1

Πώς τελειώνουν τα Ferguson

 

Παρακολουθούμε σήμερα τις διαμαρτυρίες στην Αμερική μετά την απόφαση (άλλη μια απόφαση) του σώματος των ενόρκων για τη μη παραπομπή σε δίκη του αστυνομικού Daniel Pantaleo για τη δολοφονία του Eric Gardner. Πριν καλά καλά τα δημοσιογραφικά βανάκια μαζέψουν κάμερες, φωτογραφικές και μικρόφωνα από το Ferguson, κατευθύνονται προς τη Νέα Υόρκη για να καλύψουν ένα παρόμοιο γεγονός. Πηγαίνουμε σαν υπνωτισμένοι από μη παραπομπή σε μη παραπομπή και από hashtag σε hashtag. Από το hands up, don’t shoot φτάνουμε στο i can’t breathe με ταχύτητα αστραπής, χωνεύοντας εύκολα την πραγματικότητα και κρατώντας το, μάλλον άστοχο πανό, black lives matter. Το σύνθημα αυτό με όλες τις καλές του προθέσεις αποκαλύπτει πόσο έχει ξεφύγει η συζήτηση. Θα πρέπει να φωνάξουμε και να επιχειρηματολογήσουμε σχετικά με την αξία της ζωής των μαύρων.

Αλλά προς το παρόν, θα επιμείνω για λίγο με τα του Ferguson, αφού την ώρα πάντα που φεύγουν οι κάμερες, μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα την πορεία των πραγμάτων.

Μικρά μικρά μετά την απόφαση

Λίγες μέρες μετά την απόφαση για τη μη παραπομπή του Darren Wilson, ο αστυνομικός θα παραιτηθεί. Στο γράμμα του αναφέρει ότι ελπίζει «η παραίτησή του να βοηθήσει την κοινότητα να γιατρέψει τις πληγές της». Σημειώνει κιόλας ότι του λένε ότι αν συνέχιζε να δουλεύει στην αστυνομία αυτό θα δημιουργούσε πρόβλημα τόσο στους συναδέλφους του, όσο και στους κάτοικους της περιοχής, οπότε παρόλο που θα ήθελε να παραμείνει στη θέση του, έπρεπε να παραιτηθεί. Ο Daren Wilson παραιτείται και παίρνει μαζί του περίπου 400.000 δολάρια, τα οποία μαζεύτηκαν από δωρεές των υποστηρικτών του (εδώ υπάρχει μία από τις σελίδες που μαζεύονταν λεφτά και η οποία έκλεισε χωρίς ειδοποίηση κάποια στιγμή πριν ένα μήνα). Οι δωρεές έγιναν και μέσω ενός οργανισμού που λέγεται Shield of Hope και ο οποίος κάνει ακριβώς αυτή τη δουλειά, μαζεύει χρήματα από δωρεές για τη νομική υποστήριξη αστυνομικών που κάθε φορά κατηγορούνται. Κατά τ’ άλλα ο business manager του σωματείου των αστυνομικών (ναι έχουν και τέτοιο) δήλωσε ότι όποια χρήματα δεν χρησιμοποιηθούν για έξοδα σχετικά με την υπεράσπιση του Wilson θα επιστραφούν. Και κάπου εδώ σ’ αυτό το σημείο αρχίζει μια συζήτηση για ΜΚΟ και φορολογικά την οποία δεν παρακολούθησα για ευνόητους λόγους. Άρχισε να πονάει το κεφάλι μου και άρχισε κάτι να μυρίζει άσχημα.

