1

Η βιαιότητα της κρίσης στη μεγάλη οθόνη – τρεις πρόσφατες ελληνικές ταινίες

 

Η κρίση έχει εισβάλει και απλωθεί σε όλες τις πτυχές και τις εκδηλώσεις της ζωής μας, οπότε ήταν επόμενο να βρει το δρόμο της και προς την ελληνική καλλιτεχνική δημιουργία – και συγκεκριμένα τον ελληνικό κινηματογράφο (αν και θυμάμαι, πριν από μερικά χρόνια, να παραδίδω σε έναν εκδοτικό οίκο το δακτυλόγραφο της Ελληνικής Ασφυξίας και να λαμβάνω απορριπτική απάντηση εξαιτίας του «υπερβολικά επίκαιρου» χαρακτήρα του μυθιστορήματος). Είναι σύνηθες πλέον φαινόμενο για τις εταιρείες παραγωγής και διανομής να τονίζουν το πώς η εκάστοτε ταινία τους μιλά για την κρίση, είτε αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα είτε όχι. Είναι επίσης πολλές οι πρόσφατες ταινίες, ειδικά αυτού που ευτυχώς ή ατυχώς ονομάστηκε “greek weird wave”, που πλασάρονται ως κοινωνικοπολιτικές αλληγορίες για όσα συμβαίνουν γύρω μας τα τελευταία χρόνια – ενώ, συνήθως, δεν είναι τίποτα τέτοιο. Ανάμεσα σε όλα αυτά τα φιλμ, πάντως, υπάρχουν και κάποια που όντως σκαλίζουν κάτω από την επιφάνεια και κατορθώνουν μια ευφυή και στιβαρά δομημένη ανάλυση του περιρρέοντος πανικού.

Πρόσφατα έτυχε – με διαφορετικές αφορμές και υπό διαφορετικές συνθήκες – να παρακολουθήσω τρεις ταινίες που, κατά τη γνώμη μου, μιλάνε με πολύ καίριο, ουσιαστικό και οξυδερκή τρόπο για αυτό το φάντασμα, αυτό το τέρας που ονομάζουμε κρίση (χωρίς απαραίτητα να το επιδιώκουν ή να το κάνουν συνειδητά) και επιχειρώ παρακάτω μια (καθυστερημένη) παρουσίασή τους. Αυτό που τις συνδέει είναι –πιστεύω – το στοιχείο της βιαιότητας, όχι τόσο στο επίπεδο των δράσεων όσο σ’ αυτό των πραγμάτων που συμβαίνουν κάτω από την επιφάνεια: η βάναυση καθημερινότητα, ο ψυχικός βανδαλισμός που υποκείμεθα σχεδόν αδιάκοπα.

(Σημ.: Περιέχει κάμποσα μικρά σπόιλερ)

15luton_stills

Luton – του Μιχάλη Κωνσταντάτου (2013)

Το Luton, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Μιχάλη Κωνσταντάτου, βγήκε στις αίθουσες το 2013. Είναι μια ταινία σαφώς «καλλιτεχνική» – αλλά συνάμα ρεαλιστική και επ’ ουδενί «weird»-, που δίνει το μεγαλύτερο βάρος στο εικαστικό κομμάτι και στις δράσεις και όχι τόσο στους διαλόγους ή τις ερμηνείες.

Η βία είναι το κεντρικό – σχεδόν αποκλειστικό – θέμα του Luton, αλλά όχι με τον τρόπο και υπό το πρίσμα για τα οποία έγινε λόγος σε σχεδόν όλες τις κριτικές και τα δελτία τύπου, την εποχή που πρωτοκυκλοφόρησε η ταινία. Στο Luton έχουμε να κάνουμε με τη βία της σιωπής, τη βία της αυτοκαταπίεσης, την αδυναμία να βρεις λύτρωση από όσα σε πνίγουν καθημερινά παρά μόνο με έναν έμμεσο, προβληματικό τρόπο. Οι πρωταγωνιστές του Luton είναι τρεις διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι που υπόκεινται καθημερινά και σχεδόν ασταμάτητα τη βία των απρόσωπων πολυκαταστημάτων, των αχανών club, των σούπερ μάρκετ, των δημόσιων υπηρεσιών, του σχολικού συστήματος γενικά και του κάθε σχολικού μικρόκοσμου ξεχωριστά, της ανούσιας τυπολατρείας και του καθωσπρεπισμού, των προτύπων ομορφιάς, του βαρετού σεξ, της αγένειας, της κουτοπονηριάς και τόσων άλλων.

Το Luton είναι ένα φιλμ εξαιρετικά καλογυρισμένο, προσεγμένο με έναν τρόπο που είναι ξεχωριστός ακόμα και για τα πολύ υψηλά πλέον στάνταρ της σύγχρονης ελληνικής κινηματογραφίας. Οι διάλογοι – όπως και η μουσική – σπανίζουν στα 100 λεπτά που διαρκεί η ταινία. Ο Κωνσταντάτος καθοδηγεί τους ολιγάριθμους (αλλά αποτελεσματικότατους) ηθοποιούς του σαν ένας Ζακ Τατί της θλίψης, σαν ένας Ρόι Άντερσον της κατήφειας. Για την κατάληξη/κορύφωση του στόρι, μπορούν να διατυπωθούν αντιρρήσεις. Αλλά πιστεύω πως το σημαντικό και το καίριο κομμάτι του Luton είναι τα πρώτα 80 περίπου λεπτά του. Γι’ αυτά ειδικά μπορεί στην πραγματικότητα να ειπωθεί πως λειτουργούν, κατά το κοινώς λεγόμενο, σαν “γροθιά στο στομάχι”. Αν το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Μιχάλη Κωνσταντάτου είναι δυσάρεστο, είναι δυσάρεστο για τη βαθιά και αδυσώπητη ειλικρίνειά του, την αλήθεια που σερβίρει χωρίς περιστροφές, αλληγορίες, ψευτολυρισμούς ή εξυπνακισμούς στο θεατή του – θεατή που είναι πολύ πιθανόν να βρει κάμποσα κοινά στοιχεία ανάμεσα στον εαυτό του και τους τρεις πρωταγωνιστές της εν λόγω ιστορίας.

σερβετας

«Να Κάθεσαι και να κοιτάς» – του Γιώργου Σερβετά (2013)

«Είμαι ο εγγυητής της βαρεμάρας τους», υπερηφανεύεται ράθυμα σε κάποιο σημείο ο Λεωνίδας, ο αστυνόμος της επαρχιακής κωμόπολης όπου εκτυλίσσεται το «Να κάθεσαι και να κοιτάς» του Γιώργου Σερβετά (τον Λεωνίδα ερμηνεύει – σε μια εμπνευσμένη επιλογή κάστινγκ – ο κυρίως κωμικός ηθοποιός Γιάννης Δρακόπουλος). Πρόκειται για μια, επί της ουσίας, κούφια καυχησιά, καθότι, κάτω από το πληκτικό προσωπείο της, η ανώνυμη αυτή κωμόπολη κρύβει πολλή σκοτεινιά – δήθεν ευυπόληπτοι οικογενειάρχες που χτυπάνε τις ερωμένες τους, ρατσισμός, η βαναυσότητα του ανθρώπου απέναντι στη φύση, οι εργοδότες που πληρώνουν όποτε γουστάρουν, τα άνωθεν επιβεβλημένα πρότυπα ηθικής, ορθότητας, αντρικής και γυναικείας συμπεριφοράς κ.ό.κ.

Όλη αυτή την υποβόσκουσα βία την παρατηρεί (μόνη απ’ όλους, θαρρείς) και πυροδοτεί τελικά την ανατροπή της (αντιμετωπίζοντας μαζί τις συνέπειες αυτής της ανατροπής) η πρωταγωνίστρια της ταινίας, Αντιγόνη (Μαρίνα Συμεού). Με όχημα μια ιστορία που από τη μία χρησιμοποιεί τη δομή του γουέστερν (η μοναχική ηρωίδα που φτάνει σε μια καταραμένη πόλη και ορθώνει το ανάστημά της απέναντι στην καταπίεση και τη μιζέρια) και από την άλλη τους κώδικες της αρχαίας τραγωδίας (η ηρωίδα που ξέρει ότι αυτό που θα κάνει θα την οδηγήσει στην καταστροφή, αλλά επιλέγει συνειδητά να το κάνει έτσι κι αλλιώς, καθότι ξέρει πως το να το πράξει αποτελεί χρέος απέναντι στον εαυτό της και τους γύρω της), ο Σερβετάς κάνει μια ουσιαστικότατα πολιτική ταινία: όχι γιαλαντζί πολιτική· όχι δήθεν αλληγορία· όχι γουιρντίλα· μια ταινία που αφορά ίσως το πιο πολιτικό ζήτημα από όλα: την απεμπόληση της νοοτροπίας που συνοψίζεται στη γνωστή φράση (που ακούγεται και στην ίδια την ταινία): «πού να μπλέκεις τώρα…;» Αυτή είναι η πιο καίρια δήλωση που κάνει η ταινία, πέρα από την επιλογή οποιασδήποτε αφηγηματικής τεχνικής, πέρα από οποιαδήποτε επιλογή ως προς το καδράρισμα ή το μοντάζ ή τον ήχο, πέρα από οποιαδήποτε αναφορά σε παλαιότερα κινηματογραφικά ή άλλα είδη (όπως ανέφερα λίγο παραπάνω).

