love letter to Saul Williams

 

Δεν ξέρω αν στην σκηνή χθες ήσουν ο saul williams ή o martyr loser king.
Όποιος κι αν ήσουν,
χάκαρες το μυαλό μου.
Το ήδη χακαρισμένο βέβαια.
Αλλά χθες, χάκαρες και το μυαλό αρκετών άλλων.
Λυπάμαι που δεν ήταν όλοι οι άλλοι, ο κόσμος όλος, για να πάθει το ίδιο χακ,
Να τρελαθεί και να συνειδητοποιήσει τι δεν σκέφτεται, τι δεν κάνει, τι ανέχεται, τι είναι,
και ξαφνικά ένας χώρος άρτιας, άψογης και νεοφιλελεύθερης βάσης να καταρρεύσει και αυτομάτως να μετατραπεί σε πόλο-ξαμολυτήρι ξυπνητών μυαλών, έτοιμων να αλλάξουν τα πάντα. Που δηλαδή ήδη όντας ξύπνιοι, τα πάντα θα είχαν αλλάξει.
Βέβαια, προφανώς ακόμα κι αν έρχονταν όλοι αυτοί, στα μισά θα είχαν φύγει.
Όπως και πολλοί από όσους ήρθαν.

Πόσοι να κράτησαν άραγε τον στίχο:

“i dare you to love me, just the way I am”

για να τον γράψουν στον τοίχο του σπιτιού τους.
Να τον πουν σε όλους τους δικούς τους.
Κι όσοι τους αρνηθούν να σταματήσουν να τους έχουν δικούς τους;

Πόσοι να κατάλαβαν γιατί έγραψες να πάει να γαμηθεί η δασκάλα ιστορίας;
πόσοι διαολόστειλαν τον “bishop of the great climate war”;
πόσοι ένιωσαν όντως προνομιούχοι που ονειρεύονται την κόλαση;

Σίγουρα οι περισσότεροι γούσταραν με τα γραφικά, τα χρωματιστά τζηφ, την όμορφη κοπελίτσα με άφρο μαλλί-κάνα μοντέλο από περιοδικό θα ήταν άλλωστε-, ίσως στενοχωρήθηκαν με το παιδάκι από την αφρική, ένιωσαν επαναστάτες με τον τραμπ και τον στίχο “these mthrfckrs don’t want to back down”.

Αλλά ποιος άραγε τραγούδησε μαζί σου στο burundi:
“i’m a candle, chop my neck a million times, I still burn bright and stand”
σκεπτόμενος το σουδάν, την ερυθραία, την λιβύη, το αλέπο, όλους όσους πνίγονται για να βρουν να πατήσουν κάπου και να υπάρξουν, όλους όσους εκκολάπτονται, γεννιούνται και θάβονται σε εργοστάσια για να παράξουν το surplus για όσους είχαν το προνόμιο να γεννηθούν με ένα διαβατήριο.

Ποιος να πέταξε το σουβλάκι του όταν διάβασε:
“hack into dietary tradition”

Ποιος να ένιωσε τί εννοούσες λέγοντας:
“think like they book say”
αφού ούτως ή άλλως είναι ήδη “διαβασμένοι” και ξέρουν τί να μην προσέξουν, που να μην δώσουν προσοχή, πότε να ενοχληθούν, τί κοινό είχαν το αγόρι ντυμένο με στρατιωτικά και το ξανθό κορίτσι στο τζιφάκι και πως να μην καταλάβουν στην επαναληπτικότητα “girl, boy, girl, girl, boy, girl” την ρευστότητα των φύλων και της σεξουαλικότητας.

Ίσως βαρέθηκαν κάποιοι όταν τραγούδαγες “down for some ignorance”, γιατί δεν είχαν την υπομονή να ακούσουν πρώτα τα πεδία της άγνοιάς τους για να πέσει μετά το μπητ.

Όμως ακόμα κι έτσι, αυτά υπήρξαν.
Έγιναν.
Τα δημιούργησες και τα περφόρμαρες.
Ακόμα κι αν θα άγγιζαν έστω και έναν.
Δεν ξέρω αν σου αρκεί αυτό, αν πιστεύεις πως έστω κι ένας είναι κάτι.
Αν έπεσες από τα σύννεφα ή το ΄χες και αυτό στο μυαλό σου.
Για να το κάνεις, ίσως κάτι ξέρεις.
Ελπίζω, κάτι να ξέρεις.

