in seconds – “πότε θα τελειώσουμε με σας;”

Άλλη μια σύντομη ιστορία απ’ το Χαλέπι, κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου της επανάστασης στη Συρία, η μαρτυρία του Μάζεν.

 




in seconds – πίσω απ’ τον ήλιο | μια ιστορία απ’ το Χαλέπι

Μια μικρή αφήγηση, ένα ασήμαντο περιστατικό, σε μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε την ιστορία όχι με όρους αποφάσεων ηγετών και βαρυσήμαντων διπλωματικών εξελίξεων, αλλά όπως τη βιώνουν και τη δημιουργούν οι άνθρωποι.

 




Πρωινή βόλτα στην Κνωσό

 

DSC_0406

DSC_0397

DSC_0394

DSC_0341

DSC_0356

 




Θέλω να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους

 

480full-ralph-steadman

Ralph Steadman

 

(εισαγωγικό)

Απέναντι σ’ ένα σπίτι που έμενα παλιά, χαμηλά στη σόλωνος, στο πάρτι μιας κοινής φίλης που θα έπρεπε να την έχουν όλοι φίλη, σ’ ένα μπαρ που ήταν ποτισμένο με τσιγάρα από τους τοίχους ως τα ποτήρια και από τα ρούχα ως τα δόντια και τις συλλαβές, εκεί κάπου, χωρίς να βλέπω πολύ καλά από την κούραση, είχα μια μικρή κουβέντα.

«Θα φύγω για τη Μαδαγασκάρη», μου λέει.

«Πάλι θα φύγεις, και τι θα κάνεις τώρα;» απαντάω.

Αφού μου δίνονται οι απαραίτητες εξηγήσεις, πληροφορίες και εικόνες, προκύπτει ότι είμαι ο μόνος που δεν έχει ρωτήσει «για πόσο καιρό;».

«Ωραία, για πόσο καιρό;»

«Εντάξει, δεν θα κάτσω για πάντα. Έχω καταλήξει νομίζω. Θέλω να γεράσω εδώ, να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους».

Κάπως έτσι γεννήθηκε το παρακάτω.

Άρχισα να φεύγω σιγά σιγά, πρώτα κοντά, λίγο, να απλώνεις χεράκι να φτάνεις. Για τα μακρινά έφυγα από περιέργεια. Εφηβικά σχεδόν, να δοκιμάσω τα όρια.

Εκεί που πήγα δεν ήταν όμορφα, δεν είχε πάρκα, σιντριβάνια, ποδηλατόδρομους και κοινωνικό κράτος, θέατρα, σινεμάδες, τέχνη γενικώς. Δεν είχε καφετέριες και μπαρ, κοκτέιλ και ναρκωτικά, μουσική που να ξέρω, μια γλώσσα που να αγγίζω, πολιτική που να την καταλαβαίνω, αναφορές να γελάω, φίλους να εκτιμώ και γωνιές να αναγνωρίζω.

Είχε ζέστη, σκουπίδια, θάλασσα, πηχτό αέρα, μάτια, χέρια, αλάτι, βρωμιά, θόρυβο, κομπίνα , ελιγμό, εξατμίσεις // και φρούτα. Είχε καταπίεση και πόνο στην ιστορία και τη στιγμή, υλική υπόσταση σε όλα, συνάντηση και αναμέτρηση, είχε έκπληξη – για μένα – είχε ομορφιά, είχε ανθρώπους που με κοιτούσαν και απενοχοποίησαν το δικό μου βλέμμα. Εκεί που πήγα ήταν όμορφα. Κι εγώ εθίστηκα.

Εδώ έχει τη γλώσσα μου να με σηκώνει, να με τυλίγει, να με νανουρίζει, να μου λέει γλυκόλογα και να με πνίγει, έχει κλισέ να με ζορίσουν και να με σώσουν και ματιές να ακουμπήσω. Η πολύτιμη καταγωγή μου. Αυτά τα χρώματα που αναγνωρίζω, αυτά τα λόγια που αποκωδικοποιώ και μέσα σ’ αυτά ο τρόμος, η ανελευθερία, η καταπίεση κι ο φασισμός που μου ζητάει να παίρνω θέση – κάθε στιγμή – κι εγώ παίρνω θέση και η θέση μου είναι σωστή, αλλά ξέρεις κάτι; Δε θέλω πάντα. Θέλω να καταλαβαίνω λιγότερα. Εθίστηκα στο συναίσθημα να κοιτάς χωρίς να μπορείς να αποκωδικοποιήσεις.

Φεύγω για να μπορέσω να γυρίσω.

Να γίνω γριά στη Θεμιστοκλέους.

 

Η Ελίζα Παναγιωτάτου είναι συγγραφέας του βιβλίου «Αυτά έγιναν χτες», από τις εκδόσεις «κουκούτσι». 

 

(εισαγωγικό: Χρήστος Σύλλας)




Μάους παντ σε προχωρημένη σήψη

σκίτσο του Γιάννη Νικολόπουλου

σκίτσο του Γιάννη Νικολόπουλου

Στο γραφείο δεν έχω μάους παντ. Τη δουλειά αυτή κάνουν δυο λευκές κόλλες χαρτί. Η επάνω έχει διάφορες μικρές σημειώσεις, λέξεις, τηλέφωνα, ονόματα και την ανανεώνω κάθε τόσο που γεμίζει. Στην από κάτω, έχει μόνο ημερομηνίες και αριθμούς: 2/9-26/10-> 69 παιδιά, 28-30/10-> 86 άτομα, 4/11-> 5 άτομα, 5/11-> 5 άτομα, 7/11-> 2 άτομα, 10/11-> 7 άτομα, 11/11-> 18 άτομα, 13/11-> 2 παιδιά, 16/11-> 2 παιδιά, 25/11-> 3 άτομα, 3/12-> 3 άτομα, 4/12-> 1 άτομο, 3 αγνοούμενοι, 8/12-> 6 παιδιά, 9/12-> 12 άτομα, 12 αγνοούμενοι, 10/12-> 4 άτομα, 15/12-> 3 άτομα, 17/12-> 7 άτομα, 24/12-> 8 άτομα, 25/12-> 5 άτομα, 28/12-> 4 ξεβρασμένα πτώματα σε προχωρημένη σήψη. Ένα κοριτσάκι, δύο γυναίκες και ένας άντρας. Χριστούγεννα σε προχωρημένη σήψη.

Κάθε πρωί ένα μικρό μνημόσυνο. Για να μην ξεχάσω. Για να μη συνηθίσω. Κάθε πρωί που ανοίγω τα μέηλ μου, πριν αρχίσω τη δουλειά, ντρέπομαι λίγο ακόμη, νιώθω ένοχη λίγο ακόμη, αγγίζω την αδικία αυτού του κόσμου λίγο ακόμη, σιχαίνομαι την Ευρώπη λίγο ακόμη, ορκίζομαι να μισώ τα σύνορα για πάντα. Τα σύνορα του χώρου και του χρόνου. Και θέλω να χυθώ σαν το μέλι πάνω από το δίχτυ του χρόνου και να κάνω τρεις στάσεις. Να γίνω πέτρα στα χέρια του homo erectus, στη μετανάστευσή του από την Αφρική στην Ευρώπη, χιτώνας ετέρας μετοίκου στην Αρχαία Αθήνα και κόκκος στην πρώτη παπαρούνα της άνοιξης στην Παλαιστίνη. Να μην έχω καμία έγνοια και καμία έννοια. Nα μη χρειάζεται να με χιλιοευχαριστεί ο Mohamed επειδή έκανα το αυτονόητο, να μην κλαίει η Joy όταν τη ρωτάω τι πιστεύει ότι θα της συμβεί αν γυρίσει στη χώρα της, να μην κυκλοφορεί με σαγιονάρες μες στο κρύο ο Abdul, να μη λέω στον Ahmed να μη βγαίνει από την κατάληψη γιατί μπορεί να τον συλλάβουν, να μη χρειάζεται να εξηγώ στον Amir ότι δε μπορεί πια να πάει στη Γερμανία, επειδή είναι Ιρανός και όχι Ιρακινός, Σύριος ή Αφγανός, να μην ξενυχτάει από το άγχος ο Hasan γράφοντας τη ζωή του σε χαρτάκια πριν τη συνέντευξη, να μπορεί να φοράει γυναικεία ρούχα ο Sahid χωρίς να φοβάται, να έχει αντιρετροϊκά φάρμακα η Amina και μπουφάν για τη μικρή της η Martha, να μην ξυπνάει από εφιάλτες η Betty βλέποντας τους βιασμούς της σε επανάληψη, να μη βουρκώνει ο Ali όταν μου λέει ότι έχει 5 χρόνια να μιλήσει με την οικογένειά του. Να μην κλαίω και ‘γω στην αναμονή της Υπηρεσίας Ασύλου διαβάζοντας το «Κάτι θα γίνει θα δεις». Να είναι και η προσφυγιά μια έννοια ανύπαρκτη, σαν τα σύνορα του χώρου και του χρόνου. Να βγάλουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα από τα βιβλία όπου επιμελώς τα θάβουν και να τα κάνουμε μαχαίρια που θα σκίσουν τους φράχτες, γάλα και μπουφάν και ζεστά παπούτσια και φάρμακα και δουλειά και σπίτια με ρεύμα και νερό.

Αυτή την Πρωτοχρονιά, που η ελπίδα ψόφησε πριν φτάσει και βρίσκεται τώρα σε προχωρημένη σήψη, τίποτα επιστημονικό και νηφάλιο δε μπορώ να γράψω για τα σύνορα. Κανέναν «κυβερνητικό παράγοντα» δεν αντέχω να ακούω να μιλάει για προσπάθεια αντιμετώπισης «της προσφυγικής κρίσης» και ούτε η αρχή της «κυριαρχίας» ούτε άλλη κατασκευασμένη αρχή του διεθνούς δικαίου, μπορεί να ερμηνεύσει το καθημερινό προσκλητήριο νεκρών στο μάους παντ μου.

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




όλο το ασήμι

1.

 

Στο κέντρο της αίθουσας ένα μικρό συντριβανάκι, το νερό κυλάει σε διάφορους χρωματισμούς. Κάποιες ελάχιστες σταγόνες χτυπάνε στην άκρη, ξεφεύγουν και σκάνε στο πάτωμα. Στο ξύλινο πάτωμα τρίζουν δεκάδες μαύρα καλογυαλισμένα παπούτσια και μερικά τακούνια, τα περισσότερα όχι ιδιαίτερα ψηλά. Στην άκρη της αίθουσας ένα χέρι κάνει την χαρακτηριστική κίνηση, στηρίζοντας καλύτερα τη γραβάτα στο λαιμό. Ανάμεσα στα σκούρα κοστούμια πολλές στολές σιδερωμένες και τοποθετημένες στην εντέλεια πάνω στα σώματα. Στα τραπέζια οι σαλάτες έχουν τελειώσει, κάποιοι τρώνε γαρίδες, σερβίρεται ένα πικάντικο ρύζι. Τα λευκά πουκάμισα των σερβιτόρων κυκλώνουν με τη συνήθη χορογραφία τους τη δεξίωση. Τα χέρια τους χορεύουν με μπουκάλια κρασί, μια κόκκινη ουσία αιωρείται, χύνεται από μια πανάκριβη πηγή και αναπαύεται σε κολωνάτα ποτήρια, λίγο πριν βάψει τα χείλη.

