1

in seconds – “πότε θα τελειώσουμε με σας;”

Άλλη μια σύντομη ιστορία απ’ το Χαλέπι, κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου της επανάστασης στη Συρία, η μαρτυρία του Μάζεν.

 




in seconds – πίσω απ’ τον ήλιο | μια ιστορία απ’ το Χαλέπι

Μια μικρή αφήγηση, ένα ασήμαντο περιστατικό, σε μια προσπάθεια να προσεγγίσουμε την ιστορία όχι με όρους αποφάσεων ηγετών και βαρυσήμαντων διπλωματικών εξελίξεων, αλλά όπως τη βιώνουν και τη δημιουργούν οι άνθρωποι.

 




Εμείς οι άνθρωποι, αντιμέτωποι με την προσφυγιά (των άλλων) στην Κω

Κως, Αύγουστος 2015.

Κάποια μέρα η ιστορία της μετανάστευσης και της προσφυγιάς θα γραφτεί ξανά, ας περιμένουμε να δούμε σε ποια σελίδα της ιστορίας θα βρισκόμαστε.

Kos2

«Ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ζώο και η ζωή δεν είναι εύκολη όταν κόβονται οι κοινωνικοί δεσμοί» Hannah Arendt

Kos12

Προτού ξεκινήσει κάποιος να γράφει για τους ανθρώπους που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τους τόπους και τα σπίτια τους, πρέπει αρχικά να επαναπροσδιορίσει και να καταλάβει τις έννοιες που χρησιμοποιεί για να περιγράψει τη συνθήκη, της εγκατάλειψης δηλαδή του τόπου που αγαπήσανε.

Kos6

Ο νεοφερμένος όρος μετανάστης (για να μη γράψουμε λαθρομετανάστης που χρησιμοποιείται από τα ελληνικά μίντια) υποδηλώνει τους ανθρώπους αυτούς που αφήσανε τις χώρες τους, όχι από ανάγκη αλλά από επιλογή για να ξαναφτιάξουνε τις ζωές τους.

Kos10

Ο πρόσφυγας από την άλλη είναι το άτομο αυτό, όπως γράφει και η Hannah Arendt στο κείμενο της «Εμείς οι πρόσφυγες», που «αναγκάζεται να αναζητήσει άσυλο εξαιτίας κάποιας πράξης που διέπραξε ή εξαιτίας κάποιας πολιτικής άποψης που είχε».

Kos15

Τον τελευταίο χρόνο έχουν πνιγεί στη θάλασσα της μεσογείου περίπου 20.000 άνθρωποι, τις τελευταίες τρεις μέρες έχουν βρεθεί στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου τουλάχιστον 1.728 άνθρωποι. Άνθρωποι που αναζητούνε άσυλο, χωρίς να έχουν διαπράξει κάποια πράξη ή αναζήτησαν μια διαφορετική ριζοσπαστική πολιτική άποψη.

Kos16

Άνθρωποι που χάσανε τα σπίτια τους, το επάγγελμα τους, την καθημερινότητα τους, τη γλώσσα τους, συγγενείς και αγαπημένους ανθρώπους, που ξεχάσανε την απλότητα της ιδιωτικής τους ζωή, όχι για ένα καλύτερο αύριο, αλλά για επιβιώσουν.

Kos8

Εμείς οι άνθρωποι πάλι, συνήθως, αποφεύγουμε να κοιτάξουμε κατάματα την κόλαση, όπως για παράδειγμα όταν συμβαίνει ένα δυστύχημα στο δρόμο και τα περαστικά αυτοκίνητα κοιτάνε πεταχτά ή δεν κοιτάνε καθόλου λέγοντας «μα τι πάθανε οι άνθρωποι».

Κάπως έτσι αλλά από την άλλη πλευρά του νομίσματος νιώθουν αυτοί οι άνθρωποι που έφτασαν στα ελληνικά νησιά, έρμαια αυτών που ονομάζονται κι αυτοί άνθρωποι ξεπερνώντας κάθε γραμμένο ή άγραφο ηθικό κανόνα.

