ένα κάποιο ξέφωτο

 

η συγγραφέας Μαριλένα Παπαϊωάννου γράφει ένα γράμμα στη Μάγδα Φύσσα

Νομίζω πως η γλώσσα επινοήθηκε για να μπορούν οι άνθρωποι ν’ ανταλλάζουν ψυχές. Τα μάτια για ν’ ανταλλάζουν όνειρα. Τα χέρια για ν’ ανταλλάζουν υφές, τα πόδια για να βοηθούν στο πέταγμα, το δέρμα για να θωρακίζει τις κρυφές επιθυμίες, το στέρνο για ν’ αντέχει τα χτυπήματα. Ολόκληρο το σώμα φτιάχτηκε τελικά για να φτάνει σε κορυφές που ποτέ κανείς δεν φαντάστηκε˙ για να κατεβαίνει σε βάθη που ποτέ κανείς δεν ονειρεύτηκε. Είμαι πλέον πεπεισμένη πως η φύση προικίζει κάθε κορμί με το βιολογικό του ύψος, μόνο και μόνο για να ξεπερνιέται από το ψυχικό του – εσύ αποτελείς τη ζωντανή απόδειξη˙ είσαι μια από τις γυναίκες που σηκώνουν το μπόι τους πιο ψηλά από ’κει που τους είχαν πει ότι φτάνουν.

Μήνες τώρα σε παρακολουθώ να κάθεσαι σε αίθουσες δικαστηρίων, ντυμένη στα μαύρα, πενθούσα αλλά ποτέ νικημένη. Μπροστά σ’ αυτούς που σκοτώσανε τον Παύλο, δεν λυγίζεις. Ούτε ένα δάκρυ δεν στάζεις. Δεν τρέφω βέβαια αυταπάτες, είμαι σίγουρη ότι κάθε βράδυ που γυρνάς στο σπίτι σου, λύνεσαι κρυφά σε λυγμούς. Δημόσια όμως, ποτέ. Το λες και μόνη σου άλλωστε, δεν θα τους δώσεις αυτό που θέλουν, να σε δουν δηλαδή να εγκαταλείπεις. Θα είχες κάθε δικαίωμα και κάθε δίκιο να το κάνεις, μα αρνείσαι πεισματικά. Μένεις εκεί όρθια, αγέρωχη. Εσύ, ο άνθρωπος που –απ’ όποιον νόμο της φύσης κι αν το δεις, σε όποιο οικοσύστημα κι αν το τοποθετήσεις– δικαιωματικά έπρεπε να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη χωρίς να πρέπει να ανασυγκροτηθεί, εσύ λοιπόν, η Μάνα, δεν λυγίζεις το στέρνο, δεν χαμηλώνεις το ύψος σου. Στέκεσαι γερά στα πόδια σου, κι ας έχεις γεμίσει θρύψαλα εσωτερικά.

Μήνες τώρα αμήχανα σε παρακολουθώ να υψώνεις το ανάστημά σου –και τι ανάστημα, αλήθεια– απέναντι σε αυτούς που σου στέρησαν, πέρα από όλα τ’ άλλα, ένα αξεπέραστο, αναφαίρετο δικαίωμα, το δικαίωμα της μάνας να φεύγει πριν από το παιδί.

Αποδεικνύεται όμως τελικά, ότι αυτό είναι η δική μου, πολύ στενή, οπτική. Εσύ δείχνεις να αντιμετωπίζεις αλλιώς την απώλειά σου. Το μεγαλύτερο σακί στην πλάτη δεν φαίνεται να είναι ότι έθαψες το δικό σου παιδί˙ άλλο είναι το βαρύ φορτίο που κουβαλάς – ότι αφαιρέθηκε η ζωή ενός ανθρώπου από μια αγέλη ανθρωποειδών που αυθαίρετα ορίζουν ποιος δικαιούται να ζει και ποιος να πεθαίνει.

Κι εγώ αναρωτιέμαι με ντροπή, πού το βρίσκεις τόσο κουράγιο ρε γαμώτο, ποια πηγή ενέργειας τροφοδοτεί την ασύλληπτη επιμονή σου για απονομή δικαιοσύνης; Ποια δύναμη σου μπολιάζει το σώμα για να μένει ακόμα αλώβητο, περήφανο και αποφασισμένο να φτάσει ώς το τέλος; Πού στο διάολο βρίσκεις την αντοχή να βλέπεις καθημερινά απέναντί σου όσους μάτωσαν τη μπλούζα του γιου σου και να μην καταρρέεις; Πώς μπορείς και δεν χυμάς καταπάνω τους, πώς κρατιέσαι και πώς δεν ουρλιάζεις από πόνο˙ πώς δεν εξαϋλώνεσαι;

Ειλικρινά, δεν ξέρω.

Δεν ξέρω ποια ουσία οπλίζει τις ψυχές και τα σώματα όλων των μανάδων κάθε γωνιάς της γης, κάθε είδους του ζωικού βασιλείου, κάθε χρώματος, κάθε τάξης, θρησκείας ή φυλής. Δεν ξέρω ποια πνευματική διαύγεια υπερνικά τα καταπονημένα κορμιά των μανάδων που ’χουν χάσει γιους και κόρες, ώστε να συνεχίζουν να ζουν, δεν ξέρω πώς αρματώνουν τις καρδιές τους οι γυναίκες που ’ταν κάποτε μάνες μα ξαφνικά δεν είναι, ώστε να ορκίζονται πως θα τα βάλουν με θεούς και δαίμονες για να κερδίσουν δικαιοσύνη για τα νεκρά παιδιά τους. Δεν ξέρω ποιο μαγικό χέρι σηκώνει κάθε πρωί τα μαυροφορεμένα σώματά τους απ’ τα κρεβάτια και τα σπρώχνει στους δρόμους, στις αυλές, στα βουνά, στις θάλασσες, στις αγκαλιές των άλλων παιδιών τους, στα μέσα και στα έξω, στα πάνω και στα κάτω, ώστε να συνεχίζουν ν’ αγωνίζονται για έναν σκοπό.

Πραγματικά δεν ξέρω, υποθέτω όμως ότι είναι κάτι που θα μάθω μόνο αν γίνω μάνα.

Μέχρι τότε θα μένω θαμπωμένη από το μεγαλείο της ψυχής σου. Την αδιανόητη δύναμή σου, το πείσμα, την επιμονή, τη μαρτυρική υπομονή σου, την άσβεστη θέλησή σου για δικαιοσύνη. Και κυρίως απ’ την –απολύτως συνειδητή– απόφασή σου να γίνεις φάρος για όλους εμάς που κάποτε στη ζωή μας φοβηθήκαμε ή θα φοβηθούμε να υψώσουμε ανάστημα απέναντι σε όσους προσπαθούν να μας τρομοκρατήσουν. Θα παραμένω θαμπωμένη απ’ την απόφασή σου να μην αφήσεις ούτε αυτούς, αλλά ούτε και εμάς, να ξεχάσουμε. Να στρογγυλέψουμε τις πράξεις, να λειάνουμε τις γωνίες, να λησμονήσουμε ποιος έκανε τι, πότε και γιατί.

Για όλα αυτά λοιπόν –για την περήφανη υπόστασή σου ως Μάνα, για τη μεγάλη δύναμη που κρύβεις μέσα σ’ αυτό το μικρό σώμα–, αλλά και για τόσα άλλα που δεν περιγράφονται με λόγια, υποκλίνομαι μπροστά σου με δέος, και, ανήμπορη όπως νιώθω για οτιδήποτε άλλο, σου γράφω αυτές τις λέξεις για να τις έχεις συντροφιά στο οδυνηρό ταξίδι που ξεκίνησες εδώ και μήνες, με την ελπίδα ότι κάποτε θα φτάσεις σ’ ένα κάποιο ξέφωτο.




Πορεία Ενάντια Στη Σαρία και Αντιδιαδηλώσεις | Νέα Υόρκη, 10 Ιουνίου 2017

 

Το Σάββατο 10 Ιουνίου διοργανώθηκαν περίπου 30 αντιμουσουλμανικές διαδηλώσεις σε όλη την Αμερική, που ονομάστηκαν από τους δεξιούς διοργανωτές “March Against Sharia” (“Πορεία Ενάντια στη Σαρία”). Στην Νέα Υόρκη, την ώρα της πορείας είχαν καλεστεί αντι – διαδήλωσεις που αριθμητικά υπερείχαν κατά πολύ της αρχικής συγκέντρωσης.

Οι αντιμουσουλμανικές συγκεντρώσεις ανά τη χώρα, οργανώθηκαν από τον 29χρονό Σκότ Πρέσλερ, συνιδρυτή της οργάνωσης Gays For Trump*1 (και της ACT for America, παλιότερα γνωστής ως American Congress for Truth), και υποτίθεται πως αντιτίθενται στον Ισλαμικό εξτρεμισμό, τη βία εναντίων των γυναικών συμπεριλαμβανομένου και του ακρωτηριασμού γυναικείων γεννητικών οργάνων και στην καταπίεση της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας.

Η Act for America περιγράφεται από τον Αμερικάνικο Μη Κερδοσκοπικό Νομικό Οργανισμό Southern Poverty Law Center (SPLC) ως “η μεγαλύτερη αντι-μουσουλμανική ομάδα στην Αμερική” και έχει ιστορικό στις αντι-μουσουλμανικές διοργανώσεις και δράσεις από την ίδρυση της το 2007. Ιδρύθηκε από Λιβανέζους Χριστιανούς και την Αμερικανίδα – πλέον υπήκοο – Brigitte Gabriel*2.

Μεταξύ των συμμετεχόντων της πορείας στη Foley Square στις 10 Ιουνίου, ήταν oι οπαδοί της λευκής υπεροχής “Identity Evropa” και ο δεξιός προβοκάτορας Gavin McInnes, με τον τελευταίο να είναι και προβεβλημένος ομιλητής. Τόσο οι “Identity Evropa”, όσο και ο McInnes έχουν μακρά ιστορία σε αντι-μουσουλμανικές, ρατσιστικές, σεξιστικές και αυταρχικές δράσεις και θέσεις. “ΟΧΙ ΑΛΛΟΥΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΥΣ” έγραφαν κάποια χαρακτηριστικά πλακάτ στη συγκέντρωση.

η σημαία “Blue lives matter” που αναφέρεται στις ζωές των αστυνομικών

Στην Πορεία Ενάντια στη Σαρία περιλαμβάνονταν πλακάτ και συνθήματα υπέρ του Τραμπ, Αμερικανικές σημαίες, σημαίες της Αποικιακής Περιόδου, σύμβολα υπέρ της Αστυνομίας (Blue Lives Matter) και σημαίες του φανταστικού ανύπαρκτου κράτους “Κεκιστάν”, ένα σύμβολο της alt right*3 που γεννήθηκε στο site 4Chan και θυμίζει τη ναζιστική σημαία*4. Οι συμμετέχοντες έκαναν συχνά το σύμβολο του ΟΚ με τα δάχτυλα τους, μια χειρονομία που έχει οικειοποιηθεί η Αμερικάνικη ακροδεξιά, η alt right και οι υποστηρικτές του Τραμπ. Οι ίδιοι συχνά παραδέχονται πως κάνουν τη χειρονομία για προκαλέσουν τους φιλελεύθερους και τους αριστερούς*5.

το πόστερ για την Παλαιστίνια ακτιβίστρια Λίντα Σαρσούρ και η πράσινη σημαία του “Κεκιστάν”

Ένα πόστερ που βρισκόταν ψηλά καθ’ όλη τη διάρκεια της Πορείας Ενάντια στη Σαρία, έδειχνε ένα κόμικ που εμφάνιζε την Αμερικανίδα Παλαιστίνια ακτιβίστρια Λίντα Σαρσούρ, με έναν ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο, να εμπλέκεται σε σεξουαλικές πράξεις με κάποιον που θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως είναι ο Προφήτης Μωάμεθ.

Κατά τη διάρκεια της Πορείας Ενάντια στη Σαρία έγιναν δύο αντι-διαδηλώσεις στη Νέα Υόρκη. Η μια αφορούσε ένα πιο φιλελεύθερο κοινό με διάφορους ομιλητές και είχε τίτλο “Η Νέα Υόρκη Αγαπά τους Μουσουλμάνους”. Γινόταν κάποια τετράγωνα πιο πέρα από την Foley Square και μακριά από την πορεία, ώστε να μην υπάρχει ούτε οπτική, ούτε ηχητική επαφή. Η δεύτερη αντιδιαδήλωση είχε ως αφετηρία την Centre Street και είχε ως σκοπό να δημιουργήσει φασαρία και να διακόψει την πορεία.

 

“Πιάστε τους από το μουνί” (σ.σ. Grab ‘em by the pussy!: ένα σύνθημα που παραπέμπει σε ατάκα του Τράμπ μετά απο ένα βίντεο που βγήκε στην επιφάνεια προεκλογικά) φώναζε η Πορεία Ενάντια στη Σαρία στις γυναίκες και τους άντρες της αντι-διαδήλωσης που τους κοιτούσαν .

“Όχι στον Τραμπ, Όχι στην Κου Κλουξ Κλάν, Όχι στην Φασιστική Αμερική” φώναζαν οι συμμετέχοντες στη αντι-διαδήλωση όταν συναντήθηκαν οι δύο πλευρές.

“Ναι στον Τράμπ, Ναι στην Κου Κλούξ Κλάν, Ναι στη Φασιστική Αμερική” απάντησαν οι συμμετέχοντες της Πορείας Ενάντια στη Σαρία.

