Πρωινή βόλτα στην Κνωσό

 

DSC_0406

DSC_0397

DSC_0394

DSC_0341

DSC_0356

 




Θέλω να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους

 

480full-ralph-steadman

Ralph Steadman

 

(εισαγωγικό)

Απέναντι σ’ ένα σπίτι που έμενα παλιά, χαμηλά στη σόλωνος, στο πάρτι μιας κοινής φίλης που θα έπρεπε να την έχουν όλοι φίλη, σ’ ένα μπαρ που ήταν ποτισμένο με τσιγάρα από τους τοίχους ως τα ποτήρια και από τα ρούχα ως τα δόντια και τις συλλαβές, εκεί κάπου, χωρίς να βλέπω πολύ καλά από την κούραση, είχα μια μικρή κουβέντα.

«Θα φύγω για τη Μαδαγασκάρη», μου λέει.

«Πάλι θα φύγεις, και τι θα κάνεις τώρα;» απαντάω.

Αφού μου δίνονται οι απαραίτητες εξηγήσεις, πληροφορίες και εικόνες, προκύπτει ότι είμαι ο μόνος που δεν έχει ρωτήσει «για πόσο καιρό;».

«Ωραία, για πόσο καιρό;»

«Εντάξει, δεν θα κάτσω για πάντα. Έχω καταλήξει νομίζω. Θέλω να γεράσω εδώ, να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους».

Κάπως έτσι γεννήθηκε το παρακάτω.

Άρχισα να φεύγω σιγά σιγά, πρώτα κοντά, λίγο, να απλώνεις χεράκι να φτάνεις. Για τα μακρινά έφυγα από περιέργεια. Εφηβικά σχεδόν, να δοκιμάσω τα όρια.

Εκεί που πήγα δεν ήταν όμορφα, δεν είχε πάρκα, σιντριβάνια, ποδηλατόδρομους και κοινωνικό κράτος, θέατρα, σινεμάδες, τέχνη γενικώς. Δεν είχε καφετέριες και μπαρ, κοκτέιλ και ναρκωτικά, μουσική που να ξέρω, μια γλώσσα που να αγγίζω, πολιτική που να την καταλαβαίνω, αναφορές να γελάω, φίλους να εκτιμώ και γωνιές να αναγνωρίζω.

Είχε ζέστη, σκουπίδια, θάλασσα, πηχτό αέρα, μάτια, χέρια, αλάτι, βρωμιά, θόρυβο, κομπίνα , ελιγμό, εξατμίσεις // και φρούτα. Είχε καταπίεση και πόνο στην ιστορία και τη στιγμή, υλική υπόσταση σε όλα, συνάντηση και αναμέτρηση, είχε έκπληξη – για μένα – είχε ομορφιά, είχε ανθρώπους που με κοιτούσαν και απενοχοποίησαν το δικό μου βλέμμα. Εκεί που πήγα ήταν όμορφα. Κι εγώ εθίστηκα.

Εδώ έχει τη γλώσσα μου να με σηκώνει, να με τυλίγει, να με νανουρίζει, να μου λέει γλυκόλογα και να με πνίγει, έχει κλισέ να με ζορίσουν και να με σώσουν και ματιές να ακουμπήσω. Η πολύτιμη καταγωγή μου. Αυτά τα χρώματα που αναγνωρίζω, αυτά τα λόγια που αποκωδικοποιώ και μέσα σ’ αυτά ο τρόμος, η ανελευθερία, η καταπίεση κι ο φασισμός που μου ζητάει να παίρνω θέση – κάθε στιγμή – κι εγώ παίρνω θέση και η θέση μου είναι σωστή, αλλά ξέρεις κάτι; Δε θέλω πάντα. Θέλω να καταλαβαίνω λιγότερα. Εθίστηκα στο συναίσθημα να κοιτάς χωρίς να μπορείς να αποκωδικοποιήσεις.

Φεύγω για να μπορέσω να γυρίσω.

Να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους.

 

Η Ελίζα Παναγιωτάτου είναι συγγραφέας του βιβλίου «Αυτά έγιναν χτες», από τις εκδόσεις «κουκούτσι». 

 

(εισαγωγικό: Χρήστος Σύλλας)




δύο ματς κι η δυνατότητα ενός άλλου κόσμου

 

«Θα κοιτάξουμε πέρα από τη χυδαιότητα, θα μαντέψουμε τη δυνατότητα ενός άλλου κόσμου. Ένός άλλου κόσμου όπου (…) θα είμαστε συμπατριώτες και σύγχρονοι όλων εκείνων που θα θέλουν τη δικαιοσύνη και θα θέλουν την ομορφιά, όποιος κι αν είναι ο τόπος που γεννήθηκαν και η εποχή που έζησαν, χωρίς να δίνουμε καμία σημασία στα σύνορα της γεωγραφίας και του χρόνου»[1]. Ναι, Εδουάρδο Γκαλεάνο, αυτήν την ουτοπία να ψάξουμε. Τα σύνορα είναι ένα κουβάρι, γι΄αυτό προσοχή μην μπερδευτούμε. Ακολουθούν πολλά ονόματα και δυο κυρίως ματς.

Ολυμπιακό Στάδιο του Άμστερνταμ, 2 Μαΐου 1962, τελικός του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, Μπενφίκα-Ρεάλ 5-3. Πολύς και καλός κόσμος στο γήπεδο, κι ορισμένοι έχουν γνωρίσει τα σύνορα κι από τις δυο πλευρές.

 

Με το νούμερο 14, ο Γιόχαν Κρόιφ

Τα σύνορα του χρόνου τρίζουν στις γραμμές του γηπέδου γιατί εμείς, από τον 21ο αιώνα, κοιτάζουμε το παιδί που μαζεύει τις μπάλες κι αυτό κοιτάζει το παρελθόν. Είναι ένα κοκκαλιάρικο, καστανό αγόρι, ορφανό από πατέρα και τον φωνάζουν Γιόπι, αλλιώς Γιόχαν Κρόιφ. Στο μέλλον θα του αρέσουν πολύ οι Μπιτλς που σε ένα μήνα θα υπογράψουν στην ΕΜΙ, προς το παρόν έχει παρατήσει το σχολείο και παίζει μπάλα όλη μέρα. Είναι τόσο εγωιστής που υποψιάζεται ότι μια μέρα θα γίνει ο καλύτερος στον κόσμο αλλά δεν ξέρει ακόμη ότι θα προπονήσει κάποτε, από το 2009 ως το 2013, μια εθνική ομάδα ποδοσφαίρου που δεν υπάρχει, την Εθνική Καταλωνίας. Ο δεκαπεντάχρονος Γιόχαν κοιτάζει με τα μάτια του έρωτα έναν κυρίως παίκτη μέσα στο γήπεδο, το είδωλό του, τον βετεράνο πια καλύτερο παίκτη του κόσμου Αλφρέδο ντι Στέφανο.

 

Στον ρόλο του Ξανθού Βέλους, ο Αλφρέδο ντι Στέφανο

Ο Αλφρέδο δεν υπολόγισε ποτέ πολύ τα γεωγραφικά σύνορα: η μαμά του ήταν λίγο Γαλλίδα και λίγο Ιρλανδή, ο μπαμπάς του Ιταλός, ο ίδιος γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες και έχει προλάβει ήδη, ο αθεόφοβος, να παίξει για τρεις εθνικές ομάδες, την Αργεντινή,  την Κολομβία –που δεν υπήρχε τότε ούτε αυτή, στο ποδόσφαιρο υπάρχουν μόνον οι χώρες που αναγνωρίζει η Διεθνής Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία– και την Ισπανία.  Αυτή η τελευταία του πατρίδα είναι δώρο του στρατηγού Φράνκο, που εν ονόματι του εθνικισμού του άνοιξε τα θέοκλειστα σύνορα της σκοτεινής του Ισπανίας ώστε να αποχτήσει μια ισχυρή εθνική ομάδα. Έδωσε την ισπανική υπηκοότητα στον Ντι Στέφανο, στον Λάζλο ή Λαντισλάβ ή Λαντισλάο (τρία μικρά ονόματα για τις τρεις του χώρες, τις τρεις εθνικές στις οποίες έπαιξε, Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία και Ισπανία) Κουμπάλα, και σε  έναν ακόμη ποδοσφαιριστή που βρίσκεται στο Εθνικό Στάδιο του Άμστερνταμ στις 2 Μαϊου του 1962. Είναι συμπαίκτης του Ντι Στέφανο, θα βάλει τα τρία γκολ της ηττημένης Ρεάλ και τον λένε Φέρεντς Πούσκας.

 

Με το νούμερο 10, ο Φέρεντς Πούσκας (κι οι σύντροφοί του)

Κι αυτός ήταν κάποτε, περίπου από το 1950 ως το 1956, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου, αλλά όχι μόνος του, μαζί με όλους τους συμπαίκτες του στην Εθνική Ουγγαρίας. Όλοι μαζί, γιατί εκείνη η ομάδα φιλοδοξούσε να παίζει ένα « σοσιαλιστικό ποδόσφαιρο »  όπου « κάθε παίκτης θα μπορεί να παίζει σε όλες τις θέσεις και όλοι θα συνεισφέρουν ισότιμα στην κοινή προσπάθεια » –έτσι το περιέγραφε ο προπονητής της, ο Γκούσταβ Σέμπες. Αργότερα, όταν θα έχει πια μεγαλώσει ο νεαρός Γιόχαν Κρόιφ, το σοσιαλιστικό ποδόσφαιρο θα μείνει γνωστό –τι ειρωνική μεταφορά για την πικρή κατάληξη των σοσιαλιστικών ονείρων!– ως « ολοκληρωτικό », και η καλύτερη ομάδα του κόσμου θα είναι η Εθνική Ολλανδίας. Αλλά ας πούμε για το φθινόπωρο του 1956, όταν τα σοβιετικά τανκς περνάνε τα σύνορα με την Ουγγαρία και φτάνουν στη Βουδαπέστη, την ίδια στιγμή που ο Φέρεντς και η ομάδα του, η Χόνβεντ, βρίσκονται στο Μπιλμπάο για να παίξουν με την Αθλέτικ Μπιλμπάο (που τότε ονομαζόταν υποχρεωτικά Ατλέτικο γιατί τα σύνορα της Ισπανίας με τη Χώρα των Βάσκων δεν υπάρχουν). Οι Ούγγροι παίκτες και ο προπονητής τους, ο Μπέλα Γκούτμαν,  αποφασίζουν να μην γυρίσουν πίσω : ακόμη και τη ρεβάνς με την Αθλέτικ-Ατλέτικο θα την παίξουν στο Στάδιο Χέιζελ των Βρυξελλών.

Λίγα χρόνια πριν, το 1951, ένας συμπαίκτης του Φέρεντς Πούσκας, ο Σάντορ Σουτζ, είχε εκτελεστεί στα τριάντα του για έσχατη προδοσία –προσπάθησε να περάσει τα σύνορα προς τη Δύση. Το 1956, τα σύνορα της Ουγγαρίας κλείνουν αφήνοντάς τους παίκτες της Χόνβεντ απέξω. Όσοι διαλέξουν να μη γυρίσουν θα βρεθούν χωρίς πατρίδα, γιατί θα θεωρηθούν προδότες, χωρίς ομάδα, γιατί η Διεθνής Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία κηρύσσει τη Χόνβεντ παράνομη, και χωρίς δουλειά, γιατί τιμωρούνται με πολύμηνο αποκλεισμό. Ο Φέρεντς Πούσκας θα περάσει τους 18 μήνες της τιμωρίας του σε ένα στρατόπεδο προσφύγων στην Αυστρία. Μετά θα γίνει Ισπανός και θα παίξει στη Ρεάλ. Και στις 2 Μαΐου 1962 θα βάλει τρία γκολ στην Μπενφίκα που προπονεί ο παλιός του προπονητής στη Χόνβεντ, ο Μπέλα Γκούτμαν.

 

Στον πάγκο, ο Μπέλα Γκούτμαν

Ο Μπέλα Γκούτμαν θα κερδίσει το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης τον Μάιο του 1962 στο Άμστερνταμ, και γενικά είναι νικητής. Αυτός κι αν δεν υπολόγισε τα σύνορα –γύρισε, ως παίκτης ή προπονητής, είκοσι μία διαφορετικές χώρες–, διότι και τα σύνορα τον πρόδωσαν. Ήταν Εβραίος, γεννήθηκε υπήκοος της κοσμπολίτικης  Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, έπαιξε μπάλα κυρίως στη Βιέννη. Το 1938 τα σύνορα της Αυστρίας σωριάζονται χωρίς θόρυβο, αφήνοντάς τον απροστάτευτο απέναντι στη ναζιστική Γερμανία.  Θα τα καταφέρει να βγει ζωντανός από την κόλαση, στην οποία έχασε τον αδελφό του, και έκτοτε δεν θα κάτσει πάνω από δυο σεζόν σε μια ομάδα, συνήθως ούτε σε μια χώρα. Θα προπονήσει τη Σάο Πάολο και την Πενιαρόλ Μοντεβιδέο, τον Παναθηναϊκό και την Κίλμες, τον ΑΠΟΕΛ και τη Μίλαν. Ποδόσφαιρο χωρίς σύνορα.

 

Ημίχρονο : τα σύνορα του ποδοσφαίρου

Το ποδόσφαιρο ξεκίνησε κοσμοπολίτικο, όπως –να τα λέμε όλα– ο καπιταλισμός που το γέννησε. Τις πρώτες ποδοσφαιρικές ομάδες στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική τις ίδρυσαν υπάλληλοι του ταξιδιωτικού γραφείου Τόμας Κουκ, έμποροι, ναύτες, γιοι δαιμόνιων Σκοτσέζων επιχειρηματιών που γύριζαν από τις σπουδές τους στη Βρετανία, Ελβετοί τραπεζίτες,  εκκεντρικοί πρόξενοι. Οι ομάδες λέγονταν Cricket&Athletic Club στη Γένοβα, Mackenzie College Sport Club στο Σάο Πάολο, Newell’s Old Boys στο Ροζάριο στην Αργεντινή, First Vienna FC στη Βιέννη. Λίγο ενδιέφερε τι γλώσσα μιλούσαν οι παίκτες. Μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αμέσως μετά θα το αγγίξει το δηλητηριώδες φιλί της πολιτικής και θα γίνει εθνική υπόθεση, και τα παραδείγματα αφθονούν. Να ένα.

https://www.youtube.com/watch?v=SwZ8OmUFKV8

 

Στην περιγραφή ο Τζορτζ Όργουελ

Τον Νοέμβριο του 1945, έξι μήνες μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, η Μεγάλη Βρετανία και η Σοβιετική Ένωση θα αναμετρηθούν στην μπάλα. Φιλικός αγώνας Άρσεναλ-Ντιναμό Μόσχας, σαν μια υπενθύμιση ότι η ζωή ξαναρχίζει κανονικά. Στο Γουάιτ Χαρτ Λέιν, το γήπεδο της Τότεναμ, γιατί το Χάιμπουρι είναι ακόμη κατειλημμένο από το Υπουργείο Άμυνας –τόσο κοντά είναι ο πόλεμος. Το Τείχος του Βερολίνου έχει ήδη αρχίζει να υψώνεται, αόρατο ακόμη, ανάμεσα στις φίλες, σύμμαχες και νικήτριες του πολέμου χώρες. Αρχικά οι Σοβιετικοί αρνούνται να παίξουν σε χώρα του Δυτικού Μπλοκ, κατόπιν δέχονται αλλά θέτουν αυστηρούς όρους, μεταξύ των οποίων να φέρουν δικό τους διαιτητή. Η φιλοξενία των Βρετανών δεν είναι ιδιαίτερα υποδειγματική –οι παίκτες της Δυναμό κοιμούνται τρία βράδια στην Πρεσβεία τους–, η σοβιετική σημαία δεν κυματίζει στο γήπεδο, αλλά χρειάζεται γερά μάτια για να το δεις καθώς το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η πυκνή ομίχλη που σκεπάζει το Λονδίνο λίγο πριν αρχίσει το ματς.

Στο δεύτερο ημίχρονο γίνονται, λέει, πράγματα και θάματα : πέφτει ξύλο, οι Σοβιετικοί παίζουν με 12, ίσως και με 15 παίκτες, μπαίνουν γκολ που κανείς δεν είναι σίγουρος πως μπήκαν, παίκτες που αποβάλλονται ξαναμπαίνουν μέσα στο γήπεδο με την άνεσή τους, ένας θεατής παίρνει τη θέση του τερματοφύλακα της Άρσεναλ, άλλοι εμποδίζουν τον διαιτητή να επέμβει σε έναν τσακωμό. Ο Τζορτζ Όργουελ είναι ανάμεσα στους θεατές. Σκανδαλισμένος θα γράψει μετά το ματς ένα πολύ θυμωμένο και κάπως άδικο κείμενο που αρχίζει έτσι : « Τώρα που η ομάδα της Δυναμό γύρισε στη χώρα της, μπορούμε επιτέλους να πούμε ανοιχτά αυτό που πολλοί λογικοί άνθρωποι έλεγαν ήδη σε ιδιωτικές συζητήσεις. Ότι δηλαδή ο αθλητισμός είναι μια ανεξάντλητη πηγή έχθρας και ότι αυτή η επίσκεψη της Δυναμό, αν επηρέασε με κάποιον τρόπο τις αγγλο-σοβιετικές σχέσεις, είναι ότι τις έκανε χειρότερες ».

Το δίδαγμα ήταν το εξής : «Ελπίζω ότι δεν θα ανταποδώσουμε την επίσκεψη και ότι δεν θα στείλουμε κάποια βρετανική ομάδα στην ΕΣΣΔ. Αν δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, ας στείλουμε μια αδύνατη ομάδα, που θα χάσει και που με κανέναν τρόπο δεν θα θεωρηθεί ότι εκπροσωπεί τη Μεγάλη Βρετανία. Υπάρχουν ήδη αρκετές πραγματικές αιτίες διαμάχης ώστε να μη χρειαστεί να δημιουργήσουμε κι άλλες με το να ενθαρρύνουμε νεαρούς να κλωτσιούνται στο καλάμι ενώ τους αποθεώνει ένα εκστασιασμένο πλήθος ».

