1

in seconds – πίσω απ’ τον ήλιο | μια ιστορία απ’ το Χαλέπι

Μια μικρή αφήγηση, ένα ασήμαντο περιστατικό, σε μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε την ιστορία όχι με όρους αποφάσεων ηγετών και βαρυσήμαντων διπλωματικών εξελίξεων, αλλά όπως τη βιώνουν και τη δημιουργούν οι άνθρωποι.

 




Integration | οι πρόσφυγες στην γερμανική κοινωνία

Ορισμός

 

Η λέξη Integration έχει λατινική ρίζα. Προέρχεται από το λατινικό integer και μετέπειτα Integrat- που αρχικά σήμαινε “έχω ολοκληρώσει κάτι” (μτφ. Αγγλ. made whole). Η λέξη χρησιμοποιείται στην Αγγλική από τα μέσα του 17ου αιώνα. Στην Γερμανία ίσως είναι από τις πιο πολυσυζητημένες και αμφιλεγόμενες έννοιες που συχνάζουν στους τίτλους των ΜΜΕ αλλά και στους κύκλους της εκπαίδευσης και των επιχειρήσεων. Ακμάζουν στα γραφεία των δημόσιων υπηρεσιών. Η χρήση της λέξης πολλαπλασιάστηκε ειδικότερα μετά το μεγάλο πληθυσμό προσφύγων που δέχθηκε η Γερμανία από τα τέλη του 2015 κι έπειτα. Το λεξικό Duden ορίζει το Integration ως την εγκόλπωση μιας ομάδας ανθρώπων σε μια κοινωνική και πολιτισμική ενότητα. Στα ελληνικά ο αντίστοιχος όρος σε ελεύθερη μετάφραση είναι ενσωμάτωση στην κοινωνία. Μια ελάχιστη εκδοχή επιτυχούς ενσωμάτωσης σύμφωνα με το γερμανικό ινστιτούτο Goethe περιλαμβάνει την εκμάθηση γλώσσας και την επαγγελματική αποκατάσταση. Η ενσωμάτωση στην θεωρία της κοινωνικής πολιτικής στηρίζεται σε τεσσερις βασικούς άξονες στην Γερμανία: α)Γλώσσα και αξίες, β)Σχολεία και Νηπιαγωγεία, γ)Στέγαση και Δόμηση και τέλος δ) Εκμάθηση επαγγέλματος, Σπουδή και Εργασία.

Η Γερμανία (Αλμάνια- ألمانيا) για τους περισσότερους ανθρώπους που εγκαταλείπουν τον τόπο τους τα τελευταία τρία χρόνια αποτελεί (μαζί με τις σκανδιναβικές χώρες) τελικό προορισμό του ταξιδιού τους, φερόμενη ως άλλη γη της επαγγελίας, ο δυτικός παράδεισος της ευημερίας, όπου το κράτος παρέχει τα απαραίτητα για ένα νέο ξεκίνημα. Η υποδομή και η οικονομία της Γερμανίας διαθέτουν τον κατάλληλο χώρο για ανθρώπους που επιθυμούν να ζήσουν σε έναν ασφαλή τόπο ξεκινώντας από το απόλυτο μηδέν.

Πως διαχειρίστηκε η γερμανική πρωτεύουσα τον ερχομό των προσφύγων στην πράξη και πως αποπειράται να τους ενσωματώσει στην κοινωνία;

 

“Θα τα καταφέρουμε” Angela Merkel 11.09.2015

 

Reuters/Fabrizio Bensch

Η Αγγελα Μερκελ τον Σεπτέμβριο του 2015 σχολιάζοντας την πολυάριθμη έλευση των προσφύγων στην Γερμανία είπε προς μεγάλη έκπληξη των ευρωπαίων πολιτών: “θα τα καταφέρουμε” /Wir schaffen das, απαντώντας στην σκληρή κριτική των αντιπάλων για τον ερχομό χιλιάδων προσφύγων στην χώρα. Λίγους μόνο μήνες πριν είχε απαντήσει δημόσια μπροστά στο τηλεοπτικό κοινό σε ένα μικρό κορίτσι από την Παλαιστίνη που ήθελε να παραμείνει στην Γερμανία πως “δεν μπορούμε να σας δεχτούμε όλους στην χώρα”. Η ανησυχία ωστόσο των Γερμανών εκείνη την περίοδο διογκονώταν χάρη στην αγωνιώδη ενασχόληση του Τύπου με το προσφυγικό. Εκείνο το φθινόπωρο οι στατιστικές δήλωναν πως 51% των πολιτών δεν επιθυμούν την παραμονή των προσφύγων στην Γερμανία.