Οι άνθρωποι που βρίσκονταν στη Centre Street φορούσαν μαντήλες, κιπά, μέχρι και τουρμπάνι με τα χρώματα της αμερικάνικης σημαίας και κρατούσαν πινακίδες γραμμένες στα Αγγλικά, τα Ισπανικά και τα Αραβικά. Τα συνθήματα μιλούσαν για αλληλεγγύη όχι μόνο για τους Αμερικανούς Μουσουλμάνους, αλλά των Μουσουλμάνους διεθνώς, τους πρόσφυγες, τους μαύρους, τις γυναίκες, τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, τους εργάτες και τους καταπιεσμένους σε όλο τον κόσμο. Η εντυπωσιακή πληθώρα των πλακάτ και των συνθημάτων καταδίκαζαν τον αυταρχισμό, το ρατσισμό και το φασισμό.

“Μαύροι, Λατίνοι, Άραβες, Ασιάτες και Λευκοί” φώναζαν οι συμμετέχοντες στην αντι-διαδήλωση “Ενωθείτε! Ενωθείτε! Ενωθείτε να παλέψουμε ενάντια στη δεξιά”.

Η αντι-μουσουλμανική ιστορία της ACT for America, δηλαδή η οργανωτική ομάδα των διαδηλώσεων σε όλη την Αμερική, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την εναντίωση στην πώληση χαλάλ κρεάτος στην Αμερική καθώς και στη διαθεσιμότητά του στα δημόσια σχολεία*6. Επίσης περιλαμβάνει τη συνεργασία με την Ann Corcoran, ιδρύτρια του αντι-προσφυγικού blog Refugee Resettlement Watch*7 ενάντια στους μετανάστες και τους αιτούντες άσυλο στην Αμερική, ειδικά τους Σύριους πρόσφυγες.

Η ιδρύτρια του ACT, Brigitte Gabriel, έχει στο παρελθόν συνεργαστεί με τον ακροδεξιό και αντι-gay Αμερικάνο τηλε-ευαγγελιστή Pat Robertson πριν ακόμα δημιουργηθεί η ACT. Σε μια ομιλία της για την οργάνωση “Χριστιανοί Ενωμένοι για το Ισραήλ” (CUFI) το 2007, είπε πως “Ο Αραβικός κόσμος…δεν έχει ψυχή”. “Είναι αποφασισμένοι να σκοτώσουν και να καταστρέψουν”.*8

Ένα νεαρός άντρας στην αντι-διαδήλωση κρατούσε ένα πλακάτ που έγραφε “Φασισμός. Φονταμενταλισμός”. Δυο τόξα έδειχναν προς καθεμιά από τις δύο λέξεις. “Γάμησέ τα” έγραφε από κάτω.

Φωτορεπορτάζ & σύντομο βίντεο

όπου μεταξύ άλλων θα παρατηρήσουμε:

στους ακροδεξιούς διαδηλωτές τα λευκά καπέλα είναι οι Oath Keepers, μια ακροδεξιά εταιρεία security από πρώην αστυνομικούς και στρατιωτικούς. Το μπλουζάκι με το σήμα sheepdog, έχει πάλι να κάνει με το Blue lives matter, και εννοεί την επιλογή του να μην είσαι ούτε λύκος (εγκληματίας), ούτε πρόβατο, αλλά “τσοπανόσκυλο” (να διαφυλάττεις την τάξη).

Στη διαδήλωση των αντιρατσιστών οι φωτογραφίες είναι των δύο νεκρών και του ενός τραυματία από την πρόσφατη ρατσιστική επίθεση στο Πορτλαντ αλλά και η Rahma Warsame, η γυναίκα που κακοποιήθηκε βάναυσα στο Οχάιο, στις αρχές Ιουνίου, αμέσως μετά την κυκλοφορία της είδησης για την τρομοκρατική επίθεση στο Λονδίνο.

 

Παραπομπές:

  1. https://www.facebook.com/scott.presler/videos/10103671379567867/
  1. https://www.splcenter.org/fighting-hate/extremist-files/group/act-america
  2. Alt right θα ονομάζαμε μια ακροδεξιά ιδεολογία, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται η πεποίθηση ότι η «λευκή ταυτότητα» δέχεται επίθεση από πολυπολιτισμικές δυνάμεις και υπονομεύεται μέσω εννοιών όπως η πολιτική ορθότητα και η κοινωνική δικαιοσύνη.
  1. https://www.splcenter.org/hatewatch/2017/05/08/what-kek-explaining-alt-right-deity-behind-their-meme-magic

https://www.reddit.com/r/CringeAnarchy/comments/63l6el/the_geniuses_of_rfuckthealtright_have_discovered/

  1. https://theoutline.com/post/1428/the-ok-sign-is-becoming-an-alt-right-symbol;
  2. https://actforamericahouston.wordpress.com/2013/11/26/halal-secretly-shoving-sharia-islamic-law-down-your-throat/; https://twitter.com/actforamerica/status/507548684146720768
  3. http://www.actforamerica.org/refugee_resettlement
  4. https://www.youtube.com/watch?v=aaocTdWOtJ4

“The difference, my friends, between Israel and the Arabic world, is the difference between civilization and barbarism.  It’s the difference between goodness and evil.  And this is what we’re witnessing in the Arabic world.  They have no soul.  They are dead-set on killing and destruction.” [Brigitte Gabriel, speaking at Christians United for Israel (CUFI) in 2007.]

 

 




Θέλω να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους

 

480full-ralph-steadman

Ralph Steadman

 

(εισαγωγικό)

Απέναντι σ’ ένα σπίτι που έμενα παλιά, χαμηλά στη σόλωνος, στο πάρτι μιας κοινής φίλης που θα έπρεπε να την έχουν όλοι φίλη, σ’ ένα μπαρ που ήταν ποτισμένο με τσιγάρα από τους τοίχους ως τα ποτήρια και από τα ρούχα ως τα δόντια και τις συλλαβές, εκεί κάπου, χωρίς να βλέπω πολύ καλά από την κούραση, είχα μια μικρή κουβέντα.

«Θα φύγω για τη Μαδαγασκάρη», μου λέει.

«Πάλι θα φύγεις, και τι θα κάνεις τώρα;» απαντάω.

Αφού μου δίνονται οι απαραίτητες εξηγήσεις, πληροφορίες και εικόνες, προκύπτει ότι είμαι ο μόνος που δεν έχει ρωτήσει «για πόσο καιρό;».

«Ωραία, για πόσο καιρό;»

«Εντάξει, δεν θα κάτσω για πάντα. Έχω καταλήξει νομίζω. Θέλω να γεράσω εδώ, να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους».

Κάπως έτσι γεννήθηκε το παρακάτω.

Άρχισα να φεύγω σιγά σιγά, πρώτα κοντά, λίγο, να απλώνεις χεράκι να φτάνεις. Για τα μακρινά έφυγα από περιέργεια. Εφηβικά σχεδόν, να δοκιμάσω τα όρια.

Εκεί που πήγα δεν ήταν όμορφα, δεν είχε πάρκα, σιντριβάνια, ποδηλατόδρομους και κοινωνικό κράτος, θέατρα, σινεμάδες, τέχνη γενικώς. Δεν είχε καφετέριες και μπαρ, κοκτέιλ και ναρκωτικά, μουσική που να ξέρω, μια γλώσσα που να αγγίζω, πολιτική που να την καταλαβαίνω, αναφορές να γελάω, φίλους να εκτιμώ και γωνιές να αναγνωρίζω.

Είχε ζέστη, σκουπίδια, θάλασσα, πηχτό αέρα, μάτια, χέρια, αλάτι, βρωμιά, θόρυβο, κομπίνα , ελιγμό, εξατμίσεις // και φρούτα. Είχε καταπίεση και πόνο στην ιστορία και τη στιγμή, υλική υπόσταση σε όλα, συνάντηση και αναμέτρηση, είχε έκπληξη – για μένα – είχε ομορφιά, είχε ανθρώπους που με κοιτούσαν και απενοχοποίησαν το δικό μου βλέμμα. Εκεί που πήγα ήταν όμορφα. Κι εγώ εθίστηκα.

Εδώ έχει τη γλώσσα μου να με σηκώνει, να με τυλίγει, να με νανουρίζει, να μου λέει γλυκόλογα και να με πνίγει, έχει κλισέ να με ζορίσουν και να με σώσουν και ματιές να ακουμπήσω. Η πολύτιμη καταγωγή μου. Αυτά τα χρώματα που αναγνωρίζω, αυτά τα λόγια που αποκωδικοποιώ και μέσα σ’ αυτά ο τρόμος, η ανελευθερία, η καταπίεση κι ο φασισμός που μου ζητάει να παίρνω θέση – κάθε στιγμή – κι εγώ παίρνω θέση και η θέση μου είναι σωστή, αλλά ξέρεις κάτι; Δε θέλω πάντα. Θέλω να καταλαβαίνω λιγότερα. Εθίστηκα στο συναίσθημα να κοιτάς χωρίς να μπορείς να αποκωδικοποιήσεις.

Φεύγω για να μπορέσω να γυρίσω.

Να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους.

 

Η Ελίζα Παναγιωτάτου είναι συγγραφέας του βιβλίου «Αυτά έγιναν χτες», από τις εκδόσεις «κουκούτσι». 

 

(εισαγωγικό: Χρήστος Σύλλας)




Η συνέχεια της δίκης των βασανιστών του Ουαλίντ

 

 

Η δίκη των βασανιστών (Γ. Σγούρδα, Στ. Σγούρδα, F.Zoto και Γ. Ζαχαριάδη) του Αιγύπτιου εργάτη Ουαλίντ Τάλεμπ συνεχίστηκε σήμερα σε μια μεγαλύτερη και ακόμα πιο γεμάτη αίθουσα στο Εφετείο Πειραιά. Ξεκίνησε με την παραίτηση του αρχικού συνηγόρου υπεράσπισης και τη σύντομη εισήγηση του καινούριου δικηγόρου. Ο νέος συνήγορος αποδείχτηκε αδιάβαστος (ίσως γιατί όπως ισχυρίστηκε είχε τη δικογραφία στα χέρια του μόλις 2 μέρες) μιας και σε διάφορες στιγμές η έδρα αλλά και οι δικηγόροι του Ουαλίντ τον διόρθωσαν για τις πληροφορίες που εμπεριείχαν οι ερωτήσεις του αλλά και για πληροφορίες που είχαν ειπωθεί στην προηγούμενη δίκη.

Αποδείχτηκε επίσης, ίσως ο πιο χυδαίος συνήγορος υπεράσπισης που έχω δει στα δικαστήρια των τελευταίων ετών. Αρχικά ζήτησε από τον Ουαλίντ να απαντάει στα ελληνικά και να μην επεμβαίνει η διερμηνέας. Όταν ο Ουαλίντ (και οι συνήγοροι) υποστήριξαν πως δεν μιλάει τόσο καλά ελληνικά και πως θα ήταν πιο εύκολο να υπάρχει η διερμηνέας, ο δικηγόρος των βασανιστών είπε «Αν δε ξέρει να μιλάει ή δεν καταλαβαίνει ελληνικά, μήπως δεν κατάλαβε τι του έλεγαν και κείνη την ημέρα ή τι συνέβη» και το γεμάτο από αλληλέγγυο κόσμο ακροατήριο αντέδρασε. Συνέχισε με διάφορες ερωτήσεις που κυρίως αφορούσαν τις σχέσεις των βασανιστών με τον Ουαλίντ πριν την ημέρα του βασανισμού. Παρόλο που ο Ουαλίντ επανέλαβε αυτά που είχε πει και την προηγούμενη φορά, ότι δηλαδή ο Σγούρδας και οι υπόλοιποι τον κορόιδευαν φωνάζοντας τον με γυναικεία ονόματα ή λέγοντας τον Μοχάμεντ, ειρωνευόμενοι τη θρησκεία του, ο συνήγορος υπεράσπισης επέμενε να προσπαθεί να αποδείξει πως ο Σγούρδας ήταν ένας καλός και τίμιος εργοδότης. Τη ρατσιστική αφήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ήρθαν να συμπληρώσουν τα τόσο-της-μόδας ισλαμοφοβικά σχόλια που ακολουθούν. Ο δικηγόρος των βασανιστών ρώτησε τον Ουαλίντ «τι υπαγορεύει το Κοράνι για όσους προσβάλλουν τη θρησκεία;» αναφερόμενος στα λόγια του Ουαλίντ ότι ο Σγούρδας και οι υπόλοιποι έκαναν ειρωνικά σχόλια για το Ισλάμ. Δεν σταμάτησε όμως στην ερώτηση, πρόσθεσε και το: «γιατί ξέρω τι κάνουν οι Μουσουλμάνοι». Το ακροατήριο τότε άρχιζε να φωνάζει «θα τον βγάλεις και τζιχαντιστή;». Όλα αυτά μέσα στην αίθουσα ενός δικαστηρίου και όχι στο δελτίο του μέγκα των 8.

Σε περίπου εκείνο το σημείο η διερμηνέας σχεδόν λιποθύμησε στα χέρια του Ουαλίντ που καθόταν σε μια καρέκλα δίπλα από το εδώλιο και η δίκη διεκόπη για λίγο. Όταν ξαναγυρίσαμε πίσω στην αίθουσα, ο δικηγόρος των βασανιστών ρώτησε τον Ουαλίντ αν έχει σοβαρά προβλήματα υγείας. Πριν προλάβει να απαντήσει συνέχισε λέγοντας «είπε πως είχε σοβαρό πρόβλημα υγείας αλλά τόση ώρα τον βλέπουμε να είναι όρθιος και να πηγαινοέρχεται». Ο Ουαλίντ είχε όντως στηρίξει τη διερμηνέα προκειμένου να μην πέσει κάτω και αφού είχε κάτσει λίγη ώρα πλάι της, είχε περάσει όλη την υπόλοιπη ώρα σε μια καρέκλα του ακροατηρίου. Όταν ο δικηγόρος ισχυρίστηκε πως ο Ουαλίντ πηγαινοερχόνταν, ακούστηκαν φωνές από το ακροατήριο που έλεγαν «Λες ψέμματα».

