1

η μετανάστευση ως ζήτημα ασφάλειας

 

Με αφορμή τις πρόσφατες τραγωδίες στη Μεσόγειο άνοιξε κατά κάποιο τρόπο ξανά η συζήτηση για το μεταναστευτικό. Λέω κατά κάποιο τρόπο, γιατί η συζήτηση δεν έκλεισε ποτέ, απλά συνήθως είναι εστιασμένη σε ένα διαφορετικό κομμάτι του ίδιου ζητήματος. Τα ΜΜΕ και ένα συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας εδώ και χρόνια, ανακυκλώνουν τις ίδιες κουβέντες για το μεταναστευτικό «πρόβλημα» και αναπαράγουν την ίδια λιγότερο ή περισσότερο ρατσιστική ρητορική, η οποία ξεκινάει από την εγκληματικότητα, περνάει από τη δημόσια υγεία και φτάνει μέχρι τον πολιτισμικό κίνδυνο. Εντωμεταξύ από την εποχή που ο Καρατζαφέρης πήρε κυριολεκτικά το περίφημο «δεν χωράμε όλοι» και πίεζε από τα δελτία ειδήσεων να αποφασίσουμε έναν αριθμό μεταναστών και να πορευτούμε αναλόγως, μέχρι την εποχή των στρατοπέδων συγκέντρωσης και των δολοφονιών μεταναστών από τη Χρυσή Αυγή, είναι προφανές ότι έχουμε αλλάξει πίστα. Ο ρατσισμός υπήρχε πάντα στην ελληνική κοινωνία, η εκμετάλλευση το ίδιο, αλλά η κατηφόρα τα τελευταία 6 χρόνια παραέγινε ολισθηρή. Η κατάσταση στο εσωτερικό λοιπόν είναι γνωστή, αν και υποτιμημένη. Η συζήτηση όμως τώρα άναψε όχι για τα εντός των τοιχών, αλλά γιατί τα νούμερα και οι εικόνες που μεταφέρουν τα Μέσα Ενημέρωσης έγιναν ξαφνικά πολύ συγκεκριμένα. Περίπου 1750 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους μόνο μέσα στο 2015 στη Μεσόγειο προσπαθώντας να φτάσουν στην Ευρώπη.

Μπροστά σ’ αυτό το νούμερο και μπροστά στα βίντεο που κυκλοφόρησαν από τη Ρόδο και τη Λαμπεντούζα, το ευρωπαϊκό κοινό και οι κυβερνήσεις τους, αποφάσισαν ότι ήρθε η ώρα να συζητήσουν. Τι συζητάνε όμως; Τα ελληνικά ΜΜΕ κινήθηκαν στο γνωστό δρομολόγιο κίνδυνος – φόβος – ρατσισμός – οι ευρωπαίοι δεν βοηθάνε με ολίγη από συμπόνια, η οποία εκφράστηκε κυρίως σε τίτλους και σουπεράκια. Σε διάφορα ξένα ΜΜΕ παρατηρήθηκε και μια τάση για πίεση για ουσιαστική αντιμετώπιση του θέματος. Η Liberation κυκλοφόρησε με εξώφυλλο «νομιμοποιήστε τους μετανάστες». Στην Αγγλία διαβάσαμε και άρθρα που έλεγαν ότι δεν πρόκειται για τραγωδία, αλλά για δολοφονία που διέπραξαν με όλη την επισημότητα και την πρόθεση οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Οι ίδιες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πάλι τι έκαναν; Ό,τι ακριβώς αναμενόταν. Σε μια σύνοδο κορυφής διατράνωσαν και επικύρωσαν τη συνέχιση της μέχρι σήμερα πολιτικής τους και μάλιστα συμφώνησαν στην ενταντικοποίησή της. Σε τι συνίσταται όμως αυτή η πολιτική;

Για να μη φλυαρώ και να μην υποκύπτω σε λαϊκισμούς και ευκολίες, θα πρέπει να παραπέμψω σ’ ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα και που ήδη έχει συζητηθεί αρκετά. Ο τίτλος του είναι «Έμποροι των συνόρων – η νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική επιτήρησης» και το έχει γράψει ο δημοσιογράφος (και φίλος) Αποστόλης Φωτιάδης. Το βιβλίο αν και καταπιάνεται με τεχνικά και ζόρικα θέματα είναι πρώτα απ’ όλα καλογραμμένο, με μια εξαιρετική αφήγηση που κυλάει μεταξύ έρευνας, ρεπορτάζ και μαύρου μυθιστορήματος. Μοιάζει με ένα απ’ αυτά τα αμερικάνικα βιβλία που δημοσιογράφοι αφηγούμενοι με απλό τρόπο μια ιστορία, μας εισάγουν βιαίως στο βρώμικο και γεμάτο αδιέξοδα τοπίο που συνδιαλέγονται οι πολιτικές ελίτ και οι θεσμοί με τον επιχειρηματικό κόσμο. Πέρα απ’ αυτό όμως, το βιβλίο είναι χρήσιμο για μια σειρά από λόγους. Ο κόσμος που ασχολείται με το μεταναστευτικό και που συμμετέχει στο ευρύτερο κίνημα έχει την τάση (και ως ένα βαθμό λογικά) να εστιάζει στα περιστατικά ρατσιστικής και φασιστικής βίας, στις δηλώσεις και ενέργειες των Υπουργών Δημόσιας Τάξης, στις πρακτικές της ελληνικής αστυνομίας. Το βιβλίο του Φωτιάδη όμως ανοίγει μια κουρτίνα σ’ ένα παράθυρο που όλοι φανταζόμαστε μέσες άκρες πως υπάρχει αλλά δεν το γνωρίζουμε ακριβώς. Πέρα απ’ τα βασανιστήρια της αστυνομίας ή τα κλειστά κέντρα κράτησης του Χρυσοχοΐδη και του Δένδια, υπάρχει μια άλλη μακρινή πραγματικότητα ως προς το μεταναστευτικό. Η ευρωπαϊκή ένωση με τους θεσμούς και τα όργανά της έχει επιλέξει μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική για τα σύνορα. Η πολιτική αυτή, σωστά από τον Φωτιάδη, συστηματοποιείται με τη φράση «αρχιτεκτονική επιτήρησης».

potamos_04_fotiadis

Στο βιβλίο λοιπόν, παρακολουθούμε με ενδιαφέρον την διαρκή ανάπτυξη των συστημάτων και των πρακτικών ελέγχου και επιτήρησης των ευρωπαϊκών συνόρων. Μέσα από διάφορους γραφειοκρατικούς λαβυρίνθους και ημιάγνωστες θεσμικές διαδρομές περιγράφεται η δημιουργία και η λειτουργία της Frontex, οι εσωτερικές αντιθέσεις και επιδιώξεις εντός της Ε.Ε., το κυρίαρχο δόγμα της ασφάλειας και οι έρευνες και δοκιμές νέων τεχνολογιών. Στο τέλος έχει αποδοθεί στον αναγνώστη με φοβερή ακρίβεια ένα πλέγμα από κλειστές συσκέψεις, επίσημα κείμενα, εκθέσεις, συναντήσεις και επικαλύψεις της πολιτικής με την επιχειρηματική ελίτ.

Το βιβλίο θέτει ένα σωρό ζητήματα και λύνει κάμποσες απορίες. Για παράδειγμα μέσα από μια εκτεταμένη όσο και πειστική ανάλυση εξηγεί όλα όσα πιθανότατα επιφανειακά έχουμε ακούσει δεξιά και αριστερά για την κόντρα Ιταλίας και Ε.Ε. και για την επιχείρηση «Mare Nostrum», η οποία παρουσιάστηκε από τα Μ.Μ.Ε. εντελώς μονοσήμαντα και αποκομμένα από τα συμφραζόμενά της και τις υπόλοιπες συνθήκες, αφού χρωματίστηκε ως μια επιχείρηση με ξεκάθαρα και αποκλειστικά θετικό πρόσημο, αφού περιελάμβανε την έρευνα και διάσωση μεταναστών στη θάλασσα. Γράφει όμως ο Φωτιάδης:

«Το γεγονός ότι ο Αλφάνο (σ.σ. Υπουργός Εσωτερικών Ιταλίας) εισέπραττε συγχαρητήρια για τη διάσωση μεταναστών στη Μεσόγειο την περίοδο που ο ίδιος ενεργούσε για να κλείσει την τελευταία δίοδο, την παράνομη, που αυτοί έχουν διαθέσιμη προς την Ευρώπη, αναδεικνύει με τον πιο έντονο τρόπο τον κυνισμό των Ευρωπαίων πολιτικών στο θέμα της μετανάστευσης και αποκλείει κάθε αμφιβολία για τους πραγματικούς στόχους της επιχείρησης Mare Nostrum, που την καθιστούσαν ένα εργαλείο άσκησης πολιτικής στα χέρια των υπερσυντηρητικών κύκλων στην Ευρώπη. Ενώ ο Αλφάνο είχε αρχίσει να προλειάνει το έδαφος για τη λήξη της Mare Nostrum, η παρελκυστική τακτική του είχε ήδη αρχίσει να αποδίδει, αφού η δημιουργία στρατοπέδων στη Βόρεια Αφρική εμφανιζόταν πια ως απολύτως λογική λύση»

Στο βιβλίο ο Φωτιάδης εξηγεί και προσφέρει πληροφορίες για τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (τα περίφημα drones), για τον τρόπο που η στρατιωτική βιομηχανία παρεμβαίνει (ή και επιβάλλει) (σ)τη χάραξη πολιτικής αλλά και για τα χρήματα που μοιράζονται για την έρευνα και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών επιτήρησης. Επίσης θέτει το κρίσιμο θέμα της δημοκρατίας στην Ευρώπη. Μέσα από τις αφηγήσεις του βιβλίου καθίσταται, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου, σαφές ότι για όλες αυτές τις πολιτικές κατευθύνσεις και αποφάσεις καμία νομιμοποίηση δεν υπάρχει, αφού λείπει εντελώς τόσο ο δημόσιος διάλογος, όσο και η λογοδοσία.

Με λίγα λόγια, ο Φωτιάδης προσπαθεί να μας ανοίξει έστω για ένα τσικ τα μάτια. Παρόλο που αποφεύγει να πει ο ίδιος τα συμπεράσματα ή να κάνει κήρυγμα, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται το συλλογικό δρόμο που βαδίζουμε.

Το κρίσιμο σημείο λοιπόν είναι να αντιληφθούμε ότι δεν μιλάμε πια μόνο για έλεγχο μεταναστευτικών ροών με το γνωστό και παλιό διακύβευμα (έλεγχος του εργατικού δυναμικού). Πλέον θα πρέπει να εστιάζουμε και στη στροφή προς μια πολιτική της ασφάλειας. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου αρχίζουμε ίσως σιγά σιγά να συνειδητοποιούμε ότι ο κόσμος άλλαξε δραματικά με τρόπους που δεν καταφέραμε να παρακολουθήσουμε και να αξιολογήσουμε. Ο κόσμος που οικοδομείται λοιπόν, καθιστά τον όρο εξαίρεση ελάχιστο για να περιγράψει την πραγματικότητα. Πτήσεις της CIA, φυλακίσεις χωρίς δίκη, απαγόρευση επικοινωνίας, κατάργηση δικαιωμάτων που μέχρι τότε θεωρούσαμε αναπαλλοτρίωτα, νέες ερμηνείες στην προσέγγιση και αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, ηλεκτρονική επιτήρηση.

Είναι χαρακτηριστικά τα αποτελέσματα της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής, όπου στην ουσία επιβεβαιώθηκαν οι δύο βασικοί πυλώνες της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Παρανομοποίηση της μετανάστευσης και περαιτέρω στρατιωτικοποίηση των συνοριακών ελέγχων. Εξίσου χαρακτηριστικά είναι άλλα παρόμοια δείγματα των  τελευταίων ετών. Στο Ferguson πέρυσι, η Εθνοφρουρά με τηλεφωνήματα στα σπίτια ενημέρωνε τους κατοίκους για το τι πρέπει να κάνουν σε κατάσταση ανάγκης και ότι τα σχολεία θα έμεναν κλειστά για άγνωστο χρονικό διάστημα. Στη Βαλτιμόρη έχουμε απαγόρευση κυκλοφορίας, όπως είχαμε πριν κάποιο καιρό και στη Βοστόνη. Στη Γαλλία μετά την επίθεση στο Charlie Hebdo είδαμε το στρατό να κυκλοφορεί στους δρόμους. Ακούμε δεξιά και αριστερά για ολοένα πιο σύγχρονα σχέδια επιτήρησης. Δακτυλοσκόπηση για όλους τους μετανάστες που θέλουν να έρθουν στην Ευρώπη. Κοινή βάση δεδομένων για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες που ταξιδεύουν.

11180599_10153188224977394_5850907149340077054_n

Συνεπώς, ίσως δεν έχει σημασία αν οι δυστοπίες που περιγράφει ο Φωτιάδης ονομάζονται εντέλει όντως Eurosur ή Smart Borders. Αυτό που γίνεται αντιληπτό, είναι η γενική πορεία των πραγμάτων. Εντός και εκτός συνόρων μπορούμε να μιλάμε για την εποχή του δόγματος της ασφάλειας. Αν είναι κανείς και λίγο πιο φευγάτος μπορεί να βρει αναλογίες στην επιτήρηση των συνόρων από μη επανδρωμένα αεροσκάφη με εσωτερικές πρακτικές και νομοθεσίες. Από τους αυταρχικούς νόμους στην Ισπανία, μέχρι τις πρακτικές των ελληνικών αρχών στα χρόνια του μνημονίου. Μπορεί βέβαια όλα αυτά να είναι υπερβολές και ανοησίες.

Όπως και να ‘χει, το πρόβλημα παραμένει. Οι μεταναστευτικές ροές πυκνώνουν, αφού τα προβλήματα σε περιοχές της Αφρικής μεγαλώνουν, με ευθύνη βεβαίως και της Ευρώπης. Άλλωστε δεν είναι η ιστορία της Αφρικής των τελευταίων αιώνων μια ιστορία ευρωπαϊκών παρεμβάσεων όλων των ειδών; Οι θαλάσσιες διαδρομές για τους μετανάστες είναι επικίνδυνες, αλλά αυτό δεν μοιάζει να προβληματίζει ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους. Αντιθέτως πότε πότε, αυτό ακριβώς το γεγονός, φτάνουν να το υπολογίζουν ως σύμμαχό τους στην άσκηση πολιτικής. Για παράδειγμα η Αγγλία με τον πιο επίσημο τρόπο δήλωνε πρόσφατα ότι δεν υποστηρίζει επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης στη Μεσόγειο. Πρόκειται για την γνωστή τακτική «drown a migrant to save a migrant», η οποία κάπως πιο απροκάλυπτα είχε περιγραφεί από τον ντόπιο αρχηγό της αστυνομίας με τη φράση «να τους κάνουμε το βίο αβίωτο». Η ιδέα αυτή λέει ότι οι μετανάστες πρέπει να ξέρουν ότι είναι πολύ δύσκολο να φτάσουν στην Ευρώπη. Έτσι δε θα ξεκινάνε καθόλου το ταξίδι. Είναι επίσης ενδεικτικό της ευρωπαϊκής πολιτικής και διάθεσης ότι στα δέκα σημεία της συνόδου κορυφής δεν υπάρχει ούτε μια φορά η λέξη «διάσωση». Όλα αυτά κι ενώ ξέρουμε ότι οι μετανάστες δεν έρχονται επειδή τάχα είναι εύκολο να έρθουν, αλλά εξαιτίας των τραγικών συνθηκών στις πατρίδες τους.

Έτσι φτάνουμε στο σημείο να μετράμε 1750 νεκρούς στη Μεσόγειο τους τελευταίους τέσσερις μήνες και το γεγονός αυτό να μην λογίζεται ακριβώς ως πρόβλημα. Είναι ακόμη τέτοιο το κλίμα ώστε τα πιο προωθημένα αιτήματα που ακούγονται (μαζικά έστω) να έχουν να κάνουν με τη διάσωση των ανθρώπων, όταν είναι στο όριο του πνιγμού στη Μεσόγειο. Ακριβώς όμως όπως η Ευρώπη έχει κάνει τις επιλογές της και έχει πάρει τις αποφάσεις της, δηλαδή έχει αποφασίσει όχι απλά να παραμείνει ένα φρούριο, αλλά να εξοπλιστεί και ακόμη περισσότερο, άλλο τόσο πρέπει και ο κόσμος του κινήματος να πάρει τις δικές του αποφάσεις. Το αίτημα «διάσωση» είναι ελάχιστο. Η Ευρώπη Φρούριο δεν είναι κίνδυνος θάνατος μόνο για όσους βρίσκονται απ’ έξω και πεθαίνουν στη θάλασσα, αλλά και για όσους θα αποτελούν τον πληθυσμό μέσα. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στον κόσμο πάνω από 50.000.000 μετανάστες (άνθρωποι που έχουν μετακινηθεί απ’ την εστία τους), περισσότεροι απ’ ότι στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα διλήμματα είναι σαφή. Ή θα προτάξουμε προς κάθε κατεύθυνση το δόγμα της ασφάλειας, μεταφράζοντας όλα τα ζητήματα σε μια ευκαιρία επιτήρησης και ελέγχου ή θα αλλάξουμε οριστικά πορεία, προτάσσοντας εντελώς αντίθετες αξίες. Ή θα γκρεμίσουμε αυτό το υπερσύγχρονο και ακραία συντηρητικό φρούριο και μαζί τις κάμερες που επιτηρούν κάθε ανθρώπινη κίνηση ή θα ζήσουμε σε μια άνευ προηγουμένου και πέρα από κάθε φαντασία δυστοπία.

«Λιγοστοί στρατιωτικοί αστειεύονται σ’ ένα πηγαδάκι, τα θέματα που εναλλάσσονται είναι η Χρυσή Αυγή και οι κοπέλες που βρίσκονται στην αίθουσα. Πίσω τους, το αίθριο μοιάζει πια σχεδόν έρημο. Εγκαταλειμμένα γυαλιστερά περίπτερα με φυλλάδια που επιδεικνύουν την τελευταία λέξη της τεχνολογίας επιτήρησης. Ατμόσφαιρα αρκούντως αποστειρωμένη για να την παρομοιάσει κανείς με θερμοκοιτίδα. Μέσα σε τέτοιου είδους χώρους μοιάζει κάπως σα να γεννά η αγορά τον ίδιο της τον εαυτό. Η αναπαραγωγή μιας ερμαφρόδιτης πραγματικότητας όπου η ανθρώπινη εμπειρία, αφού υφαρπάζεται, αποδομείται και επανερμηνεύεται, γίνεται η βάση πάνω στην οποία μπαίνουν τα θεμέλια μιας νέας αγοράς. Η αγορά της ασφάλειας πρέπει να έχει γεννηθεί στα αμέτρητα συνέδρια και τα αποστειρωμένα από τη δημόσια κριτική φόρα σαν αυτό.»