Ο Τζορτζ Όργουελ ωστόσο είναι ο ίδιος άνθρωπος που έγραψε πως δεν μπορούμε να παίξουμε μόνοι μας ποδόσφαιρο. Τον Δεκέμβρη του 1945, όταν τα έγραφε αυτά,  δεν σκέφτηκε πως έτσι κι αλλιώς στο γήπεδο πάμε για να νιώσουμε ότι είμαστε μαζί, καμιά φορά παριστάνοντας ότι μας χωρίζουν ανυπέρβλητα σύνορα, αρκεί να μην τα  παίρνουμε στα σοβαρά. Η καρδιά μας όμως θα είναι πάντα με αυτούς που περνάνε με ευκολία τα πραγματικά σύνορα, είτε για να παίξουν μπάλα με τους φίλους τους είτε όχι.

 

[1] Μια από τις «Ουτοπίες» του «Patas arriba: Escuela del mundo al revés

(=Ένας κόσμος ανάποδα)», 1998

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




“Εμείς οι πρόσφυγες”, οι άνθρωποι χωρίς δικαίωμα να έχουν δικαιώματα

φωτό: Pen Tri

φωτό: Pen Tri

Το «Εμείς οι πρόσφυγες», από τις Εκδόσεις του 21ου Αιώνα, είναι μια συλλογή τριών κειμένων που τα χωρίζουν μεταξύ τους δεκαετίες, αλλά συναντιούνται κριτικά απέναντι στα τείχη που δεν σταμάτησαν ποτέ να υψώνονται απέναντι στους πρόσφυγες όλα αυτά τα χρόνια:

Το ομώνυμο «Εμείς οι πρόσφυγες», γραμμένο από την πολιτική φιλόσοφο Χάνα Άρεντ το 1943, ενώ έχει καταφύγει στις ΗΠΑ μαζί με τους χιλιάδες άλλους κυνηγημένους Εβραίους της Γερμανίας, το «Πέρα από τα δικαιώματα του ανθρώπου», του Ιταλού φιλοσόφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν, ακριβώς πενήντα χρόνια αργότερα, ενώ η Ευρώπη γνώριζε νέα προσφυγικά κύματα και φυλαγόταν από «παράνομους μετανάστες», και το «Εξορία και βία», του Ιταλού ιστορικού Έντσο Τραβέρσο, γραμμένο πολύ πιο κοντά στις μέρες μας, το 2012, αλλά με το βλέμμα στο παρελθόν, προσπαθώντας να φωτίσει τις συγκλίσεις και τις σιωπές της διανόησης για τη θέση της προσφυγιάς στον κόσμο μας.

Όπως εύγλωττα εξηγεί το οπισθόφυλλο, το συγκεκριμένο βιβλίο «φέρνει πλάι-πλάι τα τρία αυτά κείμενα, την ίδια στιγμή που ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας περνάει στην κατάσταση του πρόσφυγα, στερημένου από κάθε δικαίωμα – κι ενώ η πολιτική τοποθέτηση απέναντι στο πρόβλημα της μετανάστευσης γίνεται αποφασιστική διαχωριστική γραμμή».

* * *

Στο δικό της δοκίμιο, «Εμείς οι πρόσφυγες», δημοσιευμένο το 1943, η Άρεντ χρησιμοποιεί μια παρομοίωση για τον –πηγάζοντα από απελπισία- ενθουσιασμό των Εβραίων της εποχής, να ασπαστούν κάθε νέα εθνική ταυτότητα που τους προσφέρεται κατά την περιπλάνησή τους, καθώς διώκονται από χώρα σε χώρα κι από ήπειρο σε ήπειρο:

«Καταγοητευόμαστε από κάθε καινούργια εθνικότητα με τον ίδιο τρόπο που μια εύσωμη κυρία είναι ευχαριστημένη με κάθε καινούργιο φόρεμα που υπόσχεται να της δώσει την επιθυμητή μέση. Το καινούργιο φόρεμα, όμως, της αρέσει μόνο για όσο καιρό πιστεύει στις θαυματουργές του ικανότητες, και θα το πετάξει μόλις ανακαλύψει ότι δεν αλλάζει το παράστημά της – ούτε άλλωστε και την κοινωνική της θέση. (…) Αν αρχίσουμε να λέμε την αλήθεια, ότι δηλαδή δεν είμαστε τίποτα άλλο παρά Εβραίοι, αυτό θα σήμαινε ότι εκθέτουμε τους εαυτούς μας στη μοίρα εκείνων των ανθρώπινων όντων που, απροστάτευτα από κάποια συγκεκριμένη νομοθεσία ή πολιτική συνθήκη, δεν είναι τίποτα άλλο παρά σκέτα ανθρώπινα όντα. Δύσκολα μπορώ να φανταστώ μια συμπεριφορά περισσότερο επικίνδυνη, δεδομένου ότι ζούμε σήμερα σε έναν κόσμο στον οποίο τα ανθρώπινα όντα καθαυτά έχουν πάψει να υφίστανται εδώ και καιρό, δεδομένου ότι η κοινωνία έχει ανακαλύψει τις διακρίσεις ως το μεγαλύτερο κοινωνικό όπλο με το οποίο μπορεί κανείς να σκοτώσει ανθρώπους δίχως αιματοχυσία, δεδομένου τέλος ότι τα διαβατήρια και τα πιστοποιητικά γέννησης, και μερικές φορές ακόμα και οι αποδείξεις φόρου εισοδήματος δεν είναι πλέον τυπικά έγγραφα αλλά ζητήματα κοινωνικών διακρίσεων.»

Ένας τρόπος για να αφανίσεις κάποιον είναι να τον κατατάξεις ως παρία, ιδιότητα που σύμφωνα με τον στοχασμό της Άρεντ αφορά «την κατάσταση των ανθρωπίνων πλασμάτων δίχως κράτος, των απάτριδων που αποκλείστηκαν από το σύστημα των εθνών-κρατών κι επομένως στερούνται κάθε δικαίωμα. Κοντολογίς, για την Άρεντ, οι παρίες ήταν άτομα που «δεν είχαν δικαίωμα να έχουν δικαιώματα» (right to have rights), πρόσωπα που ζούσαν σε κατάσταση «ακοσμισμού» και αορατότητας στο δημόσιο χώρο», υπενθυμίζει παρακάτω στο βιβλίο, στο άρθρο «Εξορία και βία», ο Έντσο Τραβέρσο.

Σε αντίθεση με τους κοινωνικά νεόπλουτους Εβραίους, οι «συνειδητοί» παρίες, δηλαδή οι Εβραίοι που αρνήθηκαν «τα κόλπα και τα τεχνάσματα της προσαρμογής και της αφομοίωσης», σύμφωνα με την Άρεντ, αποτέλεσαν την πρωτοπορία του λαού τους, αφού διατήρησαν την ταυτότητά τους διωγμένοι από χώρα σε χώρα. Κι αυτό γιατί, ενώ και οι μεν και οι δε μοιράζονται την ίδια κατάσταση που τους έχει επιβάλει η ιστορία, είναι δηλαδή εξίσου προγραμμένοι, οι παρίες λένε την αλήθεια για το ποιοί είναι, κι ας γίνονται δυσάρεστοι. Και τελικά, καταλήγει, η ιστορία τους επιβεβαιώνει, αφού την ίδια με αυτούς τύχη γνώρισαν στη συνέχεια κι άλλοι λαοί της Ευρώπης.

* * *

Πιάνοντας το νήμα από το συγκεκριμένο άρθρο της Άρεντ, μισό αιώνα αργότερα, σε μια εποχή του η Ευρώπη γνωρίζει ένα ακόμη κύμα προσφυγιάς ο ιταλός φιλόσοφος Τζιόρτζιο Αγκάμπεν διαπιστώνει στο άρθρο του «Πέρα από τα δικαιώματα του ανθρώπου» (1996), πόσο σαθρές είναι η ρητορίες περί προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφού στην πράξη σκοντάφτουν στην έννομη τάξη του έθνους-κράτους.

«… κάθε φορά που οι πρόσφυγες δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά μαζικό φαινόμενο (όπως συνέβη το μεσοπόλεμο, και όπως συμβαίνει πάλι τώρα), τόσο αυτές οι οργανώσεις [αναφέρεται στην Κοινωνία των Εθνών, τον ΟΗΕ, τις διεθνείς και εθνικές επιτροπές, αρμοστείες, οργανισμούς και άλλους θεσμούς που ορίστηκαν αρμόδιοι για την προστασία των προσφύγων] όσο και τα μεμονωμένα κράτη, παρά τις επίσημες επικλήσεις των αναφαίρετων δικαιωμάτων του ανθρώπου, έχουν αποδειχθεί απολύτως ανίκανα όχι μόνο να επιλύσουν το πρόβλημα αλλά έστω να το αντιμετωπίσουν στοιχειωδώς. Κατ’αυτό τον τρόπο, το σύνολο του ζητήματος μεταφέρθηκε στα χέρια της αστυνομίας και των ανθρωπιστικών οργανώσεων».

Όπως είναι ολοφάνερο και στις μέρες μας, παρατηρώντας τους χειρισμούς του προσφυγικού κύματος που κορυφώθηκε στην Ευρώπη το 2015, το πραγματικό εμπόδιο επίλυσης του ζητήματος, δεν είναι άλλο από το πολιτικό σύστημα του κράτους-έθνους, που συνδέει τα ανθρώπινα δικαιώματα με την πολιτογράφηση, αποσυνδέοντας τα από την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

«Το ότι δεν υπάρχει κανένας αυτόνομος χώρος μέσα στην πολιτική τάξη του έθνους-κράτους για κάτι σαν τον καθαρό άνθρωπο καθαυτόν είναι εμφανές τουλάχιστον από το γεγονός ότι, ακόμη και στην καλύτερη των περιπτώσεων, η θέση του πρόσφυγα θεωρείται πάντα μια προσωρινή κατάσταση που πρέπει να οδηγήσει είτε στην πολιτογράφηση είτε στον επαναπατρισμό. Ένα μόνιμο καθεστώς «ανθρώπου καθαυτόν» είναι αδιανόητο για το δίκαιο του κράτους έθνους», διαπιστώνει ο Αγκάμπεν.

Ο Αγκάμπεν διαβλέπει μια λύση τόσο ριζοσπαστική που το άκουσμά της θα μπορούσε να αφήσει στον τόπο κάποιον που έχει γαλουχηθεί με ρητορείες εθνικοφροσύνης. Την εμπνέεται από το ιδιότυπο καθεστώς της Ιερουσαλήμ και το υπό συζήτηση ενδεχόμενο να αποτελέσει ταυτοχρόνως πρωτεύουσα δυο κρατικών οργανισμών χωρίς να διαιρεθεί εδαφικά, αλλά και από την «γη του κανενός» μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, όπου είχαν είχαν απελαθεί 450 Παλαιστίνιοι την εποχή εκείνη (μέσα του ’90). Οι συγκεκριμένοι Παλαιστίνοι, επισημαίνει ο Αγκάμπεν, είναι κάτι σαν τους παρίες της Άρεντ, «οι πρωτοπόροι του λαού τους», και η παρουσία τους εκεί αντεπιδρά στο έδαφος του Ισραήλ πολύ καθοριστικά. Κι αυτό, σημειώνει, μπορεί να εμπνεύσει ένα νέο μοντέλο για τη δεθνή κοινότητα:

«Η παράδοξη κατάσταση της αμοιβαίας εξωεδαφικότητας (ή, καλύτερα, α-εδαφικότητας) που αυτό θα συνεπαγόταν, θα μπορούσε να γενικευτεί ως πρότυπο νέων διεθνών σχέσεων. Αντί για δύο εθνικά κράτη που τα χωρίζουν αμοιβαία και απειλητικά σύνορα, θα μπορούσαμε να φανταστούμε δύο πολιτικές κοινότητες που κατοικούν στην ίδια περιοχή και βρίσκονται σε κατάσταση εξόδου η μία προς την άλλη, οι οποίες διαρθρώνονται μεταξύ τους με μια σειρά αμοιβαίων ετεροδικιών, όπου η καθοδηγητική έννοια δεν θα ήταν πλέον το ius [δικαίωμα] του πολίτη, αλλά μάλλον το refugium [άσυλο] του ατόμου.»

Έτσι, και η Ευρώπη θα μπορούσε, κατά τον Αγκάμπεν, να ειδωθεί ως ένας α-εδαφικός ή εξωεδαφικός χώρος «στον οποίο όλοι οι κάτοικοι των ευρωπαϊκών κρατών (πολίτες και μη πολίτες) θα ήταν σε θέση εξόδου ή καταφυγίου, και το καθεστώς του Ευρωπαίου θα σήμαινε το «είναι εν εξόδω» (έστω και σε ακινησία, προφανώς) του πολίτη». Κι έτσι η Ευρώπη θα έπαυε να είναι «τοπογραφικά αθροίσματα εδαφών», και η έννοια του λαού (που είναι μειονότητα) θα υπερίσχυε της έννοιας του έθνους πάνω στην οποία έχει στηριχθεί η κατασκευή της «Ευρώπης των εθνών». (…)

Και καταλήγει ως εξής: «Μόνο σε ένα έδαφος όπου οι χώροι των κρατών έχουν διαπεραστεί και έχουν παραμορφωθεί τοπολογικά με τον τρόπο αυτό, και που ο πολίτης θα έχει μάθει να αναγνωρίζει τον πρόσφυγα που ο ίδιος είναι, είναι σήμερα νοητή η πολιτική επιβίωση των ανθρώπων».

* * *

Ο Έντσο Τραβέρσο, με τη σειρά του, στο άρθρο «Εξορία και βία» (2012), εξετάζει τη στάση των εξόριστων διανοούμενων, Εβραίων και μη, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και διαπιστώνει πως χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία συνάντησης μεταξύ της εβραϊκής και της «μαύρης» διασποράς.

Εκπρόσωποι και των δύο προσέγγισαν τις εκδοχές του αποκλεισμού και των διακρίσεων που βίωσαν οι λαοί από τους οποίους προέρχονταν, στη διάρκεια του 19ου και 20ου αιώνα, και λόγω της απόστασης που τους χώριζε από τα γεγονότα (αφού πια είχαν καταφύγει ως πρόσφυγες ή μετανάστες αλλού) κατάφεραν να δώσουν βαθύτερες ερμηνείες στα γεγονότα και τις μετατοπίσεις που συνέβαιναν, αποστασιοποιούμενοι συχνά ακόμη και από τις εθνικές ταυτότητες που κουβαλούσε ο καθένας τους.

Χαρακτηριστικά, μιλώντας για τη στάση των εξόριστων Εβραίων διανοούμενων στην Ευρώπης που είχαν βρει καταφύγιο στις ΗΠΑ, ο Τραβέρσο επισημαίνει ότι στα εγκλήματα των νικητών που γιορτάστηκαν ως νίκες –όπως οι βομβαρδισμοί και ο αφανισμός της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι- εκείνοι κράτησαν κυρίως αντικομφορμιστική στάση σε σχέση με τους υπόλοιπους διανοούμενους:

Ενσάρκωναν τα ανθρωπιστικά γνωρίσματα που η Χάνα Άρεντ απέδιδε στον παρία, εξηγεί ο Τραβέρσο: «την γενναιοψυχία, την ευαισθησία απέναντι στις αδικίες, την ευρύτητα πνεύματος και την απουσία προκαταλήψεων. Απάτριδες, ξέφευγαν από τα εθνικά στερεότυπα και αντιδρούσαν στα πιο σκοτεινά γεγονότα της εποχής τους, όχι σαν Ρώσοι, Αμερικανοί, Γερμανοί, ούτε καν σαν κυνηγημένοι Εβραίοι αποκλειστικά, αλλά σαν πολίτες του κόσμου (διαλεκτική αντιστροφή της πραγματικής τους κατάστασης ως απάτριδων και του «ακοσμισμού» τους».

Αυτό βέβαια, δεν κράτησε για πάντα και για όλα τα ζητήματα, ειδικά αφότου οι Εβραίοι διανοούμενοι έγιναν μέρος του κατεστημένου και συχνά «φυλακισμένοι στον ευρωκεντρισμό τους (…) έδειξαν μάλλον αδιαφορία, αν όχι εχθρότητα, απέναντι στο αντι-ιμπεριαλιστικό κύμα που θέριευε στην Ασία και την Αφρική μετά τον Β. Παγκόσμιο Πόλεμο».

Οι Τραβέρσο αναφέρεται σε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα μαύρων εξόριστων διανοούμενων, του Γ.Ε.Μπ. Ντουμπόις και του μαρξιστή ιστορικού από το Τρινιντάντ Σ.Λ.Ρ.Τζέιμς που προσέγγισαν κριτικά την αποικιοκρατία και ανέδειξαν τον ολοκληρωτισμό του δυτικού πολιτισμού.

«Για τη Χάνα Άρεντ [The origins of Totalitarianism (1951)], ο ολοκληρωτισμός δεν ήταν απλώς ένα πολιτικό καθεστώς που δεν αντιστοιχούσε στις κλασσικές τυπολογίες αλλά και μια εμπειρία καταστροφής της πολιτικής ως τόπου έκφρασης της πολλαπλότητας των ανθρώπων, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε πια να υπάρχει ούτε ελευθερία ούτε δυνατότητα δράσης» | Έντσο Τραβέρσο, «Εξορία και βία» (2012)

Ο Ντουμπόις, που αρχικά εξέτασε τον ρατσισμό ως διάκριση με βάση το χρώμα, σπουδάζοντας και ταξιδεύοντας στην Γερμανία, στις ΗΠΑ και αλλού, διαπίστωσε ότι τα άλλα είδη ρατσισμού δεν ήταν ασύνδετα μεταξύ τους και ανακαλύπτοντας τις ομοιότητές τους κατάφερε να κατανοήσει καλύτερα το «μαύρο πρόβλημα»:

Όπως γράφει στο “The Negro and the Warsaw Ghetto” (1949), «πέρα από το “σύνορο του χρώματος”, της εθνικής ή θρησκευτικής καταπίεσης, ο ρατσισμός «διέσχιζε τα φυσικά φράγματα, τα φράγματα του χρώματος, της πίστης, της κοινωνικής θέσης – ήταν μάλλον ένα ζήτημα πολιτισμικής διαπαιδαγώγησης, στρεβλής παιδείας, ανθρώπινου μίσους και προκαταλήψεων που αφορούσαν κάθε είδους ανθρώπους και έκανε άπειρο κακό σε όλους τους ανθρώπους».

