λευκόσελευκό – η γλώσσα, ένα πεδίο μάχης

 

Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Ατένα Φαρροχζάντ (Λευκόσελευκό – εκδόσεις Αντίποδες) στο μετρό, όρθιος, στριμωγμένος και γυρνώντας από τη δουλειά. Συνεπώς δε μπήκα σ’ αυτή την ιστορία ακριβώς συγκεντρωμένος. Η μόνη μου σκέψη ήταν αν η ποίησή της θα μπορέσει να κερδίσει την περιρρέουσα δυσφορία. Αλλά μετά την τρίτη, τέταρτη σελίδα η οπτική μου πάνω σ’ αυτό το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια είχε ήδη αλλάξει. Δεν διάβαζα πια αναζητώντας τις φράσεις που θα μου άρεσαν. Διάβαζα μια φωνή που ήρθε να μιλήσει στην Αθήνα του 2017 με τη μορφή μιας επείγουσας επίθεσης λέξεων.

Η Athena Farrokhzad γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1983, αλλά έζησε και μεγάλωσε ως πρόσφυγας  στη Σουηδία, αρχικά στο Γκέτεμποργκ και μετά στη Στοκχόλμη. Όλο το ποίημα, εκτός από την πρώτη σελίδα, είναι γραμμένο υπό τη μορφή φράσεων που λένε τα μέλη της οικογένειας της αφηγήτριας. Η μητέρα, ο πατέρας, ο αδερφός, η μητέρα της μητέρας, ο αδερφός της μητέρας. Τα θέματα που συζητιούνται με έναν γρήγορο και κοφτό ρυθμό είναι η οικογένεια, η πατρίδα, η επανάσταση, ο καπιταλισμός, η ενσωμάτωση, η αλήθεια, ο θάνατος, οι ρίζες, ο φόβος, το παρελθόν και κυρίως η γλώσσα – πρώτα και πάνω απ’ όλα η γλώσσα. Γύρω απ’ την γλώσσα θα περιστρέφεται διαρκώς η σκέψη της ποιήτριας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να ακούσουμε λέξεις που επανέρχονται: χώμα, γάλα, βουβαμάρα. Όλα γυρίζουν σ’ αυτήν την ιδέα γλώσσας, της μητρικής  γλώσσας (το πρώτο γάλα που μας τρέφει), της γλώσσας του καταπιεστή παλιού και νέου, της γλώσσας που θα μας επιτρέψει να μιλήσουμε, να πούμε τα λογάκια μας, να ζήσουμε και να πούμε τη ζωή. Αυτό που έμεινε σε μένα ως κεντρική σκέψη που διαπερνά το ποίημα, είναι τελικά η ιδέα της απουσίας της οποιαδήποτε γλώσσας που να μπορεί να υπηρετήσει την ποιήτρια και την οικογένειά της. Μαζί μ’ αυτήν, διάφοροι υπαινιγμοί, αφορισμοί και σκέψεις για την έννοια του ξεριζωμού. «Ο αδερφός μου είπε: Το παρελθόν είναι μια βιαιοπραγία για πάντα ανολοκλήρωτη»

Ένας άλλος νεαρός ποιητής ο Kaveh Akbar, ξεκινάει το σχόλιο του για το «Λευκοσελευκό» της Φαρροχζάντ, γράφοντας ότι αποτελεί ένα μοναδικό είδος απελπισίας, το να προέρχεσαι από τη Μέση Ανατολή και να ζεις σ’ ένα δυτικό έθνος το 2017. Αυτό το μοναδικό είδος απελπισίας είναι που διαπνέει τις σελίδες του βιβλίου απ’ την αρχή ως το τέλος. Η Φαρροχζάντ εξαπολύει μια συνολική επίθεση. Στην αγάπη για την παλιά πατρίδα, στην προσπάθεια της μητέρας της να ενσωματωθεί και να αλλάξει συνήθειες, στην πατριαρχία και την ηττοπάθεια της γυναίκας, στο νέο της σπίτι, στο σουηδικό ρατσισμό (ή «τη σκιά της λευκότητας» όπως χαρακτηριστικά λέει άλλος σχολιαστής), στα βασανιστήρια που υπέστησαν οι δικοί της στο Ιράν, στον φόβο απέναντι στο μέλλον, στην άρνηση της επιθυμίας αλλά και την ταυτόχρονη ανάγκη του να ανήκει κανείς σ’ ένα τόπο και τέλος στη γλώσσα. Τη γλώσσα που είναι ανίκανη να εκφράσει, τη γλώσσα που είναι ανύπαρκτη, την παλιά και τη νέα της γλώσσα που της επιβάλλονται και την καταδικάζουν κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Η γλώσσα «δεν είναι άσυλο ή καταφύγιο, δεν είναι το σημείο που κάποιος μπορεί να παίρνει αποφάσεις. Είναι ο τόπος που ο καθένας πολεμάει» λέει ο Derek Walcott (σ.σ. δική μου πρόχειρη μετάφραση). Το «Λευκόσελευκό» είναι ακριβώς ένα τέτοιο τοπίο, ένα πεδίο μάχης, γράφει η Pernilla Berglund, ποιήτρια κι αυτή.

Η Φαρροχζάντ είναι καταιγιστική, αλλά η επίθεσή της είναι ταυτόχρονα ήρεμη, νηφάλια, σκεπτική. Δεν αφήνει τίποτα στο απυρόβλητο, αλλά δεν την έχει καταλάβει μανία, ούτε επιδίδεται σε κάποιου είδους συνθηματολογία. Το ποίημα είναι γεμάτο από μια βαθιά πίκρα, που κατανοεί, αλλά δεν σταματά να επιτίθεται (“accusatory, loving” λέει χαρακτηριστικά η Sueyeun Juliette Lee). Ώρες ώρες, λες πως καλύτερα να έβριζε ή να χτυπούσε τους πάντες γύρω της, γιατί αυτή η σκληρότητα που κυριαρχεί είναι μια ειλικρίνεια που ξεβολεύει ολόκληρο το σύμπαν, καθηλώνοντάς το μπροστά στον καθρέφτη. Κανείς δεν τελειώνει το ποίημα ανακουφισμένος, αφού μέσα στις σελίδες του υπάρχει το τραύμα του πολέμου, η ήσυχη επιθετικότητα του νέου σπιτιού και η ασφυξία του παλιού, η αμηχανία του αριστερού πατέρα («ο πατέρας μου είπε: μίλα τη γλώσσα που σου πληρώνει τον επιούσιο»), η παραίτηση της μητέρας, ο αλλόκοτος τρόμος του αδερφού και μια ασαφής γενική νοσταλγία για το εχθρικό χώμα της πατρίδας. (Αλλά πως ξεπερνά κανείς εύκολα την παμπάλαια επιθυμία να θαφτεί εκεί, στο πρώτο χώμα που γνώρισε).

***

Αλλά η ποίηση της Φαρροχζάντ μιλάει στην Αθήνα του 2017 και μιλάει για αυτά που συναντάμε στους δρόμους της μητρόπολης ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια. Πέρα απ’ τα προφανή ζητήματα που θέτει η κατάσταση των προσφύγων – ο πόλεμος, η επιβίωση στη θάλασσα, ο εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, η σμίκρυνση του ανθρώπου σε «πραμάτεια», η συνάντηση με το γραφειοκρατικό τέρας – υπάρχουν κι άλλα. Είχα την τύχη λόγω κυρίως των φίλων, που έχουν εμπλακεί σε διάφορα εγχειρήματα που προσπαθούν να σταθούν αλληλέγγυα στους πρόσφυγες, να συναναστραφώ σε ένα πιο καθημερινό (να πω κανονικό, δε θα ισχύει κιόλας) πλαίσιο, ανθρώπους από τη Συρία, το Ιράν, το Αφγανιστάν. Μπορεί κανείς να πάθει ένα είδος μόνιμου πατατράκ όταν θα αντιλαμβάνεται στ’ αλήθεια τις ιστορίες που ακούει. Για παράδειγμα η Σ., 9 χρονών. Τη στιγμή που εσύ έβλεπες ένα παιδί που έκλαιγε γιατί ήθελε κι άλλη κούνια, άκουγες απ’ τον πατέρα της πως πέρασε τα σύνορα Τουρκίας Συρίας, ζαλωμένη μια τεράστια τσάντα και έκλαιγε και τότε πάλι μες στη νύχτα με τις σφαίρες των τούρκων μπάτσων να σφυρίζουν και το μωρό 6 μηνών δίπλα της ναρκωμένο με χάπια, μην τυχόν κλάψει και ακουστεί. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που προφανώς είναι δύσκολο, όχι να διαχειριστείς αλλά ακόμη και να συλλάβεις. Αλλά η καθημερινότητα αποκαλύπτει τα επόμενα θέματα. Σύριοι που προσπαθούσαν να ψελλίσουν ελάχιστα αγγλικά για να συνεννοηθούν, μετά άκουγαν επί μήνες ελληνικά (και προόδευαν σ’ αυτά), για να φτάσουν έπειτα σε μια ευρωπαϊκή χώρα και να έρθουν αντιμέτωποι με το γαλλικό συντακτικό. Σύριοι που δεν ήθελαν πια να γυρίσουν ποτέ στη Συρία (γιατί ο πόλεμος δεν καταστρέφει μόνο κτίρια, δεν κομματιάζει μόνο σάρκες, σκοτώνει οριστικά και κάτι στην ενδοχώρα των επιζώντων), που αγάπησαν την Ελλάδα γιατί εδώ βρήκαν φίλους και που όμως ήταν αποφασισμένοι να αναζητήσουν το όνειρο στην ευρωπαϊκή γη της επαγγελίας. Έτσι δυστυχώς την είχαν στο μυαλό τους, αφού δεν μπορούσαν να φανταστούν ας πούμε τις ομολογίες των εκπαιδευτικών, ότι ένα παιδί που έχει χάσει τρία χρόνια σχολείο και ξεκινά στα 10 το γαλλικό σχολείο «δεν έχει στ’ αλήθεια πιθανότητες». Πιθανότητες για τι; Έλα μου ντε. Δεν είχαν ακούσει για τα προσωρινά άσυλα και τις άδειες παραμονής (προσωρινή προστασία) ενός ή δύο χρόνων. Μια ζωή υπό αίρεση, σε μόνιμη διαδικασία μετακόμισης με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν όχι σπίτι, αλλά ούτε καν γλώσσα. Δεν έχουν λέξη να εκφράσουν τα εσωτερικά ναυάγια. Έχουν ξεριζωθεί πολλαπλά από πατρίδες και γλώσσες, από μέρη και λέξεις. Αναρωτιέμαι αν θα διαβάσουν ποτέ την ποίηση της Φαρροχζάντ, αν θα διαβάσουν αυτό ακριβώς το σημείο: «η μητέρα μου είπε: Θα ξαναποκτήσω αυτό που δικαιούμαι / Εσύ θα συναντήσεις χωρίς γλώσσα το θάνατο  / Άλαλη ήλθες κι άλαλη θ’ απέλθεις».

Ιδού η βαθιά πίκρα. Οι πρόσφυγες καταδικάστηκαν να διαβούν αυτό τον κόσμο των μαρτυρίων άλαλοι και μια ωραία πρωία να απέλθουν πάλι άλαλοι .

***

Για το «Λευκόσελευκό» μπορεί κανείς επίσης να κάνει ένα σωρό άλλες παρατηρήσεις. Τον τρόπο που έχει επιλέξει να τυπώσει τις λέξεις της (σαν λογοκριμένο κείμενο ή σαν κάτι μαύρο που πασχίζει να εκφραστεί μέσα στο άπειρο λευκό, σχολιάζει κάποιος κριτικός). Το γεγονός πως επιχειρεί να σπάσει το στερεότυπο της αφήγησης περί του τι σημαίνει σουηδικότητα (όπου βασιλεύουν λευκοί προοδευτικοί άνθρωποι της μεσαίας τάξης). Τις αναφορές στον ποιητή Paul Celan, που έγραψε, Εβραίος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ποιήματα στη γερμανική γλώσσα, ποίηση στη γλώσσα του καταπιεστή. Το γεγονός ότι το ποίημα διαβάζεται δυνατά, σα να ακούγεται, σαν κάποιες ποιήτριες στην Αμερική που απαγγέλλουν, σ’ εκείνο το σημείο που τελειώνει η λογοτεχνία κι αρχίζει το χιπ χοπ, σ’ εκείνο το σημείο που σωματοποιούνται οι λέξεις. (αν και θα πρέπει να πούμε ότι η ίδια έχει έναν δικό της ιδιαίτερο τρόπο να απαγγέλλει).

Αλλά δε θα προλάβουμε να βουτήξουμε σε όλων των ειδών τις αναλύσεις, τουλάχιστον όχι τώρα. Διαβάζοντας, έχοντας επιστρέψει σπίτι πια, έμεινα κολλημένος σε μια ακόμη φράση της Φαρροχζάντ κι ακόμη με αυτήν παλεύω στο κεφάλι μου. «υπάρχει μια λέξη, η τελευταία λέξη που θα εγκαταλείψει ποτέ τον άνθρωπο / κι αύριο θα ‘μαι μια συλλαβή πιο κοντά της».




Η βιαιότητα της κρίσης στη μεγάλη οθόνη – τρεις πρόσφατες ελληνικές ταινίες

 

Η κρίση έχει εισβάλει και απλωθεί σε όλες τις πτυχές και τις εκδηλώσεις της ζωής μας, οπότε ήταν επόμενο να βρει το δρόμο της και προς την ελληνική καλλιτεχνική δημιουργία – και συγκεκριμένα τον ελληνικό κινηματογράφο (αν και θυμάμαι, πριν από μερικά χρόνια, να παραδίδω σε έναν εκδοτικό οίκο το δακτυλόγραφο της Ελληνικής Ασφυξίας και να λαμβάνω απορριπτική απάντηση εξαιτίας του «υπερβολικά επίκαιρου» χαρακτήρα του μυθιστορήματος). Είναι σύνηθες πλέον φαινόμενο για τις εταιρείες παραγωγής και διανομής να τονίζουν το πώς η εκάστοτε ταινία τους μιλά για την κρίση, είτε αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα είτε όχι. Είναι επίσης πολλές οι πρόσφατες ταινίες, ειδικά αυτού που ευτυχώς ή ατυχώς ονομάστηκε “greek weird wave”, που πλασάρονται ως κοινωνικοπολιτικές αλληγορίες για όσα συμβαίνουν γύρω μας τα τελευταία χρόνια – ενώ, συνήθως, δεν είναι τίποτα τέτοιο. Ανάμεσα σε όλα αυτά τα φιλμ, πάντως, υπάρχουν και κάποια που όντως σκαλίζουν κάτω από την επιφάνεια και κατορθώνουν μια ευφυή και στιβαρά δομημένη ανάλυση του περιρρέοντος πανικού.