Λίγες μέρες μετά την απόφαση εκτός από την παραίτηση του Wilson, στο κέντρο των συζητήσεων θα έρθει να τοποθετήσει τον εαυτό του ο Rudy Juliani, ο γνωστός πρώην δήμαρχος Νέας Υόρκης. Τον Juliani θυμίζω ότι εκθειάζουν διάφοροι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως φιλελεύθεροι στο δικό μας μικρό χωριό εξαιτίας του γεγονότος ότι κατά τη δημαρχεία του εφάρμοσε τη θεωρία του «Σπασμένου Παράθυρου» και πολέμησε τη μικρή παραβατικότητα με μανία. Παραθέτω μια φράση που μας θυμίζει πολλά απ’ όσα ακούμε την περίοδο των μνημονίων («φταίει πάντα και κυρίως αυτός που δε ζήτησε απόδειξη») «It’s the street tax paid to drunks and panhandlers. It’s the squeegee men shaking down the motorist waiting at a light. It’s the trash storms, the swirling mass of garbage left by peddlers and panhandlers, and open-air drug bazaars on unclean streets». Αυτός λοιπόν ο φωτισμένος άνθρωπος βγήκε στην εκπομπή Meet the Press όπου μεταξύ άλλων απάντησε στην ερώτηση του (μαύρου) Eric Dyson γιατί οι λευκοί αστυνομικοί σκοτώνουν μαύρους. Η απάντησή του ήταν ότι «οι λευκοί αστυνομικοί δεν θα ήταν καν εκεί αν δεν σκοτωνόσαστε μεταξύ σας το 70 με 75% του χρόνου. Σταματήστε τους σκοτωμούς κι έτσι δεν θα χρειάζεται να βρίσκονται λευκοί αστυνομικοί σε μαύρες περιοχές». Ύστερα πρόσθεσε κάτι ακόμη πιο σημαντικό στη δημιουργία της αφήγησης. Το να πιέζεις, λέει, ένα σώμα ενόρκων προς μία συγκεκριμένη απόφαση είναι Αντι – αμερικανισμός.

Αντι – αμερικάνοι χαρακτηρίστηκαν από κάποιους και οι πέντε παίκτες των St.Louis Rams, ομάδας του NFL, για την κίνηση που έκαναν στο γήπεδο να σηκώσουν τα χέρια ψηλά, κίνηση που συνδέεται με τις διαμαρτυρίες για τη μη παραπομπή σε δίκη του Daren Wilson. Εκεί το πράγμα πήρε και άλλες διαστάσεις καθώς η αστυνομία ζήτησε από την ομάδα να απολογηθεί γι’ αυτό το περιστατικό, η ομάδα αρνήθηκε και πάει λέγοντας. Ας κρατήσουμε όμως την ευκολία με την οποία βγαίνει στην επιφάνεια και χρησιμοποιείται η κατηγορία «αντιαμερικανισμός».

Μικρά μικρά για τις ταραχές

Επιστροφή για λίγο στα δικά μας. Παρατηρούμε τις τελευταίες μέρες ότι αρθρώνεται ένας λόγος που λέει το εξής: προσοχή με τις αντιδράσεις σχετικά με τον Ρωμανό. Αυτό περιμένει η ΝΔ για να παρουσιαστεί ως παράταξη του νόμου και της τάξης. Ο σύριζα θα χάσει. Η πόλωση συμφέρει την κυβέρνηση και τον αυταρχισμό.

Ένας τύπος όμως με το όνομα Will Falk μας λέει ότι ίσως οι ταραχές να μην είναι απαραίτητα κακό πράγμα. Ο Flak πιθανότατα ακροβατεί λίγο παραπάνω απ’ όσο επιτρέπουν τα γούστα του μέσου τηλεθεατή που ωρύεται ότι καίγεται η πόλη του, αλλά νομίζω η προσέγγισή του έχει ένα ενδιαφέρον. Πρώτα απ’ όλα αναφέρει δύο παραδείγματα απ’ την ιστορία της Αμερικής (Boston Tea Party και Shays’ Rebellion). Και στις δύο περιπτώσεις οι εξεγέρσεις ή ταραχές διέλυσαν περιουσίες και διέκοψαν την κανονικότητα και την ροή της εμπορικής δραστηριότητας. Και όμως σήμερα θεωρούνται κομμάτι (και περήφανα μάλιστα) της Αμερικάνικης ιστορίας. Τώρα οι ταραχοποιοί κατηγορούνται για αντιαμερικανισμό.

