1

Integration | οι πρόσφυγες στην γερμανική κοινωνία

Ορισμός

 

Η λέξη Integration έχει λατινική ρίζα. Προέρχεται από το λατινικό integer και μετέπειτα Integrat- που αρχικά σήμαινε “έχω ολοκληρώσει κάτι” (μτφ. Αγγλ. made whole). Η λέξη χρησιμοποιείται στην Αγγλική από τα μέσα του 17ου αιώνα. Στην Γερμανία ίσως είναι από τις πιο πολυσυζητημένες και αμφιλεγόμενες έννοιες που συχνάζουν στους τίτλους των ΜΜΕ αλλά και στους κύκλους της εκπαίδευσης και των επιχειρήσεων. Ακμάζουν στα γραφεία των δημόσιων υπηρεσιών. Η χρήση της λέξης πολλαπλασιάστηκε ειδικότερα μετά το μεγάλο πληθυσμό προσφύγων που δέχθηκε η Γερμανία από τα τέλη του 2015 κι έπειτα. Το λεξικό Duden ορίζει το Integration ως την εγκόλπωση μιας ομάδας ανθρώπων σε μια κοινωνική και πολιτισμική ενότητα. Στα ελληνικά ο αντίστοιχος όρος σε ελεύθερη μετάφραση είναι ενσωμάτωση στην κοινωνία. Μια ελάχιστη εκδοχή επιτυχούς ενσωμάτωσης σύμφωνα με το γερμανικό ινστιτούτο Goethe περιλαμβάνει την εκμάθηση γλώσσας και την επαγγελματική αποκατάσταση. Η ενσωμάτωση στην θεωρία της κοινωνικής πολιτικής στηρίζεται σε τεσσερις βασικούς άξονες στην Γερμανία: α)Γλώσσα και αξίες, β)Σχολεία και Νηπιαγωγεία, γ)Στέγαση και Δόμηση και τέλος δ) Εκμάθηση επαγγέλματος, Σπουδή και Εργασία.

Η Γερμανία (Αλμάνια- ألمانيا) για τους περισσότερους ανθρώπους που εγκαταλείπουν τον τόπο τους τα τελευταία τρία χρόνια αποτελεί (μαζί με τις σκανδιναβικές χώρες) τελικό προορισμό του ταξιδιού τους, φερόμενη ως άλλη γη της επαγγελίας, ο δυτικός παράδεισος της ευημερίας, όπου το κράτος παρέχει τα απαραίτητα για ένα νέο ξεκίνημα. Η υποδομή και η οικονομία της Γερμανίας διαθέτουν τον κατάλληλο χώρο για ανθρώπους που επιθυμούν να ζήσουν σε έναν ασφαλή τόπο ξεκινώντας από το απόλυτο μηδέν.

Πως διαχειρίστηκε η γερμανική πρωτεύουσα τον ερχομό των προσφύγων στην πράξη και πως αποπειράται να τους ενσωματώσει στην κοινωνία;

 

“Θα τα καταφέρουμε” Angela Merkel 11.09.2015

 

Reuters/Fabrizio Bensch

Η Αγγελα Μερκελ τον Σεπτέμβριο του 2015 σχολιάζοντας την πολυάριθμη έλευση των προσφύγων στην Γερμανία είπε προς μεγάλη έκπληξη των ευρωπαίων πολιτών: “θα τα καταφέρουμε” /Wir schaffen das, απαντώντας στην σκληρή κριτική των αντιπάλων για τον ερχομό χιλιάδων προσφύγων στην χώρα. Λίγους μόνο μήνες πριν είχε απαντήσει δημόσια μπροστά στο τηλεοπτικό κοινό σε ένα μικρό κορίτσι από την Παλαιστίνη που ήθελε να παραμείνει στην Γερμανία πως “δεν μπορούμε να σας δεχτούμε όλους στην χώρα”. Η ανησυχία ωστόσο των Γερμανών εκείνη την περίοδο διογκονώταν χάρη στην αγωνιώδη ενασχόληση του Τύπου με το προσφυγικό. Εκείνο το φθινόπωρο οι στατιστικές δήλωναν πως 51% των πολιτών δεν επιθυμούν την παραμονή των προσφύγων στην Γερμανία.

 

Η υποδοχή

 

Κοιτώντας πίσω, τον Σεπτέμβριο του 2015 ο γερμανικός κρατικός μηχανισμός βρέθηκε τόσο απροετοίμαστος, που επί δύο μήνες επικράτησε ένα πρωτοφανές χάος παρεμφερές με τα ελληνικά δεδομένα όπως τα έχουμε γνωρίσει. Καταυλισμοί σε πάρκα, διανυκτερεύσεις στην οδό Turmstraße μπροστά στο υπουργείο, ουρές δεκάδων μέτρων για να λάβουν έναν αριθμό καταχώρησης και περαιτέρω οδηγίες για την στέγαση τους. Άκουσα μαρτυρίες ανθρώπων που περίμεναν ένα και δύο εικοσιτετράωρα στην ουρά. Φήμες κυκλοφόρησαν πως υπήρχαν μόνο τρεις υπάλληλοι στην υποδοχή των αιτήσεων στο υπουργείο (Landesamt für Gesundheit und Soziales) και κανένας μεταφραστής. Επί μήνες ολόκληρους οι ώρες αναμονής στο υπουργείο δεν περιορίζονταν κατά μέσο όρο σε λιγότερες από έξι. Το γερμανικό κράτος στηρίχτηκε τόσο πολύ στους εθελοντές που τον Ιανουάριο του 2016 από ευγνωμοσύνη το Βερολίνο τιμητικά παραχώρησε ελεύθερη είσοδο σε όλα τα αξιοθέατα και πολιτιστικά δρώμενα της πόλης.

Σχετικά γρήγορα όμως κινήθηκαν τα πράγματα στα κέντρα υποδοχής. Κανείς δεν έμεινε άστεγος. Γήπεδα, εκθεσιακοί χώροι, μέχρι και το παλιό αεροδρόμιο του Tempelhof τέθηκαν σε λειτουργία για να δώσουν ένα κρεβάτι στους χιλιάδες αυτούς ανθρώπους. Ονομάστηκαν Κέντρα έκτακτης ανάγκης καθότι ήταν προσωρινά. Οι άνθρωποι μεταφέρθηκαν από τα “κέντρα έκτακτης ανάγκης” (γήπεδα και εκθεσιακά κέντρα) σε καλύτερες εγκαταστάσεις περιπου 18 μήνες μετά.

Όσον αφορά στην περίθαλψη, ειδικές μονάδες ψυχιατρικής και ψυχολογικής υποστήριξης εξειδικευμένες σε PTSD και ανθρώπους με τραυματικές εμπειρίες λειτούργησαν σχεδόν άμεσα και αποτελεσματικά σε συνεργασία με τα μεγαλύτερα νοσοκομεία και πανεπιστήμια του Βερολίνου. Δεκάδες μεταφραστές και διερμηνείς εργάζονταν με υπερωρίες παρελαύνοντας από την μία δημόσια υπηρεσία στην άλλη.

Μέσα σε λίγους μόνο μήνες τέθηκαν σε λειτουργία δεκάδες προσφυγικά κέντρα για να στεγάσουν τις χιλιάδες ανθρώπων που κατέφθασαν. Μια βόλτα σε δυο τρία από αυτά αρκούσε για να σχηματίσω εικόνα. Μεγαλόσωμοι και αγενείς σεκιουρητάδες στις εισόδους και τους διαδρόμους. Λιγότερες τουαλέτες και ντουζιέρες από αυτές που χρειάζονται. Το φαγητό της καντίνας μου θύμισε τον λαπά που είχαν σερβίρει στην μάνα μου στο Λαϊκό νοσοκομείο. Αποκρουστικό στην όψη κι αδιάφορο στην γεύση. Τα δωμάτια συνήθως εξοπλισμένα με κουκέτες, υποδέχονταν 8 εως 10 άτομα. Σε άλλα camp η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη. Κλειστά αθλητικά γήπεδα που στέγαζαν κρεβάτια στην ανοιχτή τους σάλα. Το ίδιο και στο παλιό αεροδρόμιο του Τεμπελχοφ. Οι κοινωνικοί λειτουργοί των camp δεν έφταναν για να καλύψουν τις νέες θέσεις εργασίας. Κάπως έτσι το ηθικό των προσφύγων μέσα σε τέτοιο περιβάλλον κατρακυλούσε. Η φασαρία, ο μηδενικός προσωπικός χώρος, εκνευρισμοί και βίαια περιστατικά προστέθηκαν στα υπόλοιπα βάσανα της νέας πραγματικότητας.

foto: UNHCR, Ivor Prickett, (proasyl.de)

 

Η ενσωμάτωση των άλλων

 

Στην πόλη του Βερολίνου παρατηρεί κανείς μια σημαντική πολυπολιτισμικότητα. Πόλος έλξης όλων των εθνικοτήτων τα τελευταία χρόνια χάρη στην επαναστατική και ανεκτική φήμη της πόλης. Χιλιάδες ξένοι ζουν στην πόλη, κι ενώ το σύστημα τους αναγκάζει να μάθουν την γλώσσα, η ενσωμάτωση στην ουσία δεν πραγματώνεται. Τα Αγγλικά αρκούν στους περισσότερους που καταφθάνουν για την εμπειρία και προσβλέπουν να περάσουν μερικούς μήνες στην πόλη. Οι expat όπως αυτοχαρακτηρίζονται συμβάλλουν στην αύξηση των ενοικίων (καθώς προέρχονται απο πόλεις που τα ενοίκια είναι τριπλάσια) και στο hype της πόλης. Ο πληθυσμός των Τούρκων όμως θεωρείται ο λιγότερο ενσωματωμένος στην Γερμανία. Παρότι μιλούν την γλώσσα και επιχειρούν σε πολλούς κλάδους, δεν έρχονται σε διάδραση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Δεν συμμετέχουν στα κοινά δρώμενα. Τηρούν τα ήθη και τα έθιμα τους αυστηρά και έχουν δημιουργήσει περιοχές ομοεθνούς συσπείρωσης.Οι έφηβοι Τούρκοι (αλλά και Άραβες τρίτης γενιάς) από την άλλη αποσχίστηκαν τόσο από τους υπόλοιπους εφήβους που δημιούργησαν μια νέα διάλεκτο (Kiezdeutsch) στα προάστια της γερμανικής Πρωτεύουσας.

Για να μην παραξηγηθούμε, η γερμανική κουλτούρα δεν φημίζεται για τον ανοιχτό της τύπο. Δεν είναι εύκολο να κοινωνικοποιηθείς με Γερμανούς. Είναι μακριά από όλα τα μεσογειακά πρότυπα και η δυσπιστία των ανθρώπων απέναντι στους μετανάστες είναι εμφανής. Η πόλη μοιάζει να έχει καταληφθεί από τη μία από μόνιμους περιπλανητές και μπον βιβερ που εκθειάζουν την εναλλακτικότητα και το ελευθεριακό της πνεύμα και από την άλλη από φοβισμένους πρόσφυγες που δεν ξέρουν πως να ανταπεξέλθουν στις παράλογες απαιτήσεις του συστήματος.