Γιατί σίγουρα ξέρεις πως να ελέγχεις τις λέξεις και να τις συντάσσεις μαζί με ήχους στις πολιτικότερες κατασκευές. Όπως ακριβώς οι επιρροές σου, από τότε που το πολιτικό είχε ακόμα δύναμη, τότε που το πολιτικό δεν ήταν η katy perry να ανησυχεί για την κοινωνία του θεάματος, νιώθοντας η debord του 21ου αιώνα, χορεύοντας σε roller coaster σε ένα αστραφτερό συν πανάκριβο βίντεο κλιπ.

Γιατί καταφέρνεις να είσαι συμπεριληπτικός σε ό,τι δημιουργείς, ήδη από τα πρώτα σου έργα αλλά ακόμα περισσότερο στο martyr loser king.
Γιατί πάνω στην σκηνή ραπάρεις και παράλληλα χώνεις ρήφερενσηζ για να ξέρει ο άλλος από κάτω τι να διαβάσει, τι να ψάξει.
Γιατί αυτό που κάνεις δεν θέλεις να αρχίζει και να τελειώνει με το play/stop του κάθε κομματιού.

Ακόμα και με “λάθος” συμβιβασμούς συνειδητοποιημένους ή μη, που μπορεί να έχεις κάνει,
δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο χάκερ στα αυτιά των ακροατών.
Μπορώ να ονειροπολήσω πως θα ήταν, αν όλοι οι καλλιτέχνες εκφράζονταν όπως ο martyr loser king, ο niggy tardast, o saul williams.
Αν το πως σκέφτεσαι και δρας είναι το πως θα ‘θελες να το κάνουν και οι υπόλοιποι για να ήταν η κοινωνία ένα μπέτερ πλέης φορ ολ, εσύ το ενσαρκώνεις ως ύπαρξη και μόνο.

Διαβάζοντάς σε, ακούγοντάς σε, βλέποντάς σε, ήταν αρκετά μέχρι τώρα, για να συνεχίζω όταν ξενερώνω, να ελπίζω όταν σκέφτομαι πως ναπαναγαμηθουνταπαντα, να δημιουργώ και να αφήνω το μέλλον να υπάρχει ακουμπώντας σε εσένα, και πολλά άλλα τέτοια γλυκανάλατα,

Ήμουν ήδη χακαρισμένος από πριν.
Ήδη από τους στίχους των προηγούμενων πρότζεκτ σου.
Τους ήχους σου. Τα μπητ, χορευτικά, πειραματικά, ακουστικά.
Και παράλληλα με όλα αυτά, τα γεωμετρικά σχήματα και τα χρώματα που ξεπηδούσαν στο πρόσωπό σου, τα ρούχα. Όλα μίλαγαν και έλεγαν ό,τι ήθελα να πω και να ακούσω.

Όμως το λάηβ ήταν ένα ταξίδι-βιβλίο-μάθημα.
Μπορεί και να μην είναι οι ιδανικές λέξεις αυτές.
Αλλά ούτως ή άλλως οι λέξεις σου ανήκουν.
Όχι μαλακία: hack rights and ownership. hack proprietorship.
Hack the borders.

[youtube https://www.youtube.com/watch?v=InnrcvnFI1o?feature=oembed&w=911&h=512]




λευκόσελευκό – η γλώσσα, ένα πεδίο μάχης

 

Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο της Ατένα Φαρροχζάντ (Λευκόσελευκό – εκδόσεις Αντίποδες) στο μετρό, όρθιος, στριμωγμένος και γυρνώντας από τη δουλειά. Συνεπώς δε μπήκα σ’ αυτή την ιστορία ακριβώς συγκεντρωμένος. Η μόνη μου σκέψη ήταν αν η ποίησή της θα μπορέσει να κερδίσει την περιρρέουσα δυσφορία. Αλλά μετά την τρίτη, τέταρτη σελίδα η οπτική μου πάνω σ’ αυτό το βιβλίο που κρατούσα στα χέρια είχε ήδη αλλάξει. Δεν διάβαζα πια αναζητώντας τις φράσεις που θα μου άρεσαν. Διάβαζα μια φωνή που ήρθε να μιλήσει στην Αθήνα του 2017 με τη μορφή μιας επείγουσας επίθεσης λέξεων.

