κράτησε τον ελέφαντα

 

– Είναι δυο αδέρφια από το Ιράκ. Είναι 19 και 21 ετών. Ο μικρός πολύ μοντέρνος, μακρύ μαλλί, εναλλακτικό ντύσιμο και τατουάζ. Ο μεγάλος πιο συμβατικός. Είναι κρατούμενοι στην Πέτρου Ράλλη γιατί έφυγαν χωρίς άδεια από το νησί (παραβίασαν τον περίφημο γεωγραφικό περιορισμό) και τους κρατάνε μέχρι να τους στείλουν ξανά εκεί και να συνεχίσουν τη διαδικασία του ασύλου. Ρωτάω αν έχουν προβλήματα υγείας. Ο μεγάλος μου λέει: «Έχω ένα νεφρό. Μου έκλεψαν το άλλο όταν με απήγαγαν στη Βαγδάτη μέλη του ISIS». Στην αρχή νομίζω πως δεν έχω ακούσει καλά, του ζητάω, μέσω του διερμηνέα, να μου επαναλάβει. Τον απήγαγαν στο δρόμο, του έβαλαν κουκούλα, τον μετέφεραν σε άγνωστο μέρος όπου έμεινε για μερικές μέρες, ναρκωμένος την περισσότερη ώρα. Τον παράτησαν ξανά στο δρόμο, γύρισε σπίτι του και πήγε στο γιατρό γιατί πονούσε στα δεξιά του και είχε μια τομή. Του έλειπε το ένα νεφρό τελικά. Έφυγε, βρέθηκε στη Χίο να κοιμάται σε σκηνή έξω από το καμπ, κι από ‘κει έψαξε την τύχη του στην Αθήνα, βρέθηκε κρατούμενος στην Πέτρου Ράλλη και το ένα του νεφρό δε στάθηκε αρκετό για να μη χρειαστεί να επιστρέψει στο νησί.

– Είναι ευδιάθετος και χαμογελά όταν του συστήνομαι. Είναι Κούρδος από το Ιράν, κρατούμενος στην Αμυγδαλέζα. Ακτιβιστής, πολιτικοποιημένος και διωκόμενος, εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης και ποινή απαγχονισμού εις βάρος του. Μιλάει άψογα αγγλικά. Όταν τον ρωτάω για προβλήματα υγείας, μου λέει για το αίμα που φτύνει καθημερινά, λόγω ενός πυροβολισμού στον πνεύμονα πριν από χρόνια. Στις περίπου 7 συλλήψεις του στο Ιράν, έχει υποστεί βασανιστήρια τα οποία περιγράφει με περισσότερη γλαφυρότητα απ’ όση ήλπιζα. Επίσης ζει με ένα μόνιμο πόνο στο πόδι. Κι όμως χαμογελάει συνεχώς και μας ευχαριστεί. Μου λέει ότι το μόνο που τον νοιάζει είναι να βγει ώστε να μπορέσει να ψάξει για τη γυναίκα του. Κούρδισσα κι εκείνη, με ένα μάτι, το άλλο χάθηκε μετά από πυροβολισμό, έχει διαφύγει στα βουνά του Κουρδιστάν και αναζητά τρόπο να τον ακολουθήσει στην Ευρώπη. Την κυνηγούν εξαιτίας του άντρα της. Εκείνος είναι σαφής: «Αν δε μάθω ότι είναι καλά, θα γυρίσω πίσω και θα παραδοθώ. Ξέρω ότι αυτό ισοδυναμεί με θάνατο, αλλά έτσι θα αφήσουν ήσυχη εκείνη. Μια ζωή έχω ζήσει έτσι. Μέσα στον κίνδυνο. Και ξέρω ότι θα πεθάνω. Τουλάχιστον να σώσω τη γυναίκα μου». Πριν φύγω μου κάνει αστεία για την ελληνική γλώσσα και το πόσο δυσνόητη του φαίνεται, μου ζητά να του μεταφράσω την απόφαση κράτησης που έχει στο χέρι και θέλει μόνο μια χάρη. Την επόμενη φορά που θα έρθω να μιλήσω με τον φίλο του τον Α. από το Πακιστάν. «Βλέπω όλα τα παιδιά από το Πακιστάν που είναι κρατούμενα εδώ και πονάει η καρδιά μου. Εγώ ξέρω ότι αργά ή γρήγορα θα βγω. Αυτοί δεν έχουν τίποτα να ελπίζουν και κανείς δεν ασχολείται μαζί τους».

– Είναι 25 χρονών, από το Αλέπο. Εμφανίζεται στο μικρό χώρο επισκεπτηρίου της Πέτρου Ράλλη, φορώντας σαγιονάρες, ενώ ο καιρός δεν το υπαγορεύει. Φαίνεται καταβεβλημένος. Τον ρωτάω για προβλήματα υγείας. Μου δείχνει τις παλάμες και τις πατούσες του. Το δέρμα εκεί είναι πολύ χοντρό, τρέχει υγρό και είναι ξεφλουδισμένο. Δεν μπορεί να φορέσει γάντια ή κλειστά παπούτσια γιατί πονάει. Επίσης δεν έχει πλέον δακτυλικά αποτυπώματα. Επί ματαίω προσπαθούσε η Αστυνομία για ώρες. Τον ρωτάω τι ακριβώς έχει. Λέει ότι δεν ξέρει πώς λέγεται, αλλά το εμφάνισε πριν λίγα χρόνια, μετά από ένα βομβαρδισμό στο Αλέπο. Έπιασε ένα θραύσμα βόμβας κι εκ τοτε τα χέρια και τα πόδια του είναι έτσι. Οι γιατροί του δίνουν διάφορες αλοιφές αλλά τίποτα δεν ωφελεί. Τον κοιτάζω και σκέφτομαι πώς έχει χάσει για πάντα την αφή, και σφίγγω το στυλό πιο πολύ ανάμεσα στα δάχτυλα.

– Κατεβαίνω μια βρώμικη και δυσώδη σκάλα που οδηγεί στο υπόγειο και στα κρατητήρια του ΑΤ Παγκρατίου. Από τη μία μεριά της καγκελόπορτας εκείνος, με βλέμμα απλανές και σχεδόν βουρκωμένος. Είναι γύρω στα 20, από τη Συρία. Πίσω του μερικοί ακόμη κρατούμενοι, άλλοι αλλοδαποί, άλλοι ημεδαποί. Από την άλλη εγώ, ο διερμηνέας και ο αστυνομικός. Όρθιοι όλοι και σε αυτές τις συνθήκες, ζητώντας από τον αστυνομικό, να απομακρυνθεί λίγο τουλάχιστον, προσπαθώ να καταλάβω τι του έχει συμβεί. Από προβλήματα υγείας, παίρνει μια αντιψυχωσική αγωγή. Του έληξε η κάρτα (δελτίο αιτούντος άσυλο), καθώς προσπαθούσε να περάσει με τα πόδια από την Ειδομένη, την περίοδο που «έκλειναν» τα σύνορα. Έφτασε ως τη Σερβία, τον συνέλαβαν στο τρένο, του έσκισαν όλα τα έγγραφα, κρατήθηκε για λίγο διάστημα και επεστράφη στην Ελλάδα. Γύρισε στην Αθήνα, μη λαμβάνοντας πια φαρμακευτική αγωγή, αναζήτησε ιατρική και νομική βοήθεια μάταια μέχρι που συνελήφθη. Δεν έχει καταλάβει ούτε γιατί, ούτε για πόσο θα τον κρατήσουν, αφού μόνο βοήθεια ζητούσε εκείνος και έτρεμε μην τον επιστρέψουν στη Συρία.

– Μιλάνε ισπανικά, πράγμα πολύ σπάνιο για αιτούντα άσυλο στην Ελλάδα. Είναι δύο γυναίκες από τον Άγιο Δομίνικο. Και είναι κρατούμενες σε κέντρο κράτησης νησιού. Στον ίδιο χώρο με άντρες από τη Συρία, το Ιράκ και το Πακιστάν. Τα βράδια ζητούν από τους αστυνομικούς να κλειδώνουν το κοντέινερ όπου κοιμούνται γιατί φοβούνται. Η μία έχει από παλιά σπασμένο σαγόνι, ο πρώην άντρας της λέει ήταν πολύ βίαιος, γι’ αυτό έφυγε. Μιλάμε μαζί τους ανάμεσα από τα συρματοπλέγματα. Είμαι σίγουρη ότι είναι θύματα τράφικινγκ (πράγμα που επιβεβαιώθηκε όταν πήρα αντίγραφα των φακέλων τους αργότερα) αλλά με όποιο τρόπο κι αν προσπαθώ να εκμαιεύσω την πληροφορία, αρνούνται να μου πουν το οτιδήποτε σε σχέση με αυτό. Και πώς να τις αδικήσω.

Η διοικητική κράτηση στην Ελλάδα είναι συγχρόνως ένα μαύρο κουτί και ένας τεράστιος ελέφαντας στο δωμάτιο. Μαύρο κουτί, γιατί ελάχιστοι κατανοούν τους μηχανισμούς της ή ασχολούνται και ελέφαντας, γιατί ελάχιστοι ενδιαφέρονται, ενώ είναι πάντα εκεί. Αν και τα νούμερα είναι μόνο νούμερα και δε μας δίνουν την πλήρη εικόνα, ας πούμε εδώ ότι το 2016 είχαμε 14,864 διοικητικά κρατούμενους αλλοδαπούς και το 2017, παρά τις μειωμένες αφίξεις είχαμε 25,810, σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά της Αστυνομίας.
Πρόσφατα, με αφορμή μια συνέντευξη σε ερευνήτρια για μια διδακτορική έρευνα πάνω στη διοικητική κράτηση προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα, χρειάστηκε να κάνω μια μικρή αναδρομή στο φαινόμενο και στις προσωπικές εμπειρίες. Έπιασα τον εαυτό μου να οργίζεται, πράγμα που δε μου συμβαίνει σπάνια, και να απελπίζεται, πράγμα που μου συμβαίνει σπάνια.
Κάθε φορά, πριν περάσω την πύλη ενός κέντρου κράτησης ή την είσοδο ενός ΑΤ, σκοτώνω κάτι μέσα μου, ένα μικρό κομματάκι του εαυτού μου. Κάτι που θα με έκανε να φωνάζω οργισμένη στη θέα του πρώτου πρώτου κρατούμενου. Σκοτώνω κάτι τόσο μικρό κι ωστόσο αρκετά μεγάλο, που μου επιτρέπει να συνεχίζω να μιλάω, και να τους εξηγώ τα όρια και τις προϋποθέσεις κράτησης για έλλειψη νομιμοποιητικών εγγράφων α) λες και τους ενδιαφέρει τι λέει ο νόμος, β) λες και τηρείται στην πράξη τίποτα απ’ όσα λέει ο νόμος για τη διοικητική κράτηση, γ) λες και πιστεύω εγώ έστω και λίγο στη νομιμότητα της στέρησης της ελευθερίας ενός ανθρώπου γενικά, και ειδικότερα για έλλειψη «χαρτιών».




Integration | οι πρόσφυγες στην γερμανική κοινωνία

Ορισμός

 

Η λέξη Integration έχει λατινική ρίζα. Προέρχεται από το λατινικό integer και μετέπειτα Integrat- που αρχικά σήμαινε “έχω ολοκληρώσει κάτι” (μτφ. Αγγλ. made whole). Η λέξη χρησιμοποιείται στην Αγγλική από τα μέσα του 17ου αιώνα. Στην Γερμανία ίσως είναι από τις πιο πολυσυζητημένες και αμφιλεγόμενες έννοιες που συχνάζουν στους τίτλους των ΜΜΕ αλλά και στους κύκλους της εκπαίδευσης και των επιχειρήσεων. Ακμάζουν στα γραφεία των δημόσιων υπηρεσιών. Η χρήση της λέξης πολλαπλασιάστηκε ειδικότερα μετά το μεγάλο πληθυσμό προσφύγων που δέχθηκε η Γερμανία από τα τέλη του 2015 κι έπειτα. Το λεξικό Duden ορίζει το Integration ως την εγκόλπωση μιας ομάδας ανθρώπων σε μια κοινωνική και πολιτισμική ενότητα. Στα ελληνικά ο αντίστοιχος όρος σε ελεύθερη μετάφραση είναι ενσωμάτωση στην κοινωνία. Μια ελάχιστη εκδοχή επιτυχούς ενσωμάτωσης σύμφωνα με το γερμανικό ινστιτούτο Goethe περιλαμβάνει την εκμάθηση γλώσσας και την επαγγελματική αποκατάσταση. Η ενσωμάτωση στην θεωρία της κοινωνικής πολιτικής στηρίζεται σε τεσσερις βασικούς άξονες στην Γερμανία: α)Γλώσσα και αξίες, β)Σχολεία και Νηπιαγωγεία, γ)Στέγαση και Δόμηση και τέλος δ) Εκμάθηση επαγγέλματος, Σπουδή και Εργασία.

Η Γερμανία (Αλμάνια- ألمانيا) για τους περισσότερους ανθρώπους που εγκαταλείπουν τον τόπο τους τα τελευταία τρία χρόνια αποτελεί (μαζί με τις σκανδιναβικές χώρες) τελικό προορισμό του ταξιδιού τους, φερόμενη ως άλλη γη της επαγγελίας, ο δυτικός παράδεισος της ευημερίας, όπου το κράτος παρέχει τα απαραίτητα για ένα νέο ξεκίνημα. Η υποδομή και η οικονομία της Γερμανίας διαθέτουν τον κατάλληλο χώρο για ανθρώπους που επιθυμούν να ζήσουν σε έναν ασφαλή τόπο ξεκινώντας από το απόλυτο μηδέν.

Πως διαχειρίστηκε η γερμανική πρωτεύουσα τον ερχομό των προσφύγων στην πράξη και πως αποπειράται να τους ενσωματώσει στην κοινωνία;

 

“Θα τα καταφέρουμε” Angela Merkel 11.09.2015

 

Reuters/Fabrizio Bensch

Η Αγγελα Μερκελ τον Σεπτέμβριο του 2015 σχολιάζοντας την πολυάριθμη έλευση των προσφύγων στην Γερμανία είπε προς μεγάλη έκπληξη των ευρωπαίων πολιτών: “θα τα καταφέρουμε” /Wir schaffen das, απαντώντας στην σκληρή κριτική των αντιπάλων για τον ερχομό χιλιάδων προσφύγων στην χώρα. Λίγους μόνο μήνες πριν είχε απαντήσει δημόσια μπροστά στο τηλεοπτικό κοινό σε ένα μικρό κορίτσι από την Παλαιστίνη που ήθελε να παραμείνει στην Γερμανία πως “δεν μπορούμε να σας δεχτούμε όλους στην χώρα”. Η ανησυχία ωστόσο των Γερμανών εκείνη την περίοδο διογκονώταν χάρη στην αγωνιώδη ενασχόληση του Τύπου με το προσφυγικό. Εκείνο το φθινόπωρο οι στατιστικές δήλωναν πως 51% των πολιτών δεν επιθυμούν την παραμονή των προσφύγων στην Γερμανία.

 

Η υποδοχή

 

Κοιτώντας πίσω, τον Σεπτέμβριο του 2015 ο γερμανικός κρατικός μηχανισμός βρέθηκε τόσο απροετοίμαστος, που επί δύο μήνες επικράτησε ένα πρωτοφανές χάος παρεμφερές με τα ελληνικά δεδομένα όπως τα έχουμε γνωρίσει. Καταυλισμοί σε πάρκα, διανυκτερεύσεις στην οδό Turmstraße μπροστά στο υπουργείο, ουρές δεκάδων μέτρων για να λάβουν έναν αριθμό καταχώρησης και περαιτέρω οδηγίες για την στέγαση τους. Άκουσα μαρτυρίες ανθρώπων που περίμεναν ένα και δύο εικοσιτετράωρα στην ουρά. Φήμες κυκλοφόρησαν πως υπήρχαν μόνο τρεις υπάλληλοι στην υποδοχή των αιτήσεων στο υπουργείο (Landesamt für Gesundheit und Soziales) και κανένας μεταφραστής. Επί μήνες ολόκληρους οι ώρες αναμονής στο υπουργείο δεν περιορίζονταν κατά μέσο όρο σε λιγότερες από έξι. Το γερμανικό κράτος στηρίχτηκε τόσο πολύ στους εθελοντές που τον Ιανουάριο του 2016 από ευγνωμοσύνη το Βερολίνο τιμητικά παραχώρησε ελεύθερη είσοδο σε όλα τα αξιοθέατα και πολιτιστικά δρώμενα της πόλης.

Σχετικά γρήγορα όμως κινήθηκαν τα πράγματα στα κέντρα υποδοχής. Κανείς δεν έμεινε άστεγος. Γήπεδα, εκθεσιακοί χώροι, μέχρι και το παλιό αεροδρόμιο του Tempelhof τέθηκαν σε λειτουργία για να δώσουν ένα κρεβάτι στους χιλιάδες αυτούς ανθρώπους. Ονομάστηκαν Κέντρα έκτακτης ανάγκης καθότι ήταν προσωρινά. Οι άνθρωποι μεταφέρθηκαν από τα “κέντρα έκτακτης ανάγκης” (γήπεδα και εκθεσιακά κέντρα) σε καλύτερες εγκαταστάσεις περιπου 18 μήνες μετά.

Όσον αφορά στην περίθαλψη, ειδικές μονάδες ψυχιατρικής και ψυχολογικής υποστήριξης εξειδικευμένες σε PTSD και ανθρώπους με τραυματικές εμπειρίες λειτούργησαν σχεδόν άμεσα και αποτελεσματικά σε συνεργασία με τα μεγαλύτερα νοσοκομεία και πανεπιστήμια του Βερολίνου. Δεκάδες μεταφραστές και διερμηνείς εργάζονταν με υπερωρίες παρελαύνοντας από την μία δημόσια υπηρεσία στην άλλη.