 

Η υποδοχή

 

Κοιτώντας πίσω, τον Σεπτέμβριο του 2015 ο γερμανικός κρατικός μηχανισμός βρέθηκε τόσο απροετοίμαστος, που επί δύο μήνες επικράτησε ένα πρωτοφανές χάος παρεμφερές με τα ελληνικά δεδομένα όπως τα έχουμε γνωρίσει. Καταυλισμοί σε πάρκα, διανυκτερεύσεις στην οδό Turmstraße μπροστά στο υπουργείο, ουρές δεκάδων μέτρων για να λάβουν έναν αριθμό καταχώρησης και περαιτέρω οδηγίες για την στέγαση τους. Άκουσα μαρτυρίες ανθρώπων που περίμεναν ένα και δύο εικοσιτετράωρα στην ουρά. Φήμες κυκλοφόρησαν πως υπήρχαν μόνο τρεις υπάλληλοι στην υποδοχή των αιτήσεων στο υπουργείο (Landesamt für Gesundheit und Soziales) και κανένας μεταφραστής. Επί μήνες ολόκληρους οι ώρες αναμονής στο υπουργείο δεν περιορίζονταν κατά μέσο όρο σε λιγότερες από έξι. Το γερμανικό κράτος στηρίχτηκε τόσο πολύ στους εθελοντές που τον Ιανουάριο του 2016 από ευγνωμοσύνη το Βερολίνο τιμητικά παραχώρησε ελεύθερη είσοδο σε όλα τα αξιοθέατα και πολιτιστικά δρώμενα της πόλης.

Σχετικά γρήγορα όμως κινήθηκαν τα πράγματα στα κέντρα υποδοχής. Κανείς δεν έμεινε άστεγος. Γήπεδα, εκθεσιακοί χώροι, μέχρι και το παλιό αεροδρόμιο του Tempelhof τέθηκαν σε λειτουργία για να δώσουν ένα κρεβάτι στους χιλιάδες αυτούς ανθρώπους. Ονομάστηκαν Κέντρα έκτακτης ανάγκης καθότι ήταν προσωρινά. Οι άνθρωποι μεταφέρθηκαν από τα “κέντρα έκτακτης ανάγκης” (γήπεδα και εκθεσιακά κέντρα) σε καλύτερες εγκαταστάσεις περιπου 18 μήνες μετά.

Όσον αφορά στην περίθαλψη, ειδικές μονάδες ψυχιατρικής και ψυχολογικής υποστήριξης εξειδικευμένες σε PTSD και ανθρώπους με τραυματικές εμπειρίες λειτούργησαν σχεδόν άμεσα και αποτελεσματικά σε συνεργασία με τα μεγαλύτερα νοσοκομεία και πανεπιστήμια του Βερολίνου. Δεκάδες μεταφραστές και διερμηνείς εργάζονταν με υπερωρίες παρελαύνοντας από την μία δημόσια υπηρεσία στην άλλη.

Μέσα σε λίγους μόνο μήνες τέθηκαν σε λειτουργία δεκάδες προσφυγικά κέντρα για να στεγάσουν τις χιλιάδες ανθρώπων που κατέφθασαν. Μια βόλτα σε δυο τρία από αυτά αρκούσε για να σχηματίσω εικόνα. Μεγαλόσωμοι και αγενείς σεκιουρητάδες στις εισόδους και τους διαδρόμους. Λιγότερες τουαλέτες και ντουζιέρες από αυτές που χρειάζονται. Το φαγητό της καντίνας μου θύμισε τον λαπά που είχαν σερβίρει στην μάνα μου στο Λαϊκό νοσοκομείο. Αποκρουστικό στην όψη κι αδιάφορο στην γεύση. Τα δωμάτια συνήθως εξοπλισμένα με κουκέτες, υποδέχονταν 8 εως 10 άτομα. Σε άλλα camp η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη. Κλειστά αθλητικά γήπεδα που στέγαζαν κρεβάτια στην ανοιχτή τους σάλα. Το ίδιο και στο παλιό αεροδρόμιο του Τεμπελχοφ. Οι κοινωνικοί λειτουργοί των camp δεν έφταναν για να καλύψουν τις νέες θέσεις εργασίας. Κάπως έτσι το ηθικό των προσφύγων μέσα σε τέτοιο περιβάλλον κατρακυλούσε. Η φασαρία, ο μηδενικός προσωπικός χώρος, εκνευρισμοί και βίαια περιστατικά προστέθηκαν στα υπόλοιπα βάσανα της νέας πραγματικότητας.

foto: UNHCR, Ivor Prickett, (proasyl.de)

 

Η ενσωμάτωση των άλλων

 

Στην πόλη του Βερολίνου παρατηρεί κανείς μια σημαντική πολυπολιτισμικότητα. Πόλος έλξης όλων των εθνικοτήτων τα τελευταία χρόνια χάρη στην επαναστατική και ανεκτική φήμη της πόλης. Χιλιάδες ξένοι ζουν στην πόλη, κι ενώ το σύστημα τους αναγκάζει να μάθουν την γλώσσα, η ενσωμάτωση στην ουσία δεν πραγματώνεται. Τα Αγγλικά αρκούν στους περισσότερους που καταφθάνουν για την εμπειρία και προσβλέπουν να περάσουν μερικούς μήνες στην πόλη. Οι expat όπως αυτοχαρακτηρίζονται συμβάλλουν στην αύξηση των ενοικίων (καθώς προέρχονται απο πόλεις που τα ενοίκια είναι τριπλάσια) και στο hype της πόλης. Ο πληθυσμός των Τούρκων όμως θεωρείται ο λιγότερο ενσωματωμένος στην Γερμανία. Παρότι μιλούν την γλώσσα και επιχειρούν σε πολλούς κλάδους, δεν έρχονται σε διάδραση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Δεν συμμετέχουν στα κοινά δρώμενα. Τηρούν τα ήθη και τα έθιμα τους αυστηρά και έχουν δημιουργήσει περιοχές ομοεθνούς συσπείρωσης.Οι έφηβοι Τούρκοι (αλλά και Άραβες τρίτης γενιάς) από την άλλη αποσχίστηκαν τόσο από τους υπόλοιπους εφήβους που δημιούργησαν μια νέα διάλεκτο (Kiezdeutsch) στα προάστια της γερμανικής Πρωτεύουσας.