Η Athena Farrokhzad γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1983, αλλά έζησε και μεγάλωσε ως πρόσφυγας  στη Σουηδία, αρχικά στο Γκέτεμποργκ και μετά στη Στοκχόλμη. Όλο το ποίημα, εκτός από την πρώτη σελίδα, είναι γραμμένο υπό τη μορφή φράσεων που λένε τα μέλη της οικογένειας της αφηγήτριας. Η μητέρα, ο πατέρας, ο αδερφός, η μητέρα της μητέρας, ο αδερφός της μητέρας. Τα θέματα που συζητιούνται με έναν γρήγορο και κοφτό ρυθμό είναι η οικογένεια, η πατρίδα, η επανάσταση, ο καπιταλισμός, η ενσωμάτωση, η αλήθεια, ο θάνατος, οι ρίζες, ο φόβος, το παρελθόν και κυρίως η γλώσσα – πρώτα και πάνω απ’ όλα η γλώσσα. Γύρω απ’ την γλώσσα θα περιστρέφεται διαρκώς η σκέψη της ποιήτριας. Σ’ αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να ακούσουμε λέξεις που επανέρχονται: χώμα, γάλα, βουβαμάρα. Όλα γυρίζουν σ’ αυτήν την ιδέα γλώσσας, της μητρικής  γλώσσας (το πρώτο γάλα που μας τρέφει), της γλώσσας του καταπιεστή παλιού και νέου, της γλώσσας που θα μας επιτρέψει να μιλήσουμε, να πούμε τα λογάκια μας, να ζήσουμε και να πούμε τη ζωή. Αυτό που έμεινε σε μένα ως κεντρική σκέψη που διαπερνά το ποίημα, είναι τελικά η ιδέα της απουσίας της οποιαδήποτε γλώσσας που να μπορεί να υπηρετήσει την ποιήτρια και την οικογένειά της. Μαζί μ’ αυτήν, διάφοροι υπαινιγμοί, αφορισμοί και σκέψεις για την έννοια του ξεριζωμού. «Ο αδερφός μου είπε: Το παρελθόν είναι μια βιαιοπραγία για πάντα ανολοκλήρωτη»

Ένας άλλος νεαρός ποιητής ο Kaveh Akbar, ξεκινάει το σχόλιο του για το «Λευκοσελευκό» της Φαρροχζάντ, γράφοντας ότι αποτελεί ένα μοναδικό είδος απελπισίας, το να προέρχεσαι από τη Μέση Ανατολή και να ζεις σ’ ένα δυτικό έθνος το 2017. Αυτό το μοναδικό είδος απελπισίας είναι που διαπνέει τις σελίδες του βιβλίου απ’ την αρχή ως το τέλος. Η Φαρροχζάντ εξαπολύει μια συνολική επίθεση. Στην αγάπη για την παλιά πατρίδα, στην προσπάθεια της μητέρας της να ενσωματωθεί και να αλλάξει συνήθειες, στην πατριαρχία και την ηττοπάθεια της γυναίκας, στο νέο της σπίτι, στο σουηδικό ρατσισμό (ή «τη σκιά της λευκότητας» όπως χαρακτηριστικά λέει άλλος σχολιαστής), στα βασανιστήρια που υπέστησαν οι δικοί της στο Ιράν, στον φόβο απέναντι στο μέλλον, στην άρνηση της επιθυμίας αλλά και την ταυτόχρονη ανάγκη του να ανήκει κανείς σ’ ένα τόπο και τέλος στη γλώσσα. Τη γλώσσα που είναι ανίκανη να εκφράσει, τη γλώσσα που είναι ανύπαρκτη, την παλιά και τη νέα της γλώσσα που της επιβάλλονται και την καταδικάζουν κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Η γλώσσα «δεν είναι άσυλο ή καταφύγιο, δεν είναι το σημείο που κάποιος μπορεί να παίρνει αποφάσεις. Είναι ο τόπος που ο καθένας πολεμάει» λέει ο Derek Walcott (σ.σ. δική μου πρόχειρη μετάφραση). Το «Λευκόσελευκό» είναι ακριβώς ένα τέτοιο τοπίο, ένα πεδίο μάχης, γράφει η Pernilla Berglund, ποιήτρια κι αυτή.

Η Φαρροχζάντ είναι καταιγιστική, αλλά η επίθεσή της είναι ταυτόχρονα ήρεμη, νηφάλια, σκεπτική. Δεν αφήνει τίποτα στο απυρόβλητο, αλλά δεν την έχει καταλάβει μανία, ούτε επιδίδεται σε κάποιου είδους συνθηματολογία. Το ποίημα είναι γεμάτο από μια βαθιά πίκρα, που κατανοεί, αλλά δεν σταματά να επιτίθεται (“accusatory, loving” λέει χαρακτηριστικά η Sueyeun Juliette Lee). Ώρες ώρες, λες πως καλύτερα να έβριζε ή να χτυπούσε τους πάντες γύρω της, γιατί αυτή η σκληρότητα που κυριαρχεί είναι μια ειλικρίνεια που ξεβολεύει ολόκληρο το σύμπαν, καθηλώνοντάς το μπροστά στον καθρέφτη. Κανείς δεν τελειώνει το ποίημα ανακουφισμένος, αφού μέσα στις σελίδες του υπάρχει το τραύμα του πολέμου, η ήσυχη επιθετικότητα του νέου σπιτιού και η ασφυξία του παλιού, η αμηχανία του αριστερού πατέρα («ο πατέρας μου είπε: μίλα τη γλώσσα που σου πληρώνει τον επιούσιο»), η παραίτηση της μητέρας, ο αλλόκοτος τρόμος του αδερφού και μια ασαφής γενική νοσταλγία για το εχθρικό χώμα της πατρίδας. (Αλλά πως ξεπερνά κανείς εύκολα την παμπάλαια επιθυμία να θαφτεί εκεί, στο πρώτο χώμα που γνώρισε).