Πρόσφατα έτυχε – με διαφορετικές αφορμές και υπό διαφορετικές συνθήκες – να παρακολουθήσω τρεις ταινίες που, κατά τη γνώμη μου, μιλάνε με πολύ καίριο, ουσιαστικό και οξυδερκή τρόπο για αυτό το φάντασμα, αυτό το τέρας που ονομάζουμε κρίση (χωρίς απαραίτητα να το επιδιώκουν ή να το κάνουν συνειδητά) και επιχειρώ παρακάτω μια (καθυστερημένη) παρουσίασή τους. Αυτό που τις συνδέει είναι –πιστεύω – το στοιχείο της βιαιότητας, όχι τόσο στο επίπεδο των δράσεων όσο σ’ αυτό των πραγμάτων που συμβαίνουν κάτω από την επιφάνεια: η βάναυση καθημερινότητα, ο ψυχικός βανδαλισμός που υποκείμεθα σχεδόν αδιάκοπα.

(Σημ.: Περιέχει κάμποσα μικρά σπόιλερ)

15luton_stills

Luton – του Μιχάλη Κωνσταντάτου (2013)

Το Luton, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Μιχάλη Κωνσταντάτου, βγήκε στις αίθουσες το 2013. Είναι μια ταινία σαφώς «καλλιτεχνική» – αλλά συνάμα ρεαλιστική και επ’ ουδενί «weird»-, που δίνει το μεγαλύτερο βάρος στο εικαστικό κομμάτι και στις δράσεις και όχι τόσο στους διαλόγους ή τις ερμηνείες.

Η βία είναι το κεντρικό – σχεδόν αποκλειστικό – θέμα του Luton, αλλά όχι με τον τρόπο και υπό το πρίσμα για τα οποία έγινε λόγος σε σχεδόν όλες τις κριτικές και τα δελτία τύπου, την εποχή που πρωτοκυκλοφόρησε η ταινία. Στο Luton έχουμε να κάνουμε με τη βία της σιωπής, τη βία της αυτοκαταπίεσης, την αδυναμία να βρεις λύτρωση από όσα σε πνίγουν καθημερινά παρά μόνο με έναν έμμεσο, προβληματικό τρόπο. Οι πρωταγωνιστές του Luton είναι τρεις διαφορετικοί μεταξύ τους άνθρωποι που υπόκεινται καθημερινά και σχεδόν ασταμάτητα τη βία των απρόσωπων πολυκαταστημάτων, των αχανών club, των σούπερ μάρκετ, των δημόσιων υπηρεσιών, του σχολικού συστήματος γενικά και του κάθε σχολικού μικρόκοσμου ξεχωριστά, της ανούσιας τυπολατρείας και του καθωσπρεπισμού, των προτύπων ομορφιάς, του βαρετού σεξ, της αγένειας, της κουτοπονηριάς και τόσων άλλων.

Το Luton είναι ένα φιλμ εξαιρετικά καλογυρισμένο, προσεγμένο με έναν τρόπο που είναι ξεχωριστός ακόμα και για τα πολύ υψηλά πλέον στάνταρ της σύγχρονης ελληνικής κινηματογραφίας. Οι διάλογοι – όπως και η μουσική – σπανίζουν στα 100 λεπτά που διαρκεί η ταινία. Ο Κωνσταντάτος καθοδηγεί τους ολιγάριθμους (αλλά αποτελεσματικότατους) ηθοποιούς του σαν ένας Ζακ Τατί της θλίψης, σαν ένας Ρόι Άντερσον της κατήφειας. Για την κατάληξη/κορύφωση του στόρι, μπορούν να διατυπωθούν αντιρρήσεις. Αλλά πιστεύω πως το σημαντικό και το καίριο κομμάτι του Luton είναι τα πρώτα 80 περίπου λεπτά του. Γι’ αυτά ειδικά μπορεί στην πραγματικότητα να ειπωθεί πως λειτουργούν, κατά το κοινώς λεγόμενο, σαν “γροθιά στο στομάχι”. Αν το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Μιχάλη Κωνσταντάτου είναι δυσάρεστο, είναι δυσάρεστο για τη βαθιά και αδυσώπητη ειλικρίνειά του, την αλήθεια που σερβίρει χωρίς περιστροφές, αλληγορίες, ψευτολυρισμούς ή εξυπνακισμούς στο θεατή του – θεατή που είναι πολύ πιθανόν να βρει κάμποσα κοινά στοιχεία ανάμεσα στον εαυτό του και τους τρεις πρωταγωνιστές της εν λόγω ιστορίας.

σερβετας

«Να Κάθεσαι και να κοιτάς» – του Γιώργου Σερβετά (2013)

«Είμαι ο εγγυητής της βαρεμάρας τους», υπερηφανεύεται ράθυμα σε κάποιο σημείο ο Λεωνίδας, ο αστυνόμος της επαρχιακής κωμόπολης όπου εκτυλίσσεται το «Να κάθεσαι και να κοιτάς» του Γιώργου Σερβετά (τον Λεωνίδα ερμηνεύει – σε μια εμπνευσμένη επιλογή κάστινγκ – ο κυρίως κωμικός ηθοποιός Γιάννης Δρακόπουλος). Πρόκειται για μια, επί της ουσίας, κούφια καυχησιά, καθότι, κάτω από το πληκτικό προσωπείο της, η ανώνυμη αυτή κωμόπολη κρύβει πολλή σκοτεινιά – δήθεν ευυπόληπτοι οικογενειάρχες που χτυπάνε τις ερωμένες τους, ρατσισμός, η βαναυσότητα του ανθρώπου απέναντι στη φύση, οι εργοδότες που πληρώνουν όποτε γουστάρουν, τα άνωθεν επιβεβλημένα πρότυπα ηθικής, ορθότητας, αντρικής και γυναικείας συμπεριφοράς κ.ό.κ.

Όλη αυτή την υποβόσκουσα βία την παρατηρεί (μόνη απ’ όλους, θαρρείς) και πυροδοτεί τελικά την ανατροπή της (αντιμετωπίζοντας μαζί τις συνέπειες αυτής της ανατροπής) η πρωταγωνίστρια της ταινίας, Αντιγόνη (Μαρίνα Συμεού). Με όχημα μια ιστορία που από τη μία χρησιμοποιεί τη δομή του γουέστερν (η μοναχική ηρωίδα που φτάνει σε μια καταραμένη πόλη και ορθώνει το ανάστημά της απέναντι στην καταπίεση και τη μιζέρια) και από την άλλη τους κώδικες της αρχαίας τραγωδίας (η ηρωίδα που ξέρει ότι αυτό που θα κάνει θα την οδηγήσει στην καταστροφή, αλλά επιλέγει συνειδητά να το κάνει έτσι κι αλλιώς, καθότι ξέρει πως το να το πράξει αποτελεί χρέος απέναντι στον εαυτό της και τους γύρω της), ο Σερβετάς κάνει μια ουσιαστικότατα πολιτική ταινία: όχι γιαλαντζί πολιτική· όχι δήθεν αλληγορία· όχι γουιρντίλα· μια ταινία που αφορά ίσως το πιο πολιτικό ζήτημα από όλα: την απεμπόληση της νοοτροπίας που συνοψίζεται στη γνωστή φράση (που ακούγεται και στην ίδια την ταινία): «πού να μπλέκεις τώρα…;» Αυτή είναι η πιο καίρια δήλωση που κάνει η ταινία, πέρα από την επιλογή οποιασδήποτε αφηγηματικής τεχνικής, πέρα από οποιαδήποτε επιλογή ως προς το καδράρισμα ή το μοντάζ ή τον ήχο, πέρα από οποιαδήποτε αναφορά σε παλαιότερα κινηματογραφικά ή άλλα είδη (όπως ανέφερα λίγο παραπάνω).

Πρέπει να σημειώσω πάντως πως, κατά τη γνώμη μου, στο τεχνικό και καλλιτεχνικό επίπεδο, η ταινία δεν είναι τέλεια σε όλα της: είναι μεν εξαιρετικά καλογυρισμένη, με υποδειγματική χρήση της πρωτότυπης μουσικής (η οποία πρωτότυπη μουσική, παρεμπιπτόντως, δεν είναι καθόλου συνηθισμένη), με επίσης υποδειγματικό χτίσιμο ατμόσφαιρας (και όχι με προβλέψιμο τρόπο), αλλά χωλαίνει κάπως στον τομέα των ερμηνειών – ίσως ακριβώς επειδή οι διάλογοι, συγκεκριμένα οι διάλογοι, είναι επίσης ασυνήθιστοι για σύγχρονη ελληνική ταινία, ήτοι ρεαλιστικοί από τη μία πλευρά και πνευματώδεις από την άλλη, γεγονός που ίσως να δυσκόλεψε τους ηθοποιούς – να μην μπόρεσαν να καταλάβουν την όλη αισθητική του κειμένου. Βλέπετε, οι ήρωες του Σερβετά μιλάνε όπως οι άνθρωποι που συναντάς εκεί έξω – δεν εννοώ τους φίλους μου ή σου ή του/της, γιατί μερικούς από τους ανθρώπους που εμφανίζονται στο «Να κάθεσαι και να κοιτάς» δεν θα ήθελες να τους έχεις φίλους – αλλά μιλάνε μια γλώσσα πιστευτή και γενικά γνώριμη. (Ακούγομαι συγκαταβατικός και υπερβολικά ψείρας, αλλά αυτά τα δύο στοιχεία, τον ρεαλισμό και το πνευματώδες χιούμορ, δεν τα συναντάς εύκολα σε διαλόγους ελληνικών ταινιών τελευταίας εσοδείας, ειδικά μετά την επέλαση στο κινηματογραφικό γίγνεσθαι της γουιρντίλας από τη μία και της τηλεοπτικής μπαλαφάρας από την άλλη). Σε κάθε περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με μια ταινία πολύ σημαντική, αν και ίσως παραγνωρισμένη.

ablast-film-stills-0008

«Έκρηξη» – του Σύλλα Τζουμέρκα (2014)

Περίμενα καιρό να δω τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Σύλλα Τζουμέρκα, καθώς δεν την είχα προλάβει, τον καιρό που παιζόταν στις αίθουσες. Δεν ήταν μόνο η Χώρα προέλευσης (το κινηματογραφικό του ντεμπούτο) που με είχε ιντριγκάρει, αλλά και κάποια ντοκιμαντέρ που είχε γυρίσει για το Παρασκήνιο της ΕΡΤ (όπως εκείνο για τον ποιητή Γιώργο Φιλιππίδη ή εκείνο όπου αντιπαρέβαλλε τους Blitz με τον Mark Mazower).

Είχα κάμποσες ενστάσεις όσον αφορά τη δομή της «Χώρας Προέλευσης», κυρίως αυτή την με το ζόρι αντιπαραβολή της ανάλυσης του «Ύμνου Εις την Ελευθερία» (άλλο αν η Αμαλία Μουτούση είναι εξαιρετική στις συγκεκριμένες σκηνές) με την οικογενειακή ιστορία που εκτυλίσσεται παράλληλα· δεν λέω ότι δεν συνδέεται η δομή, η νοοτροπία και ο τρόπος λειτουργίας της ελληνικής οικογένειας με την παρακμή που ζούμε, όχι μόνο στα χρόνια της κρίσης αλλά και αρκετά παλαιότερα, ωστόσο, εν προκειμένω, αυτά τα δύο στοιχεία δεν συνδέονται ούτε σε επίπεδο δραματουργικό ούτε όσον αφορά τη νοοτροπία που διέπει τους χαρακτήρες της ταινίας και τα προβλήματα που δημιουργούν στους εαυτούς τους και τους άλλους. Άλλωστε η εν λόγω αντιπαραβολή παύει να λειτουργεί από ένα σημείο και μετά και την ξεχνά και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, επιλέγοντας να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην οικογενειακή ιστορία αυτής της ιδιότυπης υιοθεσίας. Από εκεί και μετά η ταινία απογειώνεται, σκηνοθετικά, ερμηνευτικά, σε επίπεδο μοντάζ κ.ο.κ.

Η ιστορία της Έκρηξης είναι σαφώς πιο απλή, χωρίς πολλά ένοχα μυστικά. Επιλέγοντας και πάλι τη μη γραμμική αφήγηση, ο Τζουμέρκας παρουσιάζει την ιστορία μιας γυναίκας που, όπως και άλλοι της γενιάς της, ξεκινά ελπιδοφόρα –περνώντας στη Νομική – και τα βρίσκει σκούρα, ερχόμενη αντιμέτωπη με τα παράλογα δάνεια των γονιών της, την άνοδο φασιστών και των ναζί, τα προβλήματα στο γάμο της, το ότι παρά τις σπουδές της περιορίστηκε στο ρόλο της νοικοκυράς, την απάθεια των τραπεζιτών και κάποιων δημοσίων υπαλλήλων μπροστά στα προβλήματα που τελικά ανακύπτουν κτλ. Ωστόσο, επειδή ο σκηνοθέτης περιορίζει χρονικά το φιλμ του (83΄), χάνονται πολλές από τις λεπτομέρειες όλης αυτής της εξέλιξης, καθώς και το καταλυτικό εκείνο γεγονός (υπεισέρχομαι και πάλι σε θέματα τεχνικής) που θα οδηγήσει το χαρακτήρα της Αγγελικής Παπούλια στη συγκεκριμένη απόφαση που λαμβάνει προς το τέλος του φιλμ και η οποία θα γκρεμίσει όλη τη ζωή της όπως την ξέρει. Αν, όμως, χωλαίνει στο επίπεδο της ιστορίας, σε επίπεδο σκηνοθετικό, στο επίπεδο της φωτογραφίας και του μοντάζ, αλλά και σε επίπεδο ερμηνειών (η Α. Παπούλια ξεπερνά τον εαυτό της), το φιλμ είναι έξοχο.

Η βία δεν είναι πάντα ορατή στην «Έκρηξη». Περιορίζεται, ως επί το πλείστον, σε λεκτικά ξεσπάσματα. Είναι, ωστόσο, περιρρέουσα. Είναι πανταχού παρούσα, έστω κι αν δεν τη βλέπεις. Οι άνθρωποι αυτοί, ειδικά ο χαρακτήρας της Μαρίας (της Α. Παπούλια, δηλαδή) είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να εκραγούν, βλέποντας τα πάντα γύρω τους να καταρρέουν. Η τελευταία σεκάνς, με τις παράλληλες δράσεις (στο χωριό, στην Εθνική, στο σπίτι της αδερφής της Μαρίας), είναι το ξετύλιγμα αυτού ακριβώς του κουβαριού, η Έκρηξη, που είναι αλλού λυτρωτική και αλλού καταδικαστική.

Το φινάλε του φιλμ είναι ανοιχτό, τουλάχιστον όσον αφορά το χαρακτήρα της Μαρίας. Προσωπικά μου θύμισε ελαφρώς το (αμφίσημο) τέλος ενός πολύ αγαπημένου μου φιλμ, του Quadrophenia, του Franc Roddam – αναρωτιέμαι αν το έχει δει ο Σ. Τζουμέρκας.

 

Ο Γιώργος Δρόσος γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (να ένα μήλο, Metropolis Free Press, Fractal Press, 3pointmagazine.gr, mixtape.gr, bibliotheque.gr, To Παράθυρο, Ποιητική, HUMBA! κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr , ενώ κάθε Τρίτη, στις οκτώ το βράδυ, παρουσιάζει την εκπομπή Wax Trash στον ιντερνετικό σταθμό www.indiegroundradio.com. Αυτόν τον καιρό πειραματίζεται με διάφορες άλλες μορφές τέχνης, συνεχίζοντας παράλληλα να γράφει.