Πώς θα σας φαινόταν λοιπόν αν είχατε εγκαταλείψει το σπίτι σας, με μια τσάντα στο χέρι και σας χρεώσανε 5 ευρώ για φορτίσετε το κινητό σας, περιμένοντας να βρείτε και πάλι τους δεσμούς σας;

Kos4

 

Πώς θα νιώθατε αν φτάνατε στην «νέα πατρίδα» (Ε.Ε) και περιμένατε σε μια ουρά για 5 μέρες ελπίζοντας ότι θα σας σεβαστούν ως άνθρωποι και «διακινητές» με το ανάλογο αντίτιμο προωθούσαν άλλους αντί εσάς λόγω μεγαλύτερου χρηματικού ποσού;

Kos18

Κι όμως τα παραπάνω ερωτηματικά δεν είναι δυστοπικές απορίες αλλά συμβαίνουν στα νησιά του Αιγαίου όπως της Κω, με τους μετανάστες να αγγίζουν τους 5.000-7.000.

Kos5

Στο κεντρικό στάδιο της χώρας του νησιού 2.000 άνθρωποι περιμένουν για το πολυπόθητο χαρτάκι που θα τους επιτρέψει να ταξιδέψουν ξανά από την αρχή, χωρίς νερό και φαγητό, ενώ οι υπόλοιποι κυκλοφορούν στη Χώρα με τις δημόσιες τουαλέτες και βρύσες να είναι κλειστές. Κι όμως ο δήμαρχος δήλωσε πως ότι κι αν συμβαίνει οι 15.000 τουρίστες που βρίσκονται στο νησί θα συνεχίσουν τις διακοπές τους, καθώς το νησί είναι φιλόξενο.

Kos14

Μα καλά αυτοί δεν είναι ξένοι;

Kos13

Κάποια μέρα η ιστορία της μετανάστευσης και της προσφυγιάς θα γραφτεί ξανά, ας περιμένουμε να δούμε σε ποια σελίδα της ιστορίας θα βρισκόμαστε.

Kos1

 




Η Πρωτομαγιά των Σπουδαίων

φωτο καισ

 

Υπάρχει ένα λεύκωμα στη βιβλιοθήκη που αγοράστηκε πριν αρκετά χρόνια. Σπάνιο και σπουδαίο μου το χαρακτήρισε ο ηλικιωμένος κύριος που στέκονταν στο τραπεζάκι όπου βρίσκονταν τακτοποιημένα κάποια λίγα αντίτυπα. Δεν πέρασε ημέρα έκτοτε που να μη σκέφτομαι πόσο δίκιο είχε, δεν πέρασε ημέρα που να μην πιάνω τον εαυτό μου να καρφώνει το βλέμμα στη θέση που του ανήκει στη βιβλιοθήκη, ενίοτε να το αγγίζω αφηρημένα, κάποιες φορές να αισθάνομαι λίγη και ανάξια για να το ξεφυλλίσω και όταν τελικά το ανοίγω, να με συγκινεί με τέτοιο απόλυτο τρόπο ώστε να αναλογίζομαι ότι το πολυτιμότερο υλικό μου απόκτημα είναι αυτό, ένα λιτό και περιποιημένο λεύκωμα με τίτλο Εθνική Αντίσταση 1941-1944 «Γράμματα και μηνύματα εκτελεσμένων πατριωτών», Αθήνα 1974.

Η Πρωτομαγιά του 1944 έμελλε να προσθέσει υλικό σε αυτή τη παρακαταθήκη πόνου, αγωνίας αλλά κυρίως περηφάνιας, προτροπής και αγωνιστικότητας αφού σε όλα τα πεταμένα χαρτάκια μελλοθανάτων πριν τις διάφορες εκτελέσεις από τα κατοχικά στρατεύματα ανακαλύπτεις το μεγαλείο της ζωής και της παρηγοριάς.