Για να μην παραξηγηθούμε, η γερμανική κουλτούρα δεν φημίζεται για τον ανοιχτό της τύπο. Δεν είναι εύκολο να κοινωνικοποιηθείς με Γερμανούς. Είναι μακριά από όλα τα μεσογειακά πρότυπα και η δυσπιστία των ανθρώπων απέναντι στους μετανάστες είναι εμφανής. Η πόλη μοιάζει να έχει καταληφθεί από τη μία από μόνιμους περιπλανητές και μπον βιβερ που εκθειάζουν την εναλλακτικότητα και το ελευθεριακό της πνεύμα και από την άλλη από φοβισμένους πρόσφυγες που δεν ξέρουν πως να ανταπεξέλθουν στις παράλογες απαιτήσεις του συστήματος.

 

Μαθαίνοντας την γλώσσα

 

Είναι δύσκολο να αποδώσω μια εικόνα έτσι όπως την έζησα μέσα από τις αφηγήσεις των μαθητών μου και μέσα από προσπάθειες να τους βοηθήσω να τα βγάλουν πέρα με την φρικτή γραφειοκρατία του γερμανικού συστήματος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Άλεμ από την Ερυθραία:

Ο Άλεμ προέρχεται από την Ερυθραία και είναι 50 χρονών. Έμεινε στην φυλακή της Ερυθραίας 19 χρόνια υπό την εντολή της δικτατορίας της χώρας του. Κατάφερε να διασχίσει τα νερά της Μεσογείου μέχρι την Λαμπεντουσα κι έπειτα να βρει τον δρόμο του μέχρι το Βερολίνο. Ο Άλεμ δεν έχει πάει σχολείο στην πατρίδα του. Παλιά ήταν ελαιοχρωματιστής και χτίστης. Η συνεννόηση με τον Άλεμ που μιλάει ελάχιστα αραβικά αλλά κυρίως Τανγκρινιαν, γίνεται με τα χέρια. Ζει σήμερα σε ένα προσφυγικό κέντρο, νότια του Βερολίνου μαζί με την γυναίκα του, με την οποία επανενώθηκε μετά από 20 χρόνια. Φοιτεί στο δημόσιο σχολείο ενηλίκων του Neukölln στο νοτιοανατολικό Βερολίνο. Η φοίτηση είναι καθημερινή πεντάωρη. Τα χέρια του είναι ταλαιπωρημένα. Πιάνει το μολύβι και το σφίγγει για να γράψει το Άλφα, κάθε καμπύλη, κάθε γραμμή της γραφής του αντανακλά την περηφάνεια της λευτεριάς. Όταν τελειώνει την άσκηση με φωνάζει και με ρωτά: “ Τα πάω καλά;” Για τον Άλεμ τα γερμανικά δεν είναι αγγαρία. Είναι δίψα για ελευθερία, είναι εισητήριο για αυτήν την άλλη ζωή, η πόρτα για ένα νέο ξεκίνημα. Δεν έχω ξαναδει άλλον μαθητή με τόση θέληση. Ο ζήλος αυτός αποτελεί τεκμήριο του απίστευτου κουράγιου του. Τα πρωινά είναι ο πρώτος που φτάνει στην τάξη. Έχει λαχτάρα στα μάτια μαζί και αγωνία, πασχίζει να ενσωματωθεί, θέλει να φύγει από το camp, να δουλέψει και να μοιραστεί τις σκέψεις του. Μια μέρα μου λέει με σκόρπιες σπαστές γερμανικές λέξεις: “το camp δεν είναι καλό, θέλω να βρεθώ με Γερμανούς να μιλήσω.”

Την πρώτη μέρα στην τάξη (για αναλφάβητους επίπεδο Α0) βρήκα τον Άλεμ να κλαίει, γιατί δεν ήταν εγγεγραμμένος στην επίσημη λίστα του υποργείου. Το κλάμα αυτό, το παράπονο, κι η αγωνία του Αλεμ να μάθει γράμματα, φέρνουν στο φως το άκαμπτο του γερμανικού συστήματος, που δεν μπορεί να ελιχθεί δεν μπορεί να λάβει υπόψιν τον άνθρωπο και τις ιδιαιτερότητες του. Αν δεν είσαι στην λίστα υποχρεούσαι να περιμένεις άλλον ένα μήνα.

