my favorite things | πέντε βιβλία για το καλοκαίρι 2017

Συνήθως τα τελευταία χρόνια, το καλοκαίρι συζητάμε και προτείνουμε τα πιο πρόσφατα ογκώδη μυθιστορήματα (άλλοτε αστυνομικά, άλλοτε ιστορικά), τα οποία σχεδόν πάντοτε είναι ενδιαφέροντα, κάποτε μάλιστα είναι και εξαιρετικά σπουδαία. Φέτος, το πάμε λίγο ανάποδα, και ένας συντάκτης μας (το βυτίο, για να ξέρετε ποιον να κυνηγάτε μετά) βάζει τα πέντε βιβλία που διάβασε μες στο χειμώνα και ακόμη τα συζητάει.

Καινούρια ή παλιά, νέες ή κλασσικές εκδόσεις, όπως και να ‘χει, καλά διαβάσματα – άπειρες μικρές δόσεις απόλαυσης (και σκέψης και προβληματισμού και ευτυχίας και απ’ όλα τέλος πάντων) βρίσκονται στις σελίδες σας.




οι εκδόσεις Δώμα και η Ελευθερία του Επίκτητου

Ο Θάνος Σαμαρτζής,  απ’ τις νεοσύστατες εκδόσεις Δώμα, μιλάει για την απόσταση που υπάρχει μεταξύ των σύγχρονων Ελλήνων και των αρχαίων κειμένων, για τον σκοπό των εκδόσεων αλλά και την επιλογή για το πρώτο βιβλίο του Δώματος, την Ελευθερία του Επίκτητου, που εκδόθηκε τον Ιούνιο.

 




ένα κάποιο ξέφωτο

 

η συγγραφέας Μαριλένα Παπαϊωάννου γράφει ένα γράμμα στη Μάγδα Φύσσα

Νομίζω πως η γλώσσα επινοήθηκε για να μπορούν οι άνθρωποι ν’ ανταλλάζουν ψυχές. Τα μάτια για ν’ ανταλλάζουν όνειρα. Τα χέρια για ν’ ανταλλάζουν υφές, τα πόδια για να βοηθούν στο πέταγμα, το δέρμα για να θωρακίζει τις κρυφές επιθυμίες, το στέρνο για ν’ αντέχει τα χτυπήματα. Ολόκληρο το σώμα φτιάχτηκε τελικά για να φτάνει σε κορυφές που ποτέ κανείς δεν φαντάστηκε˙ για να κατεβαίνει σε βάθη που ποτέ κανείς δεν ονειρεύτηκε. Είμαι πλέον πεπεισμένη πως η φύση προικίζει κάθε κορμί με το βιολογικό του ύψος, μόνο και μόνο για να ξεπερνιέται από το ψυχικό του – εσύ αποτελείς τη ζωντανή απόδειξη˙ είσαι μια από τις γυναίκες που σηκώνουν το μπόι τους πιο ψηλά από ’κει που τους είχαν πει ότι φτάνουν.

Μήνες τώρα σε παρακολουθώ να κάθεσαι σε αίθουσες δικαστηρίων, ντυμένη στα μαύρα, πενθούσα αλλά ποτέ νικημένη. Μπροστά σ’ αυτούς που σκοτώσανε τον Παύλο, δεν λυγίζεις. Ούτε ένα δάκρυ δεν στάζεις. Δεν τρέφω βέβαια αυταπάτες, είμαι σίγουρη ότι κάθε βράδυ που γυρνάς στο σπίτι σου, λύνεσαι κρυφά σε λυγμούς. Δημόσια όμως, ποτέ. Το λες και μόνη σου άλλωστε, δεν θα τους δώσεις αυτό που θέλουν, να σε δουν δηλαδή να εγκαταλείπεις. Θα είχες κάθε δικαίωμα και κάθε δίκιο να το κάνεις, μα αρνείσαι πεισματικά. Μένεις εκεί όρθια, αγέρωχη. Εσύ, ο άνθρωπος που –απ’ όποιον νόμο της φύσης κι αν το δεις, σε όποιο οικοσύστημα κι αν το τοποθετήσεις– δικαιωματικά έπρεπε να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη χωρίς να πρέπει να ανασυγκροτηθεί, εσύ λοιπόν, η Μάνα, δεν λυγίζεις το στέρνο, δεν χαμηλώνεις το ύψος σου. Στέκεσαι γερά στα πόδια σου, κι ας έχεις γεμίσει θρύψαλα εσωτερικά.

Μήνες τώρα αμήχανα σε παρακολουθώ να υψώνεις το ανάστημά σου –και τι ανάστημα, αλήθεια– απέναντι σε αυτούς που σου στέρησαν, πέρα από όλα τ’ άλλα, ένα αξεπέραστο, αναφαίρετο δικαίωμα, το δικαίωμα της μάνας να φεύγει πριν από το παιδί.

Αποδεικνύεται όμως τελικά, ότι αυτό είναι η δική μου, πολύ στενή, οπτική. Εσύ δείχνεις να αντιμετωπίζεις αλλιώς την απώλειά σου. Το μεγαλύτερο σακί στην πλάτη δεν φαίνεται να είναι ότι έθαψες το δικό σου παιδί˙ άλλο είναι το βαρύ φορτίο που κουβαλάς – ότι αφαιρέθηκε η ζωή ενός ανθρώπου από μια αγέλη ανθρωποειδών που αυθαίρετα ορίζουν ποιος δικαιούται να ζει και ποιος να πεθαίνει.