Περιγραφή από το συνέδριο του ερευνητικού έργου Perseus | Πειραιάς, Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας – 15/9/14

υγ. τα αποσπάσματα βέβαια είναι παρμένα από το βιβλίο




«εμείς που είμαστε τίποτα»

 

Πώς να μιλήσει κανείς όταν θέλει να πει για φασιστική και ρατσιστική βία; Τι γλώσσα να χρησιμοποιήσει; Να χρησιμοποιήσει έναν λόγο πολιτικό, σκληρό, ευθύ; Να μιλήσει δηλαδή για τον πάτο της εργατικής τάξης, την εκμετάλλευση και τη βαναυσότητα. Να χρησιμοποιήσει ένα λόγο ανθρωπιστικό; Να επισημάνει τη σκληρότητα, να αφηγηθεί τις προσωπικές ιστορίες και να απευθυνθεί στο συναίσθημα. Να επικαλεστεί την τέχνη; Να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει τα υλικά της πραγματικότητας για να πει μια άλλη ιστορία. Να γίνει ερευνητής και δημοσιογράφος; Να καταγράψει και να μαζέψει τις μαρτυρίες και τα γεγονότα.

Βρέθηκα την Κυριακή στο Εμπρός σε μια εκδήλωση – συζήτηση με μαρτυρίες θυμάτων της φασιστικής βίας ενόψει της δίκης της Χρυσής Αυγής. Εκεί διαπίστωσα ότι ο λόγος που εκφέρεται από τα ίδια τα θύματα (ή μάλλον τους ανθρώπους που έχουν δεχτεί φασιστικές επιθέσεις) είναι ένας ενιαίος λόγος, συνδυάζει όλες τις πιθανές εκδοχές και προσεγγίσεις. Είναι πολιτική ανάλυση και συναισθηματική επίθεση, είναι ανθρωπιά και αφήγηση της πρόσφατης ιστορίας.

Όσο και να λες ότι ασχολείσαι ή ενημερώνεσαι για τέτοια ζητήματα, η απευθείας επαφή με τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που δέχτηκε τη φασιστική επίθεση σε καθηλώνει. Τα περιστατικά φυσικά είναι αναρίθμητα και οι λεπτομέρειες σε μεταφέρουν σε όλων των ειδών τις δυστοπίες.

Μια γυναίκα από το Περού περιγράφει σενάριο ταινίας του Ινιαρίτου. Ελεγκτές και μπάτσοι, ενώ αυτή συνεργάζεται και με το παραπάνω, προσφέρεται να πληρώσει, να της κόψουν κλήση που δεν είχε εισιτήριο (αν και πήγαινε να ανανεώσει τη μηνιαία κάρτα για τις συγκοινωνίες και είχε νωρίτερα συνεννοηθεί με τον οδηγό) την κατεβάζουν από το λεωφορείο. Τη βρίζουν, τη χτυπούν, τη δένουν με χειροπέδες και την πάνε στο τμήμα. Όλα αυτά μπροστά στο έντρομο παιδί της. Εκεί δεν της επιτρέπουν να πάει στην τουαλέτα. Την ξαναβρίζουν, τις δένουν με χειροπέδες πόδια και χέρια. Την έχουν χωρίσει από το παιδί της που βρίσκεται αλλού στο τμήμα. Η γυναίκα έχει πρόβλημα στο πόδι (ρήξη μηνίσκου). Αυτοί όμως το χαβά τους. Ρωτάνε από πού είναι και άλλα σχετικά. Για ώρα της αρνούνται οποιαδήποτε επικοινωνία. Με τον άντρα της ή με δικηγόρο. Η γυναίκα έχει απελπιστεί. Κατουριέται πάνω της δεμένη στο κρατητήριο. Λέει «ποτέ στη ζωή μου δεν έχω νιώσει τόση ντροπή και τόση οργή». Όταν επιτέλους έρχεται ο άντρας της, του δίνουν το παιδί να το πάει σπίτι και αυτή την κρατάνε. Έχει κι άλλο ακόμη. Την πάνε στη Νίκαια να την εξετάσει ψυχίατρος γιατί απ’ τη συμπεριφορά της, κρίνει μία αστυνομικός ότι ίσως δεν θα έπρεπε να της επιτρέπεται να είναι με τα παιδιά της. Εκεί ο γιατρός αρνείται να την εξετάσει χωρίς εισαγγελική παραγγελία. Την πάνε στο Σισμανόγλειο. Εκεί ένας άλλος γιατρός αφού ακούει την ιστορία της, λέει στους αστυνομικούς να την πάνε σπίτι και στην ίδια προτείνει να κάνει καταγγελία, να πάρει τα στοιχεία τους και να κάνει μήνυση. Πριν φτάσει η ίδια σπίτι, τη συμβουλεύουν να μην κινήσει τίποτα διαδικασίες. «Όλοι είναι δικοί μας. Μάρτυρες στο τμήμα και οι ελεγκτές του λεωφορείου», λέει ο μπάτσος. Όσο μιλάει σκέφτομαι να κρατάω σημειώσεις, να πω την ιστορία της σωστά και αναλυτικά. Δε γίνεται. Η έντασή της είναι τρομαχτική. Στο τέλος περιγράφει την πεντάχρονη κόρη της. Τις προάλλες είδε ένα μπάτσο και γύρισε και είπε στη μάνα της να μην ανησυχεί «δεν θα τους αφήσει να της ξανακάνουν τίποτα». Τελειώνει, οι άνθρωποι που παρακολουθούν χειροκροτούν, γιατί δεν μπορούν να κάνουν κάτι άλλο με τα χέρια τους. Αν δεν χειροκροτούσαν θα έπρεπε να μπήγουν τα νύχια τους στις θέσεις, να ξεριζώνουν τα μάτια και τ’ αυτιά τους.

IMG_1584

Λίγο νωρίτερα ένας άντρας από το Αφγανιστάν, χρόνια στην Ελλάδα, μας εξηγεί πόσο φοβούνται οι συμπατριώτες του να κάνουν καταγγελία. Μας λέει ότι κάποτε μπήκαν στην κοινότητα Αφγανών στην Κυψέλη μπάτσοι και μεταξύ άλλων που έκαναν, τον χτύπησαν. Όταν πήγε στο τμήμα, να κάνει αυτό που προτρέπει τους άλλους μετανάστες να κάνουν, να καταγγείλει το περιστατικό, του είπαν «ετοιμάσου να περάσεις τρεις μέρες στο κρατητήριο». Έφυγε άπραγος με αναμνηστικό τα αίματα στο κεφάλι. Μας περιγράφει μια πολύ σύντομη ιστορία. Μια γυναίκα, μετανάστρια, με μαντήλα είναι στην ουρά στην τράπεζα. Ξαφνικά έρχεται ένας από πιο πίσω, της βγάζει τη μαντήλα και της δίνει ένα χαστούκι. Λέει και κάτι του στιλ «αυτά να τα φοράς στη χώρα σου». Δεκάδες, εκατοντάδες περιπτώσεις. Λέει και λέει κι αν τον αφήναμε ακόμη θα έλεγε.

Μιλάει η μητέρα του πιτσιρικά που δύο φασίστες είχαν μαχαιρώσει στο πρόσωπο στο Παλαιό Φάληρο. Μιλάει για αγκυλωτούς σταυρούς που της έχουν γράψει στο αυτοκίνητο και το σπίτι. Μιλάει για απειλές στο τηλέφωνο. Μιλάει για την εμπειρία της στην ασφάλεια Κυψέλης. Για τον πρώην διευθυντή εκεί. Και πάλι η αστυνομία. Που έχει σχέσεις με τη Χρυσή Αυγή, που καλύπτει, αν δεν συμμετέχει και η ίδια σε επιθέσεις και βασανιστήρια. Η γυναίκα που μιλούσε τώρα, περιγράφει μια κόλαση και λέει «αυτόν το δρόμο δεν μπορείς να τον πας μόνος σου». Λέει ότι δεν υπάρχει καμία στήριξη από την αστυνομία, από τη δικαιοσύνη, από τη ΓΑΔΑ, από πουθενά. Μόνο ό,τι καταφέρει ο κόσμος μόνος του, μιλώντας, κάνοντας ενέργειες, φτιάχνοντας συλλογικότητες.

Όλοι οι άνθρωποι που μιλάνε και λένε τις ιστορίες τους, δικές τους και άλλων, μιλούν για το φόβο. Τι σημαίνει να κοιτάς πίσω σου όταν περπατάς. Τι σημαίνει να σου επιτίθενται στα καλά καθούμενα, όταν είσαι μόνος και ανυπεράσπιστος. Δικαίως μιλούν γι’ αυτά και δικαίως φοβούνται. Υπάρχουν κάποιοι (κυρίως αριστεροί αλλά όχι μόνο) που και προχθές και γενικά, μιλάνε εύκολα, λένε ότι «είμαστε περισσότεροι, θα νικήσουμε επειδή θα είμαστε ενωμένοι». Η γνωστή αισιοδοξία, τα μέτωπα, η ζωή και η αριστερά που θα νικήσει. Η πραγματικότητα δείχνει κάτι τελείως διαφορετικό. Όχι πως όλα είναι μαύρα και πως δεν υπήρχαν νίκες του κινήματος. Αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ σκληρή. Και από την απόσταση μικρόκοσμων ή συνελεύσεων που ποτέ δεν αντιμετώπισαν το πρόβλημα στην πραγματική ζωή, μπορείς να μιλάς αισιόδοξα. Όμως η γυναίκα από το Περού βασανίστηκε και εξευτελίστηκε μόλις πριν από λίγες εβδομάδες.

Ορθά λοιπόν η Χρυσάνθη Τσιμπίδου, που είχε δεχτεί επίθεση από φασίστες το μακρινό 2002, είπε ότι η αριστερά είχε τότε υποτιμήσει το φαινόμενο Χρυσή Αυγή. Θα επιμείνω και θα πω ότι συνεχίζει να το υποτιμά. Αστυνομία και φασίστες συνεχίζουν το έργο τους και οι αναλύσεις περί μετώπων ή θεωρητικών σχημάτων, δε βοηθάνε στο πραγματικό πρόβλημα. Δηλαδή δεν αντιμετωπίζουν το φόβο των ανθρώπων που κινδυνεύουν στ’ αλήθεια. Δεν προστατεύουν τους ανθρώπους που είναι στο δρόμο.

Η αλληλεγγύη μας, αυτό το χιλιοειπωμένο σύνθημα, αυτό το ξεθωριασμένο πανό που σέρνουμε δεξιά κι αριστερά σε κάθε ευκαιρία, πρέπει να λάβει ένα πολύ πιο σύνθετο περιεχόμενο. Πράγματα και ενέργειες γίνονται, αλλά είναι πολύ λίγα για την συγκεκριμένη πραγματικότητα που ζούμε. Η κατάσταση είναι πέρα από κάθε ανάλυση που έχουμε κάνει. Η έκταση των επιθέσεων δεν έχει καμία σχέση με καμία καταγραφή που έχει γίνει. Ίσως χωρίς να το έχουμε καταλάβει ή έστω μετρήσει σοβαρά, έχουμε ζήσει ένα τεράστιας έκτασης υπόγειο πογκρόμ διαρκείας. Αναφέρθηκε προχθές ότι για παράδειγμα τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει δεκάδες (ακούστηκε ο αριθμός 50 αν θυμάμαι καλά) επιθέσεις σε ανθρώπους με αναπηρία. Και να για παράδειγμα ακόμη μια περίπτωση που η υποκρισία μας χτυπάει κόκκινο. Ξέρουμε μόνο να αναπαράγουμε το κείμενο του Χατζιδάκι για το νεοναζισμό και που και που να ανεβάζουμε καμιά φωτογραφία με αυτοκίνητα παρκαρισμένα πάνω σε ράμπες. Δεν ξέρουμε όμως για αυτές τις 50 επιθέσεις. Δεν μιλάμε για την Χρυσή Αυγή και την ρητορική της περί ευγονικής. Δεν ξέρουμε και δε μετράμε καλά την πραγματικότητα.

Η πραγματικότητα είναι ζόρικη. Ο φόβος είναι δικαιολογημένος και όποιος δεν τον νιώθει κρύβεται πίσω από ρητορικές ή πίσω από την προσωπική του ασφάλεια. Η αλληλεγγύη μας θα πρέπει να επανανοηματοδοτηθεί, να αναζητήσει νέους τρόπους και πιο στιβαρές ενέργειες. Η Μιρέλα Λόπεζ, η γυναίκα που λέγαμε από το Περού, όταν περιγράφοντας αυτό που της συνέβη, παρασύρεται από τη μνήμη και την ένταση, ξεσπάει, «μπάτσοι και κυβέρνηση είναι μαζί. Εμείς που είμαστε τίποτα». Δεν το λέει για να υπογραμμίσει την ήττα. Η Λόπεζ συνεχίζει, συμμετέχει σε συλλογικότητα, προσπαθεί να αντιμετωπίσει όπως μπορεί το ρατσισμό των θεσμών και του δρόμου. Αλλά η κουβέντα της στοιχειώνει όλο το θέατρο Εμπρός και όλη την πόλη. «Εμείς που είμαστε τίποτα». Εμείς που είμαστε τίποτα έχουμε κάτι να πούμε και πολύ περισσότερο κάτι να κάνουμε;


11046858_1046868885330513_1706479222499045079_o

 

* Υπενθύμιση: σήμερα, στο lacandona για ένα από τα χιλιάδες θύματα αυτής της ζόρικης πραγματικότητας, για ένα μόνο από τα θύματα της ελληνικής πραγματικότητας των τελευταίων χρόνων. Λέγεται Ουαλίντ Τάλεμπ και είναι ένας από τους πιο δυνατούς ανθρώπους που ξέρω. Εδώ και εβδομάδες σκέφτομαι μόνο μία σκηνή. Ο Ουαλίντ έχει καταθέσει μέσα στο δικαστήριο, καθισμένος σχεδόν γόνατο με γόνατο, μερικά χιλιοστά από τους βασανιστές του. Έχει πει όσα δεν μπορεί άνθρωπος να πει. Έχει πει όσα ο ίδιος ντρέπεται και φοβάται να πει. Βγαίνει λοιπόν έξω. Στα μάτια του έχει δάκρυα, είναι σε φοβερή ένταση, έχει σφίξει τη γροθιά του και τη δαγκώνει με δύναμη. Θα την έχετε δει αυτή την χειρονομία, αυτή την κίνηση, σε οριακές στιγμές. Ένας άνθρωπος δαγκώνει τη γροθιά του για να μην διαλυθεί, να μην καταρρεύσει, να μην ανοίξει το στόμα του και καταπιεί όλο τον κόσμο. Αυτό τον κόσμο τον θλιβερό, τον κόσμο της ανελευθερίας και της βαρβαρότητας. Κάθε μέρα από κείνη τη μέρα, σκέφτομαι τη γροθιά που δαγκώνει ο Ουαλίντ και σκέφτομαι ότι εμείς πρέπει να κοιτάμε κάτω. Να κοιτάμε κάτω και να είμαστε εκεί.




Όποιος ξέρει τι σημαίνει σχολικός εκφοβισμός να σηκώσει το χέρι

 

Στο σχολείο άκουγα σε διάφορα “ονόματα”. Φυτό ή για έμφαση φυτούκλα, περικοκλάδα και άλλα ουσιαστικά από το φυτολόγιο ενώ αποκλειόμουν από τα αθλητικά παιχνίδια ως άχρηστη-όχι ότι τα κατάφερνα ιδιαίτερα αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα.  Επίσης τις περισσότερες φορές δεν περιλαμβανόμουν σε ομαδικά παιχνίδια και συζητήσεις και τις μαθητικές αταξίες τις μάθαινα πάντα τελευταία. Δεν ένιωσα πως ήμουν θύμα σχολικού εκφοβισμού, αλλά μήπως έκανα λάθος;

Γιατί τελικά τι είναι ο σχολικός εκφοβισμός;

Ο σχολικός εκφοβισμός δεν έχει μόνο μία όψη. Δεν σημαίνει μόνο βία σωματική και επιθετικότητα. Μπορεί να είναι λεκτικός, κοινωνικός, σωματικός αλλά και ηλεκτρονικός. Στη σύντομη εμπειρία μου ως εκπαιδευτικός σε δημοτικό σχολείο συνάντησα αρκετές φορές τις τρεις πρώτες μορφές και λιγότερες την τελευταία.

Είδα παιδιά να αποκλείονται από την ομάδα εξαιτίας του πάχους τους(κοινωνικός), άλλα να δέχονται εξευτελιστικά σχόλια εξαιτίας μια πρώιμης σεξουαλικής διαφοροποίησης(λεκτικός) ενώ δεν έλειψαν και τα περιστατικά σωματικής βίας απέναντι σε παιδιά φαινομενικά αδύναμα ή σε παιδιά μεταναστών. Δεν θα κρύψω πως ούτε εγώ αλλά ούτε και το σύνολο του εκπαιδευτικού προσωπικού ήταν πολλές φορές ικανό να αποτρέψει τέτοια περιστατικά προστατεύοντας τα θύματα του bullying καθώς ότι σταματούσε στο χώρο του σχολείου συνεχιζόταν έξω από αυτό με τις ευλογίες των γονιών που καμάρωναν τους νταήδες γιους  που κλότσησαν το φυτό, τον Αλβανό, τον τσιγγάνο, τον χοντρό ή που έφτυσαν την άσχημη, μυωπική συμμαθήτρια.

photo Thomas Ricker

photo Thomas Ricker

Σήμερα το πρωί έστειλα το ίδιο μήνυμα σε 13 εκπαιδευτικούς ζητώντας τους να μου περιγράψουν από την εκπαιδευτική τους εμπειρία  περιστατικά σχολικού εκφοβισμού. Με λύπη μου διαπίστωσα πως όλοι είχαν να μιλήσουν για ένα περιστατικό. Ίσως δεκατρείς άνθρωποι δεν είναι ένα ικανό δείγμα προκειμένου να αξιολογήσουμε τις συνθήκες που επικρατούν στις σχολικές αίθουσες γενικά, είναι όμως αριθμός ικανός να γεννήσει ερωτήματα.