Έκλαιγε όμως επειδή βρισκόταν πολλούς μήνες σε αναμονή μέχρι να ξεκινήσει το σχολείο και ειδικότερα να βρεθεί μια τάξη στα μέτρα του. Τα τμήματα για αναλφάβητους των λεγόμενων Integrationskurse (που χρηματοδοτούνται από το υπουργείο μεταναστευσης και προσφυγων) , τα οποία υποχρεούται ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας να παρακολουθήσει (βάσει του νέου νόμου Integrationsgesetz 2016), ασχέτως εκπαιδευτικού επιπέδου, ηλικίας και προηγούμενων, είναι ελάχιστα στο Βερολίνο. Τεράστιες λίστες αναμονής, μήνες απραξίας και χαμένοι χρόνοι. Κάπως έτσι απελπίστηκε ο Άλεμ που πριν εξι μήνες είχε γραφτεί στην λίστα αναμονής και την πρώτη μέρα του σχολείου η υπεύθυνη του εξήγησε πως δεν γίνεται να παρακολουθήσει το μάθημα λόγω γραφειοκρατικού λάθους. Οι δασκάλες συνεννοηθήκαμε και τον κρατήσαμε στην τάξη χωρίς να υπογράφει στις λίστες του υπουργείου, παράνομα. Την επόμενη μέρα που κάθισε στην τάξη τα μάτια του γελούσαν. Ξεγελάσαμε το σύστημα.

Τον δεύτερο μήνα μαθημάτων, μια Δευτέρα ο Άλεμ αργοπόρησε στο μάθημα γιατι έπρεπε να πάει στο Jobcenter να ενημερώσει πως θα απουσιάσει για τον γάμο του αδερφού του στο Düsseldorf. H αρμόδια υπηρεσία ζήτησε από τους διδάσκοντες το απουσιολόγιο (κι ας μην έχει τέτοια δικαιοδοσία) για να ελέγξει τις ημέρες απουσίας του Άλεμ από το σχολείο. Ο υπεύθυνος είχε την εξουσία να απαγορεύσει σε αυτόν τον άνθρωπο να ταξιδέψει, να χαρεί με την χαρά της οικογενειας του, επειδή ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας είναι υποχρεωμένος να τηρεί κατά γράμμα τις οδηγίες της υπηρεσίας, αν θέλει να συνεχίσει να παίρνει το επίδομα.

 

Ο ξεριζωμός της Bivsi

 

Η πρόσφατη περίπτωση της 14χρονης Bivsi που προβλήθηκε από τα γερμανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης υπογραμμίζει το αδιάφορο του κράτους απέναντι στην αληθινή κοινωνική ενσωμάτωση. Οι γερμανικές αρχές αγνοούν κάθε κοινωνικό επίτευγμα και όλες τις ψυχοκοινωνικές παραμέτρους. Ο νόμος πρέπει να τηρηθεί, δεν υπάρχουν εξαιρέσεις: Η Bivsi γεννήθηκε το 2002 στο Duisburg. Οi γονεις της έφυγαν απο το Νεπαλ πριν 20 χρόνια και εγκατασταθηκαν στην Γερμανία. Το 2016 έλαβε χώρα η τελευταία εξέταση του ασύλου και απορρίφθηκε. Την τελευταία Δευτέρα του Μαΐου 2017, αστυνομικές αρχές έβγαλαν από την τάξη την Bivsi από το σχολείο που φοιτούσε και δεν της παραχώρησαν καν χρόνο να αποχαιρετήσει τους συμμαθητές της. Μαζι με τους γονείς της την έβαλαν σε ένα αεροπλάνο για το Νεπαλ το ίδιο απογευμα. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Το τέρας της γραφειοκρατίας αποφάνθηκε.

Συμμαθητές και γονείς διαδηλώνουν κατά της απέλασης της 14χρονης
foto: Christoph Reichwein (rp-online.de)

 

Επίλογος

 

Προφανώς δεν υπάρχει καμία άψογη κοινωνία που να έχει υποδεχθεί πρόσφυγες χωρίς να υπάρξουν δυσκολίες. Στο γερμανικό παράδειγμα όμως, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα: Η Γερμανία είναι μια από τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρώπης, η οποία άνοιξε τις πόρτες σε αυτούς τους ανθρώπους όταν άλλες ύψωναν τον φράχτη. Δυστυχώς όμως ο ταχύς συντονισμός, οι αμέτρητες υποδομές, η αποτελεσματικότητα των δημοσίων υπαλλήλων, ο ακριβής σχεδιασμός, και οι χιλιάδες πρόθυμοι εθελοντές βρίσκουν στο αντίβαρο μια ανελέητα ψυχρή γραφειοκρατία μαζί με την δυσκαμψία του γερμανικού συστήματος. Αυτά τα δυο τελευταία είναι αρκετά για να προκαλέσουν μπόλικη δυστυχία στην καθημερινότητα.

Ο Άλεμ και η Bivsi δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις. Είναι ο κανόνας που υπογραμμίζει το παράλογο ενός αυστηρού μηχανισμού που παραβλέπει την ψυχική υπόσταση, οποιοδήποτε συναίσθημα -τελικά χάνει το δέντρο μέσα στο δάσος- και αποδεικνύει πως η αληθινή ενσωμάτωση του ατόμου δεν αφορά το γερμανικό κράτος. Τι κι αν η Bivsi μιλούσε άπταιστα γερμανικά; Τι κι αν οι συμμαθητές της την αγαπούσαν τόσο ώστε να διαδηλώνουν ώστε να την φέρουν πίσω; Δεν της άφησαν χρόνο ούτε να αποχαιρετίσει τους φίλους της.