Αλλά αυτός ο κύριος Falk πάει ακόμη παραπέρα. Μας ρωτάει αν ξέρουμε την Aiyanna Jones. Η Aiyanna Jones ήταν μια 7χρονη που σκοτώθηκε από αστυνομικούς κατά της διάρκεια μιας εφόδου που πήγε στραβά. Η 7χρονη εκείνη τη στιγμή κοιμόταν. Μας ρωτάει ακόμη αν ξέρουμε τον Ezell Ford. Ο Ezell Ford ήταν ένας 25 χρονος με ιστορικό ψυχικής ασθένειας που σκοτώθηκε από αστυνομικούς ενώ ήταν άοπλος επειδή «έκανε ύποπτες κινήσεις». Και συνεχίζει ο Falk να ρωτάει. Μέχρι που φτάνει να ρωτήσει αν ξέρουμε τον Mike Brown. Και ο ίδιος απαντάει ότι αν τον ξέρουμε είναι γιατί η κοινότητα ξεσηκώθηκε για τον θάνατό του, έσπασε, έκαψε και διαμαρτυρήθηκε. Ο Falk δεν υποστηρίζει ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να διαμαρτυρηθείς, απλά κάνει παρατηρήσεις.

κάθε φορά που κάποιος με ρωτάει για τη βία, το βρίσκω απίστευτο. Γιατί αυτό σημαίνει ότι αυτό το άτομο δεν έχει ιδέα τι έχουν περάσει οι μαύροι, τι έχουν ζήσει οι μαύροι σ’ αυτή τη χώρα από την πρώτη φορά που απήγαγαν έναν μαύρο από τις ακτές τις Αφρικής.

Angela Davis

Εξάλλου οι μαύροι δεν περνάνε μόνο όσα αντιλαμβανόμαστε ότι εννοεί η Davis, ρατσισμό, διακρίσεις, εκμετάλλευση, διαρκή υπόδειξη της θέσης τους, διαρκή καθιέρωση ορίων στη ζωή τους. Ας δούμε τι σήμαινε να είσαι μαύρος (ή ελάτε ας το πούμε φτωχός) στο St. Louis και στο Ferguson όλο αυτό τον καιρό από τον Αύγουστο που έγινε η δολοφονία μέχρι σήμερα. Οι άνθρωποι ξυπνάνε με ειδοποιήσεις από τη δουλειά ή τα σχολεία των παιδιών τους. Ανακοινώσεις από το δήμο ενημερώνουν πως καλό θα είναι να έχεις στοκ στο σπίτι σου με εμφιαλωμένο νερό και να έχεις φροντίσει να έχεις φουλάρει το ντεπόζιτο του αυτοκινήτου. Τα παιδιά διαρκώς παίρνουν από το σχολείο έξτρα δουλειά για το σπίτι για την περίπτωση κάποιας αναστάτωσης που θα τους αναγκάσει να χάσουν μάθημα. Από το νηπιαγωγείο και τον παιδικό σταθμό σε ενημερώνουν ότι τα μικρά παιδιά 3 έως 5 ετών κάνουν διάφορες ασκήσεις για επείγουσες περιπτώσεις.

Κανείς δε λέει τι είναι αυτό το επείγον, ποια είναι αυτή η διαρκής αναστάτωση και από τι προκαλείται. Ο κυβερνήτης έχει κηρύξει την πολιτεία σε κατάσταση ανάγκης από τις 17 Νοεμβρίου (θυμίζουμε ότι η απόφαση βγήκε την προηγούμενη εβδομάδα). Όλα είναι αόριστα και επικίνδυνα και 1000 επιπλέον αστυνομικοί και 100 πράκτορες του FBI έχουν έρθει από τα μέσα Νοεμβρίου στο St. Louis για να βοηθήσουν σε περίπτωση που χρειαστεί. Οι κάτοικοι στριμώχνονται στα καταστήματα για να αγοράσουν όπλα. Η κατάσταση στην πολιτεία θυμίζει την εποχή μετά την 11η Σεπτεμβρίου όταν όλοι και όλα βρίσκονταν μόνιμα σε συναγερμό. Η Αμερική, όπως έχει αποδείξει επανειλημμένα, ξέρει να κατασκευάζει εφιάλτες.

Λίγες μέρες αργότερα, οι ίδιοι άνθρωποι και θεσμοί που προκάλεσαν τον γενικευμένο πανικό (αλλά και που για καιρό αναπαράγουν όλων των ειδών τους ρατσισμούς απέναντι στους φτωχούς μαύρους) θα αποκαλούν τους διαμαρτυρόμενους και τους συμμετέχοντες στις ταραχές «εσωτερικούς τρομοκράτες».

Ο Kareem Abdul Jabbar σχολιάζει με μια μόνο φράση τους λευκούς που νιώθουν ότι κινδυνεύουν από τις ταραχές και θεωρούν ότι γίνονται στόχος των διαμαρτυριών χωρίς να έχουν κάνει τίποτα, χωρίς να φταίνε: «Καλώς ήρθατε στον κόσμο μας».