Κάπως καθυστερημένα είναι η αλήθεια μπαίνει κι εκείνη στην αίθουσα. Η ορχήστρα, ναι υπάρχει και ορχήστρα, κάνει μια παύση. Η τρομπέτα ιδρώνει μόνη της, παίρνει ανάσα. Ορισμένα κεφάλια γυρίζουν ενστικτωδώς, οι άλλοι με τις γαρίδες στο στόμα αναρωτιούνται που γυρίζουν τα κεφάλια την ώρα του φαγητού. Έχει τραβηγμένα τα ξανθά μαλλιά της, κολλημένα στην εντέλεια, καταλήγουν σε μία απλή κοτσίδα και φοράει ένα ασημένιο, ναι ένα ασημένιο φόρεμα.

2.

 

Την παρατηρούν να περπατάει, να διασχίζει την γεμάτη αίθουσα αργά και με άνεση, λες και είναι μόνη της στο σαλόνι του σπιτιού της. Το ξέρουν πως στο τραπέζι τους θα κάτσει. Στρώνουν πουκάμισο, καλού κακού σκουπίζουν αόρατους λεκέδες γύρω στο στόμα. Μιλάνε ψιθυριστά μεταξύ τους.

– Μαλάκες συριζαίοι. Παραλίγο να μας γαμήσετε. Παραλίγο να μας γαμήσετε.

– Άσε μας ρε μαλάκα. Κοίτα μπροστά σου. Μόνο εμείς, μόνο εμείς έχουμε φέρει τέτοιο κόσμο. (Εντωμεταξύ γελάει και λίγο). Και στην τελική  σκέψου και το εξής, για ποιον θα ερχόταν τέτοιο κορίτσι; Για τον Σαμαρά ή για τον Παπαδήμο; Μόνο εμείς τα κάνουμε αυτά. Κοίτα.

– Εγώ να κοιτάξω ρε; Εγώ ή εσύ; Κοίτα ρε από τι πήγαν να μας αποκλείσουν οι νερόβραστοι, οι ξεπλένηδες, τα μαλακισμένα, οι κομμουνιστές του κώλου. Κοίτα ρε μπροστά σου. Έτσι γαμάει η Ευρώπη ρε. Έτσι.

Δεν τελειώνει καλά καλά τη φράση του και έχει σηκωθεί με αξιοσημείωτη χαλαρότητα και μετακινεί λίγο την καρέκλα δίπλα του, όσο χρειάζεται για να καθίσει αυτή. Η πράξη του ολοκληρώνεται με ένα απαλό άγγιγμα στον ώμο της, σαν αυτό να είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Του χαμογελάει.

3.

 

Έτσι γαμάει η Ευρώπη. Με ξανθά μαλλιά και ασημένιο φόρεμα. Το πρωί η Ευρώπη κατέφτασε στο υπουργείο με σκούρο φόρεμα, χαλαρό πουλόβερ και αόρατο μαστίγιο. Μπήκε στην αίθουσα για μια ενημέρωση παύλα συζήτηση για την κατάσταση στα θαλάσσια σύνορα. Οι υπόλοιποι ήταν ήδη μέσα στο χώρο με τους γαλλικούς τους (γεύση φουντούκι) και τα κρουασανάκια μπροστά τους. Το κλίμα ήταν πολύ καλό, μέχρι να μπει, γίνονταν και κάποια αστειάκια. Την περίμεναν λίγη ώρα, είχαν ακούσει γι’ αυτή. Αξιωματούχος της Frontex, υπεύθυνη λέει, για τα ελληνικά θαλάσσια σύνορα από σήμερα, αλλά όλοι ήξεραν πως δε θα καθόταν πολύ. Προοριζόταν για μεγάλα πράγματα. Τεχνοκρατική αντίληψη, με έμφαση στην καινοτομία, είχε κάποτε μιλήσει σε ένα συνέδριο και έλεγε μόνο «επιτήρηση, επιτήρηση, επιτήρηση» και «δεν είναι οι άνθρωποι το κατάλληλο όργανο γι’ αυτή τη δουλειά». Αυτά έλεγαν στο υπουργείο όλη τη βδομάδα και γελούσαν «είναι οι άνθρωποι κατάλληλο όργανο» για το τάδε και για το δείνα, για την επιτήρηση των συνόρων και την παρασκευή φρέντο εσπρέσο μέτριου και άλλα παρόμοια. Και έρχεται λέει στο τέλος της εβδομάδας η μνηστή των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, η αγαπητικιά των drones. Και γελούσαν στους διαδρόμους. Αλλά κακώς γελούσαν, σκεφτόταν τώρα αυτός, γιατί το πρώτο που λες σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι οι απόψεις της για την επιτήρηση, αλλά ότι τέλος πάντων είναι υπερβολικά όμορφη, δηλαδή τι υπερβολικά όμορφη, μιλάμε για περίπτωση χολιγουντ. Τώρα, η Ευρώπη καθόταν δίπλα του, με ασημένιο φόρεμα και ξανθά μαλλιά. Αν δεν τον είχε καυλώσει, θα έλεγε ότι δίπλα του κάθεται το φως το ίδιο, ότι σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο, για όσο χρειάζεται δηλαδή, να τρέχει σαν τρελό και έκατσε στη διπλανή καρέκλα και τώρα αυτός τρώει γαρίδες – πολύ προσεκτικά – δίπλα από το φως το ίδιο. Αλλά η κουβέντα περί φωτός δεν ξεκινά, γιατί αυτός τώρα δε βλέπει ούτε φως, ούτε γαρίδες, ούτε το συντριβανάκι στη μέση της αίθουσας, ούτε την ορχήστρα στο βάθος. Βλέπει μόνο τα πόδια της μέσα απ’ το ασημένιο φόρεμα. Τώρα η Ευρώπη καθόταν δίπλα του.

4.

 

Το πρωί η Ευρώπη μπήκε καθυστερημένα στην αίθουσα, δεν είπε καλημέρα, καλησπέρα, χαίρεται, μόνο έκανε νόημα, έπαιξαν το PowerPoint, ένα τεράστιο PowerPoint, το οποίο ήταν αφιερωμένο στα λάθη, τις παραλείψεις, τα προβλήματα της ελληνικής πλευράς. Ο λαιμός του υπουργού, εκεί γύρω απ’ το αυτί, ίδρωνε σαν τρελός. Η Ευρώπη μας ξέχεζε, μας έλουζε με ότι επίθετο μπορούσε να είναι συνώνυμο της ανικανότητας, μας αποκαλούσε άσχετους και ερασιτέχνες, δήλωνε σε κάθε ευκαιρία την έκπληξή της για το επίπεδο. Το τόσο ανέλπιστα χαμηλό επίπεδο. Θα έλεγε κανείς ότι στην αίθουσα έπεφτε ξύλο. Ο πρώτος που θα έπρεπε να ανησυχεί και να νιώθει τους μώλωπες και τις εκδορές ήταν αυτός. Αυτός όμως μόνο κοίταζε την Ευρώπη καθώς έλαμπε, συγκρατημένα έξαλλη, μπροστά στο PowerPoint.

5.

 

– Μαίρη, τις γαρίδες, τις γαρίδες.

– Ναι, ναι έχω φύγει ήδη.

Ανοίγει την πόρτα της κουζίνας με τις γαρίδες στο δίσκο και, περίεργο, η ορχήστρα κάνει σαν παύση. Γυρνάει να κοιτάξει, όλη η αίθουσα γυρνάει να κοιτάξει, και κοιτάζει τη γυναίκα με το ασημένιο φόρεμα και τα ξανθά μαλλιά. Στέκεται για ένα δευτερόλεπτο και μετά συνεχίζει.

Πηγαίνει σε ένα από τα τραπέζια, όλοι τους με στολές, στους ώμους φοράνε αστεράκια. Δεν την κοιτάζει κανένας, δεν κοιτάνε καν το δίσκο καθώς περνάει μπροστά από τα μάτια τους και κατεβαίνει για να αφήσει τα πιάτα. Πιάνει σιγανά γελάκια, «την καριόλα», ξανά γελάκια. Ένα γκρίζο μουστάκι βυθίζεται στο κόκκινο κρασί, μια σταγόνα έχει μείνει πάνω στις τρίχες. Το μουστάκι δεν γελάει με τους άλλους, μονολογεί, «θα μας πει αυτή για τα σύνορα». Ξαναμπαίνει στην κουζίνα. Δεν σκέφτεται τίποτα, δεν έχει εκνευρισμούς, αισθήματα, τάσεις για εμετό. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο από μια οποιαδήποτε δεξίωση. Τι στολές, τι κοστούμια, τι αθλητικές φόρμες. Αυτή φοράει το άσπρο πουκάμισό της κουμπωμένο μέχρι πάνω και σερβίρει τυφλή, έχοντας συνειδητά στερήσει από τον εαυτό της την ικανότητα να βλέπει πρόσωπα. Πιάτα, δίσκοι, ποτήρια, φούρκες γύρω από στρογγυλά τραπέζια. Είναι ένα αμάξι που τρέχει σε μια πίστα όλο στροφές μεταφέροντας πιάτα από το σημείο εκκίνησης στον τερματισμό. Τα τζάμια όμως είναι φιμέ. Ο οδηγός έχει δεμένα τα μάτια. Πάει από ένστικτο και επαγγελματισμό. Δεν κάνει λάθη, και ευτυχώς δεν χρειάζεται να βλέπει τη διαδρομή.

6.

 

Στην κουζίνα βλέπει τον μικρό πάλι με το κινητό πάνω απ’ το δίσκο. Πάει να του κάνει παρατήρηση, αλλά ξέρει πως έχει άδικο. Έχουν γίνει όλα όσα πρέπει. Έχουν πέντε λεπτά περιθώριο μέχρι να αρχίσουν να βγαίνουν με τα επόμενα.

– τι κάνεις εδώ ρε θηρίο;

– Τι να κάνω Μαίρη. Facebook. Χαζεύω.

– Τι χαζεύεις δηλαδή; Δεν κάνει να δω λίγο κι εγώ που δεν έχω κινητό να μπορώ να μπαίνω όποτε θέλω;

Πάει πάνω απ’ το κεφάλι του. Στην αρχή συγκεντρώνεται ασυναίσθητα στο κίτρινο από το τσιγάρο δάχτυλο που κινείται σα να χαϊδεύει απαλά την οθόνη. Έπειτα βλέπει το timeline του μικρού, τι μικρού δηλαδή, δεν είναι κανείς μικρός στα 25, αλλά αν εσύ είσαι 35, μικρό τον βλέπεις. Ένα δυο τραγούδια στο youtube, Captain Beefheart και Molly Nilsson.  Κάτι φτηνά φοτοσοπ, ένα στάτους κάποιου που ψάχνει να παρκάρει. Ύστερα μια φωτογραφία. Είναι αφηρημένη, δεν βλέπει καλά. Κάτι ασημένιο. Δεν είναι ασημόχαρτο, είναι κάτι ασημένιο. Μια γυναίκα και κάπου ξεπροβάλλει ένα μικρό προσωπάκι, ένα παιδί. Δύο άνθρωποι μέσα σε ασημόχαρτο αγκαλιάζει ο ένας τον άλλο και οι δυο το ασημόχαρτο. Από κάτω ένα σχόλιο για τη Λέσβο, δεν μπορεί να το διαβάσει ακριβώς, δεν διακρίνει τα γράμματα, είναι θολά. Ζαλίζεται. Όχι ακριβώς, λίγο. Το κιτρινισμένο δάχτυλο συνεχίζει το χαβά του, αυτό το χάδι πάνω κάτω στην οθόνη, αυτή έχει απομείνει εκεί πίσω απ’ το κεφάλι του μικρού και δεν το θέλει, δεν το συνειδητοποιεί, δεν το κάνει επίτηδες, μόνο που ακούει τις λέξεις που βγαίνουν απ’ το στόμα της.