Πολλοί πρόσφυγες νοιώθουν αποδυναμωμένοι εξαιτίας της δυσκολίας της γλώσσας. Νοιώθουν πως κανείς δεν μπορεί να τους καταλάβει. Υπομένουν τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στα camp που τους στερούν ιδιωτικότητα και λίγη ησυχία. Ταυτόχρονα νοιώθουν στιγματισμένοι, φοβισμένοι από την ανερχόμενη ισλαμοφοβία (βλ. PEGIDA, AfD) και αβοήθητοι μπροστά στη νέα πραγματικότητα. Δυο χρόνια μετά, ελάχιστοι πρόσφυγες κατορθώνουν να έχουν νοικιάσει σπίτι, ακόμα πιο λίγοι έχουν καταλάβει τι τους ζητάνε και πως θα ανακτήσουν την αυτονομία τους. Δυο χρόνια μετά κι ακόμη δεν έχουν βρει καμιά νέα ταυτότητα, κοπιάζουν να ανταπεξέλθουν στα ζητούμενα της γερμανικής γραφειοκρατίας και τελικά βαλτώνουν σε μια μαύρη απραξία που μόνο δυσχεραίνει την ευάλωτη ψυχολογία τους.




Από την Κοκκινιά στη Μακρόνησο

 

Τα τελευταία χρόνια ξαναγύρισα και αναζήτησα να ακούσω τις ιστορίες που μας έλεγε ο πατέρας μου όταν ήμασταν μικρά. Ιστορίες από την κατοχή και τον εμφύλιο, πότε δικιές του, πότε του αδελφού του.

Τη μέρα που τον συνάντησα για να γυρίσουμε αυτό το βίντεο μου έδωσε 19 σελίδες από ένα ημερολόγιο του 2005 που είχε προσπαθήσει να καταγράψει διάφορα σημαντικά γεγονότα της ζωής του. Στην πρώτη σελίδα έγραφε: «Γεννήθηκα στην Παλιά Κοκκινιά το έτος 1931 στα παραπήγματα. Το 1938 ο πατέρας μου, αγόρασε ένα σπίτι στα εντόπια του γιατρού του Λεούση. Το 1940 κηρύχτηκε ο πόλεμος. Πήγαινα στη γειτονιά σε σχολείο να μάθω γράμματα, εσφύριξαν οι σειρήνες και έτσι άρχισε ο πόλεμος.» Και κάπως έτσι ξεκινάνε όλες του οι ιστορίες. Με τον πόλεμο, την πείνα και τον αγώνα να μείνουν ζωντανοί.

Οι ιστορίες του πατέρα μου από την κατοχή και αργότερα τον εμφύλιο έχουν ως κύριο πρόσωπο τον μεγαλύτερο αδελφό του, Βασίλη. Στο βίντεο διηγείται δυο από τις δεκάδες ιστορίες που θυμάται από κείνον.

 




«Ούτε πρωθυπουργός εφάνη ούτε διάολος»

 

Το ποιό πράγμα αποτελεί ιστορικό τεκμήριο ή ντοκουμέντο προφανώς θα το απαντήσουν οι ιστορικοί και οι πολιτικοί επιστήμονες. Εδώ προφανώς δεν διεκδικούμε δάφνες σοβαρότητας και εγκυρότητας, αλλά στο tag για μια ιστορία των ανθρώπων μαζεύουμε ιστορίες  και μαρτυρίες ανθρώπων, που έζησαν διάφορα γεγονότα και όταν τα αφηγούνται, μας βοηθούν να προσεγγίσουμε την ατμόσφαιρα μιας εποχής ή απλά μικρά κομμάτια της ζωής και των αντιφάσεών της. Όπως παρακολουθούμε τον Δεκέμβρη του 2008 να ξανασχηματίζεται θολά και ασυνάρτητα ίσως, αλλά να σχηματίζεται πάντως ξανά μπροστά στα μάτια μας, διαβάζοντας ένα ποστ από κάποιο μπλογκ ή όπως ανασυνθέτουμε κάπως την ατμόσφαιρα των πλατειών του ’11 κοιτάζοντας τα εκατοντάδες τουίτ ενός χρήστη. Κάπως έτσι, παρακάτω, ένα παιδί δεκαοχτώ χρονών έχοντας πάει πρόσφατα από το χωριό του στην Αθήνα, στέλνει γράμμα στον πατέρα του αφηγούμενο διάφορα μικροπεριστατικά που συνέβησαν τον Νοέμβριο του 1968, την ημέρα της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου.

Σεβαστέ μου μπαμπά γειά σου.

Εγώ έφτασα πολύ καλά. Στις 10 παρά τέταρτο ήμουν στην Αθήνα. Στις 5,30 έφυγε από την Τρίπολη. (..)

Και τώρα σου γράφω λίγα γύρω από την κηδεία του Γ. Παπανδρέου τα οποία αν θέλεις πέστα και στον Νιόνιο εάν είναι ακόμη στο χωριό. Κατόπιν διαταγής της Εθ. Κυβέρνησης απηγορεύθη το λαϊκό προσκύνημα του εκλιπόντος αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετον. Η Μαργαρίτα Α. Παπανδρέου είπεν προς τον πρόεδρον της κυβερνήσεως: Ή θα αφήσετε να γίνει λαϊκό προσκύνημα ή θα τον πάω σπίτι μου και έτσι δεν έχετε το δικαίωμα να μου το απαγορεύσετε (ως Αμερικανός πολίτης).