St. Louis "γεμίσαμε μαύρους"- από το 1916 μέχρι σήμερα η ίδια αφήγηση

St. Louis “γεμίσαμε μαύρους”- από το 1916 μέχρι σήμερα η ίδια αφήγηση

Πως συζητάμε και πως τελειώνουμε με τα Ferguson

Αναπαράγεται αρκετά αυτές τις μέρες η φράση του Martin Luther King που λέει ότι «οι ταραχές είναι η γλώσσα αυτών που δεν ακούγονται». Μαζί με αυτή τη φράση όμως θα πρέπει να προσθέσουμε και κάτι άλλου του ίδιου: «οι ταραχές απλά εντείνουν τους φόβους της λευκής κοινότητας, διώχνοντας παράλληλα τις ενοχές της».

Συμβαίνουν λοιπόν κατά τη γνώμη μου και τα δύο. Οι ταραχές είναι ένας δρόμος για όσους καταπιέζονται και εξεγείρονται και οι ταραχές είναι ένα βολικός τρόπος για τη λευκή κοινότητα να διώξει τις (όποιες) τύψεις της και να συνεχίσει ακάθεκτη. Είναι το γνωστό επιχείρημα που αναπαρήγαγαν κάποτε οι λευκοί αποικιοκράτες της Αφρικής. Δεν μπορούν να κυβερνηθούν μόνοι τους – πρέπει να τους εξουσιάσουμε με τα όπλα, δεν μπορούν να δουλέψουν από μόνοι τους – πρέπει να τους πειθαρχήσουμε με το μαστίγιο.

Ίσως λοιπόν στη σημερινή συγκυρία κάποιοι να μην έχουν άλλη γλώσσα από τις ταραχές. Οι λευκοί δημοσιογράφοι στις αμερικάνικες εκπομπές έλεγαν όλη την εβδομάδα που ακολούθησε την απόφαση για τη δολοφονία του Mike Brown ότι πρέπει επιτέλους να συζητήσουμε για τη φυλή και το ρατσισμό. Μα η συζήτηση λέει η Sarah Kendzior, ανθρωπολόγος και συγγραφέας, γίνεται καθημερινά χρόνια τώρα. «Γίνεται με ψιθύρους μεταξύ πανικοβλημένων μανάδων στις παιδικές χαρές, γίνεται με κραυγές από ρατσιστές τις νύχτες, γίνεται με συνθήματα από διαδηλωτές στους δρόμους. Γίνεται κάθε φορά που μια λευκή οικογένεια μετακομίζει μακριά από μια μαύρη γειτονιά λέγοντας “είναι διαφορετικό όταν μιλάς για τα δικά σου παιδιά”, κάθε φορά που επενδυτές ανακοινώνουν άλλη μια απόπειρα gentrification, κάθε φορά που η αστυνομία σταματάει ένα μαύρο άντρα στην λεωφόρο, κάθε φορά που οι επίσημοι ζητάνε από μια κοινότητα που θρηνεί να “ηρεμήσει”. Ο Mike Brown και ο Darren Wilson είχαν μια συζήτηση για τη φυλή και το ρατσισμό»

Με λίγα λόγια, έχει δίκιο η Sarah Kendzior. Το Ferguson δεν τελειώνει ποτέ, γιατί πολύ απλά δεν αρχίζει ποτέ. Δεν πρόκειται για ένα περιστατικό, ή μια μεμονωμένη ενέργεια. Αντίθετα πρόκειται για μια μόνιμη επιλογή. Ο ρατσισμός ως επίσημη κρατική επιλογή.

Merely a bizarrely-similar, unending series of isolated incidents.”

Jon Stewart.

