μια γυναίκα σε μια παραλία ξεφυλλίζει ένα περιοδικό με εξώφυλλο «Η Ελένη Μενεγάκη έκοψε τα μαλλιά της» και δίπλα από το άψογο πεντικιούρ της ένας «λάθρο», όπως θα πει αργότερα στους φίλους της, βγαίνει από τη θάλασσα με τα ρούχα. Θα αλλάξει νησί γιατί η Κως δεν αντέχεται. Η φωτογραφία που θα ανεβάσει από την Πάρο λίγες μέρες μετά θα πάρει πάνω από 100 λάικς.

Σε ένα χωριό μετά τη Μεσσήνη και πριν την Κορώνη ένας 60άρης κάθεται μπροστά σε ένα λάπτοπ το οποίο έχει ακουμπήσει σε μια μεταλλική σχάρα ψησίματος. Από πάνω του κυματίζει μια ελληνική σημαία και μια ταμπέλα γράφει «Gasthaus-Rooms to let». Στο φεισμπουκ στο τελευταίο του πόστ βρίζει τους γερμανούς που θέλουν την πατρίδα του. Το gasthaus του είναι φουλ με οικογένειες γερμανών από τέλη μαίου. Οι επισκέπτες του είναι οι καλοί γερμανοί.

φώτο: Σπύρος Παπαδόπουλος

φώτο: βυτίο

Λίγο μετά τον εορτασμό του δεκαπενταύγουστου, ο αριστερός πρωθυπουργός καλεί σε εκλογές. Στη σελίδα 110 γράφει «Πριν από τις βουλευτικές εκλογές του Νοέμβρη 1933 η CNT έκανε μια καμπάνια χωρίς προηγούμενο: προπαγάνδισε με επιμονή και μαχητικότητα, όπως ποτέ άλλοτε, την αποχή από τις εκλογές. Οι εφημερίδες και οι προκηρύξεις των αναρχικών έφεραν το σύνθημα για μποικοτάρισματων εκλογών μέχρι το τελευταίο χωριό. Το σύνθημα «Αρνιόμαστε τη ψήφο μας», βρήκε μεγάλη απήχηση στους ισπανούς εργάτες και αγρότες. Είχαν μπουχτίσει από τα «αριστερά» κυβερνητικά κόμματα, από την πολιτική των αριστερών φιλελεύθερων και των σοσιαλδημοκρατών και από τη συνεχιζόμενη τρομοκρατία. Η καμπάνια κορυφώθηκε στις 5 του Νοέμβρη σε μια μαζική εκδήλωση στην αρένα των ταυρομαχιών της Βαρκελώνης όπου πήραν μέρος 75.000-100.000 εργάτες. Οι πιο αγαπητοί ομιλητές της CNT μίλησαν για το θέμα: «Μπροστά στις κάλπες: Η κοινωνική επανάσταση». «Εργάτες» φώναξε στους ακροατές του ο Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, «την τελευταία φορά ψηφίσατε για τη Δημοκρατία. Αν ξέρατε ότι αυτή η δημοκρατία θα έριχνε στη φυλακή εννιά χιλιάδες εργάτες, θα την ψηφίζατε;» «Όχι!» ούρλιαξε η μάζα». (Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας / Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ)

 