 

Μαθαίνοντας την γλώσσα

 

Είναι δύσκολο να αποδώσω μια εικόνα έτσι όπως την έζησα μέσα από τις αφηγήσεις των μαθητών μου και μέσα από προσπάθειες να τους βοηθήσω να τα βγάλουν πέρα με την φρικτή γραφειοκρατία του γερμανικού συστήματος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Άλεμ από την Ερυθραία:

Ο Άλεμ προέρχεται από την Ερυθραία και είναι 50 χρονών. Έμεινε στην φυλακή της Ερυθραίας 19 χρόνια υπό την εντολή της δικτατορίας της χώρας του. Κατάφερε να διασχίσει τα νερά της Μεσογείου μέχρι την Λαμπεντουσα κι έπειτα να βρει τον δρόμο του μέχρι το Βερολίνο. Ο Άλεμ δεν έχει πάει σχολείο στην πατρίδα του. Παλιά ήταν ελαιοχρωματιστής και χτίστης. Η συνεννόηση με τον Άλεμ που μιλάει ελάχιστα αραβικά αλλά κυρίως Τανγκρινιαν, γίνεται με τα χέρια. Ζει σήμερα σε ένα προσφυγικό κέντρο, νότια του Βερολίνου μαζί με την γυναίκα του, με την οποία επανενώθηκε μετά από 20 χρόνια. Φοιτεί στο δημόσιο σχολείο ενηλίκων του Neukölln στο νοτιοανατολικό Βερολίνο. Η φοίτηση είναι καθημερινή πεντάωρη. Τα χέρια του είναι ταλαιπωρημένα. Πιάνει το μολύβι και το σφίγγει για να γράψει το Άλφα, κάθε καμπύλη, κάθε γραμμή της γραφής του αντανακλά την περηφάνεια της λευτεριάς. Όταν τελειώνει την άσκηση με φωνάζει και με ρωτά: “ Τα πάω καλά;” Για τον Άλεμ τα γερμανικά δεν είναι αγγαρία. Είναι δίψα για ελευθερία, είναι εισητήριο για αυτήν την άλλη ζωή, η πόρτα για ένα νέο ξεκίνημα. Δεν έχω ξαναδει άλλον μαθητή με τόση θέληση. Ο ζήλος αυτός αποτελεί τεκμήριο του απίστευτου κουράγιου του. Τα πρωινά είναι ο πρώτος που φτάνει στην τάξη. Έχει λαχτάρα στα μάτια μαζί και αγωνία, πασχίζει να ενσωματωθεί, θέλει να φύγει από το camp, να δουλέψει και να μοιραστεί τις σκέψεις του. Μια μέρα μου λέει με σκόρπιες σπαστές γερμανικές λέξεις: “το camp δεν είναι καλό, θέλω να βρεθώ με Γερμανούς να μιλήσω.”

Την πρώτη μέρα στην τάξη (για αναλφάβητους επίπεδο Α0) βρήκα τον Άλεμ να κλαίει, γιατί δεν ήταν εγγεγραμμένος στην επίσημη λίστα του υποργείου. Το κλάμα αυτό, το παράπονο, κι η αγωνία του Αλεμ να μάθει γράμματα, φέρνουν στο φως το άκαμπτο του γερμανικού συστήματος, που δεν μπορεί να ελιχθεί δεν μπορεί να λάβει υπόψιν τον άνθρωπο και τις ιδιαιτερότητες του. Αν δεν είσαι στην λίστα υποχρεούσαι να περιμένεις άλλον ένα μήνα.

Έκλαιγε όμως επειδή βρισκόταν πολλούς μήνες σε αναμονή μέχρι να ξεκινήσει το σχολείο και ειδικότερα να βρεθεί μια τάξη στα μέτρα του. Τα τμήματα για αναλφάβητους των λεγόμενων Integrationskurse (που χρηματοδοτούνται από το υπουργείο μεταναστευσης και προσφυγων) , τα οποία υποχρεούται ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας να παρακολουθήσει (βάσει του νέου νόμου Integrationsgesetz 2016), ασχέτως εκπαιδευτικού επιπέδου, ηλικίας και προηγούμενων, είναι ελάχιστα στο Βερολίνο. Τεράστιες λίστες αναμονής, μήνες απραξίας και χαμένοι χρόνοι. Κάπως έτσι απελπίστηκε ο Άλεμ που πριν εξι μήνες είχε γραφτεί στην λίστα αναμονής και την πρώτη μέρα του σχολείου η υπεύθυνη του εξήγησε πως δεν γίνεται να παρακολουθήσει το μάθημα λόγω γραφειοκρατικού λάθους. Οι δασκάλες συνεννοηθήκαμε και τον κρατήσαμε στην τάξη χωρίς να υπογράφει στις λίστες του υπουργείου, παράνομα. Την επόμενη μέρα που κάθισε στην τάξη τα μάτια του γελούσαν. Ξεγελάσαμε το σύστημα.

Τον δεύτερο μήνα μαθημάτων, μια Δευτέρα ο Άλεμ αργοπόρησε στο μάθημα γιατι έπρεπε να πάει στο Jobcenter να ενημερώσει πως θα απουσιάσει για τον γάμο του αδερφού του στο Düsseldorf. H αρμόδια υπηρεσία ζήτησε από τους διδάσκοντες το απουσιολόγιο (κι ας μην έχει τέτοια δικαιοδοσία) για να ελέγξει τις ημέρες απουσίας του Άλεμ από το σχολείο. Ο υπεύθυνος είχε την εξουσία να απαγορεύσει σε αυτόν τον άνθρωπο να ταξιδέψει, να χαρεί με την χαρά της οικογενειας του, επειδή ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας είναι υποχρεωμένος να τηρεί κατά γράμμα τις οδηγίες της υπηρεσίας, αν θέλει να συνεχίσει να παίρνει το επίδομα.

 

Ο ξεριζωμός της Bivsi

 

Η πρόσφατη περίπτωση της 14χρονης Bivsi που προβλήθηκε από τα γερμανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης υπογραμμίζει το αδιάφορο του κράτους απέναντι στην αληθινή κοινωνική ενσωμάτωση. Οι γερμανικές αρχές αγνοούν κάθε κοινωνικό επίτευγμα και όλες τις ψυχοκοινωνικές παραμέτρους. Ο νόμος πρέπει να τηρηθεί, δεν υπάρχουν εξαιρέσεις: Η Bivsi γεννήθηκε το 2002 στο Duisburg. Οi γονεις της έφυγαν απο το Νεπαλ πριν 20 χρόνια και εγκατασταθηκαν στην Γερμανία. Το 2016 έλαβε χώρα η τελευταία εξέταση του ασύλου και απορρίφθηκε. Την τελευταία Δευτέρα του Μαΐου 2017, αστυνομικές αρχές έβγαλαν από την τάξη την Bivsi από το σχολείο που φοιτούσε και δεν της παραχώρησαν καν χρόνο να αποχαιρετήσει τους συμμαθητές της. Μαζι με τους γονείς της την έβαλαν σε ένα αεροπλάνο για το Νεπαλ το ίδιο απογευμα. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Το τέρας της γραφειοκρατίας αποφάνθηκε.

Συμμαθητές και γονείς διαδηλώνουν κατά της απέλασης της 14χρονης
foto: Christoph Reichwein (rp-online.de)

 

Επίλογος

 

Προφανώς δεν υπάρχει καμία άψογη κοινωνία που να έχει υποδεχθεί πρόσφυγες χωρίς να υπάρξουν δυσκολίες. Στο γερμανικό παράδειγμα όμως, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα: Η Γερμανία είναι μια από τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρώπης, η οποία άνοιξε τις πόρτες σε αυτούς τους ανθρώπους όταν άλλες ύψωναν τον φράχτη. Δυστυχώς όμως ο ταχύς συντονισμός, οι αμέτρητες υποδομές, η αποτελεσματικότητα των δημοσίων υπαλλήλων, ο ακριβής σχεδιασμός, και οι χιλιάδες πρόθυμοι εθελοντές βρίσκουν στο αντίβαρο μια ανελέητα ψυχρή γραφειοκρατία μαζί με την δυσκαμψία του γερμανικού συστήματος. Αυτά τα δυο τελευταία είναι αρκετά για να προκαλέσουν μπόλικη δυστυχία στην καθημερινότητα.

Ο Άλεμ και η Bivsi δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις. Είναι ο κανόνας που υπογραμμίζει το παράλογο ενός αυστηρού μηχανισμού που παραβλέπει την ψυχική υπόσταση, οποιοδήποτε συναίσθημα -τελικά χάνει το δέντρο μέσα στο δάσος- και αποδεικνύει πως η αληθινή ενσωμάτωση του ατόμου δεν αφορά το γερμανικό κράτος. Τι κι αν η Bivsi μιλούσε άπταιστα γερμανικά; Τι κι αν οι συμμαθητές της την αγαπούσαν τόσο ώστε να διαδηλώνουν ώστε να την φέρουν πίσω; Δεν της άφησαν χρόνο ούτε να αποχαιρετίσει τους φίλους της.

Πολλοί πρόσφυγες νοιώθουν αποδυναμωμένοι εξαιτίας της δυσκολίας της γλώσσας. Νοιώθουν πως κανείς δεν μπορεί να τους καταλάβει. Υπομένουν τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στα camp που τους στερούν ιδιωτικότητα και λίγη ησυχία. Ταυτόχρονα νοιώθουν στιγματισμένοι, φοβισμένοι από την ανερχόμενη ισλαμοφοβία (βλ. PEGIDA, AfD) και αβοήθητοι μπροστά στη νέα πραγματικότητα. Δυο χρόνια μετά, ελάχιστοι πρόσφυγες κατορθώνουν να έχουν νοικιάσει σπίτι, ακόμα πιο λίγοι έχουν καταλάβει τι τους ζητάνε και πως θα ανακτήσουν την αυτονομία τους. Δυο χρόνια μετά κι ακόμη δεν έχουν βρει καμιά νέα ταυτότητα, κοπιάζουν να ανταπεξέλθουν στα ζητούμενα της γερμανικής γραφειοκρατίας και τελικά βαλτώνουν σε μια μαύρη απραξία που μόνο δυσχεραίνει την ευάλωτη ψυχολογία τους.




Θέλω να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους

 

480full-ralph-steadman

Ralph Steadman

 

(εισαγωγικό)

Απέναντι σ’ ένα σπίτι που έμενα παλιά, χαμηλά στη σόλωνος, στο πάρτι μιας κοινής φίλης που θα έπρεπε να την έχουν όλοι φίλη, σ’ ένα μπαρ που ήταν ποτισμένο με τσιγάρα από τους τοίχους ως τα ποτήρια και από τα ρούχα ως τα δόντια και τις συλλαβές, εκεί κάπου, χωρίς να βλέπω πολύ καλά από την κούραση, είχα μια μικρή κουβέντα.

