1

Nepal 2065

 

Από την πρώτη στιγμή που άκουσα για το ταξίδι στο Νεπάλ με μια απόλυτη φυσικότητα αποφάσισα ότι θα πάω. Καμία αναβλητικότητα, καμία δεύτερη σκέψη, κανένας φόβος, αυτό το ταξίδι για το “αλλού” θα γινόταν πραγματικότητα. Και έτσι έγινε. Μέσα σε λίγες ημέρες η σκέψη άρχισε να παίρνει μορφή. Και, κάπως, πώς, όλα τα ερωτηματικά: πού, ποιοι, πότε, γιατί, πώς, πόσο άρχισαν να δρομολογούνται.

Νεπάλ. Ο χρόνος στο Νεπάλ κυλάει με άλλες ταχύτητες από αυτές που διανύει ο υπόλοιπος πλανήτης. Κι ενώ ξεκινήσαμε το ταξίδι το 2008 βρεθήκαμε σαν από κάψουλα στο μέλλον, στο 2065. Ο χρόνος εκεί διαβάζεται ανάποδα και ένας άλλος κόσμος γίνεται ο κόσμος σου, όπου κανείς δεν επιστρέφει ο ίδιος.

Bahrein, Katmandu, Lukla, Phakding, Mojo, Namze Bazaar, Khumjung, Dole, Majermo, Gokyo-Gokyo Ree, Thank Nank, Cho La Pass (κάπου εκεί η ανάσα μικραίνει…5.600 μ.), Gzoghe, Namze Bazaar, Lukla και πάλι από την αρχή.

Εικόνες παντρεμένες με την αντίθεση και συγχρόνως συμπληρωμένες από τη συνέχεια. Από τη μια, η δύση του φεγγαριού ασημίζει διαστημικά τις χιονισμένες οροσειρές των Ιμαλαΐων, από την άλλη πλευρά της ανατολής, ο ήλιος βάφει με απαλό ροδί χρώμα τις κορυφές τους. Ότι κλισέ φράση έχει ειπωθεί για το Νεπάλ, στον τόπο αυτό λαμβάνει την ρεαλιστική της μορφή. Και, ναι, σηκώνεις τον κόσμο με τα μάτια σου. Με μόνο φόβο το Έβερεστ και το οξύμετρο παίρνεις βαθιές και γρήγορες ανάσες, κάνεις μικρά βήματα συμπληρώνοντας τις κινήσεις του μπροστινού σου, έχεις σταθερό το κεφάλι και τα μάτια παλεύουν να αποστηθίσουν κάθε λεπτομέρεια.

Namaste”1 πάλι λοιπόν, κι αυτό που μου δυσκολεύει ιδιαίτερα την αφήγηση- ανάμεσα σε ένα παρελθόν και ένα παρόν- είναι οι μεγάλες διαφορές των εικόνων της μνήμης μου. Γιατί, υπάρχει, χωρίς αμφιβολία, κάτι το παράδοξο στην ιδέα μιας ανάμνησης της οποίας οι μνήμες συνίστανται σε θρύψαλα και θραύσματα. Όταν λες ανάμνηση, ωστόσο, εννοείς ένα σύνολο στιγμών μέσα στο χρόνο. Πώς τοποθετείς όμως τον χρόνο; πώς οι λέξεις μέσα από τις μνήμες των εικόνων μπορούν να ορίσουν τις στιγμές που ο χρόνος διαστέλλει;

Κι αυτό γιατί δεν ταξιδέψαμε μόνο μέσα στους χώρους αλλά και μέσα στους χρόνους. Το να περπατάς μέσα στο χρόνο είναι σα να παίζεις μέσα σε ένα σκηνικό θεάτρου και για πρώτη φορά να γίνεσαι ο σκηνοθέτης δίνοντας την ελευθερία να ζεις ότι σκέφτεσαι. Και ναι, κάπως έτσι είναι να χάνεσαι στα σοκάκια του Κατμαντού, να διασχίζεις τα μονοπάτια του Mojo, να πέφτεις πάνω στα Yaak ( ή αλλιώς γαϊδουροβούβαλα), να αντικρίζεις ορίζοντες δίχως τέλος, να παρατηρείς ματιές που η απλότητα είναι η ζωής τους. Νιώθεις ότι βρήκες το μυστικό. Αφήνεσαι δηλαδή στην ρευστή ευτυχία των ονείρων σου. Μάλλον, αυτό ήταν το ταξίδι.

