1

προβοκάτορες, τζάμια, καταγγελίες και άλλα

 

Μετά από τόσα κείμενα, συζητήσεις, ατυχή δελτία τύπου και απλά σιχτίρια είναι προφανές. Στο αντιφασιστικό διήμερο που διοργανώθηκε προς τιμή του Παύλου Φύσσα, ήμαστε για άλλη μια φορά ανεπαρκείς. Δεν ήταν συγκλονιστικό το διήμερο, δεν τρόμαξαν οι φασίστες, δεν βγήκε ένα σαφές μήνυμα, ούτε τέθηκαν με ωραίο τρόπο προς συζήτηση οι διαφορετικές οπτικές γύρω απ’ την αντιμετώπιση της Χ.Α. αλλά και γενικότερα του φασιστικού φαινομένου. Στις άπειρες γνώμες που μας προσφέρουν τα social media, αυτή η βόμβα διάχυσης της σύγχυσης αλλά και φορέας απίθανου πλούτου, θα προσθέσω μερικές σκέψεις ακόμη.

3

φωτο: Γιάννης Νικολόπουλος

Μαχητικός αντιφασισμός δεν είναι τα ασυντόνιστα και δίχως προφανή σκοπό σπασίματα. Δεν είναι τα σπασίματα που γίνονται στο πλάι μιας πορείας, της οποίας πολλοί συμμετέχοντες εμφανώς δυσφορούν και ενώ μάλιστα αυτοί που σπάνε μπαινοβγαίνουν στο κυρίως σώμα της πορείας για προστασία. Δεν είναι μαχητικός αντιφασισμός τα σπασίματα σε γειτονιές στις οποίος ο ντόπιος κόσμος εμφανώς δυσφορεί και ακόμη σημαντικότερο δεν καταλαβαίνει. (Προλαβαίνω το ερώτημα: μα θα καταλάβει κάποτε; Πότε και τι;) Το πρόβλημα όσων ήταν την Πέμπτη στο Κερατσίνι δεν ήταν αυτό καθεαυτό το σπάσιμο (δε θα κλάψουμε για τα τζάμια σώνει και καλά), αλλά ο τρόπος που γινόταν. Ασυλλόγιστα, χωρίς στόχο, χωρίς νόημα και χωρίς να συμβαδίζει με ένα γενικότερο αίσθημα. Ας ακούσουμε και τις μαρτυρίες ανθρώπων που είναι από την περιοχή. Οι εκεί κάτοικοι δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζονται είτε ως επάρατοι μικροαστοί (αφού κάθονται ήσυχοι και αμήχανοι είναι ο εχθρός), είτε ως βρέφη (εμείς οι συνειδητοποιημένοι αριστεροί θα τους πάρουμε απ’ το χέρι και αφού τους χαϊδέψουμε θα τους αποκαλύψουμε το φως της αλήθειας και αυτοί θα έρθουν προς εμάς κλπ κλπ).

Μαχητικός αντιφασισμός δεν είναι οι καταγγελίες της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι η αστυνομία αυθαιρετεί, χτυπά, κάνει συλλήψεις στο σωρό. Όχι σήμερα, όχι πλέον. Δεν έχει νόημα να ζητάς τα ρέστα σε μορφή ΕΔΕ ή απλού δελτίου τύπου από τους θεσμούς οι οποίοι οργανώνουν το είδος και τη μορφή της καταστολής. Ο τρόπος που κινούνται οι ΔΕΛΤΑ, οι ΔΙΑΣ και τα ΜΑΤ δεν είναι μια σύμπτωση, ένα τυχαίο γεγονός ή μια υπερβολή των συγκεκριμένων ένστολων. Είναι η επιλογή για την αντιμετώπιση της διαμαρτυρίας. Δεν έχει νόημα να τραβάμε τα μαλλιά μας και να φωνάζουμε σαν παιδιά, είναι αδικία. Δεν είναι αδικία, είναι η πολιτική πραγματικότητα.

4

φωτο: Γιάννης Νικολόπουλος

Μαχητικός αντιφασισμός δεν είναι η διαρκής και αδιάκοπη προβοκατορολογία. Όποιοι σπάνε είναι ασφαλίτες. Όποιοι προκαλούν την τάξη είναι ασφαλίτες. Όποιος σηκώνει το χέρι είναι ασφαλίτης. Ο λόγος περί ασφαλιτών καλό θα ήταν μερικές φορές να αντιμετωπίζεται με ένα απλό ουδέν προς ημάς. Αν τους ξέρουμε μπορούμε να τους απομονώσουμε. Αν δεν τους ξέρουμε δεν μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε. Το να ανακαλύπτουμε όμως κάθε φορά που συμβαίνει κάτι ασφαλίτες (και τις ταυτότητές τους) απλά για να ξεμπερδέψουμε, πάει πολύ και δεν βοηθάει καθόλου. Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει η επιλογή της αυτοπροστασίας, της περιφρούρησης και το σπουδαιότερο της συλλογικής απόφασης για το είδος της πορείας, της διαμαρτυρίας κλπ.

Μαχητικός αντιφασισμός δεν είναι ο ευκαιριακός αντιφασισμός, σε όποια μορφή συναντάται, δηλαδή είτε ως κρατικός είτε ως απλά χλιαρός. Σ’ ένα άρθρο του στην La Stampa το 1987 ο Primo Levi σχολιάζει σχετικά με τη διάθεση των Συμμάχων να σταματήσουν την τραγωδία του Ολοκαυτώματος: «Είναι αλήθεια ότι οι Αμερικάνοι αρνήθηκαν να βομβαρδίσουν τις σιδηροδρομικές γραμμές προς το Άουσβιτς (ενώ αντίθετα βομβάρδισαν συχνά την παρακείμενη βιομηχανική ζώνη) και είναι επίσης αλήθεια ότι για την παράλειψη παροχής βοήθειας οι Σύμμαχοι πρόβαλαν λόγους ανήθικους, δηλαδή το φόβο της παροχής φιλοξενίας και βοήθειας σε εκατομμύρια πρόσφυγες και επιζώντες». Οι Σύμμαχοι στον αγώνα ενάντια στο φασισμό μέτρησαν την οικονομική ζημιά από τη φιλοξενία που θα παρείχαν στους πρόσφυγες και δεν την βρήκαν συμφέρουσα, οπότε ο αντιφασισμός τους σταμάτησε στην είσοδο των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στις αποκαλύψεις για τα πεπραγμένα του Μπαλτάκου ή να ξαναπαρακολουθήσουμε τα δεκάδες βίντεο στο youtube που δείχνουν τις σχέσεις αστυνομίας – Χ.Α. στο δρόμο. Δεν χρειάζεται να ξαναδιαβάσουμε το Ο ελληνικός φασισμός στον Μεσοπόλεμο  από τις εκδόσεις antifa scripta για να θαυμάσουμε τον διαχρονικό ελληνικό *κρατικό αντιφασισμό*. Δεν χρειάζεται καν να υπενθυμίσουμε ότι πίσω απ’ τις δήθεν θεσμικές πρωτοβουλίες του ΠΑΣΟΚ βρίσκονται οι ίδιοι άνθρωποι που, θεσμικά πάντα, έφτιαξαν και καθιέρωσαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών. Ο ρατσισμός των θεσμών έχει φάει τις σόλες του στο πήγαινε έλα νυχθημερόν μεταξύ τηλεοπτικού παράθυρου και βουλευτικού έδρανου να μας λέει  ότι οι μετανάστες είναι πρόβλημα αλλά δε συμφωνούμε με τις ακρότητες της Χ.Α., αυτών των παραπλανημένων ακτιβιστών.

2

φωτο: Γιάννης Νικολόπουλος

Μαχητικός αντιφασισμός δεν είναι η συγκρότηση μετώπου με κάθε ευκαιριακό σύμμαχο που νομίζει (κι αυτό για χάρη της τηλεθέασης) ότι το πρόβλημα ( ο φασισμός ) είναι η Χ.Α. τελεία και παύλα και εκεί τελειώνουν όλα. Αυτοπαρουσιάζονται live τον τελευταίο καιρό διάφοροι τέτοιοι αντιφασίστες οι οποίοι θεωρούν πρόβλημα τη Χ.Α. αλλά δικαιολογημένο το ρατσισμό της. Όποιος επιθυμεί να παραμένει τυφλός απέναντι στο κοινωνικό ρεύμα που φλερτάρει και χαριεντίζεται με το φασισμό, δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να τοκίζει σε τελική ανάλυση το πρόβλημα. Υπενθυμίζω ξανά (και ξανά) τη φράση του Ελεφάντη «το πρόβλημα είναι ότι ξεκινήσαμε ως κομμουνιστές και καταλήξαμε αντιφασίστες».

Αλλά αν μαχητικός αντιφασισμός δεν είναι όλα αυτά, τότε τί είναι; Αυτή δεν μπορεί παρά να είναι μια ερώτηση που οφείλει να απαντηθεί συλλογικά και ακόμη περισσότερο να πραγματωθεί συλλογικά.

Και κάτι ακόμη.

Φτάνοντας στο Κερατσίνι την Πέμπτη, πριν ακόμη από τις γνωστές συζητήσεις για την εκτίμηση του κόσμου που έχει συγκεντρωθεί, πέσαμε μπροστά σε δυο τρία ενδιαφέροντα περιστατικά, που τράβηξαν την προσοχή. Στην αρχή της Τσαλδάρη φωνές. Ένας μίνι τσακωμός μεταξύ τριών παιδιών. Τίποτα το μη συνηθισμένο, απλά έμεινε λίγο περισσότερο η εικόνα εξαιτίας της έντασης της σκηνής. Γιατί να τσακώνονται με τέτοιο τρόπο δύο – προφανώς σύντροφοι – αυτή την ώρα σε μια τέτοια συγκέντρωση; Συνεχίζω να προχωράω γιατί η αλήθεια είναι ότι άνθρωποι είμαστε και μάλιστα στην Ελλάδα του 2014, οπότε λογικό είναι τα νεύρα να είναι τεντωμένα. Μετά από λίγα μέτρα περνάει από δίπλα μας παρέα τεσσάρων εικοσάρηδων. Η κουβέντα του ενός είναι χαρακτηριστική, το ύφος του όμως, που δυστυχώς δεν μπορώ να μεταφέρω, ακόμη περισσότερο: «καλά μερικές εδώ πέρα, δεν έχουν έρθει για πορεία έτσι που είναι ντυμένες, για πούτσα έχουν έρθει». Κοίταξα με την ελπίδα να δω ένα χαμόγελο, ας πούμε ότι ήταν μια πλάκα μεταξύ παιδιών, συνηθισμένες οι χοντράδες και ποιος δεν έχει πει την αηδία του; Κανένα χαμόγελο. Η συζήτηση ήταν σοβαρή και όντως είναι καλοκαίρι και τα κορίτσια είχαν έρθει με καλοκαιρινές φορεσιές. Φεύγοντας, αργά το βράδυ είδαμε δυο παιδιά να παίζουν μπουνιές πλάι στους ΜΑΤάδες που κοιτούσαν χαλαροί και απορημένοι.