Μέσα σε λίγους μόνο μήνες τέθηκαν σε λειτουργία δεκάδες προσφυγικά κέντρα για να στεγάσουν τις χιλιάδες ανθρώπων που κατέφθασαν. Μια βόλτα σε δυο τρία από αυτά αρκούσε για να σχηματίσω εικόνα. Μεγαλόσωμοι και αγενείς σεκιουρητάδες στις εισόδους και τους διαδρόμους. Λιγότερες τουαλέτες και ντουζιέρες από αυτές που χρειάζονται. Το φαγητό της καντίνας μου θύμισε τον λαπά που είχαν σερβίρει στην μάνα μου στο Λαϊκό νοσοκομείο. Αποκρουστικό στην όψη κι αδιάφορο στην γεύση. Τα δωμάτια συνήθως εξοπλισμένα με κουκέτες, υποδέχονταν 8 εως 10 άτομα. Σε άλλα camp η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη. Κλειστά αθλητικά γήπεδα που στέγαζαν κρεβάτια στην ανοιχτή τους σάλα. Το ίδιο και στο παλιό αεροδρόμιο του Τεμπελχοφ. Οι κοινωνικοί λειτουργοί των camp δεν έφταναν για να καλύψουν τις νέες θέσεις εργασίας. Κάπως έτσι το ηθικό των προσφύγων μέσα σε τέτοιο περιβάλλον κατρακυλούσε. Η φασαρία, ο μηδενικός προσωπικός χώρος, εκνευρισμοί και βίαια περιστατικά προστέθηκαν στα υπόλοιπα βάσανα της νέας πραγματικότητας.

foto: UNHCR, Ivor Prickett, (proasyl.de)

 

Η ενσωμάτωση των άλλων

 

Στην πόλη του Βερολίνου παρατηρεί κανείς μια σημαντική πολυπολιτισμικότητα. Πόλος έλξης όλων των εθνικοτήτων τα τελευταία χρόνια χάρη στην επαναστατική και ανεκτική φήμη της πόλης. Χιλιάδες ξένοι ζουν στην πόλη, κι ενώ το σύστημα τους αναγκάζει να μάθουν την γλώσσα, η ενσωμάτωση στην ουσία δεν πραγματώνεται. Τα Αγγλικά αρκούν στους περισσότερους που καταφθάνουν για την εμπειρία και προσβλέπουν να περάσουν μερικούς μήνες στην πόλη. Οι expat όπως αυτοχαρακτηρίζονται συμβάλλουν στην αύξηση των ενοικίων (καθώς προέρχονται απο πόλεις που τα ενοίκια είναι τριπλάσια) και στο hype της πόλης. Ο πληθυσμός των Τούρκων όμως θεωρείται ο λιγότερο ενσωματωμένος στην Γερμανία. Παρότι μιλούν την γλώσσα και επιχειρούν σε πολλούς κλάδους, δεν έρχονται σε διάδραση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Δεν συμμετέχουν στα κοινά δρώμενα. Τηρούν τα ήθη και τα έθιμα τους αυστηρά και έχουν δημιουργήσει περιοχές ομοεθνούς συσπείρωσης.Οι έφηβοι Τούρκοι (αλλά και Άραβες τρίτης γενιάς) από την άλλη αποσχίστηκαν τόσο από τους υπόλοιπους εφήβους που δημιούργησαν μια νέα διάλεκτο (Kiezdeutsch) στα προάστια της γερμανικής Πρωτεύουσας.

Για να μην παραξηγηθούμε, η γερμανική κουλτούρα δεν φημίζεται για τον ανοιχτό της τύπο. Δεν είναι εύκολο να κοινωνικοποιηθείς με Γερμανούς. Είναι μακριά από όλα τα μεσογειακά πρότυπα και η δυσπιστία των ανθρώπων απέναντι στους μετανάστες είναι εμφανής. Η πόλη μοιάζει να έχει καταληφθεί από τη μία από μόνιμους περιπλανητές και μπον βιβερ που εκθειάζουν την εναλλακτικότητα και το ελευθεριακό της πνεύμα και από την άλλη από φοβισμένους πρόσφυγες που δεν ξέρουν πως να ανταπεξέλθουν στις παράλογες απαιτήσεις του συστήματος.

 

Μαθαίνοντας την γλώσσα

 

Είναι δύσκολο να αποδώσω μια εικόνα έτσι όπως την έζησα μέσα από τις αφηγήσεις των μαθητών μου και μέσα από προσπάθειες να τους βοηθήσω να τα βγάλουν πέρα με την φρικτή γραφειοκρατία του γερμανικού συστήματος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Άλεμ από την Ερυθραία:

Ο Άλεμ προέρχεται από την Ερυθραία και είναι 50 χρονών. Έμεινε στην φυλακή της Ερυθραίας 19 χρόνια υπό την εντολή της δικτατορίας της χώρας του. Κατάφερε να διασχίσει τα νερά της Μεσογείου μέχρι την Λαμπεντουσα κι έπειτα να βρει τον δρόμο του μέχρι το Βερολίνο. Ο Άλεμ δεν έχει πάει σχολείο στην πατρίδα του. Παλιά ήταν ελαιοχρωματιστής και χτίστης. Η συνεννόηση με τον Άλεμ που μιλάει ελάχιστα αραβικά αλλά κυρίως Τανγκρινιαν, γίνεται με τα χέρια. Ζει σήμερα σε ένα προσφυγικό κέντρο, νότια του Βερολίνου μαζί με την γυναίκα του, με την οποία επανενώθηκε μετά από 20 χρόνια. Φοιτεί στο δημόσιο σχολείο ενηλίκων του Neukölln στο νοτιοανατολικό Βερολίνο. Η φοίτηση είναι καθημερινή πεντάωρη. Τα χέρια του είναι ταλαιπωρημένα. Πιάνει το μολύβι και το σφίγγει για να γράψει το Άλφα, κάθε καμπύλη, κάθε γραμμή της γραφής του αντανακλά την περηφάνεια της λευτεριάς. Όταν τελειώνει την άσκηση με φωνάζει και με ρωτά: “ Τα πάω καλά;” Για τον Άλεμ τα γερμανικά δεν είναι αγγαρία. Είναι δίψα για ελευθερία, είναι εισητήριο για αυτήν την άλλη ζωή, η πόρτα για ένα νέο ξεκίνημα. Δεν έχω ξαναδει άλλον μαθητή με τόση θέληση. Ο ζήλος αυτός αποτελεί τεκμήριο του απίστευτου κουράγιου του. Τα πρωινά είναι ο πρώτος που φτάνει στην τάξη. Έχει λαχτάρα στα μάτια μαζί και αγωνία, πασχίζει να ενσωματωθεί, θέλει να φύγει από το camp, να δουλέψει και να μοιραστεί τις σκέψεις του. Μια μέρα μου λέει με σκόρπιες σπαστές γερμανικές λέξεις: “το camp δεν είναι καλό, θέλω να βρεθώ με Γερμανούς να μιλήσω.”

Την πρώτη μέρα στην τάξη (για αναλφάβητους επίπεδο Α0) βρήκα τον Άλεμ να κλαίει, γιατί δεν ήταν εγγεγραμμένος στην επίσημη λίστα του υποργείου. Το κλάμα αυτό, το παράπονο, κι η αγωνία του Αλεμ να μάθει γράμματα, φέρνουν στο φως το άκαμπτο του γερμανικού συστήματος, που δεν μπορεί να ελιχθεί δεν μπορεί να λάβει υπόψιν τον άνθρωπο και τις ιδιαιτερότητες του. Αν δεν είσαι στην λίστα υποχρεούσαι να περιμένεις άλλον ένα μήνα.

Έκλαιγε όμως επειδή βρισκόταν πολλούς μήνες σε αναμονή μέχρι να ξεκινήσει το σχολείο και ειδικότερα να βρεθεί μια τάξη στα μέτρα του. Τα τμήματα για αναλφάβητους των λεγόμενων Integrationskurse (που χρηματοδοτούνται από το υπουργείο μεταναστευσης και προσφυγων) , τα οποία υποχρεούται ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας να παρακολουθήσει (βάσει του νέου νόμου Integrationsgesetz 2016), ασχέτως εκπαιδευτικού επιπέδου, ηλικίας και προηγούμενων, είναι ελάχιστα στο Βερολίνο. Τεράστιες λίστες αναμονής, μήνες απραξίας και χαμένοι χρόνοι. Κάπως έτσι απελπίστηκε ο Άλεμ που πριν εξι μήνες είχε γραφτεί στην λίστα αναμονής και την πρώτη μέρα του σχολείου η υπεύθυνη του εξήγησε πως δεν γίνεται να παρακολουθήσει το μάθημα λόγω γραφειοκρατικού λάθους. Οι δασκάλες συνεννοηθήκαμε και τον κρατήσαμε στην τάξη χωρίς να υπογράφει στις λίστες του υπουργείου, παράνομα. Την επόμενη μέρα που κάθισε στην τάξη τα μάτια του γελούσαν. Ξεγελάσαμε το σύστημα.

Τον δεύτερο μήνα μαθημάτων, μια Δευτέρα ο Άλεμ αργοπόρησε στο μάθημα γιατι έπρεπε να πάει στο Jobcenter να ενημερώσει πως θα απουσιάσει για τον γάμο του αδερφού του στο Düsseldorf. H αρμόδια υπηρεσία ζήτησε από τους διδάσκοντες το απουσιολόγιο (κι ας μην έχει τέτοια δικαιοδοσία) για να ελέγξει τις ημέρες απουσίας του Άλεμ από το σχολείο. Ο υπεύθυνος είχε την εξουσία να απαγορεύσει σε αυτόν τον άνθρωπο να ταξιδέψει, να χαρεί με την χαρά της οικογενειας του, επειδή ο αναγνωρισμένος πρόσφυγας είναι υποχρεωμένος να τηρεί κατά γράμμα τις οδηγίες της υπηρεσίας, αν θέλει να συνεχίσει να παίρνει το επίδομα.

 

Ο ξεριζωμός της Bivsi

 

Η πρόσφατη περίπτωση της 14χρονης Bivsi που προβλήθηκε από τα γερμανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης υπογραμμίζει το αδιάφορο του κράτους απέναντι στην αληθινή κοινωνική ενσωμάτωση. Οι γερμανικές αρχές αγνοούν κάθε κοινωνικό επίτευγμα και όλες τις ψυχοκοινωνικές παραμέτρους. Ο νόμος πρέπει να τηρηθεί, δεν υπάρχουν εξαιρέσεις: Η Bivsi γεννήθηκε το 2002 στο Duisburg. Οi γονεις της έφυγαν απο το Νεπαλ πριν 20 χρόνια και εγκατασταθηκαν στην Γερμανία. Το 2016 έλαβε χώρα η τελευταία εξέταση του ασύλου και απορρίφθηκε. Την τελευταία Δευτέρα του Μαΐου 2017, αστυνομικές αρχές έβγαλαν από την τάξη την Bivsi από το σχολείο που φοιτούσε και δεν της παραχώρησαν καν χρόνο να αποχαιρετήσει τους συμμαθητές της. Μαζι με τους γονείς της την έβαλαν σε ένα αεροπλάνο για το Νεπαλ το ίδιο απογευμα. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Το τέρας της γραφειοκρατίας αποφάνθηκε.

Συμμαθητές και γονείς διαδηλώνουν κατά της απέλασης της 14χρονης
foto: Christoph Reichwein (rp-online.de)

 

Επίλογος

 

Προφανώς δεν υπάρχει καμία άψογη κοινωνία που να έχει υποδεχθεί πρόσφυγες χωρίς να υπάρξουν δυσκολίες. Στο γερμανικό παράδειγμα όμως, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα: Η Γερμανία είναι μια από τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρώπης, η οποία άνοιξε τις πόρτες σε αυτούς τους ανθρώπους όταν άλλες ύψωναν τον φράχτη. Δυστυχώς όμως ο ταχύς συντονισμός, οι αμέτρητες υποδομές, η αποτελεσματικότητα των δημοσίων υπαλλήλων, ο ακριβής σχεδιασμός, και οι χιλιάδες πρόθυμοι εθελοντές βρίσκουν στο αντίβαρο μια ανελέητα ψυχρή γραφειοκρατία μαζί με την δυσκαμψία του γερμανικού συστήματος. Αυτά τα δυο τελευταία είναι αρκετά για να προκαλέσουν μπόλικη δυστυχία στην καθημερινότητα.

Ο Άλεμ και η Bivsi δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις. Είναι ο κανόνας που υπογραμμίζει το παράλογο ενός αυστηρού μηχανισμού που παραβλέπει την ψυχική υπόσταση, οποιοδήποτε συναίσθημα -τελικά χάνει το δέντρο μέσα στο δάσος- και αποδεικνύει πως η αληθινή ενσωμάτωση του ατόμου δεν αφορά το γερμανικό κράτος. Τι κι αν η Bivsi μιλούσε άπταιστα γερμανικά; Τι κι αν οι συμμαθητές της την αγαπούσαν τόσο ώστε να διαδηλώνουν ώστε να την φέρουν πίσω; Δεν της άφησαν χρόνο ούτε να αποχαιρετίσει τους φίλους της.

Πολλοί πρόσφυγες νοιώθουν αποδυναμωμένοι εξαιτίας της δυσκολίας της γλώσσας. Νοιώθουν πως κανείς δεν μπορεί να τους καταλάβει. Υπομένουν τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στα camp που τους στερούν ιδιωτικότητα και λίγη ησυχία. Ταυτόχρονα νοιώθουν στιγματισμένοι, φοβισμένοι από την ανερχόμενη ισλαμοφοβία (βλ. PEGIDA, AfD) και αβοήθητοι μπροστά στη νέα πραγματικότητα. Δυο χρόνια μετά, ελάχιστοι πρόσφυγες κατορθώνουν να έχουν νοικιάσει σπίτι, ακόμα πιο λίγοι έχουν καταλάβει τι τους ζητάνε και πως θα ανακτήσουν την αυτονομία τους. Δυο χρόνια μετά κι ακόμη δεν έχουν βρει καμιά νέα ταυτότητα, κοπιάζουν να ανταπεξέλθουν στα ζητούμενα της γερμανικής γραφειοκρατίας και τελικά βαλτώνουν σε μια μαύρη απραξία που μόνο δυσχεραίνει την ευάλωτη ψυχολογία τους.




«Στη φωτογραφία ενός ανθρώπου που μόλις βγαίνει από μία βάρκα στο Αιγαίο, εγώ βλέπω ένα παράδειγμα ανθεκτικότητας»

 

Από τις εμπόλεμες ζώνες της Μέσης Ανατολής μέχρι τη Βόρεια Ευρώπη, κι από τα ναυάγια της Μεσογείου μέχρι τα hot-spots και τους καταυλισμούς, υπάρχει κάτι που ποτέ δεν λείπει από τις αποσκευές ενός πρόσφυγα: Η οδύνη. Οδύνη για όσους και όσα έχασε για πάντα ή άφησε πίσω του, για όσα δεν τολμά να συζητήσει ή ακόμη και να ξαναφέρει στο νου.

Στο Κέντρο Ημέρας “Βαβέλ”, τη μοναδική δημόσια δομή στην Ελλάδα που ασχολείται με θέματα ψυχικής υγείας προσφύγων και μεταναστών από το 2008, η διαχείριση αυτής της οδύνης είναι πλέον βασικό αντικείμενο. Αλλά, όπως επισημαίνει ο ψυχολόγος της “Βαβέλ”, Νίκος Γκιωνάκης, δεν πρέπει κανείς να παγιδεύεται στην οδύνη, πρέπει να βλέπει και τι κέρδισε τελικά ο καθένας μέσα από όσα έζησε, και πώς συνεχίζει.

Με αφορμή τη συμμετοχή του Ν.Γκιωνάκη στη συζήτηση “No Direction Home: Με το Βλέμμα στην απώλεια και την ελπίδα”, που διοργάνωσε πρόσφατα το Παράρτημα Ελλάδας του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ, συνομιλήσαμε μαζί του μαζί του για τα περιστατικά που αντιμετωπίζει η συγκεκριμένη δομή τα τελευταία χρόνια, και μας βοηθάει να ξανασκεφτούμε τον πόνο της προσφυγιάς πέρα από τα στερεότυπα.
Η συζήτηση διοργανώθηκε με αφορμή την τελευταία έκδοση του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ, με τίτλο “No Direction Home”, στην οποία περιλαμβάνονται 235 φωτογραφίες 30 ελλήνων φωτογράφων που αποτυπώνουν την πρόσφατη προσφυγική εμπειρία.

* * *

“No Direction Home”, φωτογραφικό λεύκωμα από το Παράρτημα Ελλάδας του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ, με 235 φωτογραφίες 30 ελλήνων φωτογράφων για το προσφυγικό​​​​​​​

* * *

-Τι είδους τραύματα συνοδεύουν την προσφυγική εμπειρία και τι περιστατικά αντιμετωπίζετε στη Βαβέλ;

«Η αλήθεια είναι ότι εμείς προσεγγίζουμε τα πράγματα με μια διαφορετική άποψη και ορολογία. Δεν μιλάμε ευθύς εξαρχής για τραύματα. Λέμε ότι οι άνθρωποι εκτίθενται σε σοβαρές αντιξοότητες και μπορεί αυτές να τους τραυματίζουν. Εμείς βλέπουμε τις συνέπειες της αντιξοότητας σε έναν άνθρωπο να διαρθρώνονται σε διαφορετικές κατηγορίες. Συνέπεια αρνητική μπορεί να είναι το τραύμα, ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν στοιχεία σε έναν άνθρωπο, σε μια οικογένεια, σε μια κοινότητα, που μένουν ανέπαφα, παρά την αντιξοότητα π.χ. έναν πόλεμο. Και ταυτόχρονα λέμε ότι πολλοί άνθρωποι – αν όχι όλοι- αποκτούν νέα θετικά χαρακτηριστικά και νέες ποιότητες, ακριβώς επειδή εκτίθενται σε αντιξοότητες.

