1

σημειώσεις για την «προσφυγική κρίση»

 

 

Προς αποφυγή παρεξηγήσεων και για συγκεκριμένους λόγους που θα τεθούν παρακάτω προτιμώ να μιλάω για «προσφυγικό ζήτημα» και όχι για «προσφυγική κρίση», έναν όρο που χρησιμοποιείται κατ’ εξακολούθηση από τα καθεστωτικά μίντια και από αρκετούς συμμετέχοντες στη συζήτηση (στο debate για να είμαστε και λίγο μοντέρνοι) που αφορά τις προσφυγικές εκτοπίσεις και γενικότερα τις μεταναστευτικές κινήσεις πάνω στον πλανήτη.

Η χρήση του όρου «προσφυγική κρίση» αποτελεί μια θεσμική, επίσημη, «ορθολογική» περιγραφή ενός κοινωνικού-οικονομικού ζητήματος που διαστρεβλώνεται εσκεμμένα από την πλευρά του κυρίαρχου λόγου. Όπως όλα τα κοινωνικά ζητήματα στο καπιταλιστικό κύκλωμα του θεάματος ξεφτίζουν από την ουσία τους, τις αιτίες και τα αποτελέσματά τους, έτσι και η «προσφυγική κρίση» αντικειμενικοποιείται με τέτοιο τρόπο από τα μίντια, τους «ειδικούς» και όσους εκφέρουν σχετικό λόγο ώστε αυτό που καταφέρεται είναι μια αποστασιοποίηση από τον πραγματικό πυρήνα του προσφυγικού ζητήματος: η καπιταλιστική κρίση δημιουργεί περιφράξεις, εκτοπίσεις και προετοιμάζει, όπως έχει δείξει η αιματηρή ιστορία των «κρίσεών» της, νέες πρωταρχικές συσσωρεύσεις κέρδους. Για τον αντικαπιταλιστικό λόγο τουλάχιστον, δεν πρέπει να υπάρχει «προσφυγική κρίση» παρά μόνο καπιταλιστική.

Οι τόνοι της «Αποκάλυψης» με την οποία φορτίζεται η σχετική συζήτηση, τόσο από την «ξενοφοβική δεξιά» όσο και από την «προοδευτική αριστερά», υπερ-δραματοποιούν, κατασκευάζουν φόβο, στοχεύουν στην κινηματική παράλυση, συμβάλλουν με λίγα λόγια στην απενεχοποίηση του Κεφαλαίου ως σχέση και ως φονική μηχανή αναπαραγωγής της ανθρώπινης ζωής. Ο George Caffentzis είχε εύστοχα διαβάσει γύρω στο 1980 τις υπόνοιες της συζήτησης γύρω από την «πετρελαϊκή κρίση» του 1973. Έλεγε τότε πως κάθε φορά που το μοντέλο της εκμετάλλευσης γίνεται ανυπόφορο και χρειάζεται να βρει διέξοδο, να αναδιαρθρωθεί, το Κεφάλαιο κάνει νύξεις για την ανθρώπινη θνησιμότητα, ότι δηλαδή έρχεται το τέλος του κόσμου. Το τέλος του κόσμου δεν ήρθε τότε όπως δεν θα έρθει και τώρα, τουλάχιστον όπως θέλει να το παρουσιάσει το σχέδιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής μηχανής.

Τότε, το κεντρικό επιχείρημα ήταν η σπάνη των αγαθών, τώρα το επιχείρημα διαρθρώνεται γύρω από την σπάνη της ανθρώπινης ζωής, το πόσο ευάλωτη και εύθραυστη είναι – μία από τις λίγες βεβαιότητες αυτής της ζωής (ο θάνατος) γίνεται στα χέρια του Κεφαλαίου ένας καθεστωτικός εκβιασμός, μια φυσιολογική απειλή με …μεταφυσικές διαστάσεις: «κοίτα τι γίνεται με τους πρόσφυγες, σειρά έχετε οι υπόλοιποι».

Παρά τις προσφυγικές απώλειες σε θάλασσα και στεριά, παρά τον θάνατο που θέλει να διαχειριστεί (και μ’ αυτόν ν’ απειλήσει) η πολιτική έκφραση του Κεφαλαίου που, μεταξύ άλλων, αποκαλείται ως «Ευρώπη-Φρούριο», υπάρχει μια πραγματικότητα που αποκρύπτεται στις διάφορες αναλύσεις του ζητήματος, ένα δεδομένο γύρω από το οποίο διαμορφώνεται το σύγχρονο προλεταριάτο. Σύμφωνα με στοιχεία που πρόερχονται από έναν θεσμικό οργανισμό όπως είναι ο ΟΗΕ, ένας στους 122 κατοίκους του πλανήτη είτε είναι πρόσφυγας, είτε εκτοπισμένος εσωτερικά (στη χώρα γέννησής του) ή αναζητά άσυλο. Με όρους πληθυσμού, θα μιλούσαμε για την 24η μεγαλύτερη χώρα του κόσμου. Με κοινωνικο-οικονομικούς όρους θα μιλούσαμε για έναν ανηλεή πόλεμο που έχει εξαπολύσει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα παραγωγής, για μια παγκόσμια διεύρυνση του κράτους έκτακτης ανάγκης για το οποίο έγραφε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και το οποίο συνεχίζει να θεμελιώνεται σε μεγαλύτερα στρώματα καταπιεσμένων.