ένα τραγούδι για τα σύνορα

Τα σπουδαία τραγούδια είναι οικουμενικά όχι μόνο λόγω της υψηλής τεχνικής τους, λόγω της μαεστρικής απλότητας ή της αξιοθαύμαστης περιπλοκότητάς τους, αλλά επειδή ο καθένας μπορεί να τα “οικειοποιηθεί” και να τα ερμηνεύσει με τον τρόπο που ταιριάζει στις δικές του καταβολές, στη δική του χαρά, στη δική του πικρία, φορτίζοντάς τα τελικά με ένα νόημα που ενδέχεται να είναι παντελώς διαφορετικό από αυτό που είχε αρχικά κατά νου ο δημιουργός του. Εκεί έγκειται η οικουμενικότητά τους, η ικανότητά τους να ξεπερνούν, να καταλύουν τα σύνορα.
Μιας και το παρόν τεύχος του Cricket αφορά αυτό ακριβώς – τα σύνορα και όσα αυτά σηματοδοτούν -, σκέφτηκα να γράψω για ένα συγκεκριμένο τραγούδι, που είναι (ή θα μπορούσε να είναι) οικουμενικό και ως προς την αρτιότητα με την οποία προσεγγίζει το θέμα του (αυτό που λέμε αμεσότητα) και ως προς το ίδιο το θέμα: το When I Get To The Border, των Richard & Linda Thompson. Η τραγουδοποίια του Richard Thompson -παραγνωρισμένη στην Ελλάδα-, είτε με τους Fairport Convention, είτε με την πρώτη σύζυγό του, Linda, είτε στους σόλο δίσκους του, θίγει και αναδεικνύει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων -πολιτικών, κοινωνικών, ερωτικών κ.ο.κ.- κυρίως μέσα από την αφήγηση ιστοριών, και όχι τόσο μέσα από τον τόσο συνήθη στη folk καταγγελτικό λόγο ή την εξομολογητική διάθεση που μπορεί συχνά να εξωκείλει στο μελοδραματισμό. Οι ιστορίες του Thompson είναι περίτεχνες, πολυεπίπεδες και μπορούν να αναγνωσθούν με πολλούς τρόπους – είναι, στον πυρήνα τους, ανθρώπινες, με την ουσιαστική έννοια του όρου.

Η πρώτη δισκογραφική συνεργασία του με την Linda Thompson (Pettifer το πατρικό της), το I Want To See The Bright Lights Tonight (1974), ξεκινά με ένα πιο uptempo, πιο ξεσηκωτικό από τις περισσότερες ηχογραφήσεις τους τραγούδι, το When I Get To The Border. Τα φωνητικά αναλαμβάνει ο ίδιος ο RT (η Linda Thompson τα δεύτερα φωνητικά), αφηγούμενος την ιστορία ενός ανθρώπου που ονειρεύεται τη φυγή, την απόδραση από ένα μέρος που δεν του προσφέρει τίποτα άλλο από καταπίεση και μιζέρια. Ο αφηγητής – για τον οποίο δεν μαθαίνουμε πολλές λεπτομέρειες, χωρίς αυτό να είναι εις βάρος της τελικής αίσθησης που προσφέρει το υπό ανάλυση τραγούδι στον ακροατή- δεν ευχολογεί σχετικά με το τι θα συναντήσει στην άλλη πλευρά. Αυτό που τον (ή την) νοιάζει είναι να φτάσει στα (μη κατονομασμένα) σύνορα – ονειρεύεται μόνο τη στιγμή που θα περάσει από το ένα μέρος στο άλλο. Η διάσχιση των συνόρων σηματοδοτεί μια απελευθέρωση, μια αναγέννηση.

Το τραγούδι, όπως και πολλά άλλα της folk τραγουδοποίιας, επιδέχεται διαφόρων ερμηνειών, από την άποψη ότι τα σύνορα του τίτλου θα μπορούσαν να είναι κυριολεκτικά τα σύνορα που χωρίζουν δυο χώρες, αλλά θα μπορούσαν εναλλακτικά να σηματοδοτούν το πέρασμα από μια συνθήκη στην άλλη, από ένα καθεστώς δυστυχίας σε μια κατάσταση ελευθερίας και ευδαιμονίας. Ο Thompson επιτυγχάνει αυτή την οικουμενικότητα, αυτό τη δυνατότητα πολλαπλών ερμηνειών μέσα από την -συνειδητή, πιστεύω- αποφυγή κατονόμασης των τόπων που τα σύνορα χωρίζουν. Η ιδέα φαίνεται τετριμμένη – όπως και η ανάλυσή μου-, αλλά είναι δοσμένη εντυπωσιακά, τόσο σε επίπεδο στιχουργικής όσο και σε επίπεδο σύνθεσης – και, στο τέλος της αυθεντικής ηχογράφησης, υπάρχει και αυτή η υπέροχη “μάχη” ανάμεσα στην κιθάρα του Richard Thompson και την concertina του John Kirkpatrick.
Το When I Get To The Border έχει διασκευαστεί κάμποσες φορές, π.χ. από το σχήμα των She & Him ή από τον μεγάλο Arlo Guthrie, τον γιο του επίσης μεγάλου Woody.

 

Διαβάστε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα ΣΥΝΟΡΑ: Η λέξη που σημάδεψε το 2015

 




Ένας Άνθρωπος Υπό Χρεοκοπία

 

Η σκέψη και μόνο να βρεθώ στην εφορία για να τακτοποιήσω τις ομολογουμένως ατακτοποίητες οφειλές μου μου έφερνε πονοκέφαλο. Περνώντας το κατώφλι της ΙΖ’ Αθηνών αισθανόμουν ένα τόσο δα ανθρωπάκι σε ένα καφκικό περιβάλλον ανήμπορο μπροστά στο σύστημα ενός κράτους που αποφάσιζε ερήμην του.

Το κτίριο ήταν γεμάτο και μπροστά από κάθε υπάλληλο δεκάδες άλλα ανήμπορα ανθρωπάκια περίμεναν υπομονετικά να διαπραγματευτούν, να συνεννοηθούν, να τακτοποιήσουν και εν τέλει να πληρώσουν.

Όσο πλησίαζε η σειρά μου ένιωθα να συρρικνώνομαι. Μέχρι να φτάσω στο γκισέ έγινα τόσο μικρή σχεδόν ανύπαρκτη. Η υπάλληλος με δυσκολία άκουγε αυτά που της έλεγα. Πόση φωνή μπορεί να βγάλει ένα μυρμήγκι; Ένιωθα πως είχα ολότελα χρεοκοπήσει. Ένα οικονομικό, συναισθηματικό και ψυχικό φαλιμέντο.

Έχετε χρέη; Είστε σε οικονομική κρίση;

Δεν μπορείτε να πληρώσετε το ενοίκιο σας; ούτε καν το ηλεκτρικό;

Οι προσπάθειες συμβιβασμού με τους δανειστές σας απέτυχαν;

Ο σύντροφος σας σας εγκατέλειψε;

Νιώθετε πως είστε ένα βήμα πριν την καταστροφή;

Την ίδια μέρα αργά το απόγευμα περπατώντας για το θέατρο σκεφτόμουν την τραγική ειρωνεία να δω μια παράσταση που ο τίτλος της είναι αυτό που αισθάνομαι. Η χρεοκοπία δεν είναι απλά μια λέξη, είναι μια σκιά που ζει ανάμεσα μας. Έχει γίνει κομμάτι της καθημερινότητάς μας, πίνουμε μαζί της τον πρωινό μας καφέ και της λέμε την τελευταία καληνύχτα πριν σβήσουμε το φως.

Και εκεί στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου την είδα την παντοδύναμη μέγαιρα, αόρατη και ορατή συνάμα, έτοιμη να ισοπεδώσει τον ανήμπορο άνθρωπο.

The Incredible Shrinking Man01

Στην ιστορία που ξετυλίγεται ένας άνθρωπος φτάνει στο μισό της ύπαρξης του χάνοντας σταδιακά τα πάντα.  Η γυναίκα του τον εγκαταλείπει, συγκεντρώνοντας σε μια βαλίτσα ό,τι αντέχει να κρατήσει από τη κοινή τους ζωή. Και όταν αυτή αποχωρεί η χρεοκοπία έρχεται να επισφραγίσει την ύπαρξή της μέσω ενός εντεταλμένου εκκαθαριστή.

Θα αναλάβω εγώ την υπόθεση σας , θα πουλήσω τα υπάρχοντά σας στο λεπτό

Η περιουσία σας έχει μολυνθεί, χρειάζεται κάθαρση

Η αποστολή μου είναι να εξαφανιστούν τα πάντα. Και θα εξαφανιστούν, μην αμφιβάλλετε καθόλου

Κυρίως είναι αλάθητη η μέθοδος μου

Ορίζω πολύ χαμηλές τιμές για τα πράγματα, έχω διαπιστώσει ότι φεύγουν πολύ πιο εύκολα και όλοι επωφελούνται από αυτό.

Στο πλευρό του τώρα πια στέκεται μόνο αυτός που σαν μεταμοντέρνος πνευματικός οδηγός αναλαμβάνει  να διαπραγματευτεί με τους πιστωτές και να οργανώσει ένα σχέδιο αποκατάστασης.

Ο άνθρωπος έχοντας να διαπραγματευτεί με ένα υλικό και ηθικό χωρισμό , επιστρέφει στη γύμνια του, αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία. Καλείται να αρχίσει και πάλι από το μηδέν και να εφεύρει μια καινούρια ζωή

Αυτή είναι η ευκαιρία σας να κάνετε μια νέα αρχή

Δεν χρειάζεται να φροντίζεται πια τα υπάρχοντα σας πάρα μόνο τον εαυτό σας

Ο χώρος , ο χρόνος οι φυσικές σας ανάγκες δεν θα σημαίνουν τίποτα πια για σας

επιτελούς θα βρείτε την ισορροπία σας, θα απελευθερωθείτε από τα πάντα και θα είστε έτοιμοι για την καινούρια σας ζωή

Σε αυτή την μοναχική του πορεία σύμμαχος του γίνεται ένα βιβλίο. The shrinking man. Ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας όπου ο ήρωας μέρα με τη μέρα συρρικνώνεται κατά τρία χιλιοστά και πρέπει να προσαρμόσει τις ανάγκες του σε ένα περιβάλλον ολοένα και πιο εχθρικό, πιο απειλητικό. Και με αυτόν τον ήρωα ταυτίζεται ο άνθρωπος. Είναι ο προσωπικός του ηθικός οδηγός για να προχωρήσει και να ξαναγεννηθεί.

Το έργο του David Lescot Ένας Άνθρωπος Υπό Χρεοκοπία  μιλάει για τη σημερινή Ευρώπη της οικονομικής κρίσης και των παράπλευρων συνεπειών που έχει αυτή στον άνθρωπο. Μιλάει για την κρίση που βιώνουμε όλα τα ανθρωπάκια στις ουρές της εφορίας, της τράπεζας, του νοσοκομείου. Στις ουρές των συσσιτίων που αν δεν βρεθήκαμε ακόμα είναι ένα κλικ μακριά μας. Για την κρίση της ταυτότητας, της ύπαρξης μας. Για τις αγωνίες και τους φόβους και τη μοναξιά μας.

 

Από τη διεθνή θεατρική ομάδα “BΕΑΤΝΙΚS” ,

Συγγραφέας: David Lescot

Μετάφραση: Μαρία Ευσταθιάδη

Σκηνοθεσία: Francesco Bonomo

Σκηνικά-κοστούμια: Κατερίνα Λιάκου

Eπιμέλεια κίνησης: Μαριάνθη Ψωματάκη

Μουσική επιμέλεια: Massimiliano Bonomo

Οργάνωση παραγωγής: Progetti Carpe Diem/La Casa delle Storie 

Ηθοποιοί: Σπυρίδων Ξένος, Χρήστος Τανταλάκης, Δήμητρα Χαριτοπούλου

Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων: από 7 Οκτώβρη ως 15 Νοέμβρη,

από Τετάρτη ως Σάββατο στις 21:15, Κυριακή στις 19.00 στο  Θέατρο του Νέου Κόσμου

 

 

 




το ύψος του πεζοδρομίου

 

Είναι αλήθεια πως παρακολουθήσαμε πολλά eurogroup αυτό το καλοκαίρι. Περισσότερα απ’ όσα μας αναλογούν για αυτή και την επόμενη ζωή. Πέρασαν μήνες παρακολουθώντας και ξαναπαρακολουθώντας, βλέποντας ειδήσεις στην τηλεόραση και περιμένοντας το επόμενο τουίτ ενός Άγγλου ή Γερμανού δημοσιογράφου. Είδαμε σε ατελείωτη λούπα την εικόνα του Τσίπρα και του Τσακαλώτου, ενός Ολλανδού ή ενός Γερμανού πολιτικού, καθώς έβγαιναν απ’ το αυτοκίνητο και μέχρι να μπουν στην τζαμένια πόρτα ενός άγνωστου και μακρινού κτιρίου. Κάποτε μερικές δηλώσεις, κάποτε καμία κουβέντα, πάντοτε κανένα νόημα. Απειλές, δυσκολίες, εκβιασμοί, πισωγυρίσματα, πλησίασμα στη συμφωνία και νέες απαιτήσεις. Κάποιοι ήταν απροετοίμαστοι, κάποιοι αδίστακτοι, κάποιοι λογικοί κάποιοι σκληροί και κάποιοι φιλέλληνες.

Όλοι αυτοί μαζεύονταν μέσα στο άγνωστο και μακρινό κτίριο με την τζαμένια πόρτα ή έκαναν τελεκόνφερανς, σκάιπ κόλ ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο και συζητούσαν για το ελληνικό ζήτημα. Εμείς παρακολουθούσαμε. Η κατάσταση ήταν διαρκώς κρίσιμη. Κάθε δευτερόλεπτο παίζονταν τόσα πολλά, ολόκληρες ζωές, ολόκληρο θα έλεγε κανείς το μέλλον. Ταυτόχρονα δεν παιζόταν απολύτως τίποτα.

Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης και του καλοκαιριού το είδαμε όλοι. Πέρα απ’ αυτό όμως, μπορούμε να πούμε ότι το καλοκαίρι είχαμε το αποκορύφωμα της λογικής που λέει ότι πολιτική είναι αυτό που συμβαίνει κάπου ψηλά, μακριά και απόκοσμα. Ακόμη χειρότερα δεν είναι απλώς κάτι που συμβαίνει σε κλειστά δωμάτια μεταξύ μεγάλων ηγετών και σπουδαίων προσώπων. Δεν είναι απλά κάτι που συμβαίνει και αποφασίζεται μεταξύ τεχνοκρατών, ειδικών και πρωθυπουργών. Η πολιτική είναι κάτι που δεν αποφασίζεται καν εκεί. Η πολιτική είναι μια σειρά συνεπειών που δεν αποφασίζεται πουθενά. Υπάρχει ένα πλέγμα διάσημων προσώπων, αόρατων επιχειρήσεων και γραφειοκρατικών διαδικασιών και αυτό ακριβώς το πλέγμα παράγει συνέπειες οι οποίες όχι μόνο δεν μας λαμβάνουν υπόψη αλλά αποκλείεται να είναι και θετικές.