Αυτό σημαίνει, λοιπόν, ότι όταν βλέπουμε έναν άνθρωπο, δεν τον βλέπουμε μονάχα μέσα από το πρίσμα του τραύματος. Προσπαθούμε να δούμε πώς βιώνει τις συνέπειες, σε αυτές τις τρεις μεγάλες κατηγορίες. Και προσπαθούμε να τού δώσουμε να το καταλάβει και ο ίδιος. Υπό την έννοια ότι αν τραυματίζεται κάτι μετά από την έκθεση σε μια αντιξοότητα ή σε μια σειρά αντιξοοτήτων, αυτή είναι η πολυπλοκότητα της πραγματικότητας. Βλέπουμε μόνο μια διάσταση των πραγμάτων: «πω πω πω, τι έπαθα!» Άμα, όμως, έχουμε τη δυνατότητα να τα δούμε πιο ψύχραιμα, μπορούμε να καταλάβουμε ότι η πολυπλοκότητα διατηρείται, χρειάζεται να την ανακαλύψουμε και να την αξιοποιήσουμε.

Όταν έρχεται κάποιος άνθρωπος σε μας -συνήθως παραπεμφθείς από άλλους συναδέλφους που δουλεύουν στο πεδίο- θα ακούσουμε καταρχάς τον πόνο του, την οδύνη του. Μπορεί να έχει βιώσει απώλειες, που είναι κοινό χαρακτηριστικό όλων των προσφύγων: Απώλεια του δικού του χώρου, προσφιλών προσώπων, της ασφάλειας, της σταθερότητας, των προοπτικών κλπ. Αυτό δημιουργεί διάφορα ζητήματα.

Ταυτόχρονα, προσπαθούμε να διαπιστώσουμε τι έχει μείνει ανέπαφο σε αυτούς τους ανθρώπους, μετά την έκθεση στην αντιξοότητα, και τι έχουν κερδίσει –όσο κι αν φαίνεται παράδοξο- από αυτήν. Πολλοί άνθρωποι έχουν κερδίσει νέες ικανότητες επιβίωσης, που δεν θα μπορούσαν να έχουν σκεφτεί ότι τις έχουν, επειδή δεν τις είχαν πριν φύγουν από το σπίτι τους.

Με δυο λόγια, στη φωτογραφία ενός ανθρώπου που μόλις βγαίνει από μια βάρκα, μόλις έχει έρθει σε ένα ελληνικό νησί, εγώ βλέπω ένα παράδειγμα ανθεκτικότητας, όχι ένα παράδειγμα τραύματος.

Το ίδιο το τραύμα, όταν υπάρχει, το βλέπουμε πάλι μέσα από μια διττή σκοπιά: Το τραύμα σημαίνει διάρρηξη της συνέχειας, μια τρύπα. Ταυτόχρονα, όμως, σημαίνει και ότι μπορώ να σβήσω κάτι, είναι μια ευκαιρία να κάνω μια νέα αρχή».

– Μπορείτε να ομαδοποιήσετε τα περιστατικά που αντιμετωπίζετε;

«Αυτό που ξέρουμε -και το λέει η βιβλιογραφία- είναι ότι μετά από κρίσεις, καταστροφές, πολέμους κλπ, οι άνθρωποι εμφανίζουν κυρίως αυτές τις αντιδράσεις άγχους που δεν μπαίνουν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία. Αν παραταθούν στο χρόνο και αν έχουν μεγάλη ένταση, μπορεί να δεις συμπτώματα, αλλά όχι πάντα. Το θέμα μας είναι ότι πολλοί άνθρωποι ζούνε ακόμα σε πάρα πολύ δύσκολες συνθήκες. Κι αυτό επηρεάζει την εικόνα που δείχνουν προς τα έξω. Σκεφτείτε έναν που ζει σε ένα κέντρο φιλοξενίας, ένα camp. Έρχεται και λέει «δεν μπορώ να κοιμηθώ, δεν έχω όρεξη να φάω, νιώθω ένα τίποτα, σκέφτομαι να κάνω κακό στον εαυτό μου, έχω γίνει βίαιος απέναντι στα παιδιά μου…». Εμείς πρώτα πρέπει να καταλάβουμε πόσο οι τωρινές συνθήκες επηρεάζουν μια τέτοια συμπεριφορά, πριν δώσουμε μια ψυχιατρική ετικέτα. Γιατί οι συνθήκες είναι τέτοιες που πράγματι δικαιολογούν έναν άνθρωπο, όταν δεν του λέμε τι πρόκειται να γίνει με τη ζωή του, ή όταν δεν τον σέβονται ή όταν τον αναγκάζουν να μην κάνει τίποτα όλη τη μέρα κλπ. Δεν είναι συμπτώματα. Χρειάζεται, λοιπόν, μια προσοχή στη γρήγορη ψυχιατρικοποίηση κοινωνικών προβλημάτων.

Επιπλέον, χρειάζεται πάρα πολύ μεγάλη προσοχή στον τρόπο, με τον οποίο προσεγγίζουμε το θέμα του τραύματος. Δυστυχώς, τα τελευταία 20 χρόνια τουλάχιστον, έχει δημιουργηθεί μια ολόκληρη βιομηχανία. Πάρα πολλές παρεμβάσεις στον ψυχοκοινωνικό τομέα περιορίζονται στην αναγνώριση μια συγκεκριμένης ψυχικής διαταραχής, που είναι η μετατραυματική αγχώδης διαταραχή -το περίφημο PTSD (Post Traumatic Stress Disorder)-, λες και ο άνθρωπος είναι μια διαταραχή, ένα τραύμα. Χάνεται, δηλαδή, η πολυπλοκότητα του ανθρώπου χάριν μιας συγκεκριμένης πτυχής. Η οποία είναι σοβαρή, αλλά δεν είναι μόνο αυτή».

– Γιατί γίνεται αυτό; Είναι πιο εμπορικό αντικείμενο;

«Δεν ξέρω γιατί γίνεται, κι ούτε τολμώ να πω γιατί. Αυτό που βλέπω να γίνεται είναι ότι μπροστά στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης οδύνης, εμείς προσπαθούμε να βρούμε και να δουλέψουμε μονάχα με το σύμπτωμα. Ε, ο άνθρωπος δεν είναι μόνο σύμπτωμα. Το άλλο πρόβλημα για μένα είναι το εξής: Πάνε κάποια πανεπιστήμια και μετράνε, με εργαλεία τα οποία δεν είναι και μεθοδολογικά σωστά, συμπτώματα μετατραυματικής αγχώδους διαταραχής ενώ ο άνθρωπος είναι ακόμα σε καταστάσεις αντίξοες.

Αν πας τώρα να κάνεις μέτρηση του PTSD στη Μόρια, θα σου το βγάλει στο 1000. Βγάλε τους ανθρώπους από τη Μόρια να δούμε πόσο μένει. Στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας υπήρχαν 100 οργανώσεις και όλες εκπαίδευαν και ξανα-εκπαίδευαν τους ντόπιους επαγγελματίες στο ίδιο πράγμα: Στην αναγνώριση, διάγνωση και θεραπεία του PTSD. Και μετά τους έβγαζαν με το ζόρι να έχουν PTSD για να δικαιολογήσουν τα χρήματα. Είναι πολλά τα λεφτά και εύκολα».

“No Direction Home”, φωτογραφικό λεύκωμα από το Παράρτημα Ελλάδας του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ, με 235 φωτογραφίες 30 ελλήνων φωτογράφων για το προσφυγικό​​​​​​​

– Σήμερα, εκτός από την κατηγορία με τα περιστατικά αντιδράσεων άγχους, διακρίνετε άλλη μια με πιο πιο βαριά περιστατικά, θύματα βασανιστηρίων κλπ;

«Ναι. Αυτό που εμείς κοιτάμε είναι αν κάποιοι άνθρωποι έχουν βιώσει ατομικά πολύ βαριές αντιξοότητες –π.χ. αν είναι θύματα βασανιστηρίων- ή αν είναι απλά άνθρωποι που από πριν είχαν μια ψυχική διαταραχή, για την οποία έπαιρναν αγωγή. Είναι πολύ σημαντικό να μπορούμε να συνεχίσουμε τη φροντίδα τους. Δουλεύουμε, επίσης, πάρα πολύ στο να μπορέσουμε να διασυνδέσουμε αυτούς τους ανθρώπους με άλλες υπηρεσίες για άλλες, διαφορετικές ανάγκες, που έχουν (στέγαση, νομική στήριξη κ.α.), γιατί θεωρούμε ότι αυτά παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο στο να νιώθει κάποιος ασφάλεια, να έχει κατάλληλη ενημέρωση γι’αυτά που συμβαίνουν.

Έτσι, δεν ξέρουμε εκ των προτέρων τι κάνουμε, κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή, την προσεγγίζουμε μέσα από την ιδιαιτερότητά της. Και πάντοτε προσπαθούμε να ακούσουμε τι μας ζητάει ο άλλος άνθρωπος. Ακόμα κι αν εμείς πιστεύουμε ότι κάτι άλλο πρέπει να γίνει, μπορεί, για να μπορέσουμε να φτάσουμε σε αυτό που θεωρούμε σωστό, να ακολουθήσουμε τα δικά του αιτήματα».

– Πώς σκέφτονται το μέλλον οι πρόσφυγες; Τι ρόλο παίζει ο χρόνος γι’αυτούς;

«Αυτό που έχουμε δει είναι ότι σε στιγμές βαθιάς οδύνης, πράγματι, ο χρόνος παγώνει. Πολλοί θεωρούν ότι “έτσι όπως πονάω τώρα, έτσι θα πονάω για πάντα”. Αν εμείς, που πάμε να βοηθήσουμε, παγιδευτούμε σε αυτή τη θεώρηση και παγώσει και για μας ο χρόνος, δεν θα μπορέσουμε να βοηθήσουμε. Αν μπορέσουμε να διατηρήσουμε τη ψυχραιμία μας και ένα κομμάτι μας βυθιστεί στον πόνο του άλλου, για να τον βοηθήσει να το αντέξει, και ένα άλλο κομμάτι μας μείνει απ’έξω, μπορεί να αντέξει και να τραβήξει και τα άλλα κομμάτια του. Είναι πολύ σημαντικό για εμάς -τους επαγγελματίες αλλά και τον κοινωνικό περίγυρο- να σκεφτόμαστε ότι, “ναι, πονάει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αύριο θα πονάει το ίδιο”. Ο πόνος και η οδύνη, πάντως, παγώνει το χρόνο, και αυτό είναι σημαντικό να το έχουμε στο μυαλό μας».

– Βλέπετε να υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στα παιδιά και τους ενήλικες;

«Ως προς τα παιδιά, αυτό που βλέπουμε τα τελευταία 2 χρόνια, και ιδιαίτερα με ανθρώπους από Συρία, είναι ότι υπάρχει μια αλλαγή στο ποιοί άνθρωποι έρχονται. Παλαιότερα, έρχονταν οι άνθρωποι που μπορούσαν να κάνουν το ταξίδι, να το πω έτσι. Άρα, δεν βλέπαμε ανθρώπους με σοβαρά προβλήματα. Τώρα μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι έχουν έρθει με τις οικογένειές του π.χ. πολλά παιδιά με αυτισμό ή με νοητική υστέρηση, με διάφορες μαθησιακές δυσκολίες.

Αυτή τη στιγμή υλοποιούμε ένα σχετικό πρότζεκτ που χρηματοδοτεί η UNICEF -αλλά και το υπουργείο έχει δεσμευτεί να μπορεί το “Βαβέλ” να κάνει παγίως αυτή τη δουλειά. Έχουμε μια παιδοψυχιατρική ομάδα που προσφέρει και θεραπείες (λογοθεραπεία, ψυχοθεραπεία και ειδική αγωγή), ώστε να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τέτοιου είδους καταστάσεις». [Δείτε την σχετική ενημέρωση στο τέλος της δημοσίευσης]

“No Direction Home”, φωτογραφικό λεύκωμα από το Παράρτημα Ελλάδας του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ, με 235 φωτογραφίες 30 ελλήνων φωτογράφων για το προσφυγικό​​​​​​​

– Σε σχέση με τις συνέπειες του πολέμου στα παιδιά, τι διαπιστώνετε;

«Αυτό που βλέπουμε είναι ότι υπάρχουν παιδιά που έχουν σοβαρά προβλήματα, που έχουν άμεση σχέση με το γεγονός ότι έχουν σκοτωθεί αδέλφια, γονείς ή έχουν βιώσει βόμβες να πέφτουν. Αλλά υπάρχει η ιδιαιτερότητα στην Ελλάδα, ό,τι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι τράνζιτ, είναι σε μετάβαση. Εμείς μπορεί να δούμε κάποιο περιστατικό 1-2 ή 5 φορές και μετά θα φύγει. Και είναι πολύ δύσκολο να συνεργαστούμε με συναδέλφους σε άλλες χώρες, που είναι χώρες εγκατάστασης. Επιπλέον, όταν ο άλλος είναι τράνζιτ, θέλει πολύ μεγάλη προσοχή στο τι θέματα ανοίγεις».

– Υπάρχει σε πανευρωπαϊκό επίπεδο κάποιος συντονισμός ή κάποιες κοινές αρχές, ώστε να ανταλλάσσετε δεδομένα ή πληροφορίες για τέτοια περιστατικά;

«Όχι. Αυτά είναι πράγματα που προσπαθούμε να φτιάξουμε αυτή τη στιγμή. Αλλά εμείς είμαστε ανοιχτοί και πάντα δίνουμε συνοδευτικά βεβαιώσεις, στοιχεία για το τι αγωγή παίρνει κάποιος. Και πολλές φορές επικοινωνούν υπηρεσίες από τις χώρες, όπου πηγαίνουν αυτοί οι άνθρωποι, για να μας ρωτήσουν διάφορα πράγματα ή για να ζητήσουν να τους στείλουμε πράγματα.

Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε, και δεν αφορά άλλες χώρες, είναι ότι αυτή τη στιγμή γίνονται μετακινήσεις στο εσωτερικό της χώρας. Π.χ. από ένα camp σε διαμερίσματα ή μεταξύ διαφορετικών camps, χωρίς καμιά προηγούμενη ενημέρωση των ίδιων των ανθρώπων, και ακόμα λιγότερο δική μας, ώστε να μπορούμε να οργανώσουμε τη συνέχιση της φροντίδας στο νέο μέρος, όπου θα πάει ο άνθρωπος. Κι αυτό δημιουργεί τεράστιες δυσκολίες και είναι μια παθογένεια του δικού μας συστήματος».

– Υπάρχει κάτι που έχετε κερδίσει από την εμπειρία των δύο τελευταίων χρόνων, που δεν το σκεφτόσασταν πριν;

«Νομίζω, πάρα πολλά. Ένα από αυτά είναι το πόσο ανθεκτικοί μπορεί να είναι οι άνθρωποι. Να επιβιώνουν πάρα πολύ δύσκολων καταστάσεων, να διατηρούν το θάρρος τους, την ελπίδα τους. Για μένα, να το βλέπω στην πράξη καθημερινά, είναι τρομερό. Προσωπικά δούλεψα πολύ με θύματα βασανιστηρίων και με ανθρώπους που έχασαν τους δικούς τους στα ναυάγια. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο σαν εμπειρία. Και πάντα μου έκανε τρομερή εντύπωση πώς αυτοί οι άνθρωποι, με τόσα που είχαν βιώσει, δεν το έβαζαν κάτω, συνέχιζαν.

Συνήθως σκεφτόμαστε τους εαυτούς μας σαν αυτούς που θα τους δώσουν. Αλλά έχουμε και πάρα πολλά να πάρουμε. Χρειάζεται λιγάκι να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε αυτό που αποκαλούμε «παροχή υπηρεσιών». Δεν είναι ο άλλος παθητικός αποδέκτης υπηρεσιών και εμείς από εδώ οι πάροχοι υπηρεσιών. Πρέπει να το δούμε σαν ένα αλισβερίσι, σαν να διευκολύνουμε κάποια πράγματα. Πρέπει να είμαστε ανοιχτοί στο να ακούμε τι έχει να μας πει ο άλλος, όχι να του λέμε “κάτσε να σου πω τι έχεις και τι χρειάζεσαι”».

 

* * * Ενημέρωση: 

Στο διάστημα ανάμεσα στη συζήτησή μας με τον Ν.Γκιωνάκη και αυτή τη δημοσίευση, το Υπουργείο Υγείας ενέκρινε την τροποποίηση της άδειας λειτουργίας του “Βαβέλ” και πλέον μπορεί να έχει παιδοψυχιατρική υπηρεσία.
Επίσης, επισημαίνεται από τον συνεντευξιαζόμενο πως έχει σημασία να αναφερθεί ότι αυτά που κάνουν στο “Βαβέλ” “βασίζονται στη θεωρητική προσέγγιση του καθ. Ρένου Παπαδόπουλου, δ/ντή του Centre for Trauma, Asylum and Refugees του Πανεπιστήμιου του Essex και της κλινικής Tavistock, ο οποίος χρόνια τώρα υποστηρίζει το έργο μας παρέχοντάς μας απλόχερα εκπαίδευση, εποπτεία και συμβουλευτική σε τακτική βάση”.

 




λευκόσελευκό – η γλώσσα, ένα πεδίο μάχης

 

Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Ατένα Φαρροχζάντ (Λευκόσελευκό – εκδόσεις Αντίποδες) στο μετρό, όρθιος, στριμωγμένος και γυρνώντας από τη δουλειά. Συνεπώς δε μπήκα σ’ αυτή την ιστορία ακριβώς συγκεντρωμένος. Η μόνη μου σκέψη ήταν αν η ποίησή της θα μπορέσει να κερδίσει την περιρρέουσα δυσφορία. Αλλά μετά την τρίτη, τέταρτη σελίδα η οπτική μου πάνω σ’ αυτό το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια είχε ήδη αλλάξει. Δεν διάβαζα πια αναζητώντας τις φράσεις που θα μου άρεσαν. Διάβαζα μια φωνή που ήρθε να μιλήσει στην Αθήνα του 2017 με τη μορφή μιας επείγουσας επίθεσης λέξεων.