Ίσως, πάλι, οι παρακάτω φωτογραφίες να αποτελούν μια κρυψώνα, στην οποία η φαντασία μπορεί και προσθέτει ένα πριν και ένα μετά. Και ενώ ήταν ένα ταξίδι που ξεκίνησε ως περιήγηση στο κάπου “αλλού”, κατέληξε ως αφήγηση που δε λέγεται αλλά σημαίνεται. Συμφωνώ λοιπόν με τον σοφό από την Ανατολή, τον Σιντάρτα του Έρμαν Έσσε που είπε ότι: “Οι λέξεις δεν είναι σύμβολα για τη μυστική τους έννοια. Όλα αλλάζουν και μάλιστα αμέσως, διαστρεβλώνονται λιγάκι, γίνονται κάπως τρελά κι όμως κι αυτό ακόμη, είναι μέσα στην τάξη πραγμάτων κ’ είμαι σύμφωνος και σύμμαχος αυτών των καταστάσεων. Αυτό που είναι του ενός ο θησαυρός και η σοφία, φαντάζει στον άλλο παραδοξότητα” (1999: 69).

1. Κάθε φορά που συναντάς ή αποχαιρετάς κάποιον στo Νεπάλ, απλώνεις τα χέρια και λες: “Namaste”. Που σημαίνει: καλωσόρισες ή καλό δρόμο.

 




όλοι εμείς που τραγουδάμε το κλέφτικο

 

Ανάμεσα στην οδό Τζαβέλλα και τη Λεωφόρο Πέτρου Ράλλη, στη Νίκαια, υπάρχουν μικρά κάθετα δρομάκια. Είναι τσιμεντένια, δε χωράει αυτοκίνητο και στη μέση μεταξύ των δύο παράλληλων δρόμων δημιουργούνται κάτι κυκλικοί χώροι σαν μίνι πλατείες. Εκεί βλέπεις δεντράκια ή σκέτο χώμα, τσιμέντο και κάπου κάπου ένα παγκάκι. Γύρω γύρω τα σπίτια, προφανώς φτωχά και χαμηλά, αποτελούνται από πολλά εντελώς διαφορετικά υλικά, λες και κάποιος έχει κάνει κολάζ. Μια σιδερένια πόρτα, ένα ξύλινο παντζούρι, μια τσίγκινη μικροσκεπή. Βλέπω τους ανθρώπους, που γυρνώντας από τη λαϊκή της Δευτέρας, επιστρέφουν σπίτια τους. Ποιοί είναι όλοι αυτοί; Πώς ζουν; Είναι όσο φτωχοί δείχνουν; Η ζωή τους έχει όσο ησυχία δείχνει; Είναι όλοι παλιοί Νικαιώτες, γέροι που ξέμειναν στο ίδιο σπίτι; Είναι εικοσάρηδες που ξεκινάνε τη ζωή τους; Γιατί είναι τόσοι πολλοί εκεί πρωινιάτικα; Είναι άνεργοι;

Δεκάδες ερωτήσεις που έχουν ως σημείο εκκίνησης τον άγνωστο κόσμο που υπάρχει γύρω μου. Γιατί δεν τους βλέπουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους; Γιατί δεν ακούμε γ’ αυτούς; Γιατί δεν μιλάμε γι’ αυτούς; Με κατέβαλε μια ξαφνική περιέργεια. Κοίταζα λαίμαργα, με μια φανερή αδιακρισία. Ελάχιστα πριν αρχίσω να κατεβάζω ανόητες φλυαρίες γι’ αυτόν τον μακρινό κόσμο, σκέφτομαι ότι καμιά φορά πρέπει να προσέχουμε να μην απλώνουμε τις χερούκλες μας τόσο απερίσκεπτα στα ξένα παπλώματα.  Εξάλλου, το έχουμε πει πολλές φορές, μίλησε γι’ αυτούς ή για τους εντελώς διπλανούς τους τέλος πάντων, ο Χρήστος Οικονόμου στο «Κάτι θα γίνει, θα δεις».

Μένοντας λοιπόν στα δικά μας (ή μάλλον σ’ αυτά που θεωρώ δικά μου) παπλώματα διαπιστώνω μια παρόμοια παράλογη σιωπή. Πώς και πότε μιλάμε για ένα από τα κατεξοχήν υποκείμενα, πάνω στα οποία ξεσπάει η κρίση, το πλήθος δηλαδή των 30ρηδων (+-5); Γι’ αυτούς τους υπερμορφωμένους και ημιμαθείς, τους πανελεύθερους και εγκλωβισμένους, τους υπερφιλόδοξους και δίχως μέλλον, ακούμε συνήθως πολύ λίγα και συγκεκριμένα πράγματα, αν όχι τίποτα. Οι επίσημοι γραφιάδες, οι επικοινωνιολόγοι του τηλεπολιτικού τίποτα, οι ακούραστοι σχολιαστές των άπειρων μικρόκοσμων έτσι κι αλλιώς έχουν άλλη ατζέντα.