Η Γ.Μ. δασκάλα καλλιτεχνικών σε δημοτικό σχολείο, περιγράφει:

Ήταν τετάρτη δημοτικού, ένα παιδάκι σαφώς απομονωμένο, μικρόσωμο σε σχέση με τα παιδιά της ηλικίας του. Είχε αναπτύξει έναν χαρακτήρα μάλλον γκρινιάρικο και γεμάτο άρνηση. Στο ολοήμερο λοιπόν, θυμάμαι ένα παιδί -φαντάσου, μικρότερο κατά 2 χρόνια αλλά πιο ξετσουπισμενο-μαζί με κάποια αλλά, χώσανε τον Γιώργο κοροϊδεύοντας τον, στις τουαλέτες των κοριτσιών. Αυτό. καταλαβαίνεις όλες τις συνεκδοχές. Το παιδί δεν είχε καμία θηλυπρέπεια, δεν είχε όμως και έντονη αγορίστικη συμπεριφορά. Κάθε φορά που του την πέφτανε, το αντιμετώπιζε με παραίτηση.

Δεν θα ξεχάσω τον μικρό Γιάννη, το μοναδικό παιδάκι στην πρώτη δημοτικού που φορούσε γυαλιά. Οι συμμαθητές του δεν έχαναν ευκαιρία να τον πειράζουν κολλώντας τις μύξες τους στα γυαλιά του. Ούτε θα ξεχάσω όταν κανείς δεν ήθελε να πιάσει το χέρι του παιδιού από την Βουλγαρία στον κύκλο που τους ζήτησα να κάνουν. Και τη μικρή που κρυβόταν πίσω μου ενώ μια παρέα παιδιών φώναζε σε ρυθμό συνθήματος “μου-σου-λμα-να”. Μικρά περιστατικά που σε τόσο μικρά παιδιά σε κάνουν να σαστίζεις. Δεν είναι η κίνηση που έχει τόση σημασία αλλά αυτό που κουβαλάει. Μια κοινωνία ρατσιστών και βασανιστών με έφεση στην ψυχολογική βία

Η Χ. Π. δασκάλα αφηγείται:

Έχει ξεσπάσει ένταση ανάμεσα στα κορίτσια της έκτης. Αυτό γίνεται ακόμη πιο φανερό όταν καλούνται να βρουν με ποια θα κοιμηθούν στην επικείμενη εκδρομή. Ένα κορίτσι από την παρέα μένει εκτός δωματίων. Παράλληλα στο διάλειμμα κυκλοφορεί μόνο του. Τι είχε συμβεί; Δυο κορίτσια από την ομάδα είχαν τσακωθεί και η πλειοψηφία τάχθηκε με τη μία κοπέλα απομονώνοντας την άλλη. Στα διαλείμματα την προσπερνούσαν και κάθε φορά που τύχαινε να βρεθούν γύριζαν το πρόσωπό τους από την άλλη πλευρά. Παράλληλα, όλο αυτό συνεχιζόταν στα σπίτια τους μέσω facebook, με αναρτήσεις και σχόλια που έκαναν την κατάσταση χειρότερη.

Ο ηλεκτρονικός εκφοβισμός είναι μια μορφή  bullying που δεν θα πρέπει να παραβλέπεται. Οι έφηβοι έχουν ιδιαίτερη σχέση με τα κοινωνικά δίκτυα και τα κακόβουλα σχόλια ή οι επιθετικές και εξευτελιστικές αναρτήσεις από συμμαθητές ενέχουν μια βιαιότητα και μπορούν να προκαλέσουν τραύματα εξίσου επικίνδυνα με αυτά της λεκτικής ή σωματικής βίας.

Ο σχολικός εκφοβισμός είναι ένα θέμα που είναι και θα είναι πάντα επίκαιρο. Ένα ζήτημα που οφείλουμε να δουλέψουμε προκειμένου να εκλείψει. Ένα πείραγμα , ένα κοροϊδευτικό βλέμμα, μια κλωτσιά μπορεί να φαίνονται μικρά στα μάτια μας, ποτέ όμως δεν θα μάθουμε πραγματικά πως αυτό καθρεφτίζεται στις ψυχές των παιδιών που καλούνται να τα υποστούν.

Η Μ. Κ. δασκάλα θεατρικής αγωγής θυμάται:

[..]πριν 2-3 χρόνια παιδιά τρίτης δημοτικού να έχουν κυκλώσει στο διάλειμμα μια συμμαθήτρια τους που ήταν παιδί πολύ χαμηλών τόνων και να την περιγελούν. Δεν υπήρξε σωματική βία αλλά έντονη λεκτική με αποτέλεσμα το κορίτσι ν’ αρνείται να έρχεται στο σχολείο για πολύ καιρό.

Οι ισορροπίες είναι λεπτές και τα όρια δυσδιάκριτα όπως στην περίπτωση του Άλεξ Μεσχισβίλι στη Βέροια όπου όλα ξεκίνησαν με λεκτικό εκφοβισμό για τη διαφορετικότητα του χαρακτήρα του. Αυτές τις μέρες η υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη που εξαφανίστηκε στα Γιάννενα έχει προκαλέσει αίσθηση. Σύμφωνα με μαρτυρίες το αγόρι υπήρξε θύμα bullying. Κανείς δεν ξέρει που βρίσκεται, τι κάνει ή τι σκέφτεται.

Καταλήγω πως σε τέτοιου είδους περιστατικά τη μεγαλύτερη ευθύνη τη φέρει τελικά αυτός που βλέπει αλλά σιωπά, ο συνένοχος θεατής. Μήπως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε απλά να κοιτάμε;

φωτο Γιάννης Νικολόπουλος

φώτο Γιάννης Νικολόπουλος

Ακολουθούν μικρά και σκόρπια που ξεχώρισα από τις περιγραφές εκπαιδευτικών:

“Τον λένε βρομιάρη, βλάκα, κάθονται μακριά, κλείνουν μύτες, γελάνε κι όλα αυτά μπροστά του. Αυτός αντιδρά άλλοτε χαζογελώντας, άλλοτε επιτιθέμενος βρίζοντας τους” Κ.Γ

“Θυμάμαι ένα Κινεζάκι που έχουμε στο σχολείο και τον κορόιδευαν γιατί όταν πρώτο ήρθε δεν ήξερε καθόλου ελληνικά” Γ.Λ

“Ένα παιδί από Αλβανία που ήρθε φέτος στην πέμπτη. Τον δίνουν για όλα, φταίει για τα πάντα και τον αποκαλούν κοριτσάκι” Κ.Γ.

“Στο διάλειμμα, τα παιδιά της έκτης τον κοροϊδεύουν για τα κιλά του, τον φωνάζουν χοντρό και δεν σταματούν ακόμη κι όταν τους λέει ότι ενοχλείται” Χ.Π.

 

 

 

 

 




«5 σπασμένες κάμερες» κι ένα χωριό στην Παλαιστίνη

 

ο Εμαντ Μπουρνάτ και οι 5 σπασμένες καμερές του | φωτό: Kino Lorber, Inc

ο Εμάντ Μπουρνάτ και οι 5 σπασμένες καμερές του | φωτό: Kino Lorber, Inc

Ο Εμάντ Μπουρνάτ είναι ο πρώτος Παλαιστίνιος που είδε την ταινία του να κατεβαίνει υποψήφια για βραβείο Όσκαρ, το 2013. Το βραβείο δεν το κέρδισε τελικά, αλλά οι «5 σπασμένες κάμερές» του έχουν κερδίσει περισσότερα από 30 βραβεία, σε διεθνή φεστιβάλ ντοκιμαντέρ και αλλού. Κι έχουν κερδίσει κι ένα πιο σημαντικό βραβείο: το να στριμώχνονται στις αίθουσες εκατοντάδες θεατές και να κρέμονται από αυτοσχέδιες οθόνες για να δουν εικόνες από την Παλαιστίνη, τραβηγμένες από έναν απλό αγρότη που, σε μια κρίσιμη περίοδο, αισθάνθηκε ότι έπρεπε να καταγράφει όσα συνέβαιναν γύρω του. Αυτό συνέβη και την περασμένη Δευτέρα, 2 Μαρτίου, στην πρώτη (εκτός φεστιβάλ*) προβολή της ταινίας στην Ελλάδα. Οι θεατές ξεχείλιζαν στις θέσεις και στα σκαλοπάτια του θεάτρου «Εμπρός», στου Ψυρρή, ενώ δεκάδες άλλοι κάθονταν στο πάτωμα της σκηνής ή όρθιοι τριγύρω για τα 90 λεπτά της προβολής της και για τη συνέντευξη του Μπουρνάτ που ακολούθησε. Αλληλέγγυοι, συγκινημένοι και ευγνώμονες που κάποιος κατάφερε να μεταφράσει σε εικόνα λίγο από τον πόνο και την αδικία που βιώνει η Παλαιστίνη, και να την φέρει ως την Αθήνα.

η μητέρα του Εμαντ Μπουρνάτ παρακαλεί τον ισραηλινό στρατιώτη να αφεθεί ελεύθερος ο άλλος γιος της, Καλέντ, που μόλις έχει συλληφθεί | φωτό: Kino Lorber, Inc

η μητέρα του Εμάντ Μπουρνάτ παρακαλεί τον ισραηλινό στρατιώτη να αφεθεί ελεύθερος ο άλλος γιος της, Καλέντ, που μόλις έχει συλληφθεί | φωτό: Kino Lorber, Inc

  Οι «5 σπασμένες κάμερες» είναι ένα ντοκιμαντέρ με όσα κατέγραψαν οι ισάριθμες κάμερες του Μπουρνάτ από τον Φεβρουάριο του 2005 μέχρι την άνοιξη του 2010, από τη ζωή του και τη ζωή των συγχωριανών του στο Μπιλαϊν, στη Δυτική Όχθη. Η πρώτη κάμερα αγοράστηκε για να μαγνητοσκοπηθούν στιγμές μετά τη γέννηση του τέταρτου γιού του, του Τζιμπρίλ, αλλά έμελε να αποτυπώσει και την αρχή της εξέγερσης που ξεκίνησε στο χωριό εκείνες τις μέρες, λόγω της επέκτασης του υπό ανοικοδόμηση γειτονικού οικισμού ισραηλινών εποίκων πάνω σε εδάφη που κλάπηκαν από τη γη των παλαιστίνιων χωρικών. Υπό την επίκληση της ασφάλειας των ισραηλινών, στήθηκε εκείνο το διάστημα μια περίφραξη κοντά στα σύνορα του Μπιλαϊν, αποκόπτοντας τους Παλαιστίνιους από τους ελαιώνες και τα χωράφια που καλλιεργούσαν στους γύρω λόφους. Το ίδιο, άλλωστε, συνέβαινε εκείνη την περίοδο σε πολλά σημεία της Δυτικής Όχθης, όπου οι ισραηλινοί οικισμοί απλώνονταν επιθετικά. Έτσι ανάμεσα στις πρώτες λέξες που έμαθε να λέει ο μικρός Τζιμπρίλ ήταν το «τζιντάλ» (το τείχος), κι από τα πρώτα αντικείμενα που έμαθε να ξεχωρίζει στο έδαφος καθώς τον κρατούσαν από το χεράκι και περπατούσε, ήταν τα φυσίγγια που είχαν ξεμείνει από τους πυροβολισμούς με αληθινά πυρά που δέχονταν οι παλαιστίνιοι από τους ισραηλινούς στρατιώτες. Στα έξι χρόνια της καταγεγραμμένης εξέγερσης, στην ταινία αποτυπώνονται οι όλο και συχνότερες έφοδοι του ισραηλινού στρατού στο χωριό, η υποδοχή τους με πετροβολισμούς – ειδικά σε περιόδους έντασης και μετά τη δολοφονία παλαιστινίων-, συλλήψεις ενηλίκων και ανηλίκων παλαιστίνινων, νύχτα στα σπίτια τους ή μέρα στα σημεία των διαδηλώσεων που γίνονταν –και εξακολουθούν να γίνονται- κάθε βδομάδα, κατά της κατασκευής του ισραηλινού τείχους. Υπάρχει μια σκηνή που ένας στρατιώτης χτυπάει νύχτα την πόρτα του Μπουρνάτ και του αναγγέλει ότι κατοικεί σε περιοχή που κυρήχθηκε «κλειστή στρατιωτική ζώνη» και ότι όποιος βρίσκεται μέσα σε αυτή μπορεί να συλληφθεί ανά πάσα στιγμή. Με αυτή τη λογική, σχεδόν όλα τα αγόρια του χωριού έχουν συλληφθεί τουλάχιστον από μία φορά μέχρι σήμερα, μας ενημέρωσε αργότερα ο μεταφραστής της συνέντευης του Μπουρνάτ.

οι φίλοι του Εμαντ Μπουρνάτ, Αντίμπ και Φιλ σε μια διαδήλωση στο Μπιλαϊν| φωτό: Kino Lorber, Inc

οι φίλοι του Εμάντ Μπουρνάτ, Αντίμπ και Φιλ σε μια διαδήλωση στο Μπιλαϊν| φωτό: Kino Lorber, Inc

  Η υπάρξη μιας κάμερας στο χωριό γίνεται επίσης ευκαιρία να καταγραφεί η ζωή των κατοίκων του. Γιορτές, χοροί, το μάζεμα της ελιάς το φθινόπωρο, τα γενέθλια του Τζιμπρίλ κάθε Φεβρουάριο, οι κότες που προτιμούν να ζουν ελεύθερες πάνω σε ένα δέντρο αντί για το κοτέτσι τους, ο Φιλ («ο ελέφαντας») που παίζει με τα παιδιά και πάντα είναι αισιόδοξος «ότι θα βρεθεί μια λύση και όλα θα πάνε καλά», ο Αντίμπ που αγκαλιάζει τον κορμό της ελιάς πριν του την πάρουν. Αλλά και η παρουσία ισραηλινών και ξένων ακτιβιστών, που σκέκονται στο πλευρό των χωρικών του Μπιλαϊν όλα αυτά τα χρόνια, οι πανηγυρισμοί όταν επιτυγχάνονται μικρές νίκες, όπως η δικαστική απόφαση από ισραηλινό δικαστήριο, το 2008 που όριζε ότι μέρος του φράχτη ήταν παράνομο και έπρεπε να κατεδαφιστεί, ή η εκτέλεση αυτής της απόφασης, έστω και με 5 χρόνια καθυστέρηση. Και μετά πάλι αγωνία, οργή και θρήνος για τους εκδικητικούς εμπρησμούς και το αιφνίδιο ξερίζωμα των ελαιώνων του χωριού, συνελεύσεις και αυτοσχέδιοι ακτιβισμοί για να κρατηθεί μέρος της κλεμμένης γης, απειλές από εποίκους στην άλλη πλευρά του φράχτη, τραυματισμοί και κηδείες. Με τον καιρό οι κινητοποιήσεις στο Μπιλαϊν φαίνεται να φέρνουν μικρά αποτελέσματα, κι αυτά αναζωπυρώνουν την ελπίδα. Το 2008, μετά τη δικαστική απόφαση, κι άλλα παλαιστινιακά χωριά που συνορεύουν με το υπό ανέγερση ισραηλινό τείχος ακολουθούν το μοντέλο των τακτικών διαδηλώσεων από τους κατοίκους τους, και πολλές φορές το πληρώνουν με αίμα. Το Μπιλαϊν, διάσημο πλέον, δέχεται επισκέψεις αξιωματούχων και ηγετών των παλαιστινιακών παρατάξεων. Και ο Μπουρνάτ δέχεται συχνότερα προτροπές από τους στρατιώτες να σταματήσει να μαγνητοσκοπεί τη δράση του στρατού σε βάρος των πολιτών και των ακτιβιστών που τους συμπαραστέκονται. Καταγράφει αρκετές από αυτές. Η κάμερά του είναι συχνά στο στόχαστρο. Έτσι χάνει σταδιακά τη μία μετά την άλλη. Κάποια από αυτές έχει ακόμα μέσα της τη σφαίρα που, απ’ ότι καταλαβαίνει, ο ίδιος την γλύτωσε από θαύμα.

 * * *

Στις 20 του περασμένου Φεβρουαρίου, η αντίσταση των κατοίκων του Μπιλαϊν, όπως και ο Τζιμπρίλ, έκλεισαν 10 χρόνια. Χάρη στον αγώνα τους, κάποια κομμάτια γης έχουν επιστραφεί στους χωρικούς του Μπιλαϊν, αλλά το τσιμεντένιο τείχος γύρω τους οριοθετεί το μεγαλύτερο μέρος, που μοιάζει αδύνατο να ξανακερδιθεί. Σήμερα ο Εμάντ Μπουρνάτ εξακολουθεί να τραβάει πλάνα με την έκτη του κάμερα. Έχει χτυπηθεί κι αυτή δυο φορές, αλλά επισκευάστηκε και συνεχίζει να γράφει. Την κρατάει στα χέρια του διαρκώς και στα πλάνα που θα πάρει πίσω στο Μπιλαϊν, θα είναι και η ζεστή υποδοχή που του επιφύλαξε το ελληνικό κοινό στην Αθήνα, τα Τρίκαλα και τα Χανιά στις προβολές που συνδιοργανώθηκαν αυτή τη βδομάδα από την Πρωτοβουλία «Ένα Καράβι για τη Γάζα» και την Παλαιστινιακή Κοινότητα Ελλάδας. Μια τελευταία προβολή έχει προγραμματιστεί για αύριο, Παρασκευή, στις 19.30, στο Nosotros (Θεμιστοκλέους 66) στα Εξάρχεια. Περισσότερες προβολές στην Ελλάδα αναμένεται να διοργανωθούν προσεχώς. Με την ευκαιρία της πρώτης προβολής της ταινίας, προαναγγέλθηκε ένα ακόμη ταξίδι της Πρωτοβουλίας «Ένα Καράβι για τη Γάζα», το 2015, για το οποίο προετοιμάζεται ένας μικρός στόλος. Νεότερες σχετικές ανακοινώσεις θα γίνουν τους επόμενους μήνες, όπως διεκρινίστηκε από το μέλος του συντονιστικού οργάνου της Πρωτοβουλίας, Βαγγέλη Πισσία.

 

* Διόρθωση: Όπως μας επισήμανε ένας σχολιαστής, η ταινία είχε προβληθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης τον Μάρτιο του 2012.

 

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας:




Εμείς πρέπει να κοιτάμε κάτω

3

 

Ο Ουαλίντ είναι από την Αίγυπτο. Έχουμε την ίδια ηλικία πάνω κάτω. Εργαζόταν στη Σαλαμίνα κάνα χρόνο. Όταν πήγε να ζητήσει τα λεφτά που του χρωστούσαν, τον χτύπησαν και τον έβρισαν και τον εξευτέλισαν. Για ώρες. Τον έδεσαν και τον βασάνιζαν. Για ώρες. Ο ιδιοκτήτης του φούρνου, ο γιος του, ένας άλλος μετανάστης από την Αλβανία και ένας φίλος της οικογένειας.