Η αρρώστια που δέρνει το κοινωνικό σώμα ασφαλώς δε θα άφηνε απ’ έξω το κίνημα (με ό,τι τέλος πάντων εννοούμε λέγοντας κίνημα). Δεν είναι μόνο η γενικότερη βουβή οργή, η απόγνωση, ο πανταχού παρών σεξισμός ή απλά το περίφημο no hope. Οι αιτίες στην αρρώστια που μας δέρνει, στη βαρύτατη μιζέρια, στο λυμένο ζωνάρι και στο μάτι που γυρνάει σα σβούρα, θα πρέπει να αναζητηθούν και σε αυτό που υπαινίσσεται η Ανν Τριστάν στη συνέντευξή της στα Ενθέματα: «να ξεκινήσουμε αναδεικνύοντας συλλογικά στον δημόσιο χώρο έναν άλλο «πόλο». Ο αγώνας ενάντια στον φασισμό γίνεται στον δρόμο, μπροστά στα μάτια όλων». Με άλλα λόγια, δεν ζούμε για να τρέχουμε από άμυνα σε άμυνα, ασθμαίνοντας.




Μια γυναικεία κολεκτίβα

 
DSC_0847

Μπορεί να τις έχεις συναντήσει πίσω από τους πάγκους των εργαστηρίων τους σε εκείνο το χωριό του Πηλίου, της Μυτιλήνης, του Έβρου και σκέφτηκες ότι ακόμη και αν δεν είσαι φανατικός των χειροποίητων λικέρ ή των μαρμελάδων, η καλή διάθεση και η δυναμική πρωτοβουλία τους αρκούν για να τις ενισχύσεις. Η ίδρυση γυναικείων συνεταιρισμών ξεκίνησε δειλά αλλά πλέον εξελίσσεται στο κατεξοχήν μοντέλο συσπείρωσης, κοινωνικοποίησης, οικονομικής χειραφέτησης.

Ίσως ο εντοπισμός τέτοιων δομών να είναι πιο εύκολος στην επαρχία όπου το μέγεθος της κοινότητας επιτρέπει την ορατότητα τους  αλλά και η ποικιλία των πρώτων υλών διευκολύνει το αντικείμενο της ενασχόλησης.  Τι γίνεται όμως με τις γυναίκες της πόλης που επιθυμούν να δοκιμαστούν σε μια συνεταιριστική επιχείρηση. Και αν δεν είναι η παραγωγή τοπικών προϊόντων, τότε μπορεί να είναι υπηρεσίες; Και αν δεν είναι στην άκρη του χωριού, τότε μπορεί να είναι σε ένα στενό αυτής της πόλης; Και αν δεν είναι μόνο η ανάγκη ενίσχυσης του οικογενειακού προϋπολογισμού και συναναστροφής, μπορεί να είναι και η ανάγκη διαμόρφωσης ενός χαρούμενου και μη τοξικού εργασιακού περιβάλλοντος;

Οι οκτώ συνιδρύτριες του Beaver το δοκίμασαν και το εγχείρημα τους αποτελεί μια ευχάριστη αναφορά σε μια εναλλακτική μορφή εργασίας. Η Άννα, η Νανά, η Αρετή, η Ερμίνα, η Κατερίνα, η Μαρία, η Σοφία και η άλλη Μαρία αποφάσισαν να διαμορφώσουν έναν χώρο στο κέντρο – απόκεντρο της πόλης όπου θα πιεις καφέ, θα παρακολουθήσεις ταινίες, ντοκιμαντέρ, βιβλιοπαρουσιάσεις, θα συμμετέχεις σε εργαστήρια, θα βρεθείς σε συζητήσεις ευαισθητοποίησης για το γυναικείο ζήτημα και θα είσαι από τους πρώτους που θα συναντήσουν γυναικείες δημιουργίες – καλλιτεχνικές και επιστημονικές που έχουν πολύ θετική ανταπόκριση. Ως σκέψη αλλά και δράση, το Beaver φαίνεται να πηγαίνει ένα βήμα παρακάτω στο πεδίο των γυναικείων συνεταιρισμών καθώς ήταν πρωτίστως οι εμπειρίες των ιδρυτριών που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα της κολεκτίβας. Οι εμπειρίες έχουν να κάνουν με τις προσπάθειες αυτών των γυναικών να λειτουργήσουν και να επιβιώσουν σε μια εχθρική αγορά εργασίας. Αξιοποιώντας τα βιώματα τους ως αντιπαραδείγματα, κατέληξαν να φτιάξουν ένα γόνιμο και μη καταπιεστικό περιβάλλον δουλειάς και συνεύρεσης.

DSC_0876
Όπως μας εξήγησαν, οι περισσότερες βρίσκονταν σε εργασιακή επισφάλεια (πωλήτριες σε εμπορικά καταστήματα και καταστήματα εστίασης, υπάλληλοι τεχνικών γραφείων),  με πλήρη αντίληψη της χαμένης υπεραξίας τους και με απουσία κάθε δημιουργικής έκφρασης. Στο μυαλό όλων τους ήταν η δημιουργία ενός κατά το δυνατόν ιδανικού εργασιακού χώρου, χωρίς «αφεντικά», ταξικές και έμφυλες διακρίσεις αλλά ισότιμα μέλη που θα προσδιορίζουν από κοινού τους όρους εργασίας, με σταδιακή παροχή αξιοπρεπών εργασιακών δεδομένων (ικανοποιητικός προς διαβίωση μισθός χωρίς εξοντωτικό ωράριο εργασίας, ασφάλεια) και κυρίως πλήρη απομάκρυνση από την λογική της απομύζησης, όπως άλλωστε την είχαν ζήσει με τις εργοδοσίες του παρελθόντος. Επίσης, αναρωτηθήκαμε αν ήταν εύκολη η απόφαση για αυτές που εργάζονταν σε μια περισσότερο «ασφαλή» εργασία να ενταχθούν στην συνεταιριστική επιχείρηση, αν είχε κόστος και πως τελικά αντισταθμίστηκε. Η απάντηση τους είναι αβίαστη: εκτός από κάποιες που διατηρούν παράλληλα μια εργασία, οι πιο πολλές δεν είχαν κανένα προβληματισμό για το αν έπρεπε να αφήσουν πίσω μια εργασία πενθήμερου, εξάωρου, τριακοσίων ευρώ και ας τους παρουσιάζονταν ως μια «ασφαλή» περίπτωση για τους καιρούς που διανύουμε. Αν και το Beaver μετράει μόνο λίγο χρόνο λειτουργίας, έχει καταφέρει να τους εξασφαλίζει το στοιχειώδες εισόδημα. Σαφώς διευκρινίζουν ότι η κολεκτίβα άνοιξε ένα αχαρτογράφητο πεδίο ευθυνών που απαιτεί την ολοκληρωμένη και ταυτόχρονα εξειδικευμένη σκέψη προκειμένου να επιβιώσει και ασφαλώς απαιτεί την συνύπαρξη, σύνθεση οκτώ διαφορετικών προσωπικοτήτων. Τονίζουν ότι χρειάζεται συνεχή προσπάθεια για να υπάρχουν τα προσδοκώμενα οφέλη αλλά κυρίως να τελειοποιήσουν τις ιδανικές συνθήκες εργασίας που ήταν και το αρχικό κίνητρο.

Στην απορία μας αν θα σκέφτονταν να επιστρέψουν σε αντικείμενα εργασίας που είχαν πριν το ξεκίνημα της κολεκτίβας σε περίπτωση που αυτή τελικά δεν προχωρούσε σύμφωνα με τις προσδοκίες τους, μας απάντησαν ξεκάθαρα ότι κάποιες θα προσπαθούσαν να συμμετέχουν σε αντίστοιχα νέα εγχειρήματα, ίσως άλλες να σκέφτονταν την μετανάστευση σε χώρα του εξωτερικού αλλά σίγουρα η επιστροφή σε χώρους εργασίας από τους οποίους «έφυγαν τρέχοντας» θα ήταν η τελευταία λύση ανάγκης.

DSC_0878

Οι γυναίκες του Beaver προτείνουν ανεπιφύλακτα την συνεργασία μεταξύ γυναικών, ενθαρρύνοντας και άλλες ομάδες να οραματιστούν, χωρίς δισταγμό σε εμπόδια και κυρίως να ζητήσουν την συνδρομή παρόμοιων εγχειρημάτων αφού κατά την γνώμη τους, η αλληλεγγύη στην πράξη είναι τα βασικά συστατικά της δημιουργίας ενός διαφορετικού τρόπου εργασιακής και οικονομικής οργάνωσης. Στην καταληκτική μας ερώτηση αν αυτό το μοντέλο μπορεί να αποτελεί και πολιτική στάση, η απάντηση είναι απόλυτη «σαφώς και είναι πολιτική στάση αφού τέτοιες συνεργατικές προσπάθειες δημιουργούν ισχυρότερες δυναμικές που θα αμφισβητούν έμπρακτα την κυρίαρχη οργάνωση της εργασίας και γενικότερα την δικτατορία της καπιταλιστικής οικονομίας».