Κοιτάζω τον (παραμορφωτικό βέβαια) καθρέφτη των social media, πιάνω και κάτι συζητήσεις στο δρόμο. Και οι ίδιοι οι 30αρηδες κοιτάζουν αλλού. Μας απασχολεί η ανασκαφή στην Αμφίπολη («μονοπωλεί το ενδιαφέρον εντός και εκτός συνόρων» λέει το δελτίο ειδήσεων) ή το αν η ΝΕΡΙΤ καλύπτει την ομιλία του Τσίπρα στη ΔΕΘ. Τουίτς και ειρωνείες για έναν από τους πολλούς ακούραστα αμετροεπείς ακροδεξιούς που γέννησε η τρας τιβί και υιοθέτησε η Νέα Δημοκρατία.

Τα γράφω όλα αυτά μόνο και μόνο για να πω, ότι αν ο Οικονόμου μίλησε γι’ αυτόν τον κόσμο της Νίκαιας και του Πειραιά, για μας που φλερτάρουμε με τα 30 (λίγο κάτω, λίγο πάνω) ανέλαβε τη δουλειά ο Γιώργος Πρεβεδουράκης. Από άλλο δρόμο, ίδια όμως δουλειά. Ιδού λοιπόν εμείς, τα παιδιά του 2014.

ρεμπέτες-άγγελοι που τσάκισαν τη ράχη τους μεταφέροντας πίτσες,

φιλέτα ροφού σβησμένα σε σαμιώτικο, έπιπλα «κάν’ το μόνος σου» και είδη υγιεινής,

που φτωχοί στήθηκαν καπνίζοντας μπροστά από υπερφυσικές οθόνες

μ’ έναν τρόμο παράλυτο για τα βιογραφικά τους

Ανοίγοντας το «Κλέφτικο», ανοίγουμε την παλιά ντουλάπα με τον καθρέφτη στο εσωτερικό της πόρτας. Στο «Κλέφτικο» βρίσκεται μια ζωή που ξέρουμε καλά, την έχουμε περπατήσει, την έχουμε συζητήσει, μα δυσκολευόμαστε ή αρνούμαστε να δούμε και να τραγουδήσουμε. Αυτά που ξεκινούν ως γνώριμες εικόνες, σπαράγματα, υπαινιγμοί και περιγραφές, μετατρέπονται σιγά σιγά στο γνωστό χείμαρρο της πραγματικότητας. Μόνο που ο χείμαρρος αυτός δεν είναι σκέτα απελπισία, σκέτα περιγραφή, σκέτα φωτογραφία. Το ποίημα, αφού μας σπρώχνει με όλη του τη δύναμη προς το μη παραπέρα, με κάποιο τρόπο απλώνει χέρι βοήθειας, μας κρατάει από το γιακά και παίρνει λίγο απ’ το φορτίο. Σαν το ωραίο και αναγκαίο ουίσκι, που ξεκινά πικρό,  τσιγκλίζοντας γλώσσα και λαιμό, μα στο τέλος μας πάει το γλυκό ταξίδι και μας στέλνει για ύπνο λίγο ελαφρύτερους.

(..) που εκπόνησαν διδακτορική διατριβή

με θέμα «Ο Υπαρξισμός μετά τον Σαρτρ και το Πρόβλημα της Αναπηρίας στη Νοτιοδυτική Γκάνα» και γύρισαν στην Αθήνα

θωπεύοντας στις ουρές του ΟΑΕΔ το μακρύτερο

μανίκι της μεταμοντερνίλας 

Να ‘μαστε λοιπόν, εδώ στο έδαφος της κρίσης. Άνεργοι, μεταπτυχιακοί ειδικευμένοι στο σέρβις, αρνητές της καριέρας, κυνηγοί της επιτυχίας, απολιτίκ νεοσυντηρητικοί χίπιδες, καινοτόμοι, ποδοσφαιρικά υπερήφανοι, καλοσιδερωμένοι entrepreneurs, part time τηλεφωνητές, παπαγάλοι ενός quote της κοινωνικής αλλαγής που γράφτηκε από τον τάδε το έτος τάδε, υποψήφιοι διδάκτορες της ξερολίασης, κυνικοί Δρασίτες (στην καρδιά μα όχι στην κάλπη, προς Θεού εκεί παίζουμε ΝΔ για ασφάλεια), φιλήσυχοι νοσταλγοί του δροσερού νερού του Δεκέμβρη του 2008 και κυρίως με μια μόνιμη αίσθηση ότι μας αδίκησε η ζωή, η εποχή, το αφεντικό και το εκάστοτε σινάφι.