Με χίλια βάσανα και απειλές επετράπη το λαϊκό προσκύνημα εις τον Άγιον Ελευθέριον παρεκλήσιον της Μητροπόλεως. Χωρίς βεβαίως να ανακοινωθεί διά του ραδιοφώνου και την εφημερίδαν αλλά μόνον από στόμα σε στόμα. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Υπολογίζεται ότι προσήλθε το 70% των Αθηναίων και προσκύνησαν. Κόσμος που διά πρώτη φορά ενεφανίσθη τόσον πολύς. Ούτε εις την συγκέντρωσιν της Κλαθμώνος του 1964.

Υπέροχον και χαρακτηριστικήν στάσιν εκράτησεν η Μαργαρίτα η οποία ετσακώθη με όλους τους αστυνομικούς και στρατηγούς. 

(..)

Κατά τη μεταφοράν της σωρού από Ευαγγελισμού εις Μητρόπολης συνέβη και το εξής. Μερικοί νέοι γύρω από το φέρετρον εφώναξαν ΠΑ – ΠΑ – ΝΔΡΕ – ΟΥ, 1-1-4 οι οποίοι και συνελήφθησαν.

(..)

Ένα άλλο ωραίο γεγονός είναι και το εξής: Μια ώρα πρωτού πεθάνη ο Γ. Παπανδρέου ζήτησε από την οικονόμο του ένα χαρτί και ένα μολύβι. Έγραψε δε κάτι που είθελε και το έδωσε εις την οικονόμον του. Εις συνταγματάρχης μετά βίας απέσπασε το σημείωμα. Γυρίζοντας η Μαργαρίτα έμαθε αυτό και εζήτησε να της δοθεί αμέσως η τελευταία επιθυμία του πατέρα της, αλλά αυτός αρνήθη λέγοντας ότι αφορά (τάχα) την κυβέρνησιν και δεν μπορεί να της το δώσε και τότε συνέβη το εξής. Η πανέξυπνη Μαργαρίτα κατάφερε και ετράβηξε  τον αξιωματικό σε ένα δωμάτιο να του ειπή κάτι, και με μία απότομη κίνηση του έκλεισε την πόρτα και τον κλείδωσε μέσα. Κατόπιν τρέχοντας πήγε και πήρε τηλέφωνο την αμερικάνικη πρεσβεία του Τάλμποτ και εζήτησε να τη δοθεί αμέσως η τελευταία επιθυμία του πατέρα της. Ο Τάλμποτ έστειλε μαζί της δύο υπεύθυνους της Αμερικάνικης πρεσβείας και έτσι κατόρθωσε και πήρε το χαρτί από τον αξιωματικό, το οποίον ανεκήνωσε εις τους ξένους δημοσιογράφους.

(..)

Αυτή τη στιγμή γύρισαν από την κηδεία. Κόσμος να δεις. Το ολιγότερον που μπορεί να πει κανείς ήσαν 1.000.000 κόσμος. Η κηδεία είχε φθάσει στο πρώτο νεκροταφείο και ο κόσμος δεν είχε ξεκινήσει ακόμη από την Μητρόπολη. Καθ’ όλη την διαδρομή από Μητρόπολη μέχρι το 1ον νεκροταφείο η Αθήνα εσίετο από τις φωνές.

Συνέχεια όλοι μαζί έλεγαν: ΠΑ – ΠΑ – ΝΔΡΕ – ΟΥ, είσαι ο πρωθυπουργός, είσαι λαοπρόβλητος, είσαι ο 3ος Κένεντυ, σήκω γέρο να μας δεις, μεγάλε αρχηγέ, σήμερα ψηφίζουμε, να το δημοψήφισμα, να το 7%, έρχεται ο Ανδρέας, Δημοκρατία, Κάτω η Χούντα, 1-1-4, κάτω οι προδότες, ο Ανδρέας θα μας ‘ρθει, θέλουμε ελευθερία και άλλα πολλά.  (..) Τον επικήδειο εξεφώνησε ο Ν. Μπακόπουλος και λίγο ο Κανελλόπουλος. 

Έγινε σεισμός πραγματικός. Ούτε πρωθυπουργός εφάνη ούτε διάολος. Μόνον τον υφυπουργό Σιώρη είχε στείλει αντίπρόσωπο.

Το κακό είναι ότι τη στιγμή που ετάφη ο Παπανδρέου πλάκωσαν οι κλούβες και έπιασαν πολλούς από τη συγκέντρωση διατί λέει ετάραξαν την τάξιν με το να φωνάζουν ο Ανδρέας έρχεται.

Τώρα σε αφήνω

Χαιρετίσματα εις όλους

Σας φιλώ

Γ.