Πρέπει να σημειώσω πάντως πως, κατά τη γνώμη μου, στο τεχνικό και καλλιτεχνικό επίπεδο, η ταινία δεν είναι τέλεια σε όλα της: είναι μεν εξαιρετικά καλογυρισμένη, με υποδειγματική χρήση της πρωτότυπης μουσικής (η οποία πρωτότυπη μουσική, παρεμπιπτόντως, δεν είναι καθόλου συνηθισμένη), με επίσης υποδειγματικό χτίσιμο ατμόσφαιρας (και όχι με προβλέψιμο τρόπο), αλλά χωλαίνει κάπως στον τομέα των ερμηνειών – ίσως ακριβώς επειδή οι διάλογοι, συγκεκριμένα οι διάλογοι, είναι επίσης ασυνήθιστοι για σύγχρονη ελληνική ταινία, ήτοι ρεαλιστικοί από τη μία πλευρά και πνευματώδεις από την άλλη, γεγονός που ίσως να δυσκόλεψε τους ηθοποιούς – να μην μπόρεσαν να καταλάβουν την όλη αισθητική του κειμένου. Βλέπετε, οι ήρωες του Σερβετά μιλάνε όπως οι άνθρωποι που συναντάς εκεί έξω – δεν εννοώ τους φίλους μου ή σου ή του/της, γιατί μερικούς από τους ανθρώπους που εμφανίζονται στο «Να κάθεσαι και να κοιτάς» δεν θα ήθελες να τους έχεις φίλους – αλλά μιλάνε μια γλώσσα πιστευτή και γενικά γνώριμη. (Ακούγομαι συγκαταβατικός και υπερβολικά ψείρας, αλλά αυτά τα δύο στοιχεία, τον ρεαλισμό και το πνευματώδες χιούμορ, δεν τα συναντάς εύκολα σε διαλόγους ελληνικών ταινιών τελευταίας εσοδείας, ειδικά μετά την επέλαση στο κινηματογραφικό γίγνεσθαι της γουιρντίλας από τη μία και της τηλεοπτικής μπαλαφάρας από την άλλη). Σε κάθε περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με μια ταινία πολύ σημαντική, αν και ίσως παραγνωρισμένη.

ablast-film-stills-0008

«Έκρηξη» – του Σύλλα Τζουμέρκα (2014)

Περίμενα καιρό να δω τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Σύλλα Τζουμέρκα, καθώς δεν την είχα προλάβει, τον καιρό που παιζόταν στις αίθουσες. Δεν ήταν μόνο η Χώρα προέλευσης (το κινηματογραφικό του ντεμπούτο) που με είχε ιντριγκάρει, αλλά και κάποια ντοκιμαντέρ που είχε γυρίσει για το Παρασκήνιο της ΕΡΤ (όπως εκείνο για τον ποιητή Γιώργο Φιλιππίδη ή εκείνο όπου αντιπαρέβαλλε τους Blitz με τον Mark Mazower).

Είχα κάμποσες ενστάσεις όσον αφορά τη δομή της «Χώρας Προέλευσης», κυρίως αυτή την με το ζόρι αντιπαραβολή της ανάλυσης του «Ύμνου Εις την Ελευθερία» (άλλο αν η Αμαλία Μουτούση είναι εξαιρετική στις συγκεκριμένες σκηνές) με την οικογενειακή ιστορία που εκτυλίσσεται παράλληλα· δεν λέω ότι δεν συνδέεται η δομή, η νοοτροπία και ο τρόπος λειτουργίας της ελληνικής οικογένειας με την παρακμή που ζούμε, όχι μόνο στα χρόνια της κρίσης αλλά και αρκετά παλαιότερα, ωστόσο, εν προκειμένω, αυτά τα δύο στοιχεία δεν συνδέονται ούτε σε επίπεδο δραματουργικό ούτε όσον αφορά τη νοοτροπία που διέπει τους χαρακτήρες της ταινίας και τα προβλήματα που δημιουργούν στους εαυτούς τους και τους άλλους. Άλλωστε η εν λόγω αντιπαραβολή παύει να λειτουργεί από ένα σημείο και μετά και την ξεχνά και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, επιλέγοντας να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην οικογενειακή ιστορία αυτής της ιδιότυπης υιοθεσίας. Από εκεί και μετά η ταινία απογειώνεται, σκηνοθετικά, ερμηνευτικά, σε επίπεδο μοντάζ κ.ο.κ.

Η ιστορία της Έκρηξης είναι σαφώς πιο απλή, χωρίς πολλά ένοχα μυστικά. Επιλέγοντας και πάλι τη μη γραμμική αφήγηση, ο Τζουμέρκας παρουσιάζει την ιστορία μιας γυναίκας που, όπως και άλλοι της γενιάς της, ξεκινά ελπιδοφόρα –περνώντας στη Νομική – και τα βρίσκει σκούρα, ερχόμενη αντιμέτωπη με τα παράλογα δάνεια των γονιών της, την άνοδο φασιστών και των ναζί, τα προβλήματα στο γάμο της, το ότι παρά τις σπουδές της περιορίστηκε στο ρόλο της νοικοκυράς, την απάθεια των τραπεζιτών και κάποιων δημοσίων υπαλλήλων μπροστά στα προβλήματα που τελικά ανακύπτουν κτλ. Ωστόσο, επειδή ο σκηνοθέτης περιορίζει χρονικά το φιλμ του (83΄), χάνονται πολλές από τις λεπτομέρειες όλης αυτής της εξέλιξης, καθώς και το καταλυτικό εκείνο γεγονός (υπεισέρχομαι και πάλι σε θέματα τεχνικής) που θα οδηγήσει το χαρακτήρα της Αγγελικής Παπούλια στη συγκεκριμένη απόφαση που λαμβάνει προς το τέλος του φιλμ και η οποία θα γκρεμίσει όλη τη ζωή της όπως την ξέρει. Αν, όμως, χωλαίνει στο επίπεδο της ιστορίας, σε επίπεδο σκηνοθετικό, στο επίπεδο της φωτογραφίας και του μοντάζ, αλλά και σε επίπεδο ερμηνειών (η Α. Παπούλια ξεπερνά τον εαυτό της), το φιλμ είναι έξοχο.

Η βία δεν είναι πάντα ορατή στην «Έκρηξη». Περιορίζεται, ως επί το πλείστον, σε λεκτικά ξεσπάσματα. Είναι, ωστόσο, περιρρέουσα. Είναι πανταχού παρούσα, έστω κι αν δεν τη βλέπεις. Οι άνθρωποι αυτοί, ειδικά ο χαρακτήρας της Μαρίας (της Α. Παπούλια, δηλαδή) είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να εκραγούν, βλέποντας τα πάντα γύρω τους να καταρρέουν. Η τελευταία σεκάνς, με τις παράλληλες δράσεις (στο χωριό, στην Εθνική, στο σπίτι της αδερφής της Μαρίας), είναι το ξετύλιγμα αυτού ακριβώς του κουβαριού, η Έκρηξη, που είναι αλλού λυτρωτική και αλλού καταδικαστική.

Το φινάλε του φιλμ είναι ανοιχτό, τουλάχιστον όσον αφορά το χαρακτήρα της Μαρίας. Προσωπικά μου θύμισε ελαφρώς το (αμφίσημο) τέλος ενός πολύ αγαπημένου μου φιλμ, του Quadrophenia, του Franc Roddam – αναρωτιέμαι αν το έχει δει ο Σ. Τζουμέρκας.

 

Ο Γιώργος Δρόσος γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (να ένα μήλο, Metropolis Free Press, Fractal Press, 3pointmagazine.gr, mixtape.gr, bibliotheque.gr, To Παράθυρο, Ποιητική, HUMBA! κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr , ενώ κάθε Τρίτη, στις οκτώ το βράδυ, παρουσιάζει την εκπομπή Wax Trash στον ιντερνετικό σταθμό www.indiegroundradio.com. Αυτόν τον καιρό πειραματίζεται με διάφορες άλλες μορφές τέχνης, συνεχίζοντας παράλληλα να γράφει.




Barry Underwood. Σουρεαλιστική παρέμβαση στο φυσικό τοπίο

 

Ο Αμερικανός φωτογράφος Barry Underwood με επιρροές από τις θεατρικές του σπουδές αλλά και την σύγχρονη τέχνη δημιουργεί φωτιστικές εγκαταστάσεις σε εξωτερικά φυσικά περιβάλλοντα. Με τη χρήση της τεχνολογίας των led, φωτοβόλων υλικών αλλά και αξιοποιώντας φωτογραφικές τεχνικές δημιουργεί φανταστικούς κόσμους με πρωταγωνιστή το φως.

Η δουλειά του αποτυπώνεται φωτογραφικά με κάμερα μεσαίου ή μεγάλου φορμά με μακρά έκθεση(long exposure). Πρόκειται για μεγάλης κλίμακας light installations χτισμένα σε συγκεκριμένα τοπία.