Ο Τζέιμς, που υπήρξε μέλος της αφροαμερικανικής και καραϊβικής διανόησης η οποία στρατεύτηκε ενάντια στον ιταλικό φασισμό κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αιθιοπία, διέκρινε μια σαφέστατη σύνδεση ανάμεσα στην αποικιοκρατική βία και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του φασισμού. Και πίστευε στην επανάσταση, υπενθυμίζει ο Τραβέρσο. Σε αυτό διέφερε από τους γερμανοεβραίους εξόριστους, η κριτική σκέψη των οποίων «εντασσόταν σ’έναν ορίζοντα σημαδεμένο από την τομή του Άουσβιτς. Για τον Τζέιμς, οι καταστροφές που είχαν συνταράξει τον πλανήτη αναγγέλλανε την εισβολή των αποικισμένων λαών στο προσκήνιο της ιστορίας».

Ακόμη κι αν δεν έχει ξανακούσει κανείς για τον Τζέιμς, δεν θα εκπλαγεί μαθαίνοντας ότι το 1952 φυλακίστηκε στο Έλις Άιλαντ ως «ανεπιθύμητος ξένος» και στη συνέχεια απελάθηκε στη Μ.Βρετανία, αφού οι μακαρθικές ΗΠΑ του αρνούνταν την υπηκοότητα και την παράταση της άδειας παραμονής.

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




το ύψος του πεζοδρομίου

 

Είναι αλήθεια πως παρακολουθήσαμε πολλά eurogroup αυτό το καλοκαίρι. Περισσότερα απ’ όσα μας αναλογούν για αυτή και την επόμενη ζωή. Πέρασαν μήνες παρακολουθώντας και ξαναπαρακολουθώντας, βλέποντας ειδήσεις στην τηλεόραση και περιμένοντας το επόμενο τουίτ ενός Άγγλου ή Γερμανού δημοσιογράφου. Είδαμε σε ατελείωτη λούπα την εικόνα του Τσίπρα και του Τσακαλώτου, ενός Ολλανδού ή ενός Γερμανού πολιτικού, καθώς έβγαιναν απ’ το αυτοκίνητο και μέχρι να μπουν στην τζαμένια πόρτα ενός άγνωστου και μακρινού κτιρίου. Κάποτε μερικές δηλώσεις, κάποτε καμία κουβέντα, πάντοτε κανένα νόημα. Απειλές, δυσκολίες, εκβιασμοί, πισωγυρίσματα, πλησίασμα στη συμφωνία και νέες απαιτήσεις. Κάποιοι ήταν απροετοίμαστοι, κάποιοι αδίστακτοι, κάποιοι λογικοί κάποιοι σκληροί και κάποιοι φιλέλληνες.

Όλοι αυτοί μαζεύονταν μέσα στο άγνωστο και μακρινό κτίριο με την τζαμένια πόρτα ή έκαναν τελεκόνφερανς, σκάιπ κόλ ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο και συζητούσαν για το ελληνικό ζήτημα. Εμείς παρακολουθούσαμε. Η κατάσταση ήταν διαρκώς κρίσιμη. Κάθε δευτερόλεπτο παίζονταν τόσα πολλά, ολόκληρες ζωές, ολόκληρο θα έλεγε κανείς το μέλλον. Ταυτόχρονα δεν παιζόταν απολύτως τίποτα.

Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης και του καλοκαιριού το είδαμε όλοι. Πέρα απ’ αυτό όμως, μπορούμε να πούμε ότι το καλοκαίρι είχαμε το αποκορύφωμα της λογικής που λέει ότι πολιτική είναι αυτό που συμβαίνει κάπου ψηλά, μακριά και απόκοσμα. Ακόμη χειρότερα δεν είναι απλώς κάτι που συμβαίνει σε κλειστά δωμάτια μεταξύ μεγάλων ηγετών και σπουδαίων προσώπων. Δεν είναι απλά κάτι που συμβαίνει και αποφασίζεται μεταξύ τεχνοκρατών, ειδικών και πρωθυπουργών. Η πολιτική είναι κάτι που δεν αποφασίζεται καν εκεί. Η πολιτική είναι μια σειρά συνεπειών που δεν αποφασίζεται πουθενά. Υπάρχει ένα πλέγμα διάσημων προσώπων, αόρατων επιχειρήσεων και γραφειοκρατικών διαδικασιών και αυτό ακριβώς το πλέγμα παράγει συνέπειες οι οποίες όχι μόνο δεν μας λαμβάνουν υπόψη αλλά αποκλείεται να είναι και θετικές.

Με άλλα λόγια στο πεδίο πολιτική όχι μόνο εμείς είμαστε αυτοί που παρακολουθούν κάποιους άλλους να παίζουν ένα παιχνίδι στο ηλεκτρονικό, αλλά και το ίδιο το ηλεκτρονικό είναι πάντα πειραγμένο, ώστε να μην υπάρχει άλλη επιλογή απ’ την ήττα. Δεν ζούμε την ΤΙΝΑ, την παρακολουθούμε σαν κάτι που βρίσκεται μακριά, μας εξοντώνει αλλά δεν μπορεί να επηρεαστεί από τίποτα. Παρακολουθούμε σπαράγματα της live μετάδοσης της διάλυσης της κοινωνίας, μαθαίνοντας σκόρπιες αντικρουόμενες πληροφορίες από ξένους δημοσιογράφους. Η μεσολάβηση χτύπησε κόκκινο, μετασχηματίστηκε και εισχώρησε μέσω της οθόνης στο φαντασιακό μερικών εκατομμυρίων ψηφοφόρων. Τίποτα δεν έχει σημασία γιατί τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρακολουθούμε αμήχανοι και αποκαμωμένοι την εξουσιοδότησή μας που χάνεται στα βάθη κάποιων κέντρων εξουσίας που δεν αναγνωρίζουμε κι ούτε μπορούμε να φανταστούμε.

Δεν πρόκειται απλά για την ιδέα της ανάθεσης ή για την περίφημη κρίση εκπροσώπησης, πρόκειται για την καθιέρωση μιας νέας οπτικής για την ίδια τη ζωή.

***

Δεν είναι καινούρια βέβαια αυτή η ιδέα. Οι «επίμονοι κυνηγοί μύθων» Καλύβας και Μαρατζίδης μας χαρίζουν το παρακάτω (η επισήμανση δική μου):

Το ερώτημα γίνεται πιο βασανιστικό, αν ρωτήσουμε: Πόσο άξιζε η Αντίσταση; Η απάντηση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Αναμφίβολα, η Αντίσταση συνέβαλε τα μέγιστα στη διατήρηση του ηθικού του πληθυσμού και στη δυνατότητα η χώρα να συγκαταλέγεται μετά τον πόλεμο στο στρατόπεδο των νικητών (όμως, ας μη γελιόμαστε, περισσότερο ως προς αυτό έπαιξε ρόλο η στάση του Ι. Μεταξά το 1940 στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι και στη συνέχεια η στάση του Γεωργίου Β΄ να συνεχίσει τον πόλεμο στο πλευρό της Αγγλίας).

***

Όταν η πολιτική και ο δημόσιος λόγος γεμίζει τέτοιες οπτικές και ξεχειλίζει απ’ την ιδέα ότι μεγαλύτερο ρόλο πάντα παίζει η στάση ενός ηγέτη, ενός δικτάτορα ή μιας πολιτικής ελίτ, αναζητούμε με λύσσα ένα καταφύγιο. Ένα καταφύγιο που να μας υπενθυμίζει ότι η μοίρα μας δεν υπάρχει για να την αποδεχόμαστε και ότι η ιστορία δεν είναι αποτέλεσμα της απάντησης ενός φασίστα όπως ο Μεταξάς.

Τα τελευταία χρόνια συνήθη καταφύγια αποτελούν ο Γκαλεάνο και ο Μπένγιαμιν, οι οποίοι καθένας με τον τρόπο του ανοίγουν μπροστά μας ένα άλλο βλέμμα προς το παρελθόν, τη μνήμη και την ιστορία.

Το τελευταίο διάστημα για κάποιο περίεργο λόγο βρέθηκα μπροστά σε δύο βιβλία (πιο κοντινά και πιο δικά μας μ’ ένα τρόπο), που πέρα απ’ την όποια λογοτεχνική τους αξία, επιτελούν και μία ακόμη λειτουργία. Μέσα απ’ τις σελίδες τους, δίνουν διαδοχικές σφαλιάρες. Αρπάζουν το κεφάλι σου και το στρέφουν ξανά προς την πραγματικότητα, προς τη ζωή την ίδια. Λένε: μην περιμένεις την αναμετάδοση, μην ξημεροβραδιάζεσαι με το δάχτυλο στο F5, μην ψάχνεις τη ματαίωση ή την ελπίδα σ’ ένα άρθρο των financial times. Παρόλο που είμαστε γεμάτοι μακρινά άγνωστα κτίρια με τζαμένιες πόρτες, η ζωή επιμένει να μην συμβαίνει αλλού, αλλά ακριβώς εδώ, μπροστά στα δυο σου μάτια. Όσες δηλώσεις κι αν κάνει ο Ντάισελμπλουμ το παιχνίδι παίζεται στην οδό Αχαρνών και στις Τρεις Γέφυρες και σ’ ένα όχημα του μεταγωγών και το τζόιστικ τελικά δεν είναι και σε τόσο μεγάλη απόσταση από τις χούφτες μας.

 

CKMLTyHWEAAbteD

***

Το πρώτο βιβλίο το οποίο σκέφτομαι είναι το Ένα Δέκατο του Οκτώ του βα.αλ.. Εδώ έχουμε διάφορα ενδιαφέροντα στοιχεία. Πρώτα απ’ όλα, ο πρωταγωνιστής ενός βιβλίου νουάρ ή αστυνομικού, ο άνθρωπος που προσπαθεί να εξιχνιάσει το έγκλημα, δεν είναι ένας αστυνομικός, έστω ένας αλλιώτικος, ένας πειραγμένος, ευαίσθητος και διαβασμένος ντετέκτιβ. Ο αυτοσχέδιος ντετέκτιβ είναι ένας οδηγός, ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας που λένε και στο σινεμά. Τον αναγνωρίζουμε, τον καταλαβαίνουμε και τον ακολουθούμε κατά πόδας όχι ασθμαίνοντας αλλά όπως θα ακολουθούσαμε ένα φίλο, έναν γνωστό, κάποιον που χαιρετάμε κάθε πρωί στην είσοδο της πολυκατοικίας. Το σκηνικό στο οποίο στήνεται η πλοκή του βιβλίου, επιτέλους, δεν είναι το εμπορικό τρίγωνο, το ιστορικό κέντρο. Τα μπαρ του βιβλίου δεν είναι στη Σταδίου την Κολοκοτρώνη και την Καρύτση. Ο ήρωας κυκλοφορεί στους κανονικούς δρόμους της μητρόπολης, τους μη πολυτραγουδισμένους, αυτούς που διασχίζεις με το λεωφορείο γεμάτο και το νου χαμένο.

Σε μία από τις αληθινά εξαιρετικές στιγμές του βιβλίου, έχουμε μια περιγραφή για τα Λιόσια, η οποία θα πρέπει να μας βάλει σε ένα σωρό σκέψεις. Όχι μόνο για την ομορφιά της γλώσσας ή την διαύγεια του βλέμματος, αλλά τελικά για την ίδια την ειλικρίνεια του να μιλάς και να διαβάζεις για τη ζωή κι όχι για το τηλεοπτικό (ή σοσιαλμιντιακό) της καθρέφτισμα.

Ο βα.αλ., κατά τη γνώμη μου, μας δίνει μια ιδέα για το πώς μπορεί να είναι ένα κομμάτι της λογοτεχνίας της κρίσης. Μέσα από τις σελίδες περνάνε διάφορες φιγούρες, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένες δεν έχει σημασία, πάντως εμπειρικά γνώριμες και ζωντανές. Οι ήρωες του βιβλίου, «καλοί» ή «κακοί», είναι αναγνωρίσιμοι, έχουν κανονικές διαστάσεις, τέτοιες που νομίζεις ότι τα δάχτυλά σου τους αγγίζουν καθώς προχωράς από κεφάλαιο σε κεφάλαιο.

Εντέλει όπως κάθε καλό νουάρ, το βιβλίο είναι μια ερωτική χειρονομία προς την πόλη και την περιπλάνηση, την πραγματική πόλη και την σημερινή περιπλάνηση. Εδώ μιλάμε για τα Πατήσια και την Κυψέλη, όχι για την κατασκευασμένη (χαρούμενη, καινοτόμα, και ατσαλάκωτη) αθηνολατρεία των free press. Εδώ δεν μιλάμε για τις γνωστές λεωφόρους που συμβαίνουν τα πάντα και που κολλάνε τα αυτοκίνητα τις μέρες των γιορτινών ψώνιων. Είναι ενδεικτικό ότι μία απ’ τις σημαντικότερες σκηνές του βιβλίου διαδραματίζεται στον παράδρομο της εθνικής οδού. Είναι επίσης ενδεικτικό ότι το ένα δέκατο του 8, εκτός των άλλων, αν το κοιτάξεις λίγο λοξά είναι μια κασέτα για να βάλεις στο αμάξι την ώρα που διασχίζεις την Αχαρνών και την Πατησίων.

Φυσικά το βιβλίο έχει αδυναμίες, αλλά αυτές είναι για τους βιβλιοκριτικούς και τις βιβλιοκριτικές, κι αυτό εδώ το ποστ προσπαθεί απλά να δείξει ότι εκτός από «επίμονους κυνηγούς μύθων», σ’ αυτόν τον τόπο είμαστε και γεμάτοι από ανθρώπους που επιμένουν να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στο ρόλο που παίζουν όσοι ζουν, παθαίνουν, διεκδικούν και επιτίθενται. Και η εσωτερική διαδρομή του Νικήτα, ήρωα του βιβλίου, μας αφορά περισσότερο από το να λιβανίζουμε τη τζίφρα του εκάστοτε ηγέτη. Όσο κι αν επιχειρούν να μας πείσουν τα δελτία των 8 και οι αρθρογράφοι με τα διαπιστευτήρια του Γέιλ, επιμένουμε να κοιτάμε τη ζωή στο σημείο που έχει σημασία, στο σημείο που στ’ αλήθεια συμβαίνει, στο σημείο που δεν είναι άλλο δηλαδή, από το ίδιο το ύψος του πεζοδρομίου.

 

32-vimata_ex

***

Το δεύτερο βιβλίο δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό, όμως πάλι με ένα περίεργο τρόπο επιτελεί την ίδια λειτουργία. Μιλάω για το 32 βήματα ή ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων του Τάσου Θεοφίλου. Το βιβλίο αποτελείται χοντρικά από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος περιέχει σπαράγματα, διάφορα περιστατικά και αποσπάσματα από τη ζωή στη φυλακή. Το δεύτερο αποτελεί ένα γλωσσάρι της φυλακής, στα πρότυπα θα έλεγε κανείς των όσων θεωρούμε κληρονομιά του Ηλία Πετρόπουλου, πιθανότατα λιγότερο σχολαστικά, οργανωμένα και συγκροτημένα και περισσότερα από μια βιωματική σκοπιά. Με ενδιαφέρει κυρίως το πρώτο μέρος. Εκεί ο Θεοφίλου, αν και θα μπορούσε να προωθήσει και να μείνει σε μια περιγραφή των δικών του αισθημάτων και εμπειριών με επίκεντρο το προσωπικό του δράμα, επιλέγει να κάνει κάτι άλλο. Μας δίνει χύμα, χωρίς σαφή δομή και συνέχεια, στοιχεία από τη ζωή των άλλων φυλακισμένων. Και αυτά τα στοιχεία είναι συγκλονιστικά. Κυριαρχεί μια βαθιά ανθρωπιά, χωρίς να υπάρχει σε κανένα σημείο μυθοποίηση των συγκρατούμενών του και χωρίς να ξεχνάει τη ίδια τη δική του πολιτική συγκρότηση. Παρόλο λοιπόν που διαρκώς μας υπενθυμίζει που στέκεται ο ίδιος, τα περιστατικά που αναφέρει, τα στιγμιότυπα που περνάνε από μπροστά μας, αποκαλύπτουν γυμνή, χωρίς περικοκλάδες και στολίδια την ανθρώπινη κατάσταση στη φυλακή. Η δική του πολιτική τοποθέτηση μπαίνει εκ των πραγμάτων σε δεύτερη μοίρα και θα έλεγα μάλιστα σε όποιον το διαβάσει περιμένοντας να βρει το κατηγορώ ενός άδικα φυλακισμένου αναρχικού, ότι θα απογοητευτεί.

Στο βιβλίο παρελαύνουν ιστορίες ναρκωτικών, λούμπεν παραβατικότητας και μοναξιάς. Δίνεται μια σχετικά καθαρή αίσθηση της ζωής στη φυλακή, χωρίς να περιγράφονται τα πράγματα με ακρίβεια. Αντίθετα, τα σκόρπια περιστατικά, μια σύναξη σ’ ένα κελί, ένας θάνατος, η λεπτομέρεια του ψαξίματος του φυλακισμένου, το αυτοσχέδιο τσίπουρο, η αδιανόητη γραφειοκρατία, οι εντοιχισμένες κατσαρίδες του καρτοτηλεφώνου, όλα λειτουργούν υπόγεια και σωρευτικά. Αν ζωή συμβαίνει στους δρόμους της πόλης, ζωή συμβαίνει και πίσω απ’ τη μάντρα του Κορυδαλλού. Και η ιστορία των ανθρώπων συνεχίζει να γράφεται και εκεί που η κοινωνία παύει να κοιτάζει και εκεί που οι αποφάσεις των ηγετών δεν έχουν πια σημασία.