(Στα Αμπελάκια είχαμε αφήσει τον Ουαλίντ μόνο)

Από τότε προσπαθεί να φέρει τη ζωή του στα ίσια της. Προσπαθεί να επανέλθει σωματικά μπας και βρει κανά μεροκάματο. «Όταν κοιτάζω πάνω, κάτι το μάτι μου και μετά όλα μαύρα» θυμάμαι να λέει. Από κείνη την καταραμένη μέρα προσπαθεί να τελειώσει με τις δίκες. Προσπαθεί να αποδοθεί η δικαιοσύνη. Η δική του έχει πάρει τέσσερις αναβολές. Τέσσερις.

(Συνεχίσαμε να τον αφήνουμε μόνο)

Ο φούρναρης κυκλοφορεί στους δρόμους της Σαλαμίνας και απειλεί τον Ουαλίντ όπου τον βλέπει. Του κάνει νοήματα, του φωνάζει πως θα τον σκοτώσει. Ο νταής, ο φασίστας που ακόμα και στο δικαστήριο έχει το θράσος να πουλάει μαγκιά.

(Έπρεπε να ήμασταν όλοι εκεί, όλες εκείνες τις φορές)

Την πρώτη φορά που γνώρισα τον Ουαλίντ ήθελα να του ζητήσω συγνώμη. Ήθελα να πέσω στα πόδια του και να του ζητήσω συγνώμη. Συγνώμη που υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, συγνώμη που σε αφήσαμε μόνο σου ως τώρα. Ο Ουαλίντ δε σε κοιτάει εύκολα στα μάτια, συνήθως κοιτάει κάτω. Εμείς πρέπει να κοιτάμε κάτω, σκέφτομαι κάθε φορά που το παρατηρώ.

***

Και αυτό κάπου εδώ σταματάει. Ο Ουαλίντ δεν πρέπει και δε θα είναι μόνος πια. Ο Ουαλίντ έχει εμάς, πρέπει να έχει εμάς. Την Τρίτη 10 Μαρτίου στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιά ο Ουαλίντ πρέπει να έχει όλους εμάς.

 

*η ιστορία του Ουαλίντ εδώ




η λεπτή γραμμή

 

του χρεωμένου ανθρώπου

Καμιά φορά είναι οριακή η θέση του ανθρώπου που χρωστάει. Η διαρκής απειλή ενός χρέους μπορεί να σε οδηγήσει σ’ ένα μόνιμο άγχος, μπορεί να σε αφήσει ημίτρελο να τρέμεις τον ήχο του τηλεφώνου και να μην ανοίγεις τους φακέλους που φτάνουν στην εξώπορτα. Αλλά μπορεί να σε οδηγήσει και σε μια αλλόκοτη ευφορία. Από ένα σημείο και μετά, η συνεχιζόμενη απειλή μοιάζει να μη σε απασχολεί πραγματικά. Την ξεπερνάς. Είτε υπάρχει είτε δεν υπάρχει, είναι για σένα το ίδιο. Ας γίνει ό,τι θέλει λες και προχωράς στην ηλιόλουστη πόλη.

της πλάτης που θα βάλουμε.

Είναι οριακό να λες πληρώστε τις υπόλοιπες δόσεις, τον τάδε φόρο, να ζητάς να βάλει δηλαδή ο κόσμος πλάτη, αφού μοιάζει να ξεχνάς ότι ο ίδιος κόσμος δεν πλήρωνε πριν επειδή πολύ απλά δεν είχε. Και συνεχίζει να μην έχει. Τα περί εθνικής προσπάθειας είναι προβληματικά εξορισμού. Ποιά εθνική προσπάθεια; Ποιοι αποτελούν αυτό το εθνική και τι προσπαθούν να σώσουν; Εξάλλου, ο κόσμος, αυτός που έχει και δεν έχει, πρέπει πρώτα να δει τι συμβαίνει, να καταλάβει προς τα πού πάει το πράγμα και μετά να αποφασίσει να συμβάλλει σε μια προσπάθεια.

IMG_1585-001

της «πολιτικής ευθύνης»

(το παρακάτω γραμμένο δυο μέρες πριν)

Είναι κάπως οριακό να έχεις νεκρούς στην Αμυγδαλέζα και απλά να τους αναφέρεις, προσθέτοντας ότι «όπως και να το κάνουμε» η ευθύνη ανήκει στο ΣΥΡΙΖΑ πια. Αυτό το «όπως και να το κάνουμε» μοιάζει να θέλει να απαλύνει κάπως το βάρος του θανάτου. Σα να λέει κάποιος «εντάξει, είναι νέα κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν πρόλαβε, προχθές συνεδρίασε πρώτη φορά η βουλή, είναι και η διαπραγμάτευση μπλα μπλα μπλα». Δεν υπάρχει δικαιολογία και δεν υπάρχει τρόπος και φράση που θα απαλύνει το γεγονός του θανάτου (αλλά και το γεγονός ότι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι ακόμη ανοιχτά). Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κυβέρνηση και οι μετανάστες πεθαίνουν στην Αμυγδαλέζα. Μου εξηγούσε ένας φίλος τις προάλλες ότι δεν είναι και τόσο εύκολο να κλείσουν ή να μετατρέψουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σε ανοιχτές δομές φιλοξενίας. Γραφειοκρατία και θεσμικές παρεμβάσεις, λέει. Τα κονδύλια έχουν παρθεί από την Ευρώπη για να χρηματοδοτηθούν δομές επαναπροώθησης (κλειστά κέντρα), τώρα θα πρέπει να γίνει η σωστή νομοθετική ρύθμιση και συμφωνία για να εξακολουθούν να απορροφώνται κονδύλια για άλλες δομές. Τα ακούω όλα, τα καταλαβαίνω όλα και φυσικά δεν μου λένε τίποτα. Το συγκεκριμένο θέμα δεν επιδέχεται υπομονή, ψυχραιμία, προσεκτικές κινήσεις. Ούτε βέβαια θα είναι λύση να γίνει η Αμυγδαλέζα ανοιχτό κέντρο φιλοξενίας. Υπενθυμίζω ότι πρόκειται για μια φυλακή αποτελούμενη από κελιά κοντέινερ. Το θέμα δεν θέλει συζήτηση και διαβούλευση, θέλει λύση. Όποιος διαμαρτύρεται ότι είμαι αυστηρός στο συγκεκριμένο θέμα, χρειάζεται χρόνος, απαντώ ότι χρόνος υπήρχε από τις Ευρωεκλογές και μετά όταν ο ΣΥΡΙΖΑ αντιλήφθηκε ότι κάποια στιγμή προσεχώς θα γινόταν κυβέρνηση. Χρόνος υπήρχε τότε, τώρα όχι.

(ελάχιστον update)

Μετά και την αυτοκτονία της Παρασκευής μπορούμε να πούμε ότι ό,τι κι αν κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη κι αν αύριο κλείσει όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, θα είναι αργά και κατόπιν εορτής. Αυτό είναι συμπέρασμα μάλλον βασισμένο στο θυμικό, αλλά είναι ένα συμπέρασμα στο οποίο φτάνεις έτσι κι αλλιώς. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε το ηθικό πλεονέκτημα («τα λέγαμε από πάντα, παλεύαμε για αυτά, τώρα τα κάναμε κιόλας»), αφού όντως επί διακυβέρνησής του είχαμε τρεις ακόμη νεκρούς μετανάστες (και ποιος ξέρει αν αυτό είναι το αληθινό νούμερο). Και είχαμε αυτούς τους νεκρούς γιατί δεν προσπάθησε να κοιτάξει τι θα κάνει με το πρόβλημα απ’ την πρώτη μέρα (γιατροί, ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι μέσα – επίσημη ενημέρωση των μεταναστών και του κινήματος), μέχρι να το αντιμετωπίσει οριστικά (ακόμη δηλαδή κι αν δεχτούμε το επιχείρημα της γραφειοκρατίας).

Η στάση αυτή του ΣΥΡΙΖΑ είναι, τηρουμένων των αναλογιών, κοντινή με αυτή του κινήματος. Έχει σχολιαστεί ποικιλοτρόπως η στάση του μεγαλύτερου κομματιού της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο μεταναστευτικό και κυρίως απέναντι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Θα πρέπει να σχολιαστεί και η στάση του κινήματος, η οποία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δυσκολεύεται να κάνει μαζικές πορείες, να προχωρήσει σε δράσεις και να τοποθετήσει γενικά το θέμα σε μια προτεραιότητα. Την Παρασκευή το βράδυ κι ενώ η (κάπως μπερδεμένη) είδηση που κυκλοφορεί είναι «αυτοκτόνησε 23χρονος, ζητούσε 4 μέρες γιατρό – οι μετανάστες εξεγείρονται», η απάντηση του κινήματος είναι μηδενική. Μηδέν. Ούτε πορεία, ούτε διαδήλωση, ούτε στην Αμυγδαλέζα, ούτε στο κέντρο, ούτε πουθενά. Έξω από την Αμυγδαλέζα, υπάρχει ερημιά, κυκλοφορούν ασφαλίτικα και κλούβες που μπαινιβγαίνουν στην κεντρική είσοδο. Το Σάββατο μετά από ένα κάλεσμα που βγαίνει, βρίσκονται στην Αμυγδαλέζα ελάχιστα άτομα.

Πόσο σημαντικά λοιπόν είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Πόση αξία έχουν οι φυλακισμένοι (και βασανισμένοι) μετανάστες; Η ζωή έχει την απάντηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ αδράνησε και θεώρησε ότι υπάρχει χρόνος, προκειμένου να λυθούν τα γραφειοκρατικά κωλύματα. Το κίνημα θεώρησε ότι δεν υπάρχει καθόλου χρόνος για να βγει στο δρόμο, να συγκρουστεί ή να διαδηλώσει ειρηνικά, το οτιδήποτε.

Θεωρώ ότι τα χρόνια αυτά, από το 2009 και μετά, η ελληνική κοινωνία έχει υποστεί μια ανυπολόγιστη καταστροφή, τα αποτελέσματα της οποία ακόμη δεν μπορούμε να συλλάβουμε. Πέρα απ’ τα πρακτικά, της φτωχοποίησης στρωμάτων της κοινωνίας, υπάρχει και το γεγονός ότι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης υπήρξαν (και υπάρχουν μέχρι νεωτέρας) στην Ελλάδα και δεν συνάντησαν κάποια ιδιαίτερη αντίσταση.

Επειδή λοιπόν οι άκλαυτοι και ανώνυμοι νεκροί στοιχειώνουν, η δική μας στάση απέναντι στους μετανάστες θα μας ακολουθεί και θα μας βαραίνει για πάντα. Όσο για τους ίδιους τους μετανάστες, νομίζω θα μας θυμούνται κι αυτοί.

της σύγκρισης

Είναι εντελώς άστοχη η σύγκριση του συλλαλητηρίου της περασμένης Τετάρτης με τη διαδήλωση του Φεβρουαρίου του 2012. Ο Φεβρουάριος του ’12 είχε έντονα συγκρουσιακά στοιχεία, που διέτρεχαν οριζόντια σχεδόν το σύνολο των διαδηλωτών. Το αντιμπατσικό συναίσθημα είχε βαρέσει κόκκινο και το πλήθος δεν έλεγε να αποδεχτεί την (επιχειρησιακή του και μόνο) ήττα. Υπήρχε το πάθος των ανθρώπων που ξέρουν ότι στριμώχτηκαν, είναι σίγουροι για το τι νιώθουν και θα σκάσουν αν δεν εκφράσουν το μίσος τους για μια συνθήκη. Η Τετάρτη είχε κυρίως αμηχανία. Δεν είχε επιθετικά χαρακτηριστικά και το πλήθος ζητούσε κάτι θολό αλλά συγκεκριμένο. Μια καλή διαπραγμάτευση, κάτι που δηλαδή σηκώνει πολλή συζήτηση, γιατί είναι εντελώς πρακτικό και άμεσο. Ο κόσμος έμοιαζε να τηρεί μια στάση αναμονής. Τι περίμενε όμως;

δεν είναι σχόλιο αντισυριζαϊκής χροιάς, αλλά μάλλον υπενθύμιση της κοινής μας καπιταλιστικής μοίρας.

δεν είναι καθόλου σχόλιο αντισυριζαϊκής χροιάς, αλλά υπενθύμιση της κοινής μας καπιταλιστικής μοίρας.

της επίκλησης στην πατρίδα.

Περνώντας για ελάχιστο χρόνο από το Σύνταγμα την Τετάρτη, μπορώ να σημειώσω το εξής. Φυσικά και είναι άξια στήριξης μια διαπραγμάτευση που οδηγείς στο τέλος (ή έστω και τον σημαντικό περιορισμό) της λιτότητας. Φυσικά και είναι άξια στήριξης μια προσπάθεια των ευρωπαϊκών κοινωνιών να αλλάξει η πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη, στο (ακόμη και το περιορισμένο) πλαίσιο που αφήνουν οι θεσμοί. Αλλά φυσικά και είναι επικίνδυνη η όξυνση μιας ρητορικής που επικαλείται την μικρή Ελλάδα απέναντι στην ισχυρή Γερμανία. Άλλο γερμανικό κεφάλαιο και γερμανική ελίτ, άλλο Γερμανός εργάτης, νομίζω ότι αυτό είναι κάτι παραπάνω από κατανοητό. Επίσης άλλο Έλληνες εφοπλιστές, άλλο επισφαλείς Έλληνες εργαζόμενοι και άνεργοι. Η μάχη δεν βρίσκεται στο πεδίο Ελλάδα Γερμανία. Οπότε η συσπείρωση γύρω απ’ την έννοια «Ελλάδα που αντιστέκεται», είναι προβληματική, σηκώνει πολλή συζήτηση και μπορεί να οδηγήσει σε ένα πολύ επικίνδυνο κοντινό μέλλον, δεδομένης της κοινωνικής κατάστασης στη χώρα. Όταν στην κοινωνία υπάρχει ζωντανό τόσο δυνατό ακροδεξιό και φασιστικό ρεύμα, οφείλεις να είσαι προσεκτικός με τις έννοιες και τις αξίες που επικαλείσαι. Γιατί υπάρχει και ένα δύστροπο αύριο που δεν ξέρει τι ξημερώνει και άλλωστε, για να είμαστε ειλικρινείς, υπάρχει και το ενδεχόμενο της αποτυχίας του ΣΥΡΙΖΑ (χωρίς δική του ευθύνη λέω εγώ) στο εξωτερικό.

Αν, τότε, αυτό που έχει δημιουργηθεί στο εσωτερικό είναι μια όξυνση του πατριωτικού αισθήματος και μια εθνική ανάταση, πού θα πάνε τα πράγματα;

της κριτικής για τη μη ρήξη.

Η κριτική είναι κάτι θετικό, χρήσιμο και απαραίτητο. Μου κάνει εντύπωση όμως ότι πολλοί άνθρωποι που κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ για κωλοτούμπες, έλλειψη συγκρουσιακής διάθεσης και θέλησης για ρήξη κλπ είναι κυρίως άνθρωποι που λένε ό,τι λένε από την απόσταση κάποιας είδους ασφάλειας. Άνθρωποι δηλαδή που έχουν και είχαν όλων των ειδών τις καβάτζες οργίζονται για τη μη ρήξη. Άνθρωποι που δεν τους έχει δει ο δρόμος τρία χρόνια τώρα. Άνθρωποι που όταν πρόκειται για τον εργοδότη τους, το μόνο «συγκρουσιακό» που γνωρίζουν είναι να τον σχολιάζουν στο facebook. Σήμερα βλέπουμε στα κάγκελα ανθρώπους που έκαναν και εξακολουθούν να κάνουν τις πιο συμβατικές επιλογές.

Καταλαβαίνω κάποιους αναρχικούς ή αριστερούς που έφαγαν τα ποδάρια τους (και τα κεφάλια τους) ρισκάροντας σε όλα τα πεδία τα τελευταία χρόνια, να εκνευρίζονται, να κριτικάρουν έντονα, να γίνονται σκληροί και αυστηροί. Αλλά υπάρχει και μια μερίδα που έζησε και ζει μακριά από το ενδεχόμενο της προσωπικής εξαθλίωσης και η οποία τώρα μιλάει σαν να μπορούσε ποτέ η ανατροπή και η ρήξη να ανατεθεί σε μια οποιαδήποτε κυβέρνηση. Δεν υπάρχει εξουσιοδότηση για να το κάνει άλλος για σένα. Πόσο μάλλον όταν ο άλλος είναι εντέλει το ίδιο το Κράτος. Όποιος δηλαδή θέλει ρήξη την προετοιμάζει στο μοναδικό πεδίο που υπάρχει, στο δρόμο και τους χώρους εργασίας. Άλλωστε δε νομίζω ότι περίμενε κανείς από το ΣΥΡΙΖΑ να κοινωνικοποιήσει τα μέσα παραγωγής. Βέβαια υπάρχουν κάποιες δηλώσεις και εξαγγελίες που προοικονομούσαν μια πιο σκληρή στάση, απ’ αυτή που ίσως κρατήσει στη συνέχεια. Αυτό όμως αυτό μένει να αποδειχτεί. Και βέβαια ύστερα να κριθεί, αλλά όχι λες και ο Τσίπρας θα μπορούσε να είναι ο ηγέτης που θα κατατρόπωνε μόνος του την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα κριθεί με βάση το πλαίσιο στο οποίο παίζει στ’ αλήθεια ο ΣΥΡΙΖΑ. Άλλωστε η υστερία δεν προσφέρει τίποτα. Και συγνώμη για τη χρήση της βαθιά συντηρητικής λέξης, αλλά πως αλλιώς να χαρακτηρίσω μια κριτική που τρελαίνεται και αναθεματίζει με βάση την κάθε παραμικρή διαρροή και το κάθε άρθρο στην άι-εφημεριδα. Είναι η υστερία των ανθρώπων που βιάζονται και λυσσάνε να πουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το νέο πασόκ, το νέο πρόσωπο του πιο σκληρού καπιταλισμού, η νέα βιτρίνα ενός αδιέξοδου πατριωτισμού. Ας μη βιαζόμαστε. Δε χρειάζεται να αποδείξουμε σε πέντε μέρες ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι οι πύλες της κόλασης ή η γη της επαγγελίας. Ξέρουμε τουλάχιστον πως στο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονται άνθρωποι που τα πρόσωπά τους τα ξέρουμε, όχι όπως συνήθως από την εχθρική οθόνη στο σαλόνι, αλλά από το δρόμο. Και ξέρουμε πως το πλαίσιο στο οποίο έχει επιλέξει ο ΣΥΡΙΖΑ να δώσει τη μάχη είναι ασφυκτικό (από όλες τις πλευρές και με όλες τις ερμηνείες).