16-Underwood_RodeoBeach

Rodeo Beach

Η δουλειά του βασίζεται στις επιρροές τόσο από την land art και τη σκηνοθετημένη φωτογραφία όσο και από τον Μινιμαλισμό ενώ η κοινωνική και οικολογική ιστορία των ιδιαίτερων περιοχών που επιλέγει οδηγούν τη δουλειά του.

Το έργο του Barry Underwood λαμβάνει χώρα σε φυσικό περιβάλλον που επιλέγει προσεκτικά. Μεγάλο μέρος του έργου του τοποθετείται σε υδάτινο περιβάλλον. Τα έργα fishes, Moon, Northbar και Northbar 2, Aurora, Trace, Bleu τοποθετούνται στο νερό ή δίπλα σε αυτό.

13-Underwood_FishII

Fishes

Ο καλλιτέχνης χαρακτηριστικά αναφέρει:

barry_underwood_1

Bleu

“Οι εικόνες είναι τεκμηριώσεις διοραμάτων και εγκαταστάσεων πλήρους μεγέθους που δημιουργήθηκαν σε φυσικά τοπία. Χρησιμοποιώντας την ψευδαίσθηση, την φαντασία και την αφήγηση οι φωτογραφίες μου εξερευνούν τις προεκτάσεις του συνηθισμένου. Προσεγγίζω τη φωτογραφική μου δουλειά με θεατρική ευαισθησία, σαν κινηματογραφιστής ή σκηνογράφος.

Διαβάζοντας το τοπίο και αλλάζοντας τη θέα μέσω του φωτός και των φωτογραφικών εφέ, τροποποιώ το καθημερινό και συνηθισμένο σε κάτι μοναδικό. Το φως και το χρώμα αλλάζει την προοπτική του χώρου ενώ αποδομεί την οπτική των κοινών αντικειμένων. Αυτός ο συνδυασμός καθιστά τις φόρμες στο τοπίο αφηρημένες. Βασική έμπνευση αποτελεί η σύγχρονη ζωγραφική, ο κινηματογράφος και η land art. Το αποτέλεσμα στις φωτογραφίες είναι τόσο οικείο όσο και σουρεαλιστικό.

11-Underwood_AuroraGreen

Aurora(green)

Η διαδικασία που ακολουθώ για να δημιουργήσω ένα έργο ξεκινά με σχέδια. Η ιδέα προϋπάρχει και στη συνέχεια αναζητώ το τοπίο ή κάποιες φορές δημιουργώ με βάση ένα συγκεκριμένο τοπίο”

tumblr_mr2i8rjwom1r0i205o9_1280

Norquay (Yellow)

Οι εικόνες είναι από την επίσημη σελίδα του καλλιτέχνη barryunderwood.com




όλο το ασήμι

1.

 

Στο κέντρο της αίθουσας ένα μικρό συντριβανάκι, το νερό κυλάει σε διάφορους χρωματισμούς. Κάποιες ελάχιστες σταγόνες χτυπάνε στην άκρη, ξεφεύγουν και σκάνε στο πάτωμα. Στο ξύλινο πάτωμα τρίζουν δεκάδες μαύρα καλογυαλισμένα παπούτσια και μερικά τακούνια, τα περισσότερα όχι ιδιαίτερα ψηλά. Στην άκρη της αίθουσας ένα χέρι κάνει την χαρακτηριστική κίνηση, στηρίζοντας καλύτερα τη γραβάτα στο λαιμό. Ανάμεσα στα σκούρα κοστούμια πολλές στολές σιδερωμένες και τοποθετημένες στην εντέλεια πάνω στα σώματα. Στα τραπέζια οι σαλάτες έχουν τελειώσει, κάποιοι τρώνε γαρίδες, σερβίρεται ένα πικάντικο ρύζι. Τα λευκά πουκάμισα των σερβιτόρων κυκλώνουν με τη συνήθη χορογραφία τους τη δεξίωση. Τα χέρια τους χορεύουν με μπουκάλια κρασί, μια κόκκινη ουσία αιωρείται, χύνεται από μια πανάκριβη πηγή και αναπαύεται σε κολωνάτα ποτήρια, λίγο πριν βάψει τα χείλη.

Κάπως καθυστερημένα είναι η αλήθεια μπαίνει κι εκείνη στην αίθουσα. Η ορχήστρα, ναι υπάρχει και ορχήστρα, κάνει μια παύση. Η τρομπέτα ιδρώνει μόνη της, παίρνει ανάσα. Ορισμένα κεφάλια γυρίζουν ενστικτωδώς, οι άλλοι με τις γαρίδες στο στόμα αναρωτιούνται που γυρίζουν τα κεφάλια την ώρα του φαγητού. Έχει τραβηγμένα τα ξανθά μαλλιά της, κολλημένα στην εντέλεια, καταλήγουν σε μία απλή κοτσίδα και φοράει ένα ασημένιο, ναι ένα ασημένιο φόρεμα.

2.

 

Την παρατηρούν να περπατάει, να διασχίζει την γεμάτη αίθουσα αργά και με άνεση, λες και είναι μόνη της στο σαλόνι του σπιτιού της. Το ξέρουν πως στο τραπέζι τους θα κάτσει. Στρώνουν πουκάμισο, καλού κακού σκουπίζουν αόρατους λεκέδες γύρω στο στόμα. Μιλάνε ψιθυριστά μεταξύ τους.

– Μαλάκες συριζαίοι. Παραλίγο να μας γαμήσετε. Παραλίγο να μας γαμήσετε.

– Άσε μας ρε μαλάκα. Κοίτα μπροστά σου. Μόνο εμείς, μόνο εμείς έχουμε φέρει τέτοιο κόσμο. (Εντωμεταξύ γελάει και λίγο). Και στην τελική  σκέψου και το εξής, για ποιον θα ερχόταν τέτοιο κορίτσι; Για τον Σαμαρά ή για τον Παπαδήμο; Μόνο εμείς τα κάνουμε αυτά. Κοίτα.

– Εγώ να κοιτάξω ρε; Εγώ ή εσύ; Κοίτα ρε από τι πήγαν να μας αποκλείσουν οι νερόβραστοι, οι ξεπλένηδες, τα μαλακισμένα, οι κομμουνιστές του κώλου. Κοίτα ρε μπροστά σου. Έτσι γαμάει η Ευρώπη ρε. Έτσι.

Δεν τελειώνει καλά καλά τη φράση του και έχει σηκωθεί με αξιοσημείωτη χαλαρότητα και μετακινεί λίγο την καρέκλα δίπλα του, όσο χρειάζεται για να καθίσει αυτή. Η πράξη του ολοκληρώνεται με ένα απαλό άγγιγμα στον ώμο της, σαν αυτό να είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Του χαμογελάει.

3.

 

Έτσι γαμάει η Ευρώπη. Με ξανθά μαλλιά και ασημένιο φόρεμα. Το πρωί η Ευρώπη κατέφτασε στο υπουργείο με σκούρο φόρεμα, χαλαρό πουλόβερ και αόρατο μαστίγιο. Μπήκε στην αίθουσα για μια ενημέρωση παύλα συζήτηση για την κατάσταση στα θαλάσσια σύνορα. Οι υπόλοιποι ήταν ήδη μέσα στο χώρο με τους γαλλικούς τους (γεύση φουντούκι) και τα κρουασανάκια μπροστά τους. Το κλίμα ήταν πολύ καλό, μέχρι να μπει, γίνονταν και κάποια αστειάκια. Την περίμεναν λίγη ώρα, είχαν ακούσει γι’ αυτή. Αξιωματούχος της Frontex, υπεύθυνη λέει, για τα ελληνικά θαλάσσια σύνορα από σήμερα, αλλά όλοι ήξεραν πως δε θα καθόταν πολύ. Προοριζόταν για μεγάλα πράγματα. Τεχνοκρατική αντίληψη, με έμφαση στην καινοτομία, είχε κάποτε μιλήσει σε ένα συνέδριο και έλεγε μόνο «επιτήρηση, επιτήρηση, επιτήρηση» και «δεν είναι οι άνθρωποι το κατάλληλο όργανο γι’ αυτή τη δουλειά». Αυτά έλεγαν στο υπουργείο όλη τη βδομάδα και γελούσαν «είναι οι άνθρωποι κατάλληλο όργανο» για το τάδε και για το δείνα, για την επιτήρηση των συνόρων και την παρασκευή φρέντο εσπρέσο μέτριου και άλλα παρόμοια. Και έρχεται λέει στο τέλος της εβδομάδας η μνηστή των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, η αγαπητικιά των drones. Και γελούσαν στους διαδρόμους. Αλλά κακώς γελούσαν, σκεφτόταν τώρα αυτός, γιατί το πρώτο που λες σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι οι απόψεις της για την επιτήρηση, αλλά ότι τέλος πάντων είναι υπερβολικά όμορφη, δηλαδή τι υπερβολικά όμορφη, μιλάμε για περίπτωση χολιγουντ. Τώρα, η Ευρώπη καθόταν δίπλα του, με ασημένιο φόρεμα και ξανθά μαλλιά. Αν δεν τον είχε καυλώσει, θα έλεγε ότι δίπλα του κάθεται το φως το ίδιο, ότι σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο, για όσο χρειάζεται δηλαδή, να τρέχει σαν τρελό και έκατσε στη διπλανή καρέκλα και τώρα αυτός τρώει γαρίδες – πολύ προσεκτικά – δίπλα από το φως το ίδιο. Αλλά η κουβέντα περί φωτός δεν ξεκινά, γιατί αυτός τώρα δε βλέπει ούτε φως, ούτε γαρίδες, ούτε το συντριβανάκι στη μέση της αίθουσας, ούτε την ορχήστρα στο βάθος. Βλέπει μόνο τα πόδια της μέσα απ’ το ασημένιο φόρεμα. Τώρα η Ευρώπη καθόταν δίπλα του.