Κι εγώ αναρωτιέμαι με ντροπή, πού το βρίσκεις τόσο κουράγιο ρε γαμώτο, ποια πηγή ενέργειας τροφοδοτεί την ασύλληπτη επιμονή σου για απονομή δικαιοσύνης; Ποια δύναμη σου μπολιάζει το σώμα για να μένει ακόμα αλώβητο, περήφανο και αποφασισμένο να φτάσει ώς το τέλος; Πού στο διάολο βρίσκεις την αντοχή να βλέπεις καθημερινά απέναντί σου όσους μάτωσαν τη μπλούζα του γιου σου και να μην καταρρέεις; Πώς μπορείς και δεν χυμάς καταπάνω τους, πώς κρατιέσαι και πώς δεν ουρλιάζεις από πόνο˙ πώς δεν εξαϋλώνεσαι;

Ειλικρινά, δεν ξέρω.

Δεν ξέρω ποια ουσία οπλίζει τις ψυχές και τα σώματα όλων των μανάδων κάθε γωνιάς της γης, κάθε είδους του ζωικού βασιλείου, κάθε χρώματος, κάθε τάξης, θρησκείας ή φυλής. Δεν ξέρω ποια πνευματική διαύγεια υπερνικά τα καταπονημένα κορμιά των μανάδων που ’χουν χάσει γιους και κόρες, ώστε να συνεχίζουν να ζουν, δεν ξέρω πώς αρματώνουν τις καρδιές τους οι γυναίκες που ’ταν κάποτε μάνες μα ξαφνικά δεν είναι, ώστε να ορκίζονται πως θα τα βάλουν με θεούς και δαίμονες για να κερδίσουν δικαιοσύνη για τα νεκρά παιδιά τους. Δεν ξέρω ποιο μαγικό χέρι σηκώνει κάθε πρωί τα μαυροφορεμένα σώματά τους απ’ τα κρεβάτια και τα σπρώχνει στους δρόμους, στις αυλές, στα βουνά, στις θάλασσες, στις αγκαλιές των άλλων παιδιών τους, στα μέσα και στα έξω, στα πάνω και στα κάτω, ώστε να συνεχίζουν ν’ αγωνίζονται για έναν σκοπό.

Πραγματικά δεν ξέρω, υποθέτω όμως ότι είναι κάτι που θα μάθω μόνο αν γίνω μάνα.

Μέχρι τότε θα μένω θαμπωμένη από το μεγαλείο της ψυχής σου. Την αδιανόητη δύναμή σου, το πείσμα, την επιμονή, τη μαρτυρική υπομονή σου, την άσβεστη θέλησή σου για δικαιοσύνη. Και κυρίως απ’ την –απολύτως συνειδητή– απόφασή σου να γίνεις φάρος για όλους εμάς που κάποτε στη ζωή μας φοβηθήκαμε ή θα φοβηθούμε να υψώσουμε ανάστημα απέναντι σε όσους προσπαθούν να μας τρομοκρατήσουν. Θα παραμένω θαμπωμένη απ’ την απόφασή σου να μην αφήσεις ούτε αυτούς, αλλά ούτε και εμάς, να ξεχάσουμε. Να στρογγυλέψουμε τις πράξεις, να λειάνουμε τις γωνίες, να λησμονήσουμε ποιος έκανε τι, πότε και γιατί.

Για όλα αυτά λοιπόν –για την περήφανη υπόστασή σου ως Μάνα, για τη μεγάλη δύναμη που κρύβεις μέσα σ’ αυτό το μικρό σώμα–, αλλά και για τόσα άλλα που δεν περιγράφονται με λόγια, υποκλίνομαι μπροστά σου με δέος, και, ανήμπορη όπως νιώθω για οτιδήποτε άλλο, σου γράφω αυτές τις λέξεις για να τις έχεις συντροφιά στο οδυνηρό ταξίδι που ξεκίνησες εδώ και μήνες, με την ελπίδα ότι κάποτε θα φτάσεις σ’ ένα κάποιο ξέφωτο.




love letter to Philip Seymour Hoffman

ένα γράμμα αγάπης από τον old boy στον πολιούχο άγιο των απανταχού uncool Philip Seymour Hoffman.

Ο Old Boy είναι blogger, έχουν κυκλοφορήσει δύο βιβλία του ( Old boy: πλέι μολέξεις και Η πεζή αλφαβήτα ) από τις εκδόσεις Bibliotheque , γράφει ακόμη στο The Greek Cloud και για σινεμά στο elculture.




love letter to Saul Williams

 

Δεν ξέρω αν στην σκηνή χθες ήσουν ο saul williams ή o martyr loser king.
Όποιος κι αν ήσουν,
χάκαρες το μυαλό μου.
Το ήδη χακαρισμένο βέβαια.
Αλλά χθες, χάκαρες και το μυαλό αρκετών άλλων.
Λυπάμαι που δεν ήταν όλοι οι άλλοι, ο κόσμος όλος, για να πάθει το ίδιο χακ,
Να τρελαθεί και να συνειδητοποιήσει τι δεν σκέφτεται, τι δεν κάνει, τι ανέχεται, τι είναι,
και ξαφνικά ένας χώρος άρτιας, άψογης και νεοφιλελεύθερης βάσης να καταρρεύσει και αυτομάτως να μετατραπεί σε πόλο-ξαμολυτήρι ξυπνητών μυαλών, έτοιμων να αλλάξουν τα πάντα. Που δηλαδή ήδη όντας ξύπνιοι, τα πάντα θα είχαν αλλάξει.
Βέβαια, προφανώς ακόμα κι αν έρχονταν όλοι αυτοί, στα μισά θα είχαν φύγει.
Όπως και πολλοί από όσους ήρθαν.