Η εργατική διαχείριση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων, ανομολόγητη ως τέτοια από θεσμικά και παρα-θεσμικά όργανα, έχει ήδη στηθεί καμιά δεκαριά χρόνια πριν. Ο σχετικός μηχανισμός όπως εξηγεί ο Αποστόλης Φωτιάδης δεν έχει στηθεί για να «λύσει» το ζήτημα: από τη μια το νομικό πλαίσιο του ασύλου, των κέντρων υποδοχής και της πολιτικής των απελάσεων και από την άλλη η χρηματοδότηση των (στρατιωτικών και αστυνομικών) επιχειρήσεων που λειτουργούν επιθετικά και αποτρεπτικά αναπαράγοντας συστηματικά μια πολεμική βιομηχανία.

Οι κυρίαρχοι κρατικοί και υπερ-κρατικοί διαχειριστές μέσα από το επίσημό οργανό τους, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, άρχισαν από τον Μάιο να ανακοινώνουν τις προθέσεις τους που δεν είναι άλλες από την περαιτέρω στρατιωτικοποίηση των συνόρων και από τον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών: με τοποθέτηση αξιωματούχων σε τρίτες χώρες για τη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών σχετικά με τις μετακινήσεις, δημιουργείται ένα σύγχρονο πολιτικό καθεστώς αποικιοκρατίας, ένα διευρυμένο δια-κρατικό στρατόπεδο διαχείρισης εργατών.

RefugeesMigrants

Το ασφυκτικό αυτό πλαίσιο για τον κόσμο της εργασίας έχει στόχο να δυσχεράνει την ταξική πάλη από την πλευρά των μετακινούμενων προλεταριακών στρωμάτων. Γι’ αυτό και η οργάνωση της θεσμικής συζήτησης γύρω από το προσφυγικό ζήτημα γίνεται με τους όρους που αναφέρθηκαν πρωτύτερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «debate» για την χρήση του όρου «πρόσφυγας» ή «μετανάστης» το οποίο στήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τις ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής λόγω των αυξανόμενων προσφυγικών ναυαγίων που δημοσιοποιούνταν.

Από τη μια πλευρά το δίκτυο Al Jazeera με τη δημόσια τοποθέτησή του για την επιλογή της λέξης «πρόσφυγας» αντί «μετανάστης», ξετύλιξε έναν συλλογισμό που αναφερόταν στην χώρα προέλευσης των ανθρώπων που φτάνουν στη Μεσόγειο (Συρία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Ερυθραία, Σομαλία κλπ) και στις συνθήκες που τους ώθησαν να φύγουν. Το κύριο επιχείρημα είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς απέδρασαν από τον κίνδυνο του πολέμου και άρα πρέπει να ονομάζονται ως αυτό που είναι θεσμικά και νομικά: πρόσφυγες. Η χρήση του όρου «μετανάστης», επισημαίνει το Al Jazeera, έχει τελείως απονοηματοδοτηθεί από τα μίντια και τις πολιτικές ελίτ ενώ έχει καταντήσει να σημαίνει έναν απλό αριθμό, έναν όρο που χρησιμοποιείται «αρνητικά» στη βάση του ρατσισμού, με λίγα λόγια αποτελεί μια «ενόχληση» (nuisance). Το διεθνές δίκτυο καταλήγει λέγοντας ότι δεν θέλει να συμβάλλει στην παραπάνω παραπλανητική διαδικασία, δίνοντας πάτημα σ’ όλους αυτούς που «βλέπουν» μόνο οικονομικούς μετανάστες.

Στη διάκριση μεταξύ αυτών των δύο όρων, επιμένει και η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR), αναφερόμενη στα νομικά δικαιώματα και τις νομικές ευθύνες που έχει κάθε κράτος, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, απέναντι στην ιδιότητα του πρόσφυγα. Για τους μετανάστες, σημειώνει, το κάθε κράτος μεμονωμένα διατηρεί διαφορετική νομοθεσία και διαφορετικές πολιτικές.