«Θα φύγω για τη Μαδαγασκάρη», μου λέει.

«Πάλι θα φύγεις, και τι θα κάνεις τώρα;» απαντάω.

Αφού μου δίνονται οι απαραίτητες εξηγήσεις, πληροφορίες και εικόνες, προκύπτει ότι είμαι ο μόνος που δεν έχει ρωτήσει «για πόσο καιρό;».

«Ωραία, για πόσο καιρό;»

«Εντάξει, δεν θα κάτσω για πάντα. Έχω καταλήξει νομίζω. Θέλω να γεράσω εδώ, να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους».

Κάπως έτσι γεννήθηκε το παρακάτω.

Άρχισα να φεύγω σιγά σιγά, πρώτα κοντά, λίγο, να απλώνεις χεράκι να φτάνεις. Για τα μακρινά έφυγα από περιέργεια. Εφηβικά σχεδόν, να δοκιμάσω τα όρια.

Εκεί που πήγα δεν ήταν όμορφα, δεν είχε πάρκα, σιντριβάνια, ποδηλατόδρομους και κοινωνικό κράτος, θέατρα, σινεμάδες, τέχνη γενικώς. Δεν είχε καφετέριες και μπαρ, κοκτέιλ και ναρκωτικά, μουσική που να ξέρω, μια γλώσσα που να αγγίζω, πολιτική που να την καταλαβαίνω, αναφορές να γελάω, φίλους να εκτιμώ και γωνιές να αναγνωρίζω.

Είχε ζέστη, σκουπίδια, θάλασσα, πηχτό αέρα, μάτια, χέρια, αλάτι, βρωμιά, θόρυβο, κομπίνα , ελιγμό, εξατμίσεις // και φρούτα. Είχε καταπίεση και πόνο στην ιστορία και τη στιγμή, υλική υπόσταση σε όλα, συνάντηση και αναμέτρηση, είχε έκπληξη – για μένα – είχε ομορφιά, είχε ανθρώπους που με κοιτούσαν και απενοχοποίησαν το δικό μου βλέμμα. Εκεί που πήγα ήταν όμορφα. Κι εγώ εθίστηκα.

Εδώ έχει τη γλώσσα μου να με σηκώνει, να με τυλίγει, να με νανουρίζει, να μου λέει γλυκόλογα και να με πνίγει, έχει κλισέ να με ζορίσουν και να με σώσουν και ματιές να ακουμπήσω. Η πολύτιμη καταγωγή μου. Αυτά τα χρώματα που αναγνωρίζω, αυτά τα λόγια που αποκωδικοποιώ και μέσα σ’ αυτά ο τρόμος, η ανελευθερία, η καταπίεση κι ο φασισμός που μου ζητάει να παίρνω θέση – κάθε στιγμή – κι εγώ παίρνω θέση και η θέση μου είναι σωστή, αλλά ξέρεις κάτι; Δε θέλω πάντα. Θέλω να καταλαβαίνω λιγότερα. Εθίστηκα στο συναίσθημα να κοιτάς χωρίς να μπορείς να αποκωδικοποιήσεις.

Φεύγω για να μπορέσω να γυρίσω.

Να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους.

 

Η Ελίζα Παναγιωτάτου είναι συγγραφέας του βιβλίου «Αυτά έγιναν χτες», από τις εκδόσεις «κουκούτσι». 

 

(εισαγωγικό: Χρήστος Σύλλας)




make it rain | για το ντοκιμαντέρ «οι βροχοποιοί»

 

— edit: το ντοκιμαντέρ για το οποίο μιλάμε παρακάτω είναι online και μπορείτε να το δείτε εδώ

 

Ανασύνθεση του παρελθόντος δεν σημαίνει αναγνώρισή του “με τον τρόπο που υπήρξε πραγματικά”. Σημαίνει το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου.

Walter Benjamin

Την Τετάρτη στο Μικρόκοσμο έγινε η πρώτη προβολή του ντοκιμαντέρ «Οι βροχοποιοί», που δημιούργησαν οι Εκδόσεις Διάδοση. Το φιλμ αποδείχτηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον, σε πολλές στιγμές συγκινητικό και σίγουρα θα αποτελέσει αφορμή για ευρύτερη συζήτηση και αναστοχασμό πάνω σε μια σειρά από θέματα.

Το ντοκιμαντέρ καταπιάνεται με την κατάσταση στις φυλακές και τους αγώνες που δόθηκαν μέσα σ’ αυτές από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Δεν επιχειρείται να δοθεί κάποια συνολική εικόνα της κατάστασης, με ανάλυση από «ειδικούς», εκτενή αναφορά στις γενικότερες κοινωνικές συνθήκες ή πολλές λεπτομέρειες και εξηγήσεις. Αντίθετα, το ντοκιμαντέρ εστιάζει στις αφηγήσεις έξι ανθρώπων, οι οποίοι καταθέτουν τις συγκλονιστικές, είναι η αλήθεια, εμπειρίες τους.

Μέσα απ’ την προσωπική ματιά και ιστορία του καθενός, ακολουθούμε μια πορεία που περνά από διάφορους χώρους κράτησης της ελληνικής επικράτειας. Κέρκυρα, Αίγινα, Κορυδαλλός και Πάτρα. Άνθρωποι που πέρασαν χρόνια στις φυλακές ως κρατούμενοι περιγράφουν τις συνθήκες κράτησης, τις πρακτικές των δεσμοφυλάκων και τελικά αποτυπώνουν στιγμιότυπα από την ίδια την πολιτική του εγκλεισμού. Στο δεύτερο μισό του έργου, οι ίδιοι άνθρωποι αφηγούνται τους αγώνες, τις προσπάθειες και τις εξεγέρσεις των κρατουμένων της εποχής.

 

οι περίφημες φυλακές Κέρκυρας. Ένα ελληνικό πανοπτικό.

οι περίφημες φυλακές Κέρκυρας. Ένα ελληνικό πανοπτικό. ( η foto από εδώ )

 

Οι άνθρωποι στην οθόνη μας δίνουν συγκλονιστικές περιγραφές του τι σημαίνει φυλακή. Μιλάνε για το ξύλο, τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Περιγράφεται για παράδειγμα ότι τη δεκαετία του ’80 όταν έμπαινε κανείς στη φυλακή της Κέρκυρας (που θεωρούνταν η μάλλον πιο σκληρή της εποχής και στην οποία στέλνονταν απείθαρχοι ή «επικίνδυνοι» κρατούμενοι), τον περίμεναν για αρχή παρατεταγμένοι σε ένα διάδρομο δεξιά και αριστερά δεσμοφύλακες με ξύλινα γκλομπ. Με αυτά υποδέχονταν τον καινούριο κρατούμενο. Μετά, ανεξαρτήτως ποιος ερχόταν ή τι έκανε, τον πήγαιναν για μια εβδομάδα στα λεγόμενα πειθαρχεία, μικρά σκοτεινά κελιά, που περιγράφονται ως μπαούλα ή κουτιά, αφού ήταν πολύ μικρά και δεν υπήρχε φως από πουθενά. Οι κρατούμενοι έχαναν την αίσθηση του χρόνου, της μέρας και της νύχτας και έμεναν εκεί απομονωμένοι, χωρίς προαυλισμό (τι λέξη κι αυτή) για μία εβδομάδα. Κάτι σαν εβδομάδα προσαρμογής λοιπόν.

Ακούγεται ακόμη μια άλλη μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία, όταν οι δεσμοφύλακες είχαν «κέφια», έμπαιναν στα κελιά και ρωτούσαν ένα κρατούμενο: «Είσαι παντρεμένος;». Αν απαντούσες όχι, σου έλεγαν «γιατί ρε; Για να μην κάνεις παιδιά και να μην πάνε φαντάροι;». Και ύστερα σε χτυπούσαν μέχρι λιποθυμίας. Αν απαντούσες ναι, σου έλεγαν «γιατί; Για να κάνεις παιδιά και να γίνουν κομμουνιστές;». Και ύστερα σε χτυπούσαν μέχρι λιποθυμίας.

Κάποια στιγμή λέγεται ότι στις διαβόητες φυλακές της Κέρκυρας βγήκε εντολή να απαγορευτούν τα βιβλία που είχαν στον τίτλο τις λέξεις «επανάσταση», «αναρχία» και «έρωτας».

 

Κέρκυρα και πάλι

Κέρκυρα και πάλι. ( η foto από εδώ )

 

Ακούγονται και άλλες ιστορίες και περιστατικά, που δεν έχει νόημα να αναφέρουμε αλλά είναι καλύτερα να παρακολουθήσετε πως τις αφηγούνται οι ίδιοι οι πρώην κατηγορούμενοι.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις που ακούγονται για την απόσταση και το διαχωρισμό μεταξύ ποινικών και πολιτικών κρατουμένων. Στο ντοκιμαντέρ αναφέρεται ότι αυτή η απόσταση μίκρυνε όταν μπήκαν φυλακή οι πρώτοι αναρχικοί.  Συγκινητικές είναι οι μαρτυρίες για τις γυναικείες φυλακές και την απεργία πείνας του 1980 στον Κορυδαλλό. Μένουν στο μυαλό τα όσα λένε οι γυναίκες για τον ψυχίατρο της φυλακής Κορυδαλλού, Μάριο Μαράτο και τις πρακτικές του. Σημειώνουμε ότι ο Μαράτος το 1990 σκοτώθηκε από την «Επαναστατική Αλληλεγγύη».

Οι διαμαρτυρίες, οι εξεγέρσεις και όλες οι απόπειρες αντίστασης δεν περιγράφονται με κάποιο ηρωισμό ή κάποια οίηση, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Ακούμε πολλές φορές τη φράση «δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς». Βλέπουμε πρόσωπα, στις γκριμάτσες των οποίων, στριμώχνονται με ένα περίεργο τρόπο η αξιοπρέπεια, η ασφυξία της καταπίεσης, μια αλλόκοτη γενναιότητα και η ιδέα μιας βαθιάς αλληλεγγύης. Ακόμη και ο τρόπος που επαναλαμβάνουν τη φράση «μετά μας τσάκισαν» δεν κρύβει ήττα και απογοήτευση, αλλά μοιάζει να σημαίνει κάπως τον χρόνο μιας παύσης πριν την επόμενη επίθεση. Κατά τ’ άλλα, απ’ τις εξιστορήσεις των αγώνων, θα μας μείνει η εικόνα της φλεγόμενης φυλακής της Κέρκυρας, σαν απάντηση στις επιθυμίες και τον τρόμο εκατοντάδων κρατουμένων ανά τα χρόνια, αλλά και οι δυσκολίες στο να αντιμετωπίσουν συλλογικά ποινικοί και πολιτικοί τα κοινά τους προβλήματα.