Για αρκετές ώρες ο δικηγόρος των βασανιστών προσπαθούσε με απανωτές ερωτήσεις που δεν αφορούσαν τις κατηγορίες, να φέρει το θύμα (ίσως και το ακροατήριο) σε κατάσταση θυμού. Δε δίστασε να προσβάλει το θύμα αρκετές φορές, φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να υπονοήσει με ειρωνεία πως ίσως το τρίτο παιδί του Ουαλίντ δεν είναι δικό του. Ο Ουαλίντ σηκώθηκε όρθιος και έδειχνε σχεδόν τρέμοντας στην πρόεδρο τις φωτογραφίες των τριών του παιδιών. Λίγο αργότερα όταν ο δικηγόρος των βασανιστών ρώτησε τον Ουαλίντ γιατί ισχυρίστηκε στην πρώτη του κατάθεση ότι τα χρήματα που είχε πάνω του ήταν δικά του (ενώ σε επόμενη κατάθεση επεξήγησε πως δεν ήταν μόνο δικά του) ο Ουαλίντ του απάντησε «Αν είχες πάνω σου 100 ευρώ και σε συλλαμβάνανε και σε ρωτούσαν ποιανού είναι τα λεφτά, δε θα έλεγες ότι είναι δικά σου;». Τότε, το ακροατήριο χειροκρότησε ενώ η πρόεδρος παρενέβη υπενθυμίζοντας στον συνήγορο υπεράσπισης «πως δεν δικάζεται ο Τάλεμπ σήμερα» και πως θα πρέπει να προσέξει τις ερωτήσεις και το ύφος του για να μειωθούν οι αντιδράσεις. Λίγα λεπτά αργότερα ο συνήγορος υπεράσπισης θα αναφερθεί στο θύμα ως κατηγορούμενο. Εξάλλου τον ανέκρινε επί περίπου 3, 5 ώρες σαν να ήταν κατηγορούμενος.

Φυσικά δεν δίστασε επίσης να ισχυριστεί πως ο Ουαλίντ «έβγαλε τον εαυτό του ως θύμα ρατσισμού προκειμένου να παραμείνει στην Ελλάδα» αλλά και να ρωτήσει αρκετές φορές τον ίδιο τον Ουαλίντ για τα κίνητρα των κατηγορουμένων, λες και θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τι οδηγεί κάποιον στο να βασανίσει έναν άνθρωπο για 48 ώρες. Τις περισσότερες φορές επενέβη είτε η δικαστής είτε η εισαγγελέας υπενθυμίζοντας του πως αυτές είναι οι ερωτήσεις για τους κατηγορουμένους και όχι για τον Ουαλίντ. Σε κάποιο σημείο ο συνήγορος υπεράσπισης ρώτησε τον Ουαλίντ «γιατί σας πήγαν στο στάβλο» και εκείνος απάντησε «Ρωτήστε τους» δείχνοντας τον Σγούρδα και τους υπόλοιπους. Λίγο αργότερα ο συνήγορος υπεράσπισης προσπάθησε να επανέλθει στις σχέσεις του Ουαλίντ με τους βασανιστές του πριν την ημέρα του συμβάντος και ανέφερε στο δικαστήριο πως ο ο αδελφός του Ουαλίντ έπαιζε ποδόσφαιρο με τον επίσης κατηγορούμενο, γιό του Σγούρδα. Η πρόεδρος τότε σχολίασε «το ότι έπαιζε μπάλα ο αδελφός του Ουαλίντ με τον Μάνι (έτσι φωνάζουν τον γιό) δεν αποδεικνύει ότι δεν είναι ρατσιστής». Το ακροατήριο χειροκρότησε.

Μετά από περίπου τρεις ώρες τελείωσε η «ανάκριση» του Ουαλίντ που ειδικά προς το τέλος ζήτησε πολύ ευγενικά από το δικαστήριο να τον προστατεύσει από την επίθεση που δεχόταν από τον συνήγορο υπεράσπισης. Ο Ουαλίντ βγήκε από την αίθουσα κυριολεκτικά καταρρακωμένος και υποβασταζόμενος μιας και η διαδικασία ήταν χρονοβόρα και ιδιαίτερα επίπονη.

 

δίκη_walidtalb

 

Μετά από μια μικρή διακοπή, η δίκη συνεχίστηκε με τις καταθέσεις του ανθοπώλη που βρήκε τον Ουαλίντ Ταλέμπ χτυπημένο έξω από το μαγαζί του, τον αστυνομικό Καρανάσιο που έφτασε πρώτος στο συμβάν και την κα Τ. Σταυρινάκη, δικηγόρο και επιστημονική συνεργάτιδα της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Οι δύο πρώτοι, ο ανθοπώλης και ο αστυνομικός, περιέγραψαν το πόσο βαριά χτυπημένος ήταν ο Ουαλίντ όταν τον είδαν, ενώ ο αστυνομικός περιέγραψε την πρώτη κατάθεση του Σγούρδα στην ασφάλεια της Σαλαμίνας. Η κα Σταυρινάκη περιέγραψε τι επικρατούσε στην χώρα όταν έγινε ο βασανισμός του Ουαλίντ και πως την περίοδο αυτή υπήξε αύξηση των ρατσιστικών περιστατικών, ενώ λίγους μήνες πριν είχε γίνει η επίθεση στους συμπατριώτες του Ουαλίντ, τους Αιγύπτιους ψαράδες στην ιχθυόσκαλα, από μέλη της Χ.Α. Η Σταυρινάκη ισχυρίστηκε πως εκείνη την περίοδο ,ειδικά, υπήρχε σχετική ατιμωρησία και ανοχή από την πολιτεία και τους σχετικούς θεσμούς με αποτέλεσμα τα θύματα ρατσιστικής βίας να φοβούνται να πάνε στην αστυνομία καθότι ήξεραν πως δεν αποδοθεί δικαιοσύνη. Επίσης μίλησε για την εργασιακή σχέση Σγούρδα και Ουαλίντ αλλά και όλων των μεταναστών με τους εργοδότες που χαρακτηρίζονται από την τεράστια ανοχή των εργαζομένων προκειμένου να μην χάσουν τη δουλειά τους και την καταπίεση των εργοδοτών προκειμένου να «ξεζουμίσουν» και να κερδίσουν ότι περισσότερο μπορούν από τον εργαζόμενο. Αποδόμησε τις «καλές σχέσεις» που προσπαθούσε να ισχυριστεί ο συνήγορος υπεράσπισης και τον διόρθωσε διάφορες φορές για τις ανακρίβειες που έλεγε σε σχέση με προηγούμενα λεγόμενα της. Ο συνήγορος υπεράσπισης έφτασε μέχρι και στο αστείο σημείο να υπερασπιστεί πως ο Σγούρδας είναι αντιρατσιστής γιατί προσέλαβε έναν αλλοδαπό Αιγύπτιο που κούτσαινε (κάνοντας την μίμηση, αναφερόμενος στο πρόβλημα που είχε ο Ουαλίντ στο γόνατο). Φαίνεται πως η ειρωνεία, η διαστρέβλωση και οι ανακρίβειες είναι τα ιδιαίτερο ταλέντα του κατά τ’ άλλα αδιάβαστου συνηγόρου υπεράσπισης. Αυτό που επίσης φαίνεται είναι πως η έδρα έχει τη διάθεση να διατηρήσει τη δίκη δημόσια και ανοιχτή ενώ δε φαίνεται να είναι διατεθειμένη να επιτρέψει στο νέο συνήγορο να συνεχίσει να ροκανίζει το χρόνο και την υπομονή όλων με τον ίδιο τρόπο.

*Η συνέχεια της δίκης ορίστηκε για τις 30 Απριλίου στον τρίτο όροφο του Εφετείου Πειραιά. Ο Ουαλίντ δεν θα είναι ξανά μόνος του.

 

 

 

 




«εμείς που είμαστε τίποτα»

 

Πώς να μιλήσει κανείς όταν θέλει να πει για φασιστική και ρατσιστική βία; Τι γλώσσα να χρησιμοποιήσει; Να χρησιμοποιήσει έναν λόγο πολιτικό, σκληρό, ευθύ; Να μιλήσει δηλαδή για τον πάτο της εργατικής τάξης, την εκμετάλλευση και τη βαναυσότητα. Να χρησιμοποιήσει ένα λόγο ανθρωπιστικό; Να επισημάνει τη σκληρότητα, να αφηγηθεί τις προσωπικές ιστορίες και να απευθυνθεί στο συναίσθημα. Να επικαλεστεί την τέχνη; Να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει τα υλικά της πραγματικότητας για να πει μια άλλη ιστορία. Να γίνει ερευνητής και δημοσιογράφος; Να καταγράψει και να μαζέψει τις μαρτυρίες και τα γεγονότα.

Βρέθηκα την Κυριακή στο Εμπρός σε μια εκδήλωση – συζήτηση με μαρτυρίες θυμάτων της φασιστικής βίας ενόψει της δίκης της Χρυσής Αυγής. Εκεί διαπίστωσα ότι ο λόγος που εκφέρεται από τα ίδια τα θύματα (ή μάλλον τους ανθρώπους που έχουν δεχτεί φασιστικές επιθέσεις) είναι ένας ενιαίος λόγος, συνδυάζει όλες τις πιθανές εκδοχές και προσεγγίσεις. Είναι πολιτική ανάλυση και συναισθηματική επίθεση, είναι ανθρωπιά και αφήγηση της πρόσφατης ιστορίας.

Όσο και να λες ότι ασχολείσαι ή ενημερώνεσαι για τέτοια ζητήματα, η απευθείας επαφή με τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που δέχτηκε τη φασιστική επίθεση σε καθηλώνει. Τα περιστατικά φυσικά είναι αναρίθμητα και οι λεπτομέρειες σε μεταφέρουν σε όλων των ειδών τις δυστοπίες.

Μια γυναίκα από το Περού περιγράφει σενάριο ταινίας του Ινιαρίτου. Ελεγκτές και μπάτσοι, ενώ αυτή συνεργάζεται και με το παραπάνω, προσφέρεται να πληρώσει, να της κόψουν κλήση που δεν είχε εισιτήριο (αν και πήγαινε να ανανεώσει τη μηνιαία κάρτα για τις συγκοινωνίες και είχε νωρίτερα συνεννοηθεί με τον οδηγό) την κατεβάζουν από το λεωφορείο. Τη βρίζουν, τη χτυπούν, τη δένουν με χειροπέδες και την πάνε στο τμήμα. Όλα αυτά μπροστά στο έντρομο παιδί της. Εκεί δεν της επιτρέπουν να πάει στην τουαλέτα. Την ξαναβρίζουν, τις δένουν με χειροπέδες πόδια και χέρια. Την έχουν χωρίσει από το παιδί της που βρίσκεται αλλού στο τμήμα. Η γυναίκα έχει πρόβλημα στο πόδι (ρήξη μηνίσκου). Αυτοί όμως το χαβά τους. Ρωτάνε από πού είναι και άλλα σχετικά. Για ώρα της αρνούνται οποιαδήποτε επικοινωνία. Με τον άντρα της ή με δικηγόρο. Η γυναίκα έχει απελπιστεί. Κατουριέται πάνω της δεμένη στο κρατητήριο. Λέει «ποτέ στη ζωή μου δεν έχω νιώσει τόση ντροπή και τόση οργή». Όταν επιτέλους έρχεται ο άντρας της, του δίνουν το παιδί να το πάει σπίτι και αυτή την κρατάνε. Έχει κι άλλο ακόμη. Την πάνε στη Νίκαια να την εξετάσει ψυχίατρος γιατί απ’ τη συμπεριφορά της, κρίνει μία αστυνομικός ότι ίσως δεν θα έπρεπε να της επιτρέπεται να είναι με τα παιδιά της. Εκεί ο γιατρός αρνείται να την εξετάσει χωρίς εισαγγελική παραγγελία. Την πάνε στο Σισμανόγλειο. Εκεί ένας άλλος γιατρός αφού ακούει την ιστορία της, λέει στους αστυνομικούς να την πάνε σπίτι και στην ίδια προτείνει να κάνει καταγγελία, να πάρει τα στοιχεία τους και να κάνει μήνυση. Πριν φτάσει η ίδια σπίτι, τη συμβουλεύουν να μην κινήσει τίποτα διαδικασίες. «Όλοι είναι δικοί μας. Μάρτυρες στο τμήμα και οι ελεγκτές του λεωφορείου», λέει ο μπάτσος. Όσο μιλάει σκέφτομαι να κρατάω σημειώσεις, να πω την ιστορία της σωστά και αναλυτικά. Δε γίνεται. Η έντασή της είναι τρομαχτική. Στο τέλος περιγράφει την πεντάχρονη κόρη της. Τις προάλλες είδε ένα μπάτσο και γύρισε και είπε στη μάνα της να μην ανησυχεί «δεν θα τους αφήσει να της ξανακάνουν τίποτα». Τελειώνει, οι άνθρωποι που παρακολουθούν χειροκροτούν, γιατί δεν μπορούν να κάνουν κάτι άλλο με τα χέρια τους. Αν δεν χειροκροτούσαν θα έπρεπε να μπήγουν τα νύχια τους στις θέσεις, να ξεριζώνουν τα μάτια και τ’ αυτιά τους.