Εκεί που υπάρχει μόνο παράλογο και τιμωρία, εκεί οι άνθρωποι ακόμη προσπαθούν να μείνουν ζωντανοί και ο Θεοφίλου προσπαθεί να μας δώσει ένα ελάχιστο κομμάτι απ’ την ιστορία τους.

IMG_3722-001

 

***

Το Ένα Δέκατο του 8, βα. αλ. – εκδόσεις Κινούμενοι Τόποι

32 βήματα ή ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων , Τάσος Θεοφίλου – εκδόσεις ΚΨΜ




Π.Βόγλης: Ο εμφύλιος ήταν η μοναδική επανάσταση στη νεότερη ελληνική ιστορία

6

 

Αντί για το ερώτημα “ποιος φταίει” για τον ελληνικό εμφύλιο, που επικράτησε επί δεκαετίες, στην “Αδύνατη Επανάσταση” ο Πολυμέρης Βόγλης θέτει ένα άλλο ερώτημα: “τι ήταν” ο εμφύλιος πόλεμος. Μελετώντας την κοινωνική δυναμική που διαμορφώθηκε εκείνη την περίοδο στη χώρα και εστιάζοντας στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, ο ίδιος συμπεραίνει ότι  ο ελληνικός εμφύλιος ήταν μια επανάσταση, έστω κι αν, έτσι όπως εξελίχθηκε, δεν θα μπορούσε να αποβεί νικηφόρα, συνεπώς ήταν μια αδύνατη επανάσταση.

Διαβάζοντας μια τέτοια προσέγγιση σήμερα, μετά το καλοκαίρι του 2015, δεν μπορείς να μην αναρωτηθείς πώς θα καταγραφεί από τους ιστορικούς του μέλλοντος η δυναμική που διαμορφώνεται στην Ελλάδα την τελευταία πενταετία. Πάντως ο Π.Βόγλης, αναπληρωτής καθηγητή κοινωνικής ιστορίας  στο τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μας τραβάει το μανίκι -σαν καλός ιστορικός-, συνιστώντας να αποφεύγουμε αναλογίες με το παρελθόν και να προσπαθούμε να βρούμε εργαλεία και τρόπους να καταλάβουμε αυτό που ζούμε σήμερα.

Τον συναντήσαμε λίγες μέρες πριν από τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου και μιλήσαμε για τον εμφύλιο και για τις αφηγήσεις γύρω από αυτόν, για τους παραλληλισμούς του παρελθόντος με το σήμερα, για την αριστερά και τις διαμάχες μεταξύ ιστορικών. Καταλήξαμε με μια υπενθύμιση: πως όπως τα κύματα των προσφύγων σήμερα στην Ευρώπη, περίπου 700 χιλιάδες άνθρωποι έγιναν πρόσφυγες εντός ή εκτός Ελλάδας στη διάρκεια του εμφυλίου, καθώς οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι συστατικό στοιχείο της εδαφικής πολιτικής, που γίνεται πάντα σε καιρούς πολέμου.

* * *

Τι ήταν ο ελληνικός εμφύλιος και πώς προτείνετε να συζητάμε γι’αυτόν, πώς να τον διαπραγματευόμαστε;

Αυτό που υποστηρίζω στο βιβλίο είναι ότι κανένας θα πρέπει να δει τον εμφύλιο πόλεμο σαν μία επανάσταση, την μοναδική ίσως επανάσταση στη νεότερη ελληνική ιστορία, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Μια επανάσταση κάτω από διαφορετικές στιγμές και φάσεις. Κι άρα κανένας θα πρέπει να χρησιμοποιήσει ένα τέτοιο πλαίσιο για να κατανοήσει τι την προκάλεσε, ποια ήταν η δυναμική της, ποιες ήταν ενδεχομένως οι ομοιότητες με άλλα αντίστοιχα κινήματα ή επαναστάσεις του 20ου αιώνα κλπ. Δηλαδή στην ουσία ήθελα χρησιμοποιώντας το σχήμα της επανάστασης να δω τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο όχι σαν μια ελληνική ιδιαιτερότητα αλλά σαν ένα φαινόμενο το οποίο μπορεί να το συναντήσουμε και σε άλλες χώρες στη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Κι αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη συνήθη αφήγηση που επικρατεί.

Ναι. Δηλαδή [υπήρχαν] είτε οι αφηγήσεις οι παλιότερες -τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια- που απέδιδαν πολύ μεγάλη σημασία στον ξένο παράγοντα -ότι ήταν ένας πόλεμος που υποκινήθηκε από το εξωτερικό, δηλαδή, κυρίως από τη Σοβιετική Ένωση και τις τότε γειτονικές κομουνιστικές χώρες- ή αργότερα -στη μεταπολίτευση- ότι έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην πρόκληση του εμφύλιου πολέμου οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία.

Απέναντι σε αυτές τις ερμηνείες οι οποίες αποδίδουν την ευθύνη, θα έλεγε κανένας, στους ξένους, αυτό που ενδιέφερε εμένα ήταν να δω στο εσωτερικό. Προφανώς υπάρχει το διεθνές πλαίσιο, προφανώς υπάρχουν ξένες δυνάμεις, υπάρχει ο ψυχρός πόλεμος άλλωστε εκείνη την εποχή που ξεκινά, δεν μπορεί κανείς να το αγνοήσει όλο αυτό. Αλλά κατά τη γνώμη μου –κι αυτό θέλω να κάνω μέσα από το βιβλίο- ήταν να δω τις εσωτερικές συγκρούσεις. Οι εσωτερικές, κοινωνικές και ιδιαίτερα πολιτικές συγκρούσεις πώς οδηγούν σε μια στρατιωτική αντιπαράθεση, σε έναν πόλεμο.

εμπρος εφημεριδα εμφύλιος

Φωτογραφία βιβλίου – Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Εμπρός, 23 Ιουνίου 1949. Η φωτογραφία επάνω δεξιά απεικονίζει στρατιώτες με τον σκοτωμένο Γιάννη Αλεξάνδρου (Διαμαντή) και φέρει τη λεζάντα: “Το απάνθρωπον τέρας που επί τριετίαν ετρομοκράτει την Ρούμελην δεν υπάρχει πλέον. Ο Εθνικός Στρατός τιμωρεί τους προδότας”. Αρχική πηγή: Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων

 

Ο “συμμοριτοπόλεμος”

 

Αλλά κάνετε λόγο για διαστρέβλωση της ιστορίας για τον εμφύλιο πόλεμο. Δηλαδή ότι επικράτησε και τροφοδότησε αυτό το τραύμα, όπως το αποκαλείτε, κράτησε την κοινωνία διαιρεμένη, και τώρα μάλιστα αυτό επανέρχεται με τη σημερινή ρητορική στον πολιτικό δημόσιο λόγο. Θεωρείτε ότι εργαλειοποιείται, ουσιαστικά, το τραύμα αυτή τη στιγμή στο δημόσιο λόγο;

Καταρχήν ναι. Δηλαδή θα συμφωνήσω μαζί σας ότι είχαμε μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, το 1949, μια προσπάθεια διαστρέβλωσης του τι συνέβη εκείνα τα χρόνια. Δεν είναι τυχαίο ότι για πολλές δεκαετίες ο τρόπος με τον οποίο επικράτησε να ονομάζεται ο εμφύλιος πόλεμος ήταν «συμμοριτοπόλεμος». Δηλαδή η άρνησή του, το ότι αντί να δεχτεί κανείς την εμφύλια σύγκρουση λέει ότι αυτό το οποίο είχαμε ήταν μια σύγκρουση του κράτους και της κυβέρνησης με συμμορίες.

Κι αυτός ο όρος χρησιμοποιείται και σήμερα.

Πολύ λιγότερο, είναι η αλήθεια. Και είναι περισσότερο αν κανένας θέλει να υποδηλώσει μια πολιτική ταυτότητα η οποία είναι πλέον σήμερα αρκετά ακροδεξιά. Κανένας δεν χρησιμοποιεί τον όρο «συμμοριτοπόλεμος», είναι περιθωριακή η χρήση του. Από την άλλη πλευρά και η αριστερά δεν δέχτηκε το γεγονός, θα έλεγε κανένας, του τι συνέβη. Όχι ότι δεν υπήρξε εμφύλιος πόλεμος, αλλά προσπάθησε να το παρουσιάσει σαν μια άμυνα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας απέναντι στην επίθεση που είχε δεχτεί μεταπολεμικά από τη λευκή τρομοκρατία, και ότι στην ουσία σύρθηκε σε έναν εμφύλιο πόλεμο. Γενικώς υπήρξε διαστρέβλωση. Τις τελευταίες δεκαετίες βασικά υπήρχε αποσιώπηση. Κανείς δεν ήθελε να κουβεντιάσει τον εμφύλιο πόλεμο.

Τώρα επανέρχεται;

Έχει επανέλθει. Από το 2000 και μετά έχουμε μια πολύ μεγάλη συζήτηση – ακαδημαϊκή αλλά και δημόσια- για τη δεκαετία του ’40 και ειδικά για τον εμφύλιο πόλεμο. Τι ήταν ο εμφύλιος πόλεμος, τι τον προκάλεσε, ποιος φταίει –το παλιό γνωστό ερώτημα «ποιος φταίει για την εμφύλιο πόλεμο;»-, αν έχουμε έναν εμφύλιο πόλεμο στην κατοχή, ποια είναι η σχέση του πολέμου της κατοχής, των εμφύλιων συγκρούσεων της κατοχής με τον εμφύλιο πόλεμο μετά την Απελευθέρωση, του ‘46-’49. Άρα είναι αρκετά σημαντικός στην ακαδημαϊκή συζήτηση, στην ιστορική συζήτηση. Κι αυτό φαίνεται κι απ’τα συνέδρια, τα βιβλία που βγαίνουν, τις δημοσιεύσεις αλλά και τα αφιερώματα στον τύπο, αλλά και από την παρουσία της δεκαετίας του ’40 συνολικά –όχι μόνο του εμφυλίου πολέμου- στη δημόσια σφαίρα.

Θεωρείτε ότι τείνει μια υπάρξει μια συμφωνία, στον ακαδημαϊκό τουλάχιστον χώρο, σχετικά με το τι ήταν ο εμφύλιος;

Όχι. Υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες. Αυτό δεν πρέπει να μας προβληματίζει, είναι φυσικό. Κι όπως είναι φυσικό να υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες και αναθεωρήσεις της ιστορίας. Η ιστορία δεν είναι κάτι στατικό, δεν είναι μια αλήθεια την οποία κάποιος ανακαλύπτει και όλοι «υποκλίνονται». Είναι έρευνα, είναι ένας τρόπος με τον οποίο βλέπεις, μελετάς το παρελθόν, θέτεις διαφορετικά ερωτήματα. Κι άρα η γνώση μας, η προσέγγισή μας για την ιστορία αλλάζει, δεν είναι στατική. Κι αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το μεγάλο ενδιαφέρον των ιστορικών, της έρευνας για την ιστορία. Ειδάλλως θα ξέραμε όλοι τι έχει συμβεί και θα ήταν πολύ βαρετό.

η αδυνατη επανάσταση - εξώφυλλο

Φωτογραφία εξωφύλλου: Αιχμάλωτοι αντάρτες στη Θεσσαλονίκη μετά τη μάχη του Λαγκαδά, Φεβρουάριος 1948. Αρχική πηγή: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού

(…) υπάρχει μια μερίδα ιστορικών η οποία υποστηρίζει ότι ξεκινάει από το 1943. Στην ουσία, δηλαδή, ότι έχουμε έναν μακρύ εμφύλιο πόλεμο, από το ’43 μέχρι το ’49 (…) και εξελίσσεται σε τρεις φάσεις: 1943-1944 που είναι ο εμφύλιος μεταξύ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και κυρίως ταγμάτων ασφαλείας, ένα δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, μια δεύτερη σύγκρουση που είναι τα Δεκεμβριανά, κι έναν τρίτο εμφύλιο πόλεμο που είναι ο πόλεμος του 1946-1949. Κι ότι στην ουσία όλα αυτά τι υποδηλώνουν; Ότι έχουμε ένα Κομμουνιστικό Κόμμα το οποίο θέλει με τη βία να πάρει την εξουσία.

Εγώ διαφωνώ με αυτή την προσέγγιση. (…)

Π.Βόγλης

Ιστορική διαμάχη για τη βία & κατάχρηση των όρων του ’40

 

Ένα από τα βασικά σημεία διαφωνίας στον ακαδημαϊκό χώρο, απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι, είναι το πότε ακριβώς ξεκινάει ο εμφύλιος. Είναι ένα κρίσιμο ζήτημα που, απ’ότι καταλαβαίνω από το βιβλίο σας, εσείς το συνδέετε με τη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας που εντάθηκε πάρα πολύ στην κατοχή, την φτωχοποίηση, σε συνδυασμό με την απόκτηση της εμπειρίας της πάλης μέσα από την εαμική αντίσταση. Όσοι τοποθετούν σε άλλο χρονικό σημείο την έναρξη του εμφυλίου πολέμου ενδεχομένως να θέλουν να τον απομονώσουν από αυτό, από την ανάγκη για πιο ριζοσπαστικές λύσεις, για αναδιανομή του πλούτου, να θέλουν να το δείξουν σαν μια ένοπλη πάλη ακραίων. Οπότε, το πότε ξεκίνησε ο εμφύλιος είναι ένα ζήτημα κρίσιμο για την ερμηνεία του τι κρύβεται πίσω από αυτές τις διαμάχες;

Ένα από τα ζητήματα που είχαν απασχολήσει τους ιστορικούς, και ήταν και αντικείμενο διαμάχης, ήταν η χρονολόγηση του εμφυλίου, αν ξεκινάει το ’43 ή το ’46. Θα μου πείτε, υπάρχει κάποια διαφορά; Υπάρχει. Γιατί ακριβώς, η χρονολόγηση, ή, πιο σωστά, η περιοδολόγηση –πώς χωρίζουμε την ιστορία σε περιόδους, πότε λέμε ότι ξεκινάει κάτι και πότε τελειώνει- είναι πολύ σημαντικό. Γιατί ακριβώς υποδηλώνει έναν τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα γεγονότα.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, υπάρχει μια μερίδα ιστορικών η οποία υποστηρίζει ότι ξεκινάει από το 1943. Στην ουσία, δηλαδή, ότι έχουμε έναν μακρύ εμφύλιο πόλεμο, από το ’43 μέχρι το ’49. Δε συμφωνώ με αυτή τη θεώρηση. Δε λέω ότι δεν υπάρχουν εμφύλιες συγκρούσεις το ’43 ή και το ’44 – τα Δεκεμβριανά, που είχαμε και την επέτειό τους, των 70 ετών, τον περασμένο Δεκέμβρη. Αλλά είναι συγκρούσεις που δεν συνδέονται αιτιακά μεταξύ τους.

Για μένα ο εμφύλιος πόλεμος ξεκινά το 1946. Τα αίτια του εμφυλίου πολέμου, ναι, θα πρέπει να αναζητηθούν στα προηγούμενα χρόνια. Γι’αυτό λέω ότι ζητήματα διαμάχης των ιστορικών, όπως το πότε ξεκινάει ο εμφύλιος πόλεμος, έχει να κάνει με το πώς τα αντιλαμβανόμαστε. Αν αντιλαμβανόμαστε τον εμφύλιο σαν ένα ενιαίο γεγονός ή σαν κάτι το οποίο γνωρίζει περιόδους, φάσεις κλπ.

Στην ουσία έχουμε ένα επιχείρημα που λέει ότι έχουμε έναν εμφύλιο ο οποίος ξεκινάει το 1943 και εξελίσσεται σε τρεις φάσεις: 1943-1944 που είναι ο εμφύλιος μεταξύ ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και κυρίως ταγμάτων ασφαλείας, ένα δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, μια δεύτερη σύγκρουση που είναι τα Δεκεμβριανά, κι έναν τρίτο εμφύλιο πόλεμο που είναι ο πόλεμος του 1946-1949. Κι ότι στην ουσία όλα αυτά τι υποδηλώνουν; Ότι έχουμε ένα Κομμουνιστικό Κόμμα το οποίο θέλει με τη βία να πάρει την εξουσία.

Εγώ διαφωνώ με αυτή την προσέγγιση. Κάθε σύγκρουση είναι διαφορετική από την άλλη. Κανένας μπορεί να τις δει ότι είναι συγκρούσεις της δεκαετίας του ‘40, προφανώς, και έχουν σχέση μεταξύ τους. Αλλά δεν είναι ένας εμφύλιος πόλεμος ο οποίος διαπνέεται από την λογική του Κομμουνιστικού Κόμματος να πάρει την εξουσία βίαια -όπως ενδεχομένως, όντως, συμβαίνει στον εμφύλιο πόλεμο, όπου έχουμε μια ένοπλη σύγκρουση διεκδίκησης της εξουσίας.

Άρα, ναι, έχουμε διαφορετικές εκτιμήσεις και αντιλήψεις για το τι ήταν ο εμφύλιος πόλεμος. Όπως επίσης και για το ποιος ευθύνεται για τον εμφύλιο πόλεμο κλπ. Αν και στο βιβλίο, ακριβώς, προσπάθησα να μην ασχοληθώ με το ποιος φταίει για τον εμφύλιο πόλεμο.

(…) Οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, αντί να προχωρήσουν στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα ικανοποιούσαν τα αιτήματα εκδημοκρατισμού και κοινωνικής  δικαιοσύνης που είχε αναδείξει η κοινωνία στα χρόνια της Κατοχής, έθεσαν στόχο τη διάλυση των οργανωτικών δομών και τη συρρίκνωση των κοινωνικών ερεισμάτων του ΕΑΜ, ώστε να ανακοπεί η δυναμική της επανάστασης. (…)

“Η αδύνατη επανάσταση”, απόσπασμα

Λέμε ότι το 2000 αναζωπυρώθηκε όλη αυτή η συζήτηση. Είναι λίγο συγκυριακό αυτό ή υπήρχε εκείνη την εποχή και μια γενική συζήτηση, πιο πολύ με πολιτικό υπόβαθρο, να βάλουμε στο κέντρο π.χ. τη βία λίγο αποϊδεολογικοποιημένα, να συζητήσουμε για τον εμφύλιο λίγο έξω είτε από την κοινωνική του διάσταση που βάζετε εσείς, είτε από την πολιτική του διάσταση, και να το συζητήσουμε μόνο σαν ένα θέμα της ακρότητας της βίας, ή άλλων τέτοιων πραγμάτων; Δεν ξέρω, δηλαδή, αν ταίριαζε λίγο με την εποχή αυτή η αναζωπύρωση της συζήτησης.