Μια εντύπωση προκαλεί επίσης και η επισήμανση αρκετών ότι αν η δεξιά τσάκιζε τις εξεγέρσεις με το γκλομπ και τη σωματική βία, οι φυλακές μπήκαν σε καινούρια κατεύθυνση με την έλευση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο, όπως λένε, υιοθέτησε μια διαφορετική πρακτική. Γέμισε τη φυλακή με ναρκωτικά.

Μετά το τέλος του ντοκιμαντέρ για κάποιο λόγο πήγε ο νους μου στον Γκαλεάνο. Σκεφτόμουν τις μέρες μετά το θάνατό του, πέρα φυσικά απ’ τη γνώση ή την καλογραμμένη αφήγηση, πως αυτό που μου έμεινε από τα γραπτά του είναι μια κατανόηση του τι σημαίνει επιμονή στο να αφηγούμαστε την ιστορία «από τα κάτω». Ένα απ’ τα (εκατομμύρια βέβαια) προβλήματα του καιρού μας είναι αυτή ακριβώς η απομάκρυνση των ανθρώπων από την ιστορία τους και από την πολιτική ως σκέψη και προσωπική υπόθεση και πράξη. Σήμερα, όπως μας πληροφορούν μερικές εκατοντάδες ρεπορτάζ σε σοβαρές εφημερίδες, λαχανιασμένα κανάλια και έξαλλα σάιτ, όλα βρίσκονται και όλα συμβαίνουν κάπου αλλού. Στις Βρυξέλλες και σε μια τηλεδιάσκεψη του eurogroup, στο ιδιωτικό δωμάτιο του Πούτιν και στα τεράστια δημόσια κτίρια του Βερολίνου. Η αφήγηση λέει ότι είμαστε μικροί και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε τα αποτελέσματα μιας διαπραγμάτευσης που μας αφορά αλλά παραμένει άγνωστη. Τεχνικές λεπτομέρειες, τεχνικά κλιμάκια και ό,τι άλλο τεχνικό μπορεί να φανταστεί κανείς.

η αφίσα τη προβολής της Τετάρτης. ( από εδώ )

η αφίσα της προβολής της Τετάρτης. ( από εδώ )

 

Ένα απ’ τα πράγματα που βγαίνουν από το ντοκιμαντέρ είναι αυτή ακριβώς η υπενθύμιση ότι η πολιτική δεν συμβαίνει κάπου αλλού, αλλά είναι η προσωπική μας στάση απέναντι στα πράγματα και η ίδια μας η πράξη, όσο κι αν αυτή μοιάζει καταδικασμένη από την άνιση κατανομή των δυνάμεων στο γήπεδο που καλούμαστε να δώσουμε τον αγώνα. Η άλλη ίσως ακόμη πιο βασική υπενθύμιση του ντοκιμαντέρ είναι η εξής: Πολλές φορές, η επικρατούσα απίθανη σύγχυση, ο ιδεολογικός χυλός, οι αντιφάσεις της πραγματικότητας και το γενικό ζόρι τείνουν να αποπροσανατολίζουν. Τότε, νομίζω ότι ένα καλό προσδιοριστικό κριτήριο για να βρεις ξανά τη θέση σου στον κόσμο είναι να ακούς τους ίδιους τους ανθρώπους. Όχι με την ασπίδα της προκάτ ιδεολογικής συμφωνίας, ούτε προτάσσοντας μια καθηλωτική γνώση, η οποία έχει σκοπό να αποκλείσει κάθε πράξη εκ των προτέρων, ούτε βέβαια με τον κατανοητό αλλά καταστροφικό κυνισμό του «δεν αλλάζει τίποτα». Να ακούς τους ίδιους τους ανθρώπους, σημαίνει να ακούς όσους έζησαν και ζουν την καταπίεση και τη βία, να ακούς όσους βρέθηκαν στον πάτο του βαρελιού, όσους παρόλο το φόβο προχώρησαν όπως μπορούσαν.

Λέει κάποια στιγμή ένας αφηγητής ότι αν κατάφερε να αγωνιστεί (και τελικά να κάψει το ίδιο του το κελί) ήταν και επειδή είχε «δάσκαλους στη φυλακή, δάσκαλους αγράμματους, εμπειρικούς. Που ό,τι είχαν το έβαζαν».

Και να πως ξαναβρίσκεις τη θέση σου στον κόσμο.

* Δεν ξέρω τίποτα για την ομάδα που έφτιαξε το ντοκιμαντέρ. Σημειώνω πάντως ότι η ίδια ομάδα, οι εκδόσεις Διάδοση δηλαδή, έκανε και το «οι λαχειοπώλες του ουρανού», ένα ντοκιμαντέρ με αφηγήσεις που επαναφέρουν στο προσκήνιο την κοινωνική ιστορία της Ελλάδας του ’60-’70 και το οποίο μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ.




“άστους νεκρούς να προχωράνε”

 

από την khalida

 

“Άστους νεκρούς να προχωράνε” μου είχε πει μια μέρα ο πατέρας μου, όταν είχα γυρίσει κλαμένη από το σχολείο, πρέπει να ήμουν 13 ή 14. Δε θυμάμαι αν ήταν τότε που κάποια “ξεβγαλμένα” κορίτσια της τάξης είπαν πώς μάλλον είμαι λεσβία ή τότε που είπαν πως φοράω συνέχεια τα ίδια ρούχα ή τότε που μια είπε πως της “μύριζα” κάπως ή τότε που με είπαν φυτό ή τότε που με διάλεξαν πάλι τελευταία στην ομάδα του βόλεϋ. Αλήθεια δε θυμάμαι.
Αυτό που θυμάμαι μέχρι αυτή την ώρα είναι πόση δύναμη μου έδωσε εκείνη η φράση που δανείστηκε ο πατέρας μου από τον Στάλιν, όπως μου είπε τότε. Τη φράση, λέει, είχε χρησιμοποιήσει ο “πατερούλης” όταν τον ειδοποίησαν ότι ο γερμανικός στρατός κατευθυνόταν προς το Λένινγκραντ στον Β’ΠΠ.
Κι εγώ γατζώθηκα από ‘κείνη τη φράση κι ούτε που τα μίσησα εκείνα τα παιδιά. Είχα πάντα τη βεβαιότητα πως δεν έβλεπαν το τέλος του δρόμου τον οποίο χάραζαν.
Ας αναλογίστουμε λοιπόν σήμερα την πιθανότητα ο Βαγγέλης να είναι ζωντανός πέρα για πέρα και η Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων να είναι γεμάτη ζόμπι.

 

από τον Γαβριήλ Παγώνη

 

BullyBully72

 

από την Μαριάννα Ρουμελιώτη

 

«Λεσβίες, πουστάρες, ιέρειες του αίσχους, είμαστε περήφανα η ντροπή του έθνους»

Του ζητούσαν να κάνει κάτι αστείο για να γελάσουν. Δεν του το ζητούσαν με λέξεις, ούτε με κινήσεις. Ήταν σαν τη βασική προϋπόθεση του συμβολαίου  που είχαν συνυπογράψει. Μπροστά του έλεγαν «μη γίνεσαι πούστης», «κοίτα τον πούστη», «ωραίο το μπλουζάκι το μωβ, καλός είσαι για πουστράκι». Και εκείνος τους άκουγε. Μερικές φορές θα συμμετείχε θα γινόταν ένας από αυτούς. Για την πλάκα. (δεν είχε πλάκα).

Του ζητούσαν να κάνει κάτι αστείο και αυτός για χρόνια το έκανε. Για χρόνια γυρνούσε σπίτι του τα βράδια και ένιωθε εξαντλημένος και άδειος. Μπορεί για τέσσερις ολόκληρες ώρες να έλεγε αστεία, να έκανε τις αγαπημένες τους μιμήσεις ξανά και ξανά. Μπορεί για ένα ολόκληρο βράδυ να ήταν ο προσωπικός τους γελωτοποιός. (δεν είχε ακόμα καταλάβει πως χωρίς τα αστεία, χωρίς τις μιμήσεις, θα ήταν στα μάτια τους απλά ένας πούστης).

Του ζητούσαν να κάνει κάτι αστείο και αυτός κάποια στιγμή κατάλαβε το λόγο που του το ζητούσαν. Έφυγε από όλους, έφυγε από τη χώρα. Στα σοκάκια του Soho δεν χρειαζόταν να κάνει πια τον γελωτοποιό. Αν ποτέ τύχαινε να ακούσει τα «μη γίνεσαι πούστης», «κοίτα τον πούστη», «ωραίο το μπλουζάκι το μωβ, καλός είσαι για πουστράκι» θύμωνε. Απαντούσε. «Σιγά ρε άντρακλα που δε μπορείς τους πούστηδες. Εγώ πιστεύω θα σ’αρέσει να τον πάρεις λίγο». (δεν έκοψε το χιούμορ, μόνο τον αέρα)

 

από την Ζαΐρα Κωνσταντοπούλου

 

“Πέρνα στο μπροστινό θρανίο και σταμάτα να μιλάς” μου φώναξε η κυρία Ηρώ στην α’ τάξη του Δημοτικού. Είχα το ύφος ενός παιδιού που δε φοβόταν τίποτα, μέχρι την στιγμή που κατάλαβα σε ποιο θρανίο μου είχε πει να κάτσω. Το θρανίο ήταν του Χρήστου, ενός παιδιού από την Ρουμανία που δεν έμοιαζε με τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης. Ήταν διαφορετικός, ειδικά για ένα κεφάλι 6 χρονών. Το θρανίο του είχε μουτζούρες σε όλο του το μήκος. Δεν είχε αφήσει ίχνος που να μην το είχε μαυρίσει με το μολύβι του. Συνέχεια φόραγε την πράσινη του φόρμα που μέρα την μέρα γέμιζε τρύπες. Με κάποια κορίτσια της τάξης αλλά και αγόρια τον κοροϊδεύαμε, τόσο πίσω από την πλάτη του όσο και μπροστά του. Μας είχε κάνει μεγάλη εντύπωση το ότι δεν έμοιαζε με εμάς. Κάθε φορά που καθόταν στο θρανίο και έπιανε το μολύβι για να συνεχίσει τις μουτζούρες, εμείς γελάγαμε κοροϊδεύοντας τον πως το θρανίο του ήταν μαύρο γιατί έβαζε λάσπες και τις άπλωνε σ΄ αυτό και έτσι βρομούσε όλη η αίθουσα.