Η Athena Farrokhzad γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1983, αλλά έζησε και μεγάλωσε ως πρόσφυγας  στη Σουηδία, αρχικά στο Γκέτεμποργκ και μετά στη Στοκχόλμη. Όλο το ποίημα, εκτός από την πρώτη σελίδα, είναι γραμμένο υπό τη μορφή φράσεων που λένε τα μέλη της οικογένειας της αφηγήτριας. Η μητέρα, ο πατέρας, ο αδερφός, η μητέρα της μητέρας, ο αδερφός της μητέρας. Τα θέματα που συζητιούνται με έναν γρήγορο και κοφτό ρυθμό είναι η οικογένεια, η πατρίδα, η επανάσταση, ο καπιταλισμός, η ενσωμάτωση, η αλήθεια, ο θάνατος, οι ρίζες, ο φόβος, το παρελθόν και κυρίως η γλώσσα – πρώτα και πάνω απ’ όλα η γλώσσα. Γύρω απ’ την γλώσσα θα περιστρέφεται διαρκώς η σκέψη της ποιήτριας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να ακούσουμε λέξεις που επανέρχονται: χώμα, γάλα, βουβαμάρα. Όλα γυρίζουν σ’ αυτήν την ιδέα γλώσσας, της μητρικής  γλώσσας (το πρώτο γάλα που μας τρέφει), της γλώσσας του καταπιεστή παλιού και νέου, της γλώσσας που θα μας επιτρέψει να μιλήσουμε, να πούμε τα λογάκια μας, να ζήσουμε και να πούμε τη ζωή. Αυτό που έμεινε σε μένα ως κεντρική σκέψη που διαπερνά το ποίημα, είναι τελικά η ιδέα της απουσίας της οποιαδήποτε γλώσσας που να μπορεί να υπηρετήσει την ποιήτρια και την οικογένειά της. Μαζί μ’ αυτήν, διάφοροι υπαινιγμοί, αφορισμοί και σκέψεις για την έννοια του ξεριζωμού. «Ο αδερφός μου είπε: Το παρελθόν είναι μια βιαιοπραγία για πάντα ανολοκλήρωτη»

Ένας άλλος νεαρός ποιητής ο Kaveh Akbar, ξεκινάει το σχόλιο του για το «Λευκοσελευκό» της Φαρροχζάντ, γράφοντας ότι αποτελεί ένα μοναδικό είδος απελπισίας, το να προέρχεσαι από τη Μέση Ανατολή και να ζεις σ’ ένα δυτικό έθνος το 2017. Αυτό το μοναδικό είδος απελπισίας είναι που διαπνέει τις σελίδες του βιβλίου απ’ την αρχή ως το τέλος. Η Φαρροχζάντ εξαπολύει μια συνολική επίθεση. Στην αγάπη για την παλιά πατρίδα, στην προσπάθεια της μητέρας της να ενσωματωθεί και να αλλάξει συνήθειες, στην πατριαρχία και την ηττοπάθεια της γυναίκας, στο νέο της σπίτι, στο σουηδικό ρατσισμό (ή «τη σκιά της λευκότητας» όπως χαρακτηριστικά λέει άλλος σχολιαστής), στα βασανιστήρια που υπέστησαν οι δικοί της στο Ιράν, στον φόβο απέναντι στο μέλλον, στην άρνηση της επιθυμίας αλλά και την ταυτόχρονη ανάγκη του να ανήκει κανείς σ’ ένα τόπο και τέλος στη γλώσσα. Τη γλώσσα που είναι ανίκανη να εκφράσει, τη γλώσσα που είναι ανύπαρκτη, την παλιά και τη νέα της γλώσσα που της επιβάλλονται και την καταδικάζουν κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Η γλώσσα «δεν είναι άσυλο ή καταφύγιο, δεν είναι το σημείο που κάποιος μπορεί να παίρνει αποφάσεις. Είναι ο τόπος που ο καθένας πολεμάει» λέει ο Derek Walcott (σ.σ. δική μου πρόχειρη μετάφραση). Το «Λευκόσελευκό» είναι ακριβώς ένα τέτοιο τοπίο, ένα πεδίο μάχης, γράφει η Pernilla Berglund, ποιήτρια κι αυτή.

Η Φαρροχζάντ είναι καταιγιστική, αλλά η επίθεσή της είναι ταυτόχρονα ήρεμη, νηφάλια, σκεπτική. Δεν αφήνει τίποτα στο απυρόβλητο, αλλά δεν την έχει καταλάβει μανία, ούτε επιδίδεται σε κάποιου είδους συνθηματολογία. Το ποίημα είναι γεμάτο από μια βαθιά πίκρα, που κατανοεί, αλλά δεν σταματά να επιτίθεται (“accusatory, loving” λέει χαρακτηριστικά η Sueyeun Juliette Lee). Ώρες ώρες, λες πως καλύτερα να έβριζε ή να χτυπούσε τους πάντες γύρω της, γιατί αυτή η σκληρότητα που κυριαρχεί είναι μια ειλικρίνεια που ξεβολεύει ολόκληρο το σύμπαν, καθηλώνοντάς το μπροστά στον καθρέφτη. Κανείς δεν τελειώνει το ποίημα ανακουφισμένος, αφού μέσα στις σελίδες του υπάρχει το τραύμα του πολέμου, η ήσυχη επιθετικότητα του νέου σπιτιού και η ασφυξία του παλιού, η αμηχανία του αριστερού πατέρα («ο πατέρας μου είπε: μίλα τη γλώσσα που σου πληρώνει τον επιούσιο»), η παραίτηση της μητέρας, ο αλλόκοτος τρόμος του αδερφού και μια ασαφής γενική νοσταλγία για το εχθρικό χώμα της πατρίδας. (Αλλά πως ξεπερνά κανείς εύκολα την παμπάλαια επιθυμία να θαφτεί εκεί, στο πρώτο χώμα που γνώρισε).

***

Αλλά η ποίηση της Φαρροχζάντ μιλάει στην Αθήνα του 2017 και μιλάει για αυτά που συναντάμε στους δρόμους της μητρόπολης ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια. Πέρα απ’ τα προφανή ζητήματα που θέτει η κατάσταση των προσφύγων – ο πόλεμος, η επιβίωση στη θάλασσα, ο εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, η σμίκρυνση του ανθρώπου σε «πραμάτεια», η συνάντηση με το γραφειοκρατικό τέρας – υπάρχουν κι άλλα. Είχα την τύχη λόγω κυρίως των φίλων, που έχουν εμπλακεί σε διάφορα εγχειρήματα που προσπαθούν να σταθούν αλληλέγγυα στους πρόσφυγες, να συναναστραφώ σε ένα πιο καθημερινό (να πω κανονικό, δε θα ισχύει κιόλας) πλαίσιο, ανθρώπους από τη Συρία, το Ιράν, το Αφγανιστάν. Μπορεί κανείς να πάθει ένα είδος μόνιμου πατατράκ όταν θα αντιλαμβάνεται στ’ αλήθεια τις ιστορίες που ακούει. Για παράδειγμα η Σ., 9 χρονών. Τη στιγμή που εσύ έβλεπες ένα παιδί που έκλαιγε γιατί ήθελε κι άλλη κούνια, άκουγες απ’ τον πατέρα της πως πέρασε τα σύνορα Τουρκίας Συρίας, ζαλωμένη μια τεράστια τσάντα και έκλαιγε και τότε πάλι μες στη νύχτα με τις σφαίρες των τούρκων μπάτσων να σφυρίζουν και το μωρό 6 μηνών δίπλα της ναρκωμένο με χάπια, μην τυχόν κλάψει και ακουστεί. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που προφανώς είναι δύσκολο, όχι να διαχειριστείς αλλά ακόμη και να συλλάβεις. Αλλά η καθημερινότητα αποκαλύπτει τα επόμενα θέματα. Σύριοι που προσπαθούσαν να ψελλίσουν ελάχιστα αγγλικά για να συνεννοηθούν, μετά άκουγαν επί μήνες ελληνικά (και προόδευαν σ’ αυτά), για να φτάσουν έπειτα σε μια ευρωπαϊκή χώρα και να έρθουν αντιμέτωποι με το γαλλικό συντακτικό. Σύριοι που δεν ήθελαν πια να γυρίσουν ποτέ στη Συρία (γιατί ο πόλεμος δεν καταστρέφει μόνο κτίρια, δεν κομματιάζει μόνο σάρκες, σκοτώνει οριστικά και κάτι στην ενδοχώρα των επιζώντων), που αγάπησαν την Ελλάδα γιατί εδώ βρήκαν φίλους και που όμως ήταν αποφασισμένοι να αναζητήσουν το όνειρο στην ευρωπαϊκή γη της επαγγελίας. Έτσι δυστυχώς την είχαν στο μυαλό τους, αφού δεν μπορούσαν να φανταστούν ας πούμε τις ομολογίες των εκπαιδευτικών, ότι ένα παιδί που έχει χάσει τρία χρόνια σχολείο και ξεκινά στα 10 το γαλλικό σχολείο «δεν έχει στ’ αλήθεια πιθανότητες». Πιθανότητες για τι; Έλα μου ντε. Δεν είχαν ακούσει για τα προσωρινά άσυλα και τις άδειες παραμονής (προσωρινή προστασία) ενός ή δύο χρόνων. Μια ζωή υπό αίρεση, σε μόνιμη διαδικασία μετακόμισης με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν όχι σπίτι, αλλά ούτε καν γλώσσα. Δεν έχουν λέξη να εκφράσουν τα εσωτερικά ναυάγια. Έχουν ξεριζωθεί πολλαπλά από πατρίδες και γλώσσες, από μέρη και λέξεις. Αναρωτιέμαι αν θα διαβάσουν ποτέ την ποίηση της Φαρροχζάντ, αν θα διαβάσουν αυτό ακριβώς το σημείο: «η μητέρα μου είπε: Θα ξαναποκτήσω αυτό που δικαιούμαι / Εσύ θα συναντήσεις χωρίς γλώσσα το θάνατο  / Άλαλη ήλθες κι άλαλη θ’ απέλθεις».

Ιδού η βαθιά πίκρα. Οι πρόσφυγες καταδικάστηκαν να διαβούν αυτό τον κόσμο των μαρτυρίων άλαλοι και μια ωραία πρωία να απέλθουν πάλι άλαλοι .

***

Για το «Λευκόσελευκό» μπορεί κανείς επίσης να κάνει ένα σωρό άλλες παρατηρήσεις. Τον τρόπο που έχει επιλέξει να τυπώσει τις λέξεις της (σαν λογοκριμένο κείμενο ή σαν κάτι μαύρο που πασχίζει να εκφραστεί μέσα στο άπειρο λευκό, σχολιάζει κάποιος κριτικός). Το γεγονός πως επιχειρεί να σπάσει το στερεότυπο της αφήγησης περί του τι σημαίνει σουηδικότητα (όπου βασιλεύουν λευκοί προοδευτικοί άνθρωποι της μεσαίας τάξης). Τις αναφορές στον ποιητή Paul Celan, που έγραψε, Εβραίος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ποιήματα στη γερμανική γλώσσα, ποίηση στη γλώσσα του καταπιεστή. Το γεγονός ότι το ποίημα διαβάζεται δυνατά, σα να ακούγεται, σαν κάποιες ποιήτριες στην Αμερική που απαγγέλλουν, σ’ εκείνο το σημείο που τελειώνει η λογοτεχνία κι αρχίζει το χιπ χοπ, σ’ εκείνο το σημείο που σωματοποιούνται οι λέξεις. (αν και θα πρέπει να πούμε ότι η ίδια έχει έναν δικό της ιδιαίτερο τρόπο να απαγγέλλει).

Αλλά δε θα προλάβουμε να βουτήξουμε σε όλων των ειδών τις αναλύσεις, τουλάχιστον όχι τώρα. Διαβάζοντας, έχοντας επιστρέψει σπίτι πια, έμεινα κολλημένος σε μια ακόμη φράση της Φαρροχζάντ κι ακόμη με αυτήν παλεύω στο κεφάλι μου. «υπάρχει μια λέξη, η τελευταία λέξη που θα εγκαταλείψει ποτέ τον άνθρωπο / κι αύριο θα ‘μαι μια συλλαβή πιο κοντά της».




επτά κουβέντες για τα σύνορα

borderspic

σκόρπιες κουβέντες μέσα από σύνορα […]

*******

[ O Χαν που έρχεται να καθαρίσει τα τζάμια κάθε τρίτη, τώρα τελευταία έρχεται και την κυριακή γιατί θέλει να μαζέψει κανα φράγκο, σου λέει αυτοί κατεβαίνουν μιλιούνια, κάτσε μπας και τσιμπήσω κάτι τώρα που τους βλέπω χαμογελαστούς. Το Κεφάλαιο με χαμόγελο. Με τα λουλούδια ο «ω τον φίλο μου!», προσπαθεί να πουλήσει κανα τριαντάφυλλο και εγκαινιάζει μια νέα εποχή «των παιδιών των λουλουδιών» χωρίς γουντστοκ και ναρκωτικά, μα με υγρασία, κρύο και φάτσες μικροαστικής κούρασης και μητροπολιτικής κατάθλιψης, ιστορικά προϊόντα του Κεφαλαίου με χαμόγελο. Αυτά συμβαίνουν, με χαμόγελο, σε όσους πέρασαν κάποτε κάποια σύνορα. Αν όμως αναποδογυρίσουμε τη γυάλα του αιγαίου, η κατάσταση είναι διαφορετική, δεν έχει χαμόγελα.]

*******

[ O Ντουρούτι αν και μιλάει μέσα από σύνορα, τα τρυπάει κάθε ώρα και λεπτό με τα λόγια του, τις μάχες του. Οι εργάτες έχουν περάσει δύσκολα, θα βρουν τον τρόπο να ζήσουν για λίγο, για όσο χρειαστεί, ξέρουν, έχουν χτίσει παλάτια και πόλεις. Οι εργάτες και τα σύνορα. Η ταξική συνείδηση κάποτε είχε αστράψει. ]

“We know what we want. To us it means nothing that there is a Soviet Union somewhere in the world, for the sake of whose peace and tranquillity the workers of Germany and China were sacrificed to fascist barbarians by Stalin. We want revolution here in Spain, right now, not maybe after the next European war.
“We are giving Hitler and Mussolini far more worry with our revolution than the whole Red Army of Russia. We are setting an example to the German and Italian working class how to deal with fascism.”
But, interjected van Passen, even if you win “You will be sitting on a pile of ruins.” Durruti answered “We have always lived in slums and holes in the wall. We will know how to accommodate ourselves for a while. For, you must not forget, we also know how to build. It is we the workers who built these palaces and cities, here in Spain and in America, and everywhere”

*******

[ Με τον Ν. τρέχαμε κάποτε τη μαυρομιχάλη από την αλεξάνδρας προς τα κάτω, μέχρι την πλατεία στα εξάρχεια. Αστυνομικός αθλητισμός. Ο Ν. μετά από χρόνια πήγε στη μυτιλήνη. Ευρωπαϊκός αθλητισμός στα σύνορα. Φονικός. Τον εμπιστεύομαι τον Ν. Μου έλεγε ότι στη μυτιλήνη χτίζεται η ασφάλεια του κάθε ευρωπαίου, με τη μπίζνα των ΜΚΟ και του κράτους να συνεργάζονται σε ρυθμούς αποικιοκρατικού σουίνγκ. «Ξέρεις πόσοι περάσανε; Κανείς δεν ακούμπησε ρε το θέμα, σχεδόν κανείς». Γιατί αυτό το θέμα δεν το ακουμπάς, χώνεσαι ολόκληρος και βοηθάς με τα ξερά σου, δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Το ξέρουν καλά οι αυτοοργανωμένες δομές, οι συλλογικότητες και εκείνος ο ψηλός ή ο άλλος ο κοντός που το βλέμμα τους σα να άλλαξε από τότε που γύρισαν από τη μυτιλήνη, την ειδομένη. ]

*******

[ «Βρίσκομαι στην Αλεξάνδρεια το 1942 και μαζί με φίλους βγάζουμε το αντιφασιστικό περιοδικό ‘Έλλην’. Η κατάσταση των πολεμικών μετώπων είναι πολύ δύσκολη και αποφασίσαμε να προσπαθήσουμε με κάποιον τρόπο να φτάσουμε στον Ευφράτη, να περάσουμε στον Καύκασο και τη Σοβιετική Ένωση και να γλιτώσουμε από τα χέρια των χιτλερικών. Φτάσαμε στην Παλαιστίνη χωρίς χαρτιά, χωρίς τίποτε. Η μόνη ταυτότητα που είχα ήταν μια κάρτα διαρκείας του τραμ με μια φωτογραφία μικρή απάνω. Μ’ αυτό το χαρτί πέρασα τα σύνορα. Εκεί, λοιπόν, στην Παλαιστίνη, δεν μπορούσαμε να εμφανιστούμε σε κανένα ξενοδοχείο επίσημο, από αυτά που ζητάνε διαβατήρια. Κάναμε επαφή με αριστερούς Εβραίους, οι οποίοι μας έστειλαν σε μια πανσιόν όπου η κυρία που την διηύθυνε ήταν τόσο αριστοκράτισσα, ώστε νόμιζε πως ήταν ντροπή να ζητάς ταυτότητα, ότι έπρεπε να πιστεύεις τον κάθε άνθρωπο». Στρατής Τσίρκας: Η Λέσχη, 1961 ]

*******

[ «Οι μετανάστες περνούν τη ζωή τους περνώντας σύνορα. Κατά τη διάρκεια αυτού του μόνιμου περάσματος των συνόρων, βρίσκονται σ’ έναν νέο κόσμο: στο εξής δυο πόλοι εξουσίας θα διαφεντεύουν τις ζωές τους. Ο ένας είναι ο κόσμος της ‘νόμιμης’ εκμετάλλευσης, οι μπάτσοι, οι τοπικές κοινωνίες και τ’ αφεντικά τους, τα κέντρα κράτησης και οι φυλακές. Ο δεύτερος είναι ο κόσμος του παράνομου κεφαλαίου, οι παράνομοι μηχανισμοί διακίνησης που τρέφονται ακριβώς από τον παράνομο χαρακτήρα των ροών εμπορευμάτων και εργασίας, αδιαφορώντας φυσικά για το αν το παράνομο φορτίο τους είναι άνθρωποι, πρέζα ή λαθραία τσιγάρα».