Η ουσιαστική μάχη, όμως, συνεχίζεται, όπου συνεχιζόταν πάντα.

της συμφωνίας για τα υπόλοιπα «παράπλευρα ζητήματα»

Δεν πολυσυζητιέται η είδηση ότι στην προηγούμενη σύνοδο κορυφής συζητήθηκαν θέματα «τρομοκρατίας» και μάλιστα σε καλό κλίμα. Διαβάζουμε ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφωνούν στο να προχωρήσουν σε  τρεις δράσεις: «Την πρόληψη της ριζοσπαστικοποίησης, τον τρομοκρατικό έλεγχο και τη διεθνή συνεργασία». Διαβάζουμε για το ξεπάγωμα της ιδέας για δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μητρώου δεδομένων των επιβατών αεροσκαφών και για ανάπτυξη τεχνολογίας για την παρακολούθηση των κοινωνικών δικτύων ώστε να συλλαμβάνονται οι τζιχαντιστές.

Μετά τις ειδήσεις για την ανάπτυξη στρατού σε Γαλλία και Βέλγιο μετά την πρόσφατη επίθεση και τις δολοφονίες στο Charlie Hebdo, διαβάζουμε για διάφορα ασαφή και γενικόλογα σχέδια για τη συνεργασία στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Να λοιπόν κάτι ακόμη που θα έπρεπε να μας απασχολεί. Ποιος και πώς σχεδιάζει την επόμενη μέρα της (ας την πούμε) ευρωπαϊκής 11ης Σεπτεμβρίου; Μήπως θα έπρεπε να ανησυχούμε ήδη;

το αχνό στενσιλ λέει: "Ο Μ.Ν. συμμετείχε στην απεργία μεταναστών εργατών γης στην Σκάλα Λακωνίας χωρίς καμιά καβάτζα για τη συλλογική ανατίμηση όλων μας. Είναι ο ανθός της ελληνικής κοινωνίας".

το αχνό στενσιλ λέει: “Ο Μ.Ν. συμμετείχε στην απεργία μεταναστών εργατών γης στην Σκάλα Λακωνίας χωρίς καμιά καβάτζα για τη συλλογική ανατίμηση όλων μας. Είναι ο ανθός της ελληνικής κοινωνίας”.




μικρά μετεκλογικά

 

12

 

σαν αγκυροβολημένο φορτηγό – Γιώργος Δομιανός

πέντε χρόνια είναι σχεδόν χίλιες οκτακόσιες μέρες. και αυτές τις τελευταίες χίλιες οκτακόσιες μέρες ζήσαμε μια ταινία πικρού μήκους που άφησε σαν αποτύπωμα και στα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου μας την εμπειρία, του να ξυπνάς με ένα βουνό στο στήθος και να μην είναι από έρωτα. έτσι έγινε. ώρα με την ώρα. δελτίο ειδήσεων με δελτίο ειδήσεων. δακρυγόνο με δακρυγόνο. εξευτελισμό με εξευτελισμό.

τη δευτέρα η Μαριάννα μου έστειλε μήνυμα “δε νιώθεις λίγο ελαφρύς σήμερα; λίγο;” της απάντησα μια μαλακία γιατί ντρεπόμουν να της πω, πως νομίζω ότι ζω ένα όνειρο (είμαι γνωστό 15χρονο σε ποσότητες ενθουσιασμού). αλλά μετά από λίγο, όταν είδα τον πρώτο πρωθυπουργό της ιστορίας που είναι μικρότερος από εμένα, να φτάνει στην Καισαριανή, ακριβώς την στιγμή που ακούμπησε τα τέσσερα τριαντάφυλλα πάνω στο μνημείο, γύρισα στο στήθος μου και είδα πως το βουνό έλειπε.

 

10

9 

killjoy*Αγγελική Μπούμπουκα

Σύμφωνα με τουλάχιστον μία θεωρία, οι άνθρωποι πιστεύουμε πάντα αυτό που ήδη έχουμε αποφασίσει να πιστέψουμε, η αντίληψή μας για την πραγματικότητα είναι προκαθορισμένη από αυτά που θέλουμε να δούμε. Δεν μπορώ να φέρω σοβαρές αντιρρήσεις, το βλέπω να συμβαίνει όλο και πιο έντονα στους ανθρώπους τριγύρω μου, ιδίως σε περιβάλλοντα κοινωνικής δικτύωσης. Και βέβαια το είδα να θριαμβεύει μετεκλογικά σε Facebook και Twitter.

Αλλά αυτή τη φορά δεν είδα μόνο αυτό. Το επισήμαναν κι άλλοι διαδικτυακοί μου φίλοι, και μου συνέβη κι εμένα: αυτή τη φορά είδαμε να συμβαίνουν πράγματα που υπερέβαιναν την καλή εκδοχή της επόμενης μέρας στην οποία ελπίζαμε. Ήταν σαν να χάθηκε ξαφνικά ένα πέπλο ζόφου που απλωνόταν τα τελευταία χρόνια πάνω από τις ζωές μας. Ξεχυνόταν από τα κυρίαρχα ΜΜΕ και από τα παρεμφερή διαδικτυακά παρακλάδια της εξουσίας και δηλητηρίαζε τα πάντα. Το είπε κι ο Oldboy και συμφωνώ απόλυτα, πώς ακόμη κι όσοι αντισταθήκαμε στο παραμύθι που μας σέρβιραν, τελικά το τρώγαμε τόσο καιρό.

Η 25η Ιανουαρίου 2015 ήταν η μέρα που ξανάνοιξα τηλεόραση για να δω ενημερωτικές εκπομπές μετά από χρόνια. Είμαι δημοσιογράφος, κάποτε τις έβλεπα με τις ώρες γιατί οι ειδήσεις ήταν και είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου, για κάποια περίοδο έγραφα και ρεπορτάζ γι’αυτές, παλιότερα είχα δουλέψει κιόλας για κάποιες από αυτές. Αλλά τα τελευταία χρόνια ακόμη και το πιο φευγαλέο ζάπινγκ σε αυτή τη χυδαιότητα μου έφερνε ναυτία.

Χρειάστηκαν λίγες ώρες χωρίς τη δόση από το δηλητήριο, καθώς και η εικόνα ανθρώπων που αναλαμβάνουν την εξουσία με αμηχανία και συστολή υπό το αποδοκιμαστικό βλέμμα των δεινοσαύρων της πολιτικής και της προπαγάνδας αυτής της χώρας, για να νιώσω ξανά ειλικρινή χαρά για κάτι που έχει σχέση με το μέλλον.

Και καθώς αυτή τη χαρά, όπως είδα, την μοιράστηκαν κι άλλοι γύρω μου εξίσου ειλικρινά, μου ήρθε στο νου μια μέρα μετά από μια εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, που μαζί με αδέρφια, ξαδέρφια και γειτονόπουλα, παίζαμε τους μεγάλους, διοργανώνοντας εκλογές. Είχαμε ετοιμάσει χαρτάκια με τα ονόματα των κομμάτων και αναποδογυρίσαμε μια πλίθα για να χρησιμεύσει ως κάλπη. Δώσαμε στους πιο μικρούς και υποχωρητικούς να ψηφίζουν τα χαμένα κόμματα και μετά εμείς οι νικητές κάναμε πως πανηγυρίζαμε φωνάζοντας «ΠΑΣΟΚ ΠΑΣΟΚ»  γιατί μας είχε ψηφίσει ο λαός. Αλλά τελικά στο πανηγύρι μπήκαν και οι ψηφοφόροι της αντιπολίτευσης φωνάζοντας το ίδιο σύνθημα. Δεν νομίζω ότι ήθελαν απλώς να είναι με τους νικητές. Μάλλον ήθελαν να είναι με τους χαρούμενους.

Μπορεί βέβαια, και να είναι απλώς αυτό που θέλω να πιστεύω. Αλλά η χαρά ήταν και παραμένει σπουδαίο συναίσθημα ακόμα και μετά από 30 χρόνια, ακόμη κι αν δεν έχεις ούτε μια πλίθα δικιά σου για να χοροπηδήσεις γύρω της.

*ο τίτλος είναι δανεισμένος από αυτό το τουίτ της @IrateGreek

 

6

2

 

ένα ουφΜαριάννα Ρουμελιώτη

Πριν περίπου ένα χρόνο η φίλη μου η Hannah μου έστειλε ένα mail που μου έλεγε ότι μετακόμιζε. Μου έγραφε πως ήταν σε μια διαδικασία αλλαγής της ζωής της. Όταν τέλειωσα να διαβάζω το mail της έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια μου. Δεν υπήρχε κάτι το ιδιαίτερα συγκινητικό, όμως έβλεπα κάτι στον καθρέφτη που είχε σηκώσει η Hannah. Έβλεπα πως όλοι οι δικοί μου, φίλοι, γνωστοί και οικογένεια που ζούσαμε εδώ, είχαμε σταματήσει να μπορούμε να σχεδιάσουμε. Να σχεδιάσουμε το οτιδήποτε. Να μετακομίσουμε για άλλους λόγους πέρα από το να βρούμε κάτι πιο μικρό-κάτι πιο φτηνό, να αλλάξουμε δουλειά για να πάμε κάπου που να γουστάρουμε πιο πολύ, να κανονίσουμε ένα ταξίδι (εντός ή εκτός), ή έστω να πάμε να φάμε έξω ένα βράδυ χωρίς να το υπολογίσουμε τόσο αναλυτικά. Είχαμε σταματήσει να σχεδιάζουμε για τα απλά και τα ασήμαντα, μέχρι τα πιο σημαντικά. Οι λόγοι ήταν κυρίως οικονομικοί. Αλλά έλειπε και κάτι άλλο. Πόση διάθεση να έχεις όταν ξέρεις πως όσο εσύ σχεδιάζεις κάποιοι βασανίζονται στα ΑΤ γιατί είναι Αφγανοί, κάποιοι πεθαίνουν με τα παιδιά τους αγκαλιά σε κάποια θάλασσα, κάποιοι δένονται και βασανίζονται για 48 ώρες σε στύλους, κάποιοι δεν έχουν δουλειά, φάρμακα, ρεύμα, πετρέλαιο. Τα τελευταία τρία χρόνια η κανονικότητα μας είναι φτώχεια, θάνατος, ρατσισμός, βασανισμοί, καταστολή και αδικία.

Την Κυριακή το βράδυ δεν βρήκαμε δουλειά, ούτε μας άφησαν λεφτά στην πόρτα, ούτε άνοιξαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ούτε σταμάτησαν οι μπάτσοι να είναι μπάτσοι, ούτε οι μετανάστες σταμάτησαν να πνίγονται στο Αιγαίο, ούτε τσακίσαμε το φασισμό , ούτε γύρισαν αυτόματα πίσω τα αυτονόητα.

Την Κυριακή το βράδυ όμως, ακούστηκε ένα ουφ.

Και την ίδια στιγμή έτρεξαν όλοι να αποδείξουν πόσο πλασματικό ήταν αυτό το ουφ. Έτρεξαν να σε βγάλουν κουτό, ανίδεο, ανιστόρητο, βολεμένο, να πουν πως όλοι είναι ίδιοι, ξεχνώντας πως και αυτοί είχαν ανάγκη από ένα ουφ. Όλοι έχουν ανάγκη από ένα ουφ.

Και μερικές φορές το ουφ ίσως να είναι όντως πλασματικό. Αλλά χρειάζεται έστω κι έτσι, για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε να δίνουμε τους ίδιους αγώνες. Όλα εδώ κρίνονται, όλοι εδώ θα κριθούν.

Δε ξέρω πόσο αληθινό και πόσο θα διαρκέσει αυτό το ουφ, αλλά πες μου αλήθεια, δεν νιώθεις λίγο καλύτερα;

 

11

7

 

ΜετεκλολογώνταςΖαΐρα Κωνσταντοπούλου

Τις τελευταίες ημέρες μετά τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου τα δημοσιεύματα, οι ανακοινώσεις και οι κουβέντες είναι τόσες πολλές που η πληροφορία έχει μετατραπεί σε ινφο-βαβούρα. Αισιόδοξοι, απαισιόδοξοι, δεξιοί, αριστεροί, ευρωπαϊστές, προλετάριοι, συντηρητικοί, φασίστες, κομμουνιστές, όλοι έχουν βγει στην αρένα και σχολιάζουν έτοιμοι να σηκώσουν τον αντίχειρα τους ψηλά ή να τον κατεβάσουν εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια τους για τη νέα αριστερή κυβέρνηση.

Ναι, όντως αποτελεί γεγονός, είναι η πρώτη φορά που έχουμε αριστερή κυβέρνηση, αλλά ας μην ξαναμπούμε στη συγκριτική με το ΠΑΣΟΚ του 1981. Πρώτον, γιατί ορισμένοι από εμάς δεν έχουμε μια ολοκληρωμένη άποψη να παραθέσουμε και κατά δεύτερον, γιατί υπάρχουν σχολιαστές, κοινωνιολόγοι και οικονομολόγοι που το εν λόγω θέμα μπορούν να το αναπτύξουν καλύτερα.

Δεν αμφιβάλλω όμως, το επικοινωνιακό τέχνασμα με το τσιτάτο  “Η Ελπίδα έρχεται” με έκανε πολλές φορές να γελάσω, αλλά κατά κύριο λόγο με έκανε να τρομάξω. Αρχικά, γιατί μου φάνηκε εύκολο και βολικό από την αντιπολίτευση να “πουλήσει” το θέαμα της ελπίδας, όχι ως ένα σύνολο εικόνων αλλά ως μια κοινωνική σχέση ατόμων όπου η θεώρηση του κόσμου έχει αντικειμενικοποιηθεί, κι αυτή είναι η ελπίδα, η μόνη ελπίδα, δηλαδή ο Σύριζα. Καθώς επίσης, η ιδέα της ελπίδας μου γέννησε το αίσθημα του φόβου, κι αυτό γιατί αν δεν έρθει η ελπίδα, θα έρθει η απελπισία. Λόγος αντιθετικός, ωστόσο πολλές φορές τυχαίνει να είναι και συμπληρωματικός.

Σε μια προσπάθεια να παρατηρηθεί η εικόνα ως όλον, καταλήγουμε στο ότι για πρώτη φορά έχουμε μια αριστερή κυβέρνηση. Από την άλλη, η αντιπολίτευση αποτελεί το 35% (νέα δημοκρατία 27,81%) έχοντας αναγκάσει ένα μεγάλο μέρος του κόσμου να “τσιμπήσει το δόλωμα των δύο άκρων”, ενώ η χρυσή αυγή εκλέχθηκε τρίτο κόμμα με ποσοστό 6,28% και σχεδόν 388.000 ψηφοφόρους.

Συμπερασματικά, ακόμα κι αν φαίνεται ότι η κοινωνία μας είναι συντηρητική και έχει αποδεχτεί εν μέρει τον ρατσισμό και τον φασισμό, καμία ψήφος δεν αλλάζει τα ποσοστά παρά μόνο η ίδια η κοινωνία. Άλλωστε δεν υπάρχει κάτι πέρα από εμάς, μια αντικειμενική δηλαδή πραγματικότητα προς ανακάλυψη, αλλά υπάρχει κάτι με εμάς προς ερμηνεία. Ας ρισκάρουμε.

 

5

3

 

δυσκολίες, διπολισμοί, κριτικέςτο βυτίο

Ως συνήθως για άλλα θες να μιλήσεις και αλλού πέφτει το μάτι σου. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ μέσα σ’ όλα τα υπόλοιπα, τα εντελώς σοβαρά και πολιτικά, μας (ξανα)δείχνει και κάτι απλό και χιλιοπαρατηρημένο. Η οπτική μας (και κατ’ επέκταση, η κρίση μας) φλερτάρει ασύστολα με κάτι που θα μπορούσε να περιγραφεί ως υστερία. Είτε ο Σύριζα είναι ήδη άλλο ένα συστημικό σκουπίδι που σε κάθε βήμα του αποδεικνύει τη σαπίλα του. Είτε ο Σύριζα μας οδηγεί με ασφάλεια στον δρόμο προς την απόλυτη ευτυχία. Ο δημόσιος διάλογος είναι ένα τεράστιο τηλεοπτικό πάνελ.

Πρώτα απ’ όλα όμως, ας δούμε τι έχουμε μπροστά μας. Ο Σύριζα (μαζί με τους Ανελ), εξορισμού δύσκολα μπορεί να είναι μια ριζοσπαστική δύναμη που θα μετακινήσει το όλο σύστημα αριστερά. Οι πραγματικές δυσκολίες δεν έχουν να κάνουν μόνο με την συμβίωση με τον συντηρητισμό (και την ομοφοβία και τον ρατσισμό και τον αντισημιτισμό και πάει λέγοντας) των Ανελ. Οι δυσκολίες βρίσκονται πρώτα απ’ όλα στην πραγματικότητα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. Μ’ αυτό δεν εννοώ τη σκληρή στάση των Γερμανών και της Ευρώπης, αλλά κυρίως το σαφές συντηρητικό ρεύμα που κυριαρχεί αυτή τη στιγμή στην ελληνική κοινωνία. Ας μην ξεχνιόμαστε. Η ελληνική κοινωνία έχει το μαχαίρι στα δόντια και παρατηρεί συνένοχα την πτώση των αδύναμων εδώ και χρόνια. Χώρια το μισό εκατομμύριο φασίστες. Και άλλωστε θα πρέπει να συμπληρώσουμε πως ο Σύριζα ποτέ δεν δήλωσε ότι είναι κάτι παραπάνω από ένα κοινοβουλευτικό κόμμα (κι αν το έκανε κακώς) και αν κάποιοι το κρίνουν με τη λογική του αν μπορεί να *φέρει* (εδώ κάθε ρήμα είναι λανθασμένο) την επανάσταση προφανώς το πρόβλημα δεν είναι του Σύριζα, αλλά όσων τον κρίνουν σα να είναι ο Σύριζα η ίδια η επαναστατημένη εργατική τάξη.

