1

ένα κάποιο ξέφωτο

 

η συγγραφέας Μαριλένα Παπαϊωάννου γράφει ένα γράμμα στη Μάγδα Φύσσα

Νομίζω πως η γλώσσα επινοήθηκε για να μπορούν οι άνθρωποι ν’ ανταλλάζουν ψυχές. Τα μάτια για ν’ ανταλλάζουν όνειρα. Τα χέρια για ν’ ανταλλάζουν υφές, τα πόδια για να βοηθούν στο πέταγμα, το δέρμα για να θωρακίζει τις κρυφές επιθυμίες, το στέρνο για ν’ αντέχει τα χτυπήματα. Ολόκληρο το σώμα φτιάχτηκε τελικά για να φτάνει σε κορυφές που ποτέ κανείς δεν φαντάστηκε˙ για να κατεβαίνει σε βάθη που ποτέ κανείς δεν ονειρεύτηκε. Είμαι πλέον πεπεισμένη πως η φύση προικίζει κάθε κορμί με το βιολογικό του ύψος, μόνο και μόνο για να ξεπερνιέται από το ψυχικό του – εσύ αποτελείς τη ζωντανή απόδειξη˙ είσαι μια από τις γυναίκες που σηκώνουν το μπόι τους πιο ψηλά από ’κει που τους είχαν πει ότι φτάνουν.

Μήνες τώρα σε παρακολουθώ να κάθεσαι σε αίθουσες δικαστηρίων, ντυμένη στα μαύρα, πενθούσα αλλά ποτέ νικημένη. Μπροστά σ’ αυτούς που σκοτώσανε τον Παύλο, δεν λυγίζεις. Ούτε ένα δάκρυ δεν στάζεις. Δεν τρέφω βέβαια αυταπάτες, είμαι σίγουρη ότι κάθε βράδυ που γυρνάς στο σπίτι σου, λύνεσαι κρυφά σε λυγμούς. Δημόσια όμως, ποτέ. Το λες και μόνη σου άλλωστε, δεν θα τους δώσεις αυτό που θέλουν, να σε δουν δηλαδή να εγκαταλείπεις. Θα είχες κάθε δικαίωμα και κάθε δίκιο να το κάνεις, μα αρνείσαι πεισματικά. Μένεις εκεί όρθια, αγέρωχη. Εσύ, ο άνθρωπος που –απ’ όποιον νόμο της φύσης κι αν το δεις, σε όποιο οικοσύστημα κι αν το τοποθετήσεις– δικαιωματικά έπρεπε να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη χωρίς να πρέπει να ανασυγκροτηθεί, εσύ λοιπόν, η Μάνα, δεν λυγίζεις το στέρνο, δεν χαμηλώνεις το ύψος σου. Στέκεσαι γερά στα πόδια σου, κι ας έχεις γεμίσει θρύψαλα εσωτερικά.

Μήνες τώρα αμήχανα σε παρακολουθώ να υψώνεις το ανάστημά σου –και τι ανάστημα, αλήθεια– απέναντι σε αυτούς που σου στέρησαν, πέρα από όλα τ’ άλλα, ένα αξεπέραστο, αναφαίρετο δικαίωμα, το δικαίωμα της μάνας να φεύγει πριν από το παιδί.

Αποδεικνύεται όμως τελικά, ότι αυτό είναι η δική μου, πολύ στενή, οπτική. Εσύ δείχνεις να αντιμετωπίζεις αλλιώς την απώλειά σου. Το μεγαλύτερο σακί στην πλάτη δεν φαίνεται να είναι ότι έθαψες το δικό σου παιδί˙ άλλο είναι το βαρύ φορτίο που κουβαλάς – ότι αφαιρέθηκε η ζωή ενός ανθρώπου από μια αγέλη ανθρωποειδών που αυθαίρετα ορίζουν ποιος δικαιούται να ζει και ποιος να πεθαίνει.