Σχεδόν Αόρατοι: Η παρανομοποίηση της εργασίας ως κρατική στρατηγική για τη μετανάστευση, Δεκέμβριος 2013, δεύτερη έκδοση. Antifa Scripta. ]

*******

[ Η Ελένη έλεγε ότι δεν αντέχεται η καταγραφή με τα νούμερα των νεκρών στο αιγαίο, γιατί άλλα νούμερα λένε οι μεν και άλλα οι δε και πρέπει να χουμε το νου μας να μην μας κρύβουν τους νεκρούς και μετά πάλι τι νόημα έχει όλο αυτό – έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που είχαν ονόματα και ιστορία. Δυσκολεύεται η Ελένη αλλά την καταλαβαίνω. ]

*******

[ Το βράδυ της 24ης Σεπτεμβρίου 2015 εκατοντάδες μετανάστες, κυρίως από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, περιμένουν στο λιμάνι της Μυτιλήνης το πλοίο που θα τους μεταφέρει στον Πειραιά. Fuck all lines, ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ των Jason Bakey και Jazra Khaleed. Ακούστε εδώ. ]

fenceuncut

Josh MacPhee

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




Μάους παντ σε προχωρημένη σήψη

σκίτσο του Γιάννη Νικολόπουλου

σκίτσο του Γιάννη Νικολόπουλου

Στο γραφείο δεν έχω μάους παντ. Τη δουλειά αυτή κάνουν δυο λευκές κόλλες χαρτί. Η επάνω έχει διάφορες μικρές σημειώσεις, λέξεις, τηλέφωνα, ονόματα και την ανανεώνω κάθε τόσο που γεμίζει. Στην από κάτω, έχει μόνο ημερομηνίες και αριθμούς: 2/9-26/10-> 69 παιδιά, 28-30/10-> 86 άτομα, 4/11-> 5 άτομα, 5/11-> 5 άτομα, 7/11-> 2 άτομα, 10/11-> 7 άτομα, 11/11-> 18 άτομα, 13/11-> 2 παιδιά, 16/11-> 2 παιδιά, 25/11-> 3 άτομα, 3/12-> 3 άτομα, 4/12-> 1 άτομο, 3 αγνοούμενοι, 8/12-> 6 παιδιά, 9/12-> 12 άτομα, 12 αγνοούμενοι, 10/12-> 4 άτομα, 15/12-> 3 άτομα, 17/12-> 7 άτομα, 24/12-> 8 άτομα, 25/12-> 5 άτομα, 28/12-> 4 ξεβρασμένα πτώματα σε προχωρημένη σήψη. Ένα κοριτσάκι, δύο γυναίκες και ένας άντρας. Χριστούγεννα σε προχωρημένη σήψη.

Κάθε πρωί ένα μικρό μνημόσυνο. Για να μην ξεχάσω. Για να μη συνηθίσω. Κάθε πρωί που ανοίγω τα μέηλ μου, πριν αρχίσω τη δουλειά, ντρέπομαι λίγο ακόμη, νιώθω ένοχη λίγο ακόμη, αγγίζω την αδικία αυτού του κόσμου λίγο ακόμη, σιχαίνομαι την Ευρώπη λίγο ακόμη, ορκίζομαι να μισώ τα σύνορα για πάντα. Τα σύνορα του χώρου και του χρόνου. Και θέλω να χυθώ σαν το μέλι πάνω από το δίχτυ του χρόνου και να κάνω τρεις στάσεις. Να γίνω πέτρα στα χέρια του homo erectus, στη μετανάστευσή του από την Αφρική στην Ευρώπη, χιτώνας ετέρας μετοίκου στην Αρχαία Αθήνα και κόκκος στην πρώτη παπαρούνα της άνοιξης στην Παλαιστίνη. Να μην έχω καμία έγνοια και καμία έννοια. Nα μη χρειάζεται να με χιλιοευχαριστεί ο Mohamed επειδή έκανα το αυτονόητο, να μην κλαίει η Joy όταν τη ρωτάω τι πιστεύει ότι θα της συμβεί αν γυρίσει στη χώρα της, να μην κυκλοφορεί με σαγιονάρες μες στο κρύο ο Abdul, να μη λέω στον Ahmed να μη βγαίνει από την κατάληψη γιατί μπορεί να τον συλλάβουν, να μη χρειάζεται να εξηγώ στον Amir ότι δε μπορεί πια να πάει στη Γερμανία, επειδή είναι Ιρανός και όχι Ιρακινός, Σύριος ή Αφγανός, να μην ξενυχτάει από το άγχος ο Hasan γράφοντας τη ζωή του σε χαρτάκια πριν τη συνέντευξη, να μπορεί να φοράει γυναικεία ρούχα ο Sahid χωρίς να φοβάται, να έχει αντιρετροϊκά φάρμακα η Amina και μπουφάν για τη μικρή της η Martha, να μην ξυπνάει από εφιάλτες η Betty βλέποντας τους βιασμούς της σε επανάληψη, να μη βουρκώνει ο Ali όταν μου λέει ότι έχει 5 χρόνια να μιλήσει με την οικογένειά του. Να μην κλαίω και ‘γω στην αναμονή της Υπηρεσίας Ασύλου διαβάζοντας το «Κάτι θα γίνει θα δεις». Να είναι και η προσφυγιά μια έννοια ανύπαρκτη, σαν τα σύνορα του χώρου και του χρόνου. Να βγάλουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα από τα βιβλία όπου επιμελώς τα θάβουν και να τα κάνουμε μαχαίρια που θα σκίσουν τους φράχτες, γάλα και μπουφάν και ζεστά παπούτσια και φάρμακα και δουλειά και σπίτια με ρεύμα και νερό.

Αυτή την Πρωτοχρονιά, που η ελπίδα ψόφησε πριν φτάσει και βρίσκεται τώρα σε προχωρημένη σήψη, τίποτα επιστημονικό και νηφάλιο δε μπορώ να γράψω για τα σύνορα. Κανέναν «κυβερνητικό παράγοντα» δεν αντέχω να ακούω να μιλάει για προσπάθεια αντιμετώπισης «της προσφυγικής κρίσης» και ούτε η αρχή της «κυριαρχίας» ούτε άλλη κατασκευασμένη αρχή του διεθνούς δικαίου, μπορεί να ερμηνεύσει το καθημερινό προσκλητήριο νεκρών στο μάους παντ μου.

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




όλο το ασήμι

1.

 

Στο κέντρο της αίθουσας ένα μικρό συντριβανάκι, το νερό κυλάει σε διάφορους χρωματισμούς. Κάποιες ελάχιστες σταγόνες χτυπάνε στην άκρη, ξεφεύγουν και σκάνε στο πάτωμα. Στο ξύλινο πάτωμα τρίζουν δεκάδες μαύρα καλογυαλισμένα παπούτσια και μερικά τακούνια, τα περισσότερα όχι ιδιαίτερα ψηλά. Στην άκρη της αίθουσας ένα χέρι κάνει την χαρακτηριστική κίνηση, στηρίζοντας καλύτερα τη γραβάτα στο λαιμό. Ανάμεσα στα σκούρα κοστούμια πολλές στολές σιδερωμένες και τοποθετημένες στην εντέλεια πάνω στα σώματα. Στα τραπέζια οι σαλάτες έχουν τελειώσει, κάποιοι τρώνε γαρίδες, σερβίρεται ένα πικάντικο ρύζι. Τα λευκά πουκάμισα των σερβιτόρων κυκλώνουν με τη συνήθη χορογραφία τους τη δεξίωση. Τα χέρια τους χορεύουν με μπουκάλια κρασί, μια κόκκινη ουσία αιωρείται, χύνεται από μια πανάκριβη πηγή και αναπαύεται σε κολωνάτα ποτήρια, λίγο πριν βάψει τα χείλη.

Κάπως καθυστερημένα είναι η αλήθεια μπαίνει κι εκείνη στην αίθουσα. Η ορχήστρα, ναι υπάρχει και ορχήστρα, κάνει μια παύση. Η τρομπέτα ιδρώνει μόνη της, παίρνει ανάσα. Ορισμένα κεφάλια γυρίζουν ενστικτωδώς, οι άλλοι με τις γαρίδες στο στόμα αναρωτιούνται που γυρίζουν τα κεφάλια την ώρα του φαγητού. Έχει τραβηγμένα τα ξανθά μαλλιά της, κολλημένα στην εντέλεια, καταλήγουν σε μία απλή κοτσίδα και φοράει ένα ασημένιο, ναι ένα ασημένιο φόρεμα.

2.

 

Την παρατηρούν να περπατάει, να διασχίζει την γεμάτη αίθουσα αργά και με άνεση, λες και είναι μόνη της στο σαλόνι του σπιτιού της. Το ξέρουν πως στο τραπέζι τους θα κάτσει. Στρώνουν πουκάμισο, καλού κακού σκουπίζουν αόρατους λεκέδες γύρω στο στόμα. Μιλάνε ψιθυριστά μεταξύ τους.

– Μαλάκες συριζαίοι. Παραλίγο να μας γαμήσετε. Παραλίγο να μας γαμήσετε.

– Άσε μας ρε μαλάκα. Κοίτα μπροστά σου. Μόνο εμείς, μόνο εμείς έχουμε φέρει τέτοιο κόσμο. (Εντωμεταξύ γελάει και λίγο). Και στην τελική  σκέψου και το εξής, για ποιον θα ερχόταν τέτοιο κορίτσι; Για τον Σαμαρά ή για τον Παπαδήμο; Μόνο εμείς τα κάνουμε αυτά. Κοίτα.

– Εγώ να κοιτάξω ρε; Εγώ ή εσύ; Κοίτα ρε από τι πήγαν να μας αποκλείσουν οι νερόβραστοι, οι ξεπλένηδες, τα μαλακισμένα, οι κομμουνιστές του κώλου. Κοίτα ρε μπροστά σου. Έτσι γαμάει η Ευρώπη ρε. Έτσι.

Δεν τελειώνει καλά καλά τη φράση του και έχει σηκωθεί με αξιοσημείωτη χαλαρότητα και μετακινεί λίγο την καρέκλα δίπλα του, όσο χρειάζεται για να καθίσει αυτή. Η πράξη του ολοκληρώνεται με ένα απαλό άγγιγμα στον ώμο της, σαν αυτό να είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Του χαμογελάει.

3.

 

Έτσι γαμάει η Ευρώπη. Με ξανθά μαλλιά και ασημένιο φόρεμα. Το πρωί η Ευρώπη κατέφτασε στο υπουργείο με σκούρο φόρεμα, χαλαρό πουλόβερ και αόρατο μαστίγιο. Μπήκε στην αίθουσα για μια ενημέρωση παύλα συζήτηση για την κατάσταση στα θαλάσσια σύνορα. Οι υπόλοιποι ήταν ήδη μέσα στο χώρο με τους γαλλικούς τους (γεύση φουντούκι) και τα κρουασανάκια μπροστά τους. Το κλίμα ήταν πολύ καλό, μέχρι να μπει, γίνονταν και κάποια αστειάκια. Την περίμεναν λίγη ώρα, είχαν ακούσει γι’ αυτή. Αξιωματούχος της Frontex, υπεύθυνη λέει, για τα ελληνικά θαλάσσια σύνορα από σήμερα, αλλά όλοι ήξεραν πως δε θα καθόταν πολύ. Προοριζόταν για μεγάλα πράγματα. Τεχνοκρατική αντίληψη, με έμφαση στην καινοτομία, είχε κάποτε μιλήσει σε ένα συνέδριο και έλεγε μόνο «επιτήρηση, επιτήρηση, επιτήρηση» και «δεν είναι οι άνθρωποι το κατάλληλο όργανο γι’ αυτή τη δουλειά». Αυτά έλεγαν στο υπουργείο όλη τη βδομάδα και γελούσαν «είναι οι άνθρωποι κατάλληλο όργανο» για το τάδε και για το δείνα, για την επιτήρηση των συνόρων και την παρασκευή φρέντο εσπρέσο μέτριου και άλλα παρόμοια. Και έρχεται λέει στο τέλος της εβδομάδας η μνηστή των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, η αγαπητικιά των drones. Και γελούσαν στους διαδρόμους. Αλλά κακώς γελούσαν, σκεφτόταν τώρα αυτός, γιατί το πρώτο που λες σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι οι απόψεις της για την επιτήρηση, αλλά ότι τέλος πάντων είναι υπερβολικά όμορφη, δηλαδή τι υπερβολικά όμορφη, μιλάμε για περίπτωση χολιγουντ. Τώρα, η Ευρώπη καθόταν δίπλα του, με ασημένιο φόρεμα και ξανθά μαλλιά. Αν δεν τον είχε καυλώσει, θα έλεγε ότι δίπλα του κάθεται το φως το ίδιο, ότι σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο, για όσο χρειάζεται δηλαδή, να τρέχει σαν τρελό και έκατσε στη διπλανή καρέκλα και τώρα αυτός τρώει γαρίδες – πολύ προσεκτικά – δίπλα από το φως το ίδιο. Αλλά η κουβέντα περί φωτός δεν ξεκινά, γιατί αυτός τώρα δε βλέπει ούτε φως, ούτε γαρίδες, ούτε το συντριβανάκι στη μέση της αίθουσας, ούτε την ορχήστρα στο βάθος. Βλέπει μόνο τα πόδια της μέσα απ’ το ασημένιο φόρεμα. Τώρα η Ευρώπη καθόταν δίπλα του.

4.

 

Το πρωί η Ευρώπη μπήκε καθυστερημένα στην αίθουσα, δεν είπε καλημέρα, καλησπέρα, χαίρεται, μόνο έκανε νόημα, έπαιξαν το PowerPoint, ένα τεράστιο PowerPoint, το οποίο ήταν αφιερωμένο στα λάθη, τις παραλείψεις, τα προβλήματα της ελληνικής πλευράς. Ο λαιμός του υπουργού, εκεί γύρω απ’ το αυτί, ίδρωνε σαν τρελός. Η Ευρώπη μας ξέχεζε, μας έλουζε με ότι επίθετο μπορούσε να είναι συνώνυμο της ανικανότητας, μας αποκαλούσε άσχετους και ερασιτέχνες, δήλωνε σε κάθε ευκαιρία την έκπληξή της για το επίπεδο. Το τόσο ανέλπιστα χαμηλό επίπεδο. Θα έλεγε κανείς ότι στην αίθουσα έπεφτε ξύλο. Ο πρώτος που θα έπρεπε να ανησυχεί και να νιώθει τους μώλωπες και τις εκδορές ήταν αυτός. Αυτός όμως μόνο κοίταζε την Ευρώπη καθώς έλαμπε, συγκρατημένα έξαλλη, μπροστά στο PowerPoint.

5.

 

– Μαίρη, τις γαρίδες, τις γαρίδες.

– Ναι, ναι έχω φύγει ήδη.

Ανοίγει την πόρτα της κουζίνας με τις γαρίδες στο δίσκο και, περίεργο, η ορχήστρα κάνει σαν παύση. Γυρνάει να κοιτάξει, όλη η αίθουσα γυρνάει να κοιτάξει, και κοιτάζει τη γυναίκα με το ασημένιο φόρεμα και τα ξανθά μαλλιά. Στέκεται για ένα δευτερόλεπτο και μετά συνεχίζει.

Πηγαίνει σε ένα από τα τραπέζια, όλοι τους με στολές, στους ώμους φοράνε αστεράκια. Δεν την κοιτάζει κανένας, δεν κοιτάνε καν το δίσκο καθώς περνάει μπροστά από τα μάτια τους και κατεβαίνει για να αφήσει τα πιάτα. Πιάνει σιγανά γελάκια, «την καριόλα», ξανά γελάκια. Ένα γκρίζο μουστάκι βυθίζεται στο κόκκινο κρασί, μια σταγόνα έχει μείνει πάνω στις τρίχες. Το μουστάκι δεν γελάει με τους άλλους, μονολογεί, «θα μας πει αυτή για τα σύνορα». Ξαναμπαίνει στην κουζίνα. Δεν σκέφτεται τίποτα, δεν έχει εκνευρισμούς, αισθήματα, τάσεις για εμετό. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο από μια οποιαδήποτε δεξίωση. Τι στολές, τι κοστούμια, τι αθλητικές φόρμες. Αυτή φοράει το άσπρο πουκάμισό της κουμπωμένο μέχρι πάνω και σερβίρει τυφλή, έχοντας συνειδητά στερήσει από τον εαυτό της την ικανότητα να βλέπει πρόσωπα. Πιάτα, δίσκοι, ποτήρια, φούρκες γύρω από στρογγυλά τραπέζια. Είναι ένα αμάξι που τρέχει σε μια πίστα όλο στροφές μεταφέροντας πιάτα από το σημείο εκκίνησης στον τερματισμό. Τα τζάμια όμως είναι φιμέ. Ο οδηγός έχει δεμένα τα μάτια. Πάει από ένστικτο και επαγγελματισμό. Δεν κάνει λάθη, και ευτυχώς δεν χρειάζεται να βλέπει τη διαδρομή.

6.