Ναι. Θα συμφωνούσα με αυτή τη διαπίστωση. Ούτως ή άλλως έχουμε ένα αυξημένο επιστημονικό ενδιαφέρον για τη δεκαετία του ’40. Η δεκαετία του ’90 είναι η εποχή που δημοσιεύονται πάρα πολλά βιβλία επιστημονικά και άρα υπάρχει μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος του επιστημονικού. Το κοινωνικό ενδιαφέρον, της κοινής γνώμης, πάντα υπήρχε. Αλλά επιστημονικά, συστηματικά, άρχισε να διερευνάται τη δεκαετία του 1990, όταν βγαίνουν μια σειρά από πολύ αξιόλογες μελέτες. Άρα υπάρχει το ιστορικό ενδιαφέρον για την εποχή εκείνη. Αυτό, όμως, που παράλληλα νομίζω ότι υπάρχει είναι, ακριβώς, μια προσπάθεια να ερμηνευθεί ξανά η δεκαετία του ’40 μέσα από ένα πολύ διαφορετικό πρίσμα, απ’ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή επικρατούσε μεταξύ των ιστορικών. Δηλαδή αυτό ακριβώς το οποίο είπατε, για την εστίαση στη βία, επανέφερε τη συζήτηση για τον ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, για τη βία που άσκησε κατά των αντιπάλων του κλπ.

Είναι μια συζήτηση η οποία κράτησε αρκετά. Πιστεύω ότι είχε, θα έλεγε κανείς, ένα πολιτικό υπόβαθρο. Αυτό δεν είναι πρόβλημα. Θέλω να πω ότι αυτός που θα πει ότι ο ιστορικός είναι αντικειμενικός, απλά λέει ψέμματα. Δεν υπάρχει αντικειμενική ιστορία. Υπάρχει μια ιστορία η οποία επιδιώκει να διεισδύει όσο γίνεται πιο βαθύτερα στο παρελθόν, να δώσει μια πιο ολοκληρωμένη, μια πιο πλήρη εικόνα του παρελθόντος, να θέσει ερωτήματα. Αλλά δεν υπάρχει αντικειμενική ιστορία. Άρα όλοι όσοι εμπλέκονται σε αυτή τη συζήτηση, και ειδικά για ένα τόσο φορτισμένο θέμα όσο η δεκαετία του ’40, προφανώς έχουν και πολιτικές ιδέες και πολιτικές απόψεις, οι οποίες εκβάλλουν και στο έργο τους.

Άρα εγώ πιστεύω ότι όλη η συζήτηση για τη δεκαετία του ’40 και ειδικά για το ρόλο της βίας της αριστεράς τη δεκαετία του ’40, συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με μια προσπάθεια να αποκαθηλωθεί ο μύθος της αριστεράς – για να το πω λίγο συνθηματικά. Τι εννοώ: η αριστερά σε μεγάλο βαθμό μεταπολεμικά βάσισε την πολιτική της ταυτότητα στη δεκαετία του ’40 και ειδικά στην αντίσταση. Ήταν, θα έλεγε κανένας, ο ιδρυτικός μύθος –δεν λέω μύθο με την έννοια του παραμυθιού, καταλαβαίνετε τι θέλω να πω-, η ιδρυτική διακήρυξη. Άρα, πλήττοντας ακριβώς αυτό τον ιδρυτικό μύθο της αριστεράς για την εθνική αντίσταση, η αριστερά πλέον έχανε έδαφος, απονονομιμοποιόταν, απαξιωνόταν κ.ο.κ. Αυτό πιστεύω ότι υπήρχε.

Αυτό επιχειρείται και σήμερα, θεωρείτε;

Σήμερα είμαστε σε μια πάλι αρκετά διαφορετική συγκυρία. Είναι άλλο το 2000. Μην ξεχνάτε το 1989, στην ουσία όλο αυτό είναι ο αντίκτυπος του ’89 – και αναφέρομαι στην κατάρρευση του κομμουνισμού- στην ιστοριογραφία. Λίγα χρόνια πριν την έκρηξη της συζήτησης έχει βγει η Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού, ότι ο κομμουνισμός είναι μια εγκληματική ιδεολογία κλπ. Άρα, θα έλεγε κανένας, έχουμε μια προσπάθεια απονομιμοποίησης, εκείνη την εποχή, της αριστεράς. Σήμερα είναι πολύ διαφορετικό, είμαστε σε μια πολύ διαφορετική συγκυρία, με πολύ διαφορετικά ερωτήματα.

Η δεκαετία του ’40 επανέρχεται και θα επανέρχεται διαρκώς –για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικούς τρόπους. Σήμερα δεν έχουμε τόσο τον εμφύλιο πόλεμο. Αν και κάποια στιγμή –το 2012-2013- συζητήθηκε ότι η πόλωση θα οδηγούσε σε έναν εμφύλιο πόλεμο – ανοησίες, κατά τη γνώμη μου. Επανέρχεται και με το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων κλπ. αλλά και με την προσπάθεια κατάχρησης όρων της δεκαετίας του ΄40 ως προς το σήμερα.

Ποιους όρους εννοείτε;

Οι «δοσίλογοι», «γερμανοτσολιάδες» κλπ. Είναι λάθος, είναι πολύ σοβαρό λάθος.

Επειδή φορτίζουν το δημόσιο λόγο, τη ρητορική; Ή και για άλλους λόγους;

Ο ένας λόγος είναι αυτός. Ο δεύτερος είναι ότι – χωρίς αυτό, φυσικά, να είναι η πρόθεση- σχετικοποιούν τη βαρύτητα αυτών τα οποία συνέβησαν στο παρελθόν. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω; Αν σήμερα λέμε ότι «έχουμε χούντα», ή πιο σωστά «είχαμε χούντα», τότε πραγματικά η χούντα -εννοώ η δικτατορία του ’69-’74- ε, σχετικοποιείται η βαρβαρότητά της. Αν είχαμε γερμανική κατοχή το 2010, ’11, ’12, κλπ σχετικοποιείται η βαρβαρότητα της ναζιστικής κατοχής του 1941-44. Είναι πολύ σοβαρό λάθος να προσπαθεί κανένας να κινητοποιήσει τον κόσμο ή να τον ευαισθητοποιήσει χρησιμοποιώντας τέτοιου τύπου αναλογίες.

χωρικοι εμφυλιος

Φωτογραφία βιβλίου – Χωρικοί εργάζονται στη διάνοιξη δρόμων για το στρατό. Αρχική πηγή: Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού

Συλλογικό υποκείμενο, πατριωτισμός και αριστερά

 

Στο βιβλίο κάνετε λόγο για μια «κουλτούρα του συλλογικού υποκειμένου», η οποία διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, και την αποδίδετε στη δυναμική της κοινωνικής επανάστασης που δημιούργησε η εαμική αντίσταση και η πρακτική του ένοπλου αγώνα στην κατοχή. Πιστεύετε ότι εκείνη η κουλτούρα του συλλογικού υποκειμένου έχει ομοιότητες με τους τρόπους που σήμερα προσπαθούμε να εφεύρουμε στην ελληνική κοινωνία για να αντιμετωπίσουμε τις σημερινές προκλήσεις; Δηλαδή υπάρχει σήμερα μια αντίστοιχη κουλτούρα ή κάτι που μοιάζει με αυτό που αναγνωρίσατε σε εκείνη την ιστορική περίοδο;

Έχουν μεσολαβήσει από εκείνα τα χρόνια εφτά δεκαετίες. Δηλαδή η ελληνική κοινωνία άλλαξε δραματικά.

Απλώς και πάλι μιλάμε για μια περίοδο που υπάρχουν πολύ ισχυρές προκλήσεις.

Ναι, και μια περίοδο μιας πολύ μεγάλης –ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες- διαδικασίας εξατομίκευσης της κοινωνίας. Που πήρε πάρα πολλές εκδοχές: ιδιώτευσης, καταναλωτισμού, αδιαφορίας κλπ. Άρα έχεις να κάνεις με μια νέου τύπου κοινωνία, πολύ διαφορετική από αυτήν που εμφανίζεται, μάχεται, δρα, κινητοποιείται στη δεκαετία του ’40. Και μετά, όμως. Δεν είναι μόνο η δεκαετία του ’40, απλώς αυτή είναι η αποκορύφωση. Συνεχίζει και μετά, και στη δεκαετία του ’50 – που είναι μια εποχή πολύ δύσκολη- και στη δεκαετία του ΄60 αλλά και του ΄70. Αυτό φθίνει.

Αυτή η κουλτούρα;

… που είναι και ταυτότητα. Συλλογικές ταυτότητες. Δηλαδή οι άνθρωποι νιώθουν να ταυτίζονται, οι ίδιοι, τα συμφέροντά τους, οι ιδέες τους, οι ανάγκες τους, ο τρόπος ζωής τους, με ευρύτερες συσσωματώσεις ανθρώπων. Είτε αυτό λέγεται σωματείο, φοιτητικός σύλλογος, γειτονιά. Είχαμε μια πλήρη αποσύνθεση αυτών των συλλογικών αναφορών.

…τις τελευταίες δεκαετίες.

Ναι. Όπου ο καθένας ήταν για την πάρτη του. Μετά ήταν η οικογένειά του, οι φίλοι του και εκεί πέρα σταματούσε οποιαδήποτε αναφορά, δεν υπήρχαν συλλογικές αναφορές.

Ήταν τα χρόνιας της ευημερίας;

Ήταν τα χρόνια της ευημερίας. Ειδικά από τη δεκαετία του 1990 και μετά, αυτό το πράγμα απογειώθηκε. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω. Και δεν μπορεί κανείς να αναβιώσει τρόπους και διαδικασίες που υπήρχαν παλιότερα. Γι’αυτό και ό,τι έχει μείνει από εκείνα τα χρόνια – το βλέπω π.χ. στους φοιτητικούς συλλόγους στα πανεπιστήμια- είναι σκιά. Καμία σχέση, ούτε συνελεύσεις μπορούν να γίνουν ούτε τίποτα. Άρα αυτό το οποίο συνέβη, σε μία κατά τη γνώμη μου μικρή έκταση, ήταν ακριβώς ότι οι άνθρωποι προσπαθούσαν αν βρουν νέου τύπου συλλογικές διαδικασίες, νέου τύπου συλλογικές αναφορές, να δημιουργήσουν νέου τύπου συλλογικές ταυτότητες.

Θυμάμαι και παραδείγματα από χωριά, που αναφέρετε στο βιβλίο, που αυτοδιοικούνται. Και αναρωτιέται αν αυτά τα παραδείγματα έχουν σχέση με τις σημερινές απόπειρες ομάδων ή κοινοτήτων που δοκιμάζουν ή οραματίζονται μοντέλα αυτο-οργάνωσης.

Ναι, συμφωνώ, απλώς πρέπει κανείς να έχει την αίσθηση της κλίμακας, ότι αυτά στην Ελλάδα είναι πολύ περιορισμένα σε σχέση με το μέγεθος της επίθεσης που δέχτηκε η ελληνική κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια και της εκπτώχευσης. Και δείχνει άμα θέλετε από την άλλη πλευρά και το πόσο άλλαξε ο χαρακτήρας της ελληνικής κοινωνίας τις τελευταίες δεκαετίες. Πόσο δύσκολο είναι πλέον να διαμορφώσεις συλλογικές απαντήσεις και να έχεις συλλογικές δράσεις.

Κάποιοι κοινωνιολόγοι λένε ότι είναι μάλλον δύσκολο να γίνει κάτι τέτοιο, να δοθεί δηλαδή ιστορική απάντηση την στιγμή της κρίσης. Επίσης, είναι δύσκολο να κάνει κανένας εκτιμήσεις για το πως θα βγει η ελληνική κοινωνία απ’ αυτή την κρίση. Και είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να σκεφτεί κανείς αναλογίες με το παρελθόν, με μια κοινωνία, εκείνη της δεκαετίας του ’40, που ήταν πολύ διαφορετική. Όταν μιλάμε για χωριά και αυτοδιοίκηση εκείνα τα χρόνια, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι τα χωριά τότε είχανε κόσμο.

Πάντως έχουνε γίνει πράγματα και στην αλληλέγγυα οικονομία και στην κοινωνική οικονομία και αυτοδιαχειριστικά. Δεν θέλω με τίποτα να τα μειώσω, απλώς θα περίμενε κανένας ή θα έλπιζε να είχανε μεγαλύτερη απήχηση και διασπορά και να είχαν πολλαπλασιαστεί.

(…) Ο συνδυασμός της εθνικής απελευθέρωσης με την κοινωνική επανάσταση δεν ήταν διόλου αντιφατικός· τα περισσότερα επαναστατικά κινήματα στον 20ο αιώνα είχαν παράλληλα στόχο την εθνική ανεξαρτησία, και αυτός ακριβώς ο συνδυασμός τούς προσέδωσε πρωτοφανή μαζικότητα και μαχητικότητα. (…)

“Η αδύνατη επανάσταση”, απόσπασμα

Μιλήσαμε πριν για δυσκολίες στη συγκρότηση του συλλογικού υποκειμένου. Λέτε μες στο βιβλίο ότι το ΚΚ ή η αριστερά υποβάθμισε την επαναστατική διάσταση και τόνισε πιο πολύ τον αγώνα της εθνικής απελευθέρωσης, μιλούσε περισσότερο για τη Μακρόνησο και λιγότερο για το Γράμμο. Θέλω να ρωτήσω, έχοντας στο νου και το πόσο η αριστερά χρησιμοποιεί πατριωτικό λόγο σήμερα, αν εκείνες οι επιλογές της αριστεράς όχι μόνο στον εμφύλιο αλλά και μετά, να μιλάει δηλαδή κυρίως για εθνική αντίσταση και όχι για κάτι άλλο, κατά κάποιο τρόπο καθόρισαν την σημερινή αριστερά, με τρόπο που να μη μπορεί να απαντήσει στα σημερινά προβλήματα, να δυσκολεύεται να συγκροτήσει συλλογικά υποκείμενα, αφού εντέλει στην εθνική αφήγηση πάντα θα χάνει η αριστερά.

Είναι πολλά τα θέματα, τα οποία βάζετε. Το ένα είναι το γεγονός ότι αποσιώπησε την επαναστατική διάσταση του εμφυλίου πολέμου ή άμα θέλετε, την ένοπλη πλευρά του εμφυλίου πολέμου και το Δημοκρατικό Στρατό. Προφανώς, το γεγονός αυτό έχει να κάνει και με τις συγκυρίες. Εννοώ ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό να υπογραμμίσει κανένας ότι η αριστερά μετεμφυλιακά, ήταν υπό διωγμό. Το δεύτερο θέμα είναι αυτό της ήττας. Δεν είναι απλά εκλογές, δεν έχασες μια εκλογική μάχη, όταν χάνεις σε μια τόσο μεγάλη υπόθεση. Έχεις χάσει ένα πόλεμο, με χιλιάδες νεκρούς και φυλακισμένους. Προφανώς μια ήττα είναι δύσκολο να την δικαιολογήσεις, αλλά και να την αποδεχτείς και να τη συζητήσεις δημόσια. Το τρίτο ζήτημα, το οποίο μάλλον συνδέεται μ’ αυτά τα οποία με ρωτήσατε, έχει να κάνει με την στρατηγική επιλογή της μετεμφυλιακής αριστεράς αλλά και της μεταπολιτευτικής, να ενταχθεί, να ακολουθήσει δηλαδή τον κοινοβουλευτικό δρόμο και να προσηλωθεί στον κοινοβουλευτικό βίο της χώρας. Η αποκήρυξη, θα έλεγε κανένας, του επαναστατικού δρόμου κατάληψης της εξουσίας.

Άρα, η αναφορά στον εμφύλιο και σ’ έναν επαναστατικό τρόπο κατάληψης της εξουσίας, προφανώς δεν ήταν επιλογή της αριστεράς μετεμφυλιακά, όπως και πουθενά στην Ευρώπη. Απ’ αυτή την άποψη, η ελληνική αριστερά σε μεγάλο βαθμό συμβαδίζει με όλη την υπόλοιπη αριστερά, η οποία μετά τον Πόλεμο εγκαταλείπει τα σχέδια ριζοσπαστικής ή βίαιης αλλαγής της κοινωνίας.

Ως προς με τη σύνδεση με το εθνικό αφήγημα, η αριστερά πάντα πολλαπλασίαζε την απήχησή της, όταν συνδύαζε, τον πατριωτικό λόγο με τον λόγο για την κοινωνική αλλαγή. Αυτό θα έλεγε κανείς είναι απ’ τα μαθήματα της δεκαετίας του ’40. Αυτή άλλωστε ήταν και η μεγάλη επιτυχία του ΕΑΜ. Να συνδυάσει τον πατριωτικό αγώνα, εκείνη την εποχή την εθνική απελευθέρωση από τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και τους Βούλγαρους, με το όραμα μιας κοινωνικής αλλαγής, μιας καλύτερης κοινωνίας πιο δίκαιης. Η αριστερά σ’ όλα τα χρόνια, ειδικά μετά την εμπειρία του ’40 είχε πάντα μια έντονα πατριωτική αναφορά, μιλάω πάντα για την επίσημη αριστερά κι όχι για ομάδες. Να σας θυμίσω ας πούμε τον κλασσικό αντιαμερικανισμό της αριστεράς ή ακόμη και τον αντιευρωπαϊσμό της αριστεράς, εννοώ ενάντια στην Ε.Ε. ή ΕΟΚ παλιότερα κλπ. Άρα έχεις να κάνεις με ένα στοιχείο, τον πατριωτισμό, που είναι αρκετά ισχυρό στην ιδεολογία της ελληνικής αριστεράς εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες. Ειδικά σε συγκυρίες όπως η σημερινή, που ακριβώς και λόγω της επιβολής των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων και του τρόπου με τον οποίο συρρικνώθηκε η εθνική κυριαρχία, ήταν λογικό η αριστερά να αναβαθμίσει στον λόγο της το πατριωτικό στοιχείο, την επίκληση του πατριωτισμού. Ήταν αναμενόμενο. Δεν νομίζω, αν μιλάμε για την σημερινή αριστερά, ότι αυτό αμβλύνει τον ταξικό λόγο της αριστεράς. Νομίζω ότι υπάρχει μια ισορροπία, αν και προφανώς σε περιόδους προεκλογικές τονίζεται πολύ περισσότερο ο πατριωτισμός και η υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας και της εθνικής αξιοπρέπειας.