– Ο Νικολάκης μου.

– τί ‘πες;

7.

 

Στέκονται για ώρα στο μπαρ. Το κρασί δεν έκανε ή δεν έφτανε. Η υπόλοιπη παρέα του τραπεζιού δεν έκανε σίγουρα. Πίνουν ουίσκι, τσουγγρίζουν αραιά και που, ακόμη πιο αραιά μιλάνε. Χαμογελάνε καθώς λένε τυπικές κουβέντες. Ο κόσμος, οι πόλεις, τα μπαρ, η μουσική, ο καιρός στην Ελλάδα. Αυτός πίνει κάπως πιο γρήγορα, είναι τυφλωμένος ήδη από το ασημένιο φόρεμα, τι παραπάνω να κάνει το ποτό; Τον έχει ήδη υπνωτίσει το ασήμι. Την κοιτάζει με νόημα, πάει κάτι να πει, κάτι ταυτόχρονα βαθύ και ρηχό. Τον σταματάει με ύφος κάπως αυστηρό και του λέει κάτι του στιλ «μην το σκεφτείς καν». Αυτός ζητάει συγνώμη λίγο αμήχανα, αλλά γλυκά. Πίνει άλλη μια γουλιά και μετά από τρία λεπτά της λέει ότι θα επιστρέψει σε λίγο. Διασχίζει την αίθουσα που είναι πια μισοάδεια. Κοντοστέκεται, παριστάνει ότι χαιρετάει ένα συνταγματάρχη, ταγματάρχη, αντιστράτηγο ούτε που έχει σημασία, που κάθεται σε ένα τραπέζι στην άκρη της αίθουσας. Μετά από μερικές κουβέντες με τον στρατιωτικό που θα μπορούσαν να είχαν ειπωθεί οπουδήποτε με οποιονδήποτε, κινείται προς την τουαλέτα. Κλειδώνει την πόρτα πίσω του και ακουμπάει το μέτωπό του στον κρύο τοίχο. Αναρωτιέται αν έκανε χοντράδα, αλλά σκέφτεται ότι αυτή ήταν ευγενική, το όχι της ήταν οριστικό, αλλά σίγουρα ευγενικό, σχεδόν φιλικό. Άφησε ένα στεναγμό ανακούφισης και καθώς το στέρνο του ξεφούσκωνε, άδειαζε από αέρα και ανησυχία, συνειδητοποίησε ότι ήταν ήδη καυλωμένος. Όσο άκουγε και επεξεργαζόταν το όχι, η φαντασία του έπαιζε το έργο του ναι. Χωρίς να μετακινήσει το κεφάλι του, που παρέμενε κολλημένο στον τοίχο πάνω απ’ τη λεκάνη, ξεκούμπωσε το παντελόνι του και αμέσως ξεκίνησε να την παίζει με ένα αλλόκοτο πάθος, λες και είχε βαλθεί να αποδείξει κάτι σε κάποιον. Καθώς έχυνε ασήμι, τραντάχτηκε και χτύπησε το μέτωπό του στο σοβά, μισοσοβαρά μισοαστεία, μισοκαταλάθος μισοεπίτηδες.

8.

 

Η Μαίρη εντωμεταξύ καθαρίζει τα ποτήρια που έχουν μείνει στα άδεια τραπέζια της σάλας. Αδειάζει και κανένα τασάκι, άτσαλα όμως. Γλιτώνει τη ζημιά μια δυο φορές τελευταία στιγμή, από τύχη. Μπαίνει στην κουζίνα αφήνει το δίσκο δεν ακούει που τη ρωτάνε «τι έγινε; Είσαι καλά;» παίρνει την τσάντα της βγαίνει από την κουζίνα βγάζει το κινητό της από την τσάντα και κλείνεται σε μία τουαλέτα.

– Έλα

– ..

– Έλα παιδί μου, τι έγινε; Είσαι καλά;

– Έλα, έλα, καλά είμαι. Τι κάνει ο Νικολάκης;

– Καλά είναι, αλλά τι έγινε; Γιατί ρωτάς; Κλαις; Τι έγινε ρε Μαίρη;

– Τίποτα. Μπορείς να μου πεις τι κάνει ο Νικολάκης;

– Κοιμάται, τι να κάνει τέτοια ώρα; Να σου πω, πάλι μαλακίες κάνουνε εκεί πέρα; Να σηκωθείς να φύγεις. Να πάνε στο διάολο, να τους γράψεις στ’ αρχίδια σου, στο έχω ξαναπεί. Έλεος με το κωλο catering. Έλεος. Σου ‘χουν βγάλει την ψυχή.

– ..

– Θα μιλήσεις ρε παιδί μου; Τι έγινε;

– Πήγαινε σε παρακαλώ στο δωμάτιο του Νικολάκη να μου πεις τι κάνει.

– Τι λες ρε Μαίρη; Τι έπαθες; Τι να πάω να κάνω στο δωμάτιο τώρα, κοιμάται σου λέω. Μπορείς να μου πεις τι..

– Πήγαινε σε παρακαλώ πάρα πολύ, πήγαινε τώρα

– Δεν είμαστε καλά. Πάω ρε Μαίρη, αλλά εγώ στο λέω να σηκωθείς να φύγεις από κει, έλεος πια με τον κάθε μαλάκα, που επειδή έχουμε ανάγκη δηλαδή θα κάτσουμε να μας..

– Σταμάτα λίγο και πες μου.

– Ρε γαμώτο, κλαις ε; πες, το καταλαβαίνω, σ’ ακούω ρε γαμώτο.

– Πες μου.

– (ψιθυρίζει) Κοιμάται ρε Μαιρούλα. Έχει κάνει την κλασσική φωλίτσα του, έχει σκεπαστεί λες και είναι στη Σιβηρία, ίσα που βλέπεις λίγο μάτια, λίγο μύτη. Αυτός θα σκάσει μια μέρα έτσι που το πάει, να μου..

Κλείνει το τηλέφωνο ή μάλλον δεν το κλείνει, της πέφτει απ’ τα χέρια, είναι στο πάτωμα κι έχει βγει η μπαταρία. Το κοιτάει και ξεσπάει για τα καλά. Δεν μπορεί να συγκρατηθεί, τι την έπιασε, αναφιλητά που έχει να ρίξει χρόνια, δεν είναι τουαλέτα εδώ, εδώ είναι κηδεία κανονική, νεκροταφείο, αίθουσα τελετών. Σκύβει να πιάσει το κινητό, δεν το καταλαβαίνει πως, αλλά μένει ξαφνικά σε μια περίεργη στάση, γονατιστή, τα χέρια σφιγμένα το ένα στο άλλο, τα ακουμπάει στη λεκάνη να κρατηθεί, αλλά μένει στο ίδιο σημείο. Δεν θυμάται τι λένε σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν θυμάται τα λόγια, άλλο πάλι κι αυτό. Δεν ξέρει να κάνει προσευχή, είναι γονατιστή όμως, οι παλάμες σφιχτές, τα δάχτυλα τυλίγουν τα χέρια, ακουμπάει το μέτωπο πάνω στα χέρια της και δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να είναι ολόκληρη μια προσπάθεια να σταματήσουν τα κλάματα.

9.

 

Η μουσική απ’ την ορχήστρα δεν ακούγεται εδώ. Ίσως και να έχουν σταματήσει. Ο τοίχος που βρίσκεται ενδιάμεσα στις αντρικές και τις γυναικείες τουαλέτες ακούει μόνο το χτύπο του κεφαλιού του καθώς χύνει με την εικόνα της ασημένιας γυναίκας και το πνιχτό θέ μου θέ μου της Μαιρούλας.

10.

 

Την γυρνάει σπίτι ο μικρός με το αυτοκίνητό του, μένουν κοντά στο Παγκράτι και δεν έχει νόημα να παίρνουν δύο αμάξια. Ακούει κάτι περίεργα και παραληρεί. «Την άκουσες την ορχήστρα εντωμεταξύ; Ρε τρελάθηκα. Mingus στους καραβανάδες; Mingus στο φασισταριό της Frontex; Πέθανα σου λέω. Κάποιος σύντροφος θα ήταν και θα σκέφτηκε θα τους παίξουμε το prayer for passive resistance γι’ αστείο. Αστείο να γελάμε εμείς μ’ αυτούς και λίγο και με τους εαυτούς μας. Πέθανα σου λέω». Αυτή δε μιλάει.

Καθώς προχωράει το αμάξι στη λεωφόρο, τους τυφλώνουν τα φώτα των απέναντι. Λες κι απέναντι τους απλώνεται κάθε τόσο κάτι ασημί.

Την πηγαίνει στο ξενοδοχείο, όλα περασμένα ξεχασμένα, είναι σχεδόν φίλοι. Ακούνε κάτι περίεργα ιντι ποπ, έβαλε ό,τι πιο ψαγμένο θεωρούσε ότι είχε στο αμάξι. Δεν πολυμιλάνε, αυτός μόνο παριστάνει λιγάκι τον ξεναγό. Η Ποσειδώνος, το ΣΕΦ, η «μεγαλύτερη ομάδα της Ελλάδας», αλλά αυτή δεν ενδιαφέρεται για αστειάκια, πόσο μάλλον αθλητικού ύφους. Νιώθει ηλίθιος για λίγο. Κοιτάζει τα πόδια της και νιώθει πάλι καλά. Δε χρειάζεται να μιλάει.

Καθώς προχωράει το αμάξι στη λεωφόρο, τους τυφλώνουν τα φώτα των απέναντι. Λες κι απέναντι τους απλώνεται κάθε τόσο κάτι ασημί.

Ξανακοιτάζει τα πόδια της, μπροστά τα φώτα των απέναντι αυτοκινήτων, κάτι πινακίδες που περνούν με ταχύτητα δεξιά κι αριστερά τους, το φως διαθλάται, το φως εξοστρακίζεται, το φως γίνεται αστέρι στο ύψος μιας πολυκατοικίας. Έχει και τα δύο χέρια του στο τιμόνι, είναι κρίμα πάντως που δεν μπόρεσε να την αγγίξει. Αύριο το πρωί έχει ξανά παρουσίαση. Μη επανδρωμένα αεροσκάφη και μαστίγιο. Ενταντικοποίηση της επιτήρησης και μαστίγιο. Καλύτερη φύλαξη των συνόρων και μαστίγιο. Και αυτός θα προσπαθεί να συγκεντρωθεί, θα προσπαθεί να απολογηθεί, θα προσπαθεί να μην παρατηρεί τον ιδρώτα του υπουργού πίσω απ’ το αυτί. Τώρα όμως είναι ακόμη οι δυο τους στο αμάξι κι αυτή έχει λύσει επιτέλους τα μαλλιά της, έχει κατεβάσει το παράθυρο και τους χτυπάει αλύπητα ο χειμωνιάτικος αέρας. Ομορφιά πέρα από κάθε περιγραφή και μετά από το όχι, ακόμη πιο ποθητή. Και κάθε φορά που τυφλώνεται απ’ το ασήμι της πόλης, σκέφτεται το δευτερόλεπτο που έχυνε και το ασημένιο της φόρεμα. Σκέφτεται το ασήμι και χαϊδεύει, σχεδόν σφίγγει τα χέρια του στο τιμόνι.

Χαμογελάει και σφίγγει το τιμόνι, λουσμένος στο ασήμι.