Κι εγώ αναρωτιέμαι με ντροπή, πού το βρίσκεις τόσο κουράγιο ρε γαμώτο, ποια πηγή ενέργειας τροφοδοτεί την ασύλληπτη επιμονή σου για απονομή δικαιοσύνης; Ποια δύναμη σου μπολιάζει το σώμα για να μένει ακόμα αλώβητο, περήφανο και αποφασισμένο να φτάσει ώς το τέλος; Πού στο διάολο βρίσκεις την αντοχή να βλέπεις καθημερινά απέναντί σου όσους μάτωσαν τη μπλούζα του γιου σου και να μην καταρρέεις; Πώς μπορείς και δεν χυμάς καταπάνω τους, πώς κρατιέσαι και πώς δεν ουρλιάζεις από πόνο˙ πώς δεν εξαϋλώνεσαι;

Ειλικρινά, δεν ξέρω.

Δεν ξέρω ποια ουσία οπλίζει τις ψυχές και τα σώματα όλων των μανάδων κάθε γωνιάς της γης, κάθε είδους του ζωικού βασιλείου, κάθε χρώματος, κάθε τάξης, θρησκείας ή φυλής. Δεν ξέρω ποια πνευματική διαύγεια υπερνικά τα καταπονημένα κορμιά των μανάδων που ’χουν χάσει γιους και κόρες, ώστε να συνεχίζουν να ζουν, δεν ξέρω πώς αρματώνουν τις καρδιές τους οι γυναίκες που ’ταν κάποτε μάνες μα ξαφνικά δεν είναι, ώστε να ορκίζονται πως θα τα βάλουν με θεούς και δαίμονες για να κερδίσουν δικαιοσύνη για τα νεκρά παιδιά τους. Δεν ξέρω ποιο μαγικό χέρι σηκώνει κάθε πρωί τα μαυροφορεμένα σώματά τους απ’ τα κρεβάτια και τα σπρώχνει στους δρόμους, στις αυλές, στα βουνά, στις θάλασσες, στις αγκαλιές των άλλων παιδιών τους, στα μέσα και στα έξω, στα πάνω και στα κάτω, ώστε να συνεχίζουν ν’ αγωνίζονται για έναν σκοπό.

Πραγματικά δεν ξέρω, υποθέτω όμως ότι είναι κάτι που θα μάθω μόνο αν γίνω μάνα.

Μέχρι τότε θα μένω θαμπωμένη από το μεγαλείο της ψυχής σου. Την αδιανόητη δύναμή σου, το πείσμα, την επιμονή, τη μαρτυρική υπομονή σου, την άσβεστη θέλησή σου για δικαιοσύνη. Και κυρίως απ’ την –απολύτως συνειδητή– απόφασή σου να γίνεις φάρος για όλους εμάς που κάποτε στη ζωή μας φοβηθήκαμε ή θα φοβηθούμε να υψώσουμε ανάστημα απέναντι σε όσους προσπαθούν να μας τρομοκρατήσουν. Θα παραμένω θαμπωμένη απ’ την απόφασή σου να μην αφήσεις ούτε αυτούς, αλλά ούτε και εμάς, να ξεχάσουμε. Να στρογγυλέψουμε τις πράξεις, να λειάνουμε τις γωνίες, να λησμονήσουμε ποιος έκανε τι, πότε και γιατί.