 

(…) όταν στην πολιτική καταφεύγεις σε όρους του παρελθόντος, πρόκειται για μια εργαλειοποίηση του παρελθόντος και μια απεύθυνση στο θυμικό. (…)

Π.Βόγλης

 

Στο βιβλίο λέτε ότι μετά την απελευθέρωση, «η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν καταργήθηκε αλλά αποδείχτηκε συμβατή με το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης» . Επίσης ο τρόπος που περιγράφετε το πώς το κράτος προσπάθησε να ανασυγκροτηθεί και να ελέγξει μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να αυξήσει την καταστολή, η χρήση του λόγου για τον επικίνδυνο άλλο. Μπορούμε να κάνουμε αναλογίες με την σημερινή κατάσταση, προφανώς με κάποιες διαφορές;

Εγώ θέλω να επιμείνω στις διαφορές. Έχουμε στην ουσία μία αδυναμία να περιγράψουμε αυτό το οποίο ζούμε τα τελευταία χρόνια, εννοώ από το 2010 μέχρι σήμερα. Είναι κάτι καινούριο κι αρκετά ιδιόμορφο, με αποτέλεσμα να αναζητούμε να το κατανοήσουμε μέσα από σχήματα, όρους και λέξεις του παρελθόντος. Δεν είναι όμως το ίδιο, αυτό προσπαθώ και με ενδιαφέρει να δείξω. Πρέπει να καταβάλλουμε μεγαλύτερη προσπάθεια, για να προσδιορίσουμε αυτό που ζούμε σήμερα, το οποίο δεν είναι κατοχή, δεν είναι χούντα, δεν είναι καθεστώς εκτάκτου ανάγκης με την αυστηρή, στενή σημασία του όρου αυτού, με αναστολή δηλαδή άρθρων του συντάγματος.

Εμένα αυτό που μ’ ενδιαφέρει, είναι να προσπαθήσουμε να βρούμε εργαλεία και τρόπους να καταλάβουμε αυτό που ζούμε σήμερα. Σίγουρα δεν είναι η κοινοβουλευτική δημοκρατία την οποία γνωρίσαμε, και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε η πολιτική και η κοινωνική ζωή τις προηγούμενες δεκαετίες. Είναι αρκετά διαφορετικά τα πράγματα, παρόλα αυτά δεν πιστεύω ότι βοηθούν οι αναλογίες με το παρελθόν. Πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη σημασία, μεγαλύτερη φροντίδα στο να βρούμε τρόπους να μιλήσουμε για το σήμερα με όρους του σήμερα. Εμείς σαν ιστορικοί επισημαίνουμε ακριβώς τα όρια, τραβάμε το μανίκι και λέμε να προσέχουμε πως χρησιμοποιούμε το παρελθόν. Κατά τη γνώμη μου, πέρα από το ότι έχει μια χρήση συναισθηματική, για το πω και λίγο διαφορετικά είναι και λίγο διανοητική οκνηρία. Για παράδειγμα, τι είναι περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας σήμερα; Τι είναι; Εξάρτηση; Αποικία; Τι είναι;

Αλλά όταν στην πολιτική καταφεύγεις σε όρους του παρελθόντος, πρόκειται για μια εργαλειοποίηση του παρελθόντος και μια απεύθυνση στο θυμικό. Όπως ας πούμε όταν κάνουμε τη Μέρκελ με το μουστάκι του Χίτλερ ή το Δ’ Ράιχ κλπ. Αντίστοιχα με τη διαρκή επίκληση στο ΕΑΜ. Επικαλούνται ένα ένδοξο παρελθόν, αυτό κάνουν όλοι. Δεν είναι ίδιον της ελληνικής αριστεράς ή της Ελλάδας. Όλοι το κάνουν. Ο καθένας μάλιστα μπορεί να επικαλεστεί ένα διαφορετικό παρελθόν. Προφανώς το ηρωικό παρελθόν της αντίστασης, δεν θα το επικαλεστεί η δεξιά. Η δεξιά μπορεί να επικαλεστεί τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος «θεμελίωσε τη δημοκρατία, έβαλε την Ελλάδα στην ΕΟΚ», ένα ένδοξο παρελθόν, διαφορετικού τύπου. Η αριστερά θα επικαλεστεί την αντίσταση, επίσης ένδοξο και ηρωικό και πατριωτικό παρελθόν. Άρα βλέπει κανένας με ποιο τρόπο όλοι εργαλειοποιούν και χρησιμοποιούν το παρελθόν, για να πλαισιώσουν τον λόγο τους, για να κινητοποιήσουν τον κόσμο τους, να διευρύνουν το ακροατήριο τους. Επαναλαμβάνω είναι κάτι που συμβαίνει παντού σ’ όλο τον κόσμο και πρέπει να είμαστε ευαισθητοποιημένοι πάνω σ’ αυτό το θέμα.

πρόσφυγες εμφύλιος

Φωτογραφία βιβλίου – Καταυλισμός προσφύγων στα περίχωρα της Βέροιας, Ιανουάριος 1948. Αρχική πηγή: National Archives and Records Administration (NARA)

“Η πληθυσμιακή μηχανική είναι συστατικό στοιχείο της εδαφικής πολιτικής”

 

Ένα πράγμα που δεν συζητιέται αρκετά από τον εμφύλιο έχει σχέση με τις μετακινήσεις πληθυσμών, την πληθυσμιακή μηχανική, αλλά και τις συνέπειες που είχε για την Ελλάδα μετά τον εμφύλιο η εκκένωση χωριών και γενικά της υπαίθρου.

Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα, όχι τόσο πολύ μελετημένα, στην περίπτωση του ελληνικού εμφυλίου. Είναι ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα για να καταλάβει κανένας πως εξελίχθηκε ο εμφύλιος πόλεμος και για να καταλάβει κανείς και την έκβασή του. Οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι ένα αρκετά μεγάλο φαινόμενο, στην κορύφωση μιλάμε για 700.000 κόσμο, και εξυπηρετούν συγκεκριμένους στρατιωτικούς στόχους εκείνη την εποχή, δηλαδή να απομακρύνουν πληθυσμούς από τις περιοχές που δραστηριοποιούνται οι αντάρτες, ούτως ώστε να στερηθούν οι αντάρτες τρόφιμα, ανθρώπινο δυναμικό και πληροφορίες.

Παρόλα αυτά, ακόμη κι όταν τελειώνει ο εμφύλιος πόλεμος, οι επιπτώσεις της μετακίνησης των πληθυσμών είναι μακροπρόθεσμες. Οι καταστροφές που προκαλεί ο ίδιος ο πόλεμος, (βομβαρδισμοί, πυρκαγιές) αλλά και η μετακίνηση των πληθυσμών είναι το πρώτο χτύπημα, εντός εισαγωγικών, στον πληθυσμό της υπαίθρου και ειδικά στον ορεινό πληθυσμό. Έχουν γίνει κάποιες μελέτες στον παρελθόν, οι οποίες όμως δεν συνεχίστηκαν, που εντοπίζουν ακριβώς ότι οι περιοχές, οι οποίες ήταν στο επίκεντρο του εμφυλίου πολέμου, οι ορεινές περιοχές ειδικά, ποτέ δεν ορθοπόδησαν ξανά μεταπολεμικά. Ο κόσμος δεν γύρισε στα χωριά ή γύρισε για λίγο, αντίκρισε το χάος και την καταστροφή (της περιουσίας, των σπιτιών, το γεγονός ότι δεν είχαν πια ζώα, τα εγκαταλελειμμένα χωράφια) και αποφάσισε αν όχι η ίδια η οικογένεια που είχε φύγει, τα παιδιά τους, να μη ζήσουν στα χωριά.

Είναι θα έλεγε κανείς η αφετηρία αυτού του τεράστιου κύματος εσωτερικής μετανάστευσης που γίνεται στην Ελλάδα μεταπολεμικά και που αλλάζει την Ελλάδα άρδην. Δηλαδή, μέσα σε δύο δεκαετίες ’50 και ’60 ,η Ελλάδα αλλάζει χαρακτήρα. Μετατρέπεται από μία βασικά αγροτική χώρα σε μια βασικά αστική χώρα και ερημώνουν ειδικά τα ορεινά χωριά από τον πληθυσμό. Η αφετηρία αυτής της διαδικασίας είναι η δεκαετία του ’40. Προφανώς πολλά απ’ αυτά τα χωριά έχουν πληγεί και στην Κατοχή, έχουν πυρποληθεί από τους Γερμανούς έχουν υποστεί αντίποινα, τα έχουν κάψει και όλα αυτά σωρευτικά λειτουργούν ώστε ο κόσμος να μη μπορεί πια να ζήσει εκεί.

Αυτό το οποίο ήθελα να υπογραμμίσω μέσα στο βιβλίο είναι ότι αυτή η πληθυσμιακή μηχανική, είναι κάτι το οποίο βλέπουμε σε πάρα πολλές χώρες. Δηλαδή οι μετακινήσεις πληθυσμών είναι συστατικό στοιχείο της εδαφικής πολιτικής, που γίνεται πάντα σε καιρούς πολέμου και δεν έχει μελετηθεί όσο θα έπρεπε. Το βλέπουμε, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σήμερα με τους πρόσφυγες. Είναι τρομερό αυτό που συμβαίνει και συνέβαινε πάντα.

Απλώς χρειάζεται νομίζω να το ξαναδούμε. Δεν είναι κάτι το οποίο συμβαίνει δηλαδή ξαφνικά, να έχουμε πρόσφυγες ή να μετακινούνται οι πληθυσμοί. Είναι στοιχείο μιας πολιτικής ελέγχου του εδάφους και του πληθυσμού. Είναι και κομμάτι της στρατηγικής των μαχών, είναι ένας πόλεμος που μπορεί να μην γίνεται με όπλα αλλά είναι κομμάτι του πολέμου. Και επαναλαμβάνω ο έλεγχος του πληθυσμού και του εδάφους, είναι στοιχείο κάθε πολέμου. Για παράδειγμα μετακινήσεις μικρών ή μεγάλων εθνοτικών πληθυσμών, έχουμε σε όλους τους πολέμους του 20ου αιώνα. Περιορίζονται, μεταφέρονται μακριά από τα σύνορα ή αυτοί που είναι στα σύνορα μπαίνουν υπό επιτήρηση κλπ.

Υπάρχουν άλλα κομμάτια του εμφυλίου που δεν έχουν μελετηθεί; Που θα στρέφατε το ενδιαφέρον σας;

Εγώ αυτό που θα ήθελα να ξαναδώ ή θα άξιζε κανένας να μελετήσει περισσότερο αφορά τον εθνικό στρατό, ως πυλώνα της ανασυγκρότησης του κόσμου της εθνικοφροσύνης μεταπολεμικά. Αυτό που διαπίστωνα όταν έγραφα αυτό το βιβλίο, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο στρατός αναδεικνύεται σε σημείο αναφοράς για τις τοπικές κοινωνίες, ειδικά στην επαρχία. Η παρουσία του στρατού είναι πάρα πολύ έντονη, και δεν εννοώ στις μάχες. Οι μάχες ούτως ή άλλως γίνονται μακριά από τις πόλεις, σπάνια φτάνουν οι αντάρτες να απειλήσουν τις μεγάλες πόλεις. Η παρουσία λοιπόν του στρατού είναι πολύ έντονη στη Λαμία, στην Καρδίτσα, στην Κόρινθο και στην Πάτρα ή σε πιο μικρές ακόμη πόλεις. Γύρω απ’ το στρατό οργανώνεται η κοινωνική ζωή. Τι σημαίνει αυτό; Η φανέλα του στρατιώτη, έρανοι, παρελάσεις, κατάθεση στεφάνων, επισκέψεις σε νοσοκομεία, διάφορες ομάδες, σύλλογοι κυριών και δεσποινίδων που επισκέπτονται με δώρα τους τραυματίες φαντάρους, η διανομή δώρων και ειδών ρουχισμού στα άπορα παιδάκια από το στρατό.

Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Με ποιο τρόπο γίνεται δηλαδή σημείο αναφοράς ο στρατός στην κοινωνική ζωή των πόλεων. Και αυτό γίνεται πολύ φανερό όχι στην Αθήνα, που είναι μια πολύ μεγάλη πόλη, αλλά στις πιο μικρές πόλεις, στο Βόλο για παράδειγμα, πως περιγράφεται ο στρατός και ποιες είναι οι δραστηριότητες που αναλαμβάνει ο στρατός στην πόλη. Και επίσης και η οικονομία. Η παρουσία των στρατιωτών ενισχύει την τοπική οικονομία. Τα μαγαζιά που ψωνίζουν οι φαντάροι, τα ξενοδοχεία που μένουν.

(…) Ο στρατός αυτονομήθηκε από την πολιτική εξουσία. Αποστολή του δεν ήταν πλέον μόνο η υπεράσπιση της χώρας από την εξωτερική επιβουλή, αλλά και η υπεράσπιση του καθεστώτος και η καταπολέμηση του “εσωτερικού εχθρού”.(…)

“Η αδύνατη επανάσταση”, απόσπασμα

 




make it rain | για το ντοκιμαντέρ «οι βροχοποιοί»

 

— edit: το ντοκιμαντέρ για το οποίο μιλάμε παρακάτω είναι online και μπορείτε να το δείτε εδώ

 

Ανασύνθεση του παρελθόντος δεν σημαίνει αναγνώρισή του “με τον τρόπο που υπήρξε πραγματικά”. Σημαίνει το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου.

Walter Benjamin

Την Τετάρτη στο Μικρόκοσμο έγινε η πρώτη προβολή του ντοκιμαντέρ «Οι βροχοποιοί», που δημιούργησαν οι Εκδόσεις Διάδοση. Το φιλμ αποδείχτηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον, σε πολλές στιγμές συγκινητικό και σίγουρα θα αποτελέσει αφορμή για ευρύτερη συζήτηση και αναστοχασμό πάνω σε μια σειρά από θέματα.

Το ντοκιμαντέρ καταπιάνεται με την κατάσταση στις φυλακές και τους αγώνες που δόθηκαν μέσα σ’ αυτές από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Δεν επιχειρείται να δοθεί κάποια συνολική εικόνα της κατάστασης, με ανάλυση από «ειδικούς», εκτενή αναφορά στις γενικότερες κοινωνικές συνθήκες ή πολλές λεπτομέρειες και εξηγήσεις. Αντίθετα, το ντοκιμαντέρ εστιάζει στις αφηγήσεις έξι ανθρώπων, οι οποίοι καταθέτουν τις συγκλονιστικές, είναι η αλήθεια, εμπειρίες τους.

Μέσα απ’ την προσωπική ματιά και ιστορία του καθενός, ακολουθούμε μια πορεία που περνά από διάφορους χώρους κράτησης της ελληνικής επικράτειας. Κέρκυρα, Αίγινα, Κορυδαλλός και Πάτρα. Άνθρωποι που πέρασαν χρόνια στις φυλακές ως κρατούμενοι περιγράφουν τις συνθήκες κράτησης, τις πρακτικές των δεσμοφυλάκων και τελικά αποτυπώνουν στιγμιότυπα από την ίδια την πολιτική του εγκλεισμού. Στο δεύτερο μισό του έργου, οι ίδιοι άνθρωποι αφηγούνται τους αγώνες, τις προσπάθειες και τις εξεγέρσεις των κρατουμένων της εποχής.

 

οι περίφημες φυλακές Κέρκυρας. Ένα ελληνικό πανοπτικό.

οι περίφημες φυλακές Κέρκυρας. Ένα ελληνικό πανοπτικό. ( η foto από εδώ )

 

Οι άνθρωποι στην οθόνη μας δίνουν συγκλονιστικές περιγραφές του τι σημαίνει φυλακή. Μιλάνε για το ξύλο, τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Περιγράφεται για παράδειγμα ότι τη δεκαετία του ’80 όταν έμπαινε κανείς στη φυλακή της Κέρκυρας (που θεωρούνταν η μάλλον πιο σκληρή της εποχής και στην οποία στέλνονταν απείθαρχοι ή «επικίνδυνοι» κρατούμενοι), τον περίμεναν για αρχή παρατεταγμένοι σε ένα διάδρομο δεξιά και αριστερά δεσμοφύλακες με ξύλινα γκλομπ. Με αυτά υποδέχονταν τον καινούριο κρατούμενο. Μετά, ανεξαρτήτως ποιος ερχόταν ή τι έκανε, τον πήγαιναν για μια εβδομάδα στα λεγόμενα πειθαρχεία, μικρά σκοτεινά κελιά, που περιγράφονται ως μπαούλα ή κουτιά, αφού ήταν πολύ μικρά και δεν υπήρχε φως από πουθενά. Οι κρατούμενοι έχαναν την αίσθηση του χρόνου, της μέρας και της νύχτας και έμεναν εκεί απομονωμένοι, χωρίς προαυλισμό (τι λέξη κι αυτή) για μία εβδομάδα. Κάτι σαν εβδομάδα προσαρμογής λοιπόν.