Δεν απαντάει στον μικρό. Η Μαίρη με δυσκολία ανασαίνει, συγκρατείται, στέκεται. Θα μπορούσε απλά να αποσυναρμολογηθεί, να λιώσει στα στοιχεία που την συνιστούν. Αλλά κάθεται λες και έχει πάθει αγκύλωση και απλά αντέχει. Οι παλάμες της είναι ακόμη ενωμένες, τα δάχτυλα μπλεγμένα μεταξύ τους σφιχτά. Τα φώτα των απέναντι, κάτι πινακίδες που περνούν με ταχύτητα δεξιά κι αριστερά, όλο το ασήμι της πόλης τους τυφλώνει. Και κάθε φορά που βλέπει τον κόσμο ασημένιο, η Μαίρη μιλάει χωρίς ήχο μέσα απ’ το στόμα της. Οι λέξεις δεν κάνουν προτάσεις. «Θε μου Θε μου». «Στο ασημόχαρτο ρε γαμώτο». «Ο Νικολάκης μου, ο Νικολάκης μου». Κι ύστερα όλα τα επαναλαμβάνει πιο γρήγορα, σα μια και μόνο λέξη. ΘεμουΘεμουΣτοασημόχαρτορεγαμώτοΟΝικολάκηςμουοΝικολάκηςμουΘεμουΘεμου. Ο μικρός τη ρωτάει τι μουρμουρίζει και συνεχίζει το παραλήρημα. «Είδες που στα λέω ρε Μαίρη; Ο καπιταλισμός παράγει ή τέρατα ή παλαβομένους. Δε μ’ ακούς όμως». Όντως δεν τον ακούει, η Μαίρη δεν ακούει κανένα εδώ και ώρα. Η Μαίρη μόνο βλέπει, η Μαίρη είναι δύο μάτια, μπορεί μόνο να κοιτάζει και να κλαίει. Και κάθε φορά που τυφλώνεται απ’ τα φώτα της πόλης, σφίγγει τα χέρια και μουρμουρίζει Θε μου Θε μου. Σκέφτεται το ασήμι του κόσμου και δαγκώνεται και γίνεται κόμπος το στομάχι και ανεβαίνει λυγμός στο λαιμό και δεν έχει λόγια να πει προσευχή και δεν έχει δύναμη να σφίξει κι άλλο τα χέρια της.

Η Μαίρη μόνο μουρμουρίζει, λουσμένη στο ασήμι.

 

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




δύο ματς κι η δυνατότητα ενός άλλου κόσμου

 

«Θα κοιτάξουμε πέρα από τη χυδαιότητα, θα μαντέψουμε τη δυνατότητα ενός άλλου κόσμου. Ένός άλλου κόσμου όπου (…) θα είμαστε συμπατριώτες και σύγχρονοι όλων εκείνων που θα θέλουν τη δικαιοσύνη και θα θέλουν την ομορφιά, όποιος κι αν είναι ο τόπος που γεννήθηκαν και η εποχή που έζησαν, χωρίς να δίνουμε καμία σημασία στα σύνορα της γεωγραφίας και του χρόνου»[1]. Ναι, Εδουάρδο Γκαλεάνο, αυτήν την ουτοπία να ψάξουμε. Τα σύνορα είναι ένα κουβάρι, γι΄αυτό προσοχή μην μπερδευτούμε. Ακολουθούν πολλά ονόματα και δυο κυρίως ματς.

Ολυμπιακό Στάδιο του Άμστερνταμ, 2 Μαΐου 1962, τελικός του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης, Μπενφίκα-Ρεάλ 5-3. Πολύς και καλός κόσμος στο γήπεδο, κι ορισμένοι έχουν γνωρίσει τα σύνορα κι από τις δυο πλευρές.

 

Με το νούμερο 14, ο Γιόχαν Κρόιφ

Τα σύνορα του χρόνου τρίζουν στις γραμμές του γηπέδου γιατί εμείς, από τον 21ο αιώνα, κοιτάζουμε το παιδί που μαζεύει τις μπάλες κι αυτό κοιτάζει το παρελθόν. Είναι ένα κοκκαλιάρικο, καστανό αγόρι, ορφανό από πατέρα και τον φωνάζουν Γιόπι, αλλιώς Γιόχαν Κρόιφ. Στο μέλλον θα του αρέσουν πολύ οι Μπιτλς που σε ένα μήνα θα υπογράψουν στην ΕΜΙ, προς το παρόν έχει παρατήσει το σχολείο και παίζει μπάλα όλη μέρα. Είναι τόσο εγωιστής που υποψιάζεται ότι μια μέρα θα γίνει ο καλύτερος στον κόσμο αλλά δεν ξέρει ακόμη ότι θα προπονήσει κάποτε, από το 2009 ως το 2013, μια εθνική ομάδα ποδοσφαίρου που δεν υπάρχει, την Εθνική Καταλωνίας. Ο δεκαπεντάχρονος Γιόχαν κοιτάζει με τα μάτια του έρωτα έναν κυρίως παίκτη μέσα στο γήπεδο, το είδωλό του, τον βετεράνο πια καλύτερο παίκτη του κόσμου Αλφρέδο ντι Στέφανο.

 

Στον ρόλο του Ξανθού Βέλους, ο Αλφρέδο ντι Στέφανο

Ο Αλφρέδο δεν υπολόγισε ποτέ πολύ τα γεωγραφικά σύνορα: η μαμά του ήταν λίγο Γαλλίδα και λίγο Ιρλανδή, ο μπαμπάς του Ιταλός, ο ίδιος γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες και έχει προλάβει ήδη, ο αθεόφοβος, να παίξει για τρεις εθνικές ομάδες, την Αργεντινή,  την Κολομβία –που δεν υπήρχε τότε ούτε αυτή, στο ποδόσφαιρο υπάρχουν μόνον οι χώρες που αναγνωρίζει η Διεθνής Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία– και την Ισπανία.  Αυτή η τελευταία του πατρίδα είναι δώρο του στρατηγού Φράνκο, που εν ονόματι του εθνικισμού του άνοιξε τα θέοκλειστα σύνορα της σκοτεινής του Ισπανίας ώστε να αποχτήσει μια ισχυρή εθνική ομάδα. Έδωσε την ισπανική υπηκοότητα στον Ντι Στέφανο, στον Λάζλο ή Λαντισλάβ ή Λαντισλάο (τρία μικρά ονόματα για τις τρεις του χώρες, τις τρεις εθνικές στις οποίες έπαιξε, Ουγγαρία, Τσεχοσλοβακία και Ισπανία) Κουμπάλα, και σε  έναν ακόμη ποδοσφαιριστή που βρίσκεται στο Εθνικό Στάδιο του Άμστερνταμ στις 2 Μαϊου του 1962. Είναι συμπαίκτης του Ντι Στέφανο, θα βάλει τα τρία γκολ της ηττημένης Ρεάλ και τον λένε Φέρεντς Πούσκας.

 

Με το νούμερο 10, ο Φέρεντς Πούσκας (κι οι σύντροφοί του)

Κι αυτός ήταν κάποτε, περίπου από το 1950 ως το 1956, ο καλύτερος παίκτης του κόσμου, αλλά όχι μόνος του, μαζί με όλους τους συμπαίκτες του στην Εθνική Ουγγαρίας. Όλοι μαζί, γιατί εκείνη η ομάδα φιλοδοξούσε να παίζει ένα « σοσιαλιστικό ποδόσφαιρο »  όπου « κάθε παίκτης θα μπορεί να παίζει σε όλες τις θέσεις και όλοι θα συνεισφέρουν ισότιμα στην κοινή προσπάθεια » –έτσι το περιέγραφε ο προπονητής της, ο Γκούσταβ Σέμπες. Αργότερα, όταν θα έχει πια μεγαλώσει ο νεαρός Γιόχαν Κρόιφ, το σοσιαλιστικό ποδόσφαιρο θα μείνει γνωστό –τι ειρωνική μεταφορά για την πικρή κατάληξη των σοσιαλιστικών ονείρων!– ως « ολοκληρωτικό », και η καλύτερη ομάδα του κόσμου θα είναι η Εθνική Ολλανδίας. Αλλά ας πούμε για το φθινόπωρο του 1956, όταν τα σοβιετικά τανκς περνάνε τα σύνορα με την Ουγγαρία και φτάνουν στη Βουδαπέστη, την ίδια στιγμή που ο Φέρεντς και η ομάδα του, η Χόνβεντ, βρίσκονται στο Μπιλμπάο για να παίξουν με την Αθλέτικ Μπιλμπάο (που τότε ονομαζόταν υποχρεωτικά Ατλέτικο γιατί τα σύνορα της Ισπανίας με τη Χώρα των Βάσκων δεν υπάρχουν). Οι Ούγγροι παίκτες και ο προπονητής τους, ο Μπέλα Γκούτμαν,  αποφασίζουν να μην γυρίσουν πίσω : ακόμη και τη ρεβάνς με την Αθλέτικ-Ατλέτικο θα την παίξουν στο Στάδιο Χέιζελ των Βρυξελλών.

Λίγα χρόνια πριν, το 1951, ένας συμπαίκτης του Φέρεντς Πούσκας, ο Σάντορ Σουτζ, είχε εκτελεστεί στα τριάντα του για έσχατη προδοσία –προσπάθησε να περάσει τα σύνορα προς τη Δύση. Το 1956, τα σύνορα της Ουγγαρίας κλείνουν αφήνοντάς τους παίκτες της Χόνβεντ απέξω. Όσοι διαλέξουν να μη γυρίσουν θα βρεθούν χωρίς πατρίδα, γιατί θα θεωρηθούν προδότες, χωρίς ομάδα, γιατί η Διεθνής Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία κηρύσσει τη Χόνβεντ παράνομη, και χωρίς δουλειά, γιατί τιμωρούνται με πολύμηνο αποκλεισμό. Ο Φέρεντς Πούσκας θα περάσει τους 18 μήνες της τιμωρίας του σε ένα στρατόπεδο προσφύγων στην Αυστρία. Μετά θα γίνει Ισπανός και θα παίξει στη Ρεάλ. Και στις 2 Μαΐου 1962 θα βάλει τρία γκολ στην Μπενφίκα που προπονεί ο παλιός του προπονητής στη Χόνβεντ, ο Μπέλα Γκούτμαν.

 

Στον πάγκο, ο Μπέλα Γκούτμαν

Ο Μπέλα Γκούτμαν θα κερδίσει το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης τον Μάιο του 1962 στο Άμστερνταμ, και γενικά είναι νικητής. Αυτός κι αν δεν υπολόγισε τα σύνορα –γύρισε, ως παίκτης ή προπονητής, είκοσι μία διαφορετικές χώρες–, διότι και τα σύνορα τον πρόδωσαν. Ήταν Εβραίος, γεννήθηκε υπήκοος της κοσμπολίτικης  Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, έπαιξε μπάλα κυρίως στη Βιέννη. Το 1938 τα σύνορα της Αυστρίας σωριάζονται χωρίς θόρυβο, αφήνοντάς τον απροστάτευτο απέναντι στη ναζιστική Γερμανία.  Θα τα καταφέρει να βγει ζωντανός από την κόλαση, στην οποία έχασε τον αδελφό του, και έκτοτε δεν θα κάτσει πάνω από δυο σεζόν σε μια ομάδα, συνήθως ούτε σε μια χώρα. Θα προπονήσει τη Σάο Πάολο και την Πενιαρόλ Μοντεβιδέο, τον Παναθηναϊκό και την Κίλμες, τον ΑΠΟΕΛ και τη Μίλαν. Ποδόσφαιρο χωρίς σύνορα.