* foto εξωφύλλου: ep_jhu




μερικά σημεία για το θάνατο του Michael Brown

 

Την Δευτέρα ο δημόσιος κατήγορος του St. Louis, Robert P. McCulloch ανακοίνωσε ότι το σώμα των ενόρκων αποφάσισε τη μη παραπομπή σε δίκη του αστυνομικού Darren Wilson για τη δολοφονία του Michael Brown.  Ο τελευταίος σκοτώθηκε από τις σφαίρες του αστυνομικού στις 9 Αυγούστου στο Φέργκιουσον. Αμέσως ξεκίνησαν διαμαρτυρίες. Η Ενθνοφρουρά ήταν στο Φέργκιουσον ήδη μερικές μέρες πριν την απόφαση. Ο Ομπάμα ζήτησε ο κόσμος να διαμαρτυρηθεί ειρηνικά και οι αστυνομικοί να δείξουν αυτοσυγκράτηση στη διαχείριση των ειρηνικών αντιδράσεων. Οι μαθητές των δημόσιων σχολείων του Φέργκιουσον έλαβαν το Σάββατο στο σπίτι τους προηχογραφημένα τηλεφωνήματα με εκκλήσεις για μη βίαιη συμπεριφορά σε περίπτωση μιας απόφασης που δεν θα ζητούσε τη δίωξη του Wilson. Η Αμερική ως συνήθως ζει την πραγματικότητά της σαν ταινία και μας αφήνει να ρίξουμε κλεφτές ματιές στο δικό μας άμεσο μέλλον.

***

(στοιχεία από New Yorker )

Η μαρτυρία του Darren Wilson μπροστά στο δικαστικό συμβούλιο των ενόρκων (πώς να μεταφράσω άραγε το grand jury) παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Ο τρόπος που περιγράφει το συμβάν και κυρίως ο τρόπος που μιλάει για τον ίδιο τον Michael Brown. Ο αστυνομικός λέει:

«(..) το πρόσωπο (σ.σ. του Brown) ήταν επιθετικό και είχε μεγάλη ένταση. Μπορώ να τον περιγράψω μόνο λέγοντας ότι έμοιαζε με δαίμονα, τόσο οργισμένος ήταν (..)»

Σε κάποιο σημείο λέει ότι αφού πυροβόλησε αόριστα προς την κατεύθυνση του Brown, αυτός έτρεξε «αφήνοντας πίσω του ένα σύννεφο σκόνης». Ο Wilson συνεχίζει την περιγραφή. Αφού τον έχει πυροβολήσει ήδη τρεις φορές, εκ των οποίων η μία έχει πετύχει τον Brown, ο Wilson λέει ότι βγαίνει από το αμάξι και τον κυνηγάει τρέχοντας για να τον πιάσει. Ο Brown τότε, σύμφωνα πάντα με τον Wilson γυρνάει, τον κοιτάζει και βγάζει έναν ήχο σαν βρυχηθμό, σαν γρύλισμα και αρχίζει να τρέχει καταπάνω του. Ο Wilson τον πυροβολούσε αλλά ο Brown «έμοιαζε να χυμάει πάνω στις σφαίρες». Και συνεχίζει: «Το βλέμμα του με διαπερνούσε, σα να μην ήμουν καν εκεί, σα να ήμουν ένα τίποτα στο δρόμο του. Ο μόνος τρόπος να το περιγράψω είναι να πω ότι ένιωθα σαν ένα πεντάχρονο παιδί απέναντι στον Hulk Hogan (..) Απλά με κοιτούσε, σχεδόν σα να προσπαθούσε να με τρομοκρατήσει ή να με καταβάλλει (..) ». Όταν πια μία απ’ τις σφαίρες του Wilson πετυχαίνει στο κεφάλι τον Brown, τότε «η ένταση στο πρόσωπό του έφυγε,  το πρόσωπο έμεινε άδειο – η επιθετικότητα είχε φύγει, εννοώ, ήξερα ότι σταμάτησε, η απειλή είχε σταματήσει.»