Πόσοι να κράτησαν άραγε τον στίχο:

“i dare you to love me, just the way I am”

για να τον γράψουν στον τοίχο του σπιτιού τους.
Να τον πουν σε όλους τους δικούς τους.
Κι όσοι τους αρνηθούν να σταματήσουν να τους έχουν δικούς τους;

Πόσοι να κατάλαβαν γιατί έγραψες να πάει να γαμηθεί η δασκάλα ιστορίας;
πόσοι διαολόστειλαν τον “bishop of the great climate war”;
πόσοι ένιωσαν όντως προνομιούχοι που ονειρεύονται την κόλαση;

Σίγουρα οι περισσότεροι γούσταραν με τα γραφικά, τα χρωματιστά τζηφ, την όμορφη κοπελίτσα με άφρο μαλλί-κάνα μοντέλο από περιοδικό θα ήταν άλλωστε-, ίσως στενοχωρήθηκαν με το παιδάκι από την αφρική, ένιωσαν επαναστάτες με τον τραμπ και τον στίχο “these mthrfckrs don’t want to back down”.

Αλλά ποιος άραγε τραγούδησε μαζί σου στο burundi:
“i’m a candle, chop my neck a million times, I still burn bright and stand”
σκεπτόμενος το σουδάν, την ερυθραία, την λιβύη, το αλέπο, όλους όσους πνίγονται για να βρουν να πατήσουν κάπου και να υπάρξουν, όλους όσους εκκολάπτονται, γεννιούνται και θάβονται σε εργοστάσια για να παράξουν το surplus για όσους είχαν το προνόμιο να γεννηθούν με ένα διαβατήριο.

Ποιος να πέταξε το σουβλάκι του όταν διάβασε:
“hack into dietary tradition”

Ποιος να ένιωσε τί εννοούσες λέγοντας:
“think like they book say”
αφού ούτως ή άλλως είναι ήδη “διαβασμένοι” και ξέρουν τί να μην προσέξουν, που να μην δώσουν προσοχή, πότε να ενοχληθούν, τί κοινό είχαν το αγόρι ντυμένο με στρατιωτικά και το ξανθό κορίτσι στο τζιφάκι και πως να μην καταλάβουν στην επαναληπτικότητα “girl, boy, girl, girl, boy, girl” την ρευστότητα των φύλων και της σεξουαλικότητας.

Ίσως βαρέθηκαν κάποιοι όταν τραγούδαγες “down for some ignorance”, γιατί δεν είχαν την υπομονή να ακούσουν πρώτα τα πεδία της άγνοιάς τους για να πέσει μετά το μπητ.

Όμως ακόμα κι έτσι, αυτά υπήρξαν.
Έγιναν.
Τα δημιούργησες και τα περφόρμαρες.
Ακόμα κι αν θα άγγιζαν έστω και έναν.
Δεν ξέρω αν σου αρκεί αυτό, αν πιστεύεις πως έστω κι ένας είναι κάτι.
Αν έπεσες από τα σύννεφα ή το ΄χες και αυτό στο μυαλό σου.
Για να το κάνεις, ίσως κάτι ξέρεις.
Ελπίζω, κάτι να ξέρεις.

Γιατί σίγουρα ξέρεις πως να ελέγχεις τις λέξεις και να τις συντάσσεις μαζί με ήχους στις πολιτικότερες κατασκευές. Όπως ακριβώς οι επιρροές σου, από τότε που το πολιτικό είχε ακόμα δύναμη, τότε που το πολιτικό δεν ήταν η katy perry να ανησυχεί για την κοινωνία του θεάματος, νιώθοντας η debord του 21ου αιώνα, χορεύοντας σε roller coaster σε ένα αστραφτερό συν πανάκριβο βίντεο κλιπ.

Γιατί καταφέρνεις να είσαι συμπεριληπτικός σε ό,τι δημιουργείς, ήδη από τα πρώτα σου έργα αλλά ακόμα περισσότερο στο martyr loser king.
Γιατί πάνω στην σκηνή ραπάρεις και παράλληλα χώνεις ρήφερενσηζ για να ξέρει ο άλλος από κάτω τι να διαβάσει, τι να ψάξει.
Γιατί αυτό που κάνεις δεν θέλεις να αρχίζει και να τελειώνει με το play/stop του κάθε κομματιού.

Ακόμα και με “λάθος” συμβιβασμούς συνειδητοποιημένους ή μη, που μπορεί να έχεις κάνει,
δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο χάκερ στα αυτιά των ακροατών.
Μπορώ να ονειροπολήσω πως θα ήταν, αν όλοι οι καλλιτέχνες εκφράζονταν όπως ο martyr loser king, ο niggy tardast, o saul williams.
Αν το πως σκέφτεσαι και δρας είναι το πως θα ‘θελες να το κάνουν και οι υπόλοιποι για να ήταν η κοινωνία ένα μπέτερ πλέης φορ ολ, εσύ το ενσαρκώνεις ως ύπαρξη και μόνο.