Από την φιλία, τις κοινές αναζητήσεις και τις συναντήσεις σε φεμινιστικούς πολιτικούς χώρους, σε ένα κοινό ταξίδι για την δική τους εργασιακή Ιθάκη.




Το καλοκαίρι των Άλλων

 

Διαβάζοντας αυτές τις ημέρες στην παραλία της Ψερίμου το δοκίμιο του Παπαγιώργη «περί μνήμης»,  έρχομαι αντιμέτωπος με ένα πρωτόγνωρο για τα βιωματικά μου δεδομένα γεγονός. Ενώ έχω ήδη στήσει τη σκηνή μου και έχω ήδη φροντίσει όλα τα συμπαρομαρτούντα ως καλός κατασκηνωτής, μόνος και έρημος σε μία μοναχική παραλία της Ψερίμου, να που βλέπω με την άκρη του ράθυμου ματιού μου πέντε ανθρώπους να περπατάνε στον ήλιο και να κατευθύνονται προς εμένα. Ο ένας στη μέση, ντυμένος στα λευκά και με καπέλο ψάθινο εποχής, με ξεγελάει προς στιγμήν. Τουρίστες στο νησί δεν υπάρχουν και η αντίληψή μου, η διαδικασία δηλαδή συλλογής μνήμεων και η επεξεργασία τους από τη φαντασία κατά Παπαγιώργη, εξαπατάται. Στιγμιαία, αρνούμαι να αποδεχθώ το προφανές, ότι δηλαδή αυτοί οι άνθρωποι, αφημένοι στη μοίρα τους σε ένα απόμακρο νησί του Αιγαίου από έναν Τούρκο «διαμεσολαβητή» δε γνωρίζουν που βρίσκονται, που πάνε και τελικά ποιοι είναι.

Η ιστορία είναι γνωστή από τα Μέσα Ενημέρωσης, έστω και από την αντίθετη πλευρά. Εξαντλημένοι λοιπόν από τον ήλιο και τη σύγχρονη συστημική αντίληψη περί εθνών κρατών, χωρίς καθόλου νερό εδώ και ώρες, με ρωτάνε πως θα πάνε στο μεγάλο νησί και μου δείχνουν την Κω. Ο Τούρκος σύγχρονος δουλέμπορος τους παράτησε στην Ψέριμο ως πιο ακίνδυνο για αυτόν προορισμό ενώ τους είχε τάξει Κω. Ώρες μετά, το λιμενικό «αγωνιά» να βρει και τους άλλους δεκαπέντε που ξεφόρτωσε ο ίδιος λαθρέμπορος στο νησί. Αν δεν τους κλείσουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, θα τους επαναπροωθήσουν άμεσα στην άλλη πλευρά του Αιγαίου πριν προλάβουν να αιτηθούν ασύλου.

Εικόνες καλοκαιριού. Όχι αυτού που έχω συνηθίσει τόσα χρόνια αλλά ενός άλλου αλλοιωμένου από τη σύχρονη φρίκη που βιώνουν κάποιοι άλλοι ή οι «Άλλοι», συμπτωματικά στον ίδιο τόπο με εμένα. Εγώ απολαμβάνω την ελεύθερη κατασκήνωση προκειμένου να σβήσω από τη μνήνη μου ή και την ανάμνησή μου όλα όσα αφήνω πίσω μου για ένα 15ήμερο από το μικροαστικό μου περιβάλλον και οι άλλοι αγωνιούν να σβήσουν το φρικαλέο παρόν τους που τους κυνηγάει παντού. Σκέφτομαι ότι εδώ η θάλασσα είναι ένα κοινό μας στοιχείο στη για λίγο συμπτωματική καλοκαιρινή μας συνύπαρξη. Εγώ τη χρησιμοποιώ σαν μέσο σωτηρίας από τη συνεχή φθορά μου και αυτοί τη βλέπουν σαν εμπόδιο που φτάνει μέχρι να τους πάρει τη ζωή. Εγώ βάζω αντιλιακό και πίνω πλαστικό νερό προκειμένου να προστατευθώ από το ανελέητο κίτρινο του ελληνικού καλοκαιριού και αυτοί δε λογαριάζουν τίποτα προκειμένου να πορθήσουν την Ευρώπη φρούριο και την ανεπανόρθωτα δεξιόστροφη μεταναστευτική πολιτική της Ελλάδας.

Σκέφτομαι λοιπόν τις συνεχείς αλλαγές του μεταναστευτικού δικαίου που μόνο σκοπό έχουν να μην συνδράμουν στη διευκόλυνση της μετανάστευσης των συνανθρώπων μου. Νόμοι, νομοθετήματα και προεδρικά διατάγματα πιο πολλά και από τον αριθμό των μεταναστών. Σκέφτομαι ακόμα ότι όλοι αυτοί οι νόμοι τόσο πολύ έχουν ταυτιστεί με την έννοια της μετανάστευσης ώστε πρέπει συνεχώς να αλλάζουν και να κινούνται πριν προλάβουν να εφαρμοστούν. Θυμάμαι και την πρακτική αντιμετώπιση των μεταναστών από τα κρατικά όργανα. Από τους τότε νεοεμφανιζόμενους συνοριοφύλακες που «καλοδέχονταν» τους μετανάστες από την Αλβανία το 1992, μέχρι να συνετιστούν και να σταματήσουν να προσπαθούν να περάσουν τα βόρεια σύνορά μας, έως το πρόσφατο Φαρμακονήσι όπου ακόμα ερευνάται ο ρόλος του λιμενικού ως προς τα γυναικόπαιδα που πνίγονταν σε φόντο βαθύ μπλε. Τόσο οι δεξιές και ακροδεξιές κυβερνήσεις της χώρας μας όσο και το σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ δεν πήραν ποτέ στα σοβαρά το ζήτημα εισόδου στην ελληνική επικράτεια κυμάτων συνανθρώπων μας, ενώ οι πολιτικές τους χαρακτηρίζονταν πάντα όπως και ο μέσος Έλληνας, από έντονη ψυχοπαθογένεια. Ακραία καταστολή, ημίμετρα χωρίς αποτέλεσμα, απάνθρωπη μεταχείριση.

Σκέφτομαι ακόμα την απούσα ευρωπαϊκή Ένωση όπου ο οικονομικός και εμπορικός της χαρακτήρας ρούφηξαν με μανία ότι σχετιζόταν με την άσκηση εξωτερικής και μεταναστευτικής πολιτικής, μετατρέποντας την σε ένα τέρας τιμωρητικό που ανέχεται τα ανθρώπινα δικαιώματα μόνο όταν αφορούν στα δικά του παιδιά. Το Δουβλίνο ΙΙ και οι πρόδρομοί του μοιάζουν με άγουρα φρούτα που δε θα ωριμάσουν ποτέ ενώ η Catherine Aston παίζει τον άχαρο και περιττό ρόλο του δικού μας Προέδρου της Δημοκρατίας. Η απραξία της αναιρεί την ύπαρξή της και μας θυμίζει το γραφειοκρατικό παραπαίον ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Σκέφτομαι πάλι τον Παπαγιώργη και τη συνέχιση της μνήμης από την αντίληψη, το γεγονός δηλαδή της ένωσης του τώρα που γίνεται παρελθόν με το παρόν και του παρόντος με το μέλλον και πόσο αυτή η συνέχιση έχει εδώ διαρραγεί. Η βιωματική μας μνήμη υπνώττει και τη θέση της έχει πάρει η αυτοματοποιημένη δράση μας, κενή ουσίας και χωρίς να μπορεί πλέον να αποτυπώνει το είδωλο του αντικειμένου της μετανάστευσης στο ψυχικό μας κομμάτι, αυτό που έχε τραφεί αιώνες τώρα στο μεσογειακό χώρο, στη χώρα μας, στην ιστορία μας από τη μετακίνηση πληθυσμών, συνήθως βίαια ή από ανάγκη. Μένει λοιπόν αυτό που θα αποτελέσει τη γέφυρα από την ενοχική μου φετινή ελεύθερη κατασκήνωση στην ορθή και ανθρώπινη μεταχείριση των συνανθρώπων μου που εισέβαλαν για λίγο στο φετινό μου φωτεινό καλοκαίρι.




Notes from Berlin

 

Μια βροχερή μέρα του Φλεβάρη περπατούσα σε έναν δρόμο ερημικό του Βερολίνου κοντά στο γραφείο  μου. Λίγα μέτρα παρακάτω προπορευόταν ένας κύριος ηλικιωμένος με ένα ιδιόρρυθμο βήμα. Μου φάνηκε πως έσερνε το αριστερό του πόδι. Ήταν βιαστικός. Τον συνόδευε ένας όμορφος μεγάλος σκύλος. Προσπέρασα τους δυο τους αλλά με πρόφτασαν στην αποβάθρα. Άκουσα τον κύριο να μιλάει στα γαλλικά στον σκύλο και συνειδητοποίησα πως τα  γαλανά μάτια του έμεναν ακίνητα σφηνωμένα σε μια κατεύθυνση, κοιτούσαν στο κενό. Όσο περισσότερο τον παρατηρούσα τόσο πιο συμπαθή τον έβρισκα. Με τα δυο μπουφάν και το γκρίζο μάλλινο γιλέκο, τα ορθοπεδικά παπούτσια και την λεπτοκαμωμένη του κορμοστασιά, μιλούσε στον σκύλο με περίσσια ευγένεια . Λίγα λεπτά αργότερα το τρένο έφτανε στην αποβάθρα. Στεκόμουν λίγα μέτρα δίπλα τους, με μια μικρή αγωνία παραμάσχαλα. Με τα άθλια γαλλικά μου κατάλαβα από τον τονισμό πως ο κύριος καλούσε το σκυλί να βρει τη πόρτα του βαγονιού, να τον οδηγήσει μέσα. Έκανα νόημα στο σκυλί αφού άνοιξα  την πόρτα του βαγονιού μπροστά μου και το σκυλί με ακολούθησε.  Ο τυφλός κύριος αγκάλιασε και φίλησε το σκυλί από την ευχαρίστηση του που βρήκε τον δρόμο για το βαγόνι. Κάθησαν απέναντι μου και σε όλη την διαδρομή τους παρατηρούσα συγκινημένη. Δίπλα στον κύριο μια κοτσωνάτη κυρία τον ρωτά πόσο χρονών είναι ο σκύλος. Δυο ετών απαντά ο κύριος σε σπαστά γερμανικά:  ZweiJahren. Ο κύριος γέρνει στο ξύλινο διάζωμα και λαγοκοιμάται. Σχεδόν αυτόματα αρχίζω να αναρωτιέμαι, πως ο τυφλός γαλλόφωνος κύριος έφτασε στην άκρη του Βερολίνου, πως έμαθε γερμανικά, πόσες δυνάμεις χρειάζεται καθημερινά για να ανταπεξέλθει, αν έχει κάποιον στο σπίτι να τον προσέχει, αν του φτάνει η σύνταξη να ζήσει, αν έχει παιδιά που ανησυχούν. Η σκέψη μου τρέχει, καλπάζει και δεν σταματώ να χαζεύω τον αξιαγάπητο σκύλο και τον κύριο του. Όταν σηκώνονται να κατέβουν, κρατιέμαι με δυσκολία να μην επέμβω, να μην του πω έναν γλυκό λόγο, ένα «πάμε να σε κεράσω ένα κρασί να μοιραστούμε μια γωνιά από τις παράταιρες ζωές μας».