Φυσικά, η περιγραφή ενός ανθρώπου που κατηγορείται για κάποιο έγκλημα και προσπαθεί να δικαιώσει τον εαυτό του, θα περιέχει υπερβολές, ανακρίβειες, βολικές ερμηνείες. Αλλά η περιγραφή του αστυνομικού θα πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί και η όλη ατμόσφαιρα που βγαίνει από την μαρτυρία του (αν διαβάσει κανείς όλο το κείμενο) αποκαλύπτουν περισσότερα απ’ την απλή προσπάθεια ενός κατηγορούμενου να γλιτώσει. Ο Michael Brown ήταν ένας δαίμονας, ορμούσε προς τις σφαίρες και τελικά σκοτώθηκε μόνο από τη σφαίρα που τον πέτυχε στο κεφάλι. Η Amy Davidson στο New Yorker θα σχολιάσει για την περιγραφή αυτή, ότι ο Brown θα μπορούσε να είναι ένα φάντασμα σε κάποιο βάλτο. Φαντάζομαι χρησιμοποιεί αυτή την έκφραση για να μας γυρίσει στους βάλτους του Νότου, εκεί που οι μαύροι ήταν φαντάσματα και «δαίμονες», εκεί που ο μαύροι ήταν θηρία ανεξέλεγκτα που δεν μπορούσε κανείς εύκολα να τους σταματήσει. Ίσως μόνο με μια σφαίρα, ανάμεσα σε πολλές, στο κεφάλι. Κι αν η σύνδεση με τους βάλτους ξενίζει κάποιους που θεωρούν ότι η εποχή είναι εντελώς διαφορετική και να μην λαϊκίζουμε, ας σκεφτούμε το εξής: Μεταξύ 2007 και 2012 λευκοί αστυνομικοί έχουν σκοτώσει περίπου 500 μαύρους, δηλαδή τουλάχιστον δύο την εβδομάδα. Την πενταετία πριν το 1922 όταν απαγορεύτηκε με νόμο το λιντσάρισμα, είχαν σκοτωθεί με τέτοιο τρόπο 284 μαύροι.

***

(στοιχεία από Politico )

Έχει ενδιαφέρον να κοιτάξουμε με λίγη μεγαλύτερη προσοχή τι εννοούμε όταν λέμε καίγεται το Ferguson (και το κάθε Ferguson). Το Ferguson είναι μια μικρή πόλη 21.000 κατοίκων. Οι συγκεντρώσεις και οι διαμαρτυρίες πραγματοποιήθηκαν κυρίως σε δύο παράλληλους δρόμους, τις οδούς West Florissant και South Florissant. Η South Florissant είναι ένας δρόμος με εστιατόρια και καταστήματα με αντίκες, «το είδος του δρόμου που ο δήμος στολίζει στις γιορτές» λέει η Sara Kedzior. Στην West Florissant υπάρχουν μαγαζιά περιποίησης νυχιών, κέντρα αισθητικής και άλλα μικρά καταστήματα που ανήκουν και εξυπηρετούν την μαύρη κοινότητα, ιδίως τα μέλη αυτής, που ανήκουν στα κατώτερα στρώματα. Μετά τις διαμαρτυρίες που ακολούθησαν την απόφαση για τη μη παραπομπή σε δίκη του Darren Wilson, σχεδόν όλη η West Florissant ήταν κατεστραμμένη. Αντιθέτως στην πιο πλούσια South Florissant, είχε καεί μόνο ένα μικρό εμπορικό κέντρο. Οι μαύροι ιδιοκτήτες των μικρών καταστημάτων καταγγέλλουν ότι η αστυνομία απλά κοιτούσε τις καταστροφές. Στον δρόμο που βρίσκονται τα πιο ακριβά καταστήματα και εστιατόρια, στο δρόμο που συχνάζουν άνθρωποι των ανώτερων οικονομικά στρωμάτων, περιγράφεται ότι η αστυνομία προστάτευε τα κτίρια και την αστυνομία προστάτευε η Εθνοφρουρά, η οποία είχε σπεύσει στην περιοχή πριν ακόμη απ’ την απόφαση.

Αναμενόμενο υπό μία έννοια όλο αυτό. Ας σκεφτούμε ότι πέρα απ’ το προφανές, ότι δηλαδή οι δυνάμεις καταστολής προστατεύουν με μεγαλύτερο ζήλο συγκεκριμένα συμφέροντα και περιουσίες, σε μια εξεγερσιακή κατάσταση, η αστυνομία ούτε μόνο καταστέλλει, ούτε μόνο προστατεύει. Κάνει και την λεγόμενη και αντιδημοφιλή «διαχείριση πλήθους». Είναι λοιπόν μια επιλογή το που και πως θα επιτεθεί στους διαδηλωτές η αστυνομία, που θα τους περιορίσει, που θα τους οδηγήσει και που θα επιτρέψει μεγαλύτερες καταστροφές. Δεν έχει να κάνει με την προστασία, τη συμπεριφορά των διαδηλωτών ή την πρόκληση. Έχει να κάνει και με άλλου είδους επιλογές. Πού είναι ανεκτό να γίνονται επεισόδια, πού είναι ανεκτό να ανάβουν οι φωτιές, που είναι ανεκτό να συγκεντρώνεται ο κόσμος.