Φευγάδα δεν ήσουν εκεί

όταν σκυλότρωγα το φυλλοκάρδι του διπλανού μου

ούτε τη μέρα της αποφοίτησης πέρασες να ευχηθείς,

δεν είδες όλες τις μη-κυβερνητικές στα μη-πόδια μου

να μου προσφέρουν μια εργασία ελαστική

βερνικώνοντας τα κάγκελα

του νέου κρεματορίου

Να ‘μαστε. Μας γάμησε λέμε η κρίση. Υποφέρουμε, βασανιζόμαστε, αναβάλλουμε, παρακολουθούμε, επικοινωνούμε, κυρίως επικοινωνούμε, ψηφίζουμε, ανανεώνουμε χρόνους (ομιλίας, όρκους, όνειρα), εργαζόμαστε full time πληρωνόμαστε part time, εργαζόμαστε Κυριακή, δεν βρίσκουμε που να εργαστούμε, τρέχουμε να προλάβουμε, τρέχουμε και δεν προλαβαίνουμε, τρέχουμε τί άραγε να προλάβουμε, πίνουμε, καπνίζουμε και πίνουμε τσιγάρα (όχι για τίποτα άλλο, αλλά) για να κάνουμε διάλειμμα να πάρουμε ανάσα να χαλαρώσουμε προς στιγμή και να έτσι μετά να συνεχίσουμε, να συνεχίσουμε ακάθεκτοι, δυνατότεροι, ψηλότεροι και κυρίως ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΕΡΟΙ. Είμαστε εμείς οι εντός της κρίσης, εντός της πραγματικότητας και κυρίως οι εντός πλαισίου, μονίμως εντός πλαισίου, νεοφιλελεύθερου ή επαναστατικού δεν έχει σημασία. Μας καθορίζει το πλαίσιο, κι όχι το περιεχόμενό του, γιατί εντέλει πρέπει να παραμείνουμε ΕΝΤΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟΥ.

Κάπως έτσι, ετοιμαζόμαστε να συγχωνεύσουμε τις λέξεις του Πρεβεδουράκη με αυτές του Οικονόμου. Γιατί φαίνεται ότι δεν αργεί η ώρα να συγχωνευτούν οι δύο κόσμοι, ποιός ξέρει αν αυτό είναι καλό ή κακό.

Μέσα σε πέντε μέρες διάβασα το «Κλέφτικο» τέσσερις φορές. Η τελευταία στο καράβι της επιστροφής. Εκεί σκεφτόμουν το κλασσικό ζήτημα του πως εμείς οι ίδιοι αφηγούμαστε την ιστορία μας, πως μιλάμε για τη ζωή μας και για όσα συμβαίνουν και περνάνε από δίπλα ή καμιά φορά και από πάνω μας. Έβγαζα λοιπόν το αόρατο καπέλο μου στον Πρεβεδουράκη γι’ αυτή την ποίηση, την οριακή και παρηγορητική μαζί, την ήρεμα απελπισμένη και ταυτόχρονα ψύχραιμη και με ισχυρές δόσεις χιούμορ και αυτοσαρκασμού. Έβγαζα το αόρατο καπέλο μου στον Πρεβεδουράκη γιατί κατάφερε να μιλήσει μέσα στη μέση του χαμού για το χαμό. Μάλιστα, έγραψε ένα κομμάτι της σημερινής ιστορίας, χωρίς να πνιγεί από την πίκρα ή να βουλιάξει στο αδιέξοδο, αλλά με όλο το πάθος και τη διαύγεια ενός ανθρώπου που ζει σ’ έναν κόσμο που καταρρέει.