Ακούγεται ακόμη μια άλλη μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία, όταν οι δεσμοφύλακες είχαν «κέφια», έμπαιναν στα κελιά και ρωτούσαν ένα κρατούμενο: «Είσαι παντρεμένος;». Αν απαντούσες όχι, σου έλεγαν «γιατί ρε; Για να μην κάνεις παιδιά και να μην πάνε φαντάροι;». Και ύστερα σε χτυπούσαν μέχρι λιποθυμίας. Αν απαντούσες ναι, σου έλεγαν «γιατί; Για να κάνεις παιδιά και να γίνουν κομμουνιστές;». Και ύστερα σε χτυπούσαν μέχρι λιποθυμίας.

Κάποια στιγμή λέγεται ότι στις διαβόητες φυλακές της Κέρκυρας βγήκε εντολή να απαγορευτούν τα βιβλία που είχαν στον τίτλο τις λέξεις «επανάσταση», «αναρχία» και «έρωτας».

 

Κέρκυρα και πάλι

Κέρκυρα και πάλι. ( η foto από εδώ )

 

Ακούγονται και άλλες ιστορίες και περιστατικά, που δεν έχει νόημα να αναφέρουμε αλλά είναι καλύτερα να παρακολουθήσετε πως τις αφηγούνται οι ίδιοι οι πρώην κατηγορούμενοι.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις που ακούγονται για την απόσταση και το διαχωρισμό μεταξύ ποινικών και πολιτικών κρατουμένων. Στο ντοκιμαντέρ αναφέρεται ότι αυτή η απόσταση μίκρυνε όταν μπήκαν φυλακή οι πρώτοι αναρχικοί.  Συγκινητικές είναι οι μαρτυρίες για τις γυναικείες φυλακές και την απεργία πείνας του 1980 στον Κορυδαλλό. Μένουν στο μυαλό τα όσα λένε οι γυναίκες για τον ψυχίατρο της φυλακής Κορυδαλλού, Μάριο Μαράτο και τις πρακτικές του. Σημειώνουμε ότι ο Μαράτος το 1990 σκοτώθηκε από την «Επαναστατική Αλληλεγγύη».

Οι διαμαρτυρίες, οι εξεγέρσεις και όλες οι απόπειρες αντίστασης δεν περιγράφονται με κάποιο ηρωισμό ή κάποια οίηση, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Ακούμε πολλές φορές τη φράση «δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς». Βλέπουμε πρόσωπα, στις γκριμάτσες των οποίων, στριμώχνονται με ένα περίεργο τρόπο η αξιοπρέπεια, η ασφυξία της καταπίεσης, μια αλλόκοτη γενναιότητα και η ιδέα μιας βαθιάς αλληλεγγύης. Ακόμη και ο τρόπος που επαναλαμβάνουν τη φράση «μετά μας τσάκισαν» δεν κρύβει ήττα και απογοήτευση, αλλά μοιάζει να σημαίνει κάπως τον χρόνο μιας παύσης πριν την επόμενη επίθεση. Κατά τ’ άλλα, απ’ τις εξιστορήσεις των αγώνων, θα μας μείνει η εικόνα της φλεγόμενης φυλακής της Κέρκυρας, σαν απάντηση στις επιθυμίες και τον τρόμο εκατοντάδων κρατουμένων ανά τα χρόνια, αλλά και οι δυσκολίες στο να αντιμετωπίσουν συλλογικά ποινικοί και πολιτικοί τα κοινά τους προβλήματα.

Μια εντύπωση προκαλεί επίσης και η επισήμανση αρκετών ότι αν η δεξιά τσάκιζε τις εξεγέρσεις με το γκλομπ και τη σωματική βία, οι φυλακές μπήκαν σε καινούρια κατεύθυνση με την έλευση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο, όπως λένε, υιοθέτησε μια διαφορετική πρακτική. Γέμισε τη φυλακή με ναρκωτικά.

Μετά το τέλος του ντοκιμαντέρ για κάποιο λόγο πήγε ο νους μου στον Γκαλεάνο. Σκεφτόμουν τις μέρες μετά το θάνατό του, πέρα φυσικά απ’ τη γνώση ή την καλογραμμένη αφήγηση, πως αυτό που μου έμεινε από τα γραπτά του είναι μια κατανόηση του τι σημαίνει επιμονή στο να αφηγούμαστε την ιστορία «από τα κάτω». Ένα απ’ τα (εκατομμύρια βέβαια) προβλήματα του καιρού μας είναι αυτή ακριβώς η απομάκρυνση των ανθρώπων από την ιστορία τους και από την πολιτική ως σκέψη και προσωπική υπόθεση και πράξη. Σήμερα, όπως μας πληροφορούν μερικές εκατοντάδες ρεπορτάζ σε σοβαρές εφημερίδες, λαχανιασμένα κανάλια και έξαλλα σάιτ, όλα βρίσκονται και όλα συμβαίνουν κάπου αλλού. Στις Βρυξέλλες και σε μια τηλεδιάσκεψη του eurogroup, στο ιδιωτικό δωμάτιο του Πούτιν και στα τεράστια δημόσια κτίρια του Βερολίνου. Η αφήγηση λέει ότι είμαστε μικροί και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε τα αποτελέσματα μιας διαπραγμάτευσης που μας αφορά αλλά παραμένει άγνωστη. Τεχνικές λεπτομέρειες, τεχνικά κλιμάκια και ό,τι άλλο τεχνικό μπορεί να φανταστεί κανείς.

η αφίσα τη προβολής της Τετάρτης. ( από εδώ )

η αφίσα της προβολής της Τετάρτης. ( από εδώ )

 

Ένα απ’ τα πράγματα που βγαίνουν από το ντοκιμαντέρ είναι αυτή ακριβώς η υπενθύμιση ότι η πολιτική δεν συμβαίνει κάπου αλλού, αλλά είναι η προσωπική μας στάση απέναντι στα πράγματα και η ίδια μας η πράξη, όσο κι αν αυτή μοιάζει καταδικασμένη από την άνιση κατανομή των δυνάμεων στο γήπεδο που καλούμαστε να δώσουμε τον αγώνα. Η άλλη ίσως ακόμη πιο βασική υπενθύμιση του ντοκιμαντέρ είναι η εξής: Πολλές φορές, η επικρατούσα απίθανη σύγχυση, ο ιδεολογικός χυλός, οι αντιφάσεις της πραγματικότητας και το γενικό ζόρι τείνουν να αποπροσανατολίζουν. Τότε, νομίζω ότι ένα καλό προσδιοριστικό κριτήριο για να βρεις ξανά τη θέση σου στον κόσμο είναι να ακούς τους ίδιους τους ανθρώπους. Όχι με την ασπίδα της προκάτ ιδεολογικής συμφωνίας, ούτε προτάσσοντας μια καθηλωτική γνώση, η οποία έχει σκοπό να αποκλείσει κάθε πράξη εκ των προτέρων, ούτε βέβαια με τον κατανοητό αλλά καταστροφικό κυνισμό του «δεν αλλάζει τίποτα». Να ακούς τους ίδιους τους ανθρώπους, σημαίνει να ακούς όσους έζησαν και ζουν την καταπίεση και τη βία, να ακούς όσους βρέθηκαν στον πάτο του βαρελιού, όσους παρόλο το φόβο προχώρησαν όπως μπορούσαν.

Λέει κάποια στιγμή ένας αφηγητής ότι αν κατάφερε να αγωνιστεί (και τελικά να κάψει το ίδιο του το κελί) ήταν και επειδή είχε «δάσκαλους στη φυλακή, δάσκαλους αγράμματους, εμπειρικούς. Που ό,τι είχαν το έβαζαν».

Και να πως ξαναβρίσκεις τη θέση σου στον κόσμο.

* Δεν ξέρω τίποτα για την ομάδα που έφτιαξε το ντοκιμαντέρ. Σημειώνω πάντως ότι η ίδια ομάδα, οι εκδόσεις Διάδοση δηλαδή, έκανε και το «οι λαχειοπώλες του ουρανού», ένα ντοκιμαντέρ με αφηγήσεις που επαναφέρουν στο προσκήνιο την κοινωνική ιστορία της Ελλάδας του ’60-’70 και το οποίο μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ.




Η Πρωτομαγιά των Σπουδαίων

φωτο καισ

 

Υπάρχει ένα λεύκωμα στη βιβλιοθήκη που αγοράστηκε πριν αρκετά χρόνια. Σπάνιο και σπουδαίο μου το χαρακτήρισε ο ηλικιωμένος κύριος που στέκονταν στο τραπεζάκι όπου βρίσκονταν τακτοποιημένα κάποια λίγα αντίτυπα. Δεν πέρασε ημέρα έκτοτε που να μη σκέφτομαι πόσο δίκιο είχε, δεν πέρασε ημέρα που να μην πιάνω τον εαυτό μου να καρφώνει το βλέμμα στη θέση που του ανήκει στη βιβλιοθήκη, ενίοτε να το αγγίζω αφηρημένα, κάποιες φορές να αισθάνομαι λίγη και ανάξια για να το ξεφυλλίσω και όταν τελικά το ανοίγω, να με συγκινεί με τέτοιο απόλυτο τρόπο ώστε να αναλογίζομαι ότι το πολυτιμότερο υλικό μου απόκτημα είναι αυτό, ένα λιτό και περιποιημένο λεύκωμα με τίτλο Εθνική Αντίσταση 1941-1944 «Γράμματα και μηνύματα εκτελεσμένων πατριωτών», Αθήνα 1974.

Η Πρωτομαγιά του 1944 έμελλε να προσθέσει υλικό σε αυτή τη παρακαταθήκη πόνου, αγωνίας αλλά κυρίως περηφάνιας, προτροπής και αγωνιστικότητας αφού σε όλα τα πεταμένα χαρτάκια μελλοθανάτων πριν τις διάφορες εκτελέσεις από τα κατοχικά στρατεύματα ανακαλύπτεις το μεγαλείο της ζωής και της παρηγοριάς.

Οι εξορισμένοι από τον Ι. Μεταξά κομμουνιστές στην Ακροναυπλία είχαν ήδη παραδοθεί στα ναζιστικά στρατεύματα και βρίσκονταν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, όταν το πρωινό της 1ης Μαΐου βρήκε 200 από αυτούς να ακούν το όνομά τους και να οδεύουν προς εκτέλεση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, ως αντίποινα για τη δολοφονία ενός Γερμανού στρατηγού και τριών συνοδών του στους Μολάους Λακωνίας (λίγες ημέρες πριν η απόφαση ανακοινώθηκε σε κατοχική εφημερίδα: «…Την 27.4.44 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν στρατηγόν και τρεις συνοδούς του (…) Ως αντίποινα θα εκτελεστούν: 1) Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944. 2) Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην…»).

Το βράδυ πριν την εκφώνηση των καταλόγων των μελλοθανάτων ακούγονταν μόνο τραγούδια και χοροί. Το πρωινό κατά την εκφώνηση των ονομάτων, οι μελλοθάνατοι έβγαιναν μπροστά με υψωμένη τη γροθιά. Έτσι στοιβαγμένοι όπως μεταφέρθηκαν στον τόπο θυσίας, τα μικρά σημειώματα έφευγαν πίσω τους.

«Κόρη μου, Καίτη Πόλκου, μένει Κλειούς 22, Θεσσαλονίκη, να γίνει δασκάλα. Ο πατέρας της»

«Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για την λευτεριά παρά να ζει σκλάβος»

«Πρωτομαγιά, γεια σας όλοι, πάμε στη μάχη»

«Δεν σας ξέχασα ποτές. Για σας και για τον ελληνικό λαό έδωσα τη ζωή μου. Σήμερα, 1η Μάη 1944 σας φιλώ για τελευταία φορά»

«Χαίρετε φίλοι. Εκδίκηση. Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε μάνα»

«Η τελευταία σκέψη μαζί σου. Θα ήθελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Να βρεις σύντροφο άξιό σου και άξιο μου»

«Ο θάνατος μου δεν θα πρέπει να σας λυπήσει αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για τη μάχη»

Πολλές Πρωτομαγιές έχει τύχει να σκεφτώ τον κόσμο που οραματίζονταν αυτοί οι άνθρωποι βαδίζοντας προς το θάνατο και κάθε φορά μετράω τις αποκλίσεις και τις κινήσεις πίσω ολοταχώς. Όπως σήμερα, με τους δρόμους στις γειτονιές της πόλης να είναι άδειοι, όχι για τον λόγο ότι οι κάτοικοι βρίσκονταν στον εορτασμό του νοήματος της Πρωτομαγιάς αλλά γιατί η 1η Μάη ήταν Παρασκευή και έφτιαχνε ένα θαυμάσιο τριήμερο εξορμήσεων και δεν τρέχει και τίποτα…




για την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης | συνέντευξη με την Ρένα Μόλχο

 

Σε μια εποχή που ο ρατσιστικός λόγος, ο αντισημιτισμός και η ισλαμοφοβία κατέχουν κεντρική θέση στο δημόσιο λόγο, το ζητούμενο δεν είναι απλά να οχυρωθούμε πίσω από μια άνευρη και νομικίστικη υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων, ούτε να ξεμπερδέψουμε με μια απλή επίκληση σε ένα δήθεν ευρωπαϊκό ιδεώδες του ανθρωπισμού. Το ζητούμενο ήταν και είναι, να επιχειρήσουμε να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για το παρελθόν και το τώρα. Να παρατηρήσουμε την πολιτική που χαράσσεται απέναντι στους εκάστοτε αδύναμους, στις μειονότητες ή απλά σε ομάδες που δεν εξυπηρετούν τις κάθε φορά επιδιώξεις της κυρίαρχης ιδεολογίας. Να δούμε την ιστορία του τόπου στον οποίο ζούμε, αφήνοντας κατά μέρος εθνικούς μύθους και άβολες πραγματικότητες. Μία απ’ αυτές στην ελληνική ιστορία είναι και η ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, για την οποία γνωρίζουμε λίγα και λέμε ακόμη λιγότερα. Δεν είναι τυχαίο ότι με αυτό το θέμα έχουν ασχοληθεί (εκτός από την ίδια την εβραϊκή κοινότητα) κυρίως συλλογικότητες από το χώρο της αναρχίας και της αυτονομίας, συλλογικότητες δηλαδή που έτσι κι αλλιώς κρατούν μια κριτική στάση απέναντι στην έννοια του κράτους και του πατριωτισμού. Ή δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και οι απόπειρες διδασκαλίας και μελέτης της ιστορίας των εβραϊκών κοινοτήτων στην Ελλάδα, χρηματοδοτούνται από την εβραϊκή κοινότητα και όχι από το ελληνικό κράτος. Λογικό βέβαια αφού το ελληνικό κράτος προτιμά να αναπαράγει μία αφήγηση, η οποία λέει ότι όλοι οι χριστιανοί Έλληνες βοήθησαν τους εβραίους Έλληνες, αφήγηση που ασφαλώς απέχει πολύ απ’ την αλήθεια.

Συναντήσαμε λοιπόν την ιστορικό Ρένα Μόλχο και μιλήσαμε για την πολύ ενδιαφέρουσα (και ασφαλώς διδακτική) ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, από το 1912 μέχρι και την απελευθέρωση από τους Ναζί.

10

η ελληνική Θεσσαλονίκη και ο Μεσοπόλεμος

 

Η Ρένα Μόλχο στην αρχή της κουβέντας, επιχείρησε να μας δώσει μια εικόνα για το τι συνέβαινε στην πόλη από τη στιγμή που προσαρτήθηκε στο ελληνικό κράτος μέχρι και το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.  Η ιστορικός, μας εξήγησε ότι το 1912 από τους 156.000 κατοίκους της πόλης οι 75.000 ήταν Εβραίοι.  Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν φτωχοί, ζούσαν σε καλύβες και γι’ αυτό το λόγο μόνο το 10% πλήρωνε την κοινοτική εισφορά. Χάρη σε αυτήν ζούσαν περίπου οι μισές εβραϊκές οικογένειες της Θεσσαλονίκης. Σε αυτό ακριβώς το γεγονός της εκτεταμένης φτώχειας, αλλά και στο ότι η πόλη είχε βιομηχανία από παλιά, πριν απ’ την Αθήνα, οφείλεται και το ότι στη Θεσσαλονίκη επέλεξε ο Μπεναρόγια να εγκατασταθεί και να ιδρύσει τη Σοσιαλιστική Ομοσπονδία. Από τη στιγμή που η Θεσσαλονίκη προσαρτάται στο ελληνικό κράτος, στην πραγματικότητα λαμβάνεται και η απόφαση να «εξελληνιστεί», που σημαίνει, για να είμαστε ακριβείς, να δημιουργηθεί μια πόλη με έναν ομογενοποιημένο πληθυσμό,  ο οποίος θα εξυπηρετήσει ευκολότερα τους εθνικούς στόχους και επιδιώξεις. Σταδιακά το μουσουλμανικό στοιχείο εγκαταλείπει την πόλη, ενώ και με την έλευση των χριστιανών προσφύγων, αλλάζει όλη η πληθυσμιακή ισορροπία της περιοχής. Ο Βενιζέλος παίρνει κάποια πρώτα μέτρα εναντίον της εβραϊκής κοινότητας.

Το 1917 η μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης αποτελεί τη χρυσή ευκαιρία για την αλλαγή της πόλης. Το ελληνικό κράτος ορίζει μια τεράστια πυρίκαυστη ζώνη (μεγαλύτερη απ’ όση ήταν στην πραγματικότητα), περνάει σε δημόσιο έλεγχο όλα τα ακίνητα (ανεξαρτήτως αν καταστράφηκαν ολοσχερώς ή έχουν μικροζημιές) που βρίσκονται σ’ αυτήν και ζητά να πλειοδοτήσουν οι κάτοικοι για να τα αγοράσουν. Τα περισσότερα μέλη της εβραϊκής κοινότητας είναι φτωχά, ενώ τίτλοι ιδιοκτησίας για τις καλύβες δεν υπήρχαν. Έτσι το κέντρο πλέον «εξελληνίζεται» (σύμφωνα πάντα με τον ορισμό και το περιεχόμενο που θέλει να δώσει στον εαυτό του το ελληνικό κράτος).