4.

 

Το πρωί η Ευρώπη μπήκε καθυστερημένα στην αίθουσα, δεν είπε καλημέρα, καλησπέρα, χαίρεται, μόνο έκανε νόημα, έπαιξαν το PowerPoint, ένα τεράστιο PowerPoint, το οποίο ήταν αφιερωμένο στα λάθη, τις παραλείψεις, τα προβλήματα της ελληνικής πλευράς. Ο λαιμός του υπουργού, εκεί γύρω απ’ το αυτί, ίδρωνε σαν τρελός. Η Ευρώπη μας ξέχεζε, μας έλουζε με ότι επίθετο μπορούσε να είναι συνώνυμο της ανικανότητας, μας αποκαλούσε άσχετους και ερασιτέχνες, δήλωνε σε κάθε ευκαιρία την έκπληξή της για το επίπεδο. Το τόσο ανέλπιστα χαμηλό επίπεδο. Θα έλεγε κανείς ότι στην αίθουσα έπεφτε ξύλο. Ο πρώτος που θα έπρεπε να ανησυχεί και να νιώθει τους μώλωπες και τις εκδορές ήταν αυτός. Αυτός όμως μόνο κοίταζε την Ευρώπη καθώς έλαμπε, συγκρατημένα έξαλλη, μπροστά στο PowerPoint.

5.

 

– Μαίρη, τις γαρίδες, τις γαρίδες.

– Ναι, ναι έχω φύγει ήδη.

Ανοίγει την πόρτα της κουζίνας με τις γαρίδες στο δίσκο και, περίεργο, η ορχήστρα κάνει σαν παύση. Γυρνάει να κοιτάξει, όλη η αίθουσα γυρνάει να κοιτάξει, και κοιτάζει τη γυναίκα με το ασημένιο φόρεμα και τα ξανθά μαλλιά. Στέκεται για ένα δευτερόλεπτο και μετά συνεχίζει.

Πηγαίνει σε ένα από τα τραπέζια, όλοι τους με στολές, στους ώμους φοράνε αστεράκια. Δεν την κοιτάζει κανένας, δεν κοιτάνε καν το δίσκο καθώς περνάει μπροστά από τα μάτια τους και κατεβαίνει για να αφήσει τα πιάτα. Πιάνει σιγανά γελάκια, «την καριόλα», ξανά γελάκια. Ένα γκρίζο μουστάκι βυθίζεται στο κόκκινο κρασί, μια σταγόνα έχει μείνει πάνω στις τρίχες. Το μουστάκι δεν γελάει με τους άλλους, μονολογεί, «θα μας πει αυτή για τα σύνορα». Ξαναμπαίνει στην κουζίνα. Δεν σκέφτεται τίποτα, δεν έχει εκνευρισμούς, αισθήματα, τάσεις για εμετό. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο από μια οποιαδήποτε δεξίωση. Τι στολές, τι κοστούμια, τι αθλητικές φόρμες. Αυτή φοράει το άσπρο πουκάμισό της κουμπωμένο μέχρι πάνω και σερβίρει τυφλή, έχοντας συνειδητά στερήσει από τον εαυτό της την ικανότητα να βλέπει πρόσωπα. Πιάτα, δίσκοι, ποτήρια, φούρκες γύρω από στρογγυλά τραπέζια. Είναι ένα αμάξι που τρέχει σε μια πίστα όλο στροφές μεταφέροντας πιάτα από το σημείο εκκίνησης στον τερματισμό. Τα τζάμια όμως είναι φιμέ. Ο οδηγός έχει δεμένα τα μάτια. Πάει από ένστικτο και επαγγελματισμό. Δεν κάνει λάθη, και ευτυχώς δεν χρειάζεται να βλέπει τη διαδρομή.

6.

 

Στην κουζίνα βλέπει τον μικρό πάλι με το κινητό πάνω απ’ το δίσκο. Πάει να του κάνει παρατήρηση, αλλά ξέρει πως έχει άδικο. Έχουν γίνει όλα όσα πρέπει. Έχουν πέντε λεπτά περιθώριο μέχρι να αρχίσουν να βγαίνουν με τα επόμενα.

– τι κάνεις εδώ ρε θηρίο;

– Τι να κάνω Μαίρη. Facebook. Χαζεύω.

– Τι χαζεύεις δηλαδή; Δεν κάνει να δω λίγο κι εγώ που δεν έχω κινητό να μπορώ να μπαίνω όποτε θέλω;

Πάει πάνω απ’ το κεφάλι του. Στην αρχή συγκεντρώνεται ασυναίσθητα στο κίτρινο από το τσιγάρο δάχτυλο που κινείται σα να χαϊδεύει απαλά την οθόνη. Έπειτα βλέπει το timeline του μικρού, τι μικρού δηλαδή, δεν είναι κανείς μικρός στα 25, αλλά αν εσύ είσαι 35, μικρό τον βλέπεις. Ένα δυο τραγούδια στο youtube, Captain Beefheart και Molly Nilsson.  Κάτι φτηνά φοτοσοπ, ένα στάτους κάποιου που ψάχνει να παρκάρει. Ύστερα μια φωτογραφία. Είναι αφηρημένη, δεν βλέπει καλά. Κάτι ασημένιο. Δεν είναι ασημόχαρτο, είναι κάτι ασημένιο. Μια γυναίκα και κάπου ξεπροβάλλει ένα μικρό προσωπάκι, ένα παιδί. Δύο άνθρωποι μέσα σε ασημόχαρτο αγκαλιάζει ο ένας τον άλλο και οι δυο το ασημόχαρτο. Από κάτω ένα σχόλιο για τη Λέσβο, δεν μπορεί να το διαβάσει ακριβώς, δεν διακρίνει τα γράμματα, είναι θολά. Ζαλίζεται. Όχι ακριβώς, λίγο. Το κιτρινισμένο δάχτυλο συνεχίζει το χαβά του, αυτό το χάδι πάνω κάτω στην οθόνη, αυτή έχει απομείνει εκεί πίσω απ’ το κεφάλι του μικρού και δεν το θέλει, δεν το συνειδητοποιεί, δεν το κάνει επίτηδες, μόνο που ακούει τις λέξεις που βγαίνουν απ’ το στόμα της.

– Ο Νικολάκης μου.

– τί ‘πες;

7.

 

Στέκονται για ώρα στο μπαρ. Το κρασί δεν έκανε ή δεν έφτανε. Η υπόλοιπη παρέα του τραπεζιού δεν έκανε σίγουρα. Πίνουν ουίσκι, τσουγγρίζουν αραιά και που, ακόμη πιο αραιά μιλάνε. Χαμογελάνε καθώς λένε τυπικές κουβέντες. Ο κόσμος, οι πόλεις, τα μπαρ, η μουσική, ο καιρός στην Ελλάδα. Αυτός πίνει κάπως πιο γρήγορα, είναι τυφλωμένος ήδη από το ασημένιο φόρεμα, τι παραπάνω να κάνει το ποτό; Τον έχει ήδη υπνωτίσει το ασήμι. Την κοιτάζει με νόημα, πάει κάτι να πει, κάτι ταυτόχρονα βαθύ και ρηχό. Τον σταματάει με ύφος κάπως αυστηρό και του λέει κάτι του στιλ «μην το σκεφτείς καν». Αυτός ζητάει συγνώμη λίγο αμήχανα, αλλά γλυκά. Πίνει άλλη μια γουλιά και μετά από τρία λεπτά της λέει ότι θα επιστρέψει σε λίγο. Διασχίζει την αίθουσα που είναι πια μισοάδεια. Κοντοστέκεται, παριστάνει ότι χαιρετάει ένα συνταγματάρχη, ταγματάρχη, αντιστράτηγο ούτε που έχει σημασία, που κάθεται σε ένα τραπέζι στην άκρη της αίθουσας. Μετά από μερικές κουβέντες με τον στρατιωτικό που θα μπορούσαν να είχαν ειπωθεί οπουδήποτε με οποιονδήποτε, κινείται προς την τουαλέτα. Κλειδώνει την πόρτα πίσω του και ακουμπάει το μέτωπό του στον κρύο τοίχο. Αναρωτιέται αν έκανε χοντράδα, αλλά σκέφτεται ότι αυτή ήταν ευγενική, το όχι της ήταν οριστικό, αλλά σίγουρα ευγενικό, σχεδόν φιλικό. Άφησε ένα στεναγμό ανακούφισης και καθώς το στέρνο του ξεφούσκωνε, άδειαζε από αέρα και ανησυχία, συνειδητοποίησε ότι ήταν ήδη καυλωμένος. Όσο άκουγε και επεξεργαζόταν το όχι, η φαντασία του έπαιζε το έργο του ναι. Χωρίς να μετακινήσει το κεφάλι του, που παρέμενε κολλημένο στον τοίχο πάνω απ’ τη λεκάνη, ξεκούμπωσε το παντελόνι του και αμέσως ξεκίνησε να την παίζει με ένα αλλόκοτο πάθος, λες και είχε βαλθεί να αποδείξει κάτι σε κάποιον. Καθώς έχυνε ασήμι, τραντάχτηκε και χτύπησε το μέτωπό του στο σοβά, μισοσοβαρά μισοαστεία, μισοκαταλάθος μισοεπίτηδες.