Την ώρα όμως του φανταστικού εγκάρδιου χαιρετισμού, το καράβι, έπιασε στην Πάρο. Ακολούθησε κάτι μάλλον τρομακτικό και θα χρειαζόταν κανείς το ταλέντο ενός Σιοράν ή ενός Σελίν για να περιγράψει αυτή την πραγματικότητα χωρίς να γίνει μικροπρεπής και άδικος. Μέσα στα λίγα τετραγωνικά μέτρα του καταστρώματος ο σωσίας του Νίβο, ένας με καμιά δεκαριά τατουάζ, δέσποζε αυτό με την περικεφαλαία και το Μολών Λαβέ, μια γυναίκα που ούρλιαζε στο τηλέφωνο, ανάμεσα στον εμβρόντητο κόσμο, βρίζοντας κάποιον Γιώργο που δε θα περνούσε απ’ το σπίτι αύριο, ένα κορίτσι με δωδεκάποντο τακούνι και μαγιό, ένας που έλυνε σκανδιναβικά. Η μία πλευρά είχε φωτογραφία του Αλιάγα και η άλλη του Ορφανού.

Επέστρεψα στον Πρεβεδουράκη, επιχειρώντας να βρω ένα σύμμαχο προκειμένου να πολεμήσω με όλες τις πραγματικότητες ταυτόχρονα. Είμαστε όλοι εν πλήρη συγχύσει ένοχοι, συνήθιζε να λέει ένας φίλος και αν δεν μας δώσει τώρα ένα χεράκι η ποίηση ή οι φίλοι μας, πιθανότατα δε θα μας το δώσει κανείς.

Χτες, στην πόλη της κρίσης, του κυνισμού και της ομορφιάς, μου φάνηκε πως πέρασα μπροστά απ’ όλο το ποίημα. Στο περίπτερο, δύο μάλλον περιθωριακές εφημερίδες, η kontra news και η star press, κρέμονταν πλάι πλάι. Τα πρωτοσέλιδα φώναζαν με τις αντίστοιχες φωτογραφίες: Ο ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΠΑΖΕΙ και ΑΦΟΔΕΥΣΑΝ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Φευγάδα, απ’ όλα τα μαρτύρια

διάλεξα της σταγόνας

 

***

Κλέφτικο, Γιώργος Πρεβεδουράκης – εκδόσεις Πανοπτικόν

Για μια σοβαρή και ενδιαφέρουσα κριτική στο βιβλίο διαβάστε τον Θ. Τσαλαπάτη




Εισιτήρια επιστροφής

 




Κυριακή απόγευμα στη Μυτιλήνη

 




Επιστροφή στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά

Φωτογραφίες: Pen Tri

Θα μπορούσες να τα πεις εγκαταλελειμμένα, αλλά αυτό θα ήταν προσβολή για τους ανθρώπους που έμειναν απλήρωτοι στις βάρδιες τους ή περίμεναν καιρό την ευκαιρία να γυρίσουν και να τα ξαναπιάσουν στα χέρια τους.

Θα μπορούσες και να μιλήσεις για τη σκουριά και τις σανίδες που έχουν σκάσει σε κάτι σημεία κοντά στο νερό, αν δεν σε καθησύχαζαν οι ίδιοι ότι «και πριν δεν ήταν τέλεια, κάπως έτσι θα ήταν, αλλά αν βάλεις μπροστά όλα θα διορθωθούν».

Στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά, ο χρόνος περισσσεύει ακόμα για όποιον θέλει να κάτσει να αναλογιστεί και να μιλήσει για όσα τα οδήγησαν στην ερήμωση.

Μόνο οι παραγγελίες για δουλειές δεν περισσεύουν πια, καθώς έτσι φαίνεται πως έχει σχεδιαστεί από καιρό γι’αυτό και για τα άλλα ναυπηγεία της Ελλάδας.

Σχετικό ρεπορτάζ: Σκαραμαγκάς, το success story της ελληνικής ναυπηγικής




«Αθήνα, η πιο ανοιχτή πόλη του κόσμου»*

 

Έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Γιάννη Τσίρμπα «η Βικτώρια δεν υπάρχει». Σ’ αυτό, δύο άγνωστοι μεταξύ τους άντρες, συνταξιδεύουν με το τρένο για την Αθήνα. Ο ένας κυρίως μιλάει και ο άλλος κυρίως ακούει. Αυτός που μιλάει, περιγράφει τη ζωή στη γειτονιά του, τη Βικτώρια. Ο άλλος, που μένει στην Αγία Παρασκευή, ακούει, σκέφτεται, πότε προσπαθεί να αποφύγει τις φλυαρίες, πότε ανησυχεί για τα βλέμματα των υπολοίπων και πότε απλά χάνεται στο παραλήρημα του συνεπιβάτη.