Οπότε το πραγματικό ερώτημα είναι το εξής: ήταν αναπόφευκτη η συνεργασία με τους Ανελ; Δεδομένου το ότι η οποιαδήποτε κουβέντα με το Ποτάμι (ή το Πασόκ) απορρίπτεται ως αυτοκτονική (φτάνει να δει κανείς έτσι για πλάκα τη β’ αθηνών του Ποταμιού), το ερώτημα απλοποιείται: Συνεργασία με Ανελ ή δεύτερες εκλογές; Το ερώτημα αυτό είναι πολύ δύσκολο για ένα εκατομμύριο λόγους και βασικά η οποιαδήποτε απάντηση περιέχει ένα μεγάλο ποσοστό ρίσκου. Αφού η απόφαση του Σύριζα ήταν η πρώτη επιλογή, η στάση του θα κριθεί κυρίως εκ του αποτελέσματος. Κατά πόσο δηλαδή θα καταφέρει να διαχειριστεί τον Καμμένο, που σημαίνει για να είμαστε ειλικρινείς αν θα μπορέσει να προχωρήσει ζητήματα σχετικά με τους μετανάστες και τα δικαιώματα ή αν αυτά θα μπλοκαριστούν. Απ’ την άλλη βέβαια, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι ναι, υπάρχει πρόβλημα όταν συνεργάζεσαι με φορείς ρατσιστικού λόγου γιατί τους νομιμοποιείς ή τέλος πάντων τους ξεπλένεις. Αυτό είναι το τίμημα του ρίσκου της επιλογής του Σύριζα και ο μόνος τρόπος να το απαντήσει (και πάλι όχι ολοκληρωτικά) είναι να κάνει όσα πρέπει να κάνει (κλείσιμο στρατοπέδων συγκέντρωσης, ιθαγένεια, σύμφωνο συμβίωσης ομόφυλων ζευγαριών) άμεσα.

Κατά τ’ άλλα, αυτές τις μέρες φάνηκε και το εξής: Είχαμε βουλιάξει τόσο βαθιά τον προηγούμενο καιρό, που ακόμη και μια απλή (αλλά όχι αυτονόητη) χειρονομία, όπως ο πολιτικός όρκος, μπορεί να προκαλέσει ενθουσιασμό. Για ανθρώπους που στην Ελλάδα έχουν φάει τα χρόνια τους για κάτι τόσο απλό όσο η μη εμπλοκή τη Εκκλησίας και στο παραμικρό κομμάτι της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, ο πολιτικός όρκος μοιάζει ως ένα αναπάντεχο δώρο. Το ίδιο και η τοποθέτηση ανθρώπων όπως ο Μπαλτάς ή ο Ξυδάκης ή ο Παρασκευόπουλος. Όταν η καθημερινότητά σου έχει βομβαρδιστεί από τον Γεωργιάδη και τον Βορίδη, ξαφνικά νιώθεις ότι φύσηξε ευρωπαϊκό αεράκι (για να παίξω λίγο και με τα δήθεν διακυβεύματα της εποχής – τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό ας πούμε).

Βέβαια, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ό,τι κι αν αποδειχτεί, κάτι πιο κοντά στον Καμμένο ή τον Σπίρτζη ή κάτι πιο κοντά στον Τσακαλώτο και τον Μπαλτά, δεν πρόκειται να δώσει εύκολα λύσεις στα βασικά ζητήματα του κόσμου της εργασίας. Το θέμα μας είναι αν θα δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες ή ρήγματα, πάνω στα οποία μπορεί το κίνημα να παλέψει και να προχωρήσει μπροστά ή αν θα κάνει πιο πολύπλοκη και δύσκολη την κάθε μάχη, καθώς κομμάτια του κινήματος θα οπισθοχωρήσουν εξαιτίας της ανάθεσης και του κυβερνητισμού. Αλλά βέβαια, εδώ θα πρέπει να απαντήσουμε και στο τι είναι και τι κάνει το κίνημα στην Ελλάδα σήμερα. Κι αυτή θα είναι μια ακόμη πιο ζόρικη κουβέντα.

Όπως και να ’χει, ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να δουλέψει σε δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Να αντιμετωπίσει την ανθρωπιστική κρίση, αλλά και να μιλήσει και να προχωρήσει σε δράσεις που θα έχουν ξεκάθαρο και σαφές αριστερό πρόσημο. Την ίδια στιγμή πρέπει να αντιμετωπίζει τη φτώχεια και να απελευθερώνει τους μετανάστες. Δύσκολη δουλειά αλλά είναι προφανές ότι άλλος δρόμος δεν υπάρχει, αφού τα υπόλοιπα οδηγούν αναπόφευκτα ακόμη πιο ακροδεξιά. Και βέβαια ο Σύριζα θα κρίνεται καθημερινά με φοβερή αυστηρότητα, όχι γιατί είναι ο Σύριζα, αλλά γιατί πολύ απλά είναι κυβέρνηση.

 

1

 

 

Ο σωστός κρίκοςΓιώτα Τζιαμουράνη

Όταν ψάχνεις να ερμηνεύσεις μια νέα κατάσταση και δεν έχεις ούτε παρόμοιο βίωμα ούτε βεβαιότητες – παρά μόνο μια προβοκατόρικη υποψία – για το τι μέλλει γενέσθαι, καταφθάνουν οι μνήμες από διάφορα αναγνώσματα που για κάποιο λόγο τις συγκράτησες  πεισματικά, λες και ήξερες πως αργά ή γρήγορα, θα τις ανακαλέσεις.
Μια τέτοια περίπτωση είναι και η παρακάτω άποψη του Β. Λένιν που με αφορμή τα ζητήματα της δικής του εποχής, διατύπωσε το εξής διαχρονικό:
 «Δεν αρκεί να είσαι επαναστάτης και οπαδός του σοσιαλισμού ή κομμουνιστής, γενικά. Πρέπει να ξέρεις να βρίσκεις σε κάθε συγκεκριμένη στιγμή τον ιδιαίτερο εκείνο κρίκο της αλυσίδας, απ’ όπου πρέπει να πιαστείς με όλες σου τις δυνάμεις για να κρατάς όλη την αλυσίδα και να προετοιμάσεις σταθερά το πέρασμα στον κατοπινό κρίκο. Και η διάταξη των κρίκων, η μορφή τους, το αλύσωμά τους, η διαφορά του ενός από τον άλλο στην ιστορική αλυσίδα των γεγονότων δεν είναι πράγματα τόσο απλά και τόσο χοντροκομμένα, όπως στη συνηθισμένη αλυσίδα που φτιάχνει ένας σιδεράς».
Απομένει να φανεί αν η νέα κυβέρνηση θα επιβεβαιωθεί ως προς αυτά που σφόδρα πιστεύει, δηλαδή ότι η συγκεκριμένη στιγμή είναι εδώ, ο ιδιαίτερος κρίκος της αλυσίδας έχει βρεθεί  και ο λαός αυτός είναι ο επιδέξιος χειριστής της. Αν όλα αυτά διαψευστούν, αν η ιστορική αλυσίδα των γεγονότων πράγματι είναι πιο πολύπλοκη και με σπάνια λεπτομέρεια σμιλευμένη, τότε το θέμα θα λήξει οδυνηρά και κυρίως τραυματικά για όσους πιστεύουν ότι όλα αρχίζουν και τελειώνουν σε μια εκλογική διαδικασία.



τέσσερα σχόλια για την Κυριακή

 

Ένας Φασίστας Έκατσε Σε Ένα Κλαδί Συλλογιζόμενος την Ανυπαρξία του  Γιώργος Δομιανός

το βράδυ των εκλογών του Οκτωβρίου του 1981 με βρήκε εννέα χρονών στον άσπρο καναπέ που υπήρχε στο ατελιέ του πατέρα μου, σε μία μικρή κάθετο της σόλωνος, την σουλίου. ο πατέρας μου ήταν γραφίστας. και εκείνη την εποχή που δεν υπήρχαν τα κανάλια, οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, τα σόσιαλ μίντια και όλα αυτά τα μέσα προβολής για τους επίδοξους βουλευτές, τα φυλλάδια έδιναν και έπαιρναν. μέσα σε όλες τις δουλειές που είχε κάνει -σχεδόν για κάθε κόμμα- ήταν και το φυλλάδιο (ή προσπέκτους, είναι πιο 80s) ενός υποψήφιου της νέας δημοκρατίας, του απόστολου κράτσα. μετά τα πρώτα αποτελέσματα και ενώ η αθήνα γέμιζε με κόρνες αυτοκινήτων και ανυποψίαστα για το μέλλον χαμόγελα ο πατέρας μου με πήρε από το χέρι να δω αυτό το περίεργο θέαμα: την δεξιά να ηττάται. περπατήσαμε στην ακαδημίας και μετά πήγαμε προς το γραφείο του κράτσα. ήθελε λέει να μάθει πιο σίγουρα αποτελέσματα αφού οι υποψήφιοι είχαν άλλη πληροφόρηση. μπήκαμε στο γραφείο αλλά δε θυμάμαι πολλά πολλά. ένα συνονθύλευμα μουρμουρητών, τσιγαρίλας και κατήφειας υπήρχε εκεί μέσα. περπατήσαμε ανάμεσα από διάφορους ανθρώπους και ο πατέρας μου άρχισε να μιλάει με κάποιο υπεύθυνο. εγώ τριγύριζα μέσα στα δωμάτια και κάποια στιγμή βρέθηκα μπροστά σε μία μισάνοιχτη πόρτα ενός γραφείου που έμοιαζε το μεγαλύτερο. κοίταξα και είδα τον τύπο που υπήρχε το χαμογελαστό πρόσωπο του σε δεκάδες αφίσες κολλημένες στους τοίχους να κάθεται στην καρέκλα του. κοιτούσε κάπου χωρίς να κοιτάει. στο κενό με κενό βλέμμα.  όλες οι μνήμες από εκείνο το βράδυ είναι θολές. το θολό του βλέμμα όμως το θυμάμαι όσο πιο ξεκάθαρα γίνεται. τώρα που το σκέφτομαι έμοιαζε με άνθρωπο που κάτι του παίρνουν, που του κάνουν έξωση, που τα κουστούμια του σε πέντε λεπτά έγιναν άσκοπα.

και θα μου πείτε, αφού έπρεπε να γράψω ένα κείμενο σχετικό με τις εκλογές που θα γίνουν την κυριακή. τι σχέση έχει το βλέμμα του κράτσα; έχει. γιατί προχθές, σε ένα τηλεοπτικό πάνελ, κάποια στιγμή που η κάμερα έκανε ένα λίγο πιο μακρινό πλάνο, φάνηκε στην δεξιά πλευρά ο βορίδης, που εκείνη την στιγμή δεν μιλούσε, και είχε ακριβώς το ίδιο βλέμμα με αυτό που είχα δει πριν 34 χρόνια.

για μένα οι εκλογές του 2015, είναι η καύλα που ένοιωσα εκείνη τη στιγμή. τέλος.

e4

 

Λίγο πριν την κάλπηΑγγελική Μπούμπουκα

Η προεκλογική περίοδος που τελειώνει αύριο, περιλαμβάνει ένα περιστατικό που, για μένα, περικλείει και την ουσία της σημερινής αναμέτρησης, όχι σε κομματικό επίπεδο αλλά στο κοινωνικό πεδίο.

Ήταν σε μια προεκλογική συνάντηση γνωριμίας και συζήτησης με έναν υποψήφιο βουλευτή, στο σπίτι μιας κοινής μας φίλης, κάπου στη Β Αθηνών. Οι καλεσμένοι ήταν άνθρωποι με πολλά κοινά, κυρίως πανεπιστημιακοί και επαγγελματίες ή ερευνητές διαφόρων κλάδων της επικοινωνίας. Φαίνονταν πιθανοί ψηφοφόροι ενός ευρέως φάσματος κομμάτων (πλην της Χρυσής Αυγής). Ρωτούσαν τον υποψήφιο για την πιθανή στάση του κόμματός του ή του ίδιου, σε ενδεχόμενα σχήματα συγκυβέρνησης, στις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές κλπ. Παρά τις πολιτικές διαφωνίες δεν υπήρχε ίχνος επιθετικότητας ή φανατισμού.

Η συζήτηση έφτασε στην αγωνία για τις καταθέσεις, τι θα σήμαινε μια χρεωκοπία, τι θα γίνει αν μας κλείσουν τα ΑΤΜ για μέρες ή και εβδομάδες. Το τελευταίο, κάποιοι το είχαν ήδη βιώσει στην Κύπρο τον Μάρτιο του 2013. Μια από όλους μας είχε χάσει τότε όλες τις αποταμιεύσεις της, γιατί τις είχε στην Λαϊκή Τράπεζα. Οι Κύπριοι το έζησαν με εντυπωσιακή αυτοσυγκράτηση και αλληλεγγύη, αλλά εδώ… Τι θα συνέβαινε εδώ; Κάποιος από την ομήγυρη εξομολογήθηκε ότι ήδη είχε μεταφέρει τις οικονομίες του εκτός Ελλάδας, καλού κακού. Άλλοι φίλοι του τις είχαν βγάλει εδώ και χρόνια, είχαν ανοίξει λογαριασμούς στην Deutsche Bank, δεν ρίσκαραν ένα πιθανό κούρεμα ή ποιος ξέρει τι. Αλλά είναι και το άλλο: «φαντάζεστε τι θα γινόταν στους δρόμους αν έκλειναν εδώ τα ΑΤΜ σε μια νύχτα;»

Φαντάστηκα κι εγώ τι θα γινόταν αν έκλειναν τα ΑΤΜ στην Ελλάδα. Ξέρω ότι τίποτα καλό δεν θα ακολουθούσε. Αλλά θυμήθηκα ότι για πολλούς ανθρώπους στην Ελλάδα τα ΑΤΜ είναι ήδη κλειστά. Μπορεί να παραμένουν ανοιχτά από τεχνικής απόψεως, αλλά τι σημασία έχει; Δίνεις το pin σε άδειους λογαριασμούς. Αν δεν έχεις δουλειά (ή σύνταξη ή άλλα εισοδήματα) και κανείς δεν βάζει λεφτά στον λογαριασμό σου, το ATM έχει κλείσει ήδη για σένα. Μπορεί να μην σου το έκαναν σε μια νύχτα με τον αιφνιδιαστικό τρόπο που το έκαναν οι Ευρωπαίοι ηγέτες στους Κύπριους πολίτες, αλλά σου το έκαναν λίγο πιο σταδιακά, σε κάποια φάση της τελευταίας πενταετίας (αν όχι νωρίτερα). Και είναι εξίσου, αν όχι πιο κτηνώδες, γιατί δεν κράτησε δυο-τρεις βδομάδες αλλά μήνες και χρόνια.

Αυτό θύμισα στους συνομιλητές μου: «Ναι, είναι ένας υπαρκτός φόβος το τι θα συνέβαινε αν έκλειναν τα ΑΤΜ. Αλλά σκεφτείτε ότι υπάρχει και ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που έχει ήδη χάσει ουσιαστικά τα πάντα και που το κλείσιμο των ΑΤΜ δεν μπορεί να το φοβίσει πλέον». Κι ακούγοντας τον εαυτό μου να το λέει, κατάλαβα ότι αυτός είναι και ο βαθύτερος διαχωρισμός μας μπροστά στην κάλπη: καλούμαστε να αποφασίσουμε για το μέλλον αυτής της χώρας οι μεν προσπαθώντας να περισώσουμε ό,τι μπορούμε από όσα έχουμε, οι δε προσπαθώντας να μείνουμε ζωντανοί έχοντας ήδη χάσει τα πάντα.

Καθεμία από τις δύο πλευρές οχυρώνεται γύρω από τα όριά της, σχεδόν αγνοώντας την ύπαρξη της άλλης. Το «δεν σε κοιτάω, άρα δεν υπάρχεις», που είναι από μόνο του μια νάρκη, γίνεται όλο και πιο εξόφθαλμο. Χωρίς να σημαίνει ότι γίνεται επίτηδες ή κακόβουλα. Απλώς είναι η πραγματικότητα. Γύρω από το ΑΤΜ έχει στηθεί ένα οχυρό. Αν ζεις (ακόμα) μέσα σε αυτό, νομίζεις ότι ξέρεις ποιο είναι το πρόβλημα, πιθανόν και η λύση. Αλλά αν δεν κοιτάξεις κι έξω από αυτό, ποτέ δεν θα μάθεις πώς ζουν και πώς αποφασίζουν οι άλλοι που δεν χώρεσαν μέσα του.

e2

 

η Κυριακή των κουρασμένωντο βυτίο

Έχω την αίσθηση ότι αυτές οι εκλογές δεν είναι εκλογές της μεγάλης μάχης, πόσο μάλλον της ελπίδας, αλλά κυρίως οι εκλογές της κούρασης.

Πέντε μακριά, τεράστια, ατέλειωτα χρόνια μας φτωχοποίησαν, μας τρομοκράτησαν, μας υποτίμησαν, έδωσαν σφαλιάρες στους φίλους μας, κυνήγησαν τους διπλανούς μας και κύλησαν γενικά μέσα στο ζόφο και την αναξιοπρέπεια.  Είδαμε τους φίλους απολυμένους και απλήρωτους. Διαβάσαμε τα μηνύματά τους «δε θα έρθω απόψε, δεν έχω μία», «με έδιωξαν δεν θα πάρω αποζημίωση» «250 ευρώ, πέντε μέρες δουλειά». Παρακολουθήσαμε τους μετανάστες να στοιβάζονται και να πεθαίνουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είδαμε να ζωντανεύει η Δεξιά του ’50 σα φάντασμα παλιού μυθιστορήματος. Αναπνεύσαμε μεσοπόλεμο και νεοναζισμό και στοχαστήκαμε στ’ αλήθεια πάνω στη στρατιωτικοποίηση του βίου. Βουλιάξαμε σε μια απέραντη μαυρίλα, σ’ αυτή τη μαυρίλα που προκαλεί πολλαπλή απελπισία. Δεν ξέρεις από πού να φυλαχτείς. Από τον χρυσαυγίτη συγγενή, από τον απολιτίκ υπερστιλάτο καταναλωτή καινοτομίας, από τον κυνικό οπαδό κάθε λιτότητας, από τον ακούραστο εχθρό του αδύναμου.

Διαμαρτυρηθήκαμε, διαδηλώσαμε, φάγαμε τα μούτρα μας, αποτύχαμε κάπου να οργανωθούμε, πετύχαμε να οργανωθούμε κάπου αλλού. Κυρίως όμως νιώθω πως κουραστήκαμε. Ίσως να φταίει η απουσία μιας νίκης, ίσως να φταίει η διαρκής υποτίμηση της δυνατότητας να υπάρχεις εντός ενός κόσμου που δε σταματάει λεπτό να υπολογίζει και να χρεώνει, να υπολογίζει και να χρεώνει. Η κούραση του ανθρώπου που δανείστηκε και ξαναδανείστηκε, που περπατάει, κοιμάται, διαβάζει, πίνει και στο μυαλό του το αόρατο κομπιουτεράκι δε σταματάει ποτέ.