Διαβάζοντάς σε, ακούγοντάς σε, βλέποντάς σε, ήταν αρκετά μέχρι τώρα, για να συνεχίζω όταν ξενερώνω, να ελπίζω όταν σκέφτομαι πως ναπαναγαμηθουνταπαντα, να δημιουργώ και να αφήνω το μέλλον να υπάρχει ακουμπώντας σε εσένα, και πολλά άλλα τέτοια γλυκανάλατα,

Ήμουν ήδη χακαρισμένος από πριν.
Ήδη από τους στίχους των προηγούμενων πρότζεκτ σου.
Τους ήχους σου. Τα μπητ, χορευτικά, πειραματικά, ακουστικά.
Και παράλληλα με όλα αυτά, τα γεωμετρικά σχήματα και τα χρώματα που ξεπηδούσαν στο πρόσωπό σου, τα ρούχα. Όλα μίλαγαν και έλεγαν ό,τι ήθελα να πω και να ακούσω.

Όμως το λάηβ ήταν ένα ταξίδι-βιβλίο-μάθημα.
Μπορεί και να μην είναι οι ιδανικές λέξεις αυτές.
Αλλά ούτως ή άλλως οι λέξεις σου ανήκουν.
Όχι μαλακία: hack rights and ownership. hack proprietorship.
Hack the borders.




love letter to princess nokia

 

Τα ερωτικά γράμματα έχουν -ίσως- συγκεκριμένες τεχνικές, ξεκινούν με στερεοτυπικές απευθύνσεις, ξεμπροστιάζουν συναισθήματα που καμιά φορά δεν είναι και τίποτα σοβαρό, με την έννοια ότι πρόκειται για ανασφάλειες οι οποίες περιτριγυρίζουν ένα μεγάλο εγώ το οποίο με τη σειρά του έχει επενδύσει βασανιστικά πολύ στην αποδοχή του ή ακόμη και σε μια γενναία απόρριψή του. Τα ερωτικά γράμματα είναι μάλλον μία από τις ανεξάντλητες συνταγές που σκαρφιζόμαστε για να μείνουμε στην ιστορία ως άνθρωποι που φάγαμε τα μούτρα μας και έχουμε το κουράγιο να μιλήσουμε γι’ αυτό: με τρόπο, ευρύτερα, ποιητικό.

«Αγαπημένη Princess»,

Ήταν να έρθεις για συναυλία στην χώρα μας γύρω στον Ιούνιο. Ήμουν από τους πρώτους που τσακίστηκε να πάρει εισιτήριο και να έρθει μαζί με τη δοσμένη και την επιλεγμένη οικογένεια του να σε συναντήσει και να σε αποθεώσει. Δεν ήρθες. Μας είπες ότι για λόγους υπερκόπωσης δεν κατέστη εφικτή η εμφάνισή σου. Σε διάφορα πηγαδάκια όμως που συχνάζουμε, μάθαμε ότι δεν τα βρήκες στα ντήλια. Δεν πρόκειται εδώ να ανοίξω μια ανώφελη συζήτηση γύρω από τις κανονικότητες της μουσικής βιομηχανίας, από τον υψηλό βαθμό ενσωμάτωσης της DIY κουλτούρας και από την έκθεση των indie παραγωγών στην καπιταλιστική μέγγενη της οριοθέτησης και της συσσώρευσης.

Θα είναι σα να προδίδω τον έρωτα μου. Δεν θα το κάνω.

Επιλέγω την επιθυμία μου για τις ρίμες σου, για την εικόνα και την μη-εικόνα σου, επιλέγω το άκουσμα της λούπας σου, επιλέγω τις αναφορές σου στη γειτονιά σου γιατί τα παιδικά μας χρόνια είναι ως γνωστόν η μόνη μας πατρίδα, θέλω αν κάποια στιγμή τα φέρει έτσι η ζωή να παίξουμε ένα μπασκετάκι που τόσο φαίνεται ότι σου αρέσει, επιλέγω συνειδητά να στηρίζω τον φεμινισμό σου και την ανοιχτότητα σου στην queer κοινότητα που σε μεγάλωσε σε δύσκολες στιγμές της ζωής σου, στηρίζω την αγάπη σου στην «ιθαγενή» καταγωγή σου γιατί σαν μητροπολιτάνα που ακόμη αισθάνεται τον ήλιο μέσα από τα παράθυρα κάποιου καταθλιπτικού project, διαισθάνεσαι την ιστορική ζωή μέσα από την αντίδρασή κατά της αποικιοκρατίας και της πατριαρχίας. Yπομένω, τέλος, τις διάφορες κατηγορίες εναντίον του εξαίσιου και μαγικού προσώπου σου -χαμογελαστού ή σκυθρωπού πρόκειται για μια αδιαχώριστη και αξεπέραστη ομορφιά- για το ότι διαφημίζεις ρούχα διάσημων οίκων οι οποίοι βάζουν το χεράκι τους στην παγκόσμια φτώχεια και τα παγκόσμια δεινά.