8.

 

Η Μαίρη εντωμεταξύ καθαρίζει τα ποτήρια που έχουν μείνει στα άδεια τραπέζια της σάλας. Αδειάζει και κανένα τασάκι, άτσαλα όμως. Γλιτώνει τη ζημιά μια δυο φορές τελευταία στιγμή, από τύχη. Μπαίνει στην κουζίνα αφήνει το δίσκο δεν ακούει που τη ρωτάνε «τι έγινε; Είσαι καλά;» παίρνει την τσάντα της βγαίνει από την κουζίνα βγάζει το κινητό της από την τσάντα και κλείνεται σε μία τουαλέτα.

– Έλα

– ..

– Έλα παιδί μου, τι έγινε; Είσαι καλά;

– Έλα, έλα, καλά είμαι. Τι κάνει ο Νικολάκης;

– Καλά είναι, αλλά τι έγινε; Γιατί ρωτάς; Κλαις; Τι έγινε ρε Μαίρη;

– Τίποτα. Μπορείς να μου πεις τι κάνει ο Νικολάκης;

– Κοιμάται, τι να κάνει τέτοια ώρα; Να σου πω, πάλι μαλακίες κάνουνε εκεί πέρα; Να σηκωθείς να φύγεις. Να πάνε στο διάολο, να τους γράψεις στ’ αρχίδια σου, στο έχω ξαναπεί. Έλεος με το κωλο catering. Έλεος. Σου ‘χουν βγάλει την ψυχή.

– ..

– Θα μιλήσεις ρε παιδί μου; Τι έγινε;

– Πήγαινε σε παρακαλώ στο δωμάτιο του Νικολάκη να μου πεις τι κάνει.

– Τι λες ρε Μαίρη; Τι έπαθες; Τι να πάω να κάνω στο δωμάτιο τώρα, κοιμάται σου λέω. Μπορείς να μου πεις τι..

– Πήγαινε σε παρακαλώ πάρα πολύ, πήγαινε τώρα

– Δεν είμαστε καλά. Πάω ρε Μαίρη, αλλά εγώ στο λέω να σηκωθείς να φύγεις από κει, έλεος πια με τον κάθε μαλάκα, που επειδή έχουμε ανάγκη δηλαδή θα κάτσουμε να μας..

– Σταμάτα λίγο και πες μου.

– Ρε γαμώτο, κλαις ε; πες, το καταλαβαίνω, σ’ ακούω ρε γαμώτο.

– Πες μου.

– (ψιθυρίζει) Κοιμάται ρε Μαιρούλα. Έχει κάνει την κλασσική φωλίτσα του, έχει σκεπαστεί λες και είναι στη Σιβηρία, ίσα που βλέπεις λίγο μάτια, λίγο μύτη. Αυτός θα σκάσει μια μέρα έτσι που το πάει, να μου..

Κλείνει το τηλέφωνο ή μάλλον δεν το κλείνει, της πέφτει απ’ τα χέρια, είναι στο πάτωμα κι έχει βγει η μπαταρία. Το κοιτάει και ξεσπάει για τα καλά. Δεν μπορεί να συγκρατηθεί, τι την έπιασε, αναφιλητά που έχει να ρίξει χρόνια, δεν είναι τουαλέτα εδώ, εδώ είναι κηδεία κανονική, νεκροταφείο, αίθουσα τελετών. Σκύβει να πιάσει το κινητό, δεν το καταλαβαίνει πως, αλλά μένει ξαφνικά σε μια περίεργη στάση, γονατιστή, τα χέρια σφιγμένα το ένα στο άλλο, τα ακουμπάει στη λεκάνη να κρατηθεί, αλλά μένει στο ίδιο σημείο. Δεν θυμάται τι λένε σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν θυμάται τα λόγια, άλλο πάλι κι αυτό. Δεν ξέρει να κάνει προσευχή, είναι γονατιστή όμως, οι παλάμες σφιχτές, τα δάχτυλα τυλίγουν τα χέρια, ακουμπάει το μέτωπο πάνω στα χέρια της και δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να είναι ολόκληρη μια προσπάθεια να σταματήσουν τα κλάματα.

9.

 

Η μουσική απ’ την ορχήστρα δεν ακούγεται εδώ. Ίσως και να έχουν σταματήσει. Ο τοίχος που βρίσκεται ενδιάμεσα στις αντρικές και τις γυναικείες τουαλέτες ακούει μόνο το χτύπο του κεφαλιού του καθώς χύνει με την εικόνα της ασημένιας γυναίκας και το πνιχτό θέ μου θέ μου της Μαιρούλας.

10.

 

Την γυρνάει σπίτι ο μικρός με το αυτοκίνητό του, μένουν κοντά στο Παγκράτι και δεν έχει νόημα να παίρνουν δύο αμάξια. Ακούει κάτι περίεργα και παραληρεί. «Την άκουσες την ορχήστρα εντωμεταξύ; Ρε τρελάθηκα. Mingus στους καραβανάδες; Mingus στο φασισταριό της Frontex; Πέθανα σου λέω. Κάποιος σύντροφος θα ήταν και θα σκέφτηκε θα τους παίξουμε το prayer for passive resistance γι’ αστείο. Αστείο να γελάμε εμείς μ’ αυτούς και λίγο και με τους εαυτούς μας. Πέθανα σου λέω». Αυτή δε μιλάει.

Καθώς προχωράει το αμάξι στη λεωφόρο, τους τυφλώνουν τα φώτα των απέναντι. Λες κι απέναντι τους απλώνεται κάθε τόσο κάτι ασημί.

Την πηγαίνει στο ξενοδοχείο, όλα περασμένα ξεχασμένα, είναι σχεδόν φίλοι. Ακούνε κάτι περίεργα ιντι ποπ, έβαλε ό,τι πιο ψαγμένο θεωρούσε ότι είχε στο αμάξι. Δεν πολυμιλάνε, αυτός μόνο παριστάνει λιγάκι τον ξεναγό. Η Ποσειδώνος, το ΣΕΦ, η «μεγαλύτερη ομάδα της Ελλάδας», αλλά αυτή δεν ενδιαφέρεται για αστειάκια, πόσο μάλλον αθλητικού ύφους. Νιώθει ηλίθιος για λίγο. Κοιτάζει τα πόδια της και νιώθει πάλι καλά. Δε χρειάζεται να μιλάει.

Καθώς προχωράει το αμάξι στη λεωφόρο, τους τυφλώνουν τα φώτα των απέναντι. Λες κι απέναντι τους απλώνεται κάθε τόσο κάτι ασημί.

Ξανακοιτάζει τα πόδια της, μπροστά τα φώτα των απέναντι αυτοκινήτων, κάτι πινακίδες που περνούν με ταχύτητα δεξιά κι αριστερά τους, το φως διαθλάται, το φως εξοστρακίζεται, το φως γίνεται αστέρι στο ύψος μιας πολυκατοικίας. Έχει και τα δύο χέρια του στο τιμόνι, είναι κρίμα πάντως που δεν μπόρεσε να την αγγίξει. Αύριο το πρωί έχει ξανά παρουσίαση. Μη επανδρωμένα αεροσκάφη και μαστίγιο. Ενταντικοποίηση της επιτήρησης και μαστίγιο. Καλύτερη φύλαξη των συνόρων και μαστίγιο. Και αυτός θα προσπαθεί να συγκεντρωθεί, θα προσπαθεί να απολογηθεί, θα προσπαθεί να μην παρατηρεί τον ιδρώτα του υπουργού πίσω απ’ το αυτί. Τώρα όμως είναι ακόμη οι δυο τους στο αμάξι κι αυτή έχει λύσει επιτέλους τα μαλλιά της, έχει κατεβάσει το παράθυρο και τους χτυπάει αλύπητα ο χειμωνιάτικος αέρας. Ομορφιά πέρα από κάθε περιγραφή και μετά από το όχι, ακόμη πιο ποθητή. Και κάθε φορά που τυφλώνεται απ’ το ασήμι της πόλης, σκέφτεται το δευτερόλεπτο που έχυνε και το ασημένιο της φόρεμα. Σκέφτεται το ασήμι και χαϊδεύει, σχεδόν σφίγγει τα χέρια του στο τιμόνι.

Χαμογελάει και σφίγγει το τιμόνι, λουσμένος στο ασήμι.