Όσο για τους εξεγερμένους και το σύνηθες ερώτημα «μα καλά καίνε την ίδια την κοινότητά τους;», μία μόνο απάντηση θα αναζητήσουμε (αφού δεν είναι το αντικείμενο του παρόντος post) στον Alèssi DellUmbria που σημειώνει: «Κάπως σαν αυτούς τους κρατούμενους που κάποια στιγμή γίνονται έξω φρενών και λεηλατούν το κελί στο οποίο όμως γνωρίζουν καλά ότι θα περάσουν μήνες και χρόνια»

***

Παρακολουθώντας το #ferguson στο twitter το βράδυ της Δευτέρας, για λίγο νόμισα πως βρισκόμουν σε κάποια ταινία για τον Αμερικάνικο Νότο του ’50 και του ’60. Τα άβαταρ, μαύρα και λευκά, έγραφαν λες και ο κόσμος αποτελείται από Κου Κλουξ Κλαν, Μαύρους Πάνθηρες και έναν μεγάλο αριθμό μετριοπαθών αδιάφορων. Αυτοί οι τελευταίοι έχουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αφού τα επιχειρήματα ενός ρατσιστή ή ενός μαύρου που προσπαθεί να εκφράσει την οργή του, μπορούμε να τα φανταστούμε. Οι άνθρωποι όμως που κρατάνε αποστάσεις και έχουν για σημαία τους έναν σκληρό κυνισμό που φοράει το ρεαλιστικό του κοστουμάκι, βρίσκουν πάντοτε τρόπους να σε εκπλήσσουν. Κράτησα στο μυαλό μου (και όχι δυστυχώς σε κάποιο printscreen) το tweet ενός λευκού Αμερικανού που έλεγε ότι εύχεται να παραπεμφθεί σε δίκη για τη δολοφονία του Michael Brown ο αστυνομικός Darren Wilson, γιατί έτσι «δεν θα τον καθυστερήσουν αύριο διαμαρτυρίες στο δρόμο για τη δουλειά του».

Δεν έχει σημασία τι έγινε, αν ο αστυνομικός σκότωσε χωρίς λόγο, με λόγο, σε άμυνα ή σε επίθεση τον Michael Brown. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούν οι διαμαρτυρίες να μας καθυστερούν στο δρόμο για τη δουλειά. Ανάλογα tweets έγραφαν και άλλοι. Όποια και να ήταν η απόφαση έλεγαν, δεν χρειάζεται να αρχίσουν βίαιες διαμαρτυρίες, οι οποίες άλλωστε μόνο αναστατώνουν την καθημερινή δραστηριότητα, την παραγωγικότητα και τη κίνηση του εκάστοτε εμπορικού κέντρου. Το κέντρο της συζήτησης μετακινείται διαρκώς. Δεν έχει σημασία ποιος σκότωσε ποιόν και υπό ποιες συνθήκες. Δεν έχουν σημασία οι γενικότερες συνθήκες. Το θέμα είναι η μη διακοπή της εμπορικής δραστηριότητας, ή αλλιώς η συνέχεια της κανονικότητας με κάθε μέσο.

Αυτές οι εκκλήσεις, που προηγήθηκαν της απόφασης και οι οποίες καλούσαν σε μη βίαιες αντιδράσεις μου θύμισαν αυτό το «πάμε γρήγορα» που είπε η δασκάλα στους μαθητές της,  μπροστά στους Σύριους πρόσφυγες της πλατείας Συντάγματος. Πιθανώς να γίνομαι άδικος με τη δασκάλα, αλλά το «πάμε γρήγορα» υπαινίσσεται την ίδια ανάγκη να συνεχιστεί η διαδρομή των μαθητών, να μην διακοπεί το πρόγραμμα, να μην χαριστεί ούτε βλέμμα ούτε σχόλιο ούτε λεπτό σ’ αυτό που συμβαίνει εδώ και τώρα (εδώ και πάντα) δίπλα μας. Το θέμα πολύ απλά δεν μας αφορά γιατί δεν έχει σημασία αν πεθαίνει κάθε 28 ώρες ο Michael Brown, δεν έχει σημασία αν κάθονται μες στο κρύο 300 πρόσφυγες, σημασία έχει η ροή των δικών μας πραγμάτων να συνεχίζεται κανονικά.