***

Αλλά η ποίηση της Φαρροχζάντ μιλάει στην Αθήνα του 2017 και μιλάει για αυτά που συναντάμε στους δρόμους της μητρόπολης ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια. Πέρα απ’ τα προφανή ζητήματα που θέτει η κατάσταση των προσφύγων – ο πόλεμος, η επιβίωση στη θάλασσα, ο εγκλεισμός σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, η σμίκρυνση του ανθρώπου σε «πραμάτεια», η συνάντηση με το γραφειοκρατικό τέρας – υπάρχουν κι άλλα. Είχα την τύχη λόγω κυρίως των φίλων, που έχουν εμπλακεί σε διάφορα εγχειρήματα που προσπαθούν να σταθούν αλληλέγγυα στους πρόσφυγες, να συναναστραφώ σε ένα πιο καθημερινό (να πω κανονικό, δε θα ισχύει κιόλας) πλαίσιο, ανθρώπους από τη Συρία, το Ιράν, το Αφγανιστάν. Μπορεί κανείς να πάθει ένα είδος μόνιμου πατατράκ όταν θα αντιλαμβάνεται στ’ αλήθεια τις ιστορίες που ακούει. Για παράδειγμα η Σ., 9 χρονών. Τη στιγμή που εσύ έβλεπες ένα παιδί που έκλαιγε γιατί ήθελε κι άλλη κούνια, άκουγες απ’ τον πατέρα της πως πέρασε τα σύνορα Τουρκίας Συρίας, ζαλωμένη μια τεράστια τσάντα και έκλαιγε και τότε πάλι μες στη νύχτα με τις σφαίρες των τούρκων μπάτσων να σφυρίζουν και το μωρό 6 μηνών δίπλα της ναρκωμένο με χάπια, μην τυχόν κλάψει και ακουστεί. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που προφανώς είναι δύσκολο, όχι να διαχειριστείς αλλά ακόμη και να συλλάβεις. Αλλά η καθημερινότητα αποκαλύπτει τα επόμενα θέματα. Σύριοι που προσπαθούσαν να ψελλίσουν ελάχιστα αγγλικά για να συνεννοηθούν, μετά άκουγαν επί μήνες ελληνικά (και προόδευαν σ’ αυτά), για να φτάσουν έπειτα σε μια ευρωπαϊκή χώρα και να έρθουν αντιμέτωποι με το γαλλικό συντακτικό. Σύριοι που δεν ήθελαν πια να γυρίσουν ποτέ στη Συρία (γιατί ο πόλεμος δεν καταστρέφει μόνο κτίρια, δεν κομματιάζει μόνο σάρκες, σκοτώνει οριστικά και κάτι στην ενδοχώρα των επιζώντων), που αγάπησαν την Ελλάδα γιατί εδώ βρήκαν φίλους και που όμως ήταν αποφασισμένοι να αναζητήσουν το όνειρο στην ευρωπαϊκή γη της επαγγελίας. Έτσι δυστυχώς την είχαν στο μυαλό τους, αφού δεν μπορούσαν να φανταστούν ας πούμε τις ομολογίες των εκπαιδευτικών, ότι ένα παιδί που έχει χάσει τρία χρόνια σχολείο και ξεκινά στα 10 το γαλλικό σχολείο «δεν έχει στ’ αλήθεια πιθανότητες». Πιθανότητες για τι; Έλα μου ντε. Δεν είχαν ακούσει για τα προσωρινά άσυλα και τις άδειες παραμονής (προσωρινή προστασία) ενός ή δύο χρόνων. Μια ζωή υπό αίρεση, σε μόνιμη διαδικασία μετακόμισης με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν όχι σπίτι, αλλά ούτε καν γλώσσα. Δεν έχουν λέξη να εκφράσουν τα εσωτερικά ναυάγια. Έχουν ξεριζωθεί πολλαπλά από πατρίδες και γλώσσες, από μέρη και λέξεις. Αναρωτιέμαι αν θα διαβάσουν ποτέ την ποίηση της Φαρροχζάντ, αν θα διαβάσουν αυτό ακριβώς το σημείο: «η μητέρα μου είπε: Θα ξαναποκτήσω αυτό που δικαιούμαι / Εσύ θα συναντήσεις χωρίς γλώσσα το θάνατο  / Άλαλη ήλθες κι άλαλη θ’ απέλθεις».