Αν και οι βαθιές πεποιθήσεις μου δεν εκδίδουν συχνά συγχωροχάρτι, (κράτα το αυτό princess, είναι πολύ σημαντικό για τη συνέχεια της σχέσης μας) μπροστά στον έρωτα σου λυγίζω, εκπίπτω που λέμε. Ιδιαίτερα όταν με κάνεις και γελάω: Power to the people, and power to my paycheque”.

Σε επιλέγω λοιπόν.

Γι’ αυτό δεν σταμάτησα στο φιάσκο της συναυλίας στα ευλογημένα εδάφη μας. Έκανα πολλά χιλιόμετρα, έριξα άγκυρες στην Βαρκελώνη, σε είδα από κοντά. Σε είδα να αστράφτεις λίγο πριν μπεις στην σκηνή, όταν πίσω από την Dj σου τσέκαρες το πλήθος, με το υπερχαριτωμένο τρακ σου. Σε είδα. Είδα το χαμόγελο και το φιλί που έστειλες. Δεν θα επιχειρηματολογήσω για το γεγονός ότι η νοητή γραμμή του χεριού σου τελείωνε ακριβώς πάνω στο λαιμό μου. Δεν θα γίνω γραφικός. Θα αφήσω να τα πεις εσύ.

Και έτσι έγινε. Βγήκες και τα είπες. Ήσουν συγκλονιστική, με το Tomboy έδωσες το στίγμα σου, με το Kitana παρέλυσα για τα καλά, με την σημαία του Πουέρτο Ρίκο να δείχνει η πιο όμορφη σημαία, το πιο ωραίο λάβαρο κατά των εθνικισμών, με το Green Line γύρισα τις γωνιές της πόλης σου με το τραίνο όχι για 2,50 δολάρια όπως εσύ (αλλά τσάμπα, γιατί εδώ princess εμείς έχουμε θέματα με τα ΜΜΜ και ακόμα καταφέρουμε να γλιτώνουμε από το κωλοκράτος και τους φασίστες ελεγκτές του – να έρθεις εδώ να κάνουμε φρι βόλτες αγια μαρίνα, ελληνικό, αιγάλεω και όταν είναι να φύγεις towards Eλ. Βεζ). Έπαιξες και το dragons από τα παλιά σου. Ναι, εξαιρετικά. “We can have tea and talk about things that are exciting”.

Χάζεψα. Ήσουν γλυκιά, αναιμική, τρυφερή, σίγουρη και ασταθής ταυτόχρονα. Τραγουδούσες όποτε ήθελες, έπαιζε από πίσω η Dj σου. Βαρέθηκες σε κάποια φάση, έβγαζες φωτό, σε είδα που κεντράρισες πάνω μου, σ’ ευχαριστώ αλλά δεν γράφω τόσο στον φακό. Σα να ήθελες μερικές φορές να πας σπίτι, να πιεις ένα τσιγάρο και να ακούσεις μουσική ή να δεις τηλεόραση. Σα να μην πέρναγες καλά. Και αυτό είναι που ερωτεύομαι. Ό,τι θέλεις να περνάς καλά και δεν σε απασχολεί αν είσαι πάνω στην σκηνή, κάτω από την σκηνή, αν σε επευφημούν ή σε γιουχάρουν. Όλα είναι διαμεσολαβήσεις για την «old soul» σου όπως λες. Θέλεις να περνάς καλά, και γω το ίδιο.

Και το καταφέρνουμε μαζί. Και σε σέβομαι. Σεβάστηκα όταν έπεσες πάνω μας και σε μετέφερα με το ελαφρύ, φοβισμένο άγγιγμα μου, εκεί κάπου στη μέση σου. Την ίδια στιγμή ήμουν alert μην τυχόν κάποιο σεξιστικό λευκό γουρούνι σε προσβάλλει, χουφτώνοντάς σε: μα τι λέω, παραλογίζομαι σίγουρα. Είχες ήδη μπουκετώσει κάποιον παλιά γι’ αυτόν τον λόγο. Τι δουλειά έχω εγώ να αγχώνομαι για την γοητευτική σου αυτονομία, για τη μαγική σου αυτοδιάθεση; Kαμία. Καμία απολύτως. Να με συγχωρείς λοιπόν. Σε θαυμάζω.

«Αγαπητή Princess»,

Ήμουν και είμαι ερωτευμένος μαζί σου από την στιγμή που σε γνώρισα. Και αυτό είναι ό,τι πιο όμορφο μπορεί να συμβεί σ’ έναν άνθρωπο. Όμως θα πρέπει να σου εκμυστηρευτώ -και φαντάζομαι πως θα το επεξεργαστείς όπως αξίζει στην σχέση μας- ότι ένας έρωτας ξεφτίζει στη θέα κάποιου άλλου έρωτα, πιο δυνατού. Δεν είναι ακριβώς ζήτημα ισχύος, είναι θέμα χρόνου. Κι ο χρόνος μας φαίνεται να τελειώνει princess. Μεταμορφώνεται. Με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Με μαγεία: τα κύτταρα σου από την μυστήρια και εξωτική καραϊβική έχουν τη διαύγεια να καταλάβουν.

Όταν με αποχαιρέτισες με το τελευταίο τραγούδι και γύρισες πίσω στα παρασκήνια, η ανάγκη μου να σε δω και να σου μιλήσω είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα. Δεν το περίμενα, ξαφνιάστηκα. Συνειδητοποίησα όμως. Βουτάω τη γλώσσα στο μυαλό μου πριν στα πω όλα αυτά, word.