Η διάκριση αυτή σε δικαιακό και συνεπώς σε πολιτικό επίπεδο εξαφανίζει την «οικονομία» της μετανάστευσης και της προσφυγιάς που δεν είναι άλλη από την πυροδότηση κρίσεων και εκτοπίσεων των καπιταλιστικών μηχανισμών της δύσης σε συνεργασία με ντόπια, διεφθαρμένα καθεστώτα, στα πλαίσια αποικιοκρατικών πολιτικών που βοηθούν το Κεφάλαιο να αυτο-αξιοποιηθεί.

Την ίδια στιγμή, το να χρησιμοποιείται ο όρος «πρόσφυγας» σε βάρος του «μετανάστη», υποβιβάζει μια μακρά μεταναστευτική ιστορία, βάζει σε λήθη τις αιτίες εκτόπισης και μετακίνησης της εργατικής τάξης εκεί όπου το κεφάλαιο δημιουργεί τον χωροχρόνο του, το πλαίσιο εκμετάλλευσής του.

Ο ΟΗΕ μπορεί να δηλώνει κατηγορηματικά ότι «οι μετανάστες δεν επιλέγουν να μετακινηθούν εξαιτίας μιας άμεσης απειλής ή λόγω κινδύνου της ζωής τους […] δεν αντιμετωπίζουν τα ίδια εμπόδια με τους πρόσφυγες στο να επιστρέψουν […] συνεχίζουν να απολαμβάνουν την προστασία της κυβέρνησής τους», ωστόσο, οι ριψοκίνδυνες επιλογές ενός οικονομικού μετανάστη από χώρες όπως το Πακιστάν, το Κασμίρ ή αλλού είναι προδιαγεγραμμένες λόγω της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης που λειτουργεί καταλυτικά στη δίωξή του. Οι προηγούμενες γενιές μεταναστών εργατών γεννιούνται σε χώρες όπου ο πολιτικός αυταρχισμός και η ένταση του οικονομικού πολέμου δεν τους αφήνουν άλλη επιλογή.

Μπορεί οι σφαίρες να μην σφυρίζουν στ’ αυτιά τους (μπορεί όχι με την ίδια συχνότητα και ένταση), μπορεί «το επείγον» τους να μην είναι το ίδιο μ’ εκείνο των προσφύγων, ωστόσο κρίνοντας από την προσοδοφόρα βιομηχανία απελάσεων που τρέφει το σκέλος της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας, αντιλαμβάνεται κανείς ότι τεράστια κομμάτια του παγκόσμιου προλεταριάτου εξωθούνται συστηματικά εκ νέου σε συνθήκες αβίωτες, σε συνθήκες που τους ωθούν να πάρουν το ρίσκο ενός φονικού ταξιδιού, στα χέρια κάποιου διακινητή (άλλος ένας κρίκος της αλυσίδας, όχι βέβαια της τάξεως της κρατικής ισχύος, που κερδίζει από τις εκτοπίσεις της εργατικής τάξης).

Ο πόλεμος από τον οποίο αποδρούν οι Σύροι και άλλοι πρόσφυγες είναι πραγματικός. Πρόκειται για τον ίδιο, πραγματικό και βιωμένο μέχρι το μεδούλι οικονομικό πόλεμο που έχει εξαπολύσει ο καπιταλισμός των ημερών μας στην παγκόσμια εργατική τάξη, στους μετανάστες σ’ όλο τον κόσμο. Η συζήτηση για την προσφυγική ή μεταναστευτική ιδιότητα έρχεται να «θολώσει» αυτόν τον πόλεμο, επιχειρεί στο όνομα «των ανθρώπινων δικαιωμάτων» να αφανίσει την πραγματικότητα της ταξικής πάλης και των πρωταγωνιστών της.




Ένα αντικείμενο φτιάχνει κοκτέηλ

 

23 Αυγούστου 2014. 87η συνεχόμενη μέρα. Το πειραματόζωο παρουσιάζεται χαλαρό και δείχνει να αντιδράει στα φάρμακα και να αναρρώνει σιγά σιγά. Το αλκοόλ μάλλον βοηθάει. Χρειάζονται 2 τουλάχιστον εβδομάδες έξτρα έρευνας για ασφαλή συμπεράσματα. Τέλος εγγραφής.”

Το παραπάνω σημείωμα δεν είναι μια αποκλειστικότητα που εξασφαλίσαμε στο thecricket από το ημερολόγιο κάποιου επιστήμονα που επιτηρεί και βασανίζει πειραματόζωα σε κάποια γωνιά του πλανήτη (αν και καλά θα ήτανε να τον εκθέταμε). Είναι η αρχή μιας σειράς αναρτήσεων στο facebook από τον Ηλία, έναν εργαζόμενο της βαριάς βιομηχανίας του αναπτυξιακού μας θερινού τουρισμού, στον εκτυφλωτικό και γεμάτο πάθη κλάδο των cocktail bar.