Με άλλα λόγια στο πεδίο πολιτική όχι μόνο εμείς είμαστε αυτοί που παρακολουθούν κάποιους άλλους να παίζουν ένα παιχνίδι στο ηλεκτρονικό, αλλά και το ίδιο το ηλεκτρονικό είναι πάντα πειραγμένο, ώστε να μην υπάρχει άλλη επιλογή απ’ την ήττα. Δεν ζούμε την ΤΙΝΑ, την παρακολουθούμε σαν κάτι που βρίσκεται μακριά, μας εξοντώνει αλλά δεν μπορεί να επηρεαστεί από τίποτα. Παρακολουθούμε σπαράγματα της live μετάδοσης της διάλυσης της κοινωνίας, μαθαίνοντας σκόρπιες αντικρουόμενες πληροφορίες από ξένους δημοσιογράφους. Η μεσολάβηση χτύπησε κόκκινο, μετασχηματίστηκε και εισχώρησε μέσω της οθόνης στο φαντασιακό μερικών εκατομμυρίων ψηφοφόρων. Τίποτα δεν έχει σημασία γιατί τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να παρακολουθούμε αμήχανοι και αποκαμωμένοι την εξουσιοδότησή μας που χάνεται στα βάθη κάποιων κέντρων εξουσίας που δεν αναγνωρίζουμε κι ούτε μπορούμε να φανταστούμε.

Δεν πρόκειται απλά για την ιδέα της ανάθεσης ή για την περίφημη κρίση εκπροσώπησης, πρόκειται για την καθιέρωση μιας νέας οπτικής για την ίδια τη ζωή.

***

Δεν είναι καινούρια βέβαια αυτή η ιδέα. Οι «επίμονοι κυνηγοί μύθων» Καλύβας και Μαρατζίδης μας χαρίζουν το παρακάτω (η επισήμανση δική μου):

Το ερώτημα γίνεται πιο βασανιστικό, αν ρωτήσουμε: Πόσο άξιζε η Αντίσταση; Η απάντηση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Αναμφίβολα, η Αντίσταση συνέβαλε τα μέγιστα στη διατήρηση του ηθικού του πληθυσμού και στη δυνατότητα η χώρα να συγκαταλέγεται μετά τον πόλεμο στο στρατόπεδο των νικητών (όμως, ας μη γελιόμαστε, περισσότερο ως προς αυτό έπαιξε ρόλο η στάση του Ι. Μεταξά το 1940 στο τελεσίγραφο του Μουσολίνι και στη συνέχεια η στάση του Γεωργίου Β΄ να συνεχίσει τον πόλεμο στο πλευρό της Αγγλίας).

***

Όταν η πολιτική και ο δημόσιος λόγος γεμίζει τέτοιες οπτικές και ξεχειλίζει απ’ την ιδέα ότι μεγαλύτερο ρόλο πάντα παίζει η στάση ενός ηγέτη, ενός δικτάτορα ή μιας πολιτικής ελίτ, αναζητούμε με λύσσα ένα καταφύγιο. Ένα καταφύγιο που να μας υπενθυμίζει ότι η μοίρα μας δεν υπάρχει για να την αποδεχόμαστε και ότι η ιστορία δεν είναι αποτέλεσμα της απάντησης ενός φασίστα όπως ο Μεταξάς.

Τα τελευταία χρόνια συνήθη καταφύγια αποτελούν ο Γκαλεάνο και ο Μπένγιαμιν, οι οποίοι καθένας με τον τρόπο του ανοίγουν μπροστά μας ένα άλλο βλέμμα προς το παρελθόν, τη μνήμη και την ιστορία.

Το τελευταίο διάστημα για κάποιο περίεργο λόγο βρέθηκα μπροστά σε δύο βιβλία (πιο κοντινά και πιο δικά μας μ’ ένα τρόπο), που πέρα απ’ την όποια λογοτεχνική τους αξία, επιτελούν και μία ακόμη λειτουργία. Μέσα απ’ τις σελίδες τους, δίνουν διαδοχικές σφαλιάρες. Αρπάζουν το κεφάλι σου και το στρέφουν ξανά προς την πραγματικότητα, προς τη ζωή την ίδια. Λένε: μην περιμένεις την αναμετάδοση, μην ξημεροβραδιάζεσαι με το δάχτυλο στο F5, μην ψάχνεις τη ματαίωση ή την ελπίδα σ’ ένα άρθρο των financial times. Παρόλο που είμαστε γεμάτοι μακρινά άγνωστα κτίρια με τζαμένιες πόρτες, η ζωή επιμένει να μην συμβαίνει αλλού, αλλά ακριβώς εδώ, μπροστά στα δυο σου μάτια. Όσες δηλώσεις κι αν κάνει ο Ντάισελμπλουμ το παιχνίδι παίζεται στην οδό Αχαρνών και στις Τρεις Γέφυρες και σ’ ένα όχημα του μεταγωγών και το τζόιστικ τελικά δεν είναι και σε τόσο μεγάλη απόσταση από τις χούφτες μας.

 

CKMLTyHWEAAbteD

***

Το πρώτο βιβλίο το οποίο σκέφτομαι είναι το Ένα Δέκατο του Οκτώ του βα.αλ.. Εδώ έχουμε διάφορα ενδιαφέροντα στοιχεία. Πρώτα απ’ όλα, ο πρωταγωνιστής ενός βιβλίου νουάρ ή αστυνομικού, ο άνθρωπος που προσπαθεί να εξιχνιάσει το έγκλημα, δεν είναι ένας αστυνομικός, έστω ένας αλλιώτικος, ένας πειραγμένος, ευαίσθητος και διαβασμένος ντετέκτιβ. Ο αυτοσχέδιος ντετέκτιβ είναι ένας οδηγός, ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας που λένε και στο σινεμά. Τον αναγνωρίζουμε, τον καταλαβαίνουμε και τον ακολουθούμε κατά πόδας όχι ασθμαίνοντας αλλά όπως θα ακολουθούσαμε ένα φίλο, έναν γνωστό, κάποιον που χαιρετάμε κάθε πρωί στην είσοδο της πολυκατοικίας. Το σκηνικό στο οποίο στήνεται η πλοκή του βιβλίου, επιτέλους, δεν είναι το εμπορικό τρίγωνο, το ιστορικό κέντρο. Τα μπαρ του βιβλίου δεν είναι στη Σταδίου την Κολοκοτρώνη και την Καρύτση. Ο ήρωας κυκλοφορεί στους κανονικούς δρόμους της μητρόπολης, τους μη πολυτραγουδισμένους, αυτούς που διασχίζεις με το λεωφορείο γεμάτο και το νου χαμένο.

Σε μία από τις αληθινά εξαιρετικές στιγμές του βιβλίου, έχουμε μια περιγραφή για τα Λιόσια, η οποία θα πρέπει να μας βάλει σε ένα σωρό σκέψεις. Όχι μόνο για την ομορφιά της γλώσσας ή την διαύγεια του βλέμματος, αλλά τελικά για την ίδια την ειλικρίνεια του να μιλάς και να διαβάζεις για τη ζωή κι όχι για το τηλεοπτικό (ή σοσιαλμιντιακό) της καθρέφτισμα.

Ο βα.αλ., κατά τη γνώμη μου, μας δίνει μια ιδέα για το πώς μπορεί να είναι ένα κομμάτι της λογοτεχνίας της κρίσης. Μέσα από τις σελίδες περνάνε διάφορες φιγούρες, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένες δεν έχει σημασία, πάντως εμπειρικά γνώριμες και ζωντανές. Οι ήρωες του βιβλίου, «καλοί» ή «κακοί», είναι αναγνωρίσιμοι, έχουν κανονικές διαστάσεις, τέτοιες που νομίζεις ότι τα δάχτυλά σου τους αγγίζουν καθώς προχωράς από κεφάλαιο σε κεφάλαιο.

Εντέλει όπως κάθε καλό νουάρ, το βιβλίο είναι μια ερωτική χειρονομία προς την πόλη και την περιπλάνηση, την πραγματική πόλη και την σημερινή περιπλάνηση. Εδώ μιλάμε για τα Πατήσια και την Κυψέλη, όχι για την κατασκευασμένη (χαρούμενη, καινοτόμα, και ατσαλάκωτη) αθηνολατρεία των free press. Εδώ δεν μιλάμε για τις γνωστές λεωφόρους που συμβαίνουν τα πάντα και που κολλάνε τα αυτοκίνητα τις μέρες των γιορτινών ψώνιων. Είναι ενδεικτικό ότι μία απ’ τις σημαντικότερες σκηνές του βιβλίου διαδραματίζεται στον παράδρομο της εθνικής οδού. Είναι επίσης ενδεικτικό ότι το ένα δέκατο του 8, εκτός των άλλων, αν το κοιτάξεις λίγο λοξά είναι μια κασέτα για να βάλεις στο αμάξι την ώρα που διασχίζεις την Αχαρνών και την Πατησίων.

Φυσικά το βιβλίο έχει αδυναμίες, αλλά αυτές είναι για τους βιβλιοκριτικούς και τις βιβλιοκριτικές, κι αυτό εδώ το ποστ προσπαθεί απλά να δείξει ότι εκτός από «επίμονους κυνηγούς μύθων», σ’ αυτόν τον τόπο είμαστε και γεμάτοι από ανθρώπους που επιμένουν να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στο ρόλο που παίζουν όσοι ζουν, παθαίνουν, διεκδικούν και επιτίθενται. Και η εσωτερική διαδρομή του Νικήτα, ήρωα του βιβλίου, μας αφορά περισσότερο από το να λιβανίζουμε τη τζίφρα του εκάστοτε ηγέτη. Όσο κι αν επιχειρούν να μας πείσουν τα δελτία των 8 και οι αρθρογράφοι με τα διαπιστευτήρια του Γέιλ, επιμένουμε να κοιτάμε τη ζωή στο σημείο που έχει σημασία, στο σημείο που στ’ αλήθεια συμβαίνει, στο σημείο που δεν είναι άλλο δηλαδή, από το ίδιο το ύψος του πεζοδρομίου.

 

32-vimata_ex

***

Το δεύτερο βιβλίο δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό, όμως πάλι με ένα περίεργο τρόπο επιτελεί την ίδια λειτουργία. Μιλάω για το 32 βήματα ή ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων του Τάσου Θεοφίλου. Το βιβλίο αποτελείται χοντρικά από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος περιέχει σπαράγματα, διάφορα περιστατικά και αποσπάσματα από τη ζωή στη φυλακή. Το δεύτερο αποτελεί ένα γλωσσάρι της φυλακής, στα πρότυπα θα έλεγε κανείς των όσων θεωρούμε κληρονομιά του Ηλία Πετρόπουλου, πιθανότατα λιγότερο σχολαστικά, οργανωμένα και συγκροτημένα και περισσότερα από μια βιωματική σκοπιά. Με ενδιαφέρει κυρίως το πρώτο μέρος. Εκεί ο Θεοφίλου, αν και θα μπορούσε να προωθήσει και να μείνει σε μια περιγραφή των δικών του αισθημάτων και εμπειριών με επίκεντρο το προσωπικό του δράμα, επιλέγει να κάνει κάτι άλλο. Μας δίνει χύμα, χωρίς σαφή δομή και συνέχεια, στοιχεία από τη ζωή των άλλων φυλακισμένων. Και αυτά τα στοιχεία είναι συγκλονιστικά. Κυριαρχεί μια βαθιά ανθρωπιά, χωρίς να υπάρχει σε κανένα σημείο μυθοποίηση των συγκρατούμενών του και χωρίς να ξεχνάει τη ίδια τη δική του πολιτική συγκρότηση. Παρόλο λοιπόν που διαρκώς μας υπενθυμίζει που στέκεται ο ίδιος, τα περιστατικά που αναφέρει, τα στιγμιότυπα που περνάνε από μπροστά μας, αποκαλύπτουν γυμνή, χωρίς περικοκλάδες και στολίδια την ανθρώπινη κατάσταση στη φυλακή. Η δική του πολιτική τοποθέτηση μπαίνει εκ των πραγμάτων σε δεύτερη μοίρα και θα έλεγα μάλιστα σε όποιον το διαβάσει περιμένοντας να βρει το κατηγορώ ενός άδικα φυλακισμένου αναρχικού, ότι θα απογοητευτεί.

Στο βιβλίο παρελαύνουν ιστορίες ναρκωτικών, λούμπεν παραβατικότητας και μοναξιάς. Δίνεται μια σχετικά καθαρή αίσθηση της ζωής στη φυλακή, χωρίς να περιγράφονται τα πράγματα με ακρίβεια. Αντίθετα, τα σκόρπια περιστατικά, μια σύναξη σ’ ένα κελί, ένας θάνατος, η λεπτομέρεια του ψαξίματος του φυλακισμένου, το αυτοσχέδιο τσίπουρο, η αδιανόητη γραφειοκρατία, οι εντοιχισμένες κατσαρίδες του καρτοτηλεφώνου, όλα λειτουργούν υπόγεια και σωρευτικά. Αν ζωή συμβαίνει στους δρόμους της πόλης, ζωή συμβαίνει και πίσω απ’ τη μάντρα του Κορυδαλλού. Και η ιστορία των ανθρώπων συνεχίζει να γράφεται και εκεί που η κοινωνία παύει να κοιτάζει και εκεί που οι αποφάσεις των ηγετών δεν έχουν πια σημασία.

Εκεί που υπάρχει μόνο παράλογο και τιμωρία, εκεί οι άνθρωποι ακόμη προσπαθούν να μείνουν ζωντανοί και ο Θεοφίλου προσπαθεί να μας δώσει ένα ελάχιστο κομμάτι απ’ την ιστορία τους.

IMG_3722-001

 

***

Το Ένα Δέκατο του 8, βα. αλ. – εκδόσεις Κινούμενοι Τόποι

32 βήματα ή ανταποκρίσεις από το σπίτι των πεθαμένων , Τάσος Θεοφίλου – εκδόσεις ΚΨΜ




make it rain | για το ντοκιμαντέρ «οι βροχοποιοί»

 

— edit: το ντοκιμαντέρ για το οποίο μιλάμε παρακάτω είναι online και μπορείτε να το δείτε εδώ

 

Ανασύνθεση του παρελθόντος δεν σημαίνει αναγνώρισή του “με τον τρόπο που υπήρξε πραγματικά”. Σημαίνει το άρπαγμα μιας μνήμης καθώς αστράφτει σε μια στιγμή κινδύνου.

Walter Benjamin

Την Τετάρτη στο Μικρόκοσμο έγινε η πρώτη προβολή του ντοκιμαντέρ «Οι βροχοποιοί», που δημιούργησαν οι Εκδόσεις Διάδοση. Το φιλμ αποδείχτηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον, σε πολλές στιγμές συγκινητικό και σίγουρα θα αποτελέσει αφορμή για ευρύτερη συζήτηση και αναστοχασμό πάνω σε μια σειρά από θέματα.