Ιδού η βαθιά πίκρα. Οι πρόσφυγες καταδικάστηκαν να διαβούν αυτό τον κόσμο των μαρτυρίων άλαλοι και μια ωραία πρωία να απέλθουν πάλι άλαλοι .

***

Για το «Λευκόσελευκό» μπορεί κανείς επίσης να κάνει ένα σωρό άλλες παρατηρήσεις. Τον τρόπο που έχει επιλέξει να τυπώσει τις λέξεις της (σαν λογοκριμένο κείμενο ή σαν κάτι μαύρο που πασχίζει να εκφραστεί μέσα στο άπειρο λευκό, σχολιάζει κάποιος κριτικός). Το γεγονός πως επιχειρεί να σπάσει το στερεότυπο της αφήγησης περί του τι σημαίνει σουηδικότητα (όπου βασιλεύουν λευκοί προοδευτικοί άνθρωποι της μεσαίας τάξης). Τις αναφορές στον ποιητή Paul Celan, που έγραψε, Εβραίος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, ποιήματα στη γερμανική γλώσσα, ποίηση στη γλώσσα του καταπιεστή. Το γεγονός ότι το ποίημα διαβάζεται δυνατά, σα να ακούγεται, σαν κάποιες ποιήτριες στην Αμερική που απαγγέλλουν, σ’ εκείνο το σημείο που τελειώνει η λογοτεχνία κι αρχίζει το χιπ χοπ, σ’ εκείνο το σημείο που σωματοποιούνται οι λέξεις. (αν και θα πρέπει να πούμε ότι η ίδια έχει έναν δικό της ιδιαίτερο τρόπο να απαγγέλλει).

Αλλά δε θα προλάβουμε να βουτήξουμε σε όλων των ειδών τις αναλύσεις, τουλάχιστον όχι τώρα. Διαβάζοντας, έχοντας επιστρέψει σπίτι πια, έμεινα κολλημένος σε μια ακόμη φράση της Φαρροχζάντ κι ακόμη με αυτήν παλεύω στο κεφάλι μου. «υπάρχει μια λέξη, η τελευταία λέξη που θα εγκαταλείψει ποτέ τον άνθρωπο / κι αύριο θα ‘μαι μια συλλαβή πιο κοντά της».




Διαβάζοντας Την Πόλη | εισαγωγή: Αθήνα

Τα κείμενα και τα ποιήματα που μας αρέσουν, πιστεύουμε ότι μπορούμε όχι μόνο να τα διαβάζουμε, αλλά και να τα μιλάμε και να τα βλέπουμε και να τα φανταζόμαστε σε μία από τις άπειρες εκδοχές τους. Η αρχή στο νέο project του Cricket  “Διαβάζοντας την πόλη” γίνεται με τη Σοφία Γεωργοβασίλη να διαβάζει ένα ποίημα του Θωμά Γκόρπα. Το ποίημα “αλλά κανείς δεν φεύγει” μιλάει για όλη την Αθήνα, γι’ αυτό και το χρησιμοποιήσαμε ως εισαγωγικό σε μια σειρά βίντεο που κάθε φορά θα καταπιάνονται με μια περιοχή ή γειτονιά της πόλης.  Θέλουμε να συναντήσουμε τα λόγια των ποιητών και των συγγραφέων που δεν σταματούν να επανέρχονται στο μυαλό μας, σε σημεία της πόλης, μέσα στην οποία ζούμε και αναπνέουμε σήμερα.

 

[youtube https://www.youtube.com/watch?v=UeAygBk17VA?rel=0]




Sylvia Plath: η γυναίκα που ήθελε να είναι τα πάντα

 

Σύλβια Πλάθ

 

ποεμ0

έγραψε η  Sylvia Plath λίγο πριν ρωτήσει το γείτονά της τι ώρα φεύγει για δουλειά. Στις 5 το πρωί της επόμενης μέρας άφησε στο τραπέζι του δωματίου των παιδιών της, γάλα και ψωμί. Κλείδωσε τη πόρτα τους και σφράγισε το κάτω μέρος της με ρούχα και υγρές πετσέτες και το πάνω με κολλητική ταινία. Μπήκε στη κουζίνα, έκλεισε τη πόρτα, τη σφράγισε με τον ίδιο τρόπο, άνοιξε το φούρνο υγραερίου και ξάπλωσε το κεφάλι της μέσα του.