Όσοι έχουν δουλέψει ή ξέρουν περί τίνος πρόκειται, μιλάμε για συνεχόμενη εργασία 3-4 μηνών, με καθόλου έως ελάχιστα ρεπό και με έναν σκασμό «δορυφορικών» εργασιών, απαραίτητων για τη λειτουργία του μαγαζιού, για τη συσσώρευση πελατειακών χαμόγελων και την πολυπόθητη συσσώρευση κεφαλαίου.

Ο Ηλίας λοιπόν, πήρε τα μπογαλάκια του και ξεκίνησε να δουλεύει ψυχή τε και σώματι σ΄ ένα νησί. Εκεί κοντά στο τρίμηνο, για να κάνει την δουλειά πιο υποφερτή, για να την «παλέψει» όπως λέμε, ξεκίνησε να γράφει στο facebook μια σειρά αναρτήσεων μιλώντας για τον εαυτό του ως «αντικείμενο», από τη σκοπιά του επιτηρητή που καταγράφει και εξετάζει την αλλαγή της συμπεριφοράς ενός πειραματόζωου στο εργασιακό περιβάλλον.

«Όσο πέρναγαν οι μέρες, ο οργανισμός είχε αρχίσει, όπως είναι λογικό, να ρετάρει ενώ από την υπερένταση δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Να σου πω, στην αρχή ήθελα να φύγω σαν τρελός, ένιωθα σαν σκλάβος αλλά δεν είχα επιλογή – τελικά είπα στον εαυτό μου ότι θα το υπομείνω και θα κάτσω», μας λέει.

 

 

Έχοντας φτιάξει περισσότερα από 10.000 κοκτέηλ μέσα σε διάστημα 102 ημερών και έχοντας τρελάνει του βιολογικού ρολογιού τους δείκτες, τόσο από δική του ανάγκη όσο και από επιθυμία να κάνει τους άλλους να γελάσουν με την κατάστασή του, ο Η. βγαίνει από το πετσί του εργασιακού του ρόλου και βάζει με φαντασία τον εαυτό του στο μικροσκόπιο.

Άλλοι απλά ξελιγώθηκαν από την αφηγητική του ικανότητα και άλλοι, όπως εμείς, είδαμε μια ευφάνταστη προσπάθεια άμυνας απέναντι στις απαιτήσεις της δουλειάς. Κάποτε οι νέγροι σκλάβοι τραγουδούσαν ρυθμικά στα χωράφια για να συντονίζονται και να μην εκτίθενται στα μάτια των αφεντικών, τώρα οι λευκοί «απόγονοί» τους αφηγούνται τα συναισθήματά της σκλαβιάς τους σε ηλεκτρονικούς καμβάδες αυτοεπιτήρησης.

“26 Αυγούστου 2014.90η συνεχόμενη μέρα. Το αντικείμενο αφέθηκε σήμερα να πάει στην παραλία για να έχει την ψευδαίσθηση της ελευθερίας, σαν επιβράβευση για τα 10.000 κοκτέιλ που συμπληρώθηκαν χθες βράδυ. Παρουσιάζει κάποια σημάδια νοσταλγίας και παραμιλάει στον ύπνο λέγοντας κάτι για ένα σπίτι στο Μετς αλλά παράλληλα αρχίζει και αναπτύσσει σύνδρομο Στοκχόλμης και φαίνεται να μην το νοιάζει πότε θα φύγει. Τέλος εγγραφής”

(σ.σ: στο Μετς είναι το σπίτι που μένει)

Ο δρόμος στον οποίο έστρωσε την κερδοφορία της η επιχειρηματικότητα των ελληνικών μπαρ επιφυλάσσει πολλές επιπλέον, υποχρεωτικές δουλίτσες για τους εργάτες της (αφήνουμε έξω την σκληρή πραγματικότητα της σωματεμπορίας και της εκπόρνευσης γυναικών).

Μια γύρα στην πιάτσα αρκεί για να επιβεβαιώσει κάποιος ότι τα παιδιά πίσω από την μπάρα «οφείλουν» να διαφημίζουν το μαγαζί που δουλεύουν, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του επικοινωνιολόγου: μέσα από τους λογαριασμούς τους στα social media υποχρεώνονται από το φιλικό και «συνεταιρικό» κλίμα που δημιουργούν τα αφεντικά να κάνουν δημόσιες σχέσεις, να ανακοινώνουν πάρτι και χαρές και να τζιράρουν με περισσότερο κόσμο στο μαγαζί.