 

Ημίχρονο : τα σύνορα του ποδοσφαίρου

Το ποδόσφαιρο ξεκίνησε κοσμοπολίτικο, όπως –να τα λέμε όλα– ο καπιταλισμός που το γέννησε. Τις πρώτες ποδοσφαιρικές ομάδες στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική τις ίδρυσαν υπάλληλοι του ταξιδιωτικού γραφείου Τόμας Κουκ, έμποροι, ναύτες, γιοι δαιμόνιων Σκοτσέζων επιχειρηματιών που γύριζαν από τις σπουδές τους στη Βρετανία, Ελβετοί τραπεζίτες,  εκκεντρικοί πρόξενοι. Οι ομάδες λέγονταν Cricket&Athletic Club στη Γένοβα, Mackenzie College Sport Club στο Σάο Πάολο, Newell’s Old Boys στο Ροζάριο στην Αργεντινή, First Vienna FC στη Βιέννη. Λίγο ενδιέφερε τι γλώσσα μιλούσαν οι παίκτες. Μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αμέσως μετά θα το αγγίξει το δηλητηριώδες φιλί της πολιτικής και θα γίνει εθνική υπόθεση, και τα παραδείγματα αφθονούν. Να ένα.

https://www.youtube.com/watch?v=SwZ8OmUFKV8

 

Στην περιγραφή ο Τζορτζ Όργουελ

Τον Νοέμβριο του 1945, έξι μήνες μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, η Μεγάλη Βρετανία και η Σοβιετική Ένωση θα αναμετρηθούν στην μπάλα. Φιλικός αγώνας Άρσεναλ-Ντιναμό Μόσχας, σαν μια υπενθύμιση ότι η ζωή ξαναρχίζει κανονικά. Στο Γουάιτ Χαρτ Λέιν, το γήπεδο της Τότεναμ, γιατί το Χάιμπουρι είναι ακόμη κατειλημμένο από το Υπουργείο Άμυνας –τόσο κοντά είναι ο πόλεμος. Το Τείχος του Βερολίνου έχει ήδη αρχίζει να υψώνεται, αόρατο ακόμη, ανάμεσα στις φίλες, σύμμαχες και νικήτριες του πολέμου χώρες. Αρχικά οι Σοβιετικοί αρνούνται να παίξουν σε χώρα του Δυτικού Μπλοκ, κατόπιν δέχονται αλλά θέτουν αυστηρούς όρους, μεταξύ των οποίων να φέρουν δικό τους διαιτητή. Η φιλοξενία των Βρετανών δεν είναι ιδιαίτερα υποδειγματική –οι παίκτες της Δυναμό κοιμούνται τρία βράδια στην Πρεσβεία τους–, η σοβιετική σημαία δεν κυματίζει στο γήπεδο, αλλά χρειάζεται γερά μάτια για να το δεις καθώς το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η πυκνή ομίχλη που σκεπάζει το Λονδίνο λίγο πριν αρχίσει το ματς.

Στο δεύτερο ημίχρονο γίνονται, λέει, πράγματα και θάματα : πέφτει ξύλο, οι Σοβιετικοί παίζουν με 12, ίσως και με 15 παίκτες, μπαίνουν γκολ που κανείς δεν είναι σίγουρος πως μπήκαν, παίκτες που αποβάλλονται ξαναμπαίνουν μέσα στο γήπεδο με την άνεσή τους, ένας θεατής παίρνει τη θέση του τερματοφύλακα της Άρσεναλ, άλλοι εμποδίζουν τον διαιτητή να επέμβει σε έναν τσακωμό. Ο Τζορτζ Όργουελ είναι ανάμεσα στους θεατές. Σκανδαλισμένος θα γράψει μετά το ματς ένα πολύ θυμωμένο και κάπως άδικο κείμενο που αρχίζει έτσι : « Τώρα που η ομάδα της Δυναμό γύρισε στη χώρα της, μπορούμε επιτέλους να πούμε ανοιχτά αυτό που πολλοί λογικοί άνθρωποι έλεγαν ήδη σε ιδιωτικές συζητήσεις. Ότι δηλαδή ο αθλητισμός είναι μια ανεξάντλητη πηγή έχθρας και ότι αυτή η επίσκεψη της Δυναμό, αν επηρέασε με κάποιον τρόπο τις αγγλο-σοβιετικές σχέσεις, είναι ότι τις έκανε χειρότερες ».

Το δίδαγμα ήταν το εξής : «Ελπίζω ότι δεν θα ανταποδώσουμε την επίσκεψη και ότι δεν θα στείλουμε κάποια βρετανική ομάδα στην ΕΣΣΔ. Αν δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, ας στείλουμε μια αδύνατη ομάδα, που θα χάσει και που με κανέναν τρόπο δεν θα θεωρηθεί ότι εκπροσωπεί τη Μεγάλη Βρετανία. Υπάρχουν ήδη αρκετές πραγματικές αιτίες διαμάχης ώστε να μη χρειαστεί να δημιουργήσουμε κι άλλες με το να ενθαρρύνουμε νεαρούς να κλωτσιούνται στο καλάμι ενώ τους αποθεώνει ένα εκστασιασμένο πλήθος ».

Ο Τζορτζ Όργουελ ωστόσο είναι ο ίδιος άνθρωπος που έγραψε πως δεν μπορούμε να παίξουμε μόνοι μας ποδόσφαιρο. Τον Δεκέμβρη του 1945, όταν τα έγραφε αυτά,  δεν σκέφτηκε πως έτσι κι αλλιώς στο γήπεδο πάμε για να νιώσουμε ότι είμαστε μαζί, καμιά φορά παριστάνοντας ότι μας χωρίζουν ανυπέρβλητα σύνορα, αρκεί να μην τα  παίρνουμε στα σοβαρά. Η καρδιά μας όμως θα είναι πάντα με αυτούς που περνάνε με ευκολία τα πραγματικά σύνορα, είτε για να παίξουν μπάλα με τους φίλους τους είτε όχι.

 

[1] Μια από τις «Ουτοπίες» του «Patas arriba: Escuela del mundo al revés

(=Ένας κόσμος ανάποδα)», 1998

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




Ένας Άνθρωπος Υπό Χρεοκοπία

 

Η σκέψη και μόνο να βρεθώ στην εφορία για να τακτοποιήσω τις ομολογουμένως ατακτοποίητες οφειλές μου μου έφερνε πονοκέφαλο. Περνώντας το κατώφλι της ΙΖ’ Αθηνών αισθανόμουν ένα τόσο δα ανθρωπάκι σε ένα καφκικό περιβάλλον ανήμπορο μπροστά στο σύστημα ενός κράτους που αποφάσιζε ερήμην του.

Το κτίριο ήταν γεμάτο και μπροστά από κάθε υπάλληλο δεκάδες άλλα ανήμπορα ανθρωπάκια περίμεναν υπομονετικά να διαπραγματευτούν, να συνεννοηθούν, να τακτοποιήσουν και εν τέλει να πληρώσουν.

Όσο πλησίαζε η σειρά μου ένιωθα να συρρικνώνομαι. Μέχρι να φτάσω στο γκισέ έγινα τόσο μικρή σχεδόν ανύπαρκτη. Η υπάλληλος με δυσκολία άκουγε αυτά που της έλεγα. Πόση φωνή μπορεί να βγάλει ένα μυρμήγκι; Ένιωθα πως είχα ολότελα χρεοκοπήσει. Ένα οικονομικό, συναισθηματικό και ψυχικό φαλιμέντο.

Έχετε χρέη; Είστε σε οικονομική κρίση;

Δεν μπορείτε να πληρώσετε το ενοίκιο σας; ούτε καν το ηλεκτρικό;

Οι προσπάθειες συμβιβασμού με τους δανειστές σας απέτυχαν;

Ο σύντροφος σας σας εγκατέλειψε;

Νιώθετε πως είστε ένα βήμα πριν την καταστροφή;

Την ίδια μέρα αργά το απόγευμα περπατώντας για το θέατρο σκεφτόμουν την τραγική ειρωνεία να δω μια παράσταση που ο τίτλος της είναι αυτό που αισθάνομαι. Η χρεοκοπία δεν είναι απλά μια λέξη, είναι μια σκιά που ζει ανάμεσα μας. Έχει γίνει κομμάτι της καθημερινότητάς μας, πίνουμε μαζί της τον πρωινό μας καφέ και της λέμε την τελευταία καληνύχτα πριν σβήσουμε το φως.

Και εκεί στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου την είδα την παντοδύναμη μέγαιρα, αόρατη και ορατή συνάμα, έτοιμη να ισοπεδώσει τον ανήμπορο άνθρωπο.

The Incredible Shrinking Man01

Στην ιστορία που ξετυλίγεται ένας άνθρωπος φτάνει στο μισό της ύπαρξης του χάνοντας σταδιακά τα πάντα.  Η γυναίκα του τον εγκαταλείπει, συγκεντρώνοντας σε μια βαλίτσα ό,τι αντέχει να κρατήσει από τη κοινή τους ζωή. Και όταν αυτή αποχωρεί η χρεοκοπία έρχεται να επισφραγίσει την ύπαρξή της μέσω ενός εντεταλμένου εκκαθαριστή.

Θα αναλάβω εγώ την υπόθεση σας , θα πουλήσω τα υπάρχοντά σας στο λεπτό

Η περιουσία σας έχει μολυνθεί, χρειάζεται κάθαρση

Η αποστολή μου είναι να εξαφανιστούν τα πάντα. Και θα εξαφανιστούν, μην αμφιβάλλετε καθόλου

Κυρίως είναι αλάθητη η μέθοδος μου

Ορίζω πολύ χαμηλές τιμές για τα πράγματα, έχω διαπιστώσει ότι φεύγουν πολύ πιο εύκολα και όλοι επωφελούνται από αυτό.

Στο πλευρό του τώρα πια στέκεται μόνο αυτός που σαν μεταμοντέρνος πνευματικός οδηγός αναλαμβάνει  να διαπραγματευτεί με τους πιστωτές και να οργανώσει ένα σχέδιο αποκατάστασης.

Ο άνθρωπος έχοντας να διαπραγματευτεί με ένα υλικό και ηθικό χωρισμό , επιστρέφει στη γύμνια του, αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία. Καλείται να αρχίσει και πάλι από το μηδέν και να εφεύρει μια καινούρια ζωή

Αυτή είναι η ευκαιρία σας να κάνετε μια νέα αρχή

Δεν χρειάζεται να φροντίζεται πια τα υπάρχοντα σας πάρα μόνο τον εαυτό σας

Ο χώρος , ο χρόνος οι φυσικές σας ανάγκες δεν θα σημαίνουν τίποτα πια για σας

επιτελούς θα βρείτε την ισορροπία σας, θα απελευθερωθείτε από τα πάντα και θα είστε έτοιμοι για την καινούρια σας ζωή

Σε αυτή την μοναχική του πορεία σύμμαχος του γίνεται ένα βιβλίο. The shrinking man. Ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας όπου ο ήρωας μέρα με τη μέρα συρρικνώνεται κατά τρία χιλιοστά και πρέπει να προσαρμόσει τις ανάγκες του σε ένα περιβάλλον ολοένα και πιο εχθρικό, πιο απειλητικό. Και με αυτόν τον ήρωα ταυτίζεται ο άνθρωπος. Είναι ο προσωπικός του ηθικός οδηγός για να προχωρήσει και να ξαναγεννηθεί.