Πέρασε ο καιρός και για κάποιον ανεξήγητο λόγο όλο και πιο συχνά θυμόμουν τον κύριο και το όμορφο σκυλί του. Γεννήθηκε μέσα μου μια γλυκιά συμπάθεια. Ήθελα να τον πάρω από το χέρι και να τον πάω να μυρίσει τις μπιγκόνιες του βοτανικού κήπου στο Steglitz. Ήθελα να περπατήσω μαζί του στις όχθες του Spree και να μου εξιστορήσει τη ζωή του. Ήθελα να τον πάω να φάει φαλάφελ στο αγαπημένο μου σουδανέζικο εστιατόριο. Θα ήθελα να μπορώ να του λέω αστεία και να χαζολογάμε στα γρασίδια του Treptower Park. Να του περιγράφω το θράσος των σπουργιτιών και την αρμονία των χρωμάτων στα κυνηγητά των ξέγνοιαστων εφήβων.

berlin_

Πριν μια εβδομάδα τους συνάντησα ξανά στον ίδιο δρόμο. Αυτή τη φορά με ακολουθούσαν στο Ινστιτούτο. Προπορευόμουν κι έριχνα κλεφτές ματιές πίσω μου –δεν το πίστευα- χαμογελαστή και συγκινημένη. Περίμενα να φθάσουν για να τους ανοίξω την πόρτα. Ήμουν εκεί να τους παρακολουθώ να ανεβαίνουν τα σκαλιά του Ινστιτούτου και να διασχίζουν τον μακρύ διάδρομο. Μισή ώρα αργότερα έβλεπα τον σκύλο να τρέχει στον απέναντι διάδρομο χαρούμενος, να κουνάει την ουρά του παιχνιδιάρικα. Πίσω του ο κύριος με άλλους δυο κυρίους, βγήκαν στην αυλή και πήραν τον δρόμο για την καντίνα. Ο ένας κύριος τον κρατούσε από το μπράτσο και ο σκύλος διέσχιζε την αυλή με ξέχειλη χαρά.  Ο τυφλός κύριος χαμογελούσε. Δεν θυμάμαι να έχω ξαναδει τέτοια αήττητη ομορφιά. Βαθιά ανθρώπινη, συγκινητική ομορφιά.

Όπως έλεγε και ο Kant, η εμπειρία της ομορφιάς μπορεί να αποτελέσει μια συγκαλυμμένη θεϊκή εμπειρία. Η συνάντηση με τον γαλλόφωνο τυφλό κύριο στιγμιαία με έπεισε ό,τι ο κόσμος αποκτά νόημα.

Πού βρίσκεται το νόημα του κόσμου όταν οι κοινωνίες αφορίζουν το διαφορετικό, το κλωτσούν σαν ξένο σώμα ή επεμβαίνουν ώστε να το φέρουν στα μέτρα της κανονικότητας; Η ομορφιά δεν βρίσκεται στη νόρμα, στα καλοσιδερωμένα πουκάμισα και τα γυαλιστερά παπούτσια των επιτυχημένων τριαντάρηδων. Η ομορφιά είναι κρυμμένη στις ρυτίδες του παππού μου και στα χαμένα δόντια του πατέρα μου. Η ομορφιά είναι στα μούσια της κοπέλας που κέρδισε τον διαγωνισμό της Eurovision. Η ομορφιά ξεπηδά από το απελπισμένο χαμόγελο του αστέγου και περιφέρεται στα παγωμένα σοκάκια των πόλεων. Στα συσπειρωμένα πλήθη της Κωνσταντινούπολης και του Σάο Πάολο που διαμαρτύρονται για τις τύχες των παιδιών τους.

Κι όπως είπε κι ένας φίλος «ποιό το νόημα τέλος πάντων, αν δεν μπορούμε να κάνουμε τους γύρω μας ευτυχισμένους;» Κάθε μέρα στον δρόμο για το γραφείο κοιτώ μπροστά και πίσω μου ελπίζοντας να μου δοθεί η ευκαιρία να αποσπάσω ένα χαμόγελο από τον όμορφο αυτό κύριο και να χαϊδέψω το σκυλί του.




τώρα πια κανείς δεν αστειεύεται

 

Νέα από τη Γαλλία. Εδώ όλα καλά. Το ίδιο επιθυμώ και για εσάς. Η επιστροφή μετά από χρόνια σε έναν τόπο, αποτελεί μία δοκιμασία της μνήμης η οποία καλείται με τη σειρά της να ταυτιστεί με την ανάμνηση, την ικανότητα δηλαδή του ανθρώπου να ταξινομεί χρονικά και αξιολογικά τα γεγονότα του παρελθόντος του, που καταγράφηκαν από τον επεξεργαστή της μνήμης.

Η Τουλούζ γενικά ήταν και είναι μία πόλη ήρεμη. Πόλη των μποέμ διόλου τυχαία, φρόντισε να μεταφέρει την απλότητα των ανθρώπων της του 19ου αιώνα, που ζούσαν και κινούνταν μέσα στις λάσπες των στενών της και δίπλα στα ζωντανά τους, στους σύγχρονους ασυμβίβαστους κατοίκους της, που δε μοιάζουν με καμιά άλλη φυλή Γάλλου, βόρειου ή Νότιου. Ο Ήλιος εδώ έψησε για χρόνια την ελευθερία των κατοίκων της ώστε να γίνει στέρεη και συμπαγής, μη αποδεχόμενη καμίας έκπτωσης.

Οι μέρες όμως άλλαξαν, όπως και η πόλη. Περπατάω στους πολύβουους δρόμους της που συνεχίζουν να χορεύουν στο ρυθμό των μηχανών των πεζό που τους διασχίζουν. Βλέπω μπροστά μου δύο κύματα εργαζομένων στο σιδηρόδρομο, με σημαίες των συνδικάτων, που σήμερα κλείνουν 7 ημέρες απεργιών. Ποιος θα το φανταζόταν πριν δέκα χρόνια, όταν ζούσα εδώ, ότι οι σεμινό θα απεργούσαν για επτά ημέρες συνεχόμενες! Το πλήγμα στα έσοδα του γαλλικού σιδηρόδρομου είναι τεράστιο: 80 εκατομμύρια ευρώ. Ναι, καλά ακούσατε. Και όλα αυτά επειδή, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση, κάποιοι εργαζόμενοι δε θέλουν να περάσουν από τη Σύγκλητο οι αντεργατικές πολιτικές που επιβάλλει η ευρωπαϊκή πολιτική των Βρυξελλών στο γαλλικό σιδηρόδρομο, ώστε να γίνει, όπως λένε, ανταγωνιστικός.

Αφού λοιπόν προσπέρασα τους εργαζόμενους στο σιδηρόδρομο, το 14% των οποίων συμμετέχουν στην απεργία και έχουν καταφέρει να καθηλώσουν πολλά τρένα στους σταθμούς, ανοίγω μία εφημερίδα να ενημερωθώ. Η Μαρίν Λεπέν, θεωρείται σίγουρη για το δεύτερο γύρο των Προεδρικών εκλογών το 2017. Εάν σοκαριστήκαμε το 2002 με τον πατέρα της που κατάφερε να περάσει με κινήσεις ραδιενέργειας στο δεύτερο γύρο κόντρα στο Σιράκ και δεν κατάφερε να εκλεγεί, έχοντας όμως εξασφαλίσει ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό 17 και πλέον τοις εκατό των ψήφων, τώρα η πρόβλεψη για την κόρη έρχεται ως αυτονόητη.

Αρχίζει λοιπόν να το αντιλαμβάνεται σιγά σιγά ο γαλλικός λαός: η αριστερά έχει καταρρεύσει. Δεν πείθει κανέναν πια ο σοσιαλισμός του Ολάντ που κατάφερε να κατακτήσει τον τίτλο του λιγότερου δημοφιλούς Προέδρου της 5ης γαλλικής Δημοκρατίας. Είναι σοκαριστική η σαββατιάτικη δήλωση του Γάλλου Πρωθυπουργού εμπρός στο κοινό του σοσιαλιστικού κόμματος: «Ναι, η αριστερά μπορεί να πεθάνει». Για να διαπιστώσει δραματικά: «Και δεν έχω παρά μία βεβαιότητα. Εάν επιλέξουμε να πάρουμε έναν άλλο δρόμο, αυτό θα σημαίνει την απόλυτη αποτυχία». Η αριστερά βιώνει την απόλυτη παρακμή της στη Γαλλία. Η οικολογία, μετά την εντυπωσιακή παρουσία στις ευρωεκλογές του 2009 και τις περσινές εθνικές εκλογές, δεν κατάφερε να εντυπωθεί ως πολιτική συνείδηση στους Γάλλους και κυμάνθηκε στο 9%. Ποιος έχει λοιπόν το σθένος να αντιπαρατεθεί στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο και να πείσει όλους εκείνους τους αδιάφορους ή απογοητευμένους Γάλλους πολίτες ότι μια άλλη Γαλλία και μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή, μακριά από τους τραπεζίτες και την κερδοσκοπία; Μάντεψε ποιος-α.