Για όλα αυτά λοιπόν –για την περήφανη υπόστασή σου ως Μάνα, για τη μεγάλη δύναμη που κρύβεις μέσα σ’ αυτό το μικρό σώμα–, αλλά και για τόσα άλλα που δεν περιγράφονται με λόγια, υποκλίνομαι μπροστά σου με δέος, και, ανήμπορη όπως νιώθω για οτιδήποτε άλλο, σου γράφω αυτές τις λέξεις για να τις έχεις συντροφιά στο οδυνηρό ταξίδι που ξεκίνησες εδώ και μήνες, με την ελπίδα ότι κάποτε θα φτάσεις σ’ ένα κάποιο ξέφωτο.




love letter to Saul Williams

 

Δεν ξέρω αν στην σκηνή χθες ήσουν ο saul williams ή o martyr loser king.
Όποιος κι αν ήσουν,
χάκαρες το μυαλό μου.
Το ήδη χακαρισμένο βέβαια.
Αλλά χθες, χάκαρες και το μυαλό αρκετών άλλων.
Λυπάμαι που δεν ήταν όλοι οι άλλοι, ο κόσμος όλος, για να πάθει το ίδιο χακ,
Να τρελαθεί και να συνειδητοποιήσει τι δεν σκέφτεται, τι δεν κάνει, τι ανέχεται, τι είναι,
και ξαφνικά ένας χώρος άρτιας, άψογης και νεοφιλελεύθερης βάσης να καταρρεύσει και αυτομάτως να μετατραπεί σε πόλο-ξαμολυτήρι ξυπνητών μυαλών, έτοιμων να αλλάξουν τα πάντα. Που δηλαδή ήδη όντας ξύπνιοι, τα πάντα θα είχαν αλλάξει.
Βέβαια, προφανώς ακόμα κι αν έρχονταν όλοι αυτοί, στα μισά θα είχαν φύγει.
Όπως και πολλοί από όσους ήρθαν.

Πόσοι να κράτησαν άραγε τον στίχο:

“i dare you to love me, just the way I am”

για να τον γράψουν στον τοίχο του σπιτιού τους.
Να τον πουν σε όλους τους δικούς τους.
Κι όσοι τους αρνηθούν να σταματήσουν να τους έχουν δικούς τους;

Πόσοι να κατάλαβαν γιατί έγραψες να πάει να γαμηθεί η δασκάλα ιστορίας;
πόσοι διαολόστειλαν τον “bishop of the great climate war”;
πόσοι ένιωσαν όντως προνομιούχοι που ονειρεύονται την κόλαση;

Σίγουρα οι περισσότεροι γούσταραν με τα γραφικά, τα χρωματιστά τζηφ, την όμορφη κοπελίτσα με άφρο μαλλί-κάνα μοντέλο από περιοδικό θα ήταν άλλωστε-, ίσως στενοχωρήθηκαν με το παιδάκι από την αφρική, ένιωσαν επαναστάτες με τον τραμπ και τον στίχο “these mthrfckrs don’t want to back down”.

Αλλά ποιος άραγε τραγούδησε μαζί σου στο burundi:
“i’m a candle, chop my neck a million times, I still burn bright and stand”
σκεπτόμενος το σουδάν, την ερυθραία, την λιβύη, το αλέπο, όλους όσους πνίγονται για να βρουν να πατήσουν κάπου και να υπάρξουν, όλους όσους εκκολάπτονται, γεννιούνται και θάβονται σε εργοστάσια για να παράξουν το surplus για όσους είχαν το προνόμιο να γεννηθούν με ένα διαβατήριο.

Ποιος να πέταξε το σουβλάκι του όταν διάβασε:
“hack into dietary tradition”

Ποιος να ένιωσε τί εννοούσες λέγοντας:
“think like they book say”
αφού ούτως ή άλλως είναι ήδη “διαβασμένοι” και ξέρουν τί να μην προσέξουν, που να μην δώσουν προσοχή, πότε να ενοχληθούν, τί κοινό είχαν το αγόρι ντυμένο με στρατιωτικά και το ξανθό κορίτσι στο τζιφάκι και πως να μην καταλάβουν στην επαναληπτικότητα “girl, boy, girl, girl, boy, girl” την ρευστότητα των φύλων και της σεξουαλικότητας.