Απαραίτητο στοιχείο η επιμέλεια μιας εμφάνισης που τους θέλει όμορφους και άσπιλους, επικοινωνιακούς και όχι «εσωστρεφείς». Δεν συνίσταται για παράδειγμα να πιάσεις συζήτηση για κάτι που συμβαίνει έξω από τη δουλειά (βρε δεν πάει να πνίγεται ο κόσμος, να πίνει θέλουμε) ενώ το διάβασμα και άλλες τέτοιες ενέργειες αλλοτρίωσης είναι μάλλον απαγορευτικές. Με λίγα λόγια, η δουλειά θέλει ολημερίς και ολονυχτίς έναν συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου, όχι «ακοινώνητο και μοναχικό» αλλά χαμογελαστό και υπερδραστήριο, πρώτο στα λόγια, πρώτο και στα ποστ.

Ας επιστρέψουμε όμως στο «αντικείμενο». Ο επιτηρητής συνεχίζει να καταγράφει τη συμπεριφορά του, δείχνει μάλιστα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το τι διάολο μουρμουρίζει.

27 Αυγούστου 2014. 91η συνεχόμενη μέρα. Το αντικείμενο παρουσίασε μια πολύ ενδιαφέρουσα αλλαγή στη συμπεριφορά του. Παρόλες τις πολύ συγκεκριμένες …ιδιαίτερες θρησκευτικές του αντιλήψεις, σήμερα επισκέφθηκε εκκλησάκι(όπου και απεικονίζεται) όντας μάλιστα ξυπόλητος καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής. Υπάρχει πιθανότητα να το έκανε και για να εξαγνίσει τον εαυτό του με την αυτοτιμωρία αυτή αν και ένας βοηθός παρατήρησε νωρίτερα πως δεν έβρισκε τις σαγιονάρες του. Κεράκι δεν άναψε. Φοβόταν λέει μην καεί ζωντανός κατά τη διάρκεια απ’ότι ακούστηκε να μουρμουρίζει. Το παρουσιαστικό του παραπέμπει σε σκήνωμα αγίου, μιας και έχει χάσει και 5 κιλά, και κάποια στιγμή μάλιστα αναφέρθηκε στον Χριστό χωρίς να μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το τι ακριβώς είπε. Εξετάζουμε το ενδεχόμενο να του τοποθετήσουμε μικροφωνάκι για να ακούμε τι ακριβώς λέει και να βγάζουμε ασφαλέστερα συμπεράσματα για την πορεία του. Τέλος εγγραφής.

Οι μέρες περνούν και η σεζόν πλησιάζει στο τέλος της. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το «αντικείμενο» έχοντας ενσωματώσει έναν εργοστασιακό ρυθμό παρασκευής cocktail, έχοντας γίνει μηχανή, φαίνεται να είναι στα όρια ενός απεγνωσμένου μοναχισμού που κρύβει ταυτόχρονα μια απέλπιδα ηρεμία, μια ελπίδα πως όλα τελειώνουν. Ένα απελευθερωτικό ενδεχόμενο που… αγχώνει τον επιτηρητή. Γράφει χαρακτηριστικά:

2 Σεπτεμβρίου 2014.97η συνεχόμενη μέρα.Το αντικείμενο, που δεν πάει άλλες κι άλλες μέρες παραλία τώρα τελευταία, πήρε τους δρόμους με τα σύννεφα να ενώνονται απειλητικά πάνω από το κεφάλι του και κατέληξε σε κοντινή παραλία να ρεμβάζει ακούγοντας ροκιές και πίνοντας μπύρες μόνο του. Ο φόβος να ενταθούν η μουντρουχιά και η γεροπαραξενιά του με το να επιλέγει το μοναχισμό και την απομόνωση είναι μεν υπαρκτός αλλά δε μας απασχολεί προς το παρόν. Γενικά οι τελευταίες μέρες κυλάνε λίγο ήρεμξδιςρβφ…..ΒΟΗΘΕΙΑ ΒΟΗΘΕΙΑ!ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΕ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΗΚΑ ΝΑ ΚΛΕΙΣΤΩ ΣΤΗΝ ΤΟΥΑΛΕΤΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΓΛΥΤΩΣΩ. Κρατούσε ένα σέικερ και ένα γουδοχέρι και μου είπε ότι απλά ήθελε να φτιάξουμε ένα κοκτέιλ…το μάτι του γυάλιζε και δεν έχω ιδέα για τις πραγματικές προθέσεις του.”

 Τα χειρότερα αποφεύχτηκαν τελικά: το αντικείμενο κατόρθωσε να επιβιώσει, μετά από τόσα μεροκάματα σερί και υπό την επιτήρηση τόσων πελατών, άλλων τόσων αφεντικών, άλλων τόσων σχολιαστών, όλοι επιβίωσαν τελικά.