Έπρεπε να συμβεί και το ακόλουθο για να διαπιστώσω ακόμα μία φορά ότι όντως υπάρχει κοινή δυτική κουλτούρα και αυτό μπορεί να το αντιληφθεί κάποιος πολύ εύκολα. Ο ρατσισμός βέβαια, σε αντίθεση με τους άμοιρους μετανάστες, δε γνωρίζει σύνορα και μπορεί να εμφανίζεται όπως, όπου και όταν θέλει, χωρίς να χρειάζεται Τασκ φορς και Φρόντεξ για να τον κυνηγήσει. Κάτοικοι λέει ενός προαστίου του Παρισιού (Σεν Σαν Ντενί), ξυλοκόπησαν έφηβο Ρομά, επειδή τον εποπτεύθηκαν ότι διατέλεσε κάποια κλοπή στην περιοχή τους. Θα πει κάποιος ότι αυτό θα συνέβαινε μόνο στην Ελλάδα της Χρυσής Αυγής του φασιστικού παρελθόντος της. Δυστυχώς το κύμα της καφρίλας και του μίσους έχει εξαπλωθεί. Και όσο πιέζει η κρίση, τόσο οι κενοί θα γίνονται αγρίμια. Γιατί αφού δε φρόντισαν τόσα χρόνια να εξευγενίσουν την ψυχή τους προφανώς θα ρέπουν προς την αγριότητα. 12 λοιπόν κάτοικοι του παρισινού προαστίου, αφού το συζήτησαν και κατόπιν εορτής, πήγαν να βρουν τον άτυχο ανήλικο στον καταυλισμό όπου κατοικεί και αφού έκριναν οι ίδιοι ότι αυτός έκανε την κλοπή, τον έστειλαν στην εντατική και βρίσκεται μεταξύ ζωής και θανάτου. Η αστυνομία ερευνά…

Με τέτοια υπέροχα νέα, είναι η πρώτη φορά που η επιστροφή μου στην Τουλούζη δεν προλαβαίνει να ξυπνήσει τη μνήμη μου. Συνεχίζω την ίδια πραγματικότητα. Το μαύρο έχει ξεβάψει και πιάνει πια όλη την Ευρώπη. Τα πράγματα σκληραίνουν. Τώρα πια κανείς δεν αστειεύεται, ούτε οι ψηφοφόροι ούτε οι κυβερνήσεις. Το στοίχημα έχει μπει και είναι τύπου διλήμματος: ή εμείς ή αυτοί. Ή η αλληλεγγύη ή η βαρβαρότητα.

* η φωτογραφία του εξωφύλλου από εδώ




μια καλή αρχή

Το 3-0 είναι μια καλή αρχή. Πρώτα απ’ όλα για ποδοσφαιρικούς λόγους.

Μετά το 2004 – το οποίο θα άξιζε να σχολιαστεί ξεχωριστά για διάφορους λόγους – η εθνική Ελλάδας κάνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Παίζει με τον ίδιο τρόπο. Με τον ίδιο τρόπο μη παιχνιδιού. Βαφτίζει την έλλειψη σχεδίου υπομονή, το άτσαλο ταμπούρι ηρωισμό και την έλλειψη ποδοσφαιρικής πρωτοβουλίας, πονηριά. Περιμένει με όποιον κι αν παίζει, δεν μπορεί να αλλάξει δύο συνεχόμενες πάσες και προσεύχεται για μια στημένη φάση ή κάποια μισή συμπτωματική αντεπίθεση. Δεν με πειράζει όταν αυτό το κάνει η οποιαδήποτε ομάδα, η οποία τυχαίνει να είναι αδύναμη σε σύγκριση με κάποια άλλη, η οποία τυχαίνει να είναι φτωχή σε μπάτζετ σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη. Αλλά αυτή η συγκεκριμένη ομάδα, αυτή η εθνική έχει πάρει αυτή την πραγματικότητα της ζωής και του ποδοσφαίρου (ο αδύναμος που αμύνεται ανορθόδοξα αλλά με «ψυχή») και την έχει αναγάγει σε ταυτότητα. Σε μια ταυτότητα που εκτός των άλλων είναι συνειδητή επιλογή και η οποία συνοδεύεται από μαγκιά, ύφος και το ανεκδιήγητο κατσουρανικό «έτσι μας αρέσει να παίζουμε, έτσι μας ταιριάζει».

Αυτή η ομάδα δεν έχει τους χειρότερους παίχτες του κόσμου, έχει όμως τους παίχτες με μία από τις χειρότερες νοοτροπίες. Έμαθαν απ’ το 2000 και μετά ότι το να προσποιούνται για να κερδίσουν φάουλ ή το να κάνουν καθυστερήσεις δεν είναι απλά κομμάτι του παιχνιδιού, δεν είναι απλά ένα κολπάκι, αλλά μπορεί να είναι και στοιχείο ταυτότητας το οποίο μπορείς να επιδεικνύεις υπερηφανευόμενος γι’ αυτό. Είναι άλλο πράγμα να κερδίζεις το Euroτο 2004 παίζοντας και «κλέβοντας» και παλεύοντας με κάθε τρόπο επειδή είσαι αδύναμος ανάμεσα στα θηρία. Κι είναι κάτι εντελώς διαφορετικό αυτό τον τρόπο σκέψης να τον πολλαπλασιάζεις στη νιοστή και να τον κάνεις σημαία. «Έτσι μας πάει και έτσι μας αρέσει να παίζουμε». Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και δεν έχει σημασία τί βλέπουμε στο γήπεδο, τι κάνει αυτή η έρημη η μπαλίτσα, η ομάδα είναι ΕΠΙΤΥΧΗΜΕΝΗ αφού δίνει το παρόν στις μεγάλες διοργανώσεις. Το αποτέλεσμα μετράει και αυτό καθαγιάζει τη νοοτροπία του Σάντος, του Ρεχάγκελ και κάθε άλλου δήθεν ρεαλιστή του ποδοσφαίρου. Κι έτσι το ελληνικό ποδόσφαιρο γεννάει αμυντικούς, ανθρώπους που περισσότερο ασχολούνται με τους διαιτητές παρά με το τι συμβαίνει στο γήπεδο, μικροτραμπούκους και τύπους που νομίζουν ότι παίζουν μεγάλη μπάλα, επειδή καλύπτουν τη μπάλα με το σώμα τους και κερδίζουν φάουλ στο κέντρο του γηπέδου. Θα μπορούσαν να παίξουν ίσως μεγάλη μπάλα, το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν μπορούν, αλλά κυρίως ότι δεν θέλουν. Θέλουν γρήγορα, εύκολα αποτελέσματα βασισμένα στην πονηριά και τη συγκυρία. Δεν ενδιαφέρονται για την ομορφιά του αθλήματος, όσο βέβαια μπορούμε ακόμη να μιλάμε για ομορφιά του αθλήματος όταν μιλάμε για πρωταθλητισμό.

Κι ύστερα απ’ όλα αυτά, οι αθλητικογράφοι αποθεώνουν ένα πειρατικό που δεν έχει κανένα πειρατικό χαρακτηριστικό, μόνο ένα εξωπραγματικά κομφορμιστικό χαρακτήρα. «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Εμάς μας ταιριάζει να μην παίζουμε μπάλα, εμείς θέλουμε να αμυνόμαστε ηρωικά και να πέφτουμε μάγκικα, τρώγοντας τρία, αλλά πάντως αυτοί ήταν ανύπαρκτοι.

Αυτή η *εθνική* ομάδα, με αυτόν τον τρόπο παιχνιδιού, είναι το είδωλο στον καθρέφτη της ισχυρής Ελλάδας. Είναι το πρόσωπο του σημιτικού ΠΑΣΟΚ και της καραμανλικής Νέας Δημοκρατίας. Η ισχυρή Ελλάδα της υστερίας για την (επιφανειακή) επιτυχία και το (βραχυπρόθεσμο και επικοινωνιακό) αποτέλεσμα. Η ισχυρή Ελλάδα μας ανέμιζε εικοσάευρα την ώρα που ετοιμαζόταν για μια βουτιά στο κενό. Η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου μας ανεμίζει επιτυχίες, την ώρα που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να παράγει διαρκώς ανέμπνευστους, «κυνικούς» ποδοσφαιριστές.

toixos_pagkrati

Και βέβαια για πολιτικούς λόγους.

Βέβαια, ακόμη δεν έχουμε δει την εθνική ομάδα της σημερινής Νέας Δημοκρατίας, της ακροδεξιάς του Σαμαρά και της Χρυσής Αυγής, αλλά είμαι σχεδόν σίγουρος ότι δεν θα αργήσουμε να τη δούμε.

«Αυτό που έχει τεράστια σημασία είναι αυτό που υπάρχει πίσω απ’ το σύμβολο. Όταν  συμβολίζει μια κοινωνία πολιτισμένη που ξέρει τους στόχους της, μια κοινωνία αποφασισμένη, έτοιμη να ορμήσει, να αγωνιστεί.. αυτό ναι το σέβομαι και το προσκυνώ. Αυτό το πανί όμως σήμερα καλά κάνανε και το κάψανε γιατί αντιπροσωπεύει μια σαπίλα σήμερα» έλεγε ο Βασίλης Διαμαντόπουλος λίγο μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου του ’95 για το κάψιμο της σημαίας.