 




αγροφύλακα και ασφαλίτη γωνία, ιστορίες απ’ το χωριό

 

«Αυτός εκεί, που μιλάει έξω στο τηλέφωνο, είναι ασφαλίτης», λέει ο Λ. δείχνοντας συνωμοτικά έναν τύπο που κουβαλάει τη λέξη συνωμοσία στο δερμάτινό του, φοράει ένα φαρδύ παντελόνι και παπούτσια σκαρπίνια, άλλης εποχής. Η γαμημένη η φυσιογνωμική είναι ένα από τα ορμητήρια του φασισμού αλλά καμιά φορά, έτσι όπως έχουμε γίνει, πέφτει μέσα: στους φόβους, στα στερεότυπα και στις εικόνες που κατασκευάζουμε για το κράτος και τα δουλικά του, για τα πιο κοντικά και τα πιο μακρινά χέρια του.

Καμιά φορά οι κατασκευές είναι αληθινές.

Ο Λ. λέει ότι τον έχει δει έξω από το μαγαζί να μαζεύει με «κάτι άλλους» με πολιτικά, «κάτι μετανάστες». Κάπως έτσι, κάτι το ένα, κάτι το άλλο, μια εθνική συμφιλίωση τότε, ένα παρτάκι κατανάλωσης πιο μετά, κάτι μαγκιές στο δρόμο, στις παραλίες και στα πορτοφόλια, κάτι λάμψεις από οράματα αγίας καριέρας που τραγουδήθηκαν αργότερα ως «αγία νοσταλγία» και λοιπά χιλιοτραγουδισμένα.

Ο ασφαλίτης λοιπόν είχε έναν πατέρα που ήταν αγροφύλακας. Έτσι λέει ο Κ. που κάθεται δίπλα μου και έχει στήσει αυτί σ’ αυτά που μου λέει ο Λ. – έρχεται και προσφέρει στη συζήτηση την κατάλληλη στιγμή.

«Οι αγροφύλακες ήταν ρουφιάνοι εκείνη την εποχή, όσοι ήθελαν τον βασιλιά και λοιπά, τους είχανε τακτοποιήσει. Άκου να δεις τι είχε κάνει αυτός (ο αγροφύλακας) για τον γιό του (τον ασφαλίτη). Η μάνα μου ήτανε δασκάλα, και μια μέρα, πιτσιρίκι εγώ τότε, τον θυμάμαι να έρχεται με μανία και λύσσα και να χτυπάει την πόρτα του σπιτιού μας, κόντεψε να την γκρεμίσει θυμάμαι. Μπαμ, μπαμ, χτύπαγε σαν τρελός. Ανοίγει η μάνα μου την πόρτα, τονε βλέπει έξω. ‘Κυρία’, της λέει αυτός με ένα ύφος παρακαλετό μάλλον παρά απειλητικό. ‘Θέλω να περάσεις τον γιό μου στην επόμενη τάξη γιατί θέλω να τονε κάνω παπά’…».

Στην «οδό Αγροφύλακα και Ασφαλίτη» πάντα υπάρχει μια μυρωδιά από λιβάνι και αντίδωρο: για να πάνε όλα καλά, να υπάρχει δουλειά, και να μας φυλάνε εκείνοι καλά και τα παιδιά τους καλύτερα.

*φωτογραφία εξωφύλλου απο εδώ

 




Αυτά είναι ο πόλεμος

Όταν ήμουν παιδί είχα ακούσει δεκάδες ιστορίες για τον θείο που χάθηκε στα βουνά της Αλβανίας, για την αβάσταχτη πείνα, την ηρωική κλοπή ενός καρβελιού από το γειτονόπουλο της γιαγιάς, για ξύλο και θανάτους , για τους σκληρούς Γερμανούς, τους δωσίλογους πατριώτες, για τον παππού που έκρυψε έναν Ιταλό στη διάρκεια της Κατοχής.

Οι ίδιες ιστορίες επαναλαμβανόμενες με μαθηματική ακρίβεια σε κάθε οικογενειακή γιορτή έχασαν γρήγορα το ενδιαφέρον τους. Πόσες φορές μπορεί η ίδια ιστορία να σε συναρπάσει;

Ο παππούς είχε διηγηθεί την ιστορία με τον Ιταλό εκατοντάδες φορές. Το ενδιαφέρον μου διέγραψε αναπόφευκτα μια φθίνουσα πορεία. Μέχρι ένα καλοκαίρι, χρόνια μετά, που βρέθηκα μπροστά στη συνάντηση των δύο αντρών, του παππού και του Ιταλού. Πρώτη φορά έβλεπα ανθρώπους να μιλάνε διαφορετικές γλώσσες και να συνεννοούνται απόλυτα σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη ευγνωμοσύνη. Αυτό ήταν που γέμιζε τα μάτια αυτού του ανθρώπου, που ταξίδεψε-και θα ταξίδευε αρκετές φορές- για να συναντήσει το παρελθόν του-γλύκα, καλοσύνη και ευγνωμοσύνη.