Τέλος εγγραφής; ποιος ξέρει, στην ιστορία του τόπου έχουμε χιλιάδες τέτοιες εγγραφές, διπλοεγγραφές και πάει λέγοντας. Ελάχιστες τις κάνουμε κάτι, αλλά αυτό είναι άλλη συζήτηση.

Η τελευταία ημέρα του αντικειμένου.

“6 Σεπτεμβρίου 2014.101η συνεχόμενη μέρα. Τελευταία μέρα του αντικειμένου στη δουλειά. Όλοι στο εργαστήριο κλαίμε όλη μέρα με λυγμούς αγκαλιασμένοι. Μια αγκαλιά επιστήμονες, τεχνικοί, σατανικά αφεντικά που χαϊδεύουν γάτες παρακολουθώντας πίσω από καθρέφτη διπλής όψεως, φοιτητές που κάνουν πρακτική(εδώ βρήκατε; ), ντελιβεράδες, η κυρα-Φρόσω από πάνω(τρομερά τα γεμιστά κυρά-Φρόσω,γεια στα χέρια σου),κάτι περαστικοί. Δεν περιμέναμε να μας επηρεάσει τόσο πολύ αλλά έτσι είναι, αν δένεσαι με ένα αντικείμενο και το παρακολουθείς κάθε μέρα επί 101 μέρες, στο τέλος σε παίρνουν τα ζουμιά. Μας ζήτησε να το βγάλουμε και μία φωτογραφία με τους συναδέλφους του, τους ηθοποιούς δηλαδή που έπαιζαν τους συναδέλφους του τέλος πάντων. Φαίνεται χαρούμενο τώρα στα τελειώματα. Καλά, δε φαίνεται ακριβώς μιας και είναι ο μόνος που δεν χαμογελάει, αυτός και ο πιστός ακόλουθος του ο Λίτον, που όλο το καλοκαίρι στάθηκε στο πλάι του να τον προσέχει, που τον βλέπουμε εδώ να φουσκώνει παράλληλα σαν παγώνι για να διώξει πιθανούς κακόβουλους ανθρώπους που θέλουν να πειράξουν το αντικείμενο. Δεν μπορώ να γράψω άλλα,με συγχωρείτε. Είναι πολύ δύσκολο. Επιστρέφω στην ομαδική αγκαλιά. Τέλος εγγραφής.

 




Η ζωή στα χωράφια

 

4

σημειώσεις από έναν αστικό κώλο

Αυτό το καλοκαίρι, η ζωή στα χωράφια κύλησε όπως μάλλον κυλά τα τελευταία χρόνια σε κάθε γωνιά της τιμημένης ελληνικής υπαίθρου˙ αυτής ντε, της ευλογημένης με λαχανικά και φρούτα, με μπόλικο ήλιο, τίγκα στο χώμα και την πέτρα, με αφεντικά α’ και β’ διαλογής και με εργάτες παντός καιρού.

Μετανάστες βέβαια, μην πάει ο νου σας στο κακό.

Οι έλληνες είναι «φτιαγμένοι» για τις πιο ελαφριές σωματικά εργασίες, με σημείο εκκίνησης παντός τύπου διαταγή, υπόδειξη ή «ορμήνεια». Μόνο κάτι πιτσιρικάδες, μετρημένοι στις ρόδες ενός τρακτέρ, κάνουν κανα χαρτζιλίκι πλάι σε συνομηλίκους τους αλβανούς, βούλγαρους, αφρικανούς. Μην πάει (πάλι) ο νους σας στο κακό, αυτό γίνεται με διαφορετικούς όρους βέβαια, άλλο μεροκάματο, άλλη μεταχείριση και λοιπά.

3

για μια φυσιολογία της εργασίας

Αλήθεια τώρα, ποια μικρο-μεσο-whatever αστική πλατούλα μπορεί πραγματικά να καταλάβει την αντοχή που χρειάζεται η γη όταν δουλεύεις πάνω της, ιδίως όταν δεν το κάνεις για τον εαυτό σου ή για να το μοιράζεσαι με άλλους, αλλά για χίλια δύο μικρομεσαία ή και τρισμέγιστα αφεντικά της ελληνικής υπαίθρου;

Αλήθεια τώρα, για να απαντήσουμε, μόνο ο μετανάστης εργάτης γης μπορεί να δώσει μια, κάποια απάντηση. Οπωσδήποτε, όχι μία που θα βρίσκεται κοντά στην σωματο-ψυχοσύνθεση της ντόπιας εργατικής διανόησης.