Η Ελλάδα δεν είναι μια, διαρκώς και ανεξαρτήτως περιρρέουσας ατμόσφαιρας, μαγική και ανέγγιχτη απ’ την πραγματικότητα συνθήκη. Η σημερινή εθνική ομάδα στη Βραζιλία αντιπροσωπεύει αυτή ακριβώς τη χώρα, τη σημερινή Ελλάδα. Των στρατοπέδων συγκέντρωσης, του νεοναζισμού και του ξύλου στις καθαρίστριες. Η εθνική ομάδα αυτή τη στιγμή λοιπόν αντιπροσωπεύει τη μαυρίλα, την κανονικότητα του ακροδεξιού λόγου και την ανθρωπιστική κρίση. Οι παίκτες της δεν έχουν πει το οτιδήποτε, δεν έχουν κάνει το οτιδήποτε που να προσδώσει ένα θετικό χαρακτηριστικό στην προσπάθειά τους, κάτι που να τους διαχωρίζει απ’ την άθλια εικόνα του Κράτους Ελλάδα. Το μόνο που έχουν κάνει είναι να είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις των χορηγών (δεν τους κατηγορώ γι’ αυτό, απλά το αναφέρω) και να πιστεύουν ότι κακώς έχασαν από την Κολομβία.

Εξάλλου, σε μια συγκυρία σαν τη σημερινή, το να μιλάς για οτιδήποτε εθνικό είναι επικίνδυνο, αν δεν εξυπηρετεί ευθέως την ατζέντα της κυβερνώσας πολιτικής και επιχειρηματικής ελίτ. Αυτή τη στιγμή κάθε εθνική προσπάθεια καλύτερα είναι να αποτυγχάνει, γιατί αυτή τη στιγμή οι ατάκες περί ελληνικού dnaκαι Ελλήνων ηρώων δε θα χαϊδέψουν απλά τα αυτιά της συλλογικής υπερπατριωτικής υστερίας. Αυτή τη στιγμή η εθνική υπερηφάνεια πάει αναπόφευκτα αγκαζέ με το εθνικό μίσος και τη μισαλλοδοξία. Καταλαβαίνω το επιχείρημα που λέει ότι δεν πρέπει να χαρίζεται η «πατρίδα» στους εθνικιστές, αλλά δεν βλέπω πρακτικά τον τρόπο που θα ακουστεί η λέξη πατρίδα σήμερα χωρίς να μεταφερθεί η συζήτηση στα προνομιακά πεδία της ακροδεξιάς και μάλιστα χωρίς να χρησιμοποιεί, θέλοντας και μη, τον λόγο της.

Με άλλα λόγια μπορεί να υποστηρίζουμε μια ομάδα για συναισθηματικούς ή άλλους άγνωστους λόγους που εδράζονται σε κάποιο βάθος της παιδικής ηλικίας, όχι όμως όταν η επιτυχία της ευθυγραμμίζεται (ή έστω αποτυγχάνει να διαφοροποιηθεί στοιχειωδώς) με ό,τι αντιδραστικό συμβαίνει αυτή τη στιγμή στον τόπου που ζούμε.

Αυτή η εθνική ομάδα λοιπόν αντιπροσωπεύει τη σαπίλα της ελληνικής κοινωνίας για την οποία μιλάει ο Διαμαντόπουλος. Θα μπορούσε ίσως να αντιπροσωπεύει κάτι άλλο, όπως έχει ξαναγίνει στην ιστορία του ποδοσφαίρου, αλλά δυστυχώς δεν το κάνει. Μάλιστα, συμμετέχοντας σε αυτό το παγκόσμιο κύπελλο, η μαυρίλα αυτής της ομάδας μπερδεύεται γλυκά με τη μαυρίλα μιας διοργάνωσης που δέχεται να διεξαχθεί με αντίτιμο βίαιες επιθέσεις και τρομερή  καταστολή όλο τον προηγούμενο καιρό μέχρι και σήμερα.

Οπότε, μάλλον ναι, αυτό το 3-0 είναι μια καλή αρχή.




“Δεν θα έχει υπάρξει Παγκόσμιο Κύπελλο”

 

Τo σύνθημα “Δεν θα υπάρξει Παγκόσμιο Κύπελλο” (#NaoVaiTerCopa) έδινε μια υπόσχεση, που φαίνεται πως έχει ήδη πραγματωθεί, ακόμη κι αν η διοργάνωση της FIFA, που ξεκίνησε την Πέμπτη, ολοκληρωθεί κανονικά. Αποτελώντας τον πρόσκαιρο συμβολισμό που υιοθέτησε τον τελευταίο χρόνο η βραζιλιάνικη κοινωνία, το συγκεκριμένο σύνθημα εξέφρασε τη μαζική αντίθεση στη διαφθορά, τη φτώχεια και την κοινωνική αδικία, και ανέδειξε το πολιτικό τέλμα που απειλεί το κυβερνών Εργατικό Κόμμα. Συνεπώς, μετά τον τελικό θα μπορεί κανείς να πει πως “δεν θα έχει υπάρξει Παγκόσμιο Κύπελλο” με τη μορφή και τους στόχους που σχεδιαζόταν, αποφαίνεται ο Rodrigo Nunes, λέκτορας φιλοσοφίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο και ειδικός σε θέματα κοινωνικών δράσεων. Το άρθρο του που ακολουθεί, δημοσιεύτηκε στο aljazeera.com στις 30 Μαϊου 2014.

 

“Υπήρχαν δύο τρόποι να ερμηνεύσει κανείς το σύνθημα και το χάσταγκ #NaoVaiTerCopa (“Δεν θα υπάρξει Παγκόσμιο Κύπελλο”) που χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων που συγκλόνισαν το Κύπελλο των Συνομοσπονδιών στη Βραζιλία τον περσινό Ιούνιο.

Ο ένας ήταν υποθετικός. Αν δεν υπήρχε καμμία απάντηση στα ζητήματα που είχαν οδηγήσει εκατομμύρια ανθρώπων στους δρόμους – κακές δημόσιες συγκοινωνίες και κοινωνικές υπηρεσίες, αχαλίνωτη κερδοσκοπία στην αγορά ακινήτων, αστυνομική βία, έλλειψη απόδοσης πολιτικών ευθυνών – οι αρχές θα έπρεπε να περιμένουν ακόμη μεγαλύτερη αντίσταση το 2014. Δεδομένου ότι ελάχιστα έγιναν για να αντιμετωπιστούν αυτά τα ζητήματα, η απειλή εξακολουθεί να υφίσταται, και οι επόμενες εβδομάδες [σ.σ. οι τρέχουσες] θα δείξουν σε ποιό βαθμό θα επαληθευτεί. Όμως είναι αμφίβολο ότι πιστεύει κανείς στ’αλήθεια πως το Παγκόσμιο Κύπελλο μπορεί να μην γίνει. Υπό αυτή την έννοια, η υπόσχεση του συνθήματος δεν επρόκειτο ποτέ να πραγματοποιηθεί.

Κατά έναν άλλο τρόπο, ωστόσο, το σύνθημα ήταν απόλυτα επιτελεστικό: πέτυχε αυτό που έλεγε. Αυτό που επικοινώνησε ήταν ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο δεν επρόκειτο να είναι μια γιορτή εθνικής ενότητας κατά τη διάρκεια της οποίας οι Βραζιλιάνοι θα έκαναν όλες τις αδικίες στην άκρη και θα έδιναν μια σπουδαία παράσταση. Αυτό ακριβώς δείχνουν πρόσφατες δημοσκοπήσεις: Η συναίνεση σχετικά με τη διοργάνωση έχει χαθεί, και έχει μετατραπεί σε αλεξικέραυνο που διαχέει την απογοήτευση αντί να είναι μια στιγμή που να προκαλεί ένα ευχάριστο αίσθημα εθνικής περηφάνειας.

Το πάρτυ είχε τελειώσει προτού ακόμα αρχίσει. Ένα χρόνο νωρίτερα, το Παγκόσμιο Κύπελλο της Βαζιλίας έγινε ένα τοξικό εμπορικό όνομα, κάτι που αναχαίτισε την έκταση της πιθανής εμπορικής και πολιτικής του αξιοποίησης και κράτησε τους τόνους, κατά τη διάρκεια της τελικής ευθείας πριν την έναρξη, σε παραδόξως χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τα δεδομένα της ποδοσφαιρικής λατρείας της χώρας. Υπό αυτή την έννοια, ανεξαρτήτως του τι θα συμβεί από σήμερα και μέχρι τον τελικό, η υπόσχεση του συνθήματος έχει πραγματωθεί απολύτως: Είναι ήδη δεδομένο ότι δεν θα έχει υπάρξει Παγκόσμιο Κύπελλο.

Λίγοι νικητές, πολλοί χαμένοι

Σε γενικές γραμμές, αντικείμενο της λαϊκής οργής είναι οι τεράστιες ποσότητες δημόσιου χρήματος που ξοδεύτηκαν για τη φιλοξενία της πιο ακριβής εκδοχής της διοργάνωσης που υπήρξε ποτέ, η αποτυχία να ολοκληρωθεί έστω και το 50% των υποσχεμένων έργων υποδομής και η διαφθορά. Αλλά για τα κοινωνικά κινήματα και την εσχάτως ριζοσπαστικοποιημένη νεολαία που διαδήλωσε σε 14 πρωτεύουσες πολιτειών της Βραζιλίας στις 15 Μαϊου, το Παγκόσμιο Κύπελλο αντιπροσωπεύει περισσότερα: Συμπυκνώνει σε ένα σύμβολο ένα θεμελιώδες ελάττωμα στο εγχείρημα του Εργατικού Κόμματος (PT).

Σε αντίθεση με τις λιγότερο πολιτικοποιημένες μεσαίες τάξεις που συμμετείχαν για ένα μικρό διάστημα στον κορύφωση των διαδηλώσεων του περσινού Ιουνίου, αυτοί που διαδηλώνουν τώρα κινητοποιούνται όχι τόσο πολύ από την αφελή αντίληψη ότι τα χρήματα που ξοδεύτηκαν σε στάδια θα μπορούσαν να λύσουν τα προβλήματα της χώρας, ή από το θέμα της συλλήβδην διαφθοράς, όσο από την αποκαλούμενη νόμιμη διαφθορά που συμβαίνει φανερά μπροστά στα μάτια όλων.