Ο κάτοικος Βικτώριας αφηγείται τη ζωή του στη γειτονιά που μεγάλωσε και κυρίως τη ζωή του, όπως άλλαξε με την παρουσία των μεταναστών. Συγκρίνει τους αριθμούς ντόπιων και ξένων, μυρίζει τα κάτουρα και τους μπάφους των αλλοδαπών στις γωνίες του, κάνει σλάλομ στα σεντόνια του παραεμπορίου. Ο κάτοικος Βικτώριας αραδιάζει διάφορες ρατσιστικές παρατηρήσεις ενώ προτείνει κιόλας μια (άκρως φασιστικής έμπνευσης) λύση. Ο επιβάτης από την Αγία Παρασκευή δεν κάνει ιδιαίτερη προσπάθεια να απαντήσει σε όσα του λέει ο άλλος, κυρίως ακούει και αποδοκιμάζει από μέσα του.

«Κι είναι και η μπόχα ρε φίλε. Χασισοκατρουλίλα. Κάνουνε τους μπάφους τους, να πούμε, στη Χέυδεν στις παλιές πολυκατοικίες πριν τη Φυλής και περνάς και μαστουρώνεις κανονικά. Κι εκεί που την πίνουνε, ρίχνουνε κι ένα κατούρημα στο πεζοδρόμιο. Μπάφος και ξαλάφρωμα. Μαροκινοί, Αλγερινοί τέτοιοι. (..) Και πάνω εκεί που κατούραγε ο Αλγερινός το βράδυ απλώνει ο Πακιστανός το πρωί το σεντόνι με τις σωβρακοφανέλες και μου τις πουλάει κατάλαβες;»

Ο συγγραφέας γράφει εξαιρετικά. Το ύφος του ρατσιστή (ας τον πούμε έτσι) επιβάτη είναι απίθανα πετυχημένο, χωρίς να γίνεται στιγμή γραφικό. Οι περιγραφές της γειτονιάς μας πείθουν ότι ο Τσίρμπας αφενός ξέρει γιατί μιλάει, αφετέρου ότι ό,τι λέει, δε λέγεται με το στιλ μαθήματος ή κουνήματος του δαχτύλου. Κι ας λέει ο επιβάτης τέρατα, ο Τσίρμπας καταφέρνει να μας κάνει να νιώσουμε ότι δεν έφτιαξε μια εύκολη καρικατούρα απλώς για να την καταδικάσει. Ο επιβάτης, όπως και η Βικτώρια άλλωστε, υπάρχει.

Στο βιβλίο υπάρχουν επίσης πέντε μικρότερες ανεξάρτητες ιστορίες που παρεμβάλλονται και οι οποίες συνδέονται με το κυρίως κείμενο με το γεγονός ότι συμβαίνουν όλες στον ίδιο τόπο. Στη Βικτώρια. Μία απ’ τις πέντε ιστορίες μάλιστα (ανάμεσα σε δείκτη και μέσο) είναι ένα πραγματικό αριστούργημα. Μέσα σε πέντε σελίδες νομίζω πως ένιωσα όλη την ιστορία ενός ανθρώπου, σα να παρακολούθησα ταινία μικρούς μήκους ή σα να πέτυχα τον ήρωά της να πίνει μπροστά μου στο καφενείο. Σα να περπατούσα επί δέκα χρόνια την Αχαρνών και να είδα πεντακάθαρα τους μαθητές, τους μπάτσους, τη ζωή και την καταπίεση, τις οριακές στιγμές και τους ανθρώπους για τους οποίους δεν έχουν απάντηση οι στατιστικές και οι εφημερίδες. Οι άνθρωποι του Χρήστου Οικονόμου (του «κάτι θα γίνει, θα δεις») κατεβαίνουν απ’ τον Πειραιά και προσγειώνονται στη Βικτώρια του Τσίρμπα.

«Να μαζεύονται όλοι γύρω, Πακιστανοί, Αφγανοί, όλοι τούτοι οι διάολοι να αγοράζουνε κοτόπουλα ζωντανά. Και τους βλέπεις μετά καθένας με την κότα του και πάνε, σκορπάνε σε όλες τις κατευθύνσεις. Εικοστός πρώτος αιώνας λέμε, πρωτεύουσα. Και που τις πάνε τις κότες, μου λες; Σε διαμερίσματα τις πάνε. Και μένω εγώ δίπλα στην κότα του Πακιστανού λες και είμαι στο 1950, ρε φίλε, κοτέτσια καταντήσαμε»

Δεν έχει νόημα να αναφέρω τις ενστάσεις μου, αφού αφενός δεν είμαι βιβλιοκριτικός, αφετέρου δεν είναι ο σκοπός μου να μιλήσω μόνο για το βιβλίο.