Δεν απαντάει στον μικρό. Η Μαίρη με δυσκολία ανασαίνει, συγκρατείται, στέκεται. Θα μπορούσε απλά να αποσυναρμολογηθεί, να λιώσει στα στοιχεία που την συνιστούν. Αλλά κάθεται λες και έχει πάθει αγκύλωση και απλά αντέχει. Οι παλάμες της είναι ακόμη ενωμένες, τα δάχτυλα μπλεγμένα μεταξύ τους σφιχτά. Τα φώτα των απέναντι, κάτι πινακίδες που περνούν με ταχύτητα δεξιά κι αριστερά, όλο το ασήμι της πόλης τους τυφλώνει. Και κάθε φορά που βλέπει τον κόσμο ασημένιο, η Μαίρη μιλάει χωρίς ήχο μέσα απ’ το στόμα της. Οι λέξεις δεν κάνουν προτάσεις. «Θε μου Θε μου». «Στο ασημόχαρτο ρε γαμώτο». «Ο Νικολάκης μου, ο Νικολάκης μου». Κι ύστερα όλα τα επαναλαμβάνει πιο γρήγορα, σα μια και μόνο λέξη. ΘεμουΘεμουΣτοασημόχαρτορεγαμώτοΟΝικολάκηςμουοΝικολάκηςμουΘεμουΘεμου. Ο μικρός τη ρωτάει τι μουρμουρίζει και συνεχίζει το παραλήρημα. «Είδες που στα λέω ρε Μαίρη; Ο καπιταλισμός παράγει ή τέρατα ή παλαβομένους. Δε μ’ ακούς όμως». Όντως δεν τον ακούει, η Μαίρη δεν ακούει κανένα εδώ και ώρα. Η Μαίρη μόνο βλέπει, η Μαίρη είναι δύο μάτια, μπορεί μόνο να κοιτάζει και να κλαίει. Και κάθε φορά που τυφλώνεται απ’ τα φώτα της πόλης, σφίγγει τα χέρια και μουρμουρίζει Θε μου Θε μου. Σκέφτεται το ασήμι του κόσμου και δαγκώνεται και γίνεται κόμπος το στομάχι και ανεβαίνει λυγμός στο λαιμό και δεν έχει λόγια να πει προσευχή και δεν έχει δύναμη να σφίξει κι άλλο τα χέρια της.

Η Μαίρη μόνο μουρμουρίζει, λουσμένη στο ασήμι.

 

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




ένα τραγούδι για τα σύνορα

Τα σπουδαία τραγούδια είναι οικουμενικά όχι μόνο λόγω της υψηλής τεχνικής τους, λόγω της μαεστρικής απλότητας ή της αξιοθαύμαστης περιπλοκότητάς τους, αλλά επειδή ο καθένας μπορεί να τα “οικειοποιηθεί” και να τα ερμηνεύσει με τον τρόπο που ταιριάζει στις δικές του καταβολές, στη δική του χαρά, στη δική του πικρία, φορτίζοντάς τα τελικά με ένα νόημα που ενδέχεται να είναι παντελώς διαφορετικό από αυτό που είχε αρχικά κατά νου ο δημιουργός του. Εκεί έγκειται η οικουμενικότητά τους, η ικανότητά τους να ξεπερνούν, να καταλύουν τα σύνορα.
Μιας και το παρόν τεύχος του Cricket αφορά αυτό ακριβώς – τα σύνορα και όσα αυτά σηματοδοτούν -, σκέφτηκα να γράψω για ένα συγκεκριμένο τραγούδι, που είναι (ή θα μπορούσε να είναι) οικουμενικό και ως προς την αρτιότητα με την οποία προσεγγίζει το θέμα του (αυτό που λέμε αμεσότητα) και ως προς το ίδιο το θέμα: το When I Get To The Border, των Richard & Linda Thompson. Η τραγουδοποίια του Richard Thompson -παραγνωρισμένη στην Ελλάδα-, είτε με τους Fairport Convention, είτε με την πρώτη σύζυγό του, Linda, είτε στους σόλο δίσκους του, θίγει και αναδεικνύει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων -πολιτικών, κοινωνικών, ερωτικών κ.ο.κ.- κυρίως μέσα από την αφήγηση ιστοριών, και όχι τόσο μέσα από τον τόσο συνήθη στη folk καταγγελτικό λόγο ή την εξομολογητική διάθεση που μπορεί συχνά να εξωκείλει στο μελοδραματισμό. Οι ιστορίες του Thompson είναι περίτεχνες, πολυεπίπεδες και μπορούν να αναγνωσθούν με πολλούς τρόπους – είναι, στον πυρήνα τους, ανθρώπινες, με την ουσιαστική έννοια του όρου.

Η πρώτη δισκογραφική συνεργασία του με την Linda Thompson (Pettifer το πατρικό της), το I Want To See The Bright Lights Tonight (1974), ξεκινά με ένα πιο uptempo, πιο ξεσηκωτικό από τις περισσότερες ηχογραφήσεις τους τραγούδι, το When I Get To The Border. Τα φωνητικά αναλαμβάνει ο ίδιος ο RT (η Linda Thompson τα δεύτερα φωνητικά), αφηγούμενος την ιστορία ενός ανθρώπου που ονειρεύεται τη φυγή, την απόδραση από ένα μέρος που δεν του προσφέρει τίποτα άλλο από καταπίεση και μιζέρια. Ο αφηγητής – για τον οποίο δεν μαθαίνουμε πολλές λεπτομέρειες, χωρίς αυτό να είναι εις βάρος της τελικής αίσθησης που προσφέρει το υπό ανάλυση τραγούδι στον ακροατή- δεν ευχολογεί σχετικά με το τι θα συναντήσει στην άλλη πλευρά. Αυτό που τον (ή την) νοιάζει είναι να φτάσει στα (μη κατονομασμένα) σύνορα – ονειρεύεται μόνο τη στιγμή που θα περάσει από το ένα μέρος στο άλλο. Η διάσχιση των συνόρων σηματοδοτεί μια απελευθέρωση, μια αναγέννηση.

Το τραγούδι, όπως και πολλά άλλα της folk τραγουδοποίιας, επιδέχεται διαφόρων ερμηνειών, από την άποψη ότι τα σύνορα του τίτλου θα μπορούσαν να είναι κυριολεκτικά τα σύνορα που χωρίζουν δυο χώρες, αλλά θα μπορούσαν εναλλακτικά να σηματοδοτούν το πέρασμα από μια συνθήκη στην άλλη, από ένα καθεστώς δυστυχίας σε μια κατάσταση ελευθερίας και ευδαιμονίας. Ο Thompson επιτυγχάνει αυτή την οικουμενικότητα, αυτό τη δυνατότητα πολλαπλών ερμηνειών μέσα από την -συνειδητή, πιστεύω- αποφυγή κατονόμασης των τόπων που τα σύνορα χωρίζουν. Η ιδέα φαίνεται τετριμμένη – όπως και η ανάλυσή μου-, αλλά είναι δοσμένη εντυπωσιακά, τόσο σε επίπεδο στιχουργικής όσο και σε επίπεδο σύνθεσης – και, στο τέλος της αυθεντικής ηχογράφησης, υπάρχει και αυτή η υπέροχη “μάχη” ανάμεσα στην κιθάρα του Richard Thompson και την concertina του John Kirkpatrick.
Το When I Get To The Border έχει διασκευαστεί κάμποσες φορές, π.χ. από το σχήμα των She & Him ή από τον μεγάλο Arlo Guthrie, τον γιο του επίσης μεγάλου Woody.

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




Ένας Άνθρωπος Υπό Χρεοκοπία

 

Η σκέψη και μόνο να βρεθώ στην εφορία για να τακτοποιήσω τις ομολογουμένως ατακτοποίητες οφειλές μου μου έφερνε πονοκέφαλο. Περνώντας το κατώφλι της ΙΖ’ Αθηνών αισθανόμουν ένα τόσο δα ανθρωπάκι σε ένα καφκικό περιβάλλον ανήμπορο μπροστά στο σύστημα ενός κράτους που αποφάσιζε ερήμην του.

Το κτίριο ήταν γεμάτο και μπροστά από κάθε υπάλληλο δεκάδες άλλα ανήμπορα ανθρωπάκια περίμεναν υπομονετικά να διαπραγματευτούν, να συνεννοηθούν, να τακτοποιήσουν και εν τέλει να πληρώσουν.

Όσο πλησίαζε η σειρά μου ένιωθα να συρρικνώνομαι. Μέχρι να φτάσω στο γκισέ έγινα τόσο μικρή σχεδόν ανύπαρκτη. Η υπάλληλος με δυσκολία άκουγε αυτά που της έλεγα. Πόση φωνή μπορεί να βγάλει ένα μυρμήγκι; Ένιωθα πως είχα ολότελα χρεοκοπήσει. Ένα οικονομικό, συναισθηματικό και ψυχικό φαλιμέντο.

Έχετε χρέη; Είστε σε οικονομική κρίση;

Δεν μπορείτε να πληρώσετε το ενοίκιο σας; ούτε καν το ηλεκτρικό;

Οι προσπάθειες συμβιβασμού με τους δανειστές σας απέτυχαν;

Ο σύντροφος σας σας εγκατέλειψε;

Νιώθετε πως είστε ένα βήμα πριν την καταστροφή;

Την ίδια μέρα αργά το απόγευμα περπατώντας για το θέατρο σκεφτόμουν την τραγική ειρωνεία να δω μια παράσταση που ο τίτλος της είναι αυτό που αισθάνομαι. Η χρεοκοπία δεν είναι απλά μια λέξη, είναι μια σκιά που ζει ανάμεσα μας. Έχει γίνει κομμάτι της καθημερινότητάς μας, πίνουμε μαζί της τον πρωινό μας καφέ και της λέμε την τελευταία καληνύχτα πριν σβήσουμε το φως.