Τέτοιες περιπτώσεις είναι οι περιουσίες που περνάνε στα χέρια κατασκευαστικών εταιρειών – τους μεγαλύτερους δωρητές της χώρας – προκειμένου να χτίσουν νέα στάδια που δεν είναι απαραίτητα, μέσω της βίαιης έξωσης των φτωχών κοινοτήτων ώστε η γη να περάσει στα χέρια των κατασκευαστών, ή από το ίδιο το γεγονός ότι μια διοργάνωση της οποίας το κόστος χρεώθηκε στο κράτος, αποτελεί μια από τις πιο επικερδείς στην ιστορία της FIFA.

Με λίγα λόγια, αυτό που ενοχλεί τους διαδηλωτές είναι η κραυγαλέα απληστία της ιδιωτικοποίησης των κερδών και της κοινωνικοποίησης του κόστους, που είναι το βασικό επιχειρηματικό μοντέλο της FIFA και της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής – δύο ιδιωτικών οργανισμών που δεν δίνουν λογαρισμό σε κανέναν και που γυρνάνε τον κόσμο πουλώντας πακέτα καθεστώτος εξαίρεσης (της δυνατότητας ενός κράτους να αναστέλει την ισχύ του νόμου) σε κατά προτίμηση μη δημοκρατικά έθνη που διψάνε για επενδύσεις, κάτι που αποτελεί αναμφίβολα το πιο συνεχόμενα νικηφόρο παράδειγμα του καπιταλιστικού δόγματος του σοκ.

Ο συμβολισμός της ψευτιάς του να πουλάει κανείς κάτι τέτοιο ως μεγάλη ευκαιρία για μια χώρα είναι το ότι αποκαλύπτει μια άσχημη αλήθεια για τη συνταγή πίσω από τον πολιτικό θρίαμβο του Εργατικού Κόμματος. Από την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του πρώην Προέδρου της Βραζιλίας, Λούλα ντα Σίλβα, το κόμμα άδραξε την ευκαιρία που του προσφέρθηκε από μια δυναμική αγορά διεθνών εμπορευμάτων να δημιουργήσει μια κατάσταση από την οποία θα έβγαινε σε κάθε περίπτωση κερδισμένο, στην οποία οι πλούσιοι θα γίνονταν πολύ πλουσιότεροι και οι φτωχοί λιγότερο φτωχοί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιτυχία του εγχειρήματος θα οδηγούσε σε άνοδο του βιοτικού επιπέδου και στη μείωση των ανισοτήτων. Αλλά αυτό ήταν επίσης που επέτρεψε στο Εργατικό Κόμμα να αποφύγει σοβαρές μάχες, αφήνοντας σχετικά ανέγγιχτες τις βαθύτερες δομές που καθιστούν την Βραζιλία την 17η χώρα του κόσμου με τις μεγαλύτερες ανισότητες.

Με λίγα λόγια: έκανε ό,τι μπορούσε εντός των υφιστάμενων περιορισμών, αλλά έκανε ελάχιστα για να δημιουργήσει συνθήκες στις οποίες αυτοί οι περιορισμοί θα μπορούσαν να αλλάξουν. Καθώς η παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση χτύπησε τελικά τη Βραζιλία, το περιθώριο των ελιγμών συρρικνώθηκε και οι εντάσεις ξαναστήνονται. Επιπλέον, οι συμβιβασμοί που έκανε το Εργατικό Κόμμα, καθώς και η συρρίκνωση και οι απώλειες από την κοινωνική του βάση, το άφησαν στην παράδοξη θέση του να έχει λιγότερη δύναμη να αλλάξει αυτούς τους περιορισμούς σε σχέση με πριν, ενώ παραμένει δυνητικά ανίκητο σε εκλογικό επίπεδο. Απόδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός ότι η Πρόεδρος, Ντίλμα Ρουσέφ που αντέδρασε στην περσινή εξέγερση προτείνοντας ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, παρακολούθησε σιωπηλά τον ίδιο της τον συνασπισμό να το τορπιλίζει αμέσως.

Συμπτώματα πολιτικής τελμάτωσης

Αυτό που αποκαλύπτει, λοιπόν, το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι πως αν δεν απαντηθούν δομικά ζητήματα, το “όλοι βγαίνουν κερδισμένοι” μπορεί να καταλήξει σε “κάποιοι από τους φτωχούς χάνουν τα πάντα, ώστε κάποιοι από τους πλούσιους να κερδίσουν πάρα πολλά, ώστε κάποιοι από τους φτωχούς να μπορούν να κερδίσουν κάτι”.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο και η υδροηλεκτρική εγκατάσταση του Belo Monte αποτελούν ακραία τέτοια παραδείγματα, αλλά το ίδιο πρότυπο παρατηρείται και αλλού σε ηπιότερες εκδοχές. Μπορεί να δει κανείς τις επιχορηγήσεις στην αυτοκινητοβιομηχανία που συμβάλλει στην επιδείνωση της κυκλοφοριακής συμφόρησης και της ρύπανσης τη στιγμή που οι δημόσιες μεταφορές υποχρηματοδοτούνται. Ή την αξιέπαινη και φιλόδοξη πρωτοβουλία να δοθεί λύση στο έλλειμα στέγης που αντιμετωπίζει η χώρα, η οποία όμως υλοποιείται με κατασκευές και βιομηχανικά σχέδια που ενισχύουν την εξώθηση των φτωχών σε απομακρυσμένες περιοχές, με ελαττωματικές υποδομές.

Η αντίθεση στο Παγκόσμιο Κύπελλο είναι συνεπώς συμβολική: Ένα παροδικό επίκεντρο κοινωνικής διαφωνίας, μια μετάλλαξη του ιού που ξεκίνησε να κάνει κύκλους από πέρσι.

Ο Ιούνιος του 2013 αντιπροσωπεύει μια μη αναστρέψιμη υποκειμενική μετατόπιση – “ο έρωτας τελείωσε”, φώναζαν οι διαδηλωτές. Αυτό μάλλον, παρά η απελπιστική υποβάθμιση της χώρας που θα ήθελε αποτυπώσει ως συνέπεια η ακροδεξιά αντιπολίτευση, εξηγεί τι συμβαίνει. Ακόμη και χωρίς να έχουν ακολουθήσει πλήθη εκατοντάδων χιλιάδων έκτοτε, οι διαδηλώσεις απλώθηκαν πολύ περισσότερο και έγιναν πιο ποικίλες στην κοινωνική και πολιτική τους σύνθεση.

Στις φαβέλες ή στις παραγκουπόλεις οι διαδηλώσεις εναντίον των αστυνομικών καταχρήσεων είναι όλο και πιο συνηθισμένες, οι απεργιακές κινητοποιήσεις αυξάνονται μετά την ανάπαυλα της εποχής του Λούλα, οι καταλήψεις είναι σε άνοδο, και πιο παραδοσιακά κινήματα όπως οι Άστεγοι Εργάτες (MTST), συστρατεύθηκαν με το κίνημα εναντίον του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Είναι μια πιο χαλαρή, πολύ πιο πολυδιασπασμένη κατάσταση από εκείνη των ημερών της αδιαμφισβήτητης ηγεμονίας του Εργατικού Κόμματος στην αριστερά. Και ακριβώς επειδή για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1980 το κόμμα έχει χάσει το μονοπώλιο στις κοινωνικές κινητοποιήσεις, δεν έχει τώρα το προβάδισμα. Μετά από χρόνια που αιτιολογούσε τις επιλογές του ως συνέπεια μιας μειονεκτικής ισορροπίας ισχύων, το Εργατικό Κόμμα ένιωσε να απειλείται όταν τελικά αντιμετώπισε κάτι που θα μπορούσε να γείρει αυτή την ισορροπία προς μια άλλη κατεύθυνση.

Το αποτέλεσμα είναι είναι μια αλλοπρόσαλη μορφή διαχείρισης της κρίσης, που παραπαίει μεταξύ συμφιλιωτικών κινήσεων προς συγκεκριμένα κινήματα, παράφωνου σοβινισμού, σχεδίων για ειδική “αντι-τρομοκρατική” νομοθεσία που ευτυχώς τώρα εγκαταλείπονται, στρατιωτικοποίηση των πόλεων που φιλοξενούν τα ματς, ανόητου ανταγωνισμού των διαδηλωτών (κατά τη διάρκεια της σύντομης καμπάνιας “There Will Be a World Cup”), και στιγματισμού της αντίθεσης στο Παγκόσμιο Κύπελλο ως διεθνούς ζήλειας, εθνικής ηττοπάθειας, υποκινούμενης από την αριστερά και ακροδεξιάς αποσταθεροποίησης.

Κατά σύμπτωση, υπάρχει μόνο μία προσέγγιση που δεν έχει επιχειρηθεί ακόμα: η επανάκτηση πολιτικής πρωτοβουλίας και η αξιοποίηση της περίστασης με ένα νέο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και πολιτικών. Αντιθέτως, ανίκανο όπως φαίνεται να ερμηνεύσει τα γεγονότα έξω από τη λογική του εκλογικού ανταγωνισμού, το Εργατικό Κόμμα επέδειξε μια υπεροπτική δυστροπία να αναγνωρίσει ότι θα μπορούσαν να υπάρχουν δίκαια κίνητρα κριτικής στην κυβέρνηση. Ο λόγος της έχει γίνει κυριολεκτικά συντηρητικός: υπογραμμίζει το φόβο της απώλειας όσων έχουν γίνει αντί να προσφέρει ένα όραμα για όσα θα ακολουθήσουν – χώρια για το πώς θα μπορούσαν να ξεπεραστούν οι περιορισμοί του παρελθόντος. Αυτό τελικά δεν καταφέρνει τίποτα άλλο απ’το να επιβεβαιώνει σε εκείνους που έχουν κατέβει στο δρόμο ότι το Εργατικό Κόμμα έχει απομακρυνθεί πολύ για να ξανακάνει στροφή προς τα πίσω.

Το αν οι κινητοποιήσεις κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου θα καταφέρουν να είναι τόσο μεγάλες όσο εκείνες του περσινού Ιουνίου, εξαρτάται από απρόβλεπτους παράγοντες όπως το επίπεδο της αστυνομικής βίας και οι επιδόσεις της εθνικής ομάδας [σ.σ. της Βραζιλίας]. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, ο αντίκτυπος στις ελπίδες επανεκλογής της Ρουσέφ είναι κάτι που θα υποπτευόταν ο καθένας.