 

Στην κουζίνα βλέπει τον μικρό πάλι με το κινητό πάνω απ’ το δίσκο. Πάει να του κάνει παρατήρηση, αλλά ξέρει πως έχει άδικο. Έχουν γίνει όλα όσα πρέπει. Έχουν πέντε λεπτά περιθώριο μέχρι να αρχίσουν να βγαίνουν με τα επόμενα.

– τι κάνεις εδώ ρε θηρίο;

– Τι να κάνω Μαίρη. Facebook. Χαζεύω.

– Τι χαζεύεις δηλαδή; Δεν κάνει να δω λίγο κι εγώ που δεν έχω κινητό να μπορώ να μπαίνω όποτε θέλω;

Πάει πάνω απ’ το κεφάλι του. Στην αρχή συγκεντρώνεται ασυναίσθητα στο κίτρινο από το τσιγάρο δάχτυλο που κινείται σα να χαϊδεύει απαλά την οθόνη. Έπειτα βλέπει το timeline του μικρού, τι μικρού δηλαδή, δεν είναι κανείς μικρός στα 25, αλλά αν εσύ είσαι 35, μικρό τον βλέπεις. Ένα δυο τραγούδια στο youtube, Captain Beefheart και Molly Nilsson.  Κάτι φτηνά φοτοσοπ, ένα στάτους κάποιου που ψάχνει να παρκάρει. Ύστερα μια φωτογραφία. Είναι αφηρημένη, δεν βλέπει καλά. Κάτι ασημένιο. Δεν είναι ασημόχαρτο, είναι κάτι ασημένιο. Μια γυναίκα και κάπου ξεπροβάλλει ένα μικρό προσωπάκι, ένα παιδί. Δύο άνθρωποι μέσα σε ασημόχαρτο αγκαλιάζει ο ένας τον άλλο και οι δυο το ασημόχαρτο. Από κάτω ένα σχόλιο για τη Λέσβο, δεν μπορεί να το διαβάσει ακριβώς, δεν διακρίνει τα γράμματα, είναι θολά. Ζαλίζεται. Όχι ακριβώς, λίγο. Το κιτρινισμένο δάχτυλο συνεχίζει το χαβά του, αυτό το χάδι πάνω κάτω στην οθόνη, αυτή έχει απομείνει εκεί πίσω απ’ το κεφάλι του μικρού και δεν το θέλει, δεν το συνειδητοποιεί, δεν το κάνει επίτηδες, μόνο που ακούει τις λέξεις που βγαίνουν απ’ το στόμα της.

– Ο Νικολάκης μου.

– τί ‘πες;

7.

 

Στέκονται για ώρα στο μπαρ. Το κρασί δεν έκανε ή δεν έφτανε. Η υπόλοιπη παρέα του τραπεζιού δεν έκανε σίγουρα. Πίνουν ουίσκι, τσουγγρίζουν αραιά και που, ακόμη πιο αραιά μιλάνε. Χαμογελάνε καθώς λένε τυπικές κουβέντες. Ο κόσμος, οι πόλεις, τα μπαρ, η μουσική, ο καιρός στην Ελλάδα. Αυτός πίνει κάπως πιο γρήγορα, είναι τυφλωμένος ήδη από το ασημένιο φόρεμα, τι παραπάνω να κάνει το ποτό; Τον έχει ήδη υπνωτίσει το ασήμι. Την κοιτάζει με νόημα, πάει κάτι να πει, κάτι ταυτόχρονα βαθύ και ρηχό. Τον σταματάει με ύφος κάπως αυστηρό και του λέει κάτι του στιλ «μην το σκεφτείς καν». Αυτός ζητάει συγνώμη λίγο αμήχανα, αλλά γλυκά. Πίνει άλλη μια γουλιά και μετά από τρία λεπτά της λέει ότι θα επιστρέψει σε λίγο. Διασχίζει την αίθουσα που είναι πια μισοάδεια. Κοντοστέκεται, παριστάνει ότι χαιρετάει ένα συνταγματάρχη, ταγματάρχη, αντιστράτηγο ούτε που έχει σημασία, που κάθεται σε ένα τραπέζι στην άκρη της αίθουσας. Μετά από μερικές κουβέντες με τον στρατιωτικό που θα μπορούσαν να είχαν ειπωθεί οπουδήποτε με οποιονδήποτε, κινείται προς την τουαλέτα. Κλειδώνει την πόρτα πίσω του και ακουμπάει το μέτωπό του στον κρύο τοίχο. Αναρωτιέται αν έκανε χοντράδα, αλλά σκέφτεται ότι αυτή ήταν ευγενική, το όχι της ήταν οριστικό, αλλά σίγουρα ευγενικό, σχεδόν φιλικό. Άφησε ένα στεναγμό ανακούφισης και καθώς το στέρνο του ξεφούσκωνε, άδειαζε από αέρα και ανησυχία, συνειδητοποίησε ότι ήταν ήδη καυλωμένος. Όσο άκουγε και επεξεργαζόταν το όχι, η φαντασία του έπαιζε το έργο του ναι. Χωρίς να μετακινήσει το κεφάλι του, που παρέμενε κολλημένο στον τοίχο πάνω απ’ τη λεκάνη, ξεκούμπωσε το παντελόνι του και αμέσως ξεκίνησε να την παίζει με ένα αλλόκοτο πάθος, λες και είχε βαλθεί να αποδείξει κάτι σε κάποιον. Καθώς έχυνε ασήμι, τραντάχτηκε και χτύπησε το μέτωπό του στο σοβά, μισοσοβαρά μισοαστεία, μισοκαταλάθος μισοεπίτηδες.

8.

 

Η Μαίρη εντωμεταξύ καθαρίζει τα ποτήρια που έχουν μείνει στα άδεια τραπέζια της σάλας. Αδειάζει και κανένα τασάκι, άτσαλα όμως. Γλιτώνει τη ζημιά μια δυο φορές τελευταία στιγμή, από τύχη. Μπαίνει στην κουζίνα αφήνει το δίσκο δεν ακούει που τη ρωτάνε «τι έγινε; Είσαι καλά;» παίρνει την τσάντα της βγαίνει από την κουζίνα βγάζει το κινητό της από την τσάντα και κλείνεται σε μία τουαλέτα.

– Έλα

– ..

– Έλα παιδί μου, τι έγινε; Είσαι καλά;

– Έλα, έλα, καλά είμαι. Τι κάνει ο Νικολάκης;

– Καλά είναι, αλλά τι έγινε; Γιατί ρωτάς; Κλαις; Τι έγινε ρε Μαίρη;

– Τίποτα. Μπορείς να μου πεις τι κάνει ο Νικολάκης;

– Κοιμάται, τι να κάνει τέτοια ώρα; Να σου πω, πάλι μαλακίες κάνουνε εκεί πέρα; Να σηκωθείς να φύγεις. Να πάνε στο διάολο, να τους γράψεις στ’ αρχίδια σου, στο έχω ξαναπεί. Έλεος με το κωλο catering. Έλεος. Σου ‘χουν βγάλει την ψυχή.

– ..

– Θα μιλήσεις ρε παιδί μου; Τι έγινε;

– Πήγαινε σε παρακαλώ στο δωμάτιο του Νικολάκη να μου πεις τι κάνει.

– Τι λες ρε Μαίρη; Τι έπαθες; Τι να πάω να κάνω στο δωμάτιο τώρα, κοιμάται σου λέω. Μπορείς να μου πεις τι..

– Πήγαινε σε παρακαλώ πάρα πολύ, πήγαινε τώρα

– Δεν είμαστε καλά. Πάω ρε Μαίρη, αλλά εγώ στο λέω να σηκωθείς να φύγεις από κει, έλεος πια με τον κάθε μαλάκα, που επειδή έχουμε ανάγκη δηλαδή θα κάτσουμε να μας..

– Σταμάτα λίγο και πες μου.

– Ρε γαμώτο, κλαις ε; πες, το καταλαβαίνω, σ’ ακούω ρε γαμώτο.

– Πες μου.

– (ψιθυρίζει) Κοιμάται ρε Μαιρούλα. Έχει κάνει την κλασσική φωλίτσα του, έχει σκεπαστεί λες και είναι στη Σιβηρία, ίσα που βλέπεις λίγο μάτια, λίγο μύτη. Αυτός θα σκάσει μια μέρα έτσι που το πάει, να μου..

Κλείνει το τηλέφωνο ή μάλλον δεν το κλείνει, της πέφτει απ’ τα χέρια, είναι στο πάτωμα κι έχει βγει η μπαταρία. Το κοιτάει και ξεσπάει για τα καλά. Δεν μπορεί να συγκρατηθεί, τι την έπιασε, αναφιλητά που έχει να ρίξει χρόνια, δεν είναι τουαλέτα εδώ, εδώ είναι κηδεία κανονική, νεκροταφείο, αίθουσα τελετών. Σκύβει να πιάσει το κινητό, δεν το καταλαβαίνει πως, αλλά μένει ξαφνικά σε μια περίεργη στάση, γονατιστή, τα χέρια σφιγμένα το ένα στο άλλο, τα ακουμπάει στη λεκάνη να κρατηθεί, αλλά μένει στο ίδιο σημείο. Δεν θυμάται τι λένε σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν θυμάται τα λόγια, άλλο πάλι κι αυτό. Δεν ξέρει να κάνει προσευχή, είναι γονατιστή όμως, οι παλάμες σφιχτές, τα δάχτυλα τυλίγουν τα χέρια, ακουμπάει το μέτωπο πάνω στα χέρια της και δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να είναι ολόκληρη μια προσπάθεια να σταματήσουν τα κλάματα.

9.

 

Η μουσική απ’ την ορχήστρα δεν ακούγεται εδώ. Ίσως και να έχουν σταματήσει. Ο τοίχος που βρίσκεται ενδιάμεσα στις αντρικές και τις γυναικείες τουαλέτες ακούει μόνο το χτύπο του κεφαλιού του καθώς χύνει με την εικόνα της ασημένιας γυναίκας και το πνιχτό θέ μου θέ μου της Μαιρούλας.

10.

 

Την γυρνάει σπίτι ο μικρός με το αυτοκίνητό του, μένουν κοντά στο Παγκράτι και δεν έχει νόημα να παίρνουν δύο αμάξια. Ακούει κάτι περίεργα και παραληρεί. «Την άκουσες την ορχήστρα εντωμεταξύ; Ρε τρελάθηκα. Mingus στους καραβανάδες; Mingus στο φασισταριό της Frontex; Πέθανα σου λέω. Κάποιος σύντροφος θα ήταν και θα σκέφτηκε θα τους παίξουμε το prayer for passive resistance γι’ αστείο. Αστείο να γελάμε εμείς μ’ αυτούς και λίγο και με τους εαυτούς μας. Πέθανα σου λέω». Αυτή δε μιλάει.

Καθώς προχωράει το αμάξι στη λεωφόρο, τους τυφλώνουν τα φώτα των απέναντι. Λες κι απέναντι τους απλώνεται κάθε τόσο κάτι ασημί.

Την πηγαίνει στο ξενοδοχείο, όλα περασμένα ξεχασμένα, είναι σχεδόν φίλοι. Ακούνε κάτι περίεργα ιντι ποπ, έβαλε ό,τι πιο ψαγμένο θεωρούσε ότι είχε στο αμάξι. Δεν πολυμιλάνε, αυτός μόνο παριστάνει λιγάκι τον ξεναγό. Η Ποσειδώνος, το ΣΕΦ, η «μεγαλύτερη ομάδα της Ελλάδας», αλλά αυτή δεν ενδιαφέρεται για αστειάκια, πόσο μάλλον αθλητικού ύφους. Νιώθει ηλίθιος για λίγο. Κοιτάζει τα πόδια της και νιώθει πάλι καλά. Δε χρειάζεται να μιλάει.

Καθώς προχωράει το αμάξι στη λεωφόρο, τους τυφλώνουν τα φώτα των απέναντι. Λες κι απέναντι τους απλώνεται κάθε τόσο κάτι ασημί.

Ξανακοιτάζει τα πόδια της, μπροστά τα φώτα των απέναντι αυτοκινήτων, κάτι πινακίδες που περνούν με ταχύτητα δεξιά κι αριστερά τους, το φως διαθλάται, το φως εξοστρακίζεται, το φως γίνεται αστέρι στο ύψος μιας πολυκατοικίας. Έχει και τα δύο χέρια του στο τιμόνι, είναι κρίμα πάντως που δεν μπόρεσε να την αγγίξει. Αύριο το πρωί έχει ξανά παρουσίαση. Μη επανδρωμένα αεροσκάφη και μαστίγιο. Ενταντικοποίηση της επιτήρησης και μαστίγιο. Καλύτερη φύλαξη των συνόρων και μαστίγιο. Και αυτός θα προσπαθεί να συγκεντρωθεί, θα προσπαθεί να απολογηθεί, θα προσπαθεί να μην παρατηρεί τον ιδρώτα του υπουργού πίσω απ’ το αυτί. Τώρα όμως είναι ακόμη οι δυο τους στο αμάξι κι αυτή έχει λύσει επιτέλους τα μαλλιά της, έχει κατεβάσει το παράθυρο και τους χτυπάει αλύπητα ο χειμωνιάτικος αέρας. Ομορφιά πέρα από κάθε περιγραφή και μετά από το όχι, ακόμη πιο ποθητή. Και κάθε φορά που τυφλώνεται απ’ το ασήμι της πόλης, σκέφτεται το δευτερόλεπτο που έχυνε και το ασημένιο της φόρεμα. Σκέφτεται το ασήμι και χαϊδεύει, σχεδόν σφίγγει τα χέρια του στο τιμόνι.

Χαμογελάει και σφίγγει το τιμόνι, λουσμένος στο ασήμι.

Δεν απαντάει στον μικρό. Η Μαίρη με δυσκολία ανασαίνει, συγκρατείται, στέκεται. Θα μπορούσε απλά να αποσυναρμολογηθεί, να λιώσει στα στοιχεία που την συνιστούν. Αλλά κάθεται λες και έχει πάθει αγκύλωση και απλά αντέχει. Οι παλάμες της είναι ακόμη ενωμένες, τα δάχτυλα μπλεγμένα μεταξύ τους σφιχτά. Τα φώτα των απέναντι, κάτι πινακίδες που περνούν με ταχύτητα δεξιά κι αριστερά, όλο το ασήμι της πόλης τους τυφλώνει. Και κάθε φορά που βλέπει τον κόσμο ασημένιο, η Μαίρη μιλάει χωρίς ήχο μέσα απ’ το στόμα της. Οι λέξεις δεν κάνουν προτάσεις. «Θε μου Θε μου». «Στο ασημόχαρτο ρε γαμώτο». «Ο Νικολάκης μου, ο Νικολάκης μου». Κι ύστερα όλα τα επαναλαμβάνει πιο γρήγορα, σα μια και μόνο λέξη. ΘεμουΘεμουΣτοασημόχαρτορεγαμώτοΟΝικολάκηςμουοΝικολάκηςμουΘεμουΘεμου. Ο μικρός τη ρωτάει τι μουρμουρίζει και συνεχίζει το παραλήρημα. «Είδες που στα λέω ρε Μαίρη; Ο καπιταλισμός παράγει ή τέρατα ή παλαβομένους. Δε μ’ ακούς όμως». Όντως δεν τον ακούει, η Μαίρη δεν ακούει κανένα εδώ και ώρα. Η Μαίρη μόνο βλέπει, η Μαίρη είναι δύο μάτια, μπορεί μόνο να κοιτάζει και να κλαίει. Και κάθε φορά που τυφλώνεται απ’ τα φώτα της πόλης, σφίγγει τα χέρια και μουρμουρίζει Θε μου Θε μου. Σκέφτεται το ασήμι του κόσμου και δαγκώνεται και γίνεται κόμπος το στομάχι και ανεβαίνει λυγμός στο λαιμό και δεν έχει λόγια να πει προσευχή και δεν έχει δύναμη να σφίξει κι άλλο τα χέρια της.

Η Μαίρη μόνο μουρμουρίζει, λουσμένη στο ασήμι.

 

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




“Εμείς οι πρόσφυγες”, οι άνθρωποι χωρίς δικαίωμα να έχουν δικαιώματα

φωτό: Pen Tri

φωτό: Pen Tri

Το «Εμείς οι πρόσφυγες», από τις Εκδόσεις του 21ου Αιώνα, είναι μια συλλογή τριών κειμένων που τα χωρίζουν μεταξύ τους δεκαετίες, αλλά συναντιούνται κριτικά απέναντι στα τείχη που δεν σταμάτησαν ποτέ να υψώνονται απέναντι στους πρόσφυγες όλα αυτά τα χρόνια:

Το ομώνυμο «Εμείς οι πρόσφυγες», γραμμένο από την πολιτική φιλόσοφο Χάνα Άρεντ το 1943, ενώ έχει καταφύγει στις ΗΠΑ μαζί με τους χιλιάδες άλλους κυνηγημένους Εβραίους της Γερμανίας, το «Πέρα από τα δικαιώματα του ανθρώπου», του Ιταλού φιλοσόφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν, ακριβώς πενήντα χρόνια αργότερα, ενώ η Ευρώπη γνώριζε νέα προσφυγικά κύματα και φυλαγόταν από «παράνομους μετανάστες», και το «Εξορία και βία», του Ιταλού ιστορικού Έντσο Τραβέρσο, γραμμένο πολύ πιο κοντά στις μέρες μας, το 2012, αλλά με το βλέμμα στο παρελθόν, προσπαθώντας να φωτίσει τις συγκλίσεις και τις σιωπές της διανόησης για τη θέση της προσφυγιάς στον κόσμο μας.

Όπως εύγλωττα εξηγεί το οπισθόφυλλο, το συγκεκριμένο βιβλίο «φέρνει πλάι-πλάι τα τρία αυτά κείμενα, την ίδια στιγμή που ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας περνάει στην κατάσταση του πρόσφυγα, στερημένου από κάθε δικαίωμα – κι ενώ η πολιτική τοποθέτηση απέναντι στο πρόβλημα της μετανάστευσης γίνεται αποφασιστική διαχωριστική γραμμή».