Οι εξορισμένοι από τον Ι. Μεταξά κομμουνιστές στην Ακροναυπλία είχαν ήδη παραδοθεί στα ναζιστικά στρατεύματα και βρίσκονταν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, όταν το πρωινό της 1ης Μαΐου βρήκε 200 από αυτούς να ακούν το όνομά τους και να οδεύουν προς εκτέλεση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, ως αντίποινα για τη δολοφονία ενός Γερμανού στρατηγού και τριών συνοδών του στους Μολάους Λακωνίας (λίγες ημέρες πριν η απόφαση ανακοινώθηκε σε κατοχική εφημερίδα: «…Την 27.4.44 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν στρατηγόν και τρεις συνοδούς του (…) Ως αντίποινα θα εκτελεστούν: 1) Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944. 2) Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς Σπάρτην…»).

Το βράδυ πριν την εκφώνηση των καταλόγων των μελλοθανάτων ακούγονταν μόνο τραγούδια και χοροί. Το πρωινό κατά την εκφώνηση των ονομάτων, οι μελλοθάνατοι έβγαιναν μπροστά με υψωμένη τη γροθιά. Έτσι στοιβαγμένοι όπως μεταφέρθηκαν στον τόπο θυσίας, τα μικρά σημειώματα έφευγαν πίσω τους.

«Κόρη μου, Καίτη Πόλκου, μένει Κλειούς 22, Θεσσαλονίκη, να γίνει δασκάλα. Ο πατέρας της»

«Καλύτερα να πεθαίνει κανείς στον αγώνα για την λευτεριά παρά να ζει σκλάβος»

«Πρωτομαγιά, γεια σας όλοι, πάμε στη μάχη»

«Δεν σας ξέχασα ποτές. Για σας και για τον ελληνικό λαό έδωσα τη ζωή μου. Σήμερα, 1η Μάη 1944 σας φιλώ για τελευταία φορά»

«Χαίρετε φίλοι. Εκδίκηση. Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε μάνα»

«Η τελευταία σκέψη μαζί σου. Θα ήθελα να σε κάνω ευτυχισμένη. Να βρεις σύντροφο άξιό σου και άξιο μου»

«Ο θάνατος μου δεν θα πρέπει να σας λυπήσει αλλά να σας ατσαλώσει πιο πολύ για τη μάχη»

Πολλές Πρωτομαγιές έχει τύχει να σκεφτώ τον κόσμο που οραματίζονταν αυτοί οι άνθρωποι βαδίζοντας προς το θάνατο και κάθε φορά μετράω τις αποκλίσεις και τις κινήσεις πίσω ολοταχώς. Όπως σήμερα, με τους δρόμους στις γειτονιές της πόλης να είναι άδειοι, όχι για τον λόγο ότι οι κάτοικοι βρίσκονταν στον εορτασμό του νοήματος της Πρωτομαγιάς αλλά γιατί η 1η Μάη ήταν Παρασκευή και έφτιαχνε ένα θαυμάσιο τριήμερο εξορμήσεων και δεν τρέχει και τίποτα…




Από την Κοκκινιά στη Μακρόνησο

 

Τα τελευταία χρόνια ξαναγύρισα και αναζήτησα να ακούσω τις ιστορίες που μας έλεγε ο πατέρας μου όταν ήμασταν μικρά. Ιστορίες από την κατοχή και τον εμφύλιο, πότε δικιές του, πότε του αδελφού του.

Τη μέρα που τον συνάντησα για να γυρίσουμε αυτό το βίντεο μου έδωσε 19 σελίδες από ένα ημερολόγιο του 2005 που είχε προσπαθήσει να καταγράψει διάφορα σημαντικά γεγονότα της ζωής του. Στην πρώτη σελίδα έγραφε: «Γεννήθηκα στην Παλιά Κοκκινιά το έτος 1931 στα παραπήγματα. Το 1938 ο πατέρας μου, αγόρασε ένα σπίτι στα εντόπια του γιατρού του Λεούση. Το 1940 κηρύχτηκε ο πόλεμος. Πήγαινα στη γειτονιά σε σχολείο να μάθω γράμματα, εσφύριξαν οι σειρήνες και έτσι άρχισε ο πόλεμος.» Και κάπως έτσι ξεκινάνε όλες του οι ιστορίες. Με τον πόλεμο, την πείνα και τον αγώνα να μείνουν ζωντανοί.