Διαβάζοντάς το, μου ήρθαν στο μυαλό διάφορα, πιο πρόσφατα και πιο παλιά. Πρώτα απ’ όλα δεν ξέρω γιατί ακριβώς, αυτή η διαρκής συζήτηση. Είναι οι 440.000 ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής φασίστες; Προφανώς το ρατσιστικό παραλήρημα του ήρωα με έκανε να σιχτιρίζω από μέσα μου και κατευθείαν του απέδωσα το χαρακτηρισμό του φασίστα. Το οποίο με τη σειρά του σήμαινε ότι στο μυαλό μου αναπόφευκτα θα ψήφισε χρυσή αυγή.

Ακούω και ξανακούω σε διάφορες δημόσιες συζητήσεις από σοβαρούς ανθρώπους ότι είναι λάθος να λέμε ότι ξαφνικά 440.000 άνθρωποι έγιναν φασίστες. Μιλάω για σοβαρούς ανθρώπους, γιατί το ίδιο λένε και όλοι οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, συμφωνώντας σε αυτή την εκτίμηση τους με τους τηλεοπτικούς δημοσιογράφους. Βέβαια αυτοί το λένε από άλλη πλευρά (ε όχι και φασίστας επειδή θέλει να «καθαρίσουμε» τη γειτονιά του), η οποία προς το παρόν δεν μας ενδιαφέρει. Η άποψη λοιπόν σοβαρών και προοδευτικών ανθρώπων είναι ότι υιοθετώντας τη θέση ότι οι ψηφοφόροι της χ.α. είναι φασίστες, το μόνο που κάνουμε είναι να τους απομακρύνουμε οριστικά από τις επιλογές του *δημοκρατικού τόξου*. Στην πραγματικότητα πρόκειται, λένε, για ένα εύκολο χαρακτηρισμό και δεν θα έπρεπε να παραβλέπουμε τις έκτακτες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, που οδηγούν σε ακραίες επιλογές, τιμωρητικού χαρακτήρα. Αυτούς του ανθρώπους, λένε, δεν θα έπρεπε να τους αποκαλούμε φασίστες, αλλά θα έπρεπε να τους πείσουμε να επιστρέψουν στα κόμματα του συνταγματικού τόξου, αν είναι δυνατόν και στην αριστερά.

Στους 440.000 ψηφοφόρους της χ.α. είναι προφανές πως δεν βρίσκονται μόνο , στρώματα της μεγαλοαστικής τάξης (βλ. ιό), ούτε μόνο ποινικοί, ούτε μόνο διαχρονικοί οπαδοί κάθε ακροδεξιάς, φασιστικής, χουντικής κλπ έκφανσης. Κομμάτι των ψηφοφόρων της χ.α. προέρχεται προφανώς και από την περίφημη εργατική τάξη. Είναι άνθρωποι, που πέρα απ’ τη συναισθηματική προσέγγιση – αλήτες, κλέφτες, πολιτικοί, λαμόγια κλπ κλπ – δηλώνουν (συνειδητά ή ασυνείδητα δεν έχει σημασία) με την ψήφο τους, ότι από το να απεργήσουν ή να παλέψουν για συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διατήρηση της απαγόρευσης των ομαδικών απολύσεων, προτιμούν ένα μεροκάματο από γραφείο εργασίας της Χ.Α. ή προτιμούν βουλευτές που τα «σπάνε» στη βουλή αναπαράγοντας ρατσιστικές ή υπεραπλουστευτικές ερμηνείες της κρίσης.

φωτογραφία: Pen Tri

Ποιό είναι το λάθος μας λοιπόν; Ότι όταν τους αποκαλούμε φασίστες, τσουβαλιάζουμε ανθρώπους κινδυνεύοντας να τους χάσουμε οριστικά ή μήπως ακριβώς το ανάποδο; Ότι δηλαδή όταν δεν τους αποκαλούμε φασίστες δεν τους αντιμετωπίζουμε; Προφανώς δεν είναι λύση η εύκολη και γρήγορη απόδοση ενός χαρακτηρισμού. Προφανώς όμως δεν είναι και η λύση όταν λέμε, δεν είναι φασίστας, είναι θυμωμένος και παρασύρθηκε.