* * *

Στο δικό της δοκίμιο, «Εμείς οι πρόσφυγες», δημοσιευμένο το 1943, η Άρεντ χρησιμοποιεί μια παρομοίωση για τον –πηγάζοντα από απελπισία- ενθουσιασμό των Εβραίων της εποχής, να ασπαστούν κάθε νέα εθνική ταυτότητα που τους προσφέρεται κατά την περιπλάνησή τους, καθώς διώκονται από χώρα σε χώρα κι από ήπειρο σε ήπειρο:

«Καταγοητευόμαστε από κάθε καινούργια εθνικότητα με τον ίδιο τρόπο που μια εύσωμη κυρία είναι ευχαριστημένη με κάθε καινούργιο φόρεμα που υπόσχεται να της δώσει την επιθυμητή μέση. Το καινούργιο φόρεμα, όμως, της αρέσει μόνο για όσο καιρό πιστεύει στις θαυματουργές του ικανότητες, και θα το πετάξει μόλις ανακαλύψει ότι δεν αλλάζει το παράστημά της – ούτε άλλωστε και την κοινωνική της θέση. (…) Αν αρχίσουμε να λέμε την αλήθεια, ότι δηλαδή δεν είμαστε τίποτα άλλο παρά Εβραίοι, αυτό θα σήμαινε ότι εκθέτουμε τους εαυτούς μας στη μοίρα εκείνων των ανθρώπινων όντων που, απροστάτευτα από κάποια συγκεκριμένη νομοθεσία ή πολιτική συνθήκη, δεν είναι τίποτα άλλο παρά σκέτα ανθρώπινα όντα. Δύσκολα μπορώ να φανταστώ μια συμπεριφορά περισσότερο επικίνδυνη, δεδομένου ότι ζούμε σήμερα σε έναν κόσμο στον οποίο τα ανθρώπινα όντα καθαυτά έχουν πάψει να υφίστανται εδώ και καιρό, δεδομένου ότι η κοινωνία έχει ανακαλύψει τις διακρίσεις ως το μεγαλύτερο κοινωνικό όπλο με το οποίο μπορεί κανείς να σκοτώσει ανθρώπους δίχως αιματοχυσία, δεδομένου τέλος ότι τα διαβατήρια και τα πιστοποιητικά γέννησης, και μερικές φορές ακόμα και οι αποδείξεις φόρου εισοδήματος δεν είναι πλέον τυπικά έγγραφα αλλά ζητήματα κοινωνικών διακρίσεων.»

Ένας τρόπος για να αφανίσεις κάποιον είναι να τον κατατάξεις ως παρία, ιδιότητα που σύμφωνα με τον στοχασμό της Άρεντ αφορά «την κατάσταση των ανθρωπίνων πλασμάτων δίχως κράτος, των απάτριδων που αποκλείστηκαν από το σύστημα των εθνών-κρατών κι επομένως στερούνται κάθε δικαίωμα. Κοντολογίς, για την Άρεντ, οι παρίες ήταν άτομα που «δεν είχαν δικαίωμα να έχουν δικαιώματα» (right to have rights), πρόσωπα που ζούσαν σε κατάσταση «ακοσμισμού» και αορατότητας στο δημόσιο χώρο», υπενθυμίζει παρακάτω στο βιβλίο, στο άρθρο «Εξορία και βία», ο Έντσο Τραβέρσο.

Σε αντίθεση με τους κοινωνικά νεόπλουτους Εβραίους, οι «συνειδητοί» παρίες, δηλαδή οι Εβραίοι που αρνήθηκαν «τα κόλπα και τα τεχνάσματα της προσαρμογής και της αφομοίωσης», σύμφωνα με την Άρεντ, αποτέλεσαν την πρωτοπορία του λαού τους, αφού διατήρησαν την ταυτότητά τους διωγμένοι από χώρα σε χώρα. Κι αυτό γιατί, ενώ και οι μεν και οι δε μοιράζονται την ίδια κατάσταση που τους έχει επιβάλει η ιστορία, είναι δηλαδή εξίσου προγραμμένοι, οι παρίες λένε την αλήθεια για το ποιοί είναι, κι ας γίνονται δυσάρεστοι. Και τελικά, καταλήγει, η ιστορία τους επιβεβαιώνει, αφού την ίδια με αυτούς τύχη γνώρισαν στη συνέχεια κι άλλοι λαοί της Ευρώπης.

* * *

Πιάνοντας το νήμα από το συγκεκριμένο άρθρο της Άρεντ, μισό αιώνα αργότερα, σε μια εποχή του η Ευρώπη γνωρίζει ένα ακόμη κύμα προσφυγιάς ο ιταλός φιλόσοφος Τζιόρτζιο Αγκάμπεν διαπιστώνει στο άρθρο του «Πέρα από τα δικαιώματα του ανθρώπου» (1996), πόσο σαθρές είναι η ρητορίες περί προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφού στην πράξη σκοντάφτουν στην έννομη τάξη του έθνους-κράτους.

«… κάθε φορά που οι πρόσφυγες δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά μαζικό φαινόμενο (όπως συνέβη το μεσοπόλεμο, και όπως συμβαίνει πάλι τώρα), τόσο αυτές οι οργανώσεις [αναφέρεται στην Κοινωνία των Εθνών, τον ΟΗΕ, τις διεθνείς και εθνικές επιτροπές, αρμοστείες, οργανισμούς και άλλους θεσμούς που ορίστηκαν αρμόδιοι για την προστασία των προσφύγων] όσο και τα μεμονωμένα κράτη, παρά τις επίσημες επικλήσεις των αναφαίρετων δικαιωμάτων του ανθρώπου, έχουν αποδειχθεί απολύτως ανίκανα όχι μόνο να επιλύσουν το πρόβλημα αλλά έστω να το αντιμετωπίσουν στοιχειωδώς. Κατ’αυτό τον τρόπο, το σύνολο του ζητήματος μεταφέρθηκε στα χέρια της αστυνομίας και των ανθρωπιστικών οργανώσεων».

Όπως είναι ολοφάνερο και στις μέρες μας, παρατηρώντας τους χειρισμούς του προσφυγικού κύματος που κορυφώθηκε στην Ευρώπη το 2015, το πραγματικό εμπόδιο επίλυσης του ζητήματος, δεν είναι άλλο από το πολιτικό σύστημα του κράτους-έθνους, που συνδέει τα ανθρώπινα δικαιώματα με την πολιτογράφηση, αποσυνδέοντας τα από την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

«Το ότι δεν υπάρχει κανένας αυτόνομος χώρος μέσα στην πολιτική τάξη του έθνους-κράτους για κάτι σαν τον καθαρό άνθρωπο καθαυτόν είναι εμφανές τουλάχιστον από το γεγονός ότι, ακόμη και στην καλύτερη των περιπτώσεων, η θέση του πρόσφυγα θεωρείται πάντα μια προσωρινή κατάσταση που πρέπει να οδηγήσει είτε στην πολιτογράφηση είτε στον επαναπατρισμό. Ένα μόνιμο καθεστώς «ανθρώπου καθαυτόν» είναι αδιανόητο για το δίκαιο του κράτους έθνους», διαπιστώνει ο Αγκάμπεν.

Ο Αγκάμπεν διαβλέπει μια λύση τόσο ριζοσπαστική που το άκουσμά της θα μπορούσε να αφήσει στον τόπο κάποιον που έχει γαλουχηθεί με ρητορείες εθνικοφροσύνης. Την εμπνέεται από το ιδιότυπο καθεστώς της Ιερουσαλήμ και το υπό συζήτηση ενδεχόμενο να αποτελέσει ταυτοχρόνως πρωτεύουσα δυο κρατικών οργανισμών χωρίς να διαιρεθεί εδαφικά, αλλά και από την «γη του κανενός» μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, όπου είχαν είχαν απελαθεί 450 Παλαιστίνιοι την εποχή εκείνη (μέσα του ’90). Οι συγκεκριμένοι Παλαιστίνοι, επισημαίνει ο Αγκάμπεν, είναι κάτι σαν τους παρίες της Άρεντ, «οι πρωτοπόροι του λαού τους», και η παρουσία τους εκεί αντεπιδρά στο έδαφος του Ισραήλ πολύ καθοριστικά. Κι αυτό, σημειώνει, μπορεί να εμπνεύσει ένα νέο μοντέλο για τη δεθνή κοινότητα:

«Η παράδοξη κατάσταση της αμοιβαίας εξωεδαφικότητας (ή, καλύτερα, α-εδαφικότητας) που αυτό θα συνεπαγόταν, θα μπορούσε να γενικευτεί ως πρότυπο νέων διεθνών σχέσεων. Αντί για δύο εθνικά κράτη που τα χωρίζουν αμοιβαία και απειλητικά σύνορα, θα μπορούσαμε να φανταστούμε δύο πολιτικές κοινότητες που κατοικούν στην ίδια περιοχή και βρίσκονται σε κατάσταση εξόδου η μία προς την άλλη, οι οποίες διαρθρώνονται μεταξύ τους με μια σειρά αμοιβαίων ετεροδικιών, όπου η καθοδηγητική έννοια δεν θα ήταν πλέον το ius [δικαίωμα] του πολίτη, αλλά μάλλον το refugium [άσυλο] του ατόμου.»

Έτσι, και η Ευρώπη θα μπορούσε, κατά τον Αγκάμπεν, να ειδωθεί ως ένας α-εδαφικός ή εξωεδαφικός χώρος «στον οποίο όλοι οι κάτοικοι των ευρωπαϊκών κρατών (πολίτες και μη πολίτες) θα ήταν σε θέση εξόδου ή καταφυγίου, και το καθεστώς του Ευρωπαίου θα σήμαινε το «είναι εν εξόδω» (έστω και σε ακινησία, προφανώς) του πολίτη». Κι έτσι η Ευρώπη θα έπαυε να είναι «τοπογραφικά αθροίσματα εδαφών», και η έννοια του λαού (που είναι μειονότητα) θα υπερίσχυε της έννοιας του έθνους πάνω στην οποία έχει στηριχθεί η κατασκευή της «Ευρώπης των εθνών». (…)

Και καταλήγει ως εξής: «Μόνο σε ένα έδαφος όπου οι χώροι των κρατών έχουν διαπεραστεί και έχουν παραμορφωθεί τοπολογικά με τον τρόπο αυτό, και που ο πολίτης θα έχει μάθει να αναγνωρίζει τον πρόσφυγα που ο ίδιος είναι, είναι σήμερα νοητή η πολιτική επιβίωση των ανθρώπων».

* * *

Ο Έντσο Τραβέρσο, με τη σειρά του, στο άρθρο «Εξορία και βία» (2012), εξετάζει τη στάση των εξόριστων διανοούμενων, Εβραίων και μη, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και διαπιστώνει πως χάθηκε μια ιστορική ευκαιρία συνάντησης μεταξύ της εβραϊκής και της «μαύρης» διασποράς.

Εκπρόσωποι και των δύο προσέγγισαν τις εκδοχές του αποκλεισμού και των διακρίσεων που βίωσαν οι λαοί από τους οποίους προέρχονταν, στη διάρκεια του 19ου και 20ου αιώνα, και λόγω της απόστασης που τους χώριζε από τα γεγονότα (αφού πια είχαν καταφύγει ως πρόσφυγες ή μετανάστες αλλού) κατάφεραν να δώσουν βαθύτερες ερμηνείες στα γεγονότα και τις μετατοπίσεις που συνέβαιναν, αποστασιοποιούμενοι συχνά ακόμη και από τις εθνικές ταυτότητες που κουβαλούσε ο καθένας τους.

Χαρακτηριστικά, μιλώντας για τη στάση των εξόριστων Εβραίων διανοούμενων στην Ευρώπης που είχαν βρει καταφύγιο στις ΗΠΑ, ο Τραβέρσο επισημαίνει ότι στα εγκλήματα των νικητών που γιορτάστηκαν ως νίκες –όπως οι βομβαρδισμοί και ο αφανισμός της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι- εκείνοι κράτησαν κυρίως αντικομφορμιστική στάση σε σχέση με τους υπόλοιπους διανοούμενους:

Ενσάρκωναν τα ανθρωπιστικά γνωρίσματα που η Χάνα Άρεντ απέδιδε στον παρία, εξηγεί ο Τραβέρσο: «την γενναιοψυχία, την ευαισθησία απέναντι στις αδικίες, την ευρύτητα πνεύματος και την απουσία προκαταλήψεων. Απάτριδες, ξέφευγαν από τα εθνικά στερεότυπα και αντιδρούσαν στα πιο σκοτεινά γεγονότα της εποχής τους, όχι σαν Ρώσοι, Αμερικανοί, Γερμανοί, ούτε καν σαν κυνηγημένοι Εβραίοι αποκλειστικά, αλλά σαν πολίτες του κόσμου (διαλεκτική αντιστροφή της πραγματικής τους κατάστασης ως απάτριδων και του «ακοσμισμού» τους».

Αυτό βέβαια, δεν κράτησε για πάντα και για όλα τα ζητήματα, ειδικά αφότου οι Εβραίοι διανοούμενοι έγιναν μέρος του κατεστημένου και συχνά «φυλακισμένοι στον ευρωκεντρισμό τους (…) έδειξαν μάλλον αδιαφορία, αν όχι εχθρότητα, απέναντι στο αντι-ιμπεριαλιστικό κύμα που θέριευε στην Ασία και την Αφρική μετά τον Β. Παγκόσμιο Πόλεμο».

Οι Τραβέρσο αναφέρεται σε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα μαύρων εξόριστων διανοούμενων, του Γ.Ε.Μπ. Ντουμπόις και του μαρξιστή ιστορικού από το Τρινιντάντ Σ.Λ.Ρ.Τζέιμς που προσέγγισαν κριτικά την αποικιοκρατία και ανέδειξαν τον ολοκληρωτισμό του δυτικού πολιτισμού.

«Για τη Χάνα Άρεντ [The origins of Totalitarianism (1951)], ο ολοκληρωτισμός δεν ήταν απλώς ένα πολιτικό καθεστώς που δεν αντιστοιχούσε στις κλασσικές τυπολογίες αλλά και μια εμπειρία καταστροφής της πολιτικής ως τόπου έκφρασης της πολλαπλότητας των ανθρώπων, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε πια να υπάρχει ούτε ελευθερία ούτε δυνατότητα δράσης» | Έντσο Τραβέρσο, «Εξορία και βία» (2012)

Ο Ντουμπόις, που αρχικά εξέτασε τον ρατσισμό ως διάκριση με βάση το χρώμα, σπουδάζοντας και ταξιδεύοντας στην Γερμανία, στις ΗΠΑ και αλλού, διαπίστωσε ότι τα άλλα είδη ρατσισμού δεν ήταν ασύνδετα μεταξύ τους και ανακαλύπτοντας τις ομοιότητές τους κατάφερε να κατανοήσει καλύτερα το «μαύρο πρόβλημα»:

Όπως γράφει στο “The Negro and the Warsaw Ghetto” (1949), «πέρα από το “σύνορο του χρώματος”, της εθνικής ή θρησκευτικής καταπίεσης, ο ρατσισμός «διέσχιζε τα φυσικά φράγματα, τα φράγματα του χρώματος, της πίστης, της κοινωνικής θέσης – ήταν μάλλον ένα ζήτημα πολιτισμικής διαπαιδαγώγησης, στρεβλής παιδείας, ανθρώπινου μίσους και προκαταλήψεων που αφορούσαν κάθε είδους ανθρώπους και έκανε άπειρο κακό σε όλους τους ανθρώπους».

Ο Τζέιμς, που υπήρξε μέλος της αφροαμερικανικής και καραϊβικής διανόησης η οποία στρατεύτηκε ενάντια στον ιταλικό φασισμό κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Αιθιοπία, διέκρινε μια σαφέστατη σύνδεση ανάμεσα στην αποικιοκρατική βία και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του φασισμού. Και πίστευε στην επανάσταση, υπενθυμίζει ο Τραβέρσο. Σε αυτό διέφερε από τους γερμανοεβραίους εξόριστους, η κριτική σκέψη των οποίων «εντασσόταν σ’έναν ορίζοντα σημαδεμένο από την τομή του Άουσβιτς. Για τον Τζέιμς, οι καταστροφές που είχαν συνταράξει τον πλανήτη αναγγέλλανε την εισβολή των αποικισμένων λαών στο προσκήνιο της ιστορίας».

Ακόμη κι αν δεν έχει ξανακούσει κανείς για τον Τζέιμς, δεν θα εκπλαγεί μαθαίνοντας ότι το 1952 φυλακίστηκε στο Έλις Άιλαντ ως «ανεπιθύμητος ξένος» και στη συνέχεια απελάθηκε στη Μ.Βρετανία, αφού οι μακαρθικές ΗΠΑ του αρνούνταν την υπηκοότητα και την παράταση της άδειας παραμονής.

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




μέσα έξω στην πόλη

 

Mια μέρα στον ηλεκτρικό, ένα παιδί εξαρτημένο από την πρέζα ζητάει λεφτά για να την παλέψει, εξηγεί δυνατά τι και πως – πάντα σκεφτόμουνα πως είναι να μπαίνεις σ’ αυτή τη διαδικασία δημόσια, να ζητάς με όση δύναμη σου έχει απομείνει από τον κοσμάκη που δεν θέλει κι άλλες παρεμβολές στην ήδη καταπιεσμένη και συρρικνωμένη απ’ όλες τις πλευρές ζωή του. Μαζεύομαι και γω στη γωνίτσα μου, κοσμάκης, παρακολουθώ τον τύπο, νομίζω ότι είναι -πρέπει να είναι- ο πιο δυνατός από όλους μέσα στο βαγόνι.