«Θα μας τρελάνουν», «υπομονή φίλοι», «να είμαστε αισιόδοξοι» γράφουν δεκάδες μενουμεευρωπαίοι από τα γραφεία τους. αστεία για τις εκλογές, «να κάνουμε δημοψήφισμα για να δούμε αν θέλουμε εκλογές» γράφει ένας και από κάτω ακολουθούν πολλά λολ και ομιτζί και χρωματιστά κινούμενα στικεράκια με σκυλάκια που κλαίνε από τα γέλια. Πιο κάτω φαίνεται το ακτίβιτι στο φέισμπουκ τα τελευταία 2 χρόνια. Χιλιάδες πετίσιονς για να σταματήσει ο βασανισμός ζώων, δεκάδες shares από μια καινούρια καμπάνια της βόνταφον ή της όποιας εταιρείας δουλεύουν τώρα, που και που καμιά φωτογραφία από κάποιο σημαντικό ιβέντ. Να μείνουμε ευρώπη οπωσδήποτε. Πολλά λάικς έχει πάρει ένα στάτους που μιλάει για συμφιλίωση λίγο πριν το δημοψήφισμα. Να είμαστε μονιασμένοι, να μην επιτρέπουμε να μας διχάζουν. Τα περισσότερα λαικς όμως τα έχει πάρει ένα πόστ για την ζωή κωνσταντοπούλου που από πάνω λέει «ο άντρας της δε μπορεί να τη μαζέψει;» ή «να την πάνε στο δαφνί επειγόντως» ή κάτι τέτοιο. Καλά έχει πάει και εκείνο το στάτους που λέει ότι το όσοι ψηφίσουν «όχι» στηρίζουν τη χρυσή αυγή. Στα προφίλ τους δεν υπάρχουν πρόσφυγες, υπάρχουν μόνο γαλάζιες σημαίες με χρυσά αστεράκια. Μακάρι να έβαζε υποψηφιότητα ο γκί φερχόφσταντ, θα τον ψήφιζαν αμέσως. Ευτυχώς υπάρχει ο σταύρος ή ο θάνος. Η μάνα με τα δυο παιδιά στα χέρια πήρε λιγότερα λάικς από τον γκί τη βδομάδα του δημοψηφίσματος.

«Παρόλο που το αντίθετο στρατόπεδο ήταν αόρατο, και μάλιστα ανύπαρκτο, ο αγώνας τους για τη νίκη ήταν μακροχρόνιος και κατά τη διάρκεια αυτού του μακροχρόνιου αγώνα είχαν καταλάβει ότι για να επιτύχουν μια άνευ όρων νίκη, δεν έπρεπε ούτε να καταστρέφουν ούτε να εξορίζουν ό,τι πήγαινε ενάντια στα σχέδια τους, αλλά να το απορροφούν και να το διαλύουν μέσα στην απεχθή χυδαιότητα του κόσμου τον οποίον εξουσίαζαν, να μην καταστρέφουν ούτε να εξορίζουν το αγαθό και το μεγαλειώδες αλλά να το οικειοποιούνται και έτσι να το αλλοιώνουν […] είχαν καταλάβει ότι δεν έπρεπε να ποδοπατούν, να γελοιοποιούν, να αφανίζουν αυτές τις αξίες, αλλά αντιθέτως, να τις εξυμνούν, να τις διεκδικούν, να τις εκμεταλλεύονται, προκειμένου να δημιουργήσουν έναν κόσμο μέσα στον οποίο μόνον οι πιο μολυσμένοι από αυτούς θα είχαν μια μικρή πιθανότητα να εναντιωθούν και να προβάλλουν αντίσταση και, έτσι, να μας διαφωτίσουν για το πώς κατάντησαν την ανθρώπινη ζωή…» (Πόλεμος και πόλεμος / László Krasznahorkai)