H Sylvia Plath γεννήθηκε στη Μασαχουσέτη στις 27 Οκτωβρίου του 1932. Σε ηλικία μόλις 8 ετών χάνει τον πατέρα της.

«Το οστρακοειδές κρεββάτι σου θυμάμαι.
Πατέρα, αυτός ο πηχτός αέρας είναι δολοφονικός
θα εισπνεύσω νερό.»

«Έθαψα το κεφάλι μου κάτω από το σκοτάδι του μαξιλαριού και προσποιήθηκα πως ήταν νύχτα. Δεν είχε νόημα να σηκωθώ.  Δεν είχα τίποτα να προσμένω.»

«Αυτό το απόγευμα η μητέρα μου μου έφερε τριαντάφυλλα.
-Κράτησέ τα για τη κηδεία μου. της είπα»

(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Το 1950 αρχίζει τις σπουδές της στο Smith College. Στο τρίτο έτος της απονέμεται μια θέση συντάκτη στο περιοδικό Mademoiselle. Οι συνθήκες δεν ήταν αυτές που περίμενε. Η απογοήτευσή της κορυφώνεται όταν ο εκδότης δεν την καλεί σε ένα ραντεβού όπου θα γνώριζε τον Ουαλό ποιητή Dylan Thomas τον οποίο «αγαπούσε περισσότερο και απ’ τον εαυτό της». Μάταια επί δύο ημέρες επισκέπτεται το ξενοδοχείο, στο οποίο έμενε ο Dylan Thomas, κρεμασμένη γύρω από το μπαρ μήπως τον συναντήσει. Το καλοκαίρι εκείνο απορρίπτεται από τα σεμινάρια γραφής του Harvard. Πέφτει σε κατάθλιψη και ακολουθεί  ηλεκτροσπασμοθεραπεία. Στα 21 της χρόνια κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας με τα υπνωτικά χάπια της μητέρας της.

«Ο ψυχίατρος είναι ο θεός στις μέρες μας. Αλλά κοστίζει.»
(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Νοσηλεύεται σε μονάδα ψυχιατρικής θεραπείας για τους επόμενους έξι μήνες και φαίνεται να αναρρώνει πλήρως. Επιστρέφει στο κολέγιο της. Κερδίζει υποτροφία για το Newnham College της Αγγλίας, γράφει και δημοσιεύει ποίηση της σε φοιτητική εφημερίδα μετά από ώθηση της Anne Sexton και στις διακοπές ταξιδεύει στην Ευρώπη. Το 1956 γνωρίζεται σε ένα πάρτι με τον ποιητή Ted Hughes του οποίου ποιήματα είχε διαβάσει και ήθελε να τον γνωρίσει. Ο έρωτάς τους είναι παράφορος και την ίδια χρονιά παντρεύονται.

«Πως χρειαζόμαστε μια άλλη ψυχή για να γαντζωθούμε, ένα άλλο σώμα για να μας κρατήσει ζεστούς. Για να ξεκουραστούμε και να εμπιστευθούμε; να παραδοθεί η ψυχή μας στη σιγουριά: το χρειάζομαι αυτό, χρειάζομαι κάποιον να βουλιάξω τον εαυτό μου μέσα του.»

«Τον αγαπώ μέχρι τη κόλαση και πίσω, μέχρι το παράδεισο και πίσω, και έχω και είμαι και θα.»

«Αυτό που θέλει ο άντρας, είναι μια  σύντροφο. Αυτό που θέλει η γυναίκα, είναι παντοτινή σιγουριά.»

(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Μετακινούνται στην Αμερική και ξανά πίσω στην Αγγλία. Κάνουν δύο παιδιά. Η Plath όσο είναι παντρεμένη δυσκολεύεται να γράψει. Βουλιάζει μέσα στη ρουτίνα της οικογένειας, και χάνεται στην επιτυχία του άντρα της, την οποία ζηλεύει.

«Φοβάμαι να γεράσω. Φοβάμαι που παντρεύτηκα. Ελευθέρωσέ με από το να μαγειρεύω τρία γεύματα την ημέρα – ελευθέρωσέ με από το αμείλικτο κλουβί της ρουτίνας και της συνήθειας. Θέλω να είμαι ελεύθερη.»