Κάθομαι δίπλα σ’ έναν γεροδεμένο τύπο, του οποίου η προφορά φανερώνει ότι είναι αλλοδαπός, μετανάστης. Ακούγοντας το παιδί να λέει «μια βοήθεια», προσπαθεί ν’ ανοιχτεί στον κόσμο που κάθεται απέναντί του λέγοντας κάπως ενοχλημένος: «και εμείς δηλαδή δεν θέλουμε βοήθεια; δεν κατάλαβα. Τόσα χρόνια δουλεύουμε κι όλο ανάγκες έχουμε». Κάποιος του λέει «ναι, έχεις δίκιο αλλά υπάρχουν και αυτά τα προβλήματα» (εννοώντας την ναρκο-εξάρτηση). Αυτός ο κάποιος, κάνει να το πάει ένα βήμα παραπέρα αλλά μ’ ένα τεράστιο άλμα καταλήγει στη συνηθισμένη δημοκρατική ενοχή, σ’ αυτή την εύκολη αναμασημένη τύψη: «εμείς τελικά φταίμε για τα προβλήματά μας, για όλους αυτούς εκεί πάνω, τους πολιτικούς, εμείς τους βάζουμε».

Ξανακοιτάω τον μετανάστη, σκέφτομαι αυτό που είπε: κρίμα λέω, έχει λιώσει τα χρονάκια του εδώ πέρα, όμως η σκληράδα του περισσεύει απέναντι στους κοινωνικά τελευταίους, σ’ αυτούς που μας κάνουν να φαινόμαστε καλύτερα. Ξαφνικά, πετάγεται ένας τύπος εκεί κοντά, γύρω στα 55-60, μάλλον έχει ακούσει τη συζήτηση και θέλει να παρέμβει. Λέει με ήπιο τρόπο στον μετανάστη, «θα σου πω εγώ ποιος φταίει. Το φταίξιμο να το ψάξεις στους εργοδότες σου. Αυτοί κάνουν κουμάντο». Μωρέ μπράβο λέω, λόγια εργατικής συνείδησης από έλληνα σε μετανάστη, μην γκρεμίστηκε κανα άγαλμα στον περισσό;

Η κουβεντούλα τελειώνει και εμένα μου ‘ρχεται στο μυαλό ο Πετρόπουλος:

«αγαπώ τα τσογλάνια και τους χασίκλες, τους κλέφτες, τις πουτάνες, τους ρεμπέτες και τους πούστηδες γιατί μάχονται κάθε μορφή εξουσίας και τους αγαπώ πιο πολύ γιατί τα καταφέρνουν και επιζούν κόντρα στην αστυνομία, κόντρα στον ποινικό νόμο, κόντρα στην απαίσια ηθική των μικροαστών, κόντρα στον φλογερό εαυτό τους».

******

Το ότι η εθνική ενότητα είναι μια παγίδα, μια καλοστημένη μπίζνα που έχει για βιτρίνα της σημαίες και φυλές ενώ στην αποθήκη της υπάρχει γερό στοκ βασανιστηρίων, λίγο πολύ, το χουμε υποψιαστεί. Λίγο πιο προσεκτικοί να είμασταν, θα βλέπαμε ότι η πραγματικότητα μας ξεπερνά, ταυτόχρονα ξεπερνά και τους σκουληκιάρηδες του εθνικισμού και του κράτους: είμαστε μια πολυεθνική παρέα, πολύχρωμοι και με πολλά νεύρα. Κοινά νεύρα.

Είμαστε παντού και δεν το χουμε καταλάβει, πρέπει να είναι μία από τις καταλήψεις που δεν διαφημίζει τον εαυτό της (έχει σοβαρά εσωτερικά προβλήματα η αλήθεια) είναι όμως εκεί έξω: στο λεωφορείο, το τρένο, το μετρό, το κτελ, κάτω από τις γέφυρες, στα πάρκα, στις δουλειές, στο δρόμο, στα σχολεία, τα πανεπιστήμια, στα στέκια, στα νησιά για «σεζόν».

Αυτό, να μην πολυλογώ, είναι το κάδρο: δύο τσιγγάνες 15 με 17 χρονών λάμπουν απέναντί μου μέσα στο άρρωστο 11 και μου χουνε πάρει τ’ αυτιά με τον τάδε που θα πάνε να συναντήσουνε και δώστου γέλια και καημούς ωραίους φλογερούς. Κοιτάζω λίγο έξω, οι ετοιμασίες για τον μαραθώνιο με ανακατεύουν, ξαναγυρίζω μέσα, αρχίζει η μία στ’ αυτί μου ένα τραγούδι, γέρνω λίγο ν’ ακούσω, φάρμακο για τις αρρυθμίες. Κάτι λέει, κάπως το λέει να δεις, πρέπει να κρατάω σημειώσεις αλλά έτσι λέω και ξελέω· «σ’ αγαπώ και είσαι η ζήλειά μου», αυτοί ήταν οι «άξονες» τελοσπάντων. Ιδανική μελωδία.

Σιάχνονται, τσεκάρονται, ετοιμάζονται, φωνάζουν, μου πήρανε τ’ αυτιά ή μάλλον εγώ το χω βουλώσει και υποκλίνομαι στη μουσική τους. Έτσι μου ρχεται να χειροκροτήσω.

“We Gypsies, we’ re like this, lost sheep – No one will ever change our way of life”

https://www.youtube.com/watch?v=818mK_W8naQ




σημειώσεις για την «προσφυγική κρίση»

 

 

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων και για συγκεκριμένους λόγους που θα τεθούν παρακάτω προτιμώ να μιλάω για «προσφυγικό ζήτημα» και όχι για «προσφυγική κρίση», έναν όρο που χρησιμοποιείται κατ’ εξακολούθηση από τα καθεστωτικά μίντια και από αρκετούς συμμετέχοντες στη συζήτηση (στο debate για να είμαστε και λίγο μοντέρνοι) που αφορά τις προσφυγικές εκτοπίσεις και γενικότερα τις μεταναστευτικές κινήσεις πάνω στον πλανήτη.

Η χρήση του όρου «προσφυγική κρίση» αποτελεί μια θεσμική, επίσημη, «ορθολογική» περιγραφή ενός κοινωνικού-οικονομικού ζητήματος που διαστρεβλώνεται εσκεμμένα από την πλευρά του κυρίαρχου λόγου. Όπως όλα τα κοινωνικά ζητήματα στο καπιταλιστικό κύκλωμα του θεάματος ξεφτίζουν από την ουσία τους, τις αιτίες και τα αποτελέσματά τους, έτσι και η «προσφυγική κρίση» αντικειμενικοποιείται με τέτοιο τρόπο από τα μίντια, τους «ειδικούς» και όσους εκφέρουν σχετικό λόγο ώστε αυτό που καταφέρεται είναι μια αποστασιοποίηση από τον πραγματικό πυρήνα του προσφυγικού ζητήματος: η καπιταλιστική κρίση δημιουργεί περιφράξεις, εκτοπίσεις και προετοιμάζει, όπως έχει δείξει η αιματηρή ιστορία των «κρίσεών» της, νέες πρωταρχικές συσσωρεύσεις κέρδους. Για τον αντικαπιταλιστικό λόγο τουλάχιστον, δεν πρέπει να υπάρχει «προσφυγική κρίση» παρά μόνο καπιταλιστική.

Οι τόνοι της «Αποκάλυψης» με την οποία φορτίζεται η σχετική συζήτηση, τόσο από την «ξενοφοβική δεξιά» όσο και από την «προοδευτική αριστερά», υπερ-δραματοποιούν, κατασκευάζουν φόβο, στοχεύουν στην κινηματική παράλυση, συμβάλλουν με λίγα λόγια στην απενεχοποίηση του Κεφαλαίου ως σχέση και ως φονική μηχανή αναπαραγωγής της ανθρώπινης ζωής. Ο George Caffentzis είχε εύστοχα διαβάσει γύρω στο 1980 τις υπόνοιες της συζήτησης γύρω από την «πετρελαϊκή κρίση» του 1973. Έλεγε τότε πως κάθε φορά που το μοντέλο της εκμετάλλευσης γίνεται ανυπόφορο και χρειάζεται να βρει διέξοδο, να αναδιαρθρωθεί, το Κεφάλαιο κάνει νύξεις για την ανθρώπινη θνησιμότητα, ότι δηλαδή έρχεται το τέλος του κόσμου. Το τέλος του κόσμου δεν ήρθε τότε όπως δεν θα έρθει και τώρα, τουλάχιστον όπως θέλει να το παρουσιάσει το σχέδιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής μηχανής.

Τότε, το κεντρικό επιχείρημα ήταν η σπάνη των αγαθών, τώρα το επιχείρημα διαρθρώνεται γύρω από την σπάνη της ανθρώπινης ζωής, το πόσο ευάλωτη και εύθραυστη είναι – μία από τις λίγες βεβαιότητες αυτής της ζωής (ο θάνατος) γίνεται στα χέρια του Κεφαλαίου ένας καθεστωτικός εκβιασμός, μια φυσιολογική απειλή με …μεταφυσικές διαστάσεις: «κοίτα τι γίνεται με τους πρόσφυγες, σειρά έχετε οι υπόλοιποι».

Παρά τις προσφυγικές απώλειες σε θάλασσα και στεριά, παρά τον θάνατο που θέλει να διαχειριστεί (και μ’ αυτόν ν’ απειλήσει) η πολιτική έκφραση του Κεφαλαίου που, μεταξύ άλλων, αποκαλείται ως «Ευρώπη-Φρούριο», υπάρχει μια πραγματικότητα που αποκρύπτεται στις διάφορες αναλύσεις του ζητήματος, ένα δεδομένο γύρω από το οποίο διαμορφώνεται το σύγχρονο προλεταριάτο. Σύμφωνα με στοιχεία που πρόερχονται από έναν θεσμικό οργανισμό όπως είναι ο ΟΗΕ, ένας στους 122 κατοίκους του πλανήτη είτε είναι πρόσφυγας, είτε εκτοπισμένος εσωτερικά (στη χώρα γέννησής του) ή αναζητά άσυλο. Με όρους πληθυσμού, θα μιλούσαμε για την 24η μεγαλύτερη χώρα του κόσμου. Με κοινωνικο-οικονομικούς όρους θα μιλούσαμε για έναν ανηλεή πόλεμο που έχει εξαπολύσει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής, για μια παγκόσμια διεύρυνση του κράτους έκτακτης ανάγκης για το οποίο έγραφε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και το οποίο συνεχίζει να θεμελιώνεται σε μεγαλύτερα στρώματα καταπιεσμένων.

Η εργατική διαχείριση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων, ανομολόγητη ως τέτοια από θεσμικά και παρα-θεσμικά όργανα, έχει ήδη στηθεί καμιά δεκαριά χρόνια πριν. Ο σχετικός μηχανισμός όπως εξηγεί ο Αποστόλης Φωτιάδης δεν έχει στηθεί για να «λύσει» το ζήτημα: από τη μια το νομικό πλαίσιο του ασύλου, των κέντρων υποδοχής και της πολιτικής των απελάσεων και από την άλλη η χρηματοδότηση των (στρατιωτικών και αστυνομικών) επιχειρήσεων που λειτουργούν επιθετικά και αποτρεπτικά αναπαράγοντας συστηματικά μια πολεμική βιομηχανία.

Οι κυρίαρχοι κρατικοί και υπερ-κρατικοί διαχειριστές μέσα από το επίσημό οργανό τους, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, άρχισαν από τον Μάιο να ανακοινώνουν τις προθέσεις τους που δεν είναι άλλες από την περαιτέρω στρατιωτικοποίηση των συνόρων και από τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών: με τοποθέτηση αξιωματούχων σε τρίτες χώρες για τη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών σχετικά με τις μετακινήσεις, δημιουργείται ένα σύγχρονο πολιτικό καθεστώς αποικιοκρατίας, ένα διευρυμένο δια-κρατικό στρατόπεδο διαχείρισης εργατών.

RefugeesMigrants

Το ασφυκτικό αυτό πλαίσιο για τον κόσμο της εργασίας έχει στόχο να δυσχεράνει την ταξική πάλη από την πλευρά των μετακινούμενων προλεταριακών στρωμάτων. Γι’ αυτό και η οργάνωση της θεσμικής συζήτησης γύρω από το προσφυγικό ζήτημα γίνεται με τους όρους που αναφέρθηκαν πρωτύτερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «debate» για την χρήση του όρου «πρόσφυγας» ή «μετανάστης» το οποίο στήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τις ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής λόγω των αυξανόμενων προσφυγικών ναυαγίων που δημοσιοποιούνταν.

Από τη μια πλευρά το δίκτυο Al Jazeera με τη δημόσια τοποθέτησή του για την επιλογή της λέξης «πρόσφυγας» αντί «μετανάστης», ξετύλιξε έναν συλλογισμό που αναφερόταν στην χώρα προέλευσης των ανθρώπων που φτάνουν στη Μεσόγειο (Συρία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Ερυθραία, Σομαλία κλπ) και στις συνθήκες που τους ώθησαν να φύγουν. Το κύριο επιχείρημα είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς απέδρασαν από τον κίνδυνο του πολέμου και άρα πρέπει να ονομάζονται ως αυτό που είναι θεσμικά και νομικά: πρόσφυγες. Η χρήση του όρου «μετανάστης», επισημαίνει το Al Jazeera, έχει τελείως απονοηματοδοτηθεί από τα μίντια και τις πολιτικές ελίτ ενώ έχει καταντήσει να σημαίνει έναν απλό αριθμό, έναν όρο που χρησιμοποιείται «αρνητικά» στη βάση του ρατσισμού, με λίγα λόγια αποτελεί μια «ενόχληση» (nuisance). Το διεθνές δίκτυο καταλήγει λέγοντας ότι δεν θέλει να συμβάλλει στην παραπάνω παραπλανητική διαδικασία, δίνοντας πάτημα σ’ όλους αυτούς που «βλέπουν» μόνο οικονομικούς μετανάστες.

Στη διάκριση μεταξύ αυτών των δύο όρων, επιμένει και η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), αναφερόμενη στα νομικά δικαιώματα και τις νομικές ευθύνες που έχει κάθε κράτος, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, απέναντι στην ιδιότητα του πρόσφυγα. Για τους μετανάστες, σημειώνει, το κάθε κράτος μεμονωμένα διατηρεί διαφορετική νομοθεσία και διαφορετικές πολιτικές.

Η διάκριση αυτή σε δικαιακό και συνεπώς σε πολιτικό επίπεδο εξαφανίζει την «οικονομία» της μετανάστευσης και της προσφυγιάς που δεν είναι άλλη από την πυροδότηση κρίσεων και εκτοπίσεων των καπιταλιστικών μηχανισμών της δύσης σε συνεργασία με ντόπια, διεφθαρμένα καθεστώτα, στα πλαίσια αποικιοκρατικών πολιτικών που βοηθούν το Κεφάλαιο να αυτο-αξιοποιηθεί.

Την ίδια στιγμή, το να χρησιμοποιείται ο όρος «πρόσφυγας» σε βάρος του «μετανάστη», υποβιβάζει μια μακρά μεταναστευτική ιστορία, βάζει σε λήθη τις αιτίες εκτόπισης και μετακίνησης της εργατικής τάξης εκεί όπου το κεφάλαιο δημιουργεί τον χωροχρόνο του, το πλαίσιο εκμετάλλευσής του.

Ο ΟΗΕ μπορεί να δηλώνει κατηγορηματικά ότι «οι μετανάστες δεν επιλέγουν να μετακινηθούν εξαιτίας μιας άμεσης απειλής ή λόγω κινδύνου της ζωής τους […] δεν αντιμετωπίζουν τα ίδια εμπόδια με τους πρόσφυγες στο να επιστρέψουν […] συνεχίζουν να απολαμβάνουν την προστασία της κυβέρνησής τους», ωστόσο, οι ριψοκίνδυνες επιλογές ενός οικονομικού μετανάστη από χώρες όπως το Πακιστάν, το Κασμίρ ή αλλού είναι προδιαγεγραμμένες λόγω της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης που λειτουργεί καταλυτικά στη δίωξή του. Οι προηγούμενες γενιές μεταναστών εργατών γεννιούνται σε χώρες όπου ο πολιτικός αυταρχισμός και η ένταση του οικονομικού πολέμου δεν τους αφήνουν άλλη επιλογή.

Μπορεί οι σφαίρες να μην σφυρίζουν στ’ αυτιά τους (μπορεί όχι με την ίδια συχνότητα και ένταση), μπορεί «το επείγον» τους να μην είναι το ίδιο μ’ εκείνο των προσφύγων, ωστόσο κρίνοντας από την προσοδοφόρα βιομηχανία απελάσεων που τρέφει το σκέλος της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, αντιλαμβάνεται κανείς ότι τεράστια κομμάτια του παγκόσμιου προλεταριάτου εξωθούνται συστηματικά εκ νέου σε συνθήκες αβίωτες, σε συνθήκες που τους ωθούν να πάρουν το ρίσκο ενός φονικού ταξιδιού, στα χέρια κάποιου διακινητή (άλλος ένας κρίκος της αλυσίδας, όχι βέβαια της τάξεως της κρατικής ισχύος, που κερδίζει από τις εκτοπίσεις της εργατικής τάξης).

Ο πόλεμος από τον οποίο αποδρούν οι Σύροι και άλλοι πρόσφυγες είναι πραγματικός. Πρόκειται για τον ίδιο, πραγματικό και βιωμένο μέχρι το μεδούλι οικονομικό πόλεμο που έχει εξαπολύσει ο καπιταλισμός των ημερών μας στην παγκόσμια εργατική τάξη, στους μετανάστες σ’ όλο τον κόσμο. Η συζήτηση για την προσφυγική ή μεταναστευτική ιδιότητα έρχεται να «θολώσει» αυτόν τον πόλεμο, επιχειρεί στο όνομα «των ανθρώπινων δικαιωμάτων» να αφανίσει την πραγματικότητα της ταξικής πάλης και των πρωταγωνιστών της.