φώτο: Μύριαμ Κλαπή

φώτο: Μύριαμ Κλαπή

Στις παραλίες που φτάνεις οδηγώντας σε χωματόδρομο υπάρχουν ξαπλώστρες. και μπιτς μπαρ και 3,50 ο φρέντο εσπρέσο και λάουντζ μουσική και πανιά που κουνάει ο αέρας. καιπιρόσκα στο χέρι και σαγιονάρα με κορδελάκια στα πόδια ή τύπου αρχαιοελληνικές που κοστίζουν 200 ευρώ, ανάλογα την τάξη. σέλφιζ, πολλές σέλφιζ για όλες τις τάξεις. Χαρούμενες, γελαστές παρέες πάνω από τραπέζια γεμάτα φαγητό, αστακός ή αθερίνα ανάλογα την τάξη, τρώμε ωραία, περνάμε ωραία. «αυτό δε θα μας το πάρουν ποτέ» γράφεται πάνω από μια θέα σε κάποιο νησί. 72 λαικς από κάτω. Άμα λάχει πάνε και για ελεύθερο σε κάποιο νησί της άγονης. Κάνεις ωραίο μαύρισμα έτσι. Ο χιπισμός είναι της μόδας. Το καλοκαίρι γαύδο το χειμώνα εξέλ. Σε ένα αυτοκίνητο, ένα ξημέρωμα μια σερβιτόρα που δουλεύει χωρίς ρεπό όλη τη σεζόν φωνάζει «Γίδια, ε γίδια, τρέχετε όλοι να κάνετε 20 μέρες διακοπές τον Αύγουστο». Φωτογραφίες από σκάφη, από ξενοδοχεία με θέα τη θάλασσα, ολ ινκλούσιβ για πάντα. Νέες μανούλες, παιδάκια, καροτσάκια, οδηγίες για το πώς να μεγαλώσεις το κορίτσι σου ή το αγόρι σου, αγαπημένα ζευγάρια, χαμόγελα, τρέντι φατσούλες, γυμνασμένα κορμιά, λεπτά κορμιά, οι φωτογραφίες είναι σωστά επιλεγμένες. Τρεις στους τέσσερις έδωσαν την έγκριση τους να ανέβει στο φέισμπουκ η συγκεκριμένη φωτογραφία. Η προσφυγιά είναι μιζέρια. Και τι να κάνουμε δηλαδή;

Δε μπορούμε άλλο να σκάμε. Δεν αντέχουμε άλλο κρίση. Φέρτε μας χλίδα, προιόντα για τα μαλλιά, τα φρύδια, τα νύχια, φέρτε μας λεφτά. Καλοκαίρι για πάντα. Πρώτη μέρα στη δουλειά και δίπλα ένα στεναχωρημένο εμότικον. Όλοι αυτοί που ξέρουν καλύτερα, που έχουν πιο καθαρό μυαλό, που σπούδασαν στα καλύτερα, που δουλεύουν στα μεγαλύτερα, που είναι πιο όμορφοι, πιο καθαροί, πιο σοβαροί are feeling nostalgic για το καλοκαίρι που φεύγει. Λαικς και «κουράγιο» από κάτω. Η μυρωδιά του καμένου κορμιού από τις καμινάδες δε φτάνει στις μύτες τους, ούτε φτάνουν στα αφτιά τους οι φωνές από τη φάλαγγα στην ταράτσα. «Αδικίες συνέβαιναν πάντα, δε θα σώσω εγώ τον πλανήτη» είπε και άλλαξε κουβέντα.

 




Εμείς οι άνθρωποι, αντιμέτωποι με την προσφυγιά (των άλλων) στην Κω

Κως, Αύγουστος 2015.

Κάποια μέρα η ιστορία της μετανάστευσης και της προσφυγιάς θα γραφτεί ξανά, ας περιμένουμε να δούμε σε ποια σελίδα της ιστορίας θα βρισκόμαστε.

Kos2

«Ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ζώο και η ζωή δεν είναι εύκολη όταν κόβονται οι κοινωνικοί δεσμοί» Hannah Arendt

Kos12

Προτού ξεκινήσει κάποιος να γράφει για τους ανθρώπους που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τους τόπους και τα σπίτια τους, πρέπει αρχικά να επαναπροσδιορίσει και να καταλάβει τις έννοιες που χρησιμοποιεί για να περιγράψει τη συνθήκη, της εγκατάλειψης δηλαδή του τόπου που αγαπήσανε.

Kos6

Ο νεοφερμένος όρος μετανάστης (για να μη γράψουμε λαθρομετανάστης που χρησιμοποιείται από τα ελληνικά μίντια) υποδηλώνει τους ανθρώπους αυτούς που αφήσανε τις χώρες τους, όχι από ανάγκη αλλά από επιλογή για να ξαναφτιάξουνε τις ζωές τους.