Το ντοκιμαντέρ καταπιάνεται με την κατάσταση στις φυλακές και τους αγώνες που δόθηκαν μέσα σ’ αυτές από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Δεν επιχειρείται να δοθεί κάποια συνολική εικόνα της κατάστασης, με ανάλυση από «ειδικούς», εκτενή αναφορά στις γενικότερες κοινωνικές συνθήκες ή πολλές λεπτομέρειες και εξηγήσεις. Αντίθετα, το ντοκιμαντέρ εστιάζει στις αφηγήσεις έξι ανθρώπων, οι οποίοι καταθέτουν τις συγκλονιστικές, είναι η αλήθεια, εμπειρίες τους.

Μέσα απ’ την προσωπική ματιά και ιστορία του καθενός, ακολουθούμε μια πορεία που περνά από διάφορους χώρους κράτησης της ελληνικής επικράτειας. Κέρκυρα, Αίγινα, Κορυδαλλός και Πάτρα. Άνθρωποι που πέρασαν χρόνια στις φυλακές ως κρατούμενοι περιγράφουν τις συνθήκες κράτησης, τις πρακτικές των δεσμοφυλάκων και τελικά αποτυπώνουν στιγμιότυπα από την ίδια την πολιτική του εγκλεισμού. Στο δεύτερο μισό του έργου, οι ίδιοι άνθρωποι αφηγούνται τους αγώνες, τις προσπάθειες και τις εξεγέρσεις των κρατουμένων της εποχής.

 

οι περίφημες φυλακές Κέρκυρας. Ένα ελληνικό πανοπτικό.

οι περίφημες φυλακές Κέρκυρας. Ένα ελληνικό πανοπτικό. ( η foto από εδώ )

 

Οι άνθρωποι στην οθόνη μας δίνουν συγκλονιστικές περιγραφές του τι σημαίνει φυλακή. Μιλάνε για το ξύλο, τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Περιγράφεται για παράδειγμα ότι τη δεκαετία του ’80 όταν έμπαινε κανείς στη φυλακή της Κέρκυρας (που θεωρούνταν η μάλλον πιο σκληρή της εποχής και στην οποία στέλνονταν απείθαρχοι ή «επικίνδυνοι» κρατούμενοι), τον περίμεναν για αρχή παρατεταγμένοι σε ένα διάδρομο δεξιά και αριστερά δεσμοφύλακες με ξύλινα γκλομπ. Με αυτά υποδέχονταν τον καινούριο κρατούμενο. Μετά, ανεξαρτήτως ποιος ερχόταν ή τι έκανε, τον πήγαιναν για μια εβδομάδα στα λεγόμενα πειθαρχεία, μικρά σκοτεινά κελιά, που περιγράφονται ως μπαούλα ή κουτιά, αφού ήταν πολύ μικρά και δεν υπήρχε φως από πουθενά. Οι κρατούμενοι έχαναν την αίσθηση του χρόνου, της μέρας και της νύχτας και έμεναν εκεί απομονωμένοι, χωρίς προαυλισμό (τι λέξη κι αυτή) για μία εβδομάδα. Κάτι σαν εβδομάδα προσαρμογής λοιπόν.

Ακούγεται ακόμη μια άλλη μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία, όταν οι δεσμοφύλακες είχαν «κέφια», έμπαιναν στα κελιά και ρωτούσαν ένα κρατούμενο: «Είσαι παντρεμένος;». Αν απαντούσες όχι, σου έλεγαν «γιατί ρε; Για να μην κάνεις παιδιά και να μην πάνε φαντάροι;». Και ύστερα σε χτυπούσαν μέχρι λιποθυμίας. Αν απαντούσες ναι, σου έλεγαν «γιατί; Για να κάνεις παιδιά και να γίνουν κομμουνιστές;». Και ύστερα σε χτυπούσαν μέχρι λιποθυμίας.

Κάποια στιγμή λέγεται ότι στις διαβόητες φυλακές της Κέρκυρας βγήκε εντολή να απαγορευτούν τα βιβλία που είχαν στον τίτλο τις λέξεις «επανάσταση», «αναρχία» και «έρωτας».

 

Κέρκυρα και πάλι

Κέρκυρα και πάλι. ( η foto από εδώ )

 

Ακούγονται και άλλες ιστορίες και περιστατικά, που δεν έχει νόημα να αναφέρουμε αλλά είναι καλύτερα να παρακολουθήσετε πως τις αφηγούνται οι ίδιοι οι πρώην κατηγορούμενοι.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις που ακούγονται για την απόσταση και το διαχωρισμό μεταξύ ποινικών και πολιτικών κρατουμένων. Στο ντοκιμαντέρ αναφέρεται ότι αυτή η απόσταση μίκρυνε όταν μπήκαν φυλακή οι πρώτοι αναρχικοί.  Συγκινητικές είναι οι μαρτυρίες για τις γυναικείες φυλακές και την απεργία πείνας του 1980 στον Κορυδαλλό. Μένουν στο μυαλό τα όσα λένε οι γυναίκες για τον ψυχίατρο της φυλακής Κορυδαλλού, Μάριο Μαράτο και τις πρακτικές του. Σημειώνουμε ότι ο Μαράτος το 1990 σκοτώθηκε από την «Επαναστατική Αλληλεγγύη».

Οι διαμαρτυρίες, οι εξεγέρσεις και όλες οι απόπειρες αντίστασης δεν περιγράφονται με κάποιο ηρωισμό ή κάποια οίηση, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Ακούμε πολλές φορές τη φράση «δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς». Βλέπουμε πρόσωπα, στις γκριμάτσες των οποίων, στριμώχνονται με ένα περίεργο τρόπο η αξιοπρέπεια, η ασφυξία της καταπίεσης, μια αλλόκοτη γενναιότητα και η ιδέα μιας βαθιάς αλληλεγγύης. Ακόμη και ο τρόπος που επαναλαμβάνουν τη φράση «μετά μας τσάκισαν» δεν κρύβει ήττα και απογοήτευση, αλλά μοιάζει να σημαίνει κάπως τον χρόνο μιας παύσης πριν την επόμενη επίθεση. Κατά τ’ άλλα, απ’ τις εξιστορήσεις των αγώνων, θα μας μείνει η εικόνα της φλεγόμενης φυλακής της Κέρκυρας, σαν απάντηση στις επιθυμίες και τον τρόμο εκατοντάδων κρατουμένων ανά τα χρόνια, αλλά και οι δυσκολίες στο να αντιμετωπίσουν συλλογικά ποινικοί και πολιτικοί τα κοινά τους προβλήματα.

Μια εντύπωση προκαλεί επίσης και η επισήμανση αρκετών ότι αν η δεξιά τσάκιζε τις εξεγέρσεις με το γκλομπ και τη σωματική βία, οι φυλακές μπήκαν σε καινούρια κατεύθυνση με την έλευση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο, όπως λένε, υιοθέτησε μια διαφορετική πρακτική. Γέμισε τη φυλακή με ναρκωτικά.

Μετά το τέλος του ντοκιμαντέρ για κάποιο λόγο πήγε ο νους μου στον Γκαλεάνο. Σκεφτόμουν τις μέρες μετά το θάνατό του, πέρα φυσικά απ’ τη γνώση ή την καλογραμμένη αφήγηση, πως αυτό που μου έμεινε από τα γραπτά του είναι μια κατανόηση του τι σημαίνει επιμονή στο να αφηγούμαστε την ιστορία «από τα κάτω». Ένα απ’ τα (εκατομμύρια βέβαια) προβλήματα του καιρού μας είναι αυτή ακριβώς η απομάκρυνση των ανθρώπων από την ιστορία τους και από την πολιτική ως σκέψη και προσωπική υπόθεση και πράξη. Σήμερα, όπως μας πληροφορούν μερικές εκατοντάδες ρεπορτάζ σε σοβαρές εφημερίδες, λαχανιασμένα κανάλια και έξαλλα σάιτ, όλα βρίσκονται και όλα συμβαίνουν κάπου αλλού. Στις Βρυξέλλες και σε μια τηλεδιάσκεψη του eurogroup, στο ιδιωτικό δωμάτιο του Πούτιν και στα τεράστια δημόσια κτίρια του Βερολίνου. Η αφήγηση λέει ότι είμαστε μικροί και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε τα αποτελέσματα μιας διαπραγμάτευσης που μας αφορά αλλά παραμένει άγνωστη. Τεχνικές λεπτομέρειες, τεχνικά κλιμάκια και ό,τι άλλο τεχνικό μπορεί να φανταστεί κανείς.

η αφίσα τη προβολής της Τετάρτης. ( από εδώ )

η αφίσα της προβολής της Τετάρτης. ( από εδώ )

 

Ένα απ’ τα πράγματα που βγαίνουν από το ντοκιμαντέρ είναι αυτή ακριβώς η υπενθύμιση ότι η πολιτική δεν συμβαίνει κάπου αλλού, αλλά είναι η προσωπική μας στάση απέναντι στα πράγματα και η ίδια μας η πράξη, όσο κι αν αυτή μοιάζει καταδικασμένη από την άνιση κατανομή των δυνάμεων στο γήπεδο που καλούμαστε να δώσουμε τον αγώνα. Η άλλη ίσως ακόμη πιο βασική υπενθύμιση του ντοκιμαντέρ είναι η εξής: Πολλές φορές, η επικρατούσα απίθανη σύγχυση, ο ιδεολογικός χυλός, οι αντιφάσεις της πραγματικότητας και το γενικό ζόρι τείνουν να αποπροσανατολίζουν. Τότε, νομίζω ότι ένα καλό προσδιοριστικό κριτήριο για να βρεις ξανά τη θέση σου στον κόσμο είναι να ακούς τους ίδιους τους ανθρώπους. Όχι με την ασπίδα της προκάτ ιδεολογικής συμφωνίας, ούτε προτάσσοντας μια καθηλωτική γνώση, η οποία έχει σκοπό να αποκλείσει κάθε πράξη εκ των προτέρων, ούτε βέβαια με τον κατανοητό αλλά καταστροφικό κυνισμό του «δεν αλλάζει τίποτα». Να ακούς τους ίδιους τους ανθρώπους, σημαίνει να ακούς όσους έζησαν και ζουν την καταπίεση και τη βία, να ακούς όσους βρέθηκαν στον πάτο του βαρελιού, όσους παρόλο το φόβο προχώρησαν όπως μπορούσαν.

Λέει κάποια στιγμή ένας αφηγητής ότι αν κατάφερε να αγωνιστεί (και τελικά να κάψει το ίδιο του το κελί) ήταν και επειδή είχε «δάσκαλους στη φυλακή, δάσκαλους αγράμματους, εμπειρικούς. Που ό,τι είχαν το έβαζαν».

Και να πως ξαναβρίσκεις τη θέση σου στον κόσμο.

* Δεν ξέρω τίποτα για την ομάδα που έφτιαξε το ντοκιμαντέρ. Σημειώνω πάντως ότι η ίδια ομάδα, οι εκδόσεις Διάδοση δηλαδή, έκανε και το «οι λαχειοπώλες του ουρανού», ένα ντοκιμαντέρ με αφηγήσεις που επαναφέρουν στο προσκήνιο την κοινωνική ιστορία της Ελλάδας του ’60-’70 και το οποίο μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ.




η μετανάστευση ως ζήτημα ασφάλειας

 

Με αφορμή τις πρόσφατες τραγωδίες στη Μεσόγειο άνοιξε κατά κάποιο τρόπο ξανά η συζήτηση για το μεταναστευτικό. Λέω κατά κάποιο τρόπο, γιατί η συζήτηση δεν έκλεισε ποτέ, απλά συνήθως είναι εστιασμένη σε ένα διαφορετικό κομμάτι του ίδιου ζητήματος. Τα ΜΜΕ και ένα συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας εδώ και χρόνια, ανακυκλώνουν τις ίδιες κουβέντες για το μεταναστευτικό «πρόβλημα» και αναπαράγουν την ίδια λιγότερο ή περισσότερο ρατσιστική ρητορική, η οποία ξεκινάει από την εγκληματικότητα, περνάει από τη δημόσια υγεία και φτάνει μέχρι τον πολιτισμικό κίνδυνο. Εντωμεταξύ από την εποχή που ο Καρατζαφέρης πήρε κυριολεκτικά το περίφημο «δεν χωράμε όλοι» και πίεζε από τα δελτία ειδήσεων να αποφασίσουμε έναν αριθμό μεταναστών και να πορευτούμε αναλόγως, μέχρι την εποχή των στρατοπέδων συγκέντρωσης και των δολοφονιών μεταναστών από τη Χρυσή Αυγή, είναι προφανές ότι έχουμε αλλάξει πίστα. Ο ρατσισμός υπήρχε πάντα στην ελληνική κοινωνία, η εκμετάλλευση το ίδιο, αλλά η κατηφόρα τα τελευταία 6 χρόνια παραέγινε ολισθηρή. Η κατάσταση στο εσωτερικό λοιπόν είναι γνωστή, αν και υποτιμημένη. Η συζήτηση όμως τώρα άναψε όχι για τα εντός των τοιχών, αλλά γιατί τα νούμερα και οι εικόνες που μεταφέρουν τα Μέσα Ενημέρωσης έγιναν ξαφνικά πολύ συγκεκριμένα. Περίπου 1750 άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους μόνο μέσα στο 2015 στη Μεσόγειο προσπαθώντας να φτάσουν στην Ευρώπη.