Οι ιστορίες του πατέρα μου από την κατοχή και αργότερα τον εμφύλιο έχουν ως κύριο πρόσωπο τον μεγαλύτερο αδελφό του, Βασίλη. Στο βίντεο διηγείται δυο από τις δεκάδες ιστορίες που θυμάται από κείνον.

 




«Ούτε πρωθυπουργός εφάνη ούτε διάολος»

 

Το ποιό πράγμα αποτελεί ιστορικό τεκμήριο ή ντοκουμέντο προφανώς θα το απαντήσουν οι ιστορικοί και οι πολιτικοί επιστήμονες. Εδώ προφανώς δεν διεκδικούμε δάφνες σοβαρότητας και εγκυρότητας, αλλά στο tag για μια ιστορία των ανθρώπων μαζεύουμε ιστορίες  και μαρτυρίες ανθρώπων, που έζησαν διάφορα γεγονότα και όταν τα αφηγούνται, μας βοηθούν να προσεγγίσουμε την ατμόσφαιρα μιας εποχής ή απλά μικρά κομμάτια της ζωής και των αντιφάσεών της. Όπως παρακολουθούμε τον Δεκέμβρη του 2008 να ξανασχηματίζεται θολά και ασυνάρτητα ίσως, αλλά να σχηματίζεται πάντως ξανά μπροστά στα μάτια μας, διαβάζοντας ένα ποστ από κάποιο μπλογκ ή όπως ανασυνθέτουμε κάπως την ατμόσφαιρα των πλατειών του ’11 κοιτάζοντας τα εκατοντάδες τουίτ ενός χρήστη. Κάπως έτσι, παρακάτω, ένα παιδί δεκαοχτώ χρονών έχοντας πάει πρόσφατα από το χωριό του στην Αθήνα, στέλνει γράμμα στον πατέρα του αφηγούμενο διάφορα μικροπεριστατικά που συνέβησαν τον Νοέμβριο του 1968, την ημέρα της κηδείας του Γεωργίου Παπανδρέου.

Σεβαστέ μου μπαμπά γειά σου.

Εγώ έφτασα πολύ καλά. Στις 10 παρά τέταρτο ήμουν στην Αθήνα. Στις 5,30 έφυγε από την Τρίπολη. (..)

Και τώρα σου γράφω λίγα γύρω από την κηδεία του Γ. Παπανδρέου τα οποία αν θέλεις πέστα και στον Νιόνιο εάν είναι ακόμη στο χωριό. Κατόπιν διαταγής της Εθ. Κυβέρνησης απηγορεύθη το λαϊκό προσκύνημα του εκλιπόντος αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετον. Η Μαργαρίτα Α. Παπανδρέου είπεν προς τον πρόεδρον της κυβερνήσεως: Ή θα αφήσετε να γίνει λαϊκό προσκύνημα ή θα τον πάω σπίτι μου και έτσι δεν έχετε το δικαίωμα να μου το απαγορεύσετε (ως Αμερικανός πολίτης).

Με χίλια βάσανα και απειλές επετράπη το λαϊκό προσκύνημα εις τον Άγιον Ελευθέριον παρεκλήσιον της Μητροπόλεως. Χωρίς βεβαίως να ανακοινωθεί διά του ραδιοφώνου και την εφημερίδαν αλλά μόνον από στόμα σε στόμα. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Υπολογίζεται ότι προσήλθε το 70% των Αθηναίων και προσκύνησαν. Κόσμος που διά πρώτη φορά ενεφανίσθη τόσον πολύς. Ούτε εις την συγκέντρωσιν της Κλαθμώνος του 1964.