Ο Μπάμπης που δεν παρέδωσε τα όπλα

 

Ένα απόγευμα σε μια φιλιατρινή αυλή, ο Φ. έκατσε να μου πει μια ιστορία από την Κατοχή και τον εμφύλιο. Μια παλιά ιστορία, κομμάτι μιας άλλης μεγαλύτερης, μπλεγμένης με ζωή, θάνατο, πολιτική, ιδεολογίες, όπλα και πάει λέγοντας. Η ηχώ αυτών των αφηγήσεων όταν ακουστούν είναι σαν απόδειξη του χώρου και του χρόνου, των προσώπων και των λόγων που ακούστηκαν τότε, που ψιθυρίστηκαν, που γίνανε φόβητρο για καταπίεση ή απελευθερώσανε για λίγο ή πολύ, ποιος ξέρει˙ το στίγμα της ιστορίας δεν αποφεύγεται εύκολα, και για τους κομμουνιστές, και για τους ταγματασφαλίτες και για αυτούς που κράτησαν «ίσες» αποστάσεις…

Ο Μπάμπης ο Σπανός λοιπόν (ή νιονιούλης, κάπως έτσι τέλοσπάντων ήταν το παρατσούκλι του), μικρός στο σώμα αλλά χωρίς «μεγαλοποσότητες» φόβου -γιατί, ποιος δεν φοβάται καθόλου;-, πολέμησε Γερμανούς και Ιταλούς.

Μια μέρα τον ψάχνανε, όμως κάποιοι φρόντισαν να τον ειδοποιήσουν να φύγει από το σπίτι και να κρυφτεί. Σκαρφαλωμένος σ’ ένα κυπαρίσσι, μικρόσωμος όπως ήτανε, είδε το σπίτι του να καίγεται και την οικογένειά του να προσπαθεί να σώσει μέσα από το χαμόσπιτο ό,τι μπορούσε: ρούχα, σεντόνια, διάφορα.

Ο Μπάμπης λοιπόν έτρεχε γύρω-γύρω από τα Φιλιατρά, στη Μεσσηνία δώθε-κείθε, τον κυνηγούσανε γιατί τους έκανε μεγάλες ζημιές αλλά πάντα είχε τον τρόπο να ξεφεύγει, να ξεγλιστράει. Καμιά φορά όμως, απαιτούνταν η βοήθεια των ταγματασφαλιτών που ήξεραν περισσότερα και το απειλητικό τους πρόσωπο ήταν πιο οικείο στους συντοπίτες τους: στη γλώσσα, το σώμα, τις κινήσεις.

Σε μια δόση, λέει, ένας τέτοιος-ταγματασφαλίτης ειδοποίησε Γερμανούς στρατιώτες να πάνε σπίτι του και να κάνουν αντίποινα, χτυπήσανε τον πατέρα του μήπως τον καταφέρουν να εμφανιστεί. Όμως ο Μ. άντεχε, δεν εμφανιζόταν, κρυβόταν στα βουνά και κατέβαινε στο χωριό μόλις ήθελε φαγητό, ρούχα, τσιγάρα και οτιδήποτε άλλο χρήσιμο για τους αντάρτες.

Όσοι μπορούσαν τον προστάτευαν, η γειτονιά του κυρίως, ήξεραν ότι ήταν φτωχός και μάλλον έβλεπαν σ’ αυτόν αυτό που δεν μπορούσαν να κάνουν, να πολεμήσουν, να ξεγλιστρήσουν και να μείνουν ζωντανοί. Τον έκρυψαν όμως όταν είχε ανάγκη, και τον έκρυψαν καλά, σε πηγάδια, σε χαμόσπιτα, σε κτήματα μακρινά, όπως μπορούσε ο καθένας.

Όταν με τον Εμφύλιο τα πράματα ξεκαθάρισαν, ο Μπάμπης χωρίς ακριβώς να ξέρει, χωρίς να έχει διαβάσει το Κεφάλαιο του Μαρξ και λοιπά κομμουνιστικά εγχειρίδια, πήγε στο βουνό.

Αλλά τι να πρωτοδιαβάσεις άμα σ’ έχουν καταδικάσει σε θάνατο και σε ψάχνουνε μια ζωή τα μούτρα του μεταπολεμικού κράτους – από το ’22 και μετά έδειχνε τα δόντια του σε εργάτες, «κλέφτες» και ταραχοποιούς…

«Βγήκαμε στο βουνό χωρίς ακριβώς να έχω καταλάβει τι σημαίνει όλο αυτό, μετά κατάλαβα», φέρεται να είχε πει πριν καμιά εικοσαριά χρόνια σε μια παρέα.

Στη Βάρκιζα δεν ήταν από εκείνους που κατέθεσε τα όπλα, μια ζωή στη γύρα δεν επέλεξε να χαλάσει τη «γαλήνη» της συμφωνίας˙ μετά φυσικά, πήρε τον δρόμο που επεφύλασσε το κράτος για την «παρανομία»: Μακρόνησος.

Ο Δημήτρης Κυριαζής, Ελασίτης και μετά Εαμίτης, γνωστός με το ψευδώνυμο Αστραπόγιανος, αναφέρει ότι ο Μπάμπης ήταν στην ομάδα του Ναπολέοντα Παπαγιαννόπουλου στο Σιδηρόκαστρο.

 

Υστερόγραφο: στις σημειώσεις από τη συζήτηση με τον Φ. έχω γράψει, με κεφαλαία κιόλας, το εξής: «Οι κλέφτες δεν παραδίδουν τα όπλα όπως οι στρατιώτες». Έσπασα το κεφάλι μου να θυμηθώ σε τι ακριβώς αναφερόμουν, αν το είπε κάποιος μέσα στις αφηγήσεις, αλλά δεν τα κατάφερα. Θεώρησα όμως, όπως και να’ χει, ότι έπρεπε να το γράψω, κάτι πρέπει να σημαίνει.