IMG_1584

Λίγο νωρίτερα ένας άντρας από το Αφγανιστάν, χρόνια στην Ελλάδα, μας εξηγεί πόσο φοβούνται οι συμπατριώτες του να κάνουν καταγγελία. Μας λέει ότι κάποτε μπήκαν στην κοινότητα Αφγανών στην Κυψέλη μπάτσοι και μεταξύ άλλων που έκαναν, τον χτύπησαν. Όταν πήγε στο τμήμα, να κάνει αυτό που προτρέπει τους άλλους μετανάστες να κάνουν, να καταγγείλει το περιστατικό, του είπαν «ετοιμάσου να περάσεις τρεις μέρες στο κρατητήριο». Έφυγε άπραγος με αναμνηστικό τα αίματα στο κεφάλι. Μας περιγράφει μια πολύ σύντομη ιστορία. Μια γυναίκα, μετανάστρια, με μαντήλα είναι στην ουρά στην τράπεζα. Ξαφνικά έρχεται ένας από πιο πίσω, της βγάζει τη μαντήλα και της δίνει ένα χαστούκι. Λέει και κάτι του στιλ «αυτά να τα φοράς στη χώρα σου». Δεκάδες, εκατοντάδες περιπτώσεις. Λέει και λέει κι αν τον αφήναμε ακόμη θα έλεγε.

Μιλάει η μητέρα του πιτσιρικά που δύο φασίστες είχαν μαχαιρώσει στο πρόσωπο στο Παλαιό Φάληρο. Μιλάει για αγκυλωτούς σταυρούς που της έχουν γράψει στο αυτοκίνητο και το σπίτι. Μιλάει για απειλές στο τηλέφωνο. Μιλάει για την εμπειρία της στην ασφάλεια Κυψέλης. Για τον πρώην διευθυντή εκεί. Και πάλι η αστυνομία. Που έχει σχέσεις με τη Χρυσή Αυγή, που καλύπτει, αν δεν συμμετέχει και η ίδια σε επιθέσεις και βασανιστήρια. Η γυναίκα που μιλούσε τώρα, περιγράφει μια κόλαση και λέει «αυτόν το δρόμο δεν μπορείς να τον πας μόνος σου». Λέει ότι δεν υπάρχει καμία στήριξη από την αστυνομία, από τη δικαιοσύνη, από τη ΓΑΔΑ, από πουθενά. Μόνο ό,τι καταφέρει ο κόσμος μόνος του, μιλώντας, κάνοντας ενέργειες, φτιάχνοντας συλλογικότητες.

Όλοι οι άνθρωποι που μιλάνε και λένε τις ιστορίες τους, δικές τους και άλλων, μιλούν για το φόβο. Τι σημαίνει να κοιτάς πίσω σου όταν περπατάς. Τι σημαίνει να σου επιτίθενται στα καλά καθούμενα, όταν είσαι μόνος και ανυπεράσπιστος. Δικαίως μιλούν γι’ αυτά και δικαίως φοβούνται. Υπάρχουν κάποιοι (κυρίως αριστεροί αλλά όχι μόνο) που και προχθές και γενικά, μιλάνε εύκολα, λένε ότι «είμαστε περισσότεροι, θα νικήσουμε επειδή θα είμαστε ενωμένοι». Η γνωστή αισιοδοξία, τα μέτωπα, η ζωή και η αριστερά που θα νικήσει. Η πραγματικότητα δείχνει κάτι τελείως διαφορετικό. Όχι πως όλα είναι μαύρα και πως δεν υπήρχαν νίκες του κινήματος. Αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ σκληρή. Και από την απόσταση μικρόκοσμων ή συνελεύσεων που ποτέ δεν αντιμετώπισαν το πρόβλημα στην πραγματική ζωή, μπορείς να μιλάς αισιόδοξα. Όμως η γυναίκα από το Περού βασανίστηκε και εξευτελίστηκε μόλις πριν από λίγες εβδομάδες.

Ορθά λοιπόν η Χρυσάνθη Τσιμπίδου, που είχε δεχτεί επίθεση από φασίστες το μακρινό 2002, είπε ότι η αριστερά είχε τότε υποτιμήσει το φαινόμενο Χρυσή Αυγή. Θα επιμείνω και θα πω ότι συνεχίζει να το υποτιμά. Αστυνομία και φασίστες συνεχίζουν το έργο τους και οι αναλύσεις περί μετώπων ή θεωρητικών σχημάτων, δε βοηθάνε στο πραγματικό πρόβλημα. Δηλαδή δεν αντιμετωπίζουν το φόβο των ανθρώπων που κινδυνεύουν στ’ αλήθεια. Δεν προστατεύουν τους ανθρώπους που είναι στο δρόμο.

Η αλληλεγγύη μας, αυτό το χιλιοειπωμένο σύνθημα, αυτό το ξεθωριασμένο πανό που σέρνουμε δεξιά κι αριστερά σε κάθε ευκαιρία, πρέπει να λάβει ένα πολύ πιο σύνθετο περιεχόμενο. Πράγματα και ενέργειες γίνονται, αλλά είναι πολύ λίγα για την συγκεκριμένη πραγματικότητα που ζούμε. Η κατάσταση είναι πέρα από κάθε ανάλυση που έχουμε κάνει. Η έκταση των επιθέσεων δεν έχει καμία σχέση με καμία καταγραφή που έχει γίνει. Ίσως χωρίς να το έχουμε καταλάβει ή έστω μετρήσει σοβαρά, έχουμε ζήσει ένα τεράστιας έκτασης υπόγειο πογκρόμ διαρκείας. Αναφέρθηκε προχθές ότι για παράδειγμα τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει δεκάδες (ακούστηκε ο αριθμός 50 αν θυμάμαι καλά) επιθέσεις σε ανθρώπους με αναπηρία. Και να για παράδειγμα ακόμη μια περίπτωση που η υποκρισία μας χτυπάει κόκκινο. Ξέρουμε μόνο να αναπαράγουμε το κείμενο του Χατζιδάκι για το νεοναζισμό και που και που να ανεβάζουμε καμιά φωτογραφία με αυτοκίνητα παρκαρισμένα πάνω σε ράμπες. Δεν ξέρουμε όμως για αυτές τις 50 επιθέσεις. Δεν μιλάμε για την Χρυσή Αυγή και την ρητορική της περί ευγονικής. Δεν ξέρουμε και δε μετράμε καλά την πραγματικότητα.

Η πραγματικότητα είναι ζόρικη. Ο φόβος είναι δικαιολογημένος και όποιος δεν τον νιώθει κρύβεται πίσω από ρητορικές ή πίσω από την προσωπική του ασφάλεια. Η αλληλεγγύη μας θα πρέπει να επανανοηματοδοτηθεί, να αναζητήσει νέους τρόπους και πιο στιβαρές ενέργειες. Η Μιρέλα Λόπεζ, η γυναίκα που λέγαμε από το Περού, όταν περιγράφοντας αυτό που της συνέβη, παρασύρεται από τη μνήμη και την ένταση, ξεσπάει, «μπάτσοι και κυβέρνηση είναι μαζί. Εμείς που είμαστε τίποτα». Δεν το λέει για να υπογραμμίσει την ήττα. Η Λόπεζ συνεχίζει, συμμετέχει σε συλλογικότητα, προσπαθεί να αντιμετωπίσει όπως μπορεί το ρατσισμό των θεσμών και του δρόμου. Αλλά η κουβέντα της στοιχειώνει όλο το θέατρο Εμπρός και όλη την πόλη. «Εμείς που είμαστε τίποτα». Εμείς που είμαστε τίποτα έχουμε κάτι να πούμε και πολύ περισσότερο κάτι να κάνουμε;


11046858_1046868885330513_1706479222499045079_o

 

* Υπενθύμιση: σήμερα, στο lacandona για ένα από τα χιλιάδες θύματα αυτής της ζόρικης πραγματικότητας, για ένα μόνο από τα θύματα της ελληνικής πραγματικότητας των τελευταίων χρόνων. Λέγεται Ουαλίντ Τάλεμπ και είναι ένας από τους πιο δυνατούς ανθρώπους που ξέρω. Εδώ και εβδομάδες σκέφτομαι μόνο μία σκηνή. Ο Ουαλίντ έχει καταθέσει μέσα στο δικαστήριο, καθισμένος σχεδόν γόνατο με γόνατο, μερικά χιλιοστά από τους βασανιστές του. Έχει πει όσα δεν μπορεί άνθρωπος να πει. Έχει πει όσα ο ίδιος ντρέπεται και φοβάται να πει. Βγαίνει λοιπόν έξω. Στα μάτια του έχει δάκρυα, είναι σε φοβερή ένταση, έχει σφίξει τη γροθιά του και τη δαγκώνει με δύναμη. Θα την έχετε δει αυτή την χειρονομία, αυτή την κίνηση, σε οριακές στιγμές. Ένας άνθρωπος δαγκώνει τη γροθιά του για να μην διαλυθεί, να μην καταρρεύσει, να μην ανοίξει το στόμα του και καταπιεί όλο τον κόσμο. Αυτό τον κόσμο τον θλιβερό, τον κόσμο της ανελευθερίας και της βαρβαρότητας. Κάθε μέρα από κείνη τη μέρα, σκέφτομαι τη γροθιά που δαγκώνει ο Ουαλίντ και σκέφτομαι ότι εμείς πρέπει να κοιτάμε κάτω. Να κοιτάμε κάτω και να είμαστε εκεί.




Όποιος ξέρει τι σημαίνει σχολικός εκφοβισμός να σηκώσει το χέρι

 

Στο σχολείο άκουγα σε διάφορα “ονόματα”. Φυτό ή για έμφαση φυτούκλα, περικοκλάδα και άλλα ουσιαστικά από το φυτολόγιο ενώ αποκλειόμουν από τα αθλητικά παιχνίδια ως άχρηστη-όχι ότι τα κατάφερνα ιδιαίτερα αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα.  Επίσης τις περισσότερες φορές δεν περιλαμβανόμουν σε ομαδικά παιχνίδια και συζητήσεις και τις μαθητικές αταξίες τις μάθαινα πάντα τελευταία. Δεν ένιωσα πως ήμουν θύμα σχολικού εκφοβισμού, αλλά μήπως έκανα λάθος;

Γιατί τελικά τι είναι ο σχολικός εκφοβισμός;

Ο σχολικός εκφοβισμός δεν έχει μόνο μία όψη. Δεν σημαίνει μόνο βία σωματική και επιθετικότητα. Μπορεί να είναι λεκτικός, κοινωνικός, σωματικός αλλά και ηλεκτρονικός. Στη σύντομη εμπειρία μου ως εκπαιδευτικός σε δημοτικό σχολείο συνάντησα αρκετές φορές τις τρεις πρώτες μορφές και λιγότερες την τελευταία.

Είδα παιδιά να αποκλείονται από την ομάδα εξαιτίας του πάχους τους(κοινωνικός), άλλα να δέχονται εξευτελιστικά σχόλια εξαιτίας μια πρώιμης σεξουαλικής διαφοροποίησης(λεκτικός) ενώ δεν έλειψαν και τα περιστατικά σωματικής βίας απέναντι σε παιδιά φαινομενικά αδύναμα ή σε παιδιά μεταναστών. Δεν θα κρύψω πως ούτε εγώ αλλά ούτε και το σύνολο του εκπαιδευτικού προσωπικού ήταν πολλές φορές ικανό να αποτρέψει τέτοια περιστατικά προστατεύοντας τα θύματα του bullying καθώς ότι σταματούσε στο χώρο του σχολείου συνεχιζόταν έξω από αυτό με τις ευλογίες των γονιών που καμάρωναν τους νταήδες γιους  που κλότσησαν το φυτό, τον Αλβανό, τον τσιγγάνο, τον χοντρό ή που έφτυσαν την άσχημη, μυωπική συμμαθήτρια.

photo Thomas Ricker

photo Thomas Ricker

Σήμερα το πρωί έστειλα το ίδιο μήνυμα σε 13 εκπαιδευτικούς ζητώντας τους να μου περιγράψουν από την εκπαιδευτική τους εμπειρία  περιστατικά σχολικού εκφοβισμού. Με λύπη μου διαπίστωσα πως όλοι είχαν να μιλήσουν για ένα περιστατικό. Ίσως δεκατρείς άνθρωποι δεν είναι ένα ικανό δείγμα προκειμένου να αξιολογήσουμε τις συνθήκες που επικρατούν στις σχολικές αίθουσες γενικά, είναι όμως αριθμός ικανός να γεννήσει ερωτήματα.

Η Γ.Μ. δασκάλα καλλιτεχνικών σε δημοτικό σχολείο, περιγράφει:

Ήταν τετάρτη δημοτικού, ένα παιδάκι σαφώς απομονωμένο, μικρόσωμο σε σχέση με τα παιδιά της ηλικίας του. Είχε αναπτύξει έναν χαρακτήρα μάλλον γκρινιάρικο και γεμάτο άρνηση. Στο ολοήμερο λοιπόν, θυμάμαι ένα παιδί -φαντάσου, μικρότερο κατά 2 χρόνια αλλά πιο ξετσουπισμενο-μαζί με κάποια αλλά, χώσανε τον Γιώργο κοροϊδεύοντας τον, στις τουαλέτες των κοριτσιών. Αυτό. καταλαβαίνεις όλες τις συνεκδοχές. Το παιδί δεν είχε καμία θηλυπρέπεια, δεν είχε όμως και έντονη αγορίστικη συμπεριφορά. Κάθε φορά που του την πέφτανε, το αντιμετώπιζε με παραίτηση.