Παρόλο που έφαγα τη γη να σ’ αναζητάω, ένιωσα πως το κορίτσι που ταξίδεψε μαζί μου για να σε δω από κοντά, είχε μια φλογερή ποιότητα, μια ακαταμάχητη όρεξη για ταξίδια και ζωή: νιώθω ότι πρέπει να υποκλιθώ και να δώσω βάση στις δικές της ρίμες, πλέον.

Για να καταλάβεις το συναίσθημα, είναι όπως σε κάποιες ταινίες, που ο τυφλωμένος από έρωτα κυνηγάει το αντικείμενο του πόθου του με κάθε τίμημα, χωρίς να βλέπει ότι δίπλα του ακριβώς υπάρχει ένας έρωτας ανώτερος, αν μου επιτρέπεις μια τέτοια έκφραση.

Αγαπητή Princess, σ’ ευχαριστώ για όλα. Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνεις. Όπως εσύ αισθάνεσαι μεγάλη την ευθύνη απέναντι στην blackness” σου, έτσι και γω, αφού τα ‘χω λυμένα όλα, λόγω του λευκού προνομίου μου και λοιπά, έχω ευθύνη απέναντι στην ερωτική μου επιθυμία.

Lotta Love.

https://www.youtube.com/watch?v=x_fUaY5dSGA

 

 

 

 

 

 

 

 




λευκόσελευκό – η γλώσσα, ένα πεδίο μάχης

 

Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Ατένα Φαρροχζάντ (Λευκόσελευκό – εκδόσεις Αντίποδες) στο μετρό, όρθιος, στριμωγμένος και γυρνώντας από τη δουλειά. Συνεπώς δε μπήκα σ’ αυτή την ιστορία ακριβώς συγκεντρωμένος. Η μόνη μου σκέψη ήταν αν η ποίησή της θα μπορέσει να κερδίσει την περιρρέουσα δυσφορία. Αλλά μετά την τρίτη, τέταρτη σελίδα η οπτική μου πάνω σ’ αυτό το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια είχε ήδη αλλάξει. Δεν διάβαζα πια αναζητώντας τις φράσεις που θα μου άρεσαν. Διάβαζα μια φωνή που ήρθε να μιλήσει στην Αθήνα του 2017 με τη μορφή μιας επείγουσας επίθεσης λέξεων.

Η Athena Farrokhzad γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1983, αλλά έζησε και μεγάλωσε ως πρόσφυγας  στη Σουηδία, αρχικά στο Γκέτεμποργκ και μετά στη Στοκχόλμη. Όλο το ποίημα, εκτός από την πρώτη σελίδα, είναι γραμμένο υπό τη μορφή φράσεων που λένε τα μέλη της οικογένειας της αφηγήτριας. Η μητέρα, ο πατέρας, ο αδερφός, η μητέρα της μητέρας, ο αδερφός της μητέρας. Τα θέματα που συζητιούνται με έναν γρήγορο και κοφτό ρυθμό είναι η οικογένεια, η πατρίδα, η επανάσταση, ο καπιταλισμός, η ενσωμάτωση, η αλήθεια, ο θάνατος, οι ρίζες, ο φόβος, το παρελθόν και κυρίως η γλώσσα – πρώτα και πάνω απ’ όλα η γλώσσα. Γύρω απ’ την γλώσσα θα περιστρέφεται διαρκώς η σκέψη της ποιήτριας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να ακούσουμε λέξεις που επανέρχονται: χώμα, γάλα, βουβαμάρα. Όλα γυρίζουν σ’ αυτήν την ιδέα γλώσσας, της μητρικής  γλώσσας (το πρώτο γάλα που μας τρέφει), της γλώσσας του καταπιεστή παλιού και νέου, της γλώσσας που θα μας επιτρέψει να μιλήσουμε, να πούμε τα λογάκια μας, να ζήσουμε και να πούμε τη ζωή. Αυτό που έμεινε σε μένα ως κεντρική σκέψη που διαπερνά το ποίημα, είναι τελικά η ιδέα της απουσίας της οποιαδήποτε γλώσσας που να μπορεί να υπηρετήσει την ποιήτρια και την οικογένειά της. Μαζί μ’ αυτήν, διάφοροι υπαινιγμοί, αφορισμοί και σκέψεις για την έννοια του ξεριζωμού. «Ο αδερφός μου είπε: Το παρελθόν είναι μια βιαιοπραγία για πάντα ανολοκλήρωτη»