Η απόφαση ότι η εβραϊκή κοινότητα «χαλάει» την Θεσσαλονίκη που έχει φανταστεί η νέα εθνική αφήγηση, οδηγεί πλέον σε άρθρα, δημοσιεύματα και κινήσεις ανοιχτά εχθρικές προς τους εβραίους. Η εφημερίδα Μακεδονία στοχοποιεί και δαιμονοποιεί την εβραϊκή κοινότητα. Το 1927 ιδρύεται η εθνικιστική ομάδα 3Ε, η οποία και θα προχωρήσει το 1931 στον εμπρησμό του Κάμπελ, μιας μικρής εβραϊκής συνοικίας. Η πράξη αυτή είναι ενδεικτική του κλίματος που επικρατεί και επίσης υπαινίσσεται όσα πρόκειται να ακολουθήσουν από το χριστιανικό στοιχείο της πόλης. Οι εβραίοι της Θεσσαλονίκης θα αντιμετωπίζουν την εχθρότητα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση, μέχρι και την έναρξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Τότε πια, οι Ναζί σε συνεργασία με κομμάτια του ντόπιου πληθυσμού και με την ανοχή (ή το μούδιασμα) ενός άλλου κομματιού, θα αναλάβουν το έργο της οργάνωσης της εκτόπισης και εξόντωσης των εβραίων και της λεηλασίας των περιουσιών τους.

*

[περνώντας με το ποντίκι πάνω από το χάρτη εμφανίζονται σημαντικές ημερομηνίες και συνοπτικά, μερικά στοιχεία, που αφορούν την ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από το 1912 μέχρι και 1944 . Τα στοιχεία τόσο για το γράφημα, όσο και για την παραπάνω συνοπτική αφήγηση της περιόδου, πάρθηκαν από τις απαντήσεις που μας έδωσε η Ρένα Μόλχο]

[edge_animation id=”3″]

 

[προτιμάμε να μην παρουσιάσουμε τη συνέντευξη με την κλασσική μορφή των ερωτήσεων απαντήσεων αλλά με μια δομή που θα εξυπηρετήσει καλύτερα – κατά τη γνώμη μας – τις ανάγκες της αφήγησης]

Η καταγραφή και η αρχή της εξόντωσης των Εβραίων της Θεσσαλονίκης | Πλατεία Ελευθερίας – Ιούλιος 1942.

 

«Μέχρι τον Ιούνιο του 1942 δεν έχουν ληφθεί αντισημιτικά μέτρα, απλώς ο διαχωρισμός είναι πιο έντονος απέναντι στους Εβραίους. Αυτό γίνεται, γιατί προσπαθούν πρώτα να λεηλατήσουν την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης. Αυτό ήταν παντού το σχέδιο των Γερμανών. Παντού έγινε πρώτα η λεηλασία. Έχουμε γράμματα που απευθύνονται στην εφορία, στο δημόσιο ταμείο και ζητούν ξεχωριστές καταστάσεις για τους Εβραίους, προκειμένου να δούν ποιοι είναι οι πλούσιοι. Ευτυχώς, στην εφορία δεν υπάρχουν ξεχωριστές καταστάσεις και έτσι δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν. Στις 11 Ιουλίου έχουν ήδη μαζέψει τα δικά τους στοιχεία με διάφορους τρόπους, αφού στο μεταξύ έχουν κλέψει τα αρχεία της κοινότητας τα οποία και μελετάνε. Στα αρχεία της κοινότητας μπορούν να κρίνουν ποιοι Εβραίοι είναι εύποροι, βλέποντας ποιοι πληρώνουν κοινοτική εισφορά, διότι η κοινοτική εισφορά είναι το 10% επί της φορολογίας. Δηλαδή αν πληρώνει κάποιος 1000 ευρώ φόρο πρέπει να δώσει 100 ευρώ στην κοινότητα. Προσπαθούν λοιπόν να βγάλουν άκρη από αυτές τις λίστες. Όταν τελειώνουν και έχουν όλα τα ντοκουμέντα στα χέρια τους και έχουν επιθεωρήσει με άλλους τρόπους και έχουν επεκτείνει την προπαγάνδα τους στον ελληνικό πληθυσμό, δημοσιεύουν μια διαταγή στην Απογευματινή, την οποία δε γνωρίζει ούτε καν ο διορισμένος πρόεδρος της κοινότητας. Όλοι οι Εβραίοι άντρες από 15 έως 45 χρονών πρέπει να συγκεντρωθούν στην πλατεία Ελευθερίας για να καταγραφούν οι αρχηγοί των οικογενειών και τελικά να αποσταλούν σε καταναγκαστικά έργα. Αυτό γίνεται στην πλατεία Ελευθερίας από τις 8 το πρωί ως τις 3 το μεσημέρι, ένα Σάββατο μέσα στον Ιούλη, που ο ήλιος και η ζέστη είναι αφόρητη. Δεν τους επιτρέπουν να σκεπάσουν τα κεφάλια τους. Αν πάει κανείς να βάλει κάτι στο κεφάλι του, για παράδειγμα μια εφημερίδα, στέλνουν τα σκυλιά να τον ρίξουν κάτω. Τους υποχρεώνουν να κάνουν γυμναστικές ασκήσεις. Όλα αυτά με την περιφρούρηση της Ελληνικής Αστυνομίας. Διοικητής της Μακεδονίας είναι ο γνωστός δοσίλογος Β. Συμωνίδης και η Ελλάδα έχει δοσιλογική κυβέρνηση, γεγονός που δεν έχει παραδεχτεί ως σήμερα. Άλλωστε, οι δοσίλογοι πρωθυπουργοί είναι και οι μόνοι δοσίλογοι που έχουν δικαστεί και καταδικαστεί. Γιατί όλοι οι άλλοι πήραν θέσεις εξουσίας μετά τον Εμφύλιο.

Στην πλατεία Ελευθερίας λοιπόν, έχουν στηθεί τραπέζια όπου οι Εβραίοι άντρες καταγράφονται και παίρνουν έναν αριθμό, ο οποίος δίδεται από δημοτικούς υπαλλήλους. Δεν παραβλέπουν ούτε έναν Εβραίο, τους καταγράφουν όλους. Είναι εκεί που είναι σήμερα η Alpha Bank και πρωτύτερα η Ιονική τράπεζα για όποιον ξέρει τη Θεσσαλονίκη. Τώρα, μιλώντας με αυτόπτες μάρτυρες Χριστιανούς, στα πλαίσια ενός προγράμματος συνεντεύξεων αυτόπτων μαρτύρων που είδαν την εκτόπιση και τη λεηλασία των Εβραίων, σε όλη την Ελλάδα*, μου λένε ότι «καθόμασταν μουδιασμένοι και βλέπαμε και δεν αντιδρούσαμε». Αυτό λένε οι καλόπιστοι. «Είχαμε αποσβολωθεί, δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε». Κανένας από τους παθητικούς παρατηρητές δεν αντέδρασε, δεν διαμαρτυρήθηκε. Ο Μέρτεν, ο οποίος βρισκόταν εκεί, παρόλο που ο ίδιος ισχυρίζεται το αντίθετο, ήταν ο αξιωματικός, υπεύθυνος για την πόλη της Θεσσαλονίκη και ανήκε στη Βέρμαχτ. Αυτός υπέγραφε όλες τις εντολές και η συνεργασία μεταξύ Γκεστάπο και Βέρμαχτ είναι τώρα πλέον τεκμηριωμένη, πολυγραμμένη και πολυδημοσιευμένη, δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Μέρτεν φιλοξενούνταν από μια οικογένεια ευπόρων Χριστιανών στο σπίτι τους. Αυτοί ήταν οι μόνοι που διαμαρτυρήθηκαν στον Μέρτεν, γιατί υπήρχαν τόσες πολλές λιποθυμίες ανθρώπων κάτω από τον καυτό ήλιο, που ο Ερυθρός Σταυρός πηγαινοερχόταν  συνέχεια. Και μετά τη δεύτερη μέρα της απογραφής (σημειώστε ότι η πρώτη έγινε στην Εβραϊκή αργία του Σαββάτου  στις 11 Ιουλίου του ’42), τη Δευτέρα, τα μέτρα ήταν πολύ πιο ήπια, δηλαδή δεν τους βασάνιζαν δημοσίως. Γιατί την πρώτη μέρα όχι μόνο τους εξευτέλιζαν και τους ταπείνωναν, αλλά είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι Γερμανοί και οι Γερμανίδες στα κτίρια, γύρω από την  πλατεία Ελευθερίας που ήταν το μέγαρο Στάιν και άλλα κτίρια πολύ σημαντικά στην πόλη της Θεσσαλονίκης και κάθε φορά που ένας Εβραίος έπεφτε ξερός, χειροκροτούσαν. Αυτός είναι άλλος ένας λόγος που οι Χριστιανοί παρατηρητές, δεν καταλάβαιναν τι γίνεται εκεί πέρα. Δεν πίστευαν ποτέ ότι αυτό θα γίνει. Μπορεί να το άκουγαν για την Πολωνία ή για άλλες χώρες στην Ευρώπη, για την Ελλάδα όμως δεν το πίστευαν. Γιατί αυτές ήταν οι διαβεβαιώσεις των Γερμανών και της δοσιλογικής κυβέρνησης του Τσολάκογλου, που έλεγε ότι οι Εβραίοι είναι πατριώτες. «Δε θα ληφθεί κανένα μέτρο εναντίων τους». Ότι δήθεν οι υπόλοιποι Εβραίοι της Ευρώπης δεν ήταν πατριώτες ενώ οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης ήταν.

Από κει και πέρα άρχισαν καταιγιστικά μέτρα εναντίον των Εβραίων. Αυτοί που είχαν συγκεντρωθεί και καταγράφηκαν ήταν 9000 άτομα (η δημογραφική νόρμα είναι επί πέντε, αρχηγοί οικογενειών). Τους 3000 τους πήραν αμέσως σε καταναγκαστικά έργα σε 12 διαφορετικά σημεία γύρω από τη Θεσσαλονίκη, δηλαδή σε κάτεργα. Για να πάνε εκεί εξετάστηκαν από Έλληνες γιατρούς, συνοδεύτηκαν από την Ελληνική Αστυνομία και από Έλληνες αξιωματικούς και μηχανικούς.   Όταν πήγαν εκεί και μετά από 1,5 μήνα άρχισαν να πεθαίνει το 12%. Οι συνθήκες ήταν τρομερές. Τους δίνανε να φάνε 400 θερμίδες την ημέρα και τους είχαν να δουλεύουν επί 12 ώρες. Δεν είχαν που να κοιμηθούνε, κοιμόνταν στο πάτωμα σε ορυχεία. Δεν υπήρχαν ούτε φάρμακα, ούτε γιατροί. Μέχρι που άρχισαν να πεθαίνουν και τότε κάλεσαν Εβραίους γιατρούς και τους πήραν δια της βίας για να περιθάλψουν αυτούς που πέθαιναν. Στην κοινότητα έγινε ξεσηκωμός. 12% μέσα σε 2 μήνες είναι πολύ υψηλό το ποσοστό, νέοι άντρες μέχρι 45 χρονών. Και τότε σκέφτηκαν στην κοινότητα, ορισμένοι παλιοί κοινοτικοί ηγέτες, ότι ίσως ένας τρόπος ήταν να εξαγοράσουν μέσω του νομικού συμβούλου της κοινότητας, που λεγόταν Γιομτώβ Γιακοέλ, τους εργάτες που είχαν πάει στα καταναγκαστικά έργα, με έλληνες ειδικευμένους εργάτες στην οδοποιία και σε τέτοια έργα, γιατί εκτός των άλλων οι Εβραίοι ήταν και άμαθοι σ’ αυτά. Οι ειδικευμένοι εργάτες θα πληρώνονταν με το ποσό της εξαγοράς και έτσι κι αλλιώς όπου πήγαν Χριστιανοί εργάτες πληρώνονταν. Μόνο οι Εβραίοι ήταν δούλοι εργάτες. Πράγματι λοιπόν, έγινε μια διαπραγμάτευση με τον εργολάβο που λεγόταν Μίλερ και τον Γιομτώβ Γιακοέλ, και θα χρειάζονταν 2 δισεκατομμύρια για να γίνει αυτή εξαγορά και να απελευθερωθούν οι Εβραίοι εργάτες».

 

Το εβραϊκό νεκροταφείο

 

Οι εκτοπίσεις και η εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης

 

«Από τη στιγμή που καταστρέφεται το νεκροταφείο, στις 6 Δεκεμβρίου του’42, κλιμακώνονται όλα τα άλλα μέτρα εναντίων των Εβραίων. Πρώτα απ’ όλα, στις 3 Φεβρουαρίου έρχεται η επιτροπή Ρόζενμπεργκ, η οποία θα οργάνωνε τις εκτοπίσεις. Οι απεσταλμένοι του Άιχμαν ήταν ο  Dieter Wisliceny και ο Alois Brunner, ο οποίος κρυβόταν μέχρι πρόσφατα στη Συρία και τώρα πέθανε. Δίνεται εντολή ότι από 25 Φεβρουαρίου πρέπει να διαγραφούν οι Εβραίοι από όλους τους συλλόγους της πόλης. Αυτή η διάταξη έχει μεγάλη σημασία και φτάνει μέχρι την απελευθέρωση. Δίδονται καταιγιστικές εντολές στην κοινότητα. Πρώτα απ’ όλα τα μέλη της εβραϊκής κοινότητας οφείλουν σε ειδικές φόρμες να καταγράψουν τα περιουσιακά τους στοιχεία με το δρόμο όπου μένουν. Από 1η Μαρτίου οφείλουν να περιοριστούν σε ορισμένες περιοχές της Θεσσαλονίκης, δηλαδή τους μαντρώνουν. Δεδομένου ότι στην ιστορία της πόλης, όπως και σε όλες τις ελληνικές πόλεις, όπου υπήρχαν εβραϊκές κοινότητες που δεν είχαν πέσει κάτω από καθολική ή ιταλική κατοχή, δεν υπήρχαν γκέτο. Η έννοια της ξεχωριστής συνοικίας για τους Εβραίους δεν υπήρχε. Στη Θεσσαλονίκη δημιουργούνται 5 γκέτο, τα οποία περιφρουρούνται. Το ένα από αυτά, είναι από την οδό 25η Μαρτίου μέχρι την οδό Εθνικής Αμύνης έξω ακριβώς από το Πανεπιστήμιο, και είναι σχεδόν η μισή πόλη.

Περιορίζονται λοιπόν οι Εβραίοι στα γκέτο. Έχουν συγκεκριμένες ώρες κυκλοφορίας μόνον και στις 15 Μαρτίου, αρχίζουν  οι αποστολές και οι εκτοπίσεις. Παίρνουν κάθε φορά 2.800 άτομα, με τα πόδια, από τη Δυτική Θεσσαλονίκη (δηλαδή περιοχή 25η Μαρτίου), όπου υπήρχαν πολλές εβραϊκές συνοικίες και πάνε μέχρι την Ανατολική Θεσσαλονίκη που είναι ο παλιός σταθμός. Οι πολίτες της Θεσσαλονίκης βλέπουν τους Εβραίους σε κακή κατάσταση. Βλέπουν τους γέρους να τους μεταφέρουν με καροτσάκια οικοδομικής χρήσης, γιατί δεν μπορούν να κάνουν οι γέροι τέτοιες πορείες, και δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Οι Γερμανοί και  η ελληνική αστυνομία είναι εκεί με μαστίγια και ρόπαλα και τους απειλούν όλους. Δε μπορεί κανείς να κάνει τίποτα. Υπήρχαν ορισμένοι κομμουνιστές και υπάρχουν ορισμένες ιστορίες από έλληνες πολίτες, οι οποίοι απέσπασαν από την πομπή Εβραίους, Για παράδειγμα, ένας κομμουνιστής που ήταν ερωτευμένος με μια Εβραιοπούλα, πήγε με έναν σύντροφο του και  την απέσπασαν από την πομπή, αλλά αυτά είναι σπάνιες περιπτώσεις. Εκτοπίστηκαν σε 19 αποστολές, από τις 15 Μαρτίου ως τις 10 Αυγούστου, όλοι σχεδόν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Μιλάμε για 46.000 άτομα. Από αυτά, οι 37.000 μικρά παιδιά, γέροι, ανίκανοι προς εργασία, εκτελέστηκαν πριν κατεβούν ακόμη στο στρατόπεδο. Σε φορτηγά με δηλητηριώδη αέρια. Ακόμα δεν είχαν λειτουργήσει οι θάλαμοι αερίων. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους, πήγαν πρώτα στο Άουσβιτς και τους χρησιμοποίησαν και κει για καταναγκαστική εργασία ή παράλογη εργασία, αρκεί για να τους εξοντώσουν δηλαδή, μέσα από την πείνα και την εργασία. Εξοντώθηκαν οι περισσότεροι. Έχουμε μαρτυρίες του Πρίμο Λέβι, έχουμε μαρτυρίες από Εβραίους επιζήσαντες κλπ. Και μετά στο Μπιρκενάου είχαν χτιστεί θάλαμοι αερίων, όπου τους πήγαιναν και τους δηλητηρίαζαν και τους έθαβαν σε ομαδικούς τάφους. Επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη μόνο το 4% αυτών των ατόμων. Από τους 46.000 δηλαδή, επιστρέφουν περίπου 1.900 Εβραίοι. Απ’ αυτούς βέβαια μόνο 600 είναι από τα στρατόπεδα. Οι υπόλοιποι έχουν κρυφτεί, έχουν πάει στην Αντίσταση, είτε ως κρυμμένοι, είτε ως μάχιμοι στην Αντίσταση, που μόλις άρχιζε να οργανώνεται στο τέλος του ’42 στην περιοχή της Μακεδονίας και εν γένει στην Ελλάδα. Κάποιοι έχουν πάει στην Παλαιστίνη, όπου υπήρχε και η ελληνική κυβέρνηση στην εξορία άλλωστε. Αυτοί είναι οι υπόλοιποι 1350 που επιστρέφουν».

 

Οι εβραϊκές περιουσίες

 

 




Τουριστικά ερείπια: Το Ξενία στο Ναύπλιο

 

το ηχητικό είναι από την εκπομπή Ελληνικά Επίκαιρα του 1961. Αναλυτικότερα εδώ και εδώ.

οι λεζάντες των φωτογραφιών είναι από περιοδικό της εποχής που βρήκαμε εδώ.