Το έργο του David Lescot Ένας Άνθρωπος Υπό Χρεοκοπία  μιλάει για τη σημερινή Ευρώπη της οικονομικής κρίσης και των παράπλευρων συνεπειών που έχει αυτή στον άνθρωπο. Μιλάει για την κρίση που βιώνουμε όλα τα ανθρωπάκια στις ουρές της εφορίας, της τράπεζας, του νοσοκομείου. Στις ουρές των συσσιτίων που αν δεν βρεθήκαμε ακόμα είναι ένα κλικ μακριά μας. Για την κρίση της ταυτότητας, της ύπαρξης μας. Για τις αγωνίες και τους φόβους και τη μοναξιά μας.

 

Από τη διεθνή θεατρική ομάδα “BΕΑΤΝΙΚS” ,

Συγγραφέας: David Lescot

Μετάφραση: Μαρία Ευσταθιάδη

Σκηνοθεσία: Francesco Bonomo

Σκηνικά-κοστούμια: Κατερίνα Λιάκου

Eπιμέλεια κίνησης: Μαριάνθη Ψωματάκη

Μουσική επιμέλεια: Massimiliano Bonomo

Οργάνωση παραγωγής: Progetti Carpe Diem/La Casa delle Storie 

Ηθοποιοί: Σπυρίδων Ξένος, Χρήστος Τανταλάκης, Δήμητρα Χαριτοπούλου

Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων: από 7 Οκτώβρη ως 15 Νοέμβρη,

από Τετάρτη ως Σάββατο στις 21:15, Κυριακή στις 19.00 στο  Θέατρο του Νέου Κόσμου

 

 

 




το ύψος του πεζοδρομίου

 

Είναι αλήθεια πως παρακολουθήσαμε πολλά eurogroup αυτό το καλοκαίρι. Περισσότερα απ’ όσα μας αναλογούν για αυτή και την επόμενη ζωή. Πέρασαν μήνες παρακολουθώντας και ξαναπαρακολουθώντας, βλέποντας ειδήσεις στην τηλεόραση και περιμένοντας το επόμενο τουίτ ενός Άγγλου ή Γερμανού δημοσιογράφου. Είδαμε σε ατελείωτη λούπα την εικόνα του Τσίπρα και του Τσακαλώτου, ενός Ολλανδού ή ενός Γερμανού πολιτικού, καθώς έβγαιναν απ’ το αυτοκίνητο και μέχρι να μπουν στην τζαμένια πόρτα ενός άγνωστου και μακρινού κτιρίου. Κάποτε μερικές δηλώσεις, κάποτε καμία κουβέντα, πάντοτε κανένα νόημα. Απειλές, δυσκολίες, εκβιασμοί, πισωγυρίσματα, πλησίασμα στη συμφωνία και νέες απαιτήσεις. Κάποιοι ήταν απροετοίμαστοι, κάποιοι αδίστακτοι, κάποιοι λογικοί κάποιοι σκληροί και κάποιοι φιλέλληνες.

Όλοι αυτοί μαζεύονταν μέσα στο άγνωστο και μακρινό κτίριο με την τζαμένια πόρτα ή έκαναν τελεκόνφερανς, σκάιπ κόλ ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο και συζητούσαν για το ελληνικό ζήτημα. Εμείς παρακολουθούσαμε. Η κατάσταση ήταν διαρκώς κρίσιμη. Κάθε δευτερόλεπτο παίζονταν τόσα πολλά, ολόκληρες ζωές, ολόκληρο θα έλεγε κανείς το μέλλον. Ταυτόχρονα δεν παιζόταν απολύτως τίποτα.

Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης και του καλοκαιριού το είδαμε όλοι. Πέρα απ’ αυτό όμως, μπορούμε να πούμε ότι το καλοκαίρι είχαμε το αποκορύφωμα της λογικής που λέει ότι πολιτική είναι αυτό που συμβαίνει κάπου ψηλά, μακριά και απόκοσμα. Ακόμη χειρότερα δεν είναι απλώς κάτι που συμβαίνει σε κλειστά δωμάτια μεταξύ μεγάλων ηγετών και σπουδαίων προσώπων. Δεν είναι απλά κάτι που συμβαίνει και αποφασίζεται μεταξύ τεχνοκρατών, ειδικών και πρωθυπουργών. Η πολιτική είναι κάτι που δεν αποφασίζεται καν εκεί. Η πολιτική είναι μια σειρά συνεπειών που δεν αποφασίζεται πουθενά. Υπάρχει ένα πλέγμα διάσημων προσώπων, αόρατων επιχειρήσεων και γραφειοκρατικών διαδικασιών και αυτό ακριβώς το πλέγμα παράγει συνέπειες οι οποίες όχι μόνο δεν μας λαμβάνουν υπόψη αλλά αποκλείεται να είναι και θετικές.

Με άλλα λόγια στο πεδίο πολιτική όχι μόνο εμείς είμαστε αυτοί που παρακολουθούν κάποιους άλλους να παίζουν ένα παιχνίδι στο ηλεκτρονικό, αλλά και το ίδιο το ηλεκτρονικό είναι πάντα πειραγμένο, ώστε να μην υπάρχει άλλη επιλογή απ’ την ήττα. Δεν ζούμε την ΤΙΝΑ, την παρακολουθούμε σαν κάτι που βρίσκεται μακριά, μας εξοντώνει αλλά δεν μπορεί να επηρεαστεί από τίποτα. Παρακολουθούμε σπαράγματα της live μετάδοσης της διάλυσης της κοινωνίας, μαθαίνοντας σκόρπιες αντικρουόμενες πληροφορίες από ξένους δημοσιογράφους. Η μεσολάβηση χτύπησε κόκκινο, μετασχηματίστηκε και εισχώρησε μέσω της οθόνης στο φαντασιακό μερικών εκατομμυρίων ψηφοφόρων. Τίποτα δεν έχει σημασία γιατί τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρακολουθούμε αμήχανοι και αποκαμωμένοι την εξουσιοδότησή μας που χάνεται στα βάθη κάποιων κέντρων εξουσίας που δεν αναγνωρίζουμε κι ούτε μπορούμε να φανταστούμε.

Δεν πρόκειται απλά για την ιδέα της ανάθεσης ή για την περίφημη κρίση εκπροσώπησης, πρόκειται για την καθιέρωση μιας νέας οπτικής για την ίδια τη ζωή.

***

Δεν είναι καινούρια βέβαια αυτή η ιδέα. Οι «επίμονοι κυνηγοί μύθων» Καλύβας και Μαρατζίδης μας χαρίζουν το παρακάτω (η επισήμανση δική μου):

Το ερώτημα γίνεται πιο βασανιστικό, αν ρωτήσουμε: Πόσο άξιζε η Αντίσταση; Η απάντηση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Αναμφίβολα, η Αντίσταση συνέβαλε τα μέγιστα στη διατήρηση του ηθικού του πληθυσμού και στη δυνατότητα η χώρα να συγκαταλέγεται μετά τον πόλεμο στο στρατόπεδο των νικητών (όμως, ας μη γελιόμαστε, περισσότερο ως προς αυτό έπαιξε ρόλο η στάση του Ι. Μεταξά το 1940 στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι και στη συνέχεια η στάση του Γεωργίου Β΄ να συνεχίσει τον πόλεμο στο πλευρό της Αγγλίας).

***

Όταν η πολιτική και ο δημόσιος λόγος γεμίζει τέτοιες οπτικές και ξεχειλίζει απ’ την ιδέα ότι μεγαλύτερο ρόλο πάντα παίζει η στάση ενός ηγέτη, ενός δικτάτορα ή μιας πολιτικής ελίτ, αναζητούμε με λύσσα ένα καταφύγιο. Ένα καταφύγιο που να μας υπενθυμίζει ότι η μοίρα μας δεν υπάρχει για να την αποδεχόμαστε και ότι η ιστορία δεν είναι αποτέλεσμα της απάντησης ενός φασίστα όπως ο Μεταξάς.

Τα τελευταία χρόνια συνήθη καταφύγια αποτελούν ο Γκαλεάνο και ο Μπένγιαμιν, οι οποίοι καθένας με τον τρόπο του ανοίγουν μπροστά μας ένα άλλο βλέμμα προς το παρελθόν, τη μνήμη και την ιστορία.

Το τελευταίο διάστημα για κάποιο περίεργο λόγο βρέθηκα μπροστά σε δύο βιβλία (πιο κοντινά και πιο δικά μας μ’ ένα τρόπο), που πέρα απ’ την όποια λογοτεχνική τους αξία, επιτελούν και μία ακόμη λειτουργία. Μέσα απ’ τις σελίδες τους, δίνουν διαδοχικές σφαλιάρες. Αρπάζουν το κεφάλι σου και το στρέφουν ξανά προς την πραγματικότητα, προς τη ζωή την ίδια. Λένε: μην περιμένεις την αναμετάδοση, μην ξημεροβραδιάζεσαι με το δάχτυλο στο F5, μην ψάχνεις τη ματαίωση ή την ελπίδα σ’ ένα άρθρο των financial times. Παρόλο που είμαστε γεμάτοι μακρινά άγνωστα κτίρια με τζαμένιες πόρτες, η ζωή επιμένει να μην συμβαίνει αλλού, αλλά ακριβώς εδώ, μπροστά στα δυο σου μάτια. Όσες δηλώσεις κι αν κάνει ο Ντάισελμπλουμ το παιχνίδι παίζεται στην οδό Αχαρνών και στις Τρεις Γέφυρες και σ’ ένα όχημα του μεταγωγών και το τζόιστικ τελικά δεν είναι και σε τόσο μεγάλη απόσταση από τις χούφτες μας.

 

CKMLTyHWEAAbteD

***

Το πρώτο βιβλίο το οποίο σκέφτομαι είναι το Ένα Δέκατο του Οκτώ του βα.αλ.. Εδώ έχουμε διάφορα ενδιαφέροντα στοιχεία. Πρώτα απ’ όλα, ο πρωταγωνιστής ενός βιβλίου νουάρ ή αστυνομικού, ο άνθρωπος που προσπαθεί να εξιχνιάσει το έγκλημα, δεν είναι ένας αστυνομικός, έστω ένας αλλιώτικος, ένας πειραγμένος, ευαίσθητος και διαβασμένος ντετέκτιβ. Ο αυτοσχέδιος ντετέκτιβ είναι ένας οδηγός, ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας που λένε και στο σινεμά. Τον αναγνωρίζουμε, τον καταλαβαίνουμε και τον ακολουθούμε κατά πόδας όχι ασθμαίνοντας αλλά όπως θα ακολουθούσαμε ένα φίλο, έναν γνωστό, κάποιον που χαιρετάμε κάθε πρωί στην είσοδο της πολυκατοικίας. Το σκηνικό στο οποίο στήνεται η πλοκή του βιβλίου, επιτέλους, δεν είναι το εμπορικό τρίγωνο, το ιστορικό κέντρο. Τα μπαρ του βιβλίου δεν είναι στη Σταδίου την Κολοκοτρώνη και την Καρύτση. Ο ήρωας κυκλοφορεί στους κανονικούς δρόμους της μητρόπολης, τους μη πολυτραγουδισμένους, αυτούς που διασχίζεις με το λεωφορείο γεμάτο και το νου χαμένο.

Σε μία από τις αληθινά εξαιρετικές στιγμές του βιβλίου, έχουμε μια περιγραφή για τα Λιόσια, η οποία θα πρέπει να μας βάλει σε ένα σωρό σκέψεις. Όχι μόνο για την ομορφιά της γλώσσας ή την διαύγεια του βλέμματος, αλλά τελικά για την ίδια την ειλικρίνεια του να μιλάς και να διαβάζεις για τη ζωή κι όχι για το τηλεοπτικό (ή σοσιαλμιντιακό) της καθρέφτισμα.