Όταν στα μέσα του ’90, μαθητής, άκουσα σε πορεία πρώτη φορά τη φράση «μίσος ταξικό», απόρησα, ενοχλήθηκα και άρχισα το κήρυγμα για τον ξύλινο λόγο της αριστεράς και άλλα ανάλογα. Έπρεπε να έρθουν αυτά τα χρόνια για να καταλάβω με έναν πλάγιο τρόπο ένα σωρό πράγματα, ανάμεσά τους και αυτή τη φράση. Έπρεπε να έρθουν αυτά τα χρόνια για να αντιληφθώ ότι άλλο να φλυαρείς ασύστολα για μια κάποια «ταξική συνείδηση» κι άλλο η ζωή η ίδια να σε αναγκάζει, σαν άλλο κουρδιστό πορτοκάλι, να δεις με μάτια ορθάνοιχτα τι ακριβώς σημαίνει τάξη. Τα χρόνια χάρισαν όχι ακριβώς συνείδηση, αλλά αίσθηση. Αίσθηση της τάξης, του κόσμου, του διπλανού.

Τώρα, αποσβολωμένοι, παρακολουθούμε το σύνθημα «η ελπίδα έρχεται». Η τηλεόραση παίζει σκόρπιες φράσεις: «ιστορική συμφιλίωση λαού και σωμάτων ασφαλείας» «εθνική ενότητα» «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης» «διαπραγμάτευση». Από την οθόνη το bella ciao, οι πραγματικές αυταπάτες και η πραγματική φοβερή ανακούφιση απ’ την έξοδο της ακροδεξιάς. Όλα μαζί σε μια ολοφώτεινη μπαλαρίνα λούνα παρκ που πάει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Κάποιος που δεν έχει ζαλιστεί από το γύρω γύρω, μπορεί να βλέπει καθαρά και να λέει ότι ο αγώνας, όλοι οι αγώνες δηλαδή, συνεχίζονται, με τα πάνω και τα κάτω τους, και πάντως τίποτα δεν κρίνεται ή δεν θα κριθεί οριστικά σε μια όποια θεσμική Κυριακή. Αλλά το αδιανόητα ατέλειωτο γύρω γύρω, προκαλεί και κούραση και δεν μπορείς πάντα να ξυπνάς και να λες με ευκολία ότι η μάχη συνεχίζεται.

Σήμερα ο Καλαμούκης στην Ελληνοφρένεια, είπε διαλέγουμε στάση, όχι ψήφο. Ίσως ήταν και μια προσπάθεια να απενοχοποιηθούν οι πάντες. Και αυτοί που θα ψηφίσουν σύριζα και οι άλλοι που δεν. Η αλήθεια είναι ότι η ψήφος μπορεί να αλλάξει τον χθεσινό ακροδεξιό νεοδημοκράτη με τον αυριανό κεντροαριστερό συριζαίο, γεγονός που ούτε να υποτιμηθεί μπορεί, ούτε και να θεωρηθεί ότι αυτομάτως αλλάζει κάτι ουσιαστικό. Η στάση όμως απέναντι στα πράγματα (και η πράξη που αυτή συνεπάγεται) είναι αυτή που αλλάζει τον κόσμο πότε οδηγώντας προς ένα φασίζον σπιράλ, πότε κάνοντας άλματα προς την ελευθερία. Συνεπώς το μόνο σίγουρο είναι ότι τίποτα δεν τελειώνει την Κυριακή. Μαζί με την ψήφο ή την αποχή μας λοιπόν, ας κρατάμε αυτά τα χρόνια (και όσα ακολουθήσουν) ως μια διαρκή υπενθύμιση. Τίποτα δεν είναι δεδομένο και τίποτα δεν χαρίζεται. Ας μας φάνε οι δρόμοι.

e3

 

εκλογές χωρίς τίτλουςΧρήστος Σύλλας

Οι εθνικές εκλογές του 2015 είναι ένα ακόμα «πολυπρόσωπο» συμβάν στην χρονογραμμή της ιστορικής και κοινωνικής κίνησης που επιφυλάσσει για όλους ανεξαιρέτως τα δικά της χούγια. Για κάποιους είναι ένα σημαντικό γεγονός στο οποίο συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα τόσο για να εξυπηρετηθούν όσο και για να εξυπηρετήσουν – όπως διακηρύσσουν.

Για άλλους πάλι, είναι μια συγκεκριμένη, οριοθετημένη και ξοφλημένη λειτουργία της αστικής δημοκρατίας που έχει δώσει το όνομά της σ’ έναν πολιτικά και κοινωνικά οργανωμένο ολοκληρωτισμό. Και οι δύο παραπάνω αντιλήψεις (μεταξύ πολλών άλλων) με όποιες ενέργειες, δράσεις και πρακτικές συνοδεύονται, έχουν ν’ αντιμετωπίσουν μια σκληρή υλική πραγματικότητα εντός της οποίας ο ταξικός πάτος συνθλίβεται μέχρι θανάτου ενόσω τα μικρομεσοαστικά στρώματα συνεχίζουν «παραδοσιακά» την κατηφόρα της φτωχοποίησης: παραδοσιακά διότι η επίθεση/εκμετάλλευση του Κεφαλαίου και του Κράτους έχει συστηματοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε η περιθωριοποίηση γίνεται αισθητή ως μια φυσιολογική διαδικασία ενώ ταυτόχρονα βιώνεται ως μια κανονικότητα που δεν σηκώνει αποκλίσεις και αντιστάσεις.

Στη μέγγενη του πλανητικού νεοφιλελευθερισμού, ο ντόπιος ελληνικός καπιταλισμός έχει πετύχει αρκετά τα τελευταία χρόνια πάνω στο τομάρι μεταναστών εργατών, συνεχίζει να ελέγχει τους ρυθμούς ατομικής και συλλογικής επιβίωσης ενώ κυνηγά όποιες προσπάθειες αυτονόμησης έρχονται από τα κάτω, από εκείνους τους πολιτικούς χώρους που αισθάνονται αιχμάλωτοι ενός κράτους-χαφιέ και δεσμοφύλακα.

Πλάι σ’ αυτή τη ματιά, η στρατηγική ξεδίπλωση του ευρωπαϊκού συντηρητισμού και των φασιστικών υποστυλωμάτων, δείχνει μάλλον με πιο ξεκάθαρους όρους τους σύγχρονους εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, επιτρέπει στις συνθήκες ύπαρξης να αναδείξουν τις συνειδήσεις που διαμορφώνονται στα χαρακώματα των μητροπόλεων, των εθνικών κρατών και των περιφερειών.

Το πόσο ριζοσπαστικές ή αντεπαναστατικές θα είναι, κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα, και γι’ αυτό εδώ χρειάζεται μια κινηματική δουλειά που θα δείξει ετοιμότητα, δεν θα πέσει στο θόλωμα των νερών από την καθεστωτική προπαγάνδα και δεν θα συγκροτηθεί πάνω σε ασυναρτησίες και φόβο.

Το ποιες είναι αυτές οι συνειδήσεις, κατά που κοιτάζουν, τι επιθυμούν και πώς προσπαθούν να το αποκτήσουν, θα φωτογραφηθεί και μέσα στις ελληνικές εκλογές ωστόσο έχει ήδη φανεί και φαίνεται κυρίως έξω από αυτές, στην καθημερινότητα, το δρόμο, τη δουλειά, τις γειτονιές, εκεί που τα βλέμματα βρίσκονται σε παραλλήλους ή κάποτε διασταυρώνονται.

Η διαλεκτική παραμένει, το ζήτημα είναι ποια υποκείμενα αλληλεπιδρούν και σε ποια συγκυρία. Όσοι κρύβουν τις αντιφάσεις του καπιταλισμού, είτε με τη κρατική ενδυμασία είτε με την κατασκευή ψυχώσεων στη βάση του φόβου (ισλαμοφοβία, ομοφοβία, ξενοφοβία, αρρωστοφοβία κλπ), έχουν συμφέροντα να το κάνουν, σε βάρος πάντα των καταπιεσμένων τάξεων.

Το ελληνικό κράτος ως ταξικός διαιρέτης κάνει για άλλη μια φορά εκλογές για να διαχειριστεί συμφέροντα και ζωές. Προβληματικό εξαρχής, περισσότερο προβληματικό και προκλητικό για όσους παλεύουν ν’ αυτονομηθούν από γιορτές δημοκρατίας.




σχετικά με αυτά που δεν λέμε μετά τη σφαγή στο Charlie Hebdo

 

Η δεξιά, ελληνική και ευρωπαϊκή, δεν μας λέει ότι δεν την ενδιαφέρει καθόλου η ελευθερία του λόγου. Η πορεία των πολιτικών ηγετών στον Παρίσι ήταν μια γελοία και υποκριτική κίνηση και ορθώς απαντήθηκε αρμοδίως από συντάκτη του ίδιου του περιοδικού. Κάνουμε εμετό πάνω σ’ αυτή την υποστήριξη. Η ελευθερία του λόγου και η ελευθερία του τύπου είναι για τον κόσμο ολόκληρο μια πονεμένη ιστορία. Η πιο εύκολη και γρήγορη απόδειξη είναι να σκεφτούμε ότι πλέον τα ρεπορτάζ έχουν δώσει τη θέση τους στα διάφορα leaks, τη μαζική δημοσίευση εγγράφων και ντοκουμέντων διαδικτυακά. Η απάντηση των κυβερνήσεων στις διαρροές αυτές ήταν η με διάφορους τρόπους δίωξη και προσπάθεια να σταματήσει αυτή η προσπάθεια. Εκτός αυτού, θα ήταν μάλλον άστοχο να μιλάμε για ελευθερία του λόγου όταν η συγκέντρωση στην ιδιοκτησία των media βρίσκεται σε αυτό το επίπεδο, ενώ ως προς τα ελληνικά πράγματα, όταν η διαφήμιση κινείται με τους τρόπους που κινείται. Στον ελληνικό χώρο τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα. Όταν ο πρωθυπουργός της χώρας, προσβεβλημένος βαθύτατα από την παλαβή αντιπολίτευση, δηλώνει ότι «οι Έλληνες πιστεύουν και αυτές οι εικόνες δεν θα κατέβουν ποτέ (σ.σ. από τα δημόσια κτίρια μη φανταστείτε τίποτα φοβερό)», σε τι διαφέρει από έναν πιστό μιας οποιασδήποτε θρησκείας που προσβάλλεται αν πχ. απεικονίσουμε σε σκίτσο τον Μωάμεθ. Φυσικά ο Σαμαράς δεν σκότωσε κανέναν, αλλά ούτε όλοι οι θρησκόληπτοι μουσουλμάνοι σκότωσαν κάποιον. Το κοινό τους είναι ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία. Παρόλα αυτά ο Σαμαράς ένιωσε τόσο Charlie, ώστε πήγε και στην πορεία. (Για τα ελληνικά πράγματα μια εξαιρετική ανάλυση στο rednotebook , στην οποία έχω μόνο μια μικρή ενστασούλα, την οποία θα εξηγήσω παρακάτω)

Εξάλλου η ευρωπαϊκή δεξιά δεν μας λέει πως διαχειρίζεται ένα τρομοκρατικό χτύπημα (το οποιοδήποτε τέτοιο, πόσο μάλλον ένα χτύπημα που σχετίζεται με τους περιβόητους τζιχαντιστές). Τέτοιου είδους γεγονότα αποδεικνύονται ιδιαίτερα εξυπηρετικά, αφού ακολουθούνται από τέρατα τύπου patriot act και απεριόριστες δυνατότητες στη φαρέτρα των κρατικών μηχανισμών. Ήδη από τη δεύτερη μέρα μετά το μακελειό, διαβάζουμε ότι επιτέλους πρέπει να λειτουργήσει αυτή η ευρωπαϊκή τράπεζα δεδομένων για όσους μένουν ή διασχίζουν την ήπειρό μας. Επίσης διαβάζουμε για το στρατό που βγαίνει στο δρόμο στη Γαλλία ή πιο πρόσφατα στο Βέλγιο. Σε ευαίσθητα σημεία και για λόγους ασφαλείας ο στρατός παίρνει τη θέση που ζορίζεται να πάρει αλλιώς. Τη θέση του συνομιλητή στο δημόσιο χώρο. Ο συνομιλητής αυτός αλλάζει τους όρους στο τραπέζι της δημόσιας συζήτησης όπως την άλλαξε ας πούμε η παρουσία της Εθνοφρουράς στο Φέργκιουσον. Ο πανικός των κατοίκων είναι σχετικά απροσδιόριστος και ο φόβος παίζει φλιπεράκι. Τι φοβόμαστε στην περίπτωση των ΗΠΑ; Τις ταραχές ή τους ένστολους με τα όπλα;

Το ευρωπαϊκό και ελληνικό μετριοπαθές κέντρο, οι αυτοαποκαλούμενοι και φιλελεύθεροι, δεν μας λένε ότι αυτό το Ευρωπαϊκό Ιδεώδες για το οποίο μιλούν και στο οποίο ομνύουν με αφορμή το Charlie Hebdo στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πια. Υπάρχει «Ευρώπη Φρούριο», υπάρχουν πνιγμένοι στη Μεσόγειο, υπάρχει βίαιη φτωχοποίηση πληθυσμών και άνοδος του ρατσισμού και της ακροδεξιάς (τις τελευταίες εβδομάδες θυμίζουμε ότι έχουν γίνει αντι – ισλαμικές διαδηλώσεις στη Γερμανία, επιθέσεις σε χώρους λατρείας μουσουλμάνων στη Σουηδία κι είχαμε επιθέσεις σε μουσουλμάνους στη Γαλλία). Δεν υπάρχει ελευθεροστομία, δεν υπάρχει ελεύθερη έκφραση, δεν υπάρχει ανεκτικότητα. Ή μάλλον υπάρχει για ένα κομμάτι του λευκού προνομιούχου πληθυσμού της ηπείρου. Ή μάλλον υπάρχει, αν δέχεσαι το κυρίαρχο μοντέλο του κυνικού ανταγωνιστικού entrepreneur και εναλλακτικά του επισφαλούς εργάτη ή του κυνηγού επιδοτήσεων. Δεν υπάρχει η Ευρώπη του Charlie Hebdo, πόσο μάλλον η Ελλάδα του Charlie Hebdo. Υπάρχει η Ελλάδα της καταδίκης του Παστίτσιου, η Ελλάδα του “η Δούρου δεν πήγε στην εκκλησία” και η Ευρώπη που στοιβάζει άπιστους σε στρατόπεδα «φιλοξενίας». Αλλά ξέχασα, δεν μας επιτρέπει το σύμφωνο σταθερότητας λεφτά και σπατάλες για να βοηθήσουμε αυτούς τους ανθρώπους, μας επιτρέπει μόνο να ασκούμε εξωτερική πολιτική στην ευρύτερη Ανατολή και την Αφρική.  Είναι βέβαια πολύ βολικό για τις δυτικές κοινωνίες να ανακαλύπτουν τον εχθρό και το καινούριο διακύβευμα σε ένα πόλεμο πολιτισμών και αξιών. Αλλά αν είμαστε λίγο πιο προσεκτικοί θα δούμε ότι αυτοί οι περίφημοι τζιχαντιστές δεν είναι παιδιά μιας ζωώδους και πρωτόγονης Ανατολής, αλλά κατεξοχήν τέκνα της Δύσης.

Διαβάζουμε απ’ τον Πάνο Χαρίτο: «Σύμφωνα με το τμήμα αναλύσεων της βρετανικής ΜΙ5, σε όλες τις ευρωπαικές χώρες όπου παρατηρήθηκε αύξηση των ρατσιστικών ενεργειών, παρατηρήθηκε αντίστοιχη αύξηση του αριθμού υπηκόων των εν λόγω χωρών που μετέβησαν σε εμπόλεμες ζώνες και εκπαιδεύτηκαν κυρίως από την Αλ Κάιντα.» Επίσης διαβάζουμε ότι ο Marc Sageman, πρώην CIA, λέει ήδη το 2004 ότι ως προς τα μέλη της Αλ Κάιντα δεν μπορούμε να χρησιμοποιούμε το στερεότυπο του φτωχού απλοϊκού ανθρώπου που του έκαναν πλύση εγκεφάλου, αλλά ότι θα πρέπει περισσότερο να μιλάμε για ανθρώπους μορφωμένους, κοσμοπολίτες, με καλές δουλειές και όχι πχ. με ιστορικό ψυχικό ασθενειών. Δεν είναι παλαβοί πριμιτιβιστές λοιπόν. Είναι άνθρωποι που έζησαν στη Δύση, βίωσαν στο πετσί τους το ευρωπαϊκό κεκτημένο, είδαν τι σημαίνει ρατσισμός ακόμη κι αν έχεις χαρτιά κι είσαι πολίτης της Γαλλίας ή του Βελγίου. Είδαν τι σημαίνει ευρωπαϊκή πολιτική και την ξέρουν πολύ καλά. Είδαν το ευρωπαϊκό πρότυπο ζωής, την υπόσχεση της ελευθερίας και τη βρήκαν πικρή. Αν κάποτε κάποιοι στρατολογούνταν στη μικροπαραβατικότητα των προαστίων ή κάποιοι απλά χάνονταν στο πλήθος της Δύσης, ίσοι αλλά μονίμως Άλλοι, τώρα πιθανόν βρίσκουν τον εαυτό τους και το πολυπόθητο νόημα στο κάλεσμα ενός ριζοσπαστικού (και ολοκληρωτικού) Ισλάμ που θα πάρει εκδίκηση για όλα.

Για το ελληνικό κέντρο τα λόγια περισσεύουν. Φτάνει η παρουσία στο γαλλικό ινστιτούτο, τις προάλλες, των διαφόρων επώνυμων υποστηρικτών της ελευθερίας, οι οποίοι στο ένα χέρι κρατούν τον Ραμπελέ και στο άλλο το στυλό που υπογράφει το άνοιγμα ενός ακόμη στρατοπέδου συγκέντρωσης. Δεν πειράζει, για όλους έχει photo op.