Ίσως βαρέθηκαν κάποιοι όταν τραγούδαγες “down for some ignorance”, γιατί δεν είχαν την υπομονή να ακούσουν πρώτα τα πεδία της άγνοιάς τους για να πέσει μετά το μπητ.

Όμως ακόμα κι έτσι, αυτά υπήρξαν.
Έγιναν.
Τα δημιούργησες και τα περφόρμαρες.
Ακόμα κι αν θα άγγιζαν έστω και έναν.
Δεν ξέρω αν σου αρκεί αυτό, αν πιστεύεις πως έστω κι ένας είναι κάτι.
Αν έπεσες από τα σύννεφα ή το ΄χες και αυτό στο μυαλό σου.
Για να το κάνεις, ίσως κάτι ξέρεις.
Ελπίζω, κάτι να ξέρεις.

Γιατί σίγουρα ξέρεις πως να ελέγχεις τις λέξεις και να τις συντάσσεις μαζί με ήχους στις πολιτικότερες κατασκευές. Όπως ακριβώς οι επιρροές σου, από τότε που το πολιτικό είχε ακόμα δύναμη, τότε που το πολιτικό δεν ήταν η katy perry να ανησυχεί για την κοινωνία του θεάματος, νιώθοντας η debord του 21ου αιώνα, χορεύοντας σε roller coaster σε ένα αστραφτερό συν πανάκριβο βίντεο κλιπ.

Γιατί καταφέρνεις να είσαι συμπεριληπτικός σε ό,τι δημιουργείς, ήδη από τα πρώτα σου έργα αλλά ακόμα περισσότερο στο martyr loser king.
Γιατί πάνω στην σκηνή ραπάρεις και παράλληλα χώνεις ρήφερενσηζ για να ξέρει ο άλλος από κάτω τι να διαβάσει, τι να ψάξει.
Γιατί αυτό που κάνεις δεν θέλεις να αρχίζει και να τελειώνει με το play/stop του κάθε κομματιού.

Ακόμα και με “λάθος” συμβιβασμούς συνειδητοποιημένους ή μη, που μπορεί να έχεις κάνει,
δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο χάκερ στα αυτιά των ακροατών.
Μπορώ να ονειροπολήσω πως θα ήταν, αν όλοι οι καλλιτέχνες εκφράζονταν όπως ο martyr loser king, ο niggy tardast, o saul williams.
Αν το πως σκέφτεσαι και δρας είναι το πως θα ‘θελες να το κάνουν και οι υπόλοιποι για να ήταν η κοινωνία ένα μπέτερ πλέης φορ ολ, εσύ το ενσαρκώνεις ως ύπαρξη και μόνο.

Διαβάζοντάς σε, ακούγοντάς σε, βλέποντάς σε, ήταν αρκετά μέχρι τώρα, για να συνεχίζω όταν ξενερώνω, να ελπίζω όταν σκέφτομαι πως ναπαναγαμηθουνταπαντα, να δημιουργώ και να αφήνω το μέλλον να υπάρχει ακουμπώντας σε εσένα, και πολλά άλλα τέτοια γλυκανάλατα,

Ήμουν ήδη χακαρισμένος από πριν.
Ήδη από τους στίχους των προηγούμενων πρότζεκτ σου.
Τους ήχους σου. Τα μπητ, χορευτικά, πειραματικά, ακουστικά.
Και παράλληλα με όλα αυτά, τα γεωμετρικά σχήματα και τα χρώματα που ξεπηδούσαν στο πρόσωπό σου, τα ρούχα. Όλα μίλαγαν και έλεγαν ό,τι ήθελα να πω και να ακούσω.

Όμως το λάηβ ήταν ένα ταξίδι-βιβλίο-μάθημα.
Μπορεί και να μην είναι οι ιδανικές λέξεις αυτές.
Αλλά ούτως ή άλλως οι λέξεις σου ανήκουν.
Όχι μαλακία: hack rights and ownership. hack proprietorship.
Hack the borders.