Δεν θα ξεχάσω τον μικρό Γιάννη, το μοναδικό παιδάκι στην πρώτη δημοτικού που φορούσε γυαλιά. Οι συμμαθητές του δεν έχαναν ευκαιρία να τον πειράζουν κολλώντας τις μύξες τους στα γυαλιά του. Ούτε θα ξεχάσω όταν κανείς δεν ήθελε να πιάσει το χέρι του παιδιού από την Βουλγαρία στον κύκλο που τους ζήτησα να κάνουν. Και τη μικρή που κρυβόταν πίσω μου ενώ μια παρέα παιδιών φώναζε σε ρυθμό συνθήματος “μου-σου-λμα-να”. Μικρά περιστατικά που σε τόσο μικρά παιδιά σε κάνουν να σαστίζεις. Δεν είναι η κίνηση που έχει τόση σημασία αλλά αυτό που κουβαλάει. Μια κοινωνία ρατσιστών και βασανιστών με έφεση στην ψυχολογική βία

Η Χ. Π. δασκάλα αφηγείται:

Έχει ξεσπάσει ένταση ανάμεσα στα κορίτσια της έκτης. Αυτό γίνεται ακόμη πιο φανερό όταν καλούνται να βρουν με ποια θα κοιμηθούν στην επικείμενη εκδρομή. Ένα κορίτσι από την παρέα μένει εκτός δωματίων. Παράλληλα στο διάλειμμα κυκλοφορεί μόνο του. Τι είχε συμβεί; Δυο κορίτσια από την ομάδα είχαν τσακωθεί και η πλειοψηφία τάχθηκε με τη μία κοπέλα απομονώνοντας την άλλη. Στα διαλείμματα την προσπερνούσαν και κάθε φορά που τύχαινε να βρεθούν γύριζαν το πρόσωπό τους από την άλλη πλευρά. Παράλληλα, όλο αυτό συνεχιζόταν στα σπίτια τους μέσω facebook, με αναρτήσεις και σχόλια που έκαναν την κατάσταση χειρότερη.

Ο ηλεκτρονικός εκφοβισμός είναι μια μορφή  bullying που δεν θα πρέπει να παραβλέπεται. Οι έφηβοι έχουν ιδιαίτερη σχέση με τα κοινωνικά δίκτυα και τα κακόβουλα σχόλια ή οι επιθετικές και εξευτελιστικές αναρτήσεις από συμμαθητές ενέχουν μια βιαιότητα και μπορούν να προκαλέσουν τραύματα εξίσου επικίνδυνα με αυτά της λεκτικής ή σωματικής βίας.

Ο σχολικός εκφοβισμός είναι ένα θέμα που είναι και θα είναι πάντα επίκαιρο. Ένα ζήτημα που οφείλουμε να δουλέψουμε προκειμένου να εκλείψει. Ένα πείραγμα , ένα κοροϊδευτικό βλέμμα, μια κλωτσιά μπορεί να φαίνονται μικρά στα μάτια μας, ποτέ όμως δεν θα μάθουμε πραγματικά πως αυτό καθρεφτίζεται στις ψυχές των παιδιών που καλούνται να τα υποστούν.

Η Μ. Κ. δασκάλα θεατρικής αγωγής θυμάται:

[..]πριν 2-3 χρόνια παιδιά τρίτης δημοτικού να έχουν κυκλώσει στο διάλειμμα μια συμμαθήτρια τους που ήταν παιδί πολύ χαμηλών τόνων και να την περιγελούν. Δεν υπήρξε σωματική βία αλλά έντονη λεκτική με αποτέλεσμα το κορίτσι ν’ αρνείται να έρχεται στο σχολείο για πολύ καιρό.

Οι ισορροπίες είναι λεπτές και τα όρια δυσδιάκριτα όπως στην περίπτωση του Άλεξ Μεσχισβίλι στη Βέροια όπου όλα ξεκίνησαν με λεκτικό εκφοβισμό για τη διαφορετικότητα του χαρακτήρα του. Αυτές τις μέρες η υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη που εξαφανίστηκε στα Γιάννενα έχει προκαλέσει αίσθηση. Σύμφωνα με μαρτυρίες το αγόρι υπήρξε θύμα bullying. Κανείς δεν ξέρει που βρίσκεται, τι κάνει ή τι σκέφτεται.

Καταλήγω πως σε τέτοιου είδους περιστατικά τη μεγαλύτερη ευθύνη τη φέρει τελικά αυτός που βλέπει αλλά σιωπά, ο συνένοχος θεατής. Μήπως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε απλά να κοιτάμε;

φωτο Γιάννης Νικολόπουλος

φώτο Γιάννης Νικολόπουλος

Ακολουθούν μικρά και σκόρπια που ξεχώρισα από τις περιγραφές εκπαιδευτικών:

“Τον λένε βρομιάρη, βλάκα, κάθονται μακριά, κλείνουν μύτες, γελάνε κι όλα αυτά μπροστά του. Αυτός αντιδρά άλλοτε χαζογελώντας, άλλοτε επιτιθέμενος βρίζοντας τους” Κ.Γ

“Θυμάμαι ένα Κινεζάκι που έχουμε στο σχολείο και τον κορόιδευαν γιατί όταν πρώτο ήρθε δεν ήξερε καθόλου ελληνικά” Γ.Λ

“Ένα παιδί από Αλβανία που ήρθε φέτος στην πέμπτη. Τον δίνουν για όλα, φταίει για τα πάντα και τον αποκαλούν κοριτσάκι” Κ.Γ.

“Στο διάλειμμα, τα παιδιά της έκτης τον κοροϊδεύουν για τα κιλά του, τον φωνάζουν χοντρό και δεν σταματούν ακόμη κι όταν τους λέει ότι ενοχλείται” Χ.Π.

 

 

 

 

 




Εμείς πρέπει να κοιτάμε κάτω

3

 

Ο Ουαλίντ είναι από την Αίγυπτο. Έχουμε την ίδια ηλικία πάνω κάτω. Εργαζόταν στη Σαλαμίνα κάνα χρόνο. Όταν πήγε να ζητήσει τα λεφτά που του χρωστούσαν, τον χτύπησαν και τον έβρισαν και τον εξευτέλισαν. Για ώρες. Τον έδεσαν και τον βασάνιζαν. Για ώρες. Ο ιδιοκτήτης του φούρνου, ο γιος του, ένας άλλος μετανάστης από την Αλβανία και ένας φίλος της οικογένειας.

(Στα Αμπελάκια είχαμε αφήσει τον Ουαλίντ μόνο)

Από τότε προσπαθεί να φέρει τη ζωή του στα ίσια της. Προσπαθεί να επανέλθει σωματικά μπας και βρει κανά μεροκάματο. «Όταν κοιτάζω πάνω, κάτι το μάτι μου και μετά όλα μαύρα» θυμάμαι να λέει. Από κείνη την καταραμένη μέρα προσπαθεί να τελειώσει με τις δίκες. Προσπαθεί να αποδοθεί η δικαιοσύνη. Η δική του έχει πάρει τέσσερις αναβολές. Τέσσερις.

(Συνεχίσαμε να τον αφήνουμε μόνο)

Ο φούρναρης κυκλοφορεί στους δρόμους της Σαλαμίνας και απειλεί τον Ουαλίντ όπου τον βλέπει. Του κάνει νοήματα, του φωνάζει πως θα τον σκοτώσει. Ο νταής, ο φασίστας που ακόμα και στο δικαστήριο έχει το θράσος να πουλάει μαγκιά.

(Έπρεπε να ήμασταν όλοι εκεί, όλες εκείνες τις φορές)

Την πρώτη φορά που γνώρισα τον Ουαλίντ ήθελα να του ζητήσω συγνώμη. Ήθελα να πέσω στα πόδια του και να του ζητήσω συγνώμη. Συγνώμη που υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, συγνώμη που σε αφήσαμε μόνο σου ως τώρα. Ο Ουαλίντ δε σε κοιτάει εύκολα στα μάτια, συνήθως κοιτάει κάτω. Εμείς πρέπει να κοιτάμε κάτω, σκέφτομαι κάθε φορά που το παρατηρώ.

***

Και αυτό κάπου εδώ σταματάει. Ο Ουαλίντ δεν πρέπει και δε θα είναι μόνος πια. Ο Ουαλίντ έχει εμάς, πρέπει να έχει εμάς. Την Τρίτη 10 Μαρτίου στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιά ο Ουαλίντ πρέπει να έχει όλους εμάς.

 

*η ιστορία του Ουαλίντ εδώ




Ουαλίντ Τάλεμπ

 

Κάθομαι δίπλα στον Ουαλίντ Τάλεμπ (Walid Talb). Είναι ένας πολύ ευγενικός και ντροπαλός άνθρωπος. Χαμογελάει εύκολα και απαντάει με προθυμία σε ερωτήσεις που μια έχουν να κάνουν με τη ζωή στην Αίγυπτο και μια με αυτό που συνέβη τρία χρόνια πριν. Δεν είμαι δημοσιογράφος για να μπορώ να διατηρώ μια συνέχεια στη ροή των ερωτήσεων. Κάθε φορά που περιγράφει μια λεπτομέρεια για αυτό που του έκαναν στη Σαλαμίνα, μου έρχεται αυτόματα η διάθεση να αλλάξω κουβέντα. Να βγω λίγο έξω από το μαγαζί να πάρω μια ανάσα. Απορώ με το κουράγιο αυτού του ανθρώπου. Ο Ουαλίντ Τάλεμπ κάθεται δίπλα μου με το καπέλο και το χαμόγελό του και η ύπαρξή του είναι μια σειρά υπενθυμίσεων.

4

Την ερχόμενη Τρίτη, 10 Μαρτίου, στο τριμελές εφετείο κακουργημάτων Πειραιά θα γίνει η δίκη της υπόθεσης του Αιγύπτιου εργάτη. Η δίκη έχει ήδη αναβληθεί τέσσερις φορές.

Αντιγράφω από την Αυγή (Οκτώβριος του 14): «Σε κλάματα ξέσπασε το θύμα του άγριου βασανισμού Ουαλίντ Ταλέμπ έξω από την αίθουσα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά, στην είδηση μίας ακόμα αναβολής, της πέμπτης κατά σειρά, για την υπόθεσή του. Και παρά το γεγονός ότι η κακοποίηση του Ουαλίντ από τους εργοδότες του το καλοκαίρι του 2012 στη Σαλαμίνα είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη και είχε προκαλέσει το διεθνές ενδιαφέρον, ο άτυχος Αιγύπτιος κατά τη διαδικασία ήταν απελπιστικά μόνος, καθώς το κύμα αλληλεγγύης που είχε τότε ξεσηκωθεί χθες μετριόταν σε μια χούφτα ανθρώπους».

Η ιστορία είναι μάλλον γνωστή. Ή για να είμαι πιο ακριβής, θα πρέπει να πω ότι γνωστή είναι η φωτογραφία που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2012 και η οποία έδειχνε έναν κακοποιημένο άνθρωπο χτυπημένο και τυλιγμένο με μια αλυσίδα να κάθεται μπροστά σε ένα δέντρο. Ο Ουαλίντ Τάλεμπ δούλευε σε ένα φούρνο στη Σαλαμίνα, για λίγο πάνω από ένα χρόνο. Πριν τον Ουαλίντ εργάζονταν στο φούρνο συνολικά τέσσερα άτομα, τρεις έψηναν και ένας μπροστά στην εξυπηρέτηση. Ο Ουαλίντ λέει ότι όταν έπιασε δουλειά αυτός, το αφεντικό του, έδιωξε τους άλλους τρεις «μάστορες» (όπως χαρακτηριστικά τους λέει). Από τρεις μισθούς λοιπόν, έδινε πια μόνο έναν κι αυτόν σημαντικό μειωμένο σε σχέση με τους προηγούμενους. Ο Ουαλίντ έμενε σε ένα σπίτι μαζί με άλλους μετανάστες. Αυτοί, επειδή δεν είχαν χαρτιά και φοβόνταν μήπως τους πιάσει η αστυνομία, έδιναν τα λεφτά που μάζευαν να τα κρατάει ο Ουαλίντ μέχρι να τα στείλουν στην οικογένειά τους στην Αίγυπτο ή όπου αλλού. Ο Ουαλίντ τα κράταγε σε μια τσάντα που έπαιρνε μαζί του κάθε πρωί στο φούρνο. Κάποια μέρα, το ποσό που είχε μαζευτεί στην τσάντα – χωρισμένο σε φακέλους με το όνομα του κάθε μετανάστη – είχε φτάσει στα 12.000. Επειδή ακριβώς το ποσό ήταν μεγάλο, ο Ουαλίντ για να αισθάνεται πιο ασφαλής, είπε στο αφεντικό του για την τσάντα. Του είπε ότι έχει μέσα τόσα χρήματα και ότι την έχει μαζί στο δωμάτιο του μαγαζιού που δούλευε. Σημειώνω ότι τις ίδιες μέρες ο Ουαλίντ είχε ζητήσει από τον ιδιοκτήτη του φούρνου να πληρωθεί, γιατί του οφείλονταν δεδουλευμένα δύο μηνών.