Η αριστερά, σε πολλές περιπτώσεις, , δεν μας λέει ότι δεν παραδέχεται ότι υπό τον φόβο της ισλαμοφοβίας, δεν μιλάει αρκετά για αυτό που συμβαίνει, αν δεν το υποτιμά κιόλας. Πριν προλάβει να κατανοήσει το τι έγινε και να πενθήσει τους νεκρούς του Charlie, βιάζεται να ξεπετάξει το ζήτημα. Περιορίζεται σε μια εξήγηση των γεγονότων που λέει ότι χοντρικά «εμείς (ως Δύση) τους βομβαρδίζουμε, εμείς εμμέσως τους χρηματοδοτούμε, εμείς δημιουργούμε το πρόβλημα». Η αφήγηση αυτή δεν είναι λάθος, απλά απαντά με πολύ μερικό τρόπο σε ένα πολύ σύνθετο φαινόμενο.  Στη guardian, μία αρθρογράφος σημειώνει μάλλον εύστοχα ότι ο νεοφιλελευθερισμός και το σημερινό «ριζοσπαστικό Ισλάμ» είναι αδερφάκια, καθώς και τα δύο εχθρεύονται τη δημοκρατία και φλερτάρουν με τον ολοκληρωτισμό. Και εδώ είναι η διαφωνία μου με το άρθρο στο rednotebook, που λίνκαρα παραπάνω, και το οποίο λέει ότι θα έπρεπε να δούμε αυτή την επίθεση ως ένα μεμονωμένο γεγονός. Δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά για την επόμενη πίστα που λέγεται «φέρνουμε τον πόλεμο πίσω στη Δύση, όπως αυτοί τον είχαν φέρει στην Ανατολή». Οι αναλύσεις (άλλες ύποπτες κι άλλες όχι και τόσο) αναφέρουν ότι φονταμενταλιστές θεωρούν ότι πρέπει να βρουν νέους τρόπους να αναβαθμίσουν τη δική τους μάχη. Αν θεωρούμε ότι οι «τζιχαντιστές» μιλούν ως μια ολοκληρωτική, βάρβαρη «οργάνωση», θα πρέπει και να σκεφτούμε ότι δεν πρέπει να αφήνουμε τη συζήτηση για την αντιμετώπισή τους μόνο στα γεράκια της Δύσης, γιατί αυτοί ξέρουν μόνο πολύ συγκεκριμένους τρόπους. Drones, γκουανταναμο και βόμβες επί δικαίων και αδίκων. Αλλά δουλειά μιας κάποιας αριστεράς είναι και να αναλογιστεί πως μιλάει  σε μια γκετοποιημένη κοινότητα ή σ’ ένα δήθεν ενσωματωμένο μουσουλμανικό πληθυσμό που πνίγεται στον δυτικό κόσμο, ζώντας την κατωτερότητα του πολιτισμού του, ως ένας μόνιμος άλλος. Και δουλειά μιας κάποιας αριστεράς είναι να αντιμετωπίζει τους φασίστες, όταν ήδη υπάρχουν. Γενικά χρειάζεται προσοχή. Θυμίζω ότι μία απ’ τις ελάχιστες εξεγερτικές διαδικασίες της πολυπληθούς μουσουλμανικής κοινότητας της Ελλάδας ήταν, όταν ο μπάτσος έσκισε το κοράνι στην Ομόνοια. Προφανώς βλέπουμε με χαρά τους εξεγερμένους μετανάστες, αλλά αν δεν μιλάμε και δεν συνυπάρχουμε μαζί τους σ’ όλες τους τις προσπάθειες, τότε γιατί η εξέγερσή τους να μην πάρει θρησκευτικό χαρακτήρα; Χαρακτήρα δηλαδή που θα τους ενώσει μεταξύ τους και θα τους διαχωρίσει από μας, αφού εμείς έτσι κι αλλιώς διαρκώς διαχωρίζουμε με χίλιους τρόπους τον εαυτό μας απ’ αυτούς, που σε τελική ανάλυση δεν είναι *ξένοι*, αλλά ο πάτος της εργατικής τάξης, το πιο υποτιμημένο της κομμάτι.

Κατά τ’ άλλα ο προοδευτικός κόσμος, εδώ και αλλού, αναλώθηκε να συζητάει αν τελικά το Charlie Hebdo ήταν τελικά ρατσιστικό ή όχι. Παράδειγμα εδώ. Ακούω το επιχείρημα που λέει ότι η σάτιρα δεν μπορεί να χτυπάει κυρίως μια μικρή κοινότητα που ήδη χτυπιέται από παντού, αλλά δεν είμαι σίγουρος ότι ίσχυε αυτό, καθώς αφενός δεν παρακολουθούσα το περιοδικό , αφετέρου κινδυνεύει να γίνει προβληματικός ένας συλλογισμός που αρχίζει να μετράει πως και πόσο μπορούμε να σατιρίζουμε κάποιον, ανάλογα με το πώς μπορεί να το εκμεταλλευτεί η κυρίαρχη ιδεολογία.

Με πείθει πάντως περισσότερο το άρθρο στο Jacobin. Εδώ ο αρθρογράφος εξηγεί αναλυτικά γιατί κάποια απ’ τα σκίτσα που κυκλοφόρησαν και που κοιτάχτηκαν ως ισλαμοφοβικά, δεν είναι τέτοια. Βγαλμένα απ’ το κοντεξτ τους και απ’ το πλαίσιο στο οποίο δημοσιεύτηκαν (δίχως ας πούμε το συνοδευτικό κείμενο), ασφαλώς είναι εύκολο να ερμηνευθούν ανάποδα απ’ τον αρχικό τους σκοπό. Ο αρθρογράφος πάει όμως ένα βήμα παρακάτω και λέει τα εξής. Το θέμα δεν είναι αν το Charlie Hebdo ήταν ρατσιστικό ή όχι, που δεν ήταν πιστεύει ο ίδιος. Το πρόβλημα είναι ότι το περιοδικό επέμενε να πατάει σε μια παράδοση (την περίφημη laicite) η οποία επιτίθεται σε κάθε θρησκεία (και εξουσία) κοροϊδεύοντας και γελοιοποιώντας τα πάντα και τους πάντες. Όμως σε έναν κόσμο σαν το σημερινό η πρόκληση είναι ένα περίεργο πράγμα. Σατιρικά σκίτσα για τον Χριστό ή τον Πάπα θα δεις παντού και πλέον το πιο πιθανό είναι μην τα σχολιάσεις καν. Η πρόκληση στον μεταμοντέρνο κόσμο είναι σχεδόν αδύνατη, όχι γιατί δεν υπάρχει συντήρηση ή θρησκοληψία, αλλά γιατί ο κόσμος κολυμπάει σε μια χαώδη απροσδιοριστία, όπου το νόημα απουσιάζει εντελώς και το σοκ μας αποχαιρετά καθώς βρισκόμαστε σε μια διαρκή αποχαύνωση και αμηχανία, απ’ την επανάληψη εκατομμυρίων φωτογραφιών και πλάνων νεκρών παιδιών σ’ όλον τον κόσμο. Δεν σοκαριζόμαστε με τίποτα γιατί τίποτα δεν σημαίνει κάτι. Οι μόνοι που μπορούν να προσβληθούν είναι πλέον κάποιοι μουσουλμάνοι που δεν ζουν βουτηγμένοι στο σημερινό Δυτικό Χάος, αλλά ακόμη κινητοποιούνται υπό το  βάρος κάποιου νοήματος . Γι’ αυτό το λόγο, εξηγεί ο αρθρογράφος, το περιοδικό είχε τόσο στοχεύσει στο Ισλάμ τον τελευταίο καιρό. Οι πιστοί του ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να προκληθούν. Συνεπώς, σ’ ένα κόσμο όπου όλα επιτρέπονται και τίποτα δεν έχει συνέπειες ώστε να μην μπορεί να συμβεί τελικά τίποτα πέρα απ’ αυτό που ορίζει η mainstream ιδεολογία, η σάτιρα του περιοδικού είχε καταλήξει να είναι απλά εκτός κοινωνικών συμφραζομένων ή άκυρη (cultural irrelevant την ονομάζει ο αρθρογράφος, ας το μεταφράσει κάποιος ωραία, αν μπορεί).

Και τελικά, το πιο σημαντικό που δεν λέμε, είναι ότι σ’ αυτόν τον πόλεμο μεταξύ πολιτισμών που μας φόρεσαν κι απ’ τις δύο κατευθύνσεις (αφήνοντας κατά μέρος το ποσοστό του εκατέρωθεν φτιαξίματος), η θέση μας δεν μπορεί να είναι ούτε με τους ακροδεξιούς, ούτε με τους φανατικούς, ούτε με τους δήθεν μετριοπαθείς (με όλα τα κέρδη του λευκού προνομίου). Η θέση μας είναι με τους μετανάστες, νόμιμους και χωρίς χαρτιά, με της γης τους κολασμένους, αφού μοιραζόμαστε μια παρόμοια τύχη. Το Φρούριο Ευρώπη σηκώνει τείχη και όπλα προς τα έξω και τείχη και όπλα προς τα μέσα.




Το τελευταίο σκίτσο του Wolinski

 

1

 

Την Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015 τρεις μασκοφόροι με καλάσνικοφ εισβάλλουν στα γραφεία του γαλλικού σατιρικού περιοδικού Charlie Hebdo σκορπώντας το θάνατο σε 12 άτομα, μεταξύ των οποίων τέσσερις από τους σκιτσογράφους του περιοδικού. Οι δράστες εικάζεται ότι είναι φονταμενταλιστές μουσουλμάνοι (γεννημένοι στη Γαλλία, όπως βγαίνει στην πορεία) οι οποίοι θέλησαν να τιμωρήσουν με αυτό τον τρόπο τους “άπιστους” που σε πολλά σκίτσα τους σατίριζαν το Ισλάμ, όπως και κάθε μορφή θρησκευτικού φανατισμού και μισαλλοδοξίας. Το γεγονός ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων, συμπαράστασης προς τα θύματα της επίθεσης αλλά και αναζωπύρωση του ρατσιστικού και ισλαμοφοβικού, συγκεκριμένα, λόγου στη Γαλλία και γενικότερα στην Ευρώπη.

Παρακάτω αλιεύουμε μερικές πληροφορίες γύρω από την ιστορία, ξεκινώντας από τον Wolinski σαν κεντρικό “ήρωα”, βλέποντας πως ο φανατισμός ιστορικά δεν είναι και πολύ φίλος με τη σάτιρα καθώς και πως συνδέεται όλο αυτό με τη δική μας περίπτωση, εδώ, στο απέναντι σκέλος του “Ελλάς-Γαλλία-Συμμαχία”.

Τα πρώτα χρόνια

Ο Wolinski (Georges Wolinski, 1934-2015) ήταν ο αρχαιότερος από τους τέσσερις σκιτσογράφους του περιοδικού, με παρουσία στο χώρο του σατιρικού σκίτσου από τη δεκαετία του 1960. Συμμετείχε στο σατιρικό μηνιαίο Hara-Kiri, του οποίου η μετέπειτα εβδομαδιαία έκδοση Hara-Kiri Hebdo θεωρείται ο “πρόγονος” του Charlie. Ο αιρετικός χαρακτήρας του Charlie Hebdo καταδεικνύεται από τη γέννησή του κιόλας, αφού το Hara-Kiri έκλεισε από τη γαλλική κυβέρνηση μετά το εξώφυλλο που ακολούθησε το θάνατο του Charles de Gaulle το Νοέμβριο του 1970. Τότε γεννήθηκε, σαν από τις “στάχτες” του de Gaulle το Charlie, με σαφή αναφορά στον εκλιπόντα Γάλλο πρόεδρο.

Στις 9 Νοεμβρίου 1970 ο Charles de Gaulle πεθαίνει στο σπίτι του στο Colombey-les-Deux-Églises. Σχεδόν μια εβδομάδα νωρίτερα μια φωτιά σε νυχτερινό κλαμπ είχε σκοτώσει 146 άτομα. Το εξώφυλλο έγραψε: "Τραγικός χορός στο Colombey: 1 νεκρός"

Στις 9 Νοεμβρίου 1970 ο Charles de Gaulle πεθαίνει στο σπίτι του στο Colombey-les-Deux-Églises. Σχεδόν μια εβδομάδα νωρίτερα μια φωτιά σε νυχτερινό κλαμπ είχε σκοτώσει 146 άτομα. Το εξώφυλλο έγραψε: “Τραγικός χορός στο Colombey: 1 νεκρός”

 

Η σάτιρα στο στόχαστρο

Οποιαδήποτε απολυταρχική δομή που σέβεται τον εαυτό της φαίνεται να έχει εξορισμού και πριν από κάθε άλλο ένα άγραφο πρόταγμα: καμία ανοχή στο διαφορετικό, καμία “άλλη άποψη”. Όταν σε αυτή τη συνταγή δε, η άλλη άποψη είναι η σάτιρα που στρέφεται πίσω σε αυτό το ήδη προβληματικό μόρφωμα, τα αποτελέσματα είναι καταστροφικά. Η ιστορία έχει δείξει πως τα μυαλά που έχουν γαλουχηθεί και δοθεί αποκλειστικά στο μίσος και την καταστροφή δεν μπορούν να επεξεργαστούν την κριτική και κατ’επέκταση τη σάτιρα, την πιο δημιουργική αλλά ταυτόχρονα περίπλοκη και δύσκολη μορφή κριτικής.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2005 η δανέζικη εφημερίδα Jyllands-Posten δημοσιεύει 12 σκίτσα του Μωάμεθ, με σκοπό τη συνεισφορά στη συζήτηση περί ισλαμισμού και της αυτολογοκρισίας που επικρατούσε (μόλις 4 χρόνια μετά την 9/11 και εν μέσω επιχειρήσεων των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή). Η αγωγή κατά της εφημερίδας απορρίπτεται τον Ιανουάριο του 2006 και σημαίνει την έναρξη παγκοσμίων διαδηλώσεων και ταραχών στις πρεσβείες της Δανίας, σημειώνονται επιθέσεις εναντίον χριστιανών αλλά και βομβιστικές επιθέσεις, συνολικά με πολλούς νεκρούς. Φυσικά ο δημιουργός ενός από τα δώδεκα σκίτσα, Kurt Westergaard, του οποίου το σκίτσο ήταν και το πιο επίμαχο, είχε επικηρυχθεί και τελικά υπήρξαν απόπειρες δολοφονίας εναντίον του.

Το φύλλο της Jyllands-Posten με τα σκίτσα του Μωάμεθ.

Το φύλλο της Jyllands-Posten με τα σκίτσα του Μωάμεθ.

 

Αυτό με την βόμβα στο τουρμπάνι προκάλεσε τη μεγαλύτερη οργή φανατικών ομάδων μουσουλμάνων ανά τον κόσμο.

Αυτό με την βόμβα στο τουρμπάνι προκάλεσε τη μεγαλύτερη οργή φανατικών ομάδων μουσουλμάνων ανά τον κόσμο.

Φυσικά, σε καμία περίπτωση τα παραπάνω γεγονότα δεν περιορίζονται στο χώρο του Ισλάμ. Χωρίς να αρχίσουμε μια τεράστια απαρίθμηση από περιστατικά όπου η σάτιρα και συγκεκριμένα το σκίτσο έχουν έρθει αντιμέτωπα με την άκρως πουριτανική χριστιανική εκκλησία, θυμίζουμε απλά το πιο πρόσφατο και απτό παράδειγμα για εμάς, με την περιβόητη θεατρική παράσταση στο θέατρο Χυτήριο που απεικόνιζε το χριστό ως γκέι και τα πλήθη φανατικών χριστιανών με την ευγενική χορηγία των φασιστών της Χρυσής Αυγής, που τελικά ακύρωσαν την παράσταση.

Τα λάθος συμπεράσματα

5

Κάποιος, λοιπόν που (ηθελημένα συνήθως) αγνοεί την αλήθεια της τελευταίας παραγράφου φτάνει πολύ εύκολα αλλά λανθασμένα και με δόλο στο συμπέρασμα ότι “φταίει το Ισλάμ”. Αυτή τη ρητορική έσπευσε να λανσάρει η Λεπέν στη Γαλλία μετά το χτύπημα, αυτή τη ρητορική φυσικά τρέξανε και τα δικά μας τα δεξιά και ακροδεξιά απερχόμενα ανθρωπάκια της κυβέρνησης να μας περάσουν και εδώ. Το πρόταγμά τους κοινό: “κακοί μουσουλμάνοι, γενικά κακοί μετανάστες, ΟΛΟΙ, τζιχαντιστές και μη (ας στέλναμε όπλα στον ISIS τόσο καιρό), κλείστε σύνορα, φράχτες, φράχτες, φράχτες”. Κλείνοντας την ημέρα της αναίσχυντης προπαγάνδας σε κάθε μέσο από τους γνωστούς γκεμπελίσκους, ο ίδιος ο Αντώνης Σαμαράς κάνοντας φτηνή προεκλογική πολιτική πάνω στα πτώματα του Charlie Hebdo δήλωσε (link youtube): “Σήμερα στο Παρίσι είχαμε μακελειό από βομβιστική (;) επίθεση με τουλάχιστον δώδεκα νεκρούς κι εδώ κάποιοι προκαλούν, προσκαλούν να πω καλύτερα, προσκαλούν κι άλλους λαθρομετανάστες και μοιράζουν από τώρα ιθαγένειες”.

Έφτασαν λοιπόν οι νεκροί του Charlie Hebdo, που με τα σκίτσα τους χτυπούσαν τη μισαλλοδοξία και το ρατσισμό, να χρησιμοποιούνται από τους απανταχού φασίστες και μισαλλόδοξους για να προωθήσουν και να μολύνουν κι άλλους με τις ίδιες ιδέες.

Ο Charb, ένας από τους τέσσερις νεκρούς σκιτσογράφους δήλωνε προφητικά το 2012:

Je n’ai pas peur des représailles. Je n’ai pas de gosses, pas de femme, pas de voiture, pas de crédit. ça fait sûrement un peu pompeux, mais je préfère mourir debout que vivre à genoux.

(Δεν φοβάμαι τα αντίποινα. Δεν έχω παιδιά, σύζυγο, αυτοκίνητο, ούτε πιστωτικές κάρτες. Μπορεί να ακούγεται λίγο πομπώδες αλλά θα προτιμούσα να πεθάνω όρθιος παρά να ζω γονατιστός.)

Σε πείσμα, λοιπόν, όλων αυτών που θέλουν να επικρατήσει το σκοτάδι, το μίσος και η άγνοια, κόντρα ακόμα και στο θάνατο θαρρείς, ο Wolinski θα δημοσιεύσει ένα τελευταίο σκίτσο σήμερα το πρωί, Πέμπτη 8 Ιανουαρίου στην Paris March, ένα σκίτσο που μας αφορά κιόλας, αφού δείχνει τον Ολάντ να καθησυχάζει τη Μέρκελ, λέγοντας πως οι Έλληνες θα τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους, χωρίς όμως να έχει δει τον γκρεμό που τον περιμένει μπροστά του.

Εδώ που είμαστε, βουλιάζοντας αργά αργά στην κινούμενη άμμο του φασισμού, βλέποντας τείχη να σηκώνονται στον Έβρο, χιλιάδες να σαπίζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και επιστροφή σε σκοτεινές εποχές χριστιανικού σκοταδισμού, ίσως να χρειαζόμαστε κάτι τέτοιους ανθρώπους, όρθιους, να μας θυμίζουν να μη ζούμε γονατιστοί.

Wolinski’s last comic, Paris March, 8/1/2015 "Είναι καλός ο δρόμος; Δεν θα το μάθω παρά στο τέλος..."

Wolinski’s last comic, Paris March, 8/1/2015 “Είναι καλός ο δρόμος; Δεν θα το μάθω παρά στο τέλος…”