Την στιγμή που η κυρία Ηρώ με έβαλε να κάτσω στο θρανίο του, πάγωσα. Ακόμα θυμάμαι το δάκρυ που κρατιόταν με πίεση μέσα στο μάτι για να μην κυλήσει. Ντροπή; άγχος; τι θα πουν οι άλλοι; τα μάτια του Χρήστου που κάρφωναν τα δικά μου; Άρχισα να τρέμω. Φαινόμουν όμως ατάραχη. Ήταν σχεδόν απίθανο να παρατηρήσει κανείς τη θλίψη που ηρεμούσε πίσω από ένα ψεύτικο χαμόγελο. Επιτέλους χτύπησε το κουδούνι. Έφυγα τρέχοντας, κι ενώ ήταν βράδυ δεν περίμενα τον αδερφό μου να γυρίσουμε μαζί. Έφτασα σπίτι. ‘Έπεσα στην αγκαλιά της μαμάς μου και της τα είπα όλα. Δεν με μάλωσε αλλά μου μίλησε.

Την επόμενη ημέρα πήρα όλες μου τις γόμες και καθάρισα το θρανίο του.

Λίγες ημέρες αργότερα κάποια παιδιά από την τάξη άρχισαν να με κοροϊδεύουν για το όνομα μου.

 

από τον Χρήστο Σύλλα

 

Μάλλον είμαι της σχολής (αν υπάρχει τέτοια) ότι η βία είναι κοινωνική σχέση. Δεν είναι ακριβώς η αιτία ούτε ακριβώς το σύμπτωμα, μπορεί να είναι μέθοδος είτε να γίνεται απρόθετη ή εμπρόθετη χρήση της με στόχο κάποιο αποτέλεσμα. Η βία υπάρχει στις λειτουργίες της φύσης, στον ανθρώπινο πολιτισμό, στα δημιουργήματα και τις αναπαραστάσεις του.

Η διάκρισή της βίας σε κατηγορίες και είδη, ενώ είναι μια πραγματική κατάσταση που προέρχεται από την πολλαπλότητα των υποκειμένων σε μια ταξική, καπιταλιστική κοινωνία (και όχι μόνο), αναδεικνύεται ως αντικείμενο ενός επιστημολογικού ανταγωνισμού και ειδημόνων οι οποίοι εκμεταλλεύονται τις διάφορες μορφές αυτής της κοινωνικής σχέσης με στόχο τα συμφέροντά και τις επιδιώξεις τους.

Ο λόγος του bullying αρθρώνεται όπως αρκετοί σωστά εντοπίζουν στη βάση μιας ψυχολογικής θεώρησης η οποία με τη σειρά της δημιουργεί ένα καθεστώς ελέγχου και επιτήρησης. Οι φορείς που αναλαμβάνουν αυτή τη δουλειά στη σύγχρονη κοινωνία είναι το κράτος, οι οργανικοί διανοούμενοι του, τα ΜΜΕ και η αστυνομία. Δεν είναι δουλειά ενός «κράτους πρόνοιας», μη γελιόμαστε, είναι καταρχήν μια οργανωμένη προσπάθεια αποπροσανατολισμού και διαχείρισης ενός ανθρωπολογικού τύπου που ορίζεται από το κυρίαρχο οικονομικό πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού και το συνοδευτικό κοινωνικό ρίζωμα του φασισμού.

Θα έπρεπε κανείς να στέκει με καχυποψία απέναντι στην αυξανόμενη ενασχόληση του σώματος δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος με το bullying τα τελευταία χρόνια, στην αυξανόμενη εισαγωγή του όρου και του παραγόμενου θεάματος στα καθεστωτικά ΜΜΕ με την κλασική μέθοδο της δραματοποίησης και της παράλληλης απο-πολιτικοποίησης των σχετικών συμβάντων.

Αυτοί που θέτουν την συγκεκριμένη ατζέντα, τη θέτουν με όρους ελέγχου και επιτήρησης των κοινωνικών σχέσεων, με στόχο την πειθάρχηση και τον εκφοβισμό ενός ανθρωπολογικού τύπου που δεν θα έχει τη δυνατότητα να συμβιώνει ελευθεριακά, κοινοτικά, συλλογικά. Αυτοί που θέτουν τα ερωτήματα, θέτουν απαντήσεις συνήθως κατασταλτικού χαρακτήρα, αποπροσανατολιστικές από την καπιταλιστική, καταπιεστική οργάνωση της κοινωνίας και άρα απαγορευτικές για τη δημιουργία ριζοσπαστικών μορφών δράσης.

Η συζήτηση για το bullying είναι ένας ιδεολογικός μηχανισμός που συντηρείται από τις άρχουσες τάξεις με στόχο την διατήρηση του ταξικού πάτου στη θέση του, στον πάτο δηλαδή. Σαν ο κατ’ εξακολούθηση βιαστής να διασκεδάζει τα θύματά του πριν τον βιασμό. Και μετά από αυτόν. Μέχρι που η μνήμη του θύματος να συγκρατεί μόνο τη «διασκέδαση».




Ουαλίντ Τάλεμπ

 

Κάθομαι δίπλα στον Ουαλίντ Τάλεμπ (Walid Talb). Είναι ένας πολύ ευγενικός και ντροπαλός άνθρωπος. Χαμογελάει εύκολα και απαντάει με προθυμία σε ερωτήσεις που μια έχουν να κάνουν με τη ζωή στην Αίγυπτο και μια με αυτό που συνέβη τρία χρόνια πριν. Δεν είμαι δημοσιογράφος για να μπορώ να διατηρώ μια συνέχεια στη ροή των ερωτήσεων. Κάθε φορά που περιγράφει μια λεπτομέρεια για αυτό που του έκαναν στη Σαλαμίνα, μου έρχεται αυτόματα η διάθεση να αλλάξω κουβέντα. Να βγω λίγο έξω από το μαγαζί να πάρω μια ανάσα. Απορώ με το κουράγιο αυτού του ανθρώπου. Ο Ουαλίντ Τάλεμπ κάθεται δίπλα μου με το καπέλο και το χαμόγελό του και η ύπαρξή του είναι μια σειρά υπενθυμίσεων.

4

Την ερχόμενη Τρίτη, 10 Μαρτίου, στο τριμελές εφετείο κακουργημάτων Πειραιά θα γίνει η δίκη της υπόθεσης του Αιγύπτιου εργάτη. Η δίκη έχει ήδη αναβληθεί τέσσερις φορές.

Αντιγράφω από την Αυγή (Οκτώβριος του 14): «Σε κλάματα ξέσπασε το θύμα του άγριου βασανισμού Ουαλίντ Ταλέμπ έξω από την αίθουσα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά, στην είδηση μίας ακόμα αναβολής, της πέμπτης κατά σειρά, για την υπόθεσή του. Και παρά το γεγονός ότι η κακοποίηση του Ουαλίντ από τους εργοδότες του το καλοκαίρι του 2012 στη Σαλαμίνα είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη και είχε προκαλέσει το διεθνές ενδιαφέρον, ο άτυχος Αιγύπτιος κατά τη διαδικασία ήταν απελπιστικά μόνος, καθώς το κύμα αλληλεγγύης που είχε τότε ξεσηκωθεί χθες μετριόταν σε μια χούφτα ανθρώπους».

Η ιστορία είναι μάλλον γνωστή. Ή για να είμαι πιο ακριβής, θα πρέπει να πω ότι γνωστή είναι η φωτογραφία που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2012 και η οποία έδειχνε έναν κακοποιημένο άνθρωπο χτυπημένο και τυλιγμένο με μια αλυσίδα να κάθεται μπροστά σε ένα δέντρο. Ο Ουαλίντ Τάλεμπ δούλευε σε ένα φούρνο στη Σαλαμίνα, για λίγο πάνω από ένα χρόνο. Πριν τον Ουαλίντ εργάζονταν στο φούρνο συνολικά τέσσερα άτομα, τρεις έψηναν και ένας μπροστά στην εξυπηρέτηση. Ο Ουαλίντ λέει ότι όταν έπιασε δουλειά αυτός, το αφεντικό του, έδιωξε τους άλλους τρεις «μάστορες» (όπως χαρακτηριστικά τους λέει). Από τρεις μισθούς λοιπόν, έδινε πια μόνο έναν κι αυτόν σημαντικό μειωμένο σε σχέση με τους προηγούμενους. Ο Ουαλίντ έμενε σε ένα σπίτι μαζί με άλλους μετανάστες. Αυτοί, επειδή δεν είχαν χαρτιά και φοβόνταν μήπως τους πιάσει η αστυνομία, έδιναν τα λεφτά που μάζευαν να τα κρατάει ο Ουαλίντ μέχρι να τα στείλουν στην οικογένειά τους στην Αίγυπτο ή όπου αλλού. Ο Ουαλίντ τα κράταγε σε μια τσάντα που έπαιρνε μαζί του κάθε πρωί στο φούρνο. Κάποια μέρα, το ποσό που είχε μαζευτεί στην τσάντα – χωρισμένο σε φακέλους με το όνομα του κάθε μετανάστη – είχε φτάσει στα 12.000. Επειδή ακριβώς το ποσό ήταν μεγάλο, ο Ουαλίντ για να αισθάνεται πιο ασφαλής, είπε στο αφεντικό του για την τσάντα. Του είπε ότι έχει μέσα τόσα χρήματα και ότι την έχει μαζί στο δωμάτιο του μαγαζιού που δούλευε. Σημειώνω ότι τις ίδιες μέρες ο Ουαλίντ είχε ζητήσει από τον ιδιοκτήτη του φούρνου να πληρωθεί, γιατί του οφείλονταν δεδουλευμένα δύο μηνών.

 

2

Ο Ουαλίντ μου λέει ότι το μεσημέρι, λίγο πριν κλείσει το μαγαζί, το αφεντικό του μπήκε στο πίσω μέρος του καταστήματος εκεί που είναι ο φούρνος και τα μηχανήματα, εκεί που δηλαδή δούλευε ο Ουαλίντ. Τον ρώτησε κάτι για τα λεφτά που ζητάει ο Ουαλίντ. Μετά τον χτύπησε. Ύστερα ήρθαν κι άλλοι στο δωμάτιο (ο γιος του αφεντικού κι άλλοι δύο), οι οποίοι συμμετείχαν στο ξύλο. Ο Ουαλίντ μου περιγράφει ότι το αφεντικό του πήρε την τσάντα με τα λεφτά και αφού τον χτύπησαν, τον έδεσαν με αλυσίδες χειροπόδαρα, έφεραν ένα φορτηγάκι και το πάρκαραν στην είσοδο του μαγαζιού. Αφού σιγουρεύτηκαν ότι δεν περνούσε κανείς, τον έβαλαν στο φορτηγάκι. Τον πήγαν σ’ ένα στάβλο και τον έδεσαν. Τον βασάνισαν. Ο ίδιος έκλαιγε και τους παρακαλούσε να ξεσφίξουν την αλυσίδα, γιατί δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Φεύγοντας κάποια στιγμή, ο γιος του ιδιοκτήτη, του είπε ότι θα πάει να φέρει όπλο, θα τον σκοτώσουν και θα τον πετάξουν στη θάλασσα. Όταν έφυγαν από το στάβλο, ο Ουαλίντ κατάφερε να δραπετεύσει, σπάζοντας την αλυσίδα που τον κράταγε δεμένο στο ξύλο, με μια πέτρα. Χωρίς να βλέπει καλά και με τις αλυσίδες ακόμη πάνω του, έτρεξε μέσα από χωράφια, μέχρι που κατέρρευσε μπροστά σ’ αυτό το δέντρο που είδαμε όλοι στη φωτογραφία.