Υπέροχον και χαρακτηριστικήν στάσιν εκράτησεν η Μαργαρίτα η οποία ετσακώθη με όλους τους αστυνομικούς και στρατηγούς. 

(..)

Κατά τη μεταφοράν της σωρού από Ευαγγελισμού εις Μητρόπολης συνέβη και το εξής. Μερικοί νέοι γύρω από το φέρετρον εφώναξαν ΠΑ – ΠΑ – ΝΔΡΕ – ΟΥ, 1-1-4 οι οποίοι και συνελήφθησαν.

(..)

Ένα άλλο ωραίο γεγονός είναι και το εξής: Μια ώρα πρωτού πεθάνη ο Γ. Παπανδρέου ζήτησε από την οικονόμο του ένα χαρτί και ένα μολύβι. Έγραψε δε κάτι που είθελε και το έδωσε εις την οικονόμον του. Εις συνταγματάρχης μετά βίας απέσπασε το σημείωμα. Γυρίζοντας η Μαργαρίτα έμαθε αυτό και εζήτησε να της δοθεί αμέσως η τελευταία επιθυμία του πατέρα της, αλλά αυτός αρνήθη λέγοντας ότι αφορά (τάχα) την κυβέρνησιν και δεν μπορεί να της το δώσε και τότε συνέβη το εξής. Η πανέξυπνη Μαργαρίτα κατάφερε και ετράβηξε  τον αξιωματικό σε ένα δωμάτιο να του ειπή κάτι, και με μία απότομη κίνηση του έκλεισε την πόρτα και τον κλείδωσε μέσα. Κατόπιν τρέχοντας πήγε και πήρε τηλέφωνο την αμερικάνικη πρεσβεία του Τάλμποτ και εζήτησε να τη δοθεί αμέσως η τελευταία επιθυμία του πατέρα της. Ο Τάλμποτ έστειλε μαζί της δύο υπεύθυνους της Αμερικάνικης πρεσβείας και έτσι κατόρθωσε και πήρε το χαρτί από τον αξιωματικό, το οποίον ανεκήνωσε εις τους ξένους δημοσιογράφους.

(..)

Αυτή τη στιγμή γύρισαν από την κηδεία. Κόσμος να δεις. Το ολιγότερον που μπορεί να πει κανείς ήσαν 1.000.000 κόσμος. Η κηδεία είχε φθάσει στο πρώτο νεκροταφείο και ο κόσμος δεν είχε ξεκινήσει ακόμη από την Μητρόπολη. Καθ’ όλη την διαδρομή από Μητρόπολη μέχρι το 1ον νεκροταφείο η Αθήνα εσίετο από τις φωνές.

Συνέχεια όλοι μαζί έλεγαν: ΠΑ – ΠΑ – ΝΔΡΕ – ΟΥ, είσαι ο πρωθυπουργός, είσαι λαοπρόβλητος, είσαι ο 3ος Κένεντυ, σήκω γέρο να μας δεις, μεγάλε αρχηγέ, σήμερα ψηφίζουμε, να το δημοψήφισμα, να το 7%, έρχεται ο Ανδρέας, Δημοκρατία, Κάτω η Χούντα, 1-1-4, κάτω οι προδότες, ο Ανδρέας θα μας ‘ρθει, θέλουμε ελευθερία και άλλα πολλά.  (..) Τον επικήδειο εξεφώνησε ο Ν. Μπακόπουλος και λίγο ο Κανελλόπουλος. 

Έγινε σεισμός πραγματικός. Ούτε πρωθυπουργός εφάνη ούτε διάολος. Μόνον τον υφυπουργό Σιώρη είχε στείλει αντίπρόσωπο.

Το κακό είναι ότι τη στιγμή που ετάφη ο Παπανδρέου πλάκωσαν οι κλούβες και έπιασαν πολλούς από τη συγκέντρωση διατί λέει ετάραξαν την τάξιν με το να φωνάζουν ο Ανδρέας έρχεται.