«Πρέπει να πάρω πίσω τη ψυχή μου από σένα, χωρίς αυτήν σκοτώνω τη σάρκα μου.»
(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Τον Απρίλιο του 1960 εκδίδεται η πρώτη της ποιητική συλλογή The colossus (Ο Κολοσσός). Το 1961 ο Ted Hughes ξεκινά μία κρυφή ερωτική σχέση, όταν η Plath το ανακαλύπτει χωρίζουν. Βουτηγμένη στην απελπισία και το θυμό της και νιώθοντας προδομένη από τους μοναδικούς άντρες της ζωής της γράφει το παρακάτω ποίημα.

daddy

(εδώ μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το “daddy”) 

Οι χειμώνες του 1962-1963 ήταν οι χειρότεροι των μέχρι τότε χρόνων. Το σπίτι της ήταν κρύο και τα παιδιά της αρρώσταιναν συχνά. Εκείνη τη περίοδο ολοκληρώνει τις ποιητικές της συλλογές καθώς διατηρούσε και πλήθος από γράμματα και ημερολόγια. Πέφτει ξανά σε κατάθλιψη. Το 1963 εκδίδεται η  σχεδόν αυτοβιογραφική νουβέλα The bell jar (ο γυάλινος κώδων). Την ίδια χρονιά ο οικογενειακός της φίλος και γιατρός της χορηγεί αντικαταθλιπτικά. Προσπαθεί να την πείσει ότι χρειάζεται νοσηλεία αλλά αποτυγχάνει. Καταφέρνει όμως να την επισκέπτεται καθημερινά μια νοσοκόμα για να την βοηθάει με τα παιδιά.

Στις 11 Φεβρουαρίου του 1963 η νοσηλεύτρια χτυπάει το κουδούνι. Δεν απαντάει κανείς. Με την βοήθεια κάποιων εργατών καταφέρνει να μπει στο σπίτι όπου και ανακαλύπτει την Plath νεκρή.

«Πόσοι διαφορετικοί θάνατοι μπορώ να πεθάνω;»

«Είναι αυτή η μεταθανάτια ζωή – το μυαλό να ζει στο χαρτί και η σάρκα στους απογόνους;»

«Εύχομαι να είχες βρει την έξοδο από το μυαλό μου»
(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Η Plath ήθελε να είναι τα πάντα. Δεν ήθελε να ζήσει αιώνια. Ήθελε να ζήσει κάθε συναίσθημα αρνητικό ή θετικό, να οσφριστεί κάθε μυρωδιά, κάθε λουλούδι κάθε άρωμα, να εκπαιδευτεί στα πάντα, στη ζωγραφική, στο σκι, να φτάσει σε κάθε ανθρώπινο όριο. Ήθελε να ζήσει όλες τις ζωές, όλων των ανθρώπων και να γράψει γι αυτές. Σε ότι γράφει καθρεπτίζεται η ψυχοσύνθεσή της. Φλερτάρει με τη ζωή και το θάνατο με παιδικότητα , με ένα μυαλό που αν ήταν θάλασσα θα είχε πάντα τρικυμία.

 

yorkshire_1957_Sylvia_Plath

«Ζηλεύω αυτούς που σκέφτονται πιο βαθιά, που γράφουν καλύτερα, που ζωγραφίζουν καλύτερα, που κάνουν σκι καλύτερα, που βλέπουν καλύτερα, που ζουν καλύτερα που αγαπούν καλύτερα από ότι εγώ.»

«Ποτέ δε θα διαβάσω όσα βιβλία θέλω, ποτέ δε θα γίνω όλοι οι άνθρωποι που θέλω και να ζήσω όλες τις ζωές που θέλω. Ποτέ δε θα μπορέσω να εξασκηθώ σε όλες τις δεξιότητες που θέλω. Τι θέλω; Θέλω να ζήσω και να αφουγκραστώ όλες τις αποχρώσεις, τους ήχους και τις παραλλαγές των ψυχικών και σωματικών εμπειριών που θα μπορούσα στη ζωή μου. Και είμαι φρικτά περιορισμένη.»

«Βαριέμαι την αιωνιότητα, πότε μου δε τη θέλησα»
(αποσπάσματα από το ημερολόγιο της)

Μετά το θάνατό της εκδόθηκαν τα άπαντα ποιήματά της από τον  Ted Hughes καθώς και γράμματα όπως και ημερολόγιά με την επιμέλεια της μητέρας της.

«Το να πεθαίνεις
Είναι τέχνη, όπως κάθε τι.
Το κάνω εξαιρετικά καλά» 

(εδώ μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το  lady lazarus)

Η Plath είναι μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Η πυροδότηση αρχίζει λίγο μετά τα οχτώ της χρόνια. Γράφει συνέχεια και ακατάπαυστα. Προσπαθει να γράψει για τα πάντα. Γίνεται το βάζο, το λουλούδι, το όστρακο. Ιδιοφυής, μανιακή, αυτοαναφορική και ταλαντούχα. Το μυαλό της δε χωράει άλλο τον κόσμο, έχει κορεστεί. Δεν θρηνεί ούτε για τα τριάντα της χρόνια, ούτε για τα παιδιά που αφήνει πίσω της.