Τον βρήκε ένας άνθρωπος, πήγαν στην αστυνομία. Τα κατήγγειλε όλα. Η αστυνομία τον άκουσε και τον κράτησε εκεί. Έμεινε ματωμένος, πρησμένος, με σκισμένο κεφάλι, χτυπημένο πόδι και το αριστερό του μάτι σε κακό χάλι για τρεις μέρες στο κρατητήριο. Δεν είχε χαρτιά βλέπεις. Αμέσως μετά μεταφέρθηκε στο αλλοδαπών. Μετά από 5 μέρες τον πήγαν επιτέλους στο νοσοκομείο.

Όχι δεν πρόκειται για ταινία με θέμα το Mississippi  του 1930. Μιλάμε για τη Σαλαμίνα και την Ελλάδα του 2012. Στο αφεντικό του Ουαλίντ απαγγέλθηκαν κατηγορίες για αρπαγή, ληστεία, απρόκλητη σωματική βλάβη, προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας και απασχόληση αλλοδαπού χωρίς άδεια παραμονής. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, έχουν υπάρξει ήδη τέσσερις αναβολές στην υπόθεση, η τελευταία επειδή δεν υπήρχε διερμηνέας.

Όσο ακραία κι αν είναι η υπόθεση (είναι όμως στ’ αλήθεια; Ας θυμηθούμε και τη Μανωλάδα) δεν θα πρέπει να ειδωθεί ως μια μεμονωμένη περίπτωση. Ο βασανισμός του Αιγύπτιου εργάτη Ουαλίντ Τάλεμπ έχει πολλές προεκτάσεις και συγκεκριμένο υπόβαθρο. Ο Ουαλίντ περιγράφει ότι κάποια Σάββατα ή Κυριακές, πριν από μοιράσματα της Χρυσής Αυγής, το αφεντικό του έλεγε να ετοιμάσει τυρόπιτες τις οποίες μοίραζε στον πλαϊνό δρόμο του φούρνου στα μέλη της οργάνωσης. Τότε δεν ήξερα τι είναι αυτές οι μπλούζες, λέει.

1

Ο Ουαλίντ λοιπόν είναι το ξένο παράνομο φτηνό εργατικό δυναμικό. Είναι ταυτόχρονα και ο απλήρωτος εργάτης που όταν ζητάει τα δεδουλευμένα του, συναντάει τη γροθιά και το ξύλο. Είναι ο ανώνυμος μετανάστης που πληρώνει στην πράξη και πολύ ακριβά τον ελληνικό φασισμό που επανέκαμψε δριμύτερος τα τελευταία χρόνια. Είναι ο ξένος εργάτης που δουλεύει για τρεις και πληρώνεται λιγότερο απ’ τον έναν. Είναι ο ξένος που πρησμένος και ματωμένος φτάνει στην αστυνομία κι αυτή τον στέλνει όχι στο γιατρό, αλλά στο κελί. Είναι ο μόνος του, που δέχεται απειλές και τραμπουκισμούς και η τριγύρω κοινωνία σωπαίνει, ενώ το κίνημα (κι εγώ μαζί) γράφει ποστ.

Από το Νοέμβριο του 2012  ο Ουαλίντ Τάλεμπ δεν έχει καταφέρει να δουλέψει. Προσπάθησε να δουλέψει σε οικοδομικές εργασίες, αλλά δεν μπορούσε. Έβαφε, αλλά μόλις σήκωνε τα μάτια να κοιτάξει ψηλά, ζαλιζόταν. Εντωμεταξύ καταγγέλλει ότι οι απειλές και οι τραμπουκισμοί συνεχίζονται. Μου λέει, ότι προχθές Δευτέρα, το πρώην αφεντικό του τον πέτυχε σ’ ένα βενζινάδικο. Του φώναζε ότι θα τον σκοτώσει. «Δεν φοβάμαι (γενικά) γιατί έχω κόσμο μαζί μου, αλλά όταν μου φώναζε αυτός χωρίς οι άλλοι να κάνουν τίποτα, φοβάμαι». Ο κόσμος που ήταν εκεί δεν μίλησε. Όταν έφυγε μόνο ο φούρναρης, του είπαν δυο λόγια. Εμείς είμαστε εδώ μη φοβάσαι. Ο Ουαλίντ μου λέει ότι μετά απ’ όλα αυτά, βλέπει (και του λένε) ότι η δουλειά στο φούρνο έχει πέσει. Ίσως είναι κάτι κι αυτό. Αν η ντόπια κοινωνία δεν μιλάει και δεν παρεμβαίνει, τότε ίσως μια ελάχιστη απάντηση είναι σε αυτό το πεδίο, στο οποίο ο κόσμος μας μπορεί να συνεννοηθεί. Στο οικονομικό.

Σήμερα ο 32χρονος Ουαλίντ μου λέει ότι θα ήθελε να μείνει στην Ελλάδα. Να φέρει τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά τους και να ζήσουν εδώ. Εξακολουθεί να ζαλίζεται μόλις σηκώσει λίγο το βλέμμα. Έχει πρόβλημα με το ένα πόδι και με το αναπνευστικό του. Βλέπει μια φορά τη βδομάδα γιατρό και ψυχολόγο. Ο φόβος είναι ένας πολύ ζόρικος κι επίμονος εχθρός. Ψυχολογικά είναι σε πολύ εύθραυστη κατάσταση, όπως άλλωστε είναι λογικό. Τον βοηθάνε κάποιοι άνθρωποι μεμονωμένοι, για το κίνημα καλύτερα να μη μιλήσουμε. Λέμε να τον κεράσουμε ένα φαΐ, αλλά, είπαμε, ντρέπεται, κάθε φορά που του απευθύνω το λόγο διακόπτει και τις ελάχιστες πιρουνιές του. Δεν θέλει, λέει, λεφτά απ’ το πρώην αφεντικό του. Μόνο όσα πήρε απ’ την τσάντα (τα μισά περίπου επέστρεψε, τα άλλα όχι) για να τα δώσει πίσω στους υπόλοιπους.

Προσπαθώ να τον καταλάβω, είναι αδύνατον. Έχει περάσει από μια κόλαση που δεν μπορεί να συλλάβει το μυαλό μου. Κάνουμε τη γνωστή εξωτική συζήτηση για τα φαγητά. Φαλάφελ (που φτιάχνει για τον αδερφό του τα πρωινά) και ful. Λέει τι ωραίο ψωμί έφτιαχνε. Τυρόπιτες και μπουγάτσες. Λέει για την Αλεξάνδρεια, απ’ όπου ήρθε. Είναι πολύ ωραία. Μιλάει καλά ελληνικά, αλλά τα επίθετα που χρησιμοποιεί είναι περιορισμένα. «Πολύ ωραίο το ful, πολύ ωραίο η Αλεξάνδρεια». Αλλά ο τρόπος που μιλάει υπερνικά τη χρήση του ίδιου επιθέτου. Η φάτσα του, ολόκληρη ένα χαμόγελο, ο τρόπος που κουνάει τα χέρια. Χαίρεται όλος απ’ την κορυφή ως τα νύχια και ίσως για λίγο να ξεχνιέται. Δεν ξέρω, δηλαδή ελπίζω.

Ο Ουαλίντ Τάλεμπ είναι 32 χρονών. Βρίσκεται στην Ελλάδα τέσσερα χρόνια. Δούλεψε, τον λήστεψαν (με χίλιους δύο τρόπους) και τον βασάνισαν. Παραμένει, εν πολλοίς, σχεδόν μόνος. Ο Ουαλίντ Τάλεμπ δεν είναι ο Ουαλίντ Τάλεμπ. Είναι και ο νεκρός Μοχάμεντ Καμαρά που πέθανε στο ΑΤ Κηφισίας και δεν βρίσκονται τα χρήματα για την ταφή του. Είναι και ο ανώνυμος εργάτης που τρέχει και πίσω απ’ αυτόν τρέχουν οι σφαίρες της Μανωλάδας. Είναι και ο ανώνυμος μετανάστης που ξεφτιλίζει ο αστυνομικός έλεγχος στην Γ’ Σεπτεμβρίου. Είναι όλοι οι έγκλειστοι στην Αμυγδαλέζα.

Η ιστορία του είναι η ιστορία των χρόνων μας, η ιστορία της Ελλάδας. Είναι όλη μας η αδράνεια, η αδιαφορία, η απάθεια, ο κυνισμός και η κατρακύλα προς τον φασισμό.

***

+ ένα σχόλιο για τον Ουαλίντ και για μας.

+ η σελίδα στο facebook Αλληλεγγύη στον Ουαλίντ Τάλεμπ




για την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης | συνέντευξη με την Ρένα Μόλχο

 

Σε μια εποχή που ο ρατσιστικός λόγος, ο αντισημιτισμός και η ισλαμοφοβία κατέχουν κεντρική θέση στο δημόσιο λόγο, το ζητούμενο δεν είναι απλά να οχυρωθούμε πίσω από μια άνευρη και νομικίστικη υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων, ούτε να ξεμπερδέψουμε με μια απλή επίκληση σε ένα δήθεν ευρωπαϊκό ιδεώδες του ανθρωπισμού. Το ζητούμενο ήταν και είναι, να επιχειρήσουμε να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για το παρελθόν και το τώρα. Να παρατηρήσουμε την πολιτική που χαράσσεται απέναντι στους εκάστοτε αδύναμους, στις μειονότητες ή απλά σε ομάδες που δεν εξυπηρετούν τις κάθε φορά επιδιώξεις της κυρίαρχης ιδεολογίας. Να δούμε την ιστορία του τόπου στον οποίο ζούμε, αφήνοντας κατά μέρος εθνικούς μύθους και άβολες πραγματικότητες. Μία απ’ αυτές στην ελληνική ιστορία είναι και η ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, για την οποία γνωρίζουμε λίγα και λέμε ακόμη λιγότερα. Δεν είναι τυχαίο ότι με αυτό το θέμα έχουν ασχοληθεί (εκτός από την ίδια την εβραϊκή κοινότητα) κυρίως συλλογικότητες από το χώρο της αναρχίας και της αυτονομίας, συλλογικότητες δηλαδή που έτσι κι αλλιώς κρατούν μια κριτική στάση απέναντι στην έννοια του κράτους και του πατριωτισμού. Ή δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και οι απόπειρες διδασκαλίας και μελέτης της ιστορίας των εβραϊκών κοινοτήτων στην Ελλάδα, χρηματοδοτούνται από την εβραϊκή κοινότητα και όχι από το ελληνικό κράτος. Λογικό βέβαια αφού το ελληνικό κράτος προτιμά να αναπαράγει μία αφήγηση, η οποία λέει ότι όλοι οι χριστιανοί Έλληνες βοήθησαν τους εβραίους Έλληνες, αφήγηση που ασφαλώς απέχει πολύ απ’ την αλήθεια.