Τώρα σε αφήνω

Χαιρετίσματα εις όλους

Σας φιλώ

Γ.

 




Αυτά είναι ο πόλεμος

Όταν ήμουν παιδί είχα ακούσει δεκάδες ιστορίες για τον θείο που χάθηκε στα βουνά της Αλβανίας, για την αβάσταχτη πείνα, την ηρωική κλοπή ενός καρβελιού από το γειτονόπουλο της γιαγιάς, για ξύλο και θανάτους , για τους σκληρούς Γερμανούς, τους δωσίλογους πατριώτες, για τον παππού που έκρυψε έναν Ιταλό στη διάρκεια της Κατοχής.

Οι ίδιες ιστορίες επαναλαμβανόμενες με μαθηματική ακρίβεια σε κάθε οικογενειακή γιορτή έχασαν γρήγορα το ενδιαφέρον τους. Πόσες φορές μπορεί η ίδια ιστορία να σε συναρπάσει;

Ο παππούς είχε διηγηθεί την ιστορία με τον Ιταλό εκατοντάδες φορές. Το ενδιαφέρον μου διέγραψε αναπόφευκτα μια φθίνουσα πορεία. Μέχρι ένα καλοκαίρι, χρόνια μετά, που βρέθηκα μπροστά στη συνάντηση των δύο αντρών, του παππού και του Ιταλού. Πρώτη φορά έβλεπα ανθρώπους να μιλάνε διαφορετικές γλώσσες και να συνεννοούνται απόλυτα σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη ευγνωμοσύνη. Αυτό ήταν που γέμιζε τα μάτια αυτού του ανθρώπου, που ταξίδεψε-και θα ταξίδευε αρκετές φορές- για να συναντήσει το παρελθόν του-γλύκα, καλοσύνη και ευγνωμοσύνη.




Ο Μπάμπης που δεν παρέδωσε τα όπλα

 

Ένα απόγευμα σε μια φιλιατρινή αυλή, ο Φ. έκατσε να μου πει μια ιστορία από την Κατοχή και τον εμφύλιο. Μια παλιά ιστορία, κομμάτι μιας άλλης μεγαλύτερης, μπλεγμένης με ζωή, θάνατο, πολιτική, ιδεολογίες, όπλα και πάει λέγοντας. Η ηχώ αυτών των αφηγήσεων όταν ακουστούν είναι σαν απόδειξη του χώρου και του χρόνου, των προσώπων και των λόγων που ακούστηκαν τότε, που ψιθυρίστηκαν, που γίνανε φόβητρο για καταπίεση ή απελευθερώσανε για λίγο ή πολύ, ποιος ξέρει˙ το στίγμα της ιστορίας δεν αποφεύγεται εύκολα, και για τους κομμουνιστές, και για τους ταγματασφαλίτες και για αυτούς που κράτησαν «ίσες» αποστάσεις…

Ο Μπάμπης ο Σπανός λοιπόν (ή νιονιούλης, κάπως έτσι τέλοσπάντων ήταν το παρατσούκλι του), μικρός στο σώμα αλλά χωρίς «μεγαλοποσότητες» φόβου -γιατί, ποιος δεν φοβάται καθόλου;-, πολέμησε Γερμανούς και Ιταλούς.

Μια μέρα τον ψάχνανε, όμως κάποιοι φρόντισαν να τον ειδοποιήσουν να φύγει από το σπίτι και να κρυφτεί. Σκαρφαλωμένος σ’ ένα κυπαρίσσι, μικρόσωμος όπως ήτανε, είδε το σπίτι του να καίγεται και την οικογένειά του να προσπαθεί να σώσει μέσα από το χαμόσπιτο ό,τι μπορούσε: ρούχα, σεντόνια, διάφορα.