***

Πριν λίγες μέρες σε μια ημερίδα για τη βία κατά των γυναικών, μια γυναίκα, ας την πούμε μεσοαστή, έφριττε γιατί κανονικά στην ημερίδα θα έπρεπε να κληθούν όλοι «αυτοί οι πακιστανοί, μουσουλμάνοι και αλλοδαποί και να μας πουν γιατί το κάνουν αυτό στις γυναίκες. Οι Έλληνες πολύ σπάνια κάνουν τέτοια πράγματα». Πάμε γρήγορα λοιπόν και η εικόνα που έχουμε για τα πράγματα, στερεοτυπική και ξεκάθαρα ρατσιστική, ας συνεχίζει να καθορίζει εντέλει την ίδια τη ζωή.

Κάπως έτσι, ο Michael Brown ήταν ένας δαίμονας, ένας δαίμονας που δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί παρά μόνο με μια βροχή σφαίρες. Σαν τα φαντάσματα στο βάλτο. Κάπως έτσι, στη Νέα Υόρκη το 80% των αστυνομικών ελέγχων στο δρόμο έγιναν σε μαύρους και λατίνους. Κάπως έτσι, στην Αμερική οι μισοί μαύροι άνδρες που έχουν φτάσει τα 23, έχουν συλληφθεί έστω μια φορά στη ζωή τους.

Η εικόνα που έχουμε για τα πράγματα είναι καθοριστική.

***

Ο David Remnick περιγράφει ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στην Αμερική υπήρχαν τρεις μεγάλοι πυγμάχοι που πάλευαν για τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή βαρέων βαρών και αντιπροσώπευαν τρία, ας τα πούμε, είδη μαύρων. Ο Floyd Patterson παρουσιαζόταν ως ο «Καλός Νέγρος», ο θεοφοβούμενος και εύκολα προσεγγίσιμος τύπος που μιλούσε για κοινωνική ενσωμάτωση και χριστιανική εντιμότητα. Ο Sonny Liston ήταν ο «Κακός Νέγρος» που επέλεξε αυτό το ρόλο αφού κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο μόνος που θα του επέτρεπε να υπάρχει. Ο Liston, πρώην κατάδικος, περιγραφόταν ως τερατώδης, αδάμαστος και μυστήριος. Ο Caliban του Shakespeare, ένας άγριος, ένα θηρίο. Τέλος ο Muhammad Ali, επηρεασμένος μεταξύ άλλων από τον Malcolm X, που έλεγε: «έπρεπε να αποδείξω στον κόσμο ότι μπορούσες να είσαι ένα νέο είδος μαύρου άνδρα».

Ίσως ο Ali μέσα στην αντιφατικότητα, την τρέλα και τον εγωισμό του να είχε υποψιαστεί ότι οι δοσμένοι ρόλοι για τον μαύρο άνδρα, ακόμη κι αν συντελούσαν σε μια κάποια αποδοχή, στην πραγματικότητα απλά τον καθήλωναν σε μια μόνιμη συνθήκη υποταγής και εκμετάλλευσης. Ο ρατσισμός έβγαζε την κουκούλα και έβαζε το αστυνομικό σήμα, αλλά και πάλι έβρισκε τον τρόπο να βάζει τους μαύρους, τους άλλους γενικά, στη θέση τους. Ο Ali αρνήθηκε να γίνει φάντασμα στον βάλτο κι εφηύρε τον εαυτό του (με όσα μπορείς να πεις γι’ αυτό).

Ο Norman Mailer διασώζει έναν στίχο, από τους χιλιάδες που έγραφε ο Ali σε τετράδια πριν και μετά τις προπονήσεις και τους αγώνες: «ο νόμος της αλήθειας απλός / η ψυχή σου είναι η σοδειά σου».

Ίσως όντως η ψυχή σου να είναι η σοδειά σου και ίσως ο Michael Brown να μην ήταν δαίμονας ή φάντασμα του βάλτου, αλλά άλλο ένα θύμα του λευκού συλλογικού φαντασιακού και της επίσημης κρατικής πολιτικής που λέγεται ρατσισμός.

* foto εξωφύλλου: velo_city