Μπροστά σ’ αυτό το νούμερο και μπροστά στα βίντεο που κυκλοφόρησαν από τη Ρόδο και τη Λαμπεντούζα, το ευρωπαϊκό κοινό και οι κυβερνήσεις τους, αποφάσισαν ότι ήρθε η ώρα να συζητήσουν. Τι συζητάνε όμως; Τα ελληνικά ΜΜΕ κινήθηκαν στο γνωστό δρομολόγιο κίνδυνος – φόβος – ρατσισμός – οι ευρωπαίοι δεν βοηθάνε με ολίγη από συμπόνια, η οποία εκφράστηκε κυρίως σε τίτλους και σουπεράκια. Σε διάφορα ξένα ΜΜΕ παρατηρήθηκε και μια τάση για πίεση για ουσιαστική αντιμετώπιση του θέματος. Η Liberation κυκλοφόρησε με εξώφυλλο «νομιμοποιήστε τους μετανάστες». Στην Αγγλία διαβάσαμε και άρθρα που έλεγαν ότι δεν πρόκειται για τραγωδία, αλλά για δολοφονία που διέπραξαν με όλη την επισημότητα και την πρόθεση οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Οι ίδιες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πάλι τι έκαναν; Ό,τι ακριβώς αναμενόταν. Σε μια σύνοδο κορυφής διατράνωσαν και επικύρωσαν τη συνέχιση της μέχρι σήμερα πολιτικής τους και μάλιστα συμφώνησαν στην ενταντικοποίησή της. Σε τι συνίσταται όμως αυτή η πολιτική;

Για να μη φλυαρώ και να μην υποκύπτω σε λαϊκισμούς και ευκολίες, θα πρέπει να παραπέμψω σ’ ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα και που ήδη έχει συζητηθεί αρκετά. Ο τίτλος του είναι «Έμποροι των συνόρων – η νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική επιτήρησης» και το έχει γράψει ο δημοσιογράφος (και φίλος) Αποστόλης Φωτιάδης. Το βιβλίο αν και καταπιάνεται με τεχνικά και ζόρικα θέματα είναι πρώτα απ’ όλα καλογραμμένο, με μια εξαιρετική αφήγηση που κυλάει μεταξύ έρευνας, ρεπορτάζ και μαύρου μυθιστορήματος. Μοιάζει με ένα απ’ αυτά τα αμερικάνικα βιβλία που δημοσιογράφοι αφηγούμενοι με απλό τρόπο μια ιστορία, μας εισάγουν βιαίως στο βρώμικο και γεμάτο αδιέξοδα τοπίο που συνδιαλέγονται οι πολιτικές ελίτ και οι θεσμοί με τον επιχειρηματικό κόσμο. Πέρα απ’ αυτό όμως, το βιβλίο είναι χρήσιμο για μια σειρά από λόγους. Ο κόσμος που ασχολείται με το μεταναστευτικό και που συμμετέχει στο ευρύτερο κίνημα έχει την τάση (και ως ένα βαθμό λογικά) να εστιάζει στα περιστατικά ρατσιστικής και φασιστικής βίας, στις δηλώσεις και ενέργειες των Υπουργών Δημόσιας Τάξης, στις πρακτικές της ελληνικής αστυνομίας. Το βιβλίο του Φωτιάδη όμως ανοίγει μια κουρτίνα σ’ ένα παράθυρο που όλοι φανταζόμαστε μέσες άκρες πως υπάρχει αλλά δεν το γνωρίζουμε ακριβώς. Πέρα απ’ τα βασανιστήρια της αστυνομίας ή τα κλειστά κέντρα κράτησης του Χρυσοχοΐδη και του Δένδια, υπάρχει μια άλλη μακρινή πραγματικότητα ως προς το μεταναστευτικό. Η ευρωπαϊκή ένωση με τους θεσμούς και τα όργανά της έχει επιλέξει μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική για τα σύνορα. Η πολιτική αυτή, σωστά από τον Φωτιάδη, συστηματοποιείται με τη φράση «αρχιτεκτονική επιτήρησης».

potamos_04_fotiadis

Στο βιβλίο λοιπόν, παρακολουθούμε με ενδιαφέρον την διαρκή ανάπτυξη των συστημάτων και των πρακτικών ελέγχου και επιτήρησης των ευρωπαϊκών συνόρων. Μέσα από διάφορους γραφειοκρατικούς λαβυρίνθους και ημιάγνωστες θεσμικές διαδρομές περιγράφεται η δημιουργία και η λειτουργία της Frontex, οι εσωτερικές αντιθέσεις και επιδιώξεις εντός της Ε.Ε., το κυρίαρχο δόγμα της ασφάλειας και οι έρευνες και δοκιμές νέων τεχνολογιών. Στο τέλος έχει αποδοθεί στον αναγνώστη με φοβερή ακρίβεια ένα πλέγμα από κλειστές συσκέψεις, επίσημα κείμενα, εκθέσεις, συναντήσεις και επικαλύψεις της πολιτικής με την επιχειρηματική ελίτ.

Το βιβλίο θέτει ένα σωρό ζητήματα και λύνει κάμποσες απορίες. Για παράδειγμα μέσα από μια εκτεταμένη όσο και πειστική ανάλυση εξηγεί όλα όσα πιθανότατα επιφανειακά έχουμε ακούσει δεξιά και αριστερά για την κόντρα Ιταλίας και Ε.Ε. και για την επιχείρηση «Mare Nostrum», η οποία παρουσιάστηκε από τα Μ.Μ.Ε. εντελώς μονοσήμαντα και αποκομμένα από τα συμφραζόμενά της και τις υπόλοιπες συνθήκες, αφού χρωματίστηκε ως μια επιχείρηση με ξεκάθαρα και αποκλειστικά θετικό πρόσημο, αφού περιελάμβανε την έρευνα και διάσωση μεταναστών στη θάλασσα. Γράφει όμως ο Φωτιάδης:

«Το γεγονός ότι ο Αλφάνο (σ.σ. Υπουργός Εσωτερικών Ιταλίας) εισέπραττε συγχαρητήρια για τη διάσωση μεταναστών στη Μεσόγειο την περίοδο που ο ίδιος ενεργούσε για να κλείσει την τελευταία δίοδο, την παράνομη, που αυτοί έχουν διαθέσιμη προς την Ευρώπη, αναδεικνύει με τον πιο έντονο τρόπο τον κυνισμό των Ευρωπαίων πολιτικών στο θέμα της μετανάστευσης και αποκλείει κάθε αμφιβολία για τους πραγματικούς στόχους της επιχείρησης Mare Nostrum, που την καθιστούσαν ένα εργαλείο άσκησης πολιτικής στα χέρια των υπερσυντηρητικών κύκλων στην Ευρώπη. Ενώ ο Αλφάνο είχε αρχίσει να προλειάνει το έδαφος για τη λήξη της Mare Nostrum, η παρελκυστική τακτική του είχε ήδη αρχίσει να αποδίδει, αφού η δημιουργία στρατοπέδων στη Βόρεια Αφρική εμφανιζόταν πια ως απολύτως λογική λύση»

Στο βιβλίο ο Φωτιάδης εξηγεί και προσφέρει πληροφορίες για τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (τα περίφημα drones), για τον τρόπο που η στρατιωτική βιομηχανία παρεμβαίνει (ή και επιβάλλει) (σ)τη χάραξη πολιτικής αλλά και για τα χρήματα που μοιράζονται για την έρευνα και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών επιτήρησης. Επίσης θέτει το κρίσιμο θέμα της δημοκρατίας στην Ευρώπη. Μέσα από τις αφηγήσεις του βιβλίου καθίσταται, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου, σαφές ότι για όλες αυτές τις πολιτικές κατευθύνσεις και αποφάσεις καμία νομιμοποίηση δεν υπάρχει, αφού λείπει εντελώς τόσο ο δημόσιος διάλογος, όσο και η λογοδοσία.

Με λίγα λόγια, ο Φωτιάδης προσπαθεί να μας ανοίξει έστω για ένα τσικ τα μάτια. Παρόλο που αποφεύγει να πει ο ίδιος τα συμπεράσματα ή να κάνει κήρυγμα, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται το συλλογικό δρόμο που βαδίζουμε.

Το κρίσιμο σημείο λοιπόν είναι να αντιληφθούμε ότι δεν μιλάμε πια μόνο για έλεγχο μεταναστευτικών ροών με το γνωστό και παλιό διακύβευμα (έλεγχος του εργατικού δυναμικού). Πλέον θα πρέπει να εστιάζουμε και στη στροφή προς μια πολιτική της ασφάλειας. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου αρχίζουμε ίσως σιγά σιγά να συνειδητοποιούμε ότι ο κόσμος άλλαξε δραματικά με τρόπους που δεν καταφέραμε να παρακολουθήσουμε και να αξιολογήσουμε. Ο κόσμος που οικοδομείται λοιπόν, καθιστά τον όρο εξαίρεση ελάχιστο για να περιγράψει την πραγματικότητα. Πτήσεις της CIA, φυλακίσεις χωρίς δίκη, απαγόρευση επικοινωνίας, κατάργηση δικαιωμάτων που μέχρι τότε θεωρούσαμε αναπαλλοτρίωτα, νέες ερμηνείες στην προσέγγιση και αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, ηλεκτρονική επιτήρηση.

Είναι χαρακτηριστικά τα αποτελέσματα της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής, όπου στην ουσία επιβεβαιώθηκαν οι δύο βασικοί πυλώνες της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής. Παρανομοποίηση της μετανάστευσης και περαιτέρω στρατιωτικοποίηση των συνοριακών ελέγχων. Εξίσου χαρακτηριστικά είναι άλλα παρόμοια δείγματα των  τελευταίων ετών. Στο Ferguson πέρυσι, η Εθνοφρουρά με τηλεφωνήματα στα σπίτια ενημέρωνε τους κατοίκους για το τι πρέπει να κάνουν σε κατάσταση ανάγκης και ότι τα σχολεία θα έμεναν κλειστά για άγνωστο χρονικό διάστημα. Στη Βαλτιμόρη έχουμε απαγόρευση κυκλοφορίας, όπως είχαμε πριν κάποιο καιρό και στη Βοστόνη. Στη Γαλλία μετά την επίθεση στο Charlie Hebdo είδαμε το στρατό να κυκλοφορεί στους δρόμους. Ακούμε δεξιά και αριστερά για ολοένα πιο σύγχρονα σχέδια επιτήρησης. Δακτυλοσκόπηση για όλους τους μετανάστες που θέλουν να έρθουν στην Ευρώπη. Κοινή βάση δεδομένων για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες που ταξιδεύουν.

11180599_10153188224977394_5850907149340077054_n

Συνεπώς, ίσως δεν έχει σημασία αν οι δυστοπίες που περιγράφει ο Φωτιάδης ονομάζονται εντέλει όντως Eurosur ή Smart Borders. Αυτό που γίνεται αντιληπτό, είναι η γενική πορεία των πραγμάτων. Εντός και εκτός συνόρων μπορούμε να μιλάμε για την εποχή του δόγματος της ασφάλειας. Αν είναι κανείς και λίγο πιο φευγάτος μπορεί να βρει αναλογίες στην επιτήρηση των συνόρων από μη επανδρωμένα αεροσκάφη με εσωτερικές πρακτικές και νομοθεσίες. Από τους αυταρχικούς νόμους στην Ισπανία, μέχρι τις πρακτικές των ελληνικών αρχών στα χρόνια του μνημονίου. Μπορεί βέβαια όλα αυτά να είναι υπερβολές και ανοησίες.

Όπως και να ‘χει, το πρόβλημα παραμένει. Οι μεταναστευτικές ροές πυκνώνουν, αφού τα προβλήματα σε περιοχές της Αφρικής μεγαλώνουν, με ευθύνη βεβαίως και της Ευρώπης. Άλλωστε δεν είναι η ιστορία της Αφρικής των τελευταίων αιώνων μια ιστορία ευρωπαϊκών παρεμβάσεων όλων των ειδών; Οι θαλάσσιες διαδρομές για τους μετανάστες είναι επικίνδυνες, αλλά αυτό δεν μοιάζει να προβληματίζει ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους. Αντιθέτως πότε πότε, αυτό ακριβώς το γεγονός, φτάνουν να το υπολογίζουν ως σύμμαχό τους στην άσκηση πολιτικής. Για παράδειγμα η Αγγλία με τον πιο επίσημο τρόπο δήλωνε πρόσφατα ότι δεν υποστηρίζει επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης στη Μεσόγειο. Πρόκειται για την γνωστή τακτική «drown a migrant to save a migrant», η οποία κάπως πιο απροκάλυπτα είχε περιγραφεί από τον ντόπιο αρχηγό της αστυνομίας με τη φράση «να τους κάνουμε το βίο αβίωτο». Η ιδέα αυτή λέει ότι οι μετανάστες πρέπει να ξέρουν ότι είναι πολύ δύσκολο να φτάσουν στην Ευρώπη. Έτσι δε θα ξεκινάνε καθόλου το ταξίδι. Είναι επίσης ενδεικτικό της ευρωπαϊκής πολιτικής και διάθεσης ότι στα δέκα σημεία της συνόδου κορυφής δεν υπάρχει ούτε μια φορά η λέξη «διάσωση». Όλα αυτά κι ενώ ξέρουμε ότι οι μετανάστες δεν έρχονται επειδή τάχα είναι εύκολο να έρθουν, αλλά εξαιτίας των τραγικών συνθηκών στις πατρίδες τους.

Έτσι φτάνουμε στο σημείο να μετράμε 1750 νεκρούς στη Μεσόγειο τους τελευταίους τέσσερις μήνες και το γεγονός αυτό να μην λογίζεται ακριβώς ως πρόβλημα. Είναι ακόμη τέτοιο το κλίμα ώστε τα πιο προωθημένα αιτήματα που ακούγονται (μαζικά έστω) να έχουν να κάνουν με τη διάσωση των ανθρώπων, όταν είναι στο όριο του πνιγμού στη Μεσόγειο. Ακριβώς όμως όπως η Ευρώπη έχει κάνει τις επιλογές της και έχει πάρει τις αποφάσεις της, δηλαδή έχει αποφασίσει όχι απλά να παραμείνει ένα φρούριο, αλλά να εξοπλιστεί και ακόμη περισσότερο, άλλο τόσο πρέπει και ο κόσμος του κινήματος να πάρει τις δικές του αποφάσεις. Το αίτημα «διάσωση» είναι ελάχιστο. Η Ευρώπη Φρούριο δεν είναι κίνδυνος θάνατος μόνο για όσους βρίσκονται απ’ έξω και πεθαίνουν στη θάλασσα, αλλά και για όσους θα αποτελούν τον πληθυσμό μέσα. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στον κόσμο πάνω από 50.000.000 μετανάστες (άνθρωποι που έχουν μετακινηθεί απ’ την εστία τους), περισσότεροι απ’ ότι στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα διλήμματα είναι σαφή. Ή θα προτάξουμε προς κάθε κατεύθυνση το δόγμα της ασφάλειας, μεταφράζοντας όλα τα ζητήματα σε μια ευκαιρία επιτήρησης και ελέγχου ή θα αλλάξουμε οριστικά πορεία, προτάσσοντας εντελώς αντίθετες αξίες. Ή θα γκρεμίσουμε αυτό το υπερσύγχρονο και ακραία συντηρητικό φρούριο και μαζί τις κάμερες που επιτηρούν κάθε ανθρώπινη κίνηση ή θα ζήσουμε σε μια άνευ προηγουμένου και πέρα από κάθε φαντασία δυστοπία.

«Λιγοστοί στρατιωτικοί αστειεύονται σ’ ένα πηγαδάκι, τα θέματα που εναλλάσσονται είναι η Χρυσή Αυγή και οι κοπέλες που βρίσκονται στην αίθουσα. Πίσω τους, το αίθριο μοιάζει πια σχεδόν έρημο. Εγκαταλειμμένα γυαλιστερά περίπτερα με φυλλάδια που επιδεικνύουν την τελευταία λέξη της τεχνολογίας επιτήρησης. Ατμόσφαιρα αρκούντως αποστειρωμένη για να την παρομοιάσει κανείς με θερμοκοιτίδα. Μέσα σε τέτοιου είδους χώρους μοιάζει κάπως σα να γεννά η αγορά τον ίδιο της τον εαυτό. Η αναπαραγωγή μιας ερμαφρόδιτης πραγματικότητας όπου η ανθρώπινη εμπειρία, αφού υφαρπάζεται, αποδομείται και επανερμηνεύεται, γίνεται η βάση πάνω στην οποία μπαίνουν τα θεμέλια μιας νέας αγοράς. Η αγορά της ασφάλειας πρέπει να έχει γεννηθεί στα αμέτρητα συνέδρια και τα αποστειρωμένα από τη δημόσια κριτική φόρα σαν αυτό.»