Ο Μπάμπης λοιπόν έτρεχε γύρω-γύρω από τα Φιλιατρά, στη Μεσσηνία δώθε-κείθε, τον κυνηγούσανε γιατί τους έκανε μεγάλες ζημιές αλλά πάντα είχε τον τρόπο να ξεφεύγει, να ξεγλιστράει. Καμιά φορά όμως, απαιτούνταν η βοήθεια των ταγματασφαλιτών που ήξεραν περισσότερα και το απειλητικό τους πρόσωπο ήταν πιο οικείο στους συντοπίτες τους: στη γλώσσα, το σώμα, τις κινήσεις.

Σε μια δόση, λέει, ένας τέτοιος-ταγματασφαλίτης ειδοποίησε Γερμανούς στρατιώτες να πάνε σπίτι του και να κάνουν αντίποινα, χτυπήσανε τον πατέρα του μήπως τον καταφέρουν να εμφανιστεί. Όμως ο Μ. άντεχε, δεν εμφανιζόταν, κρυβόταν στα βουνά και κατέβαινε στο χωριό μόλις ήθελε φαγητό, ρούχα, τσιγάρα και οτιδήποτε άλλο χρήσιμο για τους αντάρτες.

Όσοι μπορούσαν τον προστάτευαν, η γειτονιά του κυρίως, ήξεραν ότι ήταν φτωχός και μάλλον έβλεπαν σ’ αυτόν αυτό που δεν μπορούσαν να κάνουν, να πολεμήσουν, να ξεγλιστρήσουν και να μείνουν ζωντανοί. Τον έκρυψαν όμως όταν είχε ανάγκη, και τον έκρυψαν καλά, σε πηγάδια, σε χαμόσπιτα, σε κτήματα μακρινά, όπως μπορούσε ο καθένας.

Όταν με τον Εμφύλιο τα πράματα ξεκαθάρισαν, ο Μπάμπης χωρίς ακριβώς να ξέρει, χωρίς να έχει διαβάσει το Κεφάλαιο του Μαρξ και λοιπά κομμουνιστικά εγχειρίδια, πήγε στο βουνό.

Αλλά τι να πρωτοδιαβάσεις άμα σ’ έχουν καταδικάσει σε θάνατο και σε ψάχνουνε μια ζωή τα μούτρα του μεταπολεμικού κράτους – από το ’22 και μετά έδειχνε τα δόντια του σε εργάτες, «κλέφτες» και ταραχοποιούς…

«Βγήκαμε στο βουνό χωρίς ακριβώς να έχω καταλάβει τι σημαίνει όλο αυτό, μετά κατάλαβα», φέρεται να είχε πει πριν καμιά εικοσαριά χρόνια σε μια παρέα.

Στη Βάρκιζα δεν ήταν από εκείνους που κατέθεσε τα όπλα, μια ζωή στη γύρα δεν επέλεξε να χαλάσει τη «γαλήνη» της συμφωνίας˙ μετά φυσικά, πήρε τον δρόμο που επεφύλασσε το κράτος για την «παρανομία»: Μακρόνησος.

Ο Δημήτρης Κυριαζής, Ελασίτης και μετά Εαμίτης, γνωστός με το ψευδώνυμο Αστραπόγιανος, αναφέρει ότι ο Μπάμπης ήταν στην ομάδα του Ναπολέοντα Παπαγιαννόπουλου στο Σιδηρόκαστρο.

 

Υστερόγραφο: στις σημειώσεις από τη συζήτηση με τον Φ. έχω γράψει, με κεφαλαία κιόλας, το εξής: «Οι κλέφτες δεν παραδίδουν τα όπλα όπως οι στρατιώτες». Έσπασα το κεφάλι μου να θυμηθώ σε τι ακριβώς αναφερόμουν, αν το είπε κάποιος μέσα στις αφηγήσεις, αλλά δεν τα κατάφερα. Θεώρησα όμως, όπως και να’ χει, ότι έπρεπε να το γράψω, κάτι πρέπει να σημαίνει.