Ο βα.αλ., κατά τη γνώμη μου, μας δίνει μια ιδέα για το πώς μπορεί να είναι ένα κομμάτι της λογοτεχνίας της κρίσης. Μέσα από τις σελίδες περνάνε διάφορες φιγούρες, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένες δεν έχει σημασία, πάντως εμπειρικά γνώριμες και ζωντανές. Οι ήρωες του βιβλίου, «καλοί» ή «κακοί», είναι αναγνωρίσιμοι, έχουν κανονικές διαστάσεις, τέτοιες που νομίζεις ότι τα δάχτυλά σου τους αγγίζουν καθώς προχωράς από κεφάλαιο σε κεφάλαιο.

Εντέλει όπως κάθε καλό νουάρ, το βιβλίο είναι μια ερωτική χειρονομία προς την πόλη και την περιπλάνηση, την πραγματική πόλη και την σημερινή περιπλάνηση. Εδώ μιλάμε για τα Πατήσια και την Κυψέλη, όχι για την κατασκευασμένη (χαρούμενη, καινοτόμα, και ατσαλάκωτη) αθηνολατρεία των free press. Εδώ δεν μιλάμε για τις γνωστές λεωφόρους που συμβαίνουν τα πάντα και που κολλάνε τα αυτοκίνητα τις μέρες των γιορτινών ψώνιων. Είναι ενδεικτικό ότι μία απ’ τις σημαντικότερες σκηνές του βιβλίου διαδραματίζεται στον παράδρομο της εθνικής οδού. Είναι επίσης ενδεικτικό ότι το ένα δέκατο του 8, εκτός των άλλων, αν το κοιτάξεις λίγο λοξά είναι μια κασέτα για να βάλεις στο αμάξι την ώρα που διασχίζεις την Αχαρνών και την Πατησίων.

Φυσικά το βιβλίο έχει αδυναμίες, αλλά αυτές είναι για τους βιβλιοκριτικούς και τις βιβλιοκριτικές, κι αυτό εδώ το ποστ προσπαθεί απλά να δείξει ότι εκτός από «επίμονους κυνηγούς μύθων», σ’ αυτόν τον τόπο είμαστε και γεμάτοι από ανθρώπους που επιμένουν να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στο ρόλο που παίζουν όσοι ζουν, παθαίνουν, διεκδικούν και επιτίθενται. Και η εσωτερική διαδρομή του Νικήτα, ήρωα του βιβλίου, μας αφορά περισσότερο από το να λιβανίζουμε τη τζίφρα του εκάστοτε ηγέτη. Όσο κι αν επιχειρούν να μας πείσουν τα δελτία των 8 και οι αρθρογράφοι με τα διαπιστευτήρια του Γέιλ, επιμένουμε να κοιτάμε τη ζωή στο σημείο που έχει σημασία, στο σημείο που στ’ αλήθεια συμβαίνει, στο σημείο που δεν είναι άλλο δηλαδή, από το ίδιο το ύψος του πεζοδρομίου.

 

32-vimata_ex

***

Το δεύτερο βιβλίο δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό, όμως πάλι με ένα περίεργο τρόπο επιτελεί την ίδια λειτουργία. Μιλάω για το 32 βήματα ή ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων του Τάσου Θεοφίλου. Το βιβλίο αποτελείται χοντρικά από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος περιέχει σπαράγματα, διάφορα περιστατικά και αποσπάσματα από τη ζωή στη φυλακή. Το δεύτερο αποτελεί ένα γλωσσάρι της φυλακής, στα πρότυπα θα έλεγε κανείς των όσων θεωρούμε κληρονομιά του Ηλία Πετρόπουλου, πιθανότατα λιγότερο σχολαστικά, οργανωμένα και συγκροτημένα και περισσότερα από μια βιωματική σκοπιά. Με ενδιαφέρει κυρίως το πρώτο μέρος. Εκεί ο Θεοφίλου, αν και θα μπορούσε να προωθήσει και να μείνει σε μια περιγραφή των δικών του αισθημάτων και εμπειριών με επίκεντρο το προσωπικό του δράμα, επιλέγει να κάνει κάτι άλλο. Μας δίνει χύμα, χωρίς σαφή δομή και συνέχεια, στοιχεία από τη ζωή των άλλων φυλακισμένων. Και αυτά τα στοιχεία είναι συγκλονιστικά. Κυριαρχεί μια βαθιά ανθρωπιά, χωρίς να υπάρχει σε κανένα σημείο μυθοποίηση των συγκρατούμενών του και χωρίς να ξεχνάει τη ίδια τη δική του πολιτική συγκρότηση. Παρόλο λοιπόν που διαρκώς μας υπενθυμίζει που στέκεται ο ίδιος, τα περιστατικά που αναφέρει, τα στιγμιότυπα που περνάνε από μπροστά μας, αποκαλύπτουν γυμνή, χωρίς περικοκλάδες και στολίδια την ανθρώπινη κατάσταση στη φυλακή. Η δική του πολιτική τοποθέτηση μπαίνει εκ των πραγμάτων σε δεύτερη μοίρα και θα έλεγα μάλιστα σε όποιον το διαβάσει περιμένοντας να βρει το κατηγορώ ενός άδικα φυλακισμένου αναρχικού, ότι θα απογοητευτεί.

Στο βιβλίο παρελαύνουν ιστορίες ναρκωτικών, λούμπεν παραβατικότητας και μοναξιάς. Δίνεται μια σχετικά καθαρή αίσθηση της ζωής στη φυλακή, χωρίς να περιγράφονται τα πράγματα με ακρίβεια. Αντίθετα, τα σκόρπια περιστατικά, μια σύναξη σ’ ένα κελί, ένας θάνατος, η λεπτομέρεια του ψαξίματος του φυλακισμένου, το αυτοσχέδιο τσίπουρο, η αδιανόητη γραφειοκρατία, οι εντοιχισμένες κατσαρίδες του καρτοτηλεφώνου, όλα λειτουργούν υπόγεια και σωρευτικά. Αν ζωή συμβαίνει στους δρόμους της πόλης, ζωή συμβαίνει και πίσω απ’ τη μάντρα του Κορυδαλλού. Και η ιστορία των ανθρώπων συνεχίζει να γράφεται και εκεί που η κοινωνία παύει να κοιτάζει και εκεί που οι αποφάσεις των ηγετών δεν έχουν πια σημασία.

Εκεί που υπάρχει μόνο παράλογο και τιμωρία, εκεί οι άνθρωποι ακόμη προσπαθούν να μείνουν ζωντανοί και ο Θεοφίλου προσπαθεί να μας δώσει ένα ελάχιστο κομμάτι απ’ την ιστορία τους.

IMG_3722-001

 

***

Το Ένα Δέκατο του 8, βα. αλ. – εκδόσεις Κινούμενοι Τόποι

32 βήματα ή ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων , Τάσος Θεοφίλου – εκδόσεις ΚΨΜ




Dankeschön

 

Έχω γεμίσει το μεγάλο σακίδιο με ένα τάπερ με χωριάτικη σαλάτα,  σε αλουμινόχαρτο τα brownies  φρεσκοψημμένα, μια κουβέρτα και ένα μεγάλο κόκκινο σεντόνι για το γρασίδι. Έχω μια γλυκιά αγωνία. Καταφθάνουμε με τη Μ.  στο πάρκο του Gleisdreieck κι αναζητούμε το σημείο συγκέντρωσης των εθελοντών.

Αμηχανία. Mας υποδέχονται ο Μοσάν και η Νασσιμ, εθελοντές που οργάνωσαν την «εκδρομή στο πάρκο», μας χαιρετάνε θερμά. Πρώτη ερώτηση αν φέραμε νερά. Δεν έχουμε νερό. Εκείνοι που είναι να φέρουν νερά, αργούν πολύ. Όλοι διψάνε. Εμείς μόνο ψωμί, μπράουνις και σαλάτα. Κοιτώ τριγύρω. Μια οικογένεια κάτω από το δέντρο, μια οικογένεια πιο πέρα, πέντε έξι έφηβοι που κλωτσάνε μια μπάλα στο άνοιγμα, μια κοπέλα με πολύ μακρύ μαλλί μόνη της στο γρασίδι. Κάποιοι άντρες συζητούν στα παγκάκια σκεπτικοί. Αρκετά πιτσιρίκια τρέχουν πάνω κάτω με ποδήλατα ή χωρίς.

Απλώνουμε την κουβέρτα και ψάχνω τα τσιγάρα μου. Η Μ. κρατάει ήδη ένα στο στόμα της και μια εθελόντρια μας πλησιάζει ευγενικά «κορίτσια, αποφασίσαμε σήμερα να μην καπνίσουμε μπροστά στα παιδιά, αν δεν σας πειράζει.» Μιλάμε αγγλικά με τους εθελοντές. Οι περισσότεροι είναι από το Ιράν και μιλάνε φαρσί με τους πρόσφυγες.

Σε λίγο ένα μικρό αγόρι έρχεται δίπλα μας. Κάθεται στην κουβέρτα και μας χαμογελάει. Θα ναι δεν θα ναι 2 χρονών. Έχει μεγάλα μάτια και μακριές βλεφαρίδες, φαίνεται πως θέλει να παίξει. Ο Ακλιμπαν. Του μιλάω, τον γαργαλάω, ξεκαρδίζεται.

Ένα αγόρι γύρω στα 25 με σακίδιο στην πλάτη μας ρωτάει αν μιλάμε τούρκικα ή κουρδικά. Κανείς από τους παρευρισκόμενους δεν κατέχει την τουρκική. Ρωτάει για την κοπέλα που είναι μόνη της δίπλα στο δέντρο. Του λέμε να μας την φέρει. Η Ναντίρα είναι μόνο 15 χρονών. Κρατάει τα ακουστικά του κινητού της και κάπως ντροπαλά μας χαμογελά.

11995371_10153526979221291_53551837_o

Η Νασσιμ μας ρωτάει αν έχουμε τίποτα να φάνε τα παιδιά. Τα φαγητά των άλλων εθελοντών έχουν αργήσει. Δεν έχουν φάει πρωινό. Βγάζουμε τα μπράουνις που μόλις είχα βγάλει από τον φούρνο. Αρπάζουμε και την σακούλα με τα φρέσκα ψωμάκια και αρχίζουμε να τα μοιράζουμε. Τα μικρά αρπάζουν το ψωμάκι και λένε δυνατά Ντάνκε (γερμ. ευχαριστώ). Γύρω στα 50 μέτρα μακριά από το σημείο που καθόμαστε βλέπω δυο γυναίκες στο γρασίδι. Φορούν μαντήλες. Τις πλησιάζω και τους δίνω ψωμί. Θηλάζουν. Η μεγαλύτερη, στην ηλικία μου. Η ομορφιά της με συγκλονίζει. Την κοιτάω, την ρωτάω από που είναι. Δεν μιλάει αγγλικά. Αφγανιστάν μου αποκρίνεται. Yunan εγώ, της λέω. Αντιλαμβάνομαι από το βλέμμα της πως διψάει να μου πει κι άλλα. Χαϊδεύω το μωρό που κρατάει. Μου το δίνει. Είναι μόνο 2 μηνών. Με χέρια και με πόδια αρχίζουμε να συνεννοούμαστε. Δίπλα η Μουσλίμα η αδερφή της, μας κοιτάει χαμογελώντας. Θα ναι 25 χρονών. Το μικρό που κρατούσε η Μουσλίμα έχει ξεχυθεί στα γρασίδια και τρέχει μόνο του. Θανκ γιου μου λέει η Αλίμπι για το ψωμί. You re welcome, της απαντάω.