Πιο ασφαλής πρόβλεψη είναι ότι αν πράγματι κερδίσει, το Εργατικό Κόμμα θα πρέπει είτε να ανανεωθεί μαθαίνοντας πώς να εμπλέκει αυτές τις νέες κοινωνικές δυνάμεις σε διάλογο και δράση, είτε να δει το ρήγμα ανάμεσα στο κόμμα και τους δρόμους να διευρύνεται ακόμη περισσότερο.”

 

*Ο Rodrigo Nunes είναι λέκτορας μοντέρνας και σύγχρονης φιλοσοφίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο (PUC-Rio). Είναι συγγραφέας του βιβλίου Organisation of the Organisationless: Collective Action After Networks [Οργάνωση των Μη Οργανωμένων: Συλλογική Δράση Μετά τα Δίκτυα] (Mute Books).




Η Μηχανή του Χάους

 

Ο Pete το προηγούμενο βράδυ μας είχε υποσχεθεί πρωινή βόλτα στο Bristol. Συναντηθήκαμε στο κέντρο της οκτάκτινης GeorgeSquare και αντί για καλημέρα μας λέει ένα «Πάμε σε μια εκκλησία να σας δείξω μια μηχανή χάους»! Καταλήξαμε στον StMaryRedcliffe, κανονικότατο ναό, με τον γοτθικό του ρυθμό, με τα βιτρό και το όργανο του. Ο Pete μας άφησε λίγο να χαζέψουμε το φως και τα αγάλματα και μετά στάθηκε μπροστά μας και μας ανακοίνωσε οτι ήρθε η ώρα να δούμε τη μηχανή του χάους.

Μας έφερε μπροστά σε ένα εκκρεμές στημένο πάνω σε έναν ξύλινο σταυρό. Ένα απλά φτιαγμένο διπλό εκκρεμές, την κίνηση του οποίου προκαλούσε, η συνεχής ροή νερού. Παρ’ όλο που το εκκρεμές θεωρείται το σύμβολο της κανονικότητας και της πρόβλεψη, το συγκεκριμένο είχε σχεδιαστεί ώστε να μην μπορεί να προβλεφθεί προς τα που θα κινηθεί, σε ποια ταχύτητα και γωνία.mixani_tou_xaous

Έχει τοποθετηθεί στην συγκεκριμένη εκκλησία για να θυμίζει την τυχαιότητα, το αναπάντεχο και την απόλυτη νίκη του χάους πάνω από την οποιαδήποτε προσπάθεια ελέγχου. Οι επιστήμονες που το σχεδίασαν το τοποθέτησαν εκεί για να αποτελέσει μια απόδειξη θριάμβου της πίστης στο Θεό απέναντι στην σιγουριά της επιστήμης.  Φτιαγμένο από επιστήμονες, το χαοτικό εκκρεμές αποτέλεσε έμπνευση του καθηγητή φυσικής του Cambridge, SirBrianPippardFRS, δημιουργία του Κου RobertKnight, και όραμα του DrEricAlbone, ο οποίος και το τοποθέτησε στην εκκλησία.

Δίπλα ακριβώς, ένα κείμενο σου ξεκαθάριζε ότι « Αυτό που είναι αξιοσημείωτο είναι, ότι με όλη την επιστήμη στον κόσμο, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς ακριβώς θα κινείται αυτό το εκκρεμές σε ένα λεπτό από τώρα. Έτσι είναι ο κόσμος. Σε αυτό το απλό μηχάνημα, βλέπετε ένα νέο σύνορο στην προσπάθεια κατανόησης του κόσμου μας. Οι επιστήμονες το αποκαλούν χάος». Να θυμίσω ότι βρισκόμαστε σε εκκλησία, χριστιανική.

Και το κείμενο συνεχίζει «Μερικοί άνθρωποι στρέφονται στην επιστήμη για βεβαιότητες στις οποίες να βασίσουν τη ζωή τους. Ολοένα και περισσότερο συνειδητοποιούμε ότι η γνώση δεν μπορεί ποτέ να μας παρέχει βεβαιότητα, ακόμη και για αυτό το απλό μηχάνημα. Ο κόσμος είναι πιο όμορφο και πιο εκπληκτικό μέρος από ό, τι θα μπορούσαμε να έχουμε φανταστεί.»

Αν και η κίνηση του συγκεκριμένου εκκρεμούς έχει κανόνες, θα αφήσω τη φυσική έξω από αυτό γιατί και η ίδια θα το προτιμούσε, και θα θαυμάσω το πως επιστήμονες θέλοντας να υμνήσουν τον θεό, τελικά εξύμνησαν το χάος. Ο ψευδο-επιστήμονας μέσα μου πήγε να ταραχτεί, αλλά ο χαοτιστής έβγαλε το καπέλο του με σεβασμό. Στα χαοτικά συστήματα η παραμικρή αλλαγή μπορεί να έχει αποτελέσματα με αναπάντεχες και δυσανάλογες διαστάσεις. Η ίδια η ύπαρξη του εκκρεμούς μέσα σε μία εκκλησία ήταν η ξεκάθαρη απόδειξη. Τόσα διπλά μηνύματα που αλληλοεξόντωναν το ένα το άλλο και ειρωνεύονταν με χάρη την ίδια τους την ύπαρξη, ούτε η γάτα του Schrödinger δεν θα ανεχόταν.

Κουνήσαμε την ουρά μας, ακούγοντας λίγο το όργανο και λίγο το νερό και κοιτάζοντας υπνωτισμένοι το εκκρεμές. Απροσδιοριστίες, χάος, πίστη και επιστήμη. Μηνύματα, προπαγάνδα και τέχνη. Προσπάθεια να χτυπήσουμε την επιστήμη χρησιμοποιώντας επιστήμη και τελικά εξυμνώντας το χάος και ουχί τον βιβλικό θεό.  Ο Pete μας έβγαλε από την εκκλησία πριν ακούσει τα εγκεφαλικά μας κύτταρα να σκάνε σαν ποπ κορν.

Λίγους μήνες μετά, αρκετά μακριά από τον StMaryRedcliffe, έσκασε ο κυβερνητικός ανασχηματισμός, με Βορίδη στο Υπουργείο Υγείας και Λοβέρδο στο Παιδείας, ενώ στη Βουλή ακουγόντουσαν κραυγές υπέρ της ελευθερίας από φασιστικά έδρανα. Αλλά πλέον ήμασταν έτοιμοι και απλά περιμένουμε τον Pete να μας βγάλει από τη χώρα γιατί αρχίζουμε να μυρίζουμε το καλαμπόκι να σκάει και την απροσδιόριστη συνέπεια να έρχεται…

* η φωτογραφία από εδώ και αυτή του εξωφύλλου από εδώ




Η καρδιά του δάσκαλου Γκαλεάνο

corazon playera

Στις 2 του Μάη οργανωμένη ένοπλη επίθεση από μέλη παραστρατιωτικής οργάνωσης εναντίον της αυτόνομης ζαπατίστικης κοινότητας Ρεαλιδάδ δολοφονεί βάναυσα τον δάσκαλο Γκαλεάνο, τραυματίζει 15 άτομα και καταστρέφει το αυτόνομο σχολείο και την κλινική. Ο Γκαλεάνο ήταν δάσκαλος στο «μικρό σχολείο για την ελευθερία σύμφωνα με τους Ζαπατίστας», όπου χιλιάδες αλληλέγγυοι από κάθε γωνιά του πλανήτη φιλοξενήθηκαν στις ζαπατίστικες κοινότητες για να δουν από κοντά το χτίσιμο της αυτονομίας τους τα τελευταία 20 χρόνια. Το «μικρό σχολείο» ήταν μια νέα μεγάλη ιστορική στιγμή του αγώνα των Ζαπατίστας. Μοιράστηκαν τις εμπειρίες και τις σκέψεις τους για τον καινούριο κόσμο που ονειρεύονται και θέλουν, για ένα κόσμο που είναι τελείως διαφορετικός από αυτόν του καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού.

Στις αρχές του χρόνου έζησα πέντε πολύτιμες μέρες στο ανοιχτόκαρδο σπίτι μιας ζαπατίστικης οικογένειας και «αποφοίτησα» από το «μικρό σχολείο» έχοντας συνειδητοποιήσει πιο βαθιά και ουσιαστικά τη σημασία του αδιάκοπου καθημερινού συλλογικού τους αγώνα. Είδα από κοντά ότι δεν αντιστέκονται απλά στις βίαιες επιθέσεις του κράτους και των παραστρατιωτικών, αλλά και δημιουργούν, χτίζουν, προασπίζονται την αυτονομία σε όλες τις όψεις της ζωής. Δεν έχουν εγχειρίδια αγώνα και αναγνωρίζουν τα λάθη τους. Οι σφαίρες δε σταματούν τον αγώνα τους για δικαιοσύνη.

 

IMG_3009

 

Το άκουσμα της θλιβερής είδησης της δολοφονίας του δάσκαλου Γκαλεάνο φέρνει στο νου πολύ δυνατές εικόνες, μνήμες και σκέψεις από τις μέρες που πέρασα στα βουνά της Τσιάπας. Φέρνει και μια συγκεκριμένη εικόνα που βρήκα τυχαία πριν λίγες εβδομάδες, την εικόνα μιας καρδιάς με τις αρτηρίες της να έχουν βαφτιστεί με ονόματα όπως δικαιοσύνη, εξέγερση, αγάπη, όνειρα, ισότητα, αξιοπρέπεια, ελευθερία. Τέτοια ήταν η καρδιά του δάσκαλου Γκαλεάνο. Τέτοια είναι η καρδιά όσων μάχονται τη συννεφιά του κόσμου…

 

IMG_3041

* οι φωτογραφίες από το ταξίδι της Νιόβης λίγους μήνες πριν στην κοινότητα στο caracol Roberto Barrios. Κάτω , ένας δάσκαλος της κοινότητας.