Συναντήσαμε λοιπόν την ιστορικό Ρένα Μόλχο και μιλήσαμε για την πολύ ενδιαφέρουσα (και ασφαλώς διδακτική) ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, από το 1912 μέχρι και την απελευθέρωση από τους Ναζί.

10

η ελληνική Θεσσαλονίκη και ο Μεσοπόλεμος

 

Η Ρένα Μόλχο στην αρχή της κουβέντας, επιχείρησε να μας δώσει μια εικόνα για το τι συνέβαινε στην πόλη από τη στιγμή που προσαρτήθηκε στο ελληνικό κράτος μέχρι και το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.  Η ιστορικός, μας εξήγησε ότι το 1912 από τους 156.000 κατοίκους της πόλης οι 75.000 ήταν Εβραίοι.  Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν φτωχοί, ζούσαν σε καλύβες και γι’ αυτό το λόγο μόνο το 10% πλήρωνε την κοινοτική εισφορά. Χάρη σε αυτήν ζούσαν περίπου οι μισές εβραϊκές οικογένειες της Θεσσαλονίκης. Σε αυτό ακριβώς το γεγονός της εκτεταμένης φτώχειας, αλλά και στο ότι η πόλη είχε βιομηχανία από παλιά, πριν απ’ την Αθήνα, οφείλεται και το ότι στη Θεσσαλονίκη επέλεξε ο Μπεναρόγια να εγκατασταθεί και να ιδρύσει τη Σοσιαλιστική Ομοσπονδία. Από τη στιγμή που η Θεσσαλονίκη προσαρτάται στο ελληνικό κράτος, στην πραγματικότητα λαμβάνεται και η απόφαση να «εξελληνιστεί», που σημαίνει, για να είμαστε ακριβείς, να δημιουργηθεί μια πόλη με έναν ομογενοποιημένο πληθυσμό,  ο οποίος θα εξυπηρετήσει ευκολότερα τους εθνικούς στόχους και επιδιώξεις. Σταδιακά το μουσουλμανικό στοιχείο εγκαταλείπει την πόλη, ενώ και με την έλευση των χριστιανών προσφύγων, αλλάζει όλη η πληθυσμιακή ισορροπία της περιοχής. Ο Βενιζέλος παίρνει κάποια πρώτα μέτρα εναντίον της εβραϊκής κοινότητας.

Το 1917 η μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης αποτελεί τη χρυσή ευκαιρία για την αλλαγή της πόλης. Το ελληνικό κράτος ορίζει μια τεράστια πυρίκαυστη ζώνη (μεγαλύτερη απ’ όση ήταν στην πραγματικότητα), περνάει σε δημόσιο έλεγχο όλα τα ακίνητα (ανεξαρτήτως αν καταστράφηκαν ολοσχερώς ή έχουν μικροζημιές) που βρίσκονται σ’ αυτήν και ζητά να πλειοδοτήσουν οι κάτοικοι για να τα αγοράσουν. Τα περισσότερα μέλη της εβραϊκής κοινότητας είναι φτωχά, ενώ τίτλοι ιδιοκτησίας για τις καλύβες δεν υπήρχαν. Έτσι το κέντρο πλέον «εξελληνίζεται» (σύμφωνα πάντα με τον ορισμό και το περιεχόμενο που θέλει να δώσει στον εαυτό του το ελληνικό κράτος).

Η απόφαση ότι η εβραϊκή κοινότητα «χαλάει» την Θεσσαλονίκη που έχει φανταστεί η νέα εθνική αφήγηση, οδηγεί πλέον σε άρθρα, δημοσιεύματα και κινήσεις ανοιχτά εχθρικές προς τους εβραίους. Η εφημερίδα Μακεδονία στοχοποιεί και δαιμονοποιεί την εβραϊκή κοινότητα. Το 1927 ιδρύεται η εθνικιστική ομάδα 3Ε, η οποία και θα προχωρήσει το 1931 στον εμπρησμό του Κάμπελ, μιας μικρής εβραϊκής συνοικίας. Η πράξη αυτή είναι ενδεικτική του κλίματος που επικρατεί και επίσης υπαινίσσεται όσα πρόκειται να ακολουθήσουν από το χριστιανικό στοιχείο της πόλης. Οι εβραίοι της Θεσσαλονίκης θα αντιμετωπίζουν την εχθρότητα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση, μέχρι και την έναρξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Τότε πια, οι Ναζί σε συνεργασία με κομμάτια του ντόπιου πληθυσμού και με την ανοχή (ή το μούδιασμα) ενός άλλου κομματιού, θα αναλάβουν το έργο της οργάνωσης της εκτόπισης και εξόντωσης των εβραίων και της λεηλασίας των περιουσιών τους.

*

[περνώντας με το ποντίκι πάνω από το χάρτη εμφανίζονται σημαντικές ημερομηνίες και συνοπτικά, μερικά στοιχεία, που αφορούν την ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από το 1912 μέχρι και 1944 . Τα στοιχεία τόσο για το γράφημα, όσο και για την παραπάνω συνοπτική αφήγηση της περιόδου, πάρθηκαν από τις απαντήσεις που μας έδωσε η Ρένα Μόλχο]

[edge_animation id=”3″]

 

[προτιμάμε να μην παρουσιάσουμε τη συνέντευξη με την κλασσική μορφή των ερωτήσεων απαντήσεων αλλά με μια δομή που θα εξυπηρετήσει καλύτερα – κατά τη γνώμη μας – τις ανάγκες της αφήγησης]

Η καταγραφή και η αρχή της εξόντωσης των Εβραίων της Θεσσαλονίκης | Πλατεία Ελευθερίας – Ιούλιος 1942.

 

«Μέχρι τον Ιούνιο του 1942 δεν έχουν ληφθεί αντισημιτικά μέτρα, απλώς ο διαχωρισμός είναι πιο έντονος απέναντι στους Εβραίους. Αυτό γίνεται, γιατί προσπαθούν πρώτα να λεηλατήσουν την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης. Αυτό ήταν παντού το σχέδιο των Γερμανών. Παντού έγινε πρώτα η λεηλασία. Έχουμε γράμματα που απευθύνονται στην εφορία, στο δημόσιο ταμείο και ζητούν ξεχωριστές καταστάσεις για τους Εβραίους, προκειμένου να δούν ποιοι είναι οι πλούσιοι. Ευτυχώς, στην εφορία δεν υπάρχουν ξεχωριστές καταστάσεις και έτσι δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν. Στις 11 Ιουλίου έχουν ήδη μαζέψει τα δικά τους στοιχεία με διάφορους τρόπους, αφού στο μεταξύ έχουν κλέψει τα αρχεία της κοινότητας τα οποία και μελετάνε. Στα αρχεία της κοινότητας μπορούν να κρίνουν ποιοι Εβραίοι είναι εύποροι, βλέποντας ποιοι πληρώνουν κοινοτική εισφορά, διότι η κοινοτική εισφορά είναι το 10% επί της φορολογίας. Δηλαδή αν πληρώνει κάποιος 1000 ευρώ φόρο πρέπει να δώσει 100 ευρώ στην κοινότητα. Προσπαθούν λοιπόν να βγάλουν άκρη από αυτές τις λίστες. Όταν τελειώνουν και έχουν όλα τα ντοκουμέντα στα χέρια τους και έχουν επιθεωρήσει με άλλους τρόπους και έχουν επεκτείνει την προπαγάνδα τους στον ελληνικό πληθυσμό, δημοσιεύουν μια διαταγή στην Απογευματινή, την οποία δε γνωρίζει ούτε καν ο διορισμένος πρόεδρος της κοινότητας. Όλοι οι Εβραίοι άντρες από 15 έως 45 χρονών πρέπει να συγκεντρωθούν στην πλατεία Ελευθερίας για να καταγραφούν οι αρχηγοί των οικογενειών και τελικά να αποσταλούν σε καταναγκαστικά έργα. Αυτό γίνεται στην πλατεία Ελευθερίας από τις 8 το πρωί ως τις 3 το μεσημέρι, ένα Σάββατο μέσα στον Ιούλη, που ο ήλιος και η ζέστη είναι αφόρητη. Δεν τους επιτρέπουν να σκεπάσουν τα κεφάλια τους. Αν πάει κανείς να βάλει κάτι στο κεφάλι του, για παράδειγμα μια εφημερίδα, στέλνουν τα σκυλιά να τον ρίξουν κάτω. Τους υποχρεώνουν να κάνουν γυμναστικές ασκήσεις. Όλα αυτά με την περιφρούρηση της Ελληνικής Αστυνομίας. Διοικητής της Μακεδονίας είναι ο γνωστός δοσίλογος Β. Συμωνίδης και η Ελλάδα έχει δοσιλογική κυβέρνηση, γεγονός που δεν έχει παραδεχτεί ως σήμερα. Άλλωστε, οι δοσίλογοι πρωθυπουργοί είναι και οι μόνοι δοσίλογοι που έχουν δικαστεί και καταδικαστεί. Γιατί όλοι οι άλλοι πήραν θέσεις εξουσίας μετά τον Εμφύλιο.