 

2

Ο Ουαλίντ μου λέει ότι το μεσημέρι, λίγο πριν κλείσει το μαγαζί, το αφεντικό του μπήκε στο πίσω μέρος του καταστήματος εκεί που είναι ο φούρνος και τα μηχανήματα, εκεί που δηλαδή δούλευε ο Ουαλίντ. Τον ρώτησε κάτι για τα λεφτά που ζητάει ο Ουαλίντ. Μετά τον χτύπησε. Ύστερα ήρθαν κι άλλοι στο δωμάτιο (ο γιος του αφεντικού κι άλλοι δύο), οι οποίοι συμμετείχαν στο ξύλο. Ο Ουαλίντ μου περιγράφει ότι το αφεντικό του πήρε την τσάντα με τα λεφτά και αφού τον χτύπησαν, τον έδεσαν με αλυσίδες χειροπόδαρα, έφεραν ένα φορτηγάκι και το πάρκαραν στην είσοδο του μαγαζιού. Αφού σιγουρεύτηκαν ότι δεν περνούσε κανείς, τον έβαλαν στο φορτηγάκι. Τον πήγαν σ’ ένα στάβλο και τον έδεσαν. Τον βασάνισαν. Ο ίδιος έκλαιγε και τους παρακαλούσε να ξεσφίξουν την αλυσίδα, γιατί δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Φεύγοντας κάποια στιγμή, ο γιος του ιδιοκτήτη, του είπε ότι θα πάει να φέρει όπλο, θα τον σκοτώσουν και θα τον πετάξουν στη θάλασσα. Όταν έφυγαν από το στάβλο, ο Ουαλίντ κατάφερε να δραπετεύσει, σπάζοντας την αλυσίδα που τον κράταγε δεμένο στο ξύλο, με μια πέτρα. Χωρίς να βλέπει καλά και με τις αλυσίδες ακόμη πάνω του, έτρεξε μέσα από χωράφια, μέχρι που κατέρρευσε μπροστά σ’ αυτό το δέντρο που είδαμε όλοι στη φωτογραφία.

Τον βρήκε ένας άνθρωπος, πήγαν στην αστυνομία. Τα κατήγγειλε όλα. Η αστυνομία τον άκουσε και τον κράτησε εκεί. Έμεινε ματωμένος, πρησμένος, με σκισμένο κεφάλι, χτυπημένο πόδι και το αριστερό του μάτι σε κακό χάλι για τρεις μέρες στο κρατητήριο. Δεν είχε χαρτιά βλέπεις. Αμέσως μετά μεταφέρθηκε στο αλλοδαπών. Μετά από 5 μέρες τον πήγαν επιτέλους στο νοσοκομείο.

Όχι δεν πρόκειται για ταινία με θέμα το Mississippi  του 1930. Μιλάμε για τη Σαλαμίνα και την Ελλάδα του 2012. Στο αφεντικό του Ουαλίντ απαγγέλθηκαν κατηγορίες για αρπαγή, ληστεία, απρόκλητη σωματική βλάβη, προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας και απασχόληση αλλοδαπού χωρίς άδεια παραμονής. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, έχουν υπάρξει ήδη τέσσερις αναβολές στην υπόθεση, η τελευταία επειδή δεν υπήρχε διερμηνέας.

Όσο ακραία κι αν είναι η υπόθεση (είναι όμως στ’ αλήθεια; Ας θυμηθούμε και τη Μανωλάδα) δεν θα πρέπει να ειδωθεί ως μια μεμονωμένη περίπτωση. Ο βασανισμός του Αιγύπτιου εργάτη Ουαλίντ Τάλεμπ έχει πολλές προεκτάσεις και συγκεκριμένο υπόβαθρο. Ο Ουαλίντ περιγράφει ότι κάποια Σάββατα ή Κυριακές, πριν από μοιράσματα της Χρυσής Αυγής, το αφεντικό του έλεγε να ετοιμάσει τυρόπιτες τις οποίες μοίραζε στον πλαϊνό δρόμο του φούρνου στα μέλη της οργάνωσης. Τότε δεν ήξερα τι είναι αυτές οι μπλούζες, λέει.

1

Ο Ουαλίντ λοιπόν είναι το ξένο παράνομο φτηνό εργατικό δυναμικό. Είναι ταυτόχρονα και ο απλήρωτος εργάτης που όταν ζητάει τα δεδουλευμένα του, συναντάει τη γροθιά και το ξύλο. Είναι ο ανώνυμος μετανάστης που πληρώνει στην πράξη και πολύ ακριβά τον ελληνικό φασισμό που επανέκαμψε δριμύτερος τα τελευταία χρόνια. Είναι ο ξένος εργάτης που δουλεύει για τρεις και πληρώνεται λιγότερο απ’ τον έναν. Είναι ο ξένος που πρησμένος και ματωμένος φτάνει στην αστυνομία κι αυτή τον στέλνει όχι στο γιατρό, αλλά στο κελί. Είναι ο μόνος του, που δέχεται απειλές και τραμπουκισμούς και η τριγύρω κοινωνία σωπαίνει, ενώ το κίνημα (κι εγώ μαζί) γράφει ποστ.

Από το Νοέμβριο του 2012  ο Ουαλίντ Τάλεμπ δεν έχει καταφέρει να δουλέψει. Προσπάθησε να δουλέψει σε οικοδομικές εργασίες, αλλά δεν μπορούσε. Έβαφε, αλλά μόλις σήκωνε τα μάτια να κοιτάξει ψηλά, ζαλιζόταν. Εντωμεταξύ καταγγέλλει ότι οι απειλές και οι τραμπουκισμοί συνεχίζονται. Μου λέει, ότι προχθές Δευτέρα, το πρώην αφεντικό του τον πέτυχε σ’ ένα βενζινάδικο. Του φώναζε ότι θα τον σκοτώσει. «Δεν φοβάμαι (γενικά) γιατί έχω κόσμο μαζί μου, αλλά όταν μου φώναζε αυτός χωρίς οι άλλοι να κάνουν τίποτα, φοβάμαι». Ο κόσμος που ήταν εκεί δεν μίλησε. Όταν έφυγε μόνο ο φούρναρης, του είπαν δυο λόγια. Εμείς είμαστε εδώ μη φοβάσαι. Ο Ουαλίντ μου λέει ότι μετά απ’ όλα αυτά, βλέπει (και του λένε) ότι η δουλειά στο φούρνο έχει πέσει. Ίσως είναι κάτι κι αυτό. Αν η ντόπια κοινωνία δεν μιλάει και δεν παρεμβαίνει, τότε ίσως μια ελάχιστη απάντηση είναι σε αυτό το πεδίο, στο οποίο ο κόσμος μας μπορεί να συνεννοηθεί. Στο οικονομικό.

Σήμερα ο 32χρονος Ουαλίντ μου λέει ότι θα ήθελε να μείνει στην Ελλάδα. Να φέρει τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά τους και να ζήσουν εδώ. Εξακολουθεί να ζαλίζεται μόλις σηκώσει λίγο το βλέμμα. Έχει πρόβλημα με το ένα πόδι και με το αναπνευστικό του. Βλέπει μια φορά τη βδομάδα γιατρό και ψυχολόγο. Ο φόβος είναι ένας πολύ ζόρικος κι επίμονος εχθρός. Ψυχολογικά είναι σε πολύ εύθραυστη κατάσταση, όπως άλλωστε είναι λογικό. Τον βοηθάνε κάποιοι άνθρωποι μεμονωμένοι, για το κίνημα καλύτερα να μη μιλήσουμε. Λέμε να τον κεράσουμε ένα φαΐ, αλλά, είπαμε, ντρέπεται, κάθε φορά που του απευθύνω το λόγο διακόπτει και τις ελάχιστες πιρουνιές του. Δεν θέλει, λέει, λεφτά απ’ το πρώην αφεντικό του. Μόνο όσα πήρε απ’ την τσάντα (τα μισά περίπου επέστρεψε, τα άλλα όχι) για να τα δώσει πίσω στους υπόλοιπους.

Προσπαθώ να τον καταλάβω, είναι αδύνατον. Έχει περάσει από μια κόλαση που δεν μπορεί να συλλάβει το μυαλό μου. Κάνουμε τη γνωστή εξωτική συζήτηση για τα φαγητά. Φαλάφελ (που φτιάχνει για τον αδερφό του τα πρωινά) και ful. Λέει τι ωραίο ψωμί έφτιαχνε. Τυρόπιτες και μπουγάτσες. Λέει για την Αλεξάνδρεια, απ’ όπου ήρθε. Είναι πολύ ωραία. Μιλάει καλά ελληνικά, αλλά τα επίθετα που χρησιμοποιεί είναι περιορισμένα. «Πολύ ωραίο το ful, πολύ ωραίο η Αλεξάνδρεια». Αλλά ο τρόπος που μιλάει υπερνικά τη χρήση του ίδιου επιθέτου. Η φάτσα του, ολόκληρη ένα χαμόγελο, ο τρόπος που κουνάει τα χέρια. Χαίρεται όλος απ’ την κορυφή ως τα νύχια και ίσως για λίγο να ξεχνιέται. Δεν ξέρω, δηλαδή ελπίζω.

Ο Ουαλίντ Τάλεμπ είναι 32 χρονών. Βρίσκεται στην Ελλάδα τέσσερα χρόνια. Δούλεψε, τον λήστεψαν (με χίλιους δύο τρόπους) και τον βασάνισαν. Παραμένει, εν πολλοίς, σχεδόν μόνος. Ο Ουαλίντ Τάλεμπ δεν είναι ο Ουαλίντ Τάλεμπ. Είναι και ο νεκρός Μοχάμεντ Καμαρά που πέθανε στο ΑΤ Κηφισίας και δεν βρίσκονται τα χρήματα για την ταφή του. Είναι και ο ανώνυμος εργάτης που τρέχει και πίσω απ’ αυτόν τρέχουν οι σφαίρες της Μανωλάδας. Είναι και ο ανώνυμος μετανάστης που ξεφτιλίζει ο αστυνομικός έλεγχος στην Γ’ Σεπτεμβρίου. Είναι όλοι οι έγκλειστοι στην Αμυγδαλέζα.

Η ιστορία του είναι η ιστορία των χρόνων μας, η ιστορία της Ελλάδας. Είναι όλη μας η αδράνεια, η αδιαφορία, η απάθεια, ο κυνισμός και η κατρακύλα προς τον φασισμό.

***

+ ένα σχόλιο για τον Ουαλίντ και για μας.

+ η σελίδα στο facebook Αλληλεγγύη στον Ουαλίντ Τάλεμπ




Η νέμεση που δεν έρχεται ποτέ

 

Πριν από λίγες μέρες πραγματοποιήθηκε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ένα συνέδριο με τίτλο «Από την Απελευθέρωση στα Δεκεμβριανά- Μια τομή στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας». Παρακολούθησα την εισήγηση της 21ης Νοεμβρίου σχετικά με τους δοσίλογους και τους συνεργάτες τους. Ένας από τους ομιλητές, ο κος Μ. Αθανασόπουλος, διδάκτωρ Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πελοποννήσου, αναφέρθηκε στην τιμωρία των δοσίλογων και τις δίκες τους, στην περιοχή της Μεσσηνίας την περίοδο 1945 με 1953. Κατέγραψα κάποιες πληροφορίες από την εισήγησή του. Η στρατηγική που φαίνεται να ακολούθησε το κράτος σε σχέση με τις δεκάδες κατηγορίες που απορρίφθηκαν πριν καν φτάσουν στα δικαστήρια, μου θύμισε τα δεκάδες περιστατικά ρατσιστικής βίας που δεν φτάνουν σήμερα στα δικαστήρια.

Μπορεί η συσχέτιση μεταξύ των δύο να μοιάζει μακρινή, νομίζω όμως ότι υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ τους και αυτό ίσως να είναι η σχέση των θυτών με τους κρατικούς  μηχανισμούς και η ασυλία που τους παρέχεται.

tagmatasfalitis

Ταγματασφαλίτες

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Στην περίπτωση τον δοσίλογων της Μεσσηνίας και σύμφωνα με τον Αθανασόπουλο, οι καταγγελίες αφορούσαν «ισχυρούς τοπικούς παράγοντες» και «απλούς πολίτες». Οι κατηγορίες για τους απλούς πολίτες, που αφορούσαν ένα ευρύ φάσμα, «ξεκινούσε από την απλή εκδήλωση φιλοϊταλικών ή φιλογερμανικών αισθημάτων και έφτανε μέχρι τη συνειδητή συνεργασία με τους κατακτητές σε οικονομικό επίπεδο και καταδόσεις, έως και φόνους κρυπτόμενων ανδρών των συμμαχικών δυνάμεων και των Ελλήνων αντιστασιακών». Με λίγα λόγια, οι κατηγορούμενοι ως δοσίλογοι ευθύνονταν είτε για συνεργασία με τον κατακτητή, είτε για καταδόσεις και δολοφονίες αντιστασιακών και συμμάχων.