Ένας άλλος νεαρός ποιητής ο Kaveh Akbar, ξεκινάει το σχόλιο του για το «Λευκοσελευκό» της Φαρροχζάντ, γράφοντας ότι αποτελεί ένα μοναδικό είδος απελπισίας, το να προέρχεσαι από τη Μέση Ανατολή και να ζεις σ’ ένα δυτικό έθνος το 2017. Αυτό το μοναδικό είδος απελπισίας είναι που διαπνέει τις σελίδες του βιβλίου απ’ την αρχή ως το τέλος. Η Φαρροχζάντ εξαπολύει μια συνολική επίθεση. Στην αγάπη για την παλιά πατρίδα, στην προσπάθεια της μητέρας της να ενσωματωθεί και να αλλάξει συνήθειες, στην πατριαρχία και την ηττοπάθεια της γυναίκας, στο νέο της σπίτι, στο σουηδικό ρατσισμό (ή «τη σκιά της λευκότητας» όπως χαρακτηριστικά λέει άλλος σχολιαστής), στα βασανιστήρια που υπέστησαν οι δικοί της στο Ιράν, στον φόβο απέναντι στο μέλλον, στην άρνηση της επιθυμίας αλλά και την ταυτόχρονη ανάγκη του να ανήκει κανείς σ’ ένα τόπο και τέλος στη γλώσσα. Τη γλώσσα που είναι ανίκανη να εκφράσει, τη γλώσσα που είναι ανύπαρκτη, την παλιά και τη νέα της γλώσσα που της επιβάλλονται και την καταδικάζουν κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Η γλώσσα «δεν είναι άσυλο ή καταφύγιο, δεν είναι το σημείο που κάποιος μπορεί να παίρνει αποφάσεις. Είναι ο τόπος που ο καθένας πολεμάει» λέει ο Derek Walcott (σ.σ. δική μου πρόχειρη μετάφραση). Το «Λευκόσελευκό» είναι ακριβώς ένα τέτοιο τοπίο, ένα πεδίο μάχης, γράφει η Pernilla Berglund, ποιήτρια κι αυτή.

Η Φαρροχζάντ είναι καταιγιστική, αλλά η επίθεσή της είναι ταυτόχρονα ήρεμη, νηφάλια, σκεπτική. Δεν αφήνει τίποτα στο απυρόβλητο, αλλά δεν την έχει καταλάβει μανία, ούτε επιδίδεται σε κάποιου είδους συνθηματολογία. Το ποίημα είναι γεμάτο από μια βαθιά πίκρα, που κατανοεί, αλλά δεν σταματά να επιτίθεται (“accusatory, loving” λέει χαρακτηριστικά η Sueyeun Juliette Lee). Ώρες ώρες, λες πως καλύτερα να έβριζε ή να χτυπούσε τους πάντες γύρω της, γιατί αυτή η σκληρότητα που κυριαρχεί είναι μια ειλικρίνεια που ξεβολεύει ολόκληρο το σύμπαν, καθηλώνοντάς το μπροστά στον καθρέφτη. Κανείς δεν τελειώνει το ποίημα ανακουφισμένος, αφού μέσα στις σελίδες του υπάρχει το τραύμα του πολέμου, η ήσυχη επιθετικότητα του νέου σπιτιού και η ασφυξία του παλιού, η αμηχανία του αριστερού πατέρα («ο πατέρας μου είπε: μίλα τη γλώσσα που σου πληρώνει τον επιούσιο»), η παραίτηση της μητέρας, ο αλλόκοτος τρόμος του αδερφού και μια ασαφής γενική νοσταλγία για το εχθρικό χώμα της πατρίδας. (Αλλά πως ξεπερνά κανείς εύκολα την παμπάλαια επιθυμία να θαφτεί εκεί, στο πρώτο χώμα που γνώρισε).

***

Αλλά η ποίηση της Φαρροχζάντ μιλάει στην Αθήνα του 2017 και μιλάει για αυτά που συναντάμε στους δρόμους της μητρόπολης ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια. Πέρα απ’ τα προφανή ζητήματα που θέτει η κατάσταση των προσφύγων – ο πόλεμος, η επιβίωση στη θάλασσα, ο εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, η σμίκρυνση του ανθρώπου σε «πραμάτεια», η συνάντηση με το γραφειοκρατικό τέρας – υπάρχουν κι άλλα. Είχα την τύχη λόγω κυρίως των φίλων, που έχουν εμπλακεί σε διάφορα εγχειρήματα που προσπαθούν να σταθούν αλληλέγγυα στους πρόσφυγες, να συναναστραφώ σε ένα πιο καθημερινό (να πω κανονικό, δε θα ισχύει κιόλας) πλαίσιο, ανθρώπους από τη Συρία, το Ιράν, το Αφγανιστάν. Μπορεί κανείς να πάθει ένα είδος μόνιμου πατατράκ όταν θα αντιλαμβάνεται στ’ αλήθεια τις ιστορίες που ακούει. Για παράδειγμα η Σ., 9 χρονών. Τη στιγμή που εσύ έβλεπες ένα παιδί που έκλαιγε γιατί ήθελε κι άλλη κούνια, άκουγες απ’ τον πατέρα της πως πέρασε τα σύνορα Τουρκίας Συρίας, ζαλωμένη μια τεράστια τσάντα και έκλαιγε και τότε πάλι μες στη νύχτα με τις σφαίρες των τούρκων μπάτσων να σφυρίζουν και το μωρό 6 μηνών δίπλα της ναρκωμένο με χάπια, μην τυχόν κλάψει και ακουστεί. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που προφανώς είναι δύσκολο, όχι να διαχειριστείς αλλά ακόμη και να συλλάβεις. Αλλά η καθημερινότητα αποκαλύπτει τα επόμενα θέματα. Σύριοι που προσπαθούσαν να ψελλίσουν ελάχιστα αγγλικά για να συνεννοηθούν, μετά άκουγαν επί μήνες ελληνικά (και προόδευαν σ’ αυτά), για να φτάσουν έπειτα σε μια ευρωπαϊκή χώρα και να έρθουν αντιμέτωποι με το γαλλικό συντακτικό. Σύριοι που δεν ήθελαν πια να γυρίσουν ποτέ στη Συρία (γιατί ο πόλεμος δεν καταστρέφει μόνο κτίρια, δεν κομματιάζει μόνο σάρκες, σκοτώνει οριστικά και κάτι στην ενδοχώρα των επιζώντων), που αγάπησαν την Ελλάδα γιατί εδώ βρήκαν φίλους και που όμως ήταν αποφασισμένοι να αναζητήσουν το όνειρο στην ευρωπαϊκή γη της επαγγελίας. Έτσι δυστυχώς την είχαν στο μυαλό τους, αφού δεν μπορούσαν να φανταστούν ας πούμε τις ομολογίες των εκπαιδευτικών, ότι ένα παιδί που έχει χάσει τρία χρόνια σχολείο και ξεκινά στα 10 το γαλλικό σχολείο «δεν έχει στ’ αλήθεια πιθανότητες». Πιθανότητες για τι; Έλα μου ντε. Δεν είχαν ακούσει για τα προσωρινά άσυλα και τις άδειες παραμονής (προσωρινή προστασία) ενός ή δύο χρόνων. Μια ζωή υπό αίρεση, σε μόνιμη διαδικασία μετακόμισης με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν όχι σπίτι, αλλά ούτε καν γλώσσα. Δεν έχουν λέξη να εκφράσουν τα εσωτερικά ναυάγια. Έχουν ξεριζωθεί πολλαπλά από πατρίδες και γλώσσες, από μέρη και λέξεις. Αναρωτιέμαι αν θα διαβάσουν ποτέ την ποίηση της Φαρροχζάντ, αν θα διαβάσουν αυτό ακριβώς το σημείο: «η μητέρα μου είπε: Θα ξαναποκτήσω αυτό που δικαιούμαι / Εσύ θα συναντήσεις χωρίς γλώσσα το θάνατο  / Άλαλη ήλθες κι άλαλη θ’ απέλθεις».