Περιγραφή από το συνέδριο του ερευνητικού έργου Perseus | Πειραιάς, Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας – 15/9/14

υγ. τα αποσπάσματα βέβαια είναι παρμένα από το βιβλίο




Γιώργος Φερέτος: Αναμονή

 

Η δουλειά του Γιώργου Φερέτου είναι αδύνατο να σε αφήσει ασυγκίνητο. Αέναη επανάληψη, βαθιά μελαγχολία, απλότητα και ηρεμία. Αν μου ζητούσαν να περιγράψω με μια λέξη τη δουλειά του, θα επέλεγα τη λέξη ΗΣΥΧΙΑ. Μια εκκωφαντική ησυχία γεμάτη εσωτερικό παλμό και δύναμη. Εικόνες  που σε προκαλούν να βυθιστείς στα μύχια του εαυτού σου και να αναζητήσεις την απλότητα της ύπαρξής σου.

Με αφορμή την νέα του έκθεση “Αναμονή” στην αίθουσα τέχνης αγκάθι-κartάλος  , ο ζωγράφος μας μίλησε για τη δουλειά του, τη ζωγραφική,  την έμπνευση, τα υλικά, την αισθητική, το κοινό. Ακολουθούν οι σκέψεις του καλλιτέχνη απαλλαγμένες από ερωτήσεις και απαντήσεις.

 

Το θέμα στη ζωγραφική που κάνω είναι το ψάρι που έχει συμβολικούς χαρακτήρες. Το χρησιμοποιώ σαν σύμβολο αλλά πέρα από αυτό προσπαθώ να διαπραγματευτώ με τα ζωγραφικά μέσα, με το σχέδιο, τον τόνο, το χρώμα και να βγει μια εικόνα όσο γίνεται πιο απλή, κατανοητή που να εμπεριέχει τα στοιχεία του πριμιτιβισμού. Να έχει κάτι το πρωτόγονο αλλά ταυτόχρονα και να μην είναι πρωτόγονη. Το ψάρι με βοήθησε πολύ να το δουλέψω και σαν φόρμα. Αυτό που επιδιώκω είναι όχι μόνο να λειτουργεί σαν σύμβολο αλλά και ο ζωγραφικός χώρος να δημιουργεί μια μαγεία, να έχει κάτι το μεταβατικό σε κάποια άλλη σκέψη ή σε κάποιο άλλο συναίσθημα

Σκοπός μου είναι η εικόνα να είναι άμεση στον θεατή, να μπορεί να πάρει το μήνυμα και να δημιουργείται το συναίσθημα που με ενδιαφέρει. Με προβληματίζει πως θα εμφανιστεί σήμερα η εικόνα. Αυτό που κυρίως με απασχολεί είναι πως εμφανίζεται σήμερα μια ζωγραφική αν έχει λόγο ύπαρξης, αν μπορεί να σταθεί μέσα σε αυτό που λέμε σύγχρονη ζωγραφική.

Είναι μια κοσμοθεωρία που έχει ο κάθε άνθρωπος, μια στάση απέναντι στην κοινωνία μας. Ότι κάνουμε στη ζωή μας προσπαθούμε να έχει άμεση σχέση με αυτό που είμαστε και αυτό που παράγουμε. Μπορεί να το πετυχαίνουμε ή όχι. Δεν είναι τυχαίο αυτό που διαλέγεις να κάνεις. Στη ζωγραφική προσπαθείς να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου και θα σε οδηγήσει η ίδια η δουλειά σου σε αυτό.

Παίρνω κάτι και προσπαθώ να μην γίνει πειραματισμός αλλά να αρχίσει να παίρνει νόημα μέσα στο χρόνο. Κάθε περίοδο που αλλάζεις θέμα ή αλλάζεις προσέγγιση έχει να κάνει με τη συνέχεια . Το έργο μου είναι μια σπουδή πάνω στο ίδιο θέμα. Πιστεύω δεν θα αλλάξω ριζικά από την εικόνα που έχω βρει αλλά θα προσπαθήσω να υπάρχει μια εξέλιξη, όσο αφορά και το θέμα και τη φόρμα. Αλλά αυτό που περισσότερο με ενδιαφέρει είναι η εξέλιξη που έχεις ανακαλύπτοντας πράγματα μέσα από τη δουλειά. Έχω στηρίξει τη δουλειά μου στη δουλειά. Σε αυτό που ανακαλύπτω και θεωρώ πως έχει ενδιαφέρον, σε αυτό που απορρίπτω και όλη την πορεία που έχει να κάνει με την τεχνική αλλά κυρίως με το να έρθει μια ισορροπία ανάμεσα στην τεχνική στην ιδέα και στο αποτέλεσμα.

Συνήθως δουλεύοντας αποκτάς μια τεχνική και αυτή ακριβώς την τεχνική είναι το θέμα τι θα την κάνεις. Πως θα παράξεις μια εικόνα που θα έχει ενδιαφέρον πέρα από αυτή. Να μην δείχνει μόνο την τεχνική σου αλλά να αλλάζει, να σπάει το νόημά της, να μην είναι η τεχνική για την τεχνική. Στην σύγχρονη τέχνη είναι έντονο αυτό. Είμαι αντίθετος σε αυτό και φαίνεται από αυτό που δημιουργώ, θέλω να έχω μια απόσταση από αυτήν τη τάση.

Κάρβουνο δουλεύω 15 χρόνια. Έχει μία θερμοκρασία, έχει μία ζέστη. Έχεις μία επαφή το κάρβουνο, έχει μία άμεση επαφή με τα χέρια. Συνήθως το δουλεύω σαν χρώμα. Και πιστεύω ότι αυτό εμφανίζεται στη δουλειά μου, παίρνει μία υπόσταση χρωματική. Δε μένει στο σχεδιασμό. Και με το λάδι – που αλλάζει η τεχνική- την εικόνα προσπαθώ να την κρατήσω περίπου στο ίδιο επίπεδο.

H εικόνα συνήθως στην πορεία της δουλειάς εμφανίζεται. Και αλλάζει διαρκώς. Δεν έχει να κάνει με το χρόνο. Αλλά αλλάζει μέχρι που να είμαι ευχαριστημένος ή να πω μέχρι εδώ. Σίγουρα υπάρχουν έργα παλιά που τα βλέπεις και παίρνουν άλλο νόημα. Όταν το δουλεύεις ένα έργο αν δε δώσεις μία απόσταση χρονική να το δεις ξανά δεν μπορείς να το δεις καλά, δεν μπορείς να το δεις άμεσα.

Ένα έργο τελειώνει όταν πεις τελείωσε. Μετά θα το δεις μέσα στο χρόνο και θα το δείξεις. Εκεί στην ουσία φεύγει από εσένα. Όταν θα το κρεμάσεις κάπου και θα πεις εγώ παρουσιάζω αυτό και έχει ολοκληρωθεί το κομμάτι του. Όσο είναι μέσα στο εργαστήριο έχεις τη δυνατότητα να το ξαναδουλέψεις, να το ξαναδείς. Δεν έχει τελειώσει. Ενώ όταν το βάζεις σε μία έκθεση λες αυτό είναι. Εκεί τελειώνει. Και ο σκοπός είναι να το δείξεις. Μετά γίνεται ένα αυτιστικό πράγμα. Το κάνω για μένα – για μας το κάνουμε -αλλά αρχίζει και γίνεται ένας κύκλος. Πρέπει να το δείξεις και να φύγει από πάνω σου για να μπορέσεις και να προχωρήσεις.

Αυτό με το θεατή που βλέπει ένα έργο είναι μεγάλη υπόθεση, πώς βλέπουμε ένα έργο, το κοινό υποδοχής που έχει αναφερθεί και έτσι. Εκεί είναι ένα άλλο κομμάτι στην ουσία που έχει να κάνει με τι δείχνει, την αισθητική που έχει ο κόσμος, σε ποιους αναφέρεσαι. Σίγουρα δεν είναι όλα για όλους. Άσχετα άμα είναι καλό ή κακό. Κάπου αναφέρεσαι ή το δείχνεις σε όλους, κάποιος θα το καταλάβει, κάποιος δε θα μπορέσει. Μπορεί να χρειαστεί χρόνο να το δει, μπορεί και να το δει και να μην του αρέσει απλώς ή και να του είναι αδιάφορο.

 

Η έκθεση θα διαρκέσει έως  14 Μαρτίου 2015

Δευτέρα έως και Παρασκευή 11:30 – 13:00 & Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή 19:00 – 20:30

και στη συνέχεια κατόπιν συνεννόησης με την γκαλερί




«5 σπασμένες κάμερες» κι ένα χωριό στην Παλαιστίνη

 

ο Εμαντ Μπουρνάτ και οι 5 σπασμένες καμερές του | φωτό: Kino Lorber, Inc

ο Εμάντ Μπουρνάτ και οι 5 σπασμένες καμερές του | φωτό: Kino Lorber, Inc

Ο Εμάντ Μπουρνάτ είναι ο πρώτος Παλαιστίνιος που είδε την ταινία του να κατεβαίνει υποψήφια για βραβείο Όσκαρ, το 2013. Το βραβείο δεν το κέρδισε τελικά, αλλά οι «5 σπασμένες κάμερές» του έχουν κερδίσει περισσότερα από 30 βραβεία, σε διεθνή φεστιβάλ ντοκιμαντέρ και αλλού. Κι έχουν κερδίσει κι ένα πιο σημαντικό βραβείο: το να στριμώχνονται στις αίθουσες εκατοντάδες θεατές και να κρέμονται από αυτοσχέδιες οθόνες για να δουν εικόνες από την Παλαιστίνη, τραβηγμένες από έναν απλό αγρότη που, σε μια κρίσιμη περίοδο, αισθάνθηκε ότι έπρεπε να καταγράφει όσα συνέβαιναν γύρω του. Αυτό συνέβη και την περασμένη Δευτέρα, 2 Μαρτίου, στην πρώτη (εκτός φεστιβάλ*) προβολή της ταινίας στην Ελλάδα. Οι θεατές ξεχείλιζαν στις θέσεις και στα σκαλοπάτια του θεάτρου «Εμπρός», στου Ψυρρή, ενώ δεκάδες άλλοι κάθονταν στο πάτωμα της σκηνής ή όρθιοι τριγύρω για τα 90 λεπτά της προβολής της και για τη συνέντευξη του Μπουρνάτ που ακολούθησε. Αλληλέγγυοι, συγκινημένοι και ευγνώμονες που κάποιος κατάφερε να μεταφράσει σε εικόνα λίγο από τον πόνο και την αδικία που βιώνει η Παλαιστίνη, και να την φέρει ως την Αθήνα.

η μητέρα του Εμαντ Μπουρνάτ παρακαλεί τον ισραηλινό στρατιώτη να αφεθεί ελεύθερος ο άλλος γιος της, Καλέντ, που μόλις έχει συλληφθεί | φωτό: Kino Lorber, Inc

η μητέρα του Εμάντ Μπουρνάτ παρακαλεί τον ισραηλινό στρατιώτη να αφεθεί ελεύθερος ο άλλος γιος της, Καλέντ, που μόλις έχει συλληφθεί | φωτό: Kino Lorber, Inc

  Οι «5 σπασμένες κάμερες» είναι ένα ντοκιμαντέρ με όσα κατέγραψαν οι ισάριθμες κάμερες του Μπουρνάτ από τον Φεβρουάριο του 2005 μέχρι την άνοιξη του 2010, από τη ζωή του και τη ζωή των συγχωριανών του στο Μπιλαϊν, στη Δυτική Όχθη. Η πρώτη κάμερα αγοράστηκε για να μαγνητοσκοπηθούν στιγμές μετά τη γέννηση του τέταρτου γιού του, του Τζιμπρίλ, αλλά έμελε να αποτυπώσει και την αρχή της εξέγερσης που ξεκίνησε στο χωριό εκείνες τις μέρες, λόγω της επέκτασης του υπό ανοικοδόμηση γειτονικού οικισμού ισραηλινών εποίκων πάνω σε εδάφη που κλάπηκαν από τη γη των παλαιστίνιων χωρικών. Υπό την επίκληση της ασφάλειας των ισραηλινών, στήθηκε εκείνο το διάστημα μια περίφραξη κοντά στα σύνορα του Μπιλαϊν, αποκόπτοντας τους Παλαιστίνιους από τους ελαιώνες και τα χωράφια που καλλιεργούσαν στους γύρω λόφους. Το ίδιο, άλλωστε, συνέβαινε εκείνη την περίοδο σε πολλά σημεία της Δυτικής Όχθης, όπου οι ισραηλινοί οικισμοί απλώνονταν επιθετικά. Έτσι ανάμεσα στις πρώτες λέξες που έμαθε να λέει ο μικρός Τζιμπρίλ ήταν το «τζιντάλ» (το τείχος), κι από τα πρώτα αντικείμενα που έμαθε να ξεχωρίζει στο έδαφος καθώς τον κρατούσαν από το χεράκι και περπατούσε, ήταν τα φυσίγγια που είχαν ξεμείνει από τους πυροβολισμούς με αληθινά πυρά που δέχονταν οι παλαιστίνιοι από τους ισραηλινούς στρατιώτες. Στα έξι χρόνια της καταγεγραμμένης εξέγερσης, στην ταινία αποτυπώνονται οι όλο και συχνότερες έφοδοι του ισραηλινού στρατού στο χωριό, η υποδοχή τους με πετροβολισμούς – ειδικά σε περιόδους έντασης και μετά τη δολοφονία παλαιστινίων-, συλλήψεις ενηλίκων και ανηλίκων παλαιστίνινων, νύχτα στα σπίτια τους ή μέρα στα σημεία των διαδηλώσεων που γίνονταν –και εξακολουθούν να γίνονται- κάθε βδομάδα, κατά της κατασκευής του ισραηλινού τείχους. Υπάρχει μια σκηνή που ένας στρατιώτης χτυπάει νύχτα την πόρτα του Μπουρνάτ και του αναγγέλει ότι κατοικεί σε περιοχή που κυρήχθηκε «κλειστή στρατιωτική ζώνη» και ότι όποιος βρίσκεται μέσα σε αυτή μπορεί να συλληφθεί ανά πάσα στιγμή. Με αυτή τη λογική, σχεδόν όλα τα αγόρια του χωριού έχουν συλληφθεί τουλάχιστον από μία φορά μέχρι σήμερα, μας ενημέρωσε αργότερα ο μεταφραστής της συνέντευης του Μπουρνάτ.