Γυρνάω πίσω στο κεντρικό σημείο των εθελοντών και έχουν αρχίσει οι ετοιμασίες για το φαγητό. Όλα τα φαγητά που έχουμε φέρει βρίσκονται σε ένα τραπέζι του πινγκ πονγκ, και ετοιμάζουμε πιάτα για όλους. Γύρω στις 100 μερίδες. Κόβουμε τα ψωμιά στη μέση.

12000109_10153526798166291_10071374_n

Φτάνει η ώρα να καπνίσω ένα τσιγάρο. Ο νεαρός με το σακίδιο που μερίμνησε για την 15χρονη Ναντίρα, καπνίζει τώρα δίπλα μου. Με ρωτάει από που είμαι. Είμαι Σύριος, αλλά δεν είμαι πρόσφυγας, μου λέει. Ήρθα πριν ένα χρόνο να σπουδάσω. Οι δικοί σου; ρωτάω. Στην Δαμασκό. Δεν είναι ακόμα τόσο άσχημα τα πράγματα στην πρωτεύουσα. Θέλει να κάνει μάστερ στην αρχιτεκτονική. Πρέπει να μάθει καλά γερμανικά. Γελώντας μου λέει: Η Συρία θα χρειαστεί πολλούς αρχιτέκτονες. Άλλα 2 παιδιά στην ηλικία του έρχονται στο πηγαδάκι. Είναι από τη Συρία. Ο ένας έχει 3 μήνες εδώ. Η κοπέλα μόνο 1 μήνα. Θέλει να σπουδάσει συντήρηση έργων τέχνης. Μιλούν αγγλικά εξαιτίας μου. Τους λέω λίγα ανακουφιστικά και χαριτωμένα για το Βερολίνο και τους ανάλαφρους χειμώνες. Μια σφίγγα με περιτριγυρίζει όλη την ώρα και προσπαθώ να την αποφύγω ενώ μιλάω με τους Σύριους. Γελάνε ενώ παλεύω να απαλλαγώ από το τέρας. Φεύγω και πάω στα μικρά πιο δίπλα.

Λίγο πιο πέρα ανακαλύπτω ένα κουτί με χοντρές πολύχρωμες κιμωλίες. Θα το έφερε κάποιος εθελοντής. Ένα μωρό κλαίει πάνω από ένα ποδηλατάκι που έχει καταλάβει ένα μικρό αγόρι και αποφασίζω να επέμβω. Καταφέρνω να πείσω το αγοράκι να το δώσει για λίγο στην μικρή. Η μικρή ανεβαίνει στο τρίκυκλο, που έχει και μια λαβή στο πίσω μέρος για να σπρώχνεις. Σε λίγο ο μικρός ξανάρχεται αποφασισμένος να πάρει το τρίκυκλο πίσω. Του το δίνουμε. Παίρνω την μικρή αγκαλιά που κλαψουρίζει για την απώλεια. Έχει χρυσές μπούκλες, τσιμπιδάκια και μαύρα μάτια. Αρπάζω την κιμωλία και φτιάχνω έναν ήλιο στο τσιμέντο. Γελάει. Προσπαθεί να ζωγραφίσει, μα δεν βάζει αρκετή δύναμη. Δυο τρία άλλα πιτσιρίκια έρχονται στην παρέα μας και πιάνουν τις κιμωλίες όλο λαχτάρα. Κάθομαι στο κόκκινο τσιμέντο και αποθεώνω τους μικρούς ζωγράφους που κάθε φορά που φτιάχνουν κάτι με σκουντάνε και μου λένε ΧΕΛΛΟ. Να κοιτάξω. Ένας κύριος γύρω στα 50, μάλλον Γερμανός, μου λέει στα Αγγλικά:  Oh you re having fun here!  Του χαμογελάω.

Η Μ. μου φέρνει χυμό, με ρωτάει αν είμαι καλά. Έχει μόλις κουβαλήσει 2 εξάδες νερά και χυμούς από το Άλντι μαζί με έναν Γερμανό. Έλα, πάμε της λέω στα κορίτσια. Τις νοιώσαμε οικείες, κοντινές. Φταίνε τα βλέμματα, σκέφτομαι. Φτάνουμε πάλι στις δυο μάνες από το Αφγανιστάν. Ο μικρός κοιμάται. Η Αλίμπι μου λέει την ιστορία του ταξιδιού χρησιμοποιώντας χέρια και πόδια. Μοιάζει εξαντλημένη. Χρειάζεται παπούτσια μου δείχνει. Περπατήσανε πολύ. Μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας κάποιοι πυροβολούσαν την βάρκα τους. Δεν καταλαβαίνω τι μου εξιστορεί, δεν βρίσκω καμιά γνωστή ρίζα στις λέξεις που αρθρώνει. Μου δείχνει ένα πιστόλι στον κρόταφο και μετά πως κρατούσε το μωρό στην αγκαλιά της. Έχει 5 αγόρια μου λέει. Τα πόδια και τα χέρια της πονάνε πολύ, μου λέει. Γιατρό ρωτάω; Όχι μου νεύει. Το μωρό; Πότε το γέννησε; Στο δρόμο από το Αφγανιστάν. Προσπαθώ να συλλάβω αυτά που μου λέει. Οι δυο κοπέλες μας λένε κι άλλα. Ένας από τους γιους της Αλίμπι λέγεται Ναΐμ κι έχει την ομορφιά και τα μάτια της μάνας του. Θα ‘ναι 11 χρονών. Μου μιλάει και γελάει. Μιμούμαι την ομιλία του και έπειτα του μιλάω στα ελληνικά. Σκάμε στα γέλια. Ο σύζυγος της Αλίμπι πλησιάζει. Προσπαθώ να μάθω αν θέλουν να φύγουν από το Βερολίνο. Έχουν τέσσερις ημέρες εδώ στο  camp. Μας ρωτούν για το Μόναχο, την Χολάντα (Ολλανδία), το Αμβούργο την Φρανκφούρτη και τις Βρυξέλλες. Τους εξηγώ πως το Βερολίνο είναι φιλόξενο, είναι ανθρώπινο. Να μείνουν. Θέλουν να δουλέψουν οικοδομή οι άντρες. Από κατασκευές το Βερολίνο, άλλο τίποτα. Η μικρή αδερφή της Αλίμπι, η Μουσλίμα κάνει νόημα στην Μ. για τα φρύδια της. Σε μια ξαφνική μας αναλαμπή, η Μ. καταλαβαίνει πως η κοπέλα ψάχνει τσιμπιδάκι. Ζητάει από την Μ. να της βγάλει εκείνη τα φρύδια. Η Μ. καταφθάνει με ένα νεσεσσεράκι και αρχίζει να μοιράζει την μάσκαρα, το τσιμπιδάκι και το καθρεφτάκι. Τα κορίτσια λένε χαμηλόφωνα θενκγιου. Το μωρό ξυπνάει και μου γελάει. Μπεντζαμιν τον λενε. Η Αλίμπι πιάνει το χέρι μου και ψηλαφίζει το δαχτυλίδι που φοράω. Καταλαβαίνω την απορία της. Δεν είναι βέρα, δεν έχω σύζυγο εξηγώ με τα χέρια. Γελάει. Παιδιά; Με ρωτά. Όχι, Ούτε παιδιά.

Μια μικρή κοπέλα καταφθάνει. Είναι 7 μηνών έγκυος μου εξηγεί η Αλίμπι. Η Μ. ψάχνει την κοιλιά του κοριτσιού. ΠΟΥ ΚΑΛΕ; ΠΟΥΝΤΗΝΑ η κοιλιά; αναφωνεί. Ξανά γέλια.

12005920_10153526979526291_455745522_o

Γυρνάμε στους άλλους και καπνίζουμε ένα τσιγάρο μακριά από τα παιδιά. Τα φαγητά και τα γλυκά έχουν εξαφανιστεί. Ξέχασα να φάω λέω στη Μ.. Η Ναντίρα έχει ξαπλώσει σε ένα δέντρο με άλλους 2 νεαρούς και μοιάζει ήρεμη. Χαμογελάει. Οι φοιτητές από την Συρία είναι στο σημείο που τους άφησα και συζητούν ακόμα. Τα παιδιά έχουν ζωγραφίσει γύρω στα δέκα μετρά κόκκινο τσιμέντο. Ο ήλιος μας χτυπάει και ο κόσμος έχει ξαπλώσει στο γρασίδι. Μια μικρή γύρω στα 8 ζωγραφίζει με κιμωλία ένα δέντρο. Είναι το μόνο παιδί που είναι θλιμμένο. Χαμογελάει σπάνια και πολύ σεμνά. Δίπλα με μεγάλα γράμματα έχει γράψει ΜΠΑΟΥΜ στα γερμανικά.

Τρέχω πάλι κάτω στα δέντρα και φωνάζω τον Ναΐμ. Ο Ναΐμ είναι γεμάτος ζωή. Τα μάτια του πετάνε σπίθες και το γέλιο του είναι τρανταχτό κι ας μην έχει μπει καλά καλά στην εφηβεία. Φτάνει κάθιδρος από την μπάλα. «Τηλέφωνο», του λέω. Φωνάζει τον πατέρα του. Ανταλλάσσουμε αριθμούς. Υπόσχομαι πως θα περάσω από το camp. Χαιρετάμε τη Νασσιμ την εθελόντρια που πλέον παίζει μπάλα με τα αγόρια, μικρά και μεγάλα. Η Ι., κάνει κούνια με τα υπόλοιπα μικρά πάνω σε μια τεράστια στρογγυλή πλατφόρμα. Η Μ. με πιάνει αγκαζέ και περπατάμε προς την έξοδο του πάρκου. Λίγο πιο πέρα ανέμελες γερμανίδες λιάζονται στο γρασίδι, παιδιά παίζουν κυνηγητό, γονείς σπρώχνουν καρότσια. Η ρουτίνα του πάρκου. Μια κανονικότητα, δίπλα στις πρόσφατες αναμνήσεις από τουφεκιές και τα πρησμένα πόδια της Αλίμπι. Μια κανονικότητα δίπλα στο θλιμμένο βλέμμα του 8χρονου κοριτσιού. Στο Facebook κάποιος σχολίασε κάτω από τις φωτογραφίες των εθελοντών από το πάρκο : «BEAUTIFUL! Some rare hours of an almost “normal” happy life. What a gift!»

12022322_10153528688976291_738482892_o

Η Μ. της έβαλε ένα χαρτονόμισμα στην τσέπη. For the baby, της είπε. Θενκγιου, αποκρίθηκε και μας κοίταξε με τα μεγάλα της μαύρα εξωτικά μάτια.

Αποχαιρετώντας την Αλίμπι της είπα πως όλα θα πάνε καλά. Όλα θα πανε καλά, γιατί δεν θέλω να ξέρω καμία άλλη εκδοχή. Συγνώμη για όσα περάσατε στις θάλασσες. Συγνώμη για τις κυβερνήσεις τις σκατόψυχες. Φεύγοντας θέλω να αγκαλιάσω αυτές τις οικογένειες και τα παιδιά και να τους πω εγώ ευχαριστώ, ευχαριστώ που ξυπνάτε μέσα μας τον άνθρωπο, που φτάσατε ως εδώ ζωντανοί, που ξεφύγατε από τον πόλεμο, που γελάτε ακόμα, που είστε όρθιοι έστω με πρησμένα και μελανιασμένα πόδια, που δεν φοβόσαστε, που μας δίνετε κουράγιο να αντικρύζουμε τις μέρες που έρχονται. Ευχαριστώ από καρδιάς.