Στην πλατεία Ελευθερίας λοιπόν, έχουν στηθεί τραπέζια όπου οι Εβραίοι άντρες καταγράφονται και παίρνουν έναν αριθμό, ο οποίος δίδεται από δημοτικούς υπαλλήλους. Δεν παραβλέπουν ούτε έναν Εβραίο, τους καταγράφουν όλους. Είναι εκεί που είναι σήμερα η Alpha Bank και πρωτύτερα η Ιονική τράπεζα για όποιον ξέρει τη Θεσσαλονίκη. Τώρα, μιλώντας με αυτόπτες μάρτυρες Χριστιανούς, στα πλαίσια ενός προγράμματος συνεντεύξεων αυτόπτων μαρτύρων που είδαν την εκτόπιση και τη λεηλασία των Εβραίων, σε όλη την Ελλάδα*, μου λένε ότι «καθόμασταν μουδιασμένοι και βλέπαμε και δεν αντιδρούσαμε». Αυτό λένε οι καλόπιστοι. «Είχαμε αποσβολωθεί, δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε». Κανένας από τους παθητικούς παρατηρητές δεν αντέδρασε, δεν διαμαρτυρήθηκε. Ο Μέρτεν, ο οποίος βρισκόταν εκεί, παρόλο που ο ίδιος ισχυρίζεται το αντίθετο, ήταν ο αξιωματικός, υπεύθυνος για την πόλη της Θεσσαλονίκη και ανήκε στη Βέρμαχτ. Αυτός υπέγραφε όλες τις εντολές και η συνεργασία μεταξύ Γκεστάπο και Βέρμαχτ είναι τώρα πλέον τεκμηριωμένη, πολυγραμμένη και πολυδημοσιευμένη, δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Μέρτεν φιλοξενούνταν από μια οικογένεια ευπόρων Χριστιανών στο σπίτι τους. Αυτοί ήταν οι μόνοι που διαμαρτυρήθηκαν στον Μέρτεν, γιατί υπήρχαν τόσες πολλές λιποθυμίες ανθρώπων κάτω από τον καυτό ήλιο, που ο Ερυθρός Σταυρός πηγαινοερχόταν  συνέχεια. Και μετά τη δεύτερη μέρα της απογραφής (σημειώστε ότι η πρώτη έγινε στην Εβραϊκή αργία του Σαββάτου  στις 11 Ιουλίου του ’42), τη Δευτέρα, τα μέτρα ήταν πολύ πιο ήπια, δηλαδή δεν τους βασάνιζαν δημοσίως. Γιατί την πρώτη μέρα όχι μόνο τους εξευτέλιζαν και τους ταπείνωναν, αλλά είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι Γερμανοί και οι Γερμανίδες στα κτίρια, γύρω από την  πλατεία Ελευθερίας που ήταν το μέγαρο Στάιν και άλλα κτίρια πολύ σημαντικά στην πόλη της Θεσσαλονίκης και κάθε φορά που ένας Εβραίος έπεφτε ξερός, χειροκροτούσαν. Αυτός είναι άλλος ένας λόγος που οι Χριστιανοί παρατηρητές, δεν καταλάβαιναν τι γίνεται εκεί πέρα. Δεν πίστευαν ποτέ ότι αυτό θα γίνει. Μπορεί να το άκουγαν για την Πολωνία ή για άλλες χώρες στην Ευρώπη, για την Ελλάδα όμως δεν το πίστευαν. Γιατί αυτές ήταν οι διαβεβαιώσεις των Γερμανών και της δοσιλογικής κυβέρνησης του Τσολάκογλου, που έλεγε ότι οι Εβραίοι είναι πατριώτες. «Δε θα ληφθεί κανένα μέτρο εναντίων τους». Ότι δήθεν οι υπόλοιποι Εβραίοι της Ευρώπης δεν ήταν πατριώτες ενώ οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης ήταν.

Από κει και πέρα άρχισαν καταιγιστικά μέτρα εναντίον των Εβραίων. Αυτοί που είχαν συγκεντρωθεί και καταγράφηκαν ήταν 9000 άτομα (η δημογραφική νόρμα είναι επί πέντε, αρχηγοί οικογενειών). Τους 3000 τους πήραν αμέσως σε καταναγκαστικά έργα σε 12 διαφορετικά σημεία γύρω από τη Θεσσαλονίκη, δηλαδή σε κάτεργα. Για να πάνε εκεί εξετάστηκαν από Έλληνες γιατρούς, συνοδεύτηκαν από την Ελληνική Αστυνομία και από Έλληνες αξιωματικούς και μηχανικούς.   Όταν πήγαν εκεί και μετά από 1,5 μήνα άρχισαν να πεθαίνει το 12%. Οι συνθήκες ήταν τρομερές. Τους δίνανε να φάνε 400 θερμίδες την ημέρα και τους είχαν να δουλεύουν επί 12 ώρες. Δεν είχαν που να κοιμηθούνε, κοιμόνταν στο πάτωμα σε ορυχεία. Δεν υπήρχαν ούτε φάρμακα, ούτε γιατροί. Μέχρι που άρχισαν να πεθαίνουν και τότε κάλεσαν Εβραίους γιατρούς και τους πήραν δια της βίας για να περιθάλψουν αυτούς που πέθαιναν. Στην κοινότητα έγινε ξεσηκωμός. 12% μέσα σε 2 μήνες είναι πολύ υψηλό το ποσοστό, νέοι άντρες μέχρι 45 χρονών. Και τότε σκέφτηκαν στην κοινότητα, ορισμένοι παλιοί κοινοτικοί ηγέτες, ότι ίσως ένας τρόπος ήταν να εξαγοράσουν μέσω του νομικού συμβούλου της κοινότητας, που λεγόταν Γιομτώβ Γιακοέλ, τους εργάτες που είχαν πάει στα καταναγκαστικά έργα, με έλληνες ειδικευμένους εργάτες στην οδοποιία και σε τέτοια έργα, γιατί εκτός των άλλων οι Εβραίοι ήταν και άμαθοι σ’ αυτά. Οι ειδικευμένοι εργάτες θα πληρώνονταν με το ποσό της εξαγοράς και έτσι κι αλλιώς όπου πήγαν Χριστιανοί εργάτες πληρώνονταν. Μόνο οι Εβραίοι ήταν δούλοι εργάτες. Πράγματι λοιπόν, έγινε μια διαπραγμάτευση με τον εργολάβο που λεγόταν Μίλερ και τον Γιομτώβ Γιακοέλ, και θα χρειάζονταν 2 δισεκατομμύρια για να γίνει αυτή εξαγορά και να απελευθερωθούν οι Εβραίοι εργάτες».

 

Το εβραϊκό νεκροταφείο

 

Οι εκτοπίσεις και η εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης

 

«Από τη στιγμή που καταστρέφεται το νεκροταφείο, στις 6 Δεκεμβρίου του’42, κλιμακώνονται όλα τα άλλα μέτρα εναντίων των Εβραίων. Πρώτα απ’ όλα, στις 3 Φεβρουαρίου έρχεται η επιτροπή Ρόζενμπεργκ, η οποία θα οργάνωνε τις εκτοπίσεις. Οι απεσταλμένοι του Άιχμαν ήταν ο  Dieter Wisliceny και ο Alois Brunner, ο οποίος κρυβόταν μέχρι πρόσφατα στη Συρία και τώρα πέθανε. Δίνεται εντολή ότι από 25 Φεβρουαρίου πρέπει να διαγραφούν οι Εβραίοι από όλους τους συλλόγους της πόλης. Αυτή η διάταξη έχει μεγάλη σημασία και φτάνει μέχρι την απελευθέρωση. Δίδονται καταιγιστικές εντολές στην κοινότητα. Πρώτα απ’ όλα τα μέλη της εβραϊκής κοινότητας οφείλουν σε ειδικές φόρμες να καταγράψουν τα περιουσιακά τους στοιχεία με το δρόμο όπου μένουν. Από 1η Μαρτίου οφείλουν να περιοριστούν σε ορισμένες περιοχές της Θεσσαλονίκης, δηλαδή τους μαντρώνουν. Δεδομένου ότι στην ιστορία της πόλης, όπως και σε όλες τις ελληνικές πόλεις, όπου υπήρχαν εβραϊκές κοινότητες που δεν είχαν πέσει κάτω από καθολική ή ιταλική κατοχή, δεν υπήρχαν γκέτο. Η έννοια της ξεχωριστής συνοικίας για τους Εβραίους δεν υπήρχε. Στη Θεσσαλονίκη δημιουργούνται 5 γκέτο, τα οποία περιφρουρούνται. Το ένα από αυτά, είναι από την οδό 25η Μαρτίου μέχρι την οδό Εθνικής Αμύνης έξω ακριβώς από το Πανεπιστήμιο, και είναι σχεδόν η μισή πόλη.

Περιορίζονται λοιπόν οι Εβραίοι στα γκέτο. Έχουν συγκεκριμένες ώρες κυκλοφορίας μόνον και στις 15 Μαρτίου, αρχίζουν  οι αποστολές και οι εκτοπίσεις. Παίρνουν κάθε φορά 2.800 άτομα, με τα πόδια, από τη Δυτική Θεσσαλονίκη (δηλαδή περιοχή 25η Μαρτίου), όπου υπήρχαν πολλές εβραϊκές συνοικίες και πάνε μέχρι την Ανατολική Θεσσαλονίκη που είναι ο παλιός σταθμός. Οι πολίτες της Θεσσαλονίκης βλέπουν τους Εβραίους σε κακή κατάσταση. Βλέπουν τους γέρους να τους μεταφέρουν με καροτσάκια οικοδομικής χρήσης, γιατί δεν μπορούν να κάνουν οι γέροι τέτοιες πορείες, και δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Οι Γερμανοί και  η ελληνική αστυνομία είναι εκεί με μαστίγια και ρόπαλα και τους απειλούν όλους. Δε μπορεί κανείς να κάνει τίποτα. Υπήρχαν ορισμένοι κομμουνιστές και υπάρχουν ορισμένες ιστορίες από έλληνες πολίτες, οι οποίοι απέσπασαν από την πομπή Εβραίους, Για παράδειγμα, ένας κομμουνιστής που ήταν ερωτευμένος με μια Εβραιοπούλα, πήγε με έναν σύντροφο του και  την απέσπασαν από την πομπή, αλλά αυτά είναι σπάνιες περιπτώσεις. Εκτοπίστηκαν σε 19 αποστολές, από τις 15 Μαρτίου ως τις 10 Αυγούστου, όλοι σχεδόν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Μιλάμε για 46.000 άτομα. Από αυτά, οι 37.000 μικρά παιδιά, γέροι, ανίκανοι προς εργασία, εκτελέστηκαν πριν κατεβούν ακόμη στο στρατόπεδο. Σε φορτηγά με δηλητηριώδη αέρια. Ακόμα δεν είχαν λειτουργήσει οι θάλαμοι αερίων. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους, πήγαν πρώτα στο Άουσβιτς και τους χρησιμοποίησαν και κει για καταναγκαστική εργασία ή παράλογη εργασία, αρκεί για να τους εξοντώσουν δηλαδή, μέσα από την πείνα και την εργασία. Εξοντώθηκαν οι περισσότεροι. Έχουμε μαρτυρίες του Πρίμο Λέβι, έχουμε μαρτυρίες από Εβραίους επιζήσαντες κλπ. Και μετά στο Μπιρκενάου είχαν χτιστεί θάλαμοι αερίων, όπου τους πήγαιναν και τους δηλητηρίαζαν και τους έθαβαν σε ομαδικούς τάφους. Επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη μόνο το 4% αυτών των ατόμων. Από τους 46.000 δηλαδή, επιστρέφουν περίπου 1.900 Εβραίοι. Απ’ αυτούς βέβαια μόνο 600 είναι από τα στρατόπεδα. Οι υπόλοιποι έχουν κρυφτεί, έχουν πάει στην Αντίσταση, είτε ως κρυμμένοι, είτε ως μάχιμοι στην Αντίσταση, που μόλις άρχιζε να οργανώνεται στο τέλος του ’42 στην περιοχή της Μακεδονίας και εν γένει στην Ελλάδα. Κάποιοι έχουν πάει στην Παλαιστίνη, όπου υπήρχε και η ελληνική κυβέρνηση στην εξορία άλλωστε. Αυτοί είναι οι υπόλοιποι 1350 που επιστρέφουν».

 

Οι εβραϊκές περιουσίες