Για να επιστρέψω για λίγο στο βιβλίο. Είναι ο παραληρηματικός ρατσιστής επιβάτης φασίστας; Ή απλά λέει τον πόνο του για τη γειτονιά του; Ή τον αθωώνει το γεγονός ότι η γειτονιά του αφέθηκε από κυβερνήσεις και οργανώσεις να μαραζώσει; Με λίγα λόγια, αυτός που ενοχλείται από τους ξένους (είτε έχει τους «λόγους του» – υπάρχουν και αλλάζουν το τοπίο της γειτονιάς του- είτε απλά μένει στη Νέα Σμύρνη και αναπαράγει τον τηλεοπτικό λόγο) και ζητάει την εξόντωση ή την μαζική απέλασή τους, είναι φασίστας ή όχι;

Δεν σημαίνει πως αν απαντήσουμε θετικά η λύση είναι να του σπάσουμε το κεφάλι. Ούτε πως αν απαντήσουμε αρνητικά θα πρέπει να του γλυκομιλήσουμε. Όμως έχει σημασία να δούμε ότι ο φορέας των ρατσιστικών ιδεών, ο ψηφοφόρος που νομιμοποιεί τη νεοναζιστική οργάνωση, αυτός που συντελεί στο να θεωρείται κανονικότητα το μαχαίρωμα, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με έναν αλλόκοτο πατερναλισμό (θα του εξηγήσω, θα καταλάβει και θα έρθει στην αριστερά) ή κάποια διαδικασία ψυχολογιοποίησης.

Μας έλεγε ο Σταύρος Κωνσταντακόπουλος τις προάλλες (το ίδιο έλεγε και ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου σε μια συζήτηση στο αντιρατσιστικό) ότι σήμερα δεν μπορούμε να μιλάμε για φασισμό. Φασισμός σημαίνει μαζικό κίνημα. Όντως, σήμερα δεν υπάρχει προέλαση των μαζών προς την εξουσία. Αλλά δεν ξέρω αν χρειάζεται να ψάχνουμε ακριβείς αναλογίες, μόνο και μόνο για να αποκαλύψουμε την (μη) επανάληψη της ιστορίας. Σήμερα η ιδεολογία των αβγών εφάπτεται με την κυρίαρχη πολιτική. Από την πλήρη υποτίμηση των εργασιακών δικαιωμάτων, μέχρι τις φρονηματικές διώξεις (βλ. εφσυν), τις φυλακές τύπου Γ’, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την προστασία του πολύ μεγάλου Κεφαλαίου, όλα συμβαίνουν τώρα, live. Δεν υπάρχει φασιστικό κίνημα έτοιμο να συγκρουστεί στους δρόμους, αλλά οι ιδέες και το περιεχόμενο του φασισμού είναι εδώ και δημιουργούν θύματα και τετελεσμένα. Πιθανώς λοιπόν, δεν χρειάζεται κάποια προέλαση προς τη Βουλή. Στην ίδια συζήτηση ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου σημείωνε πολύ σωστά ότι πρέπει να αναρωτηθούμε τί είδους κίνδυνος είναι η Χρυσή Αυγή.

Ίσως λοιπόν, να είναι ο κίνδυνος, ο επιβάτης του Τσίρμπα να λέει, να στηρίζει, να ενεργεί κι εμείς να μην τον αποκαλούμε φασίστα. Ίσως να είναι ο κίνδυνος προκειμένου να μην τσουβαλιάσουμε ένα κομμάτι του κόσμου, να στερούμε από τον εαυτό μας τη διαύγεια να αντιληφθούμε που ακριβώς βρισκόμαστε.

 

* από μια φράση του Στρατή Τσίρκα στη «Χαμένη Άνοιξη»

**τα αποσπάσματα από το «η Βικτώρια δεν υπάρχει»




Ευαίσθητες Ισορροπίες

 




Για να ξεχωρίζουμε από τους άλλους

 

Στις προσφυγικές γειτονιές της Νέας Ιωνίας οι ελληνικές σημαίες σε αυλές και μπαλκόνια τράβηξαν την προσοχή μου.

Mια κυρία με ρώτησε

“τι τραβάτε φωτογραφία;”

« τις σημαίες” της λέω

« τι να κάνουμε; Για να ξεχωρίζουμε από τους άλλους” είπε και χάθηκε γρήγορα στο επόμενο στενό.

 




Η Βραζιλία έξω από τα γήπεδα

* οι φωτογραφίες από ένα ταξίδι των apophenia_2 στη Βραζιλία το 2012. 




Σταθμοί της Θράκης