Σήμερα σώζονται 111 δοσιλογικά βουλεύματα εκ των οποίων μόνο 16 υποθέσεις έφτασαν σε δίκη και τελικά μόνο δύο απ’ αυτές ολοκληρώθηκαν. «Απορρίφτηκαν σχεδόν όλες οι μηνυτήριες καταγγελίες» αναφέρει ο Αθανασόπουλος. Οι λόγοι ποικίλουν και έχουν να κάνουν,  είτε με την ανεπάρκεια των στοιχείων, είτε με την αναίρεση των καταθέσεων των μαρτύρων για διάφορους λόγους. Ο Αθανασόπουλος περιγράφει τη στάση των δικαστικών αρχών ως εξής:  «Οι δικαστικές αρχές προσπαθούσαν να αποσυνδέσουν  τις σχέσεις των ταγμάτων ασφαλείας με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, προκειμένου να βάλουν τις υποθέσεις στο συρτάρι και να δικαστούν ως ποινικοί και όχι ως δοσίλογοι». Συνεχίζει λέγοντας,  ότι προσπαθούσαν να το παρουσιάσουν ως « αντίποινα των πράξεων των ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ» ή ως « αποτέλεσμα της εμφύλιας διαμάχης που ήδη είχε ξεσπάσει». Εν ολίγοις, οι δικαστικές αρχές υποστήριζαν με τη στάση τους, ότι οι φόνοι από τα τάγματα ασφαλείας γίνονταν λόγω πολιτικών διαφορών, που προέκυπταν από τις προσωπικές πολιτικές διαφωνίες και δεν είχαν να κάνουν με την στοχοποίηση των αντιστασιακών ή των κομμουνιστών. Κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να στηθούν τα κατηγορητήρια περί δοσιλογισμού  και  δικάζονταν (όσοι δικάστηκαν) σε ποινικά δικαστήρια. Τέλος, οι δικαστικές αρχές, σύμφωνα με την εισήγηση του Αθανασόπουλου, μιλούσαν για «καλά και κακά τάγματα ασφαλείας», προσπαθώντας να αποδώσουν τις πράξεις των δραστών σε μεμονωμένα περιστατικά και όχι στο σύνολο της δράσης και της λογικής των ταγμάτων ασφαλείας.  Με λίγα λόγια, οι δικαστικές αρχές και αντίστοιχα κάποια Μέσα της εποχής εκείνης, προσπάθησαν να αποκρύψουν τις πραγματικές σχέσεις των ταγμάτων ασφαλείας και των πολιτών με τους κατακτητές, προκειμένου πιθανότατα, να μην εκθέσουν τους κρατικούς μηχανισμούς που συνεργάζονταν με τους κατακτητές. (τάγματα ασφαλείας και αστυνομία)

mixaloliakos_pappas

Ρατσιστικές επιθέσεις

Στην περίπτωση των περιστατικών ρατσιστικής βίας, παρατηρούμε τα εξής. Σύμφωνα με την έκθεση του 2013 από το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, έχουν καταγραφεί «166 περιστατικά ρατσιστικής βίας με τουλάχιστον 320 θύματα». Η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων (146) είναι μετανάστες και οι υπόλοιποι είναι άτομα που ανήκουν στη ΛΟΑΤ κοινότητα, καθώς και μια συνήγορος θυμάτων.

Από τα 166 περιστατικά ρατσιστικής βίας που έχουν καταγραφεί από το Δίκτυο, μόνο «33 έχουν καταγγελθεί στην αστυνομία και έχει κινηθεί η ποινική διαδικασία». Σύμφωνα με την ίδια έκθεση «η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων δεν θέλει να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες κυρίως λόγω φόβου που σχετίζεται με την έλλειψη νομιμοποιητικών εγγράφων». Στη συνέχεια όμως αναφέρεται η « απροθυμία ή αποθάρρυνση και  σε ορισμένες περιπτώσεις  άρνηση στην πράξη των αστυνομικών αρχών να συμπράξουν για υποβολή μήνυσης.  Επίσης κάποια θύματα δεν επιθυμούσαν να προβούν σε καταγγελία επειδή έχουν υπάρξει στο παρελθόν θύματα αστυνομικής βίας ή επειδή γνωρίζουν ότι οι θύτες έχουν σχέσεις με την αστυνομία ή και τη Χρυσή Αυγή και φοβούνται ότι θα στοχοποιηθούν. Επίσης αναφέρθηκε η έλλειψη εμπιστοσύνης των θυμάτων στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης με αποτέλεσμα πολλά από αυτά να θεωρούν μάταιο να κινήσουν κάποια διαδικασία».

Στη σελίδα της ομάδας δικηγόρων για την Πολιτική Αγωγή του  Αντιφασιστικού Κινήματος (jailgoldendawn.com) και συγκεκριμένα στην ενότητα με τις Ανεξιχνίαστες Δολοφονίες, παρατηρεί κανείς  ότι ενώ έγιναν δολοφονίες ή επιθέσεις που υπήρχαν μάρτυρες, η αστυνομία δεν προχώρησε τις έρευνες ή έβγαλε γρήγορα πορίσματα περί «ξεκαθαρισμάτων λογαριασμών» ή «αυξημένης εγκληματικότητας στην περιοχή». Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπήρχαν δημόσιες δηλώσεις των δραστών στο ίντερνετ, οι υποθέσεις μπήκαν στο συρτάρι. Οι πρώτες φορές που αναγνωρίζεται το ρατσιστικό κίνητρο είναι στις δίκες για τον εμπρησμό στο κατάστημα υπηκόου από το Καμερούν στην Κυψέλη και φυσικά σε αυτή των δολοφόνων του Σαχζάτ Λουκμάν.  Σίγουρα οι αποφάσεις αυτές θεωρούνται κομβικές και ενθαρρύνουν τα θύματα να καταγγέλλουν επίσημα τις επιθέσεις, όπως και τις δικαστικές αρχές να προχωρούν στην εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων. Παρόλα αυτά, η εμπειρία μέχρι τώρα μας δείχνει πως κάτι τέτοιο θα αλλάξει μόνο αν σταματήσει η ασυλία των δραστών, των συνεργών τους και κυρίως των επισήμων αρχών που εμπλέκονται.

Ομοιότητες

Όπως ανέφερα και παραπάνω, ίσως η συσχέτιση των δικών των δοσίλογων με αυτές των περιστατικών ρατσιστικής βίας να φαίνεται μακρινή, αλλά η αλήθεια είναι πως υπάρχουν αρκετά κοινά σημεία.

Οι καταγγελίες και στις δύο περιπτώσεις απορρίπτονταν και απορρίπτονται  λόγω ανεπάρκειας των στοιχείων ή λόγω αναίρεσης των καταθέσεων από τους μάρτυρες. Η ανεπάρκεια των στοιχείων αφορά κυρίως τις έρευνες  που χρειάζεται να γίνουν από τις διωκτικές αρχές,  προκειμένου να στηθεί το κατηγορητήριο. Σε πολλές περιπτώσεις, η αστυνομία φαίνεται να κωλυσιεργεί με αποτέλεσμα να εξαφανίζονται κρίσιμα στοιχεία ή να μην κάνει απολύτως τίποτα . Η αναίρεση των καταθέσεων των μαρτύρων έχει να κάνει, υποθέτω,  με το φόβο του στίγματος και της στοχοποίησης. Πολλοί από τους δοσίλογους έμπαιναν μετά την απελευθέρωση στον Εθνικό στρατό και έτσι οι μάρτυρες είχαν πια να αντιμετωπίσουν ένα κομμάτι του κρατικού μηχανισμού και όχι απλά έναν άνθρωπο. Άρα οι καινούριες θέσεις που οι πρώην ταγματασφαλίτες άρχισαν να κατέχουν, λειτουργούσαν ως ανασταλτικός παράγοντας για τους μάρτυρες. Αντίστοιχα συμβαίνει και με τα θύματα της ρατσιστικής βίας. Τα θύματα δεν θέλουν να τα βάλουν με τους θύτες γιατί σε πολλές περιπτώσεις, κι αυτό ήδη αποδεικνύεται στην περίπτωση της Χ.Α., σχετίζονται με την αστυνομία ή  καλύπτονται απ’ αυτήν. Και στις δύο περιπτώσεις τα θύματα είχαν να αντιμετωπίσουν κάτι περισσότερο από έναν θύτη. Είχαν να αντιμετωπίσουν το επίσημο κράτος και τους μηχανισμούς του.

Επίσης υπάρχει και ένα ακόμα κοινό στις δυο αυτές περιπτώσεις και αυτό είναι η στάση των δικαστικών αρχών. Τόσο  στις υποθέσεις των δοσίλογων όσο και στα περιστατικά ρατσιστικής βίας που έχουν φτάσει στη δικαιοσύνη, οι δικαστικές αρχές έδειξαν τη διάθεση τους να μπουν οι υποθέσεις στο συρτάρι. Περιγράφοντας τα περιστατικά ως  «ξεκαθαρίσματα λογαριασμών» ή αποτέλεσμα «προσωπικών διαφορών» το κατηγορητήριο είτε κατέρρεε, είτε απλά η υπόθεση εκδικαζόταν σαν μια απλή υπόθεση του κοινού ποινικού δικαίου. Στην περίπτωση των δικών των δοσίλογων, οι δικαστικές αρχές προσπαθούσαν να αποσυνδέσουν τα τάγματα ασφαλείας από τον επίσημο κρατικό μηχανισμό της Κατοχής, όπως για χρόνια προσπαθούσαν (κι ακόμα προσπαθούν) να αποσυνδέσουν τη σχέση της Χ.Α. με την αστυνομία.  Ακόμα και στην περίπτωση της δίκης της Χ.Α. που αναμένεται,  στο βούλευμά του, ο εισαγγελέας Ι. Ντογιάκος απορρίπτει τις καταγγελίες συμμετοχής του Σπυρίδη (αστυνομικός που καταγγέλθηκε ότι εκπαίδευε μέλη της Χ.Α. στη Ρόδο) στη Χ.Α., παρόλο που ο ίδιος κατέβηκε ως υποψήφιος περιφερειακός σύμβουλος με τη Χ.Α., στις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές. Μια τέτοια πρόταση από τον εισαγγελέα φανερώνει τη διάθεση των δικαστικών και διωκτικών αρχών να αποφύγουν να ενώσουν τα τάγματα εφόδου της Χ.Α. με την ελληνική αστυνομία και άλλα θεσμικά όργανα.

Όπως προανέφερα, οι δικαστικές αρχές και στη συνέχεια κάποιες εφημερίδες της εποχής, προσπάθησαν να περάσουν συνολικά την εικόνα μιας εμφύλιας διαμάχης. Όταν ξεκίνησαν οι δίκες των δοσίλογων ανά τη χώρα, σχεδόν όλες οι εφημερίδες κράτησαν μια στάση κατά του δοσιλογισμού και έδειξαν πίστη στη δικαιοσύνη ότι θα καταδικαστούν οι δράστες. Κατά τη διάρκεια των δικών, κάποιες εφημερίδες αρχίζουν να αλλάζουν την αφήγηση τους είτε ενισχύοντας το εμφυλιακό κλίμα (θεωρία των δύο άκρων) , είτε υποβιβάζοντας το μέγεθος του δοσιλογιστικού φαινομένου και αποκόβοντας το από το κράτος. Στην εφημερίδα «ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΥΡΗΚΑΣ» οι δοσίλογοι είναι μια «μικρά μειονότης». Στην μεταπτυχιακή εργασία του Γιώργου Νικητόπουλου «Η δίωξη των δοσίλογων της κατοχής στην Πάτρα: τα πρακτικά των δικών και οι εφημερίδες της πόλης» ο ίδιος αναφέρει: «η κριτική του “ΝΕΟΛΟΓΟΥ” (σ.σ. εφημερίδα της εποχής που ισχυριζόταν ότι και το ΕΑΜ συνεργάστηκε με τους κατακτητές) είναι υπερβολική και έχει μάλλον άλλο στόχο από την καταγραφή της αλήθειας. Στην προκειμένη περίπτωση ο “κόκκινος φασισμός” αδυνατεί να ξεχωρίσει από τον Γερμανικό και τον Ιταλικό, με τους οποίους εμφανίζεται να δρα οργανωμένα. Μ’ αυτόν τον τρόπο υποστηρίζεται ότι τα μέσα, οι στόχοι και οι σκοποί μεταξύ τους δεν διαφέρουν σε τίποτα. Κατά συνέπεια ο Γερμανικός φασισμός είναι ταυτόσημος του κομμουνισμού ,συμπέρασμα στο οποίο ουσιαστικά στοχεύει και η εφημερίδα»

Ερχόμενοι στο σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε την προσπάθεια ορισμένων μέσων (εφημερίδων και καναλιών) να δημιουργήσουν μια παρόμοια θεωρία. Σύμφωνα με το defence.net η δολοφονία Φύσσα «Πρόκειται ξεκάθαρα για συμπλοκή μεταξύ δύο ατόμων και όχι για επίθεση ομάδας ή «τάγματος εφόδου», ενώ στην εφημερίδα Δημοκρατία γράφεται «Οι 600.000 ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μιάσματα, εγκληματίες ή νεοναζί. Ούτε μπορούν να συνεχιστούν συλλήβδην οι φυλακίσεις των ηγετικών στελεχών της χωρίς χειροπιαστές αποδείξεις που να τεκμηριώνουν εγκληματική δράση στην κατεύθυνση της ανατροπής του Πολιτεύματος. Αν αυτό δεν γίνει γρήγορα αντιληπτό, θα οδηγηθούμε σε καταστάσεις ανωμαλίας, εκτροπής και ρατσιστικού τύπου περιθωριοποίησης του 10% του εκλογικού σώματος. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται…»

Οι συγκεκριμένες ακροδεξιές εφημερίδες επιχειρούν να πετύχουν το ίδιο πράγμα με τις αντίστοιχες εφημερίδες του ’45. Η δολοφονία του Φύσσα είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό προσωπικών διαφορών και η ευθύνη για τη δολοφονία του δεν είναι συλλογική αλλά ανήκει σε κάποιος που λειτούργησαν μεμονωμένα.  Όπως αντίστοιχα και σε κάποιες περιπτώσεις των ταγματασφαλιτών της Μεσσηνίας.

Αντίστοιχα τις επιθέσεις στους μετανάστες προσπαθούν να τη χωρέσουν στην αφήγηση ότι «το κέντρο έχει καταληφθεί από απροσδιόριστες φυλές» που το έχουν μεταβάλει «σε ένα απροσπέλαστο γκέτο βίας, ανομίας, παραβατικότητας και τρόμου» (Γ. Πρετεντέρης, Τα Νέα, 2011)υπονοόντας ότι οι όποιες επιθέσεις είναι αντίποινα της απαράδεκτης κατάστασης που βιώνουμε. Και φυσικά το φτάνουν μέχρι και στο σημείο να μιλήσουν για σοβαρή και ασόβαρη Χρυσή Αυγή (Μπ.Παπαδημητρίου, Σκαϊ, 2013) όπως οι δικαστικές αρχές το ’45 μιλούσαν τότε για καλά και κακά τάγματα ασφαλείας.