Το ελάχιστο που μπορεί να συνεισφέρει ένας αστικός κώλος σε μια περιγραφή της φυσιολογίας της εργασίας στα χωράφια είναι ότι πρόκειται για μια βαριά ζωή: σήκω 6 ώρα το πρωί, πήγαινε στην πλατεία να περιμένεις να σε πάρει το αφεντικό για δουλειά -αν δεν σε πάρει, σημαίνει ότι κάτι του έχεις κάνει, ενδεχομένως πήρες κανα ρεπό και διέκοψες το ρεκόρ συνεχόμενων ημερών που επιτάσσει η δουλειά, οι παραγγελίες και τα σούπερ-μάρκετ που πρέπει να είναι γεμάτα, γιατί η κατανάλωση τελευταία έχει ξεφύγει, λέμε τώρα-, μπες στο χωράφι με το θειάφι και ξεκίνα να κόβεις ντομάτα, πιπεριές, μελιτζάνες, όλα τα καλά.

Για το επόμενο 8ωρο η επίκυψη είναι η κυρίαρχη σωματική στάση εργασίας που είναι απαραίτητη για το περιδιαβαίνειν ανάμεσα στα χαριτωμένα, γεμάτα θειάφι και φάρμακα φυτά και το επακόλουθο κόψιμο των καρπών.

Επίκυψη όχι στατική και άχαρη, αλλά συνδυασμένη με το τράβηγμα ενός τελάρου (σε όπισθεν πορεία) που ολοένα γεμίζει και βαραίνει από τον ευλογημένο καρπό.

Σε ένα δεύτερο αλλά όχι ήσσονος σημασίας επίπεδο, η επόμενη σωματική απαίτηση για την ταχεία και αποδοτική (ευρύτερα μιλώντας «αναπτυξιακή») αποκομιδή του καρπού, είναι η μπαμ μπαμ κίνηση του καρπού των δαχτύλων του χεριού του ώμου, που με περισσή τσακαλοσύνη αρπάζει τον καρπό και τον τοποθετεί στο τελάρο.

Οι χρόνοι όλων αυτών των κινήσεων δεν ποικίλλουν, δεν υπάρχει με άλλα λόγια χρόνος για καλλιτεχνίες. Υπάρχει το αόρατο χέρι της αγοράς, που τελικά δεν είναι τόσο αόρατο – δια γυμνού οφθαλμού είναι οι έμποροι, οι μεσάζοντες και οι υπεραγορές που παραγγέλνουν όποτε «πρέπει», παραγγέλνοντας παράλληλα στον εργάτη γης περισσότερη εντατικοποίηση εργασίας: «πιο γρήγορα», επιμήκυνση ωραρίου (ο καύσωνας δεν είναι ανασχετικό στοιχείο 8ώρου διότι «οι μετανάστες αντέχουν, είναι σκυλιά») και διάφορα άλλα φυσιολογικά για την φυσιολογία των αγροτικών εργασιών.

Για τα πόδια και την ορθοστασία, δεν συντρέχει λόγος περιγραφής, βάλτε τη φαντασία σας να δουλέψει (καλύτερα από το να δουλεύει το σώμα, πιστέψτε το).

 

11 copy

    φιγούρες και κουβέντες

Οι φιγούρες στην ελληνική αγροτική ύπαιθρο είναι μια ιστορία η καθεμιά από μόνη της˙ όλες μαζί συνθέτουν ένα τμήμα της εργατικής ιστορίας και της κοινωνικής υφής του ελληνικού κράτους στη μεταπολίτευση.

«Δεν βλέπουμε συχνά έλληνες να δουλεύουν στα χωράφια σαν και μας. Οι συνομήλικοί μου ούτε που θέλουν ν’ ακούσουν για χωράφι. Ο νους τους όλο στα μηχανάκια είναι. Ακόμη και μερικοί που έχουν οι πατεράδες τους κτήματα μου πουλάνε μούρη ότι δουλεύουν και κουράζονται. Εγώ πληρώνω τα φροντιστήρια μου, πληρώνω για το σπίτι, πληρώνω όπου υπάρχει ανάγκη», λέει ο αλβανός 17χρονος Κλ.

Τα αλβανικά χέρια που κόβουν ντομάτες και κουβαλάνε καρπούζια από το πρωί μέχρι το βράδυ, είναι μερικά από εκείνα τα χέρια που έχτισαν όλη την αθήνα την ώρα που ο οργασμός των ολυμπιακών αγώνων ήθελε τους ντόπιους να γίνονται δικηγόροι, γιατροί, διαχειριστές της επικοινωνίας και της αίγλης.

Ο κατ’ επίφαση αλβανικός κομμουνισμός, «σκατά με κρεμμύδια», όπως τον περιέγραφαν κάποιοι μεγαλύτεροι αλβανοί, σε συνεργασία με τα μούτρα του ελληνικού καπιταλισμού έστειλε φθηνό εργατικό δυναμικό στην ξεχωριστή γενιά των ελλήνων wannabe αφεντικών.