Kos10

Ο πρόσφυγας από την άλλη είναι το άτομο αυτό, όπως γράφει και η Hannah Arendt στο κείμενο της «Εμείς οι πρόσφυγες», που «αναγκάζεται να αναζητήσει άσυλο εξαιτίας κάποιας πράξης που διέπραξε ή εξαιτίας κάποιας πολιτικής άποψης που είχε».

Kos15

Τον τελευταίο χρόνο έχουν πνιγεί στη θάλασσα της μεσογείου περίπου 20.000 άνθρωποι, τις τελευταίες τρεις μέρες έχουν βρεθεί στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου τουλάχιστον 1.728 άνθρωποι. Άνθρωποι που αναζητούνε άσυλο, χωρίς να έχουν διαπράξει κάποια πράξη ή αναζήτησαν μια διαφορετική ριζοσπαστική πολιτική άποψη.

Kos16

Άνθρωποι που χάσανε τα σπίτια τους, το επάγγελμα τους, την καθημερινότητα τους, τη γλώσσα τους, συγγενείς και αγαπημένους ανθρώπους, που ξεχάσανε την απλότητα της ιδιωτικής τους ζωή, όχι για ένα καλύτερο αύριο, αλλά για επιβιώσουν.

Kos8

Εμείς οι άνθρωποι πάλι, συνήθως, αποφεύγουμε να κοιτάξουμε κατάματα την κόλαση, όπως για παράδειγμα όταν συμβαίνει ένα δυστύχημα στο δρόμο και τα περαστικά αυτοκίνητα κοιτάνε πεταχτά ή δεν κοιτάνε καθόλου λέγοντας «μα τι πάθανε οι άνθρωποι».

Κάπως έτσι αλλά από την άλλη πλευρά του νομίσματος νιώθουν αυτοί οι άνθρωποι που έφτασαν στα ελληνικά νησιά, έρμαια αυτών που ονομάζονται κι αυτοί άνθρωποι ξεπερνώντας κάθε γραμμένο ή άγραφο ηθικό κανόνα.

Πώς θα σας φαινόταν λοιπόν αν είχατε εγκαταλείψει το σπίτι σας, με μια τσάντα στο χέρι και σας χρεώσανε 5 ευρώ για φορτίσετε το κινητό σας, περιμένοντας να βρείτε και πάλι τους δεσμούς σας;

Kos4

 

Πώς θα νιώθατε αν φτάνατε στην «νέα πατρίδα» (Ε.Ε) και περιμένατε σε μια ουρά για 5 μέρες ελπίζοντας ότι θα σας σεβαστούν ως άνθρωποι και «διακινητές» με το ανάλογο αντίτιμο προωθούσαν άλλους αντί εσάς λόγω μεγαλύτερου χρηματικού ποσού;

Kos18

Κι όμως τα παραπάνω ερωτηματικά δεν είναι δυστοπικές απορίες αλλά συμβαίνουν στα νησιά του Αιγαίου όπως της Κω, με τους μετανάστες να αγγίζουν τους 5.000-7.000.

Kos5

Στο κεντρικό στάδιο της χώρας του νησιού 2.000 άνθρωποι περιμένουν για το πολυπόθητο χαρτάκι που θα τους επιτρέψει να ταξιδέψουν ξανά από την αρχή, χωρίς νερό και φαγητό, ενώ οι υπόλοιποι κυκλοφορούν στη Χώρα με τις δημόσιες τουαλέτες και βρύσες να είναι κλειστές. Κι όμως ο δήμαρχος δήλωσε πως ότι κι αν συμβαίνει οι 15.000 τουρίστες που βρίσκονται στο νησί θα συνεχίσουν τις διακοπές τους, καθώς το νησί είναι φιλόξενο.

Kos14

Μα καλά αυτοί δεν είναι ξένοι;

Kos13

Κάποια μέρα η ιστορία της μετανάστευσης και της προσφυγιάς θα γραφτεί ξανά, ας περιμένουμε να δούμε σε ποια σελίδα της ιστορίας θα βρισκόμαστε.

Kos1