Η στάση των δικαστικών αρχών και εν τέλει του ίδιου του κράτους στις υποθέσεις των δοσίλογων το ’45 με ’53 είναι ενδεικτική για να θεωρήσουμε ότι μιλάμε για μια προσπάθεια απόκρυψης της σχέσης των ταγμάτων ασφαλείας με τους κατακτητές. Κάτι αντίστοιχο μπορούμε να πούμε για τη στάση των δικαστικών αρχών και του κράτους σήμερα, σε σχέση με τα περιστατικά ρατσιστικής βίας που φτάνουν στα δικαστήρια. Και σε αυτήν την περίπτωση μπορούμε να πούμε πως επιχειρείται η απόκρυψη της σχέσης των θυτών (που στη πλειοψηφία είναι μέλη ακροδεξιών ομάδων όπως η Χ.Α.) με τους κρατικούς μηχανισμούς (ΕΛ.ΑΣ, Μπαλτάκος κλπ). Όλοι μαζί συγκαλύπτουν τους δράστες και τα πραγματικά τους κίνητρα γράφοντας μια διαφορετική ιστορία. Μια ιστορία που δε μιλάει για φασισμό, ρατσισμό ή κρατική ανοχή. Μια ιστορία που μιλάει για δύο άκρα, για θύματα που έχουν προσωπικές διαφορές με τους θύτες και που τα τάγματα ασφαλείας και αντίστοιχα τα τάγματα εφόδου διαχωρίζονται σε καλά και κακά.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται με διαφορετικό προσωπείο αλλά κοινές τακτικές.  Μέχρι και σήμερα το κράτος χρησιμοποιεί το παρακράτος για να μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, χωρίς εκκαθαρίσεις ή δικαιοσύνη. Το κράτος βολεύεται από τις δράσεις των εκάστοτε ταγμάτων για να τους κάνει τη βρώμικη δουλειά, όσο εκείνοι τάζουν «εθνική νέμεσι»* και ότι «θα κάνουν τα πάντα» *.

 

 

*1 «Η Εθνική Νέμεσις θα είναι αδυσώπητος» εναντίον των προδοτών της πατρίδας, Γ.Παπανδρέου, 18/10/1944, Ο Λόγος της Απελευθερώσεως.

*2 «Η υπόθεση της Χρυσής Αυγής έχει πάρει τον δρόμο της δικαιοσύνης. Θα κάνουμε τα πάντα», Αντώνης Σαμαράς, 30/09/2013

 

 




τα κενά της συλλογικής μνήμης: οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης

 

Υπάρχει αυτή η γνωστή φράση που λέει «ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο των απατεώνων» και αποδίδεται στον Samuel Johnson. Τη θυμήθηκα τις προάλλες με την υπόθεση Καρατζαφέρη. Είναι κλισέ και χιλιοειπωμένη φράση. Όπως κάθε τέτοια φράση, όσο περισσότερο την ακούς τόσο νιώθεις πως η φράση μένει σταδιακά γυμνή από νόημα και σημασία, καταλήγοντας σιγά σιγά σε έναν απλό ήχο, φθόγγοι στη σειρά που ξεστομίζονται για να μην ειπωθεί τίποτα. Το πρόβλημα με τη φράση όμως είναι ότι, αν και επιεικής, εξακολουθεί να βρίσκει το κέντρο του στόχου.

Έβλεπα το εξαιρετικά ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ «Εκτός Ιστορίας, By-standing and standing-by» της Φωφώς Τερζίδου. Εκεί παρακολουθούμε την περίπτωση της ιστορίας των Εβραίων της Θεσσαλονίκης κατά την κατοχή και μετά την απελευθέρωση. Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης είναι έτσι κι αλλιώς μια περίεργη υπόθεση, αφού είναι κάτι που δεν ακούς συχνά, κάτι που αν δεν είσαι από τη Θεσσαλονίκη μπορεί να μην το ήξερες καν, κάτι που ώρες ώρες μοιάζει με μυστικό ή για μια ιστορία των αρχαίων χρόνων. Όλα έχουν την εξήγησή τους και εκτός απ’ τον πατροπαράδατο ελληνικό ρατσισμό, θα βρούμε στο ντοκιμαντέρ και άλλους λόγους για την απόκρυψη ή τέλος πάντων αποφυγή της συζήτησης της παρουσίας των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη.

Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης αντιμετώπισαν διώξεις και εκτόπιση κατά την Κατοχή, κάτι που όμως φανταζόμαστε. Αυτό που ίσως δε φανταζόμαστε, αλλά πιθανώς θα έπρεπε, είναι η στάση των υπόλοιπων συμπολιτών απέναντι τους. Το χριστιανικό στοιχείο, συνδυάζοντας τον αντισημιτισμό των Ναζί με τη δίψα για πλουτισμό, είδε στην γερμανική κατοχή μια χρυσή ευκαιρία. Η ευκαιρία αυτή είχε το όνομα «περιουσίες των Εβραίων». Στο ντοκιμαντέρ περιγράφονται φοβερά πράγματα.

  • Καταδόσεις προκειμένου να μπορέσουν με άνεση να αρπάξουν τη λεία όσων Εβραίων συλλαμβάνονταν. Προγραφές των πιο καλών σπιτιών. Διάφοροι ενδιαφερόμενοι είχαν ήδη σημειώσει τα σπίτια που θα έπαιρναν.
  • Ο θεσμός των «μεσεγγυούχων» (όσοι δηλαδή διαχειρίστηκαν τα περιουσιακά στοιχεία του εβραϊκού στοιχείου ενώ αυτοί έλειπαν στα διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας. Όταν κάποιοι Εβραίοι επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη μετά τον πόλεμο, οι μεσεγγυούχοι δεν είχαν διάθεση να παραδόσουν τον πλούτο, τα καταστήματα και τα σπίτια. Σ’ αυτή την απόπειρα κλοπής, που σε γενικές γραμμές ευοδώθηκε, βρήκαν σύμμαχο την ελληνική γραφειοκρατία που ξέρει πότε και πώς να κινείται, αν πρέπει να εξυπηρετήσει τα παιδιά της).
  • Τα μπόνους των Ναζί. Περιουσιακά στοιχεία των Εβραίων δίνονταν σε ντόπιους που τους είχαν ήδη βοηθήσει ή που θα συνεργάζονταν μαζί τους. Οι ταγματασφαλίτες και αυτοί που σήμερα αποκαλούμε δωσίλογοι επιβραβεύονταν από τους Ναζί. Όχι ηθικά, όχι ιδεολογικά, αλλά υλικά, στον τομέα δηλαδή που τελικά έχει σημασία.

4

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η ιστορία με το εβραϊκό νεκροταφείο. Στο ντοκιμαντέρ παρακολουθούμε την αφήγηση του πως τελικά οι Γερμανοί πίεσαν και εξανάγκασαν τους Εβραίους  να τους παραχωρήσουν το χώρο που βρισκόταν το νεκροταφείο, εξυπηρετώντας ουσιαστικά ένα παλιότερο αίτημα του ελληνικού κράτους (ποιο ελληνικό κράτος; Μα υπήρχε τότε ελληνικό κράτος; Μα βέβαια υπήρχε, πριν κατά τη διάρκεια και μετά την Κατοχή). Στο ντοκιμαντέρ ακούμε ότι πολλά απ’ τα σημερινά κτίσματα της Θεσσαλονίκης (όπως ο Άγιος Δημήτριος) οικοδομήθηκαν έχοντας ως υλικά, μεταξύ άλλων, τις ταφόπλακες απ’ το παλιό νεκροταφείο των Εβραίων.

Εν ολίγοις, ο αντικομουνισμός, ο αντισημιτισμός και γενικά ο ρατσισμός είχε πάντα πολυπλοκότερο κίνητρο από ένα ιδεολογικό υπόβαθρο. Τα χρήματα και τα ακίνητα είναι η πιο γρήγορη οδός προς τον πατριωτισμό. Και πατρίδα μας μπορεί να μην είναι οι Γερμανοί, ακόμη περισσότερο όμως πατρίδα μας δεν είναι οι Εβραίοι ή οι αριστεροί.

Όπως και να ‘χει ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον από τη συνεργασία Ναζί και ντόπιων (κάτι που άλλωστε συνέβη σχεδόν παντού στην Ευρώπη) έχει ότι μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε ότι το εβραϊκό στοιχείο αντιμετώπιζε προβλήματα και πριν την Κατοχή. Η δίωξή τους είχε ξεκινήσει πολύ πιο πριν από το 1942. Ίσως το πρόβλημα να ξεκίνησε με τον εμπρησμό του συνοικισμού Κάμπελ το 1931. Ίσως το πρόβλημα να ξεκίνησε με το σχηματισμό και τη δημιουργία των εθνικιστικών οργανώσεων. Ίσως το πρόβλημα να ξεκίνησε με τον ερχομό των προσφύγων, οι οποίοι για χρόνια φιλοξενήθηκαν σε εβραϊκά σχολεία και συναγωγές. Ίσως το πρόβλημα να ξεκίνησε το 1912, όταν η Θεσσαλονίκη έγινε ελληνική με τη βούλα και στο ελληνικό κράτος δεν πολυάρεσε το γεγονός ότι στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν 80.000 Εβραίοι, το 50% περίπου δηλαδή των κατοίκων. Το 1940 υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη 56.000 Εβραίοι, αχ αυτός ο Μεσοπόλεμος και οι ηγέτες του. Ίσως το πρόβλημα πάει ακόμη πιο πίσω, στο πως ιδρύθηκε και πάνω σε ποιες συγκεκριμένες βάσεις στήθηκε το ελληνικό κράτος.

1

Αλλά εντάξει, μέρες που είναι, ας σκεφτούμε ότι υπάρχουν και άλλου είδους ιστορίες. Στο ντοκιμαντέρ αναφέρεται η συγκινητική ιστορία των Εβραίων της Κατερίνης και το πώς αυτοί σώθηκαν με τη βοήθεια των ντόπιων κατοίκων, αλλά και ανθρώπων που υπηρετούσαν στην κρατική μηχανή. Η ιστορία είναι πολύ ενδιαφέρουσα και αξίζει να την αφηγηθεί το ίδιο το ντοκιμαντέρ κι όχι να γίνει απλά εδώ μια περίληψη. Κρατάω την άποψη μιας ιστορικού που λέει ότι τη μεγάλη διαφορά μεταξύ εξόντωσης και σωτηρίας στο θέμα των Εβραίων δεν την έκανε η παρουσία και η επιμονή των Ναζί, αλλά η συμπεριφορά των συμπολιτών τους.

Ακόμη πιο πολύ, κρατάω κάτι που λέει ο Στράτος Δορδανάς, καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ευρωπαϊκής και Βαλκανικής Ιστορίας. Ο καθηγητής μιλάει για δύο καταλόγους απωλειών (τα ντόπια θύματα των Ναζί και το εβραϊκό στοιχείο που εξοντώθηκε) από την κατοχή και παρατηρεί ότι αν αυτός ο κατάλογος δεν γίνει ένας, δεν πρόκειται να μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά. Πολύ σημαντική παρατήρηση, αλλά αναρωτιέμαι τι θα συμβεί αν αυτός ο κατάλογος γίνει ένας. Πως θα χωρέσουμε σ’ αυτό τον κατάλογο μαζί τα θύματα που εκτέλεσαν οι Ναζί και τα θύματα (έστω έμμεσα) των ανθρώπων που αναδύθηκαν αργότερα ως νέα αστική τάξη με τα λεφτά των άλλων. Πως θα χωρέσουμε στην κυρίαρχη αφήγησή όλα αυτά που τώρα αρνούμαστε να δούμε, δηλαδή τι σήμαινε συνεργάτης των Γερμανών, τι σήμαινε να πλουτίζεις μέσα στην κατοχή, τι σήμαινε να οργανώνεις και να συμμετέχεις σε εθνικιστικές οργανώσεις, τι σήμαινε να διώκεις την ετερότητα (και ποια ήταν η κυρίαρχη εικόνα του Εβραίου τότε, ήταν μόνο ο πλούσιος όπως λέει το στερεότυπο σήμερα ή ήταν και ο σοσιαλιστής, ήταν ο Μπεναρόγια ας πούμε), τι σήμαινε αντίσταση του ντόπιου στοιχείου και ένα σωρό άλλες ερωτήσεις που δε χωράνε στον τρόπο που βλέπουμε τον τόπο και το παρελθόν.

Αλλά πάντα υπάρχει μια απάντηση απ’ τους απολογητές των ταγμάτων ασφαλείας και θιασώτες του δόγματος «η πολλή αντίσταση βλάπτει, εξαγριώνει τους κατακτητές» ή απ’ τους άλλους, τους αριστερούς, που θέλουν να καθησυχάσουν και να κάνουν ευκολότερους διαχωρισμούς και κατηγοριοποιήσεις. Ό,τι δεν εξυπηρετεί την οπτική μας μένει εκτός ιστορίας. Σαν τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης που δεν εξοντώθηκαν ξαφνικά μια μέρα στο βαγόνι ενός τρένου για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά που εξοντώνονταν διαρκώς επί χρόνια και χρόνια.

Trailer of the documentary By-standing and standing-by — Εκτός Ιστορίας from www.bystandingandstandingby.com on Vimeo.