Ιδού η βαθιά πίκρα. Οι πρόσφυγες καταδικάστηκαν να διαβούν αυτό τον κόσμο των μαρτυρίων άλαλοι και μια ωραία πρωία να απέλθουν πάλι άλαλοι .

***

Για το «Λευκόσελευκό» μπορεί κανείς επίσης να κάνει ένα σωρό άλλες παρατηρήσεις. Τον τρόπο που έχει επιλέξει να τυπώσει τις λέξεις της (σαν λογοκριμένο κείμενο ή σαν κάτι μαύρο που πασχίζει να εκφραστεί μέσα στο άπειρο λευκό, σχολιάζει κάποιος κριτικός). Το γεγονός πως επιχειρεί να σπάσει το στερεότυπο της αφήγησης περί του τι σημαίνει σουηδικότητα (όπου βασιλεύουν λευκοί προοδευτικοί άνθρωποι της μεσαίας τάξης). Τις αναφορές στον ποιητή Paul Celan, που έγραψε, Εβραίος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ποιήματα στη γερμανική γλώσσα, ποίηση στη γλώσσα του καταπιεστή. Το γεγονός ότι το ποίημα διαβάζεται δυνατά, σα να ακούγεται, σαν κάποιες ποιήτριες στην Αμερική που απαγγέλλουν, σ’ εκείνο το σημείο που τελειώνει η λογοτεχνία κι αρχίζει το χιπ χοπ, σ’ εκείνο το σημείο που σωματοποιούνται οι λέξεις. (αν και θα πρέπει να πούμε ότι η ίδια έχει έναν δικό της ιδιαίτερο τρόπο να απαγγέλλει).

Αλλά δε θα προλάβουμε να βουτήξουμε σε όλων των ειδών τις αναλύσεις, τουλάχιστον όχι τώρα. Διαβάζοντας, έχοντας επιστρέψει σπίτι πια, έμεινα κολλημένος σε μια ακόμη φράση της Φαρροχζάντ κι ακόμη με αυτήν παλεύω στο κεφάλι μου. «υπάρχει μια λέξη, η τελευταία λέξη που θα εγκαταλείψει ποτέ τον άνθρωπο / κι αύριο θα ‘μαι μια συλλαβή πιο κοντά της».




Πρωινή βόλτα στην Κνωσό

 

DSC_0406

DSC_0397

DSC_0394

DSC_0341

DSC_0356

 




Διαβάζοντας την πόλη | Καισαριανή

Τα κείμενα και τα ποιήματα που μας αρέσουν, πιστεύουμε ότι μπορούμε όχι μόνο να τα διαβάζουμε, αλλά και να τα μιλάμε και να τα βλέπουμε και να τα φανταζόμαστε σε μία από τις άπειρες εκδοχές τους. Συνέχεια (μετά από πολύ καιρό) στο project του Cricket «Διαβάζοντας την πόλη», με την Όλια Λαζαρίδου να διαβάζει ένα απόσπασμα από το διήγημα του Μάριου Χάκκα «Σκοπευτήριο Καισαριανής». Το διήγημα περιλαμβάνεται στη συλλογή «το Κοινόβιο» που κυκλοφόρησε απ’ τις εκδόσεις Κέδρος το 1972. Συνεχίζουμε να προσπαθούμε να συναντήσουμε τα λόγια των ποιητών και των συγγραφέων που δεν σταματούν να επανέρχονται στο μυαλό μας, σε σημεία της πόλης, μέσα στην οποία ζούμε και αναπνέουμε σήμερα.




Berlin