Και εκεί στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου την είδα την παντοδύναμη μέγαιρα, αόρατη και ορατή συνάμα, έτοιμη να ισοπεδώσει τον ανήμπορο άνθρωπο.

The Incredible Shrinking Man01

Στην ιστορία που ξετυλίγεται ένας άνθρωπος φτάνει στο μισό της ύπαρξης του χάνοντας σταδιακά τα πάντα.  Η γυναίκα του τον εγκαταλείπει, συγκεντρώνοντας σε μια βαλίτσα ό,τι αντέχει να κρατήσει από τη κοινή τους ζωή. Και όταν αυτή αποχωρεί η χρεοκοπία έρχεται να επισφραγίσει την ύπαρξή της μέσω ενός εντεταλμένου εκκαθαριστή.

Θα αναλάβω εγώ την υπόθεση σας , θα πουλήσω τα υπάρχοντά σας στο λεπτό

Η περιουσία σας έχει μολυνθεί, χρειάζεται κάθαρση

Η αποστολή μου είναι να εξαφανιστούν τα πάντα. Και θα εξαφανιστούν, μην αμφιβάλλετε καθόλου

Κυρίως είναι αλάθητη η μέθοδος μου

Ορίζω πολύ χαμηλές τιμές για τα πράγματα, έχω διαπιστώσει ότι φεύγουν πολύ πιο εύκολα και όλοι επωφελούνται από αυτό.

Στο πλευρό του τώρα πια στέκεται μόνο αυτός που σαν μεταμοντέρνος πνευματικός οδηγός αναλαμβάνει  να διαπραγματευτεί με τους πιστωτές και να οργανώσει ένα σχέδιο αποκατάστασης.

Ο άνθρωπος έχοντας να διαπραγματευτεί με ένα υλικό και ηθικό χωρισμό , επιστρέφει στη γύμνια του, αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία. Καλείται να αρχίσει και πάλι από το μηδέν και να εφεύρει μια καινούρια ζωή

Αυτή είναι η ευκαιρία σας να κάνετε μια νέα αρχή

Δεν χρειάζεται να φροντίζεται πια τα υπάρχοντα σας πάρα μόνο τον εαυτό σας

Ο χώρος , ο χρόνος οι φυσικές σας ανάγκες δεν θα σημαίνουν τίποτα πια για σας

επιτελούς θα βρείτε την ισορροπία σας, θα απελευθερωθείτε από τα πάντα και θα είστε έτοιμοι για την καινούρια σας ζωή

Σε αυτή την μοναχική του πορεία σύμμαχος του γίνεται ένα βιβλίο. The shrinking man. Ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας όπου ο ήρωας μέρα με τη μέρα συρρικνώνεται κατά τρία χιλιοστά και πρέπει να προσαρμόσει τις ανάγκες του σε ένα περιβάλλον ολοένα και πιο εχθρικό, πιο απειλητικό. Και με αυτόν τον ήρωα ταυτίζεται ο άνθρωπος. Είναι ο προσωπικός του ηθικός οδηγός για να προχωρήσει και να ξαναγεννηθεί.

Το έργο του David Lescot Ένας Άνθρωπος Υπό Χρεοκοπία  μιλάει για τη σημερινή Ευρώπη της οικονομικής κρίσης και των παράπλευρων συνεπειών που έχει αυτή στον άνθρωπο. Μιλάει για την κρίση που βιώνουμε όλα τα ανθρωπάκια στις ουρές της εφορίας, της τράπεζας, του νοσοκομείου. Στις ουρές των συσσιτίων που αν δεν βρεθήκαμε ακόμα είναι ένα κλικ μακριά μας. Για την κρίση της ταυτότητας, της ύπαρξης μας. Για τις αγωνίες και τους φόβους και τη μοναξιά μας.

 

Από τη διεθνή θεατρική ομάδα “BΕΑΤΝΙΚS” ,

Συγγραφέας: David Lescot

Μετάφραση: Μαρία Ευσταθιάδη

Σκηνοθεσία: Francesco Bonomo

Σκηνικά-κοστούμια: Κατερίνα Λιάκου

Eπιμέλεια κίνησης: Μαριάνθη Ψωματάκη

Μουσική επιμέλεια: Massimiliano Bonomo

Οργάνωση παραγωγής: Progetti Carpe Diem/La Casa delle Storie 

Ηθοποιοί: Σπυρίδων Ξένος, Χρήστος Τανταλάκης, Δήμητρα Χαριτοπούλου

Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων: από 7 Οκτώβρη ως 15 Νοέμβρη,

από Τετάρτη ως Σάββατο στις 21:15, Κυριακή στις 19.00 στο  Θέατρο του Νέου Κόσμου

 

 

 




Νέμεση, μη λησμονήσεις, δεν πρέπει να λησμονήσεις, ποτέ μη λησμονήσεις

 

5

1

8

4

2

6

7

3




James Tapscott, συνομιλώντας με το τοπίο

 

Ο Αυστραλός καλλιτέχνης James Tapscott γεννήθηκε το 1980 στο Perth της Αυστραλίας. Ιδρυτής του προγράμματος Globelight, προωθεί με events και εκθέσεις νέα ταλέντα στο χώρο του φωτισμού και του design ενώ δραστηριοποιείται σαν καλλιτέχνης και ο ίδιος.  Δημιουργεί κατά κύριο λόγο εγκαταστάσεις(installations) και από το 2000 εισάγει στο έργο του το φως. Τα έργα του στο μεγαλύτερο μέρος τους συνδιαλέγονται με τη φύση και πραγματοποιούνται σε εξωτερικό περιβάλλον ενώ μεγάλο αριθμό φωτιστικών εγκαταστάσεων έχει δημιουργήσει παραπλεύρως ή εντός του υδάτινου στοιχείου.

Ο James Tapscott χρησιμοποιεί υλικά με βάση το φως και φυσικά στοιχεία προκειμένου να δημιουργήσει έργα που  εντάσσονται στο τοπίο χωρίς να διαταράσσουν την ισορροπία του. Συνήθως δημιουργεί απλές και κομψές φόρμες που τις εντάσσει στο φυσικό περιβάλλον. Αυτή η αλληλεπίδραση ανάμεσα στη δημιουργία του και στο τοπίο δίνει τη δύναμη να ξεπεραστεί η γλώσσα ως κώδικας επικοινωνίας και τη δυνατότητα να αρθούν τα όρια μεταξύ ύλης και ενέργειας.

arcone

Arc One, Λίμνη Tyrrell, 2009

Τα έργα του είναι ενεργειακά αποδοτικά και ευαίσθητα με το φυσικό περιβάλλον. Με την εφήμερη φύση τους προσπαθούν να θυμίσουν ότι ο κόσμος επικοινωνεί με μας μέσα από την αλλαγή των εποχών, του κλίματος και της τοπιογραφίας.

Ο James Tapscott σημειώνει για το έργο του:

Για το πώς επιλέγει τις τοποθεσίες του

Επιλέγει τις τοποθεσίες που δημιουργεί τα έργα του με γνώμονα τη μοναδικότητά τους. Για τη λίμνη Tyrell αναφέρει συγκεκριμένα τον τρόπο που έρχεται και φεύγει η παλίρροια καθημερινά και τον άνεμο που προκαλεί την εξάτμιση του νερού. Είναι τόσο επίπεδη και λιτή που μπορεί κανείς να αντιληφθεί την καμπυλότητα της γης όταν στέκεται στη μέση.

jamestapscott04

The flow project, Wild dog creek, 2011

Άλλα μέρη τα επιλέγει εξαιτίας ίσως του τρόπου που τα δέντρα αναπτύσσονται , τον τρόπο που κινείται ένα ποτάμι γύρω από τις πέτρες αλλά και για τον τρόπο που η γη συναντά τη θάλασσα. Και αυτό είναι κάτι που τον προκαλεί να δουλέψει και να το τονίσει με φως.

jamestapscott_45656456_large

The Transference Field, Slovakia, 2013

Για τους συμβολισμούς στο έργο του

Προσπαθεί να αποφεύγει τους συμβολισμούς. Αυτό που επιδιώκει να επιτύχει μέσω της απουσίας της γλώσσας είναι να κρατήσει τις φόρμες του λιτές , όσο αυτό είναι δυνατό, με σκοπό να μην έχει να πει κάτι απευθείας στον θεατή και να επιτρέψει στο τοπίο να το χειριστεί με έναν οπτικό τρόπο. Αν δημιουργήσει κάτι περίπλοκο δεν θα είναι αξιοπρόσεκτη η επίδραση του φαινομένου στο τοπίο. Στην ουσία πρόκειται για μια συνεργασία ανάμεσα σε αυτόν και το τοπίο και για αυτό τον λόγο προσπαθεί να διατηρήσει την απλότητα στη δουλειά του.