οι φίλοι του Εμαντ Μπουρνάτ, Αντίμπ και Φιλ σε μια διαδήλωση στο Μπιλαϊν| φωτό: Kino Lorber, Inc

οι φίλοι του Εμάντ Μπουρνάτ, Αντίμπ και Φιλ σε μια διαδήλωση στο Μπιλαϊν| φωτό: Kino Lorber, Inc

  Η υπάρξη μιας κάμερας στο χωριό γίνεται επίσης ευκαιρία να καταγραφεί η ζωή των κατοίκων του. Γιορτές, χοροί, το μάζεμα της ελιάς το φθινόπωρο, τα γενέθλια του Τζιμπρίλ κάθε Φεβρουάριο, οι κότες που προτιμούν να ζουν ελεύθερες πάνω σε ένα δέντρο αντί για το κοτέτσι τους, ο Φιλ («ο ελέφαντας») που παίζει με τα παιδιά και πάντα είναι αισιόδοξος «ότι θα βρεθεί μια λύση και όλα θα πάνε καλά», ο Αντίμπ που αγκαλιάζει τον κορμό της ελιάς πριν του την πάρουν. Αλλά και η παρουσία ισραηλινών και ξένων ακτιβιστών, που σκέκονται στο πλευρό των χωρικών του Μπιλαϊν όλα αυτά τα χρόνια, οι πανηγυρισμοί όταν επιτυγχάνονται μικρές νίκες, όπως η δικαστική απόφαση από ισραηλινό δικαστήριο, το 2008 που όριζε ότι μέρος του φράχτη ήταν παράνομο και έπρεπε να κατεδαφιστεί, ή η εκτέλεση αυτής της απόφασης, έστω και με 5 χρόνια καθυστέρηση. Και μετά πάλι αγωνία, οργή και θρήνος για τους εκδικητικούς εμπρησμούς και το αιφνίδιο ξερίζωμα των ελαιώνων του χωριού, συνελεύσεις και αυτοσχέδιοι ακτιβισμοί για να κρατηθεί μέρος της κλεμμένης γης, απειλές από εποίκους στην άλλη πλευρά του φράχτη, τραυματισμοί και κηδείες. Με τον καιρό οι κινητοποιήσεις στο Μπιλαϊν φαίνεται να φέρνουν μικρά αποτελέσματα, κι αυτά αναζωπυρώνουν την ελπίδα. Το 2008, μετά τη δικαστική απόφαση, κι άλλα παλαιστινιακά χωριά που συνορεύουν με το υπό ανέγερση ισραηλινό τείχος ακολουθούν το μοντέλο των τακτικών διαδηλώσεων από τους κατοίκους τους, και πολλές φορές το πληρώνουν με αίμα. Το Μπιλαϊν, διάσημο πλέον, δέχεται επισκέψεις αξιωματούχων και ηγετών των παλαιστινιακών παρατάξεων. Και ο Μπουρνάτ δέχεται συχνότερα προτροπές από τους στρατιώτες να σταματήσει να μαγνητοσκοπεί τη δράση του στρατού σε βάρος των πολιτών και των ακτιβιστών που τους συμπαραστέκονται. Καταγράφει αρκετές από αυτές. Η κάμερά του είναι συχνά στο στόχαστρο. Έτσι χάνει σταδιακά τη μία μετά την άλλη. Κάποια από αυτές έχει ακόμα μέσα της τη σφαίρα που, απ’ ότι καταλαβαίνει, ο ίδιος την γλύτωσε από θαύμα.

 * * *

Στις 20 του περασμένου Φεβρουαρίου, η αντίσταση των κατοίκων του Μπιλαϊν, όπως και ο Τζιμπρίλ, έκλεισαν 10 χρόνια. Χάρη στον αγώνα τους, κάποια κομμάτια γης έχουν επιστραφεί στους χωρικούς του Μπιλαϊν, αλλά το τσιμεντένιο τείχος γύρω τους οριοθετεί το μεγαλύτερο μέρος, που μοιάζει αδύνατο να ξανακερδιθεί. Σήμερα ο Εμάντ Μπουρνάτ εξακολουθεί να τραβάει πλάνα με την έκτη του κάμερα. Έχει χτυπηθεί κι αυτή δυο φορές, αλλά επισκευάστηκε και συνεχίζει να γράφει. Την κρατάει στα χέρια του διαρκώς και στα πλάνα που θα πάρει πίσω στο Μπιλαϊν, θα είναι και η ζεστή υποδοχή που του επιφύλαξε το ελληνικό κοινό στην Αθήνα, τα Τρίκαλα και τα Χανιά στις προβολές που συνδιοργανώθηκαν αυτή τη βδομάδα από την Πρωτοβουλία «Ένα Καράβι για τη Γάζα» και την Παλαιστινιακή Κοινότητα Ελλάδας. Μια τελευταία προβολή έχει προγραμματιστεί για αύριο, Παρασκευή, στις 19.30, στο Nosotros (Θεμιστοκλέους 66) στα Εξάρχεια. Περισσότερες προβολές στην Ελλάδα αναμένεται να διοργανωθούν προσεχώς. Με την ευκαιρία της πρώτης προβολής της ταινίας, προαναγγέλθηκε ένα ακόμη ταξίδι της Πρωτοβουλίας «Ένα Καράβι για τη Γάζα», το 2015, για το οποίο προετοιμάζεται ένας μικρός στόλος. Νεότερες σχετικές ανακοινώσεις θα γίνουν τους επόμενους μήνες, όπως διεκρινίστηκε από το μέλος του συντονιστικού οργάνου της Πρωτοβουλίας, Βαγγέλη Πισσία.

 

* Διόρθωση: Όπως μας επισήμανε ένας σχολιαστής, η ταινία είχε προβληθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης τον Μάρτιο του 2012.

 

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας:




Sylvia Plath: η γυναίκα που ήθελε να είναι τα πάντα

 

Σύλβια Πλάθ

 

ποεμ0

έγραψε η  Sylvia Plath λίγο πριν ρωτήσει το γείτονά της τι ώρα φεύγει για δουλειά. Στις 5 το πρωί της επόμενης μέρας άφησε στο τραπέζι του δωματίου των παιδιών της, γάλα και ψωμί. Κλείδωσε τη πόρτα τους και σφράγισε το κάτω μέρος της με ρούχα και υγρές πετσέτες και το πάνω με κολλητική ταινία. Μπήκε στη κουζίνα, έκλεισε τη πόρτα, τη σφράγισε με τον ίδιο τρόπο, άνοιξε το φούρνο υγραερίου και ξάπλωσε το κεφάλι της μέσα του.

H Sylvia Plath γεννήθηκε στη Μασαχουσέτη στις 27 Οκτωβρίου του 1932. Σε ηλικία μόλις 8 ετών χάνει τον πατέρα της.

«Το οστρακοειδές κρεββάτι σου θυμάμαι.
Πατέρα, αυτός ο πηχτός αέρας είναι δολοφονικός
θα εισπνεύσω νερό.»

«Έθαψα το κεφάλι μου κάτω από το σκοτάδι του μαξιλαριού και προσποιήθηκα πως ήταν νύχτα. Δεν είχε νόημα να σηκωθώ.  Δεν είχα τίποτα να προσμένω.»

«Αυτό το απόγευμα η μητέρα μου μου έφερε τριαντάφυλλα.
-Κράτησέ τα για τη κηδεία μου. της είπα»

(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Το 1950 αρχίζει τις σπουδές της στο Smith College. Στο τρίτο έτος της απονέμεται μια θέση συντάκτη στο περιοδικό Mademoiselle. Οι συνθήκες δεν ήταν αυτές που περίμενε. Η απογοήτευσή της κορυφώνεται όταν ο εκδότης δεν την καλεί σε ένα ραντεβού όπου θα γνώριζε τον Ουαλό ποιητή Dylan Thomas τον οποίο «αγαπούσε περισσότερο και απ’ τον εαυτό της». Μάταια επί δύο ημέρες επισκέπτεται το ξενοδοχείο, στο οποίο έμενε ο Dylan Thomas, κρεμασμένη γύρω από το μπαρ μήπως τον συναντήσει. Το καλοκαίρι εκείνο απορρίπτεται από τα σεμινάρια γραφής του Harvard. Πέφτει σε κατάθλιψη και ακολουθεί  ηλεκτροσπασμοθεραπεία. Στα 21 της χρόνια κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας με τα υπνωτικά χάπια της μητέρας της.

«Ο ψυχίατρος είναι ο θεός στις μέρες μας. Αλλά κοστίζει.»
(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Νοσηλεύεται σε μονάδα ψυχιατρικής θεραπείας για τους επόμενους έξι μήνες και φαίνεται να αναρρώνει πλήρως. Επιστρέφει στο κολέγιο της. Κερδίζει υποτροφία για το Newnham College της Αγγλίας, γράφει και δημοσιεύει ποίηση της σε φοιτητική εφημερίδα μετά από ώθηση της Anne Sexton και στις διακοπές ταξιδεύει στην Ευρώπη. Το 1956 γνωρίζεται σε ένα πάρτι με τον ποιητή Ted Hughes του οποίου ποιήματα είχε διαβάσει και ήθελε να τον γνωρίσει. Ο έρωτάς τους είναι παράφορος και την ίδια χρονιά παντρεύονται.

«Πως χρειαζόμαστε μια άλλη ψυχή για να γαντζωθούμε, ένα άλλο σώμα για να μας κρατήσει ζεστούς. Για να ξεκουραστούμε και να εμπιστευθούμε; να παραδοθεί η ψυχή μας στη σιγουριά: το χρειάζομαι αυτό, χρειάζομαι κάποιον να βουλιάξω τον εαυτό μου μέσα του.»

«Τον αγαπώ μέχρι τη κόλαση και πίσω, μέχρι το παράδεισο και πίσω, και έχω και είμαι και θα.»

«Αυτό που θέλει ο άντρας, είναι μια  σύντροφο. Αυτό που θέλει η γυναίκα, είναι παντοτινή σιγουριά.»

(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Μετακινούνται στην Αμερική και ξανά πίσω στην Αγγλία. Κάνουν δύο παιδιά. Η Plath όσο είναι παντρεμένη δυσκολεύεται να γράψει. Βουλιάζει μέσα στη ρουτίνα της οικογένειας, και χάνεται στην επιτυχία του άντρα της, την οποία ζηλεύει.

«Φοβάμαι να γεράσω. Φοβάμαι που παντρεύτηκα. Ελευθέρωσέ με από το να μαγειρεύω τρία γεύματα την ημέρα – ελευθέρωσέ με από το αμείλικτο κλουβί της ρουτίνας και της συνήθειας. Θέλω να είμαι ελεύθερη.»

«Πρέπει να πάρω πίσω τη ψυχή μου από σένα, χωρίς αυτήν σκοτώνω τη σάρκα μου.»
(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Τον Απρίλιο του 1960 εκδίδεται η πρώτη της ποιητική συλλογή The colossus (Ο Κολοσσός). Το 1961 ο Ted Hughes ξεκινά μία κρυφή ερωτική σχέση, όταν η Plath το ανακαλύπτει χωρίζουν. Βουτηγμένη στην απελπισία και το θυμό της και νιώθοντας προδομένη από τους μοναδικούς άντρες της ζωής της γράφει το παρακάτω ποίημα.

daddy

(εδώ μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το “daddy”) 

Οι χειμώνες του 1962-1963 ήταν οι χειρότεροι των μέχρι τότε χρόνων. Το σπίτι της ήταν κρύο και τα παιδιά της αρρώσταιναν συχνά. Εκείνη τη περίοδο ολοκληρώνει τις ποιητικές της συλλογές καθώς διατηρούσε και πλήθος από γράμματα και ημερολόγια. Πέφτει ξανά σε κατάθλιψη. Το 1963 εκδίδεται η  σχεδόν αυτοβιογραφική νουβέλα The bell jar (ο γυάλινος κώδων). Την ίδια χρονιά ο οικογενειακός της φίλος και γιατρός της χορηγεί αντικαταθλιπτικά. Προσπαθεί να την πείσει ότι χρειάζεται νοσηλεία αλλά αποτυγχάνει. Καταφέρνει όμως να την επισκέπτεται καθημερινά μια νοσοκόμα για να την βοηθάει με τα παιδιά.

Στις 11 Φεβρουαρίου του 1963 η νοσηλεύτρια χτυπάει το κουδούνι. Δεν απαντάει κανείς. Με την βοήθεια κάποιων εργατών καταφέρνει να μπει στο σπίτι όπου και ανακαλύπτει την Plath νεκρή.

«Πόσοι διαφορετικοί θάνατοι μπορώ να πεθάνω;»

«Είναι αυτή η μεταθανάτια ζωή – το μυαλό να ζει στο χαρτί και η σάρκα στους απογόνους;»

«Εύχομαι να είχες βρει την έξοδο από το μυαλό μου»
(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Η Plath ήθελε να είναι τα πάντα. Δεν ήθελε να ζήσει αιώνια. Ήθελε να ζήσει κάθε συναίσθημα αρνητικό ή θετικό, να οσφριστεί κάθε μυρωδιά, κάθε λουλούδι κάθε άρωμα, να εκπαιδευτεί στα πάντα, στη ζωγραφική, στο σκι, να φτάσει σε κάθε ανθρώπινο όριο. Ήθελε να ζήσει όλες τις ζωές, όλων των ανθρώπων και να γράψει γι αυτές. Σε ότι γράφει καθρεπτίζεται η ψυχοσύνθεσή της. Φλερτάρει με τη ζωή και το θάνατο με παιδικότητα , με ένα μυαλό που αν ήταν θάλασσα θα είχε πάντα τρικυμία.

 

yorkshire_1957_Sylvia_Plath

«Ζηλεύω αυτούς που σκέφτονται πιο βαθιά, που γράφουν καλύτερα, που ζωγραφίζουν καλύτερα, που κάνουν σκι καλύτερα, που βλέπουν καλύτερα, που ζουν καλύτερα που αγαπούν καλύτερα από ότι εγώ.»

«Ποτέ δε θα διαβάσω όσα βιβλία θέλω, ποτέ δε θα γίνω όλοι οι άνθρωποι που θέλω και να ζήσω όλες τις ζωές που θέλω. Ποτέ δε θα μπορέσω να εξασκηθώ σε όλες τις δεξιότητες που θέλω. Τι θέλω; Θέλω να ζήσω και να αφουγκραστώ όλες τις αποχρώσεις, τους ήχους και τις παραλλαγές των ψυχικών και σωματικών εμπειριών που θα μπορούσα στη ζωή μου. Και είμαι φρικτά περιορισμένη.»

«Βαριέμαι την αιωνιότητα, πότε μου δε τη θέλησα»
(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Μετά το θάνατό της εκδόθηκαν τα άπαντα ποιήματά της από τον  Ted Hughes καθώς και γράμματα όπως και ημερολόγιά με την επιμέλεια της μητέρας της.

«Το να πεθαίνεις
Είναι τέχνη, όπως κάθε τι.
Το κάνω εξαιρετικά καλά» 

(εδώ μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το  lady lazarus)

Η Plath είναι μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Η πυροδότηση αρχίζει λίγο μετά τα οχτώ της χρόνια. Γράφει συνέχεια και ακατάπαυστα. Προσπαθει να γράψει για τα πάντα. Γίνεται το βάζο, το λουλούδι, το όστρακο. Ιδιοφυής, μανιακή, αυτοαναφορική και ταλαντούχα. Το μυαλό της δε χωράει άλλο τον κόσμο, έχει κορεστεί. Δεν θρηνεί ούτε για τα τριάντα της χρόνια, ούτε για τα παιδιά που αφήνει πίσω της.

Έξι μέρες πριν αυτοκτονήσει γράφει στο τελευταίο της ποίημα

edge

(εδώ μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το “edge”)

 



η Sylvia Plath απαγγέλλει το “Daddy”
 

Η Sylvia Plath μέσα από εικόνες