«Δουλέψαμε πολύ και σκληρά, στην Αθήνα, την Χαλκίδα όπου είχε δουλειά. Τα μεροκάματα τότε ήταν πολύ καλύτερα μέχρι και 60 ευρώ αλλά δεν είχαμε πάντα ασφάλιση, ανάλογα το αφεντικό. Θυμάμαι μια φορά όταν ήταν το ΠΑΣΟΚ πάνω, δουλεύαμε σ’ ένα νησί για έναν στο κόμμα – πρώτη και τελευταία φορά είχα ζήσει κάτι τέτοιο. Αφού τελειώσαμε τη δουλειά, μας έκανε ένα τραπέζωμα (σ’ όλους τους εργάτες) να μας ευχαριστήσει… πολύ ενδιαφέρονταν για μας τότε…», λέει ο Α.

Τα μεροκάματα στην Αλβανία (οικοδομές, δημόσια έργα, σερβιτοριλίκια κ.λπ) αυτήν την ώρα που μιλάμε είναι γύρω στα 6 ευρώ την ημέρα, μ’ ένα κόστος ζωής που ιδίως στις πόλεις κάνει απαγορευτική την παραμονή και τη διαβίωση. «Αμα πας στα Τίρανα, θα δεις κόσμο να ψάχνει στα σκουπίδια», λένε.

«Είναι καλοί εργάτες, σκληροί, αντέχουν», λένε οι ντόπιοι. Το μεροκάματό τους δεν πέφτει κάτω από τα 25 ευρώ αλλά καμιά φορά τσαντίζονται όταν τα αφεντικά υποτιμούν την «εργατικότητά τους» δίνοντας χαμηλότερα μεροκάματα σε πακιστανούς ή αφρικανούς. Είναι εκείνες οι συχνές στιγμές που η ταξική συγκρότηση πάει περίπατο – η κάθε εθνότητα διαπραγματεύεται διαφορετικά με το αφεντικό.

Στην ουσία οι διαδρομές, η σκληρότητα και οι δυσκολίες αλλάζουν. Άλλοτε έρχεσαι περπατώντας από τη βόρεια Αλβανία, περνώντας την Πίνδο και άλλοτε δίνεις 4.000 δολάρια σε δουλέμπορο για τη διαδρομή Ερυθραία-Ελλάδα. Αλλά μπροστά στην ανάγκη της επιβίωσης, οι διαδρομές ξεχνιούνται, οι παρεξηγήσεις γεννιούνται, η εθνική ταυτότητα συνδεδεμένη με την εξασφάλιση μεροκάματου αλλοιώνει τον διεθνιστικό χαρακτήρα της εργατικής συνείδησης και τάξης.

Οι κουβέντες όμως είναι κουβέντες, οι ματιές είναι ακόμη ανθρώπινες˙ μπορεί να μην υπάρχει πολιτική οργάνωση αντάξια των προοπτικών του κομμουνιστικού θεωρήματος και της κοινωνικής αυτοδιαχείρισης που οι αστικοί μας κώλοι διαβάζουν δώθε κείθε, ωστόσο η συνείδηση είναι εκεί: η ιστορία των καταπιεσμένων δεν ξεχνιέται εύκολα, είναι βίωμα συνεχές, συσσωρεύεται, ξεσπάει, καταστέλλεται, παραδίδεται, εξεγείρεται, ζει.

Ένας shqiptar (έτσι αποκαλούνται μεταξύ τους οι αλβανοί και έτσι με αποκαλούσαν για όσο καιρό βρέθηκα δίπλα τους) μου έδειξε μια μέρα τον ιδρώτα στο καπέλο του. «Κοίτα πως έχει γίνει, βλέπεις; Είναι σαν τη γραμμή των βουνών εκεί πάνω», είπε δείχνοντας την κορυφογραμμή του βουνού πάνω από το χωράφι.

Μια άλλη μέρα, ένας άλλος shqiptar, τη στιγμή που όλοι κοιτούν πόση ώρα έχει μείνει για το σχόλασμα (αξεπέραστη εργατική συνήθεια που είτε σε γεμίζει κουράγιο όταν ο χρόνος που απομένει είναι λίγος είτε σ’ απογοητεύει αν είναι περισσότερος απ΄ότι περίμενες), «εξεγείρεται».

«Μαλακίες, κάθε μέρα τα ίδια. Τι κοιτάμε πόση ώρα έχει μείνει; Νομίζουμε ότι χαιρόμαστε όμως αυτό που συμβαίνει είναι ότι μετράμε τα λεπτά της ζωής μας που φεύγουν και δεν ξανάρχονται».

 

5