Για αυτό που επιθυμεί να δει ο θεατής:

Αυτό που προσπαθεί να πετύχει είναι να καθιστά ικανό τον θεατή να δει ή να καταλάβει για το τοπίο κάτι που δεν είχε αντιληφθεί πριν από αυτήν την παρέμβαση. Χρησιμοποιεί το φως ως μέσον για να ενισχύσει την οπτική των φαινομένων και να επικεντρώσει την προσοχή σε κάτι που σε άλλη περίπτωση δεν θα ήταν αξιοπρόσεχτο. Για παράδειγμα οι φόρμες που δημιουργήθηκαν στο έργο Αrc Οne  δημιουργήθηκαν στη διάρκεια ενός ολόκληρου μήνα, όταν η παλιρροϊκή κίνηση της λιμνοθάλασσας κινούσε το φωτεινό σχοινί λίγο κάθε μέρα και ο αέρας διαφοροποιούσε διακριτικά το προεξέχων σχοινί που με την εξάτμιση του άλατος δημιουργούσε μικρές μάζες γης. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να θεωρηθεί μια ολική εμπειρία εκτός αν και κάποιος το παρακολουθούσε καθόλη τη διάρκεια του μήνα.

Για την τεχνολογία που επιλέγει

Η επιλογή της εκάστοτε τεχνολογίας εξαρτάται από το ίδιο το έργο. Συνήθως χρησιμοποιεί LED ενώ όταν δεν υπάρχει η δυνατότητα παροχής ενέργειας  χρησιμοποιεί μπαταρίες. Πολύ συχνά χρησιμοποιεί και οπτικές ίνες, όπως στο έργο Threshold,  καθώς είναι εύκαμπτες και παρέχουν έναν οργανικό τρόπο στη μεταφορά φωτός, όπως ένας σωλήνας νερού.

jamestapscott05

Threshold, Ocean Grove , 2011

Το έργο Arc One δημιουργήθηκε με τη χρήση φωτεινού σχοινιού καθώς έχει ιδιαίτερη αντοχή στο νερό και μπορεί να διαμορφωθεί από την ένωση πολλών κομματιών. Το τελικό του μήκος έφτασε τα 100 μέτρα. Στο Arc Seven  που είναι ένα έργο ακόμα υπό διαμόρφωση χρησιμοποιήθηκε κυκλικός λαμπτήρας φθορισμού.

Το The flow project δημιουργήθηκε με ηλιακής ενέργειας led που κινούνταν με το ρεύμα του νερού. Το συγκεκριμένο πρότζεκτ είχε σαν στόχο να ιδωθεί σαν φωτογραφικό και σαν επέκταση ενός άλλου πρότζεκτ που δούλευε στο εργαστήριο χρησιμοποιώντας οπτικές ίνες. Η ιδέα ήταν να αποτυπωθεί η κίνηση στον χρόνο. Ο τρόπος που η κάμερα μπορεί να αιχμαλωτίσει την στιγμή και να επιτρέψει στον θεατή να το αποσυμπιέσει κοιτάζοντας την εικόνα έχει πραγματικό ενδιαφέρον.  Στόχος ήταν η αφήγηση της ροής του νερού μέσα από τις εικόνες διαμέσου του φωτός.

Γιατί επιλέγει το νερό

Το νερό είναι ιδιαίτερα ελκυστικό σαν υλικό ,ιδιαίτερα με την αλληλεπίδραση του με το φως. Ο τρόπος που ανακλά και διαθλά το φως είναι μοναδικός και παρέχει τη δυνατότητα να ενισχυθεί η κατανόηση μας για το φως. Επίσης ο τρόπος που συμπεριφέρονται φως και νερό έχουν ομοιότητες. Για παράδειγμα ο τρόπος που γεμίζουν τον χώρο. Επιπλέον το νερό είναι ένα ιδανικό  μέσο για να συλλάβεις και να εργαστείς σε σχέση με τον χρόνο. Είναι τόσο σταθερό στην κίνηση του που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να πει τον χρόνο, όπως τα παλιά μεσαιωνικά ρολόγια νερού. Επίσης σχετίζεται και άμεσα με την ψυχολογία καθώς το νερό παρέχει τη δυνατότητα να χαλαρώνει και να ενδυναμώνει , να καθαρίζει το μυαλό και να το καθιστά έτοιμο για νέες εμπειρίες. Τέλος ο τρόπος που επικοινωνεί η βαρύτητα , η επιπεδότητα του σε ένα τοπίο επιτρέπει να συλλάβουμε την περιοχή και την παρουσία του εδάφους εντός του οπτικού μας πεδίου.

Z7C1959_alt_sml-1469x944

Arc Seven, prototype, 2013

 




Στα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας

 

Από τις προσφυγικές πολυκατοικίες της Λεωφόρου Αλεξάνδρας περνάω σχεδόν καθημερινά. Κάθε φορά έκανα την ίδια σκέψη, να έρθω μια μέρα με τη φωτογραφική να τραβήξω. Πάντα μια δεύτερη σκέψη με εμπόδιζε. Πόσοι και αν έχουν φωτογραφήσει εδώ, πόσο θα ενοχλήσει η παρουσία μου, πως θα μου φαινόταν αν το σπίτι που ζούσα το έβλεπαν σαν αξιοθέατο και πόσο μάλλον αξιοπερίεργο.
Ξεκίνησα απλά να κάνω μια βόλτα και να χωθώ στα στενά της παλιάς προσφυγικής πολιτείας. Το πρώτο χαμόγελο με προκάλεσε να ξεθαρρέψω και να βγάλω τη μηχανή από την τσάντα. Το δεύτερο που συνοδεύτηκε από μια γλυκιά καλημέρα άφησε πίσω μου όλους τους ενδοιασμούς. Και τελικά αποφάσισα πως δεν ήταν η μέρα που φωτογράφισα στα προσφυγικά αλλά αυτή που αντάλλαξα τις πιο πολλές χαμογελαστές καλημέρες.




αυτή η πόλη

 

Η Αθήνα μικραίνει διαρκώς. Περιορίζει συνεχώς τον χώρο της. Οι εκθέσεις, τα μουσεία, τα λάιβ, οι θεατρικές σκηνές αφορούν όλο και λιγότερους. Όχι γιατί όλα αυτά δεν έχουν κάτι να πουν ή δεν παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον. Αλλά γιατί κάθε μέρα περισσότεροι εισέρχονται στο βασίλειο του αποκλεισμού. Άνεργοι (με τον νέο ορισμό που απαιτείται για να αντιληφθούμε την συνθήκη σήμερα), επισφαλείς, ανασφάλιστοι, άστεγοι. Ποτέ άλλοτε μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας δεν σου έδειχνε τόσο ξεκάθαρα και τόσο γεμάτα την έννοια της περιθωριοποίησης. Με αυτή την έννοια, ο χώρος της Αθήνας μικραίνει διαρκώς. Ο τόπος που οι ζωντανοί ζουν, εργάζονται, «προοδεύουν», διασκεδάζουν, κάνουν τουρισμό είναι μερικά πολύ συγκεκριμένα οικοδομικά τετράγωνα. Η υπόλοιπη πόλη είναι ο τόπος αυτών που απομακρύνονται συνεχώς από το κέντρο της ζωής, από εκεί που συμβαίνουν τα πράγματα.

Η νέα Αθηνολατρεία δεν υπολογίζει λοιπόν καθόλου το εξής: Η Αθήνα δεν είναι πια αυτή η γλυκόπικρη συνάντηση Δύσης και Ανατολής, δεν είναι η πόλη που συνάντησε ο Μίλερ και οι υπόλοιποι ξένοι περιηγητές συγγραφείς, μια πόλη με αργούς ρυθμούς, αμέτρητες δυνατότητες, θυμόσοφους αγαπητικούς του αλκοόλ και όλο το μέλλον του κόσμου μπροστά της. Δεν είναι επίσης η δυτική πρωτεύουσα όπως την εννοούν όσοι λένε Παρίσι την περίμετρο του Πομπιντού. Αντιθέτως η Αθήνα πια έχει πλησιάσει το Παρίσι από άλλο δρόμο. Είναι μια άγρια μητρόπολη, σκληρή και έτοιμη να επιτεθεί ανά πάσα στιγμή. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι είναι μια πόλη νεκρή, άδεια από χαρά και ανθρώπους.

Από τη Δευτέρα που έτυχε να δω (άλλο) ένα άγριο σκηνικό σκεφτόμουν ότι ήθελα να γράψω κάτι που να ξεκινάει λέγοντας ότι αυτή η πόλη είναι ένα τεράστιο στόμα. Σέρνεται στο δρόμο και καταπίνει τους πάντες. Αλλά δεν είμαι ποιητής, δεν μπορώ να εκφραστώ λιτά και καίρια, δεν μπορώ, όπως γίνεται αντιληπτό, να αποφύγω τη φλυαρία.

Έτσι, την περασμένη Τρίτη αντί να σημειώσω αυτό που έβλεπα σήκωσα το κινητό, αυτό δεν είναι άλλωστε το νέο μας συλλογικό αντανακλαστικό; Στα ακουστικά έπαιζε τυχαία ένα κομμάτι του Duke Ellington. Ύστερα, επί τρεις μέρες, κατέγραψα διάφορα στιγμιότυπα, κοινά και συνηθισμένα. Άτακτα πλάνα, κουνημένα, χωρίς φως ή με πολύ φως. Το ασυνάρτητο βίντεο δεν μπορεί να εξηγήσει ή να επιχειρηματολογήσει για τίποτα. Είναι απλά το κείμενο που δεν μπορώ να γράψω και που ξεκινάει λέγοντας, «αυτή η πόλη».




Καστελόριζο