Έξι μέρες πριν αυτοκτονήσει γράφει στο τελευταίο της ποίημα

edge

(εδώ μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το “edge”)

 


[youtube https://www.youtube.com/watch?v=6hHjctqSBwM?rel=0&showinfo=0]
η Sylvia Plath απαγγέλλει το “Daddy” 

Η Sylvia Plath μέσα από εικόνες
#bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .bwg-container-0.bwg-standard-thumbnails { width: 754px; justify-content: center; margin:0 auto !important; background-color: rgba(255, 255, 255, 0.00); padding-left: 4px; padding-top: 4px; max-width: 100%; } #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .bwg-container-0.bwg-standard-thumbnails .bwg-item { justify-content: flex-start; max-width: 250px; width: 250px !important; } #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .bwg-container-0.bwg-standard-thumbnails .bwg-item a { margin-right: 4px; margin-bottom: 4px; } #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .bwg-container-0.bwg-standard-thumbnails .bwg-item0 { padding: 0px; background-color:rgba(255,255,255, 0.30); border: 0px none #CCCCCC; opacity: 1.00; border-radius: 0; box-shadow: 0px 0px 0px #888888; } #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .bwg-container-0.bwg-standard-thumbnails .bwg-item1 img { max-height: none; max-width: none; padding: 0 !important; } @media only screen and (min-width: 480px) { #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .bwg-container-0.bwg-standard-thumbnails .bwg-item0 { transition: all 0.3s ease 0s;-webkit-transition: all 0.3s ease 0s; } #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .bwg-container-0.bwg-standard-thumbnails .bwg-item0:hover { -ms-transform: scale(1.1); -webkit-transform: scale(1.1); transform: scale(1.1); } } #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .bwg-container-0.bwg-standard-thumbnails .bwg-item1 { padding-top: 60%; } #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .bwg-container-0.bwg-standard-thumbnails .bwg-title2, #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .bwg-container-0.bwg-standard-thumbnails .bwg-ecommerce2 { color: #CCCCCC; font-size: 16px; font-weight: bold; padding: 2px; text-shadow: 0px 0px 0px #888888; max-height: 100%; } #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .bwg-container-0.bwg-standard-thumbnails .bwg-thumb-description span { color: #323A45; font-size: 12px; max-height: 100%; word-wrap: break-word; } #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .bwg-container-0.bwg-standard-thumbnails .bwg-play-icon2 { font-size: 32px; } #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .bwg-container-0.bwg-standard-thumbnails .bwg-ecommerce2 { font-size: 19.2px; color: #CCCCCC; }

/*pagination styles*/ #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .tablenav-pages_0 { text-align: center; font-size: 12px; font-weight: bold; color: #666666; margin: 6px 0 4px; display: block; } @media only screen and (max-width : 320px) { #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .displaying-num_0 { display: none; } } #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .displaying-num_0 { font-size: 12px; font-weight: bold; color: #666666; margin-right: 10px; vertical-align: middle; } #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .paging-input_0 { font-size: 12px; font-weight: bold; color: #666666; vertical-align: middle; } #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .tablenav-pages_0 a.disabled, #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .tablenav-pages_0 a.disabled:hover, #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .tablenav-pages_0 a.disabled:focus, #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .tablenav-pages_0 input.bwg_current_page { cursor: default; color: rgba(102, 102, 102, 0.5); } #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .tablenav-pages_0 a, #bwg_container1_0 #bwg_container2_0 .tablenav-pages_0 input.bwg_current_page { cursor: pointer; text-align: center; font-size: 12px; font-weight: bold; color: #666666; text-decoration: none; padding: 3px 6px; margin: 0; border-radius: 0; border-style: solid; border-width: 1px; border-color: #E3E3E3; background-color: rgba(255, 255, 255, 1.00); box-shadow: 0; transition: all 0.3s ease 0s;-webkit-transition: all 0.3s ease 0s; }
if( jQuery('.bwg_nav_cont_0').length > 1 ) { jQuery('.bwg_nav_cont_0').first().remove() } function spider_page_0(cur, x, y, load_more) { if (typeof load_more == "undefined") { var load_more = false; } if (jQuery(cur).hasClass('disabled')) { return false; } var items_county_0 = 1; switch (y) { case 1: if (x >= items_county_0) { document.getElementById('page_number_0').value = items_county_0; } else { document.getElementById('page_number_0').value = x + 1; } break; case 2: document.getElementById('page_number_0').value = items_county_0; break; case -1: if (x == 1) { document.getElementById('page_number_0').value = 1; } else { document.getElementById('page_number_0').value = x - 1; } break; case -2: document.getElementById('page_number_0').value = 1; break; case 0: document.getElementById('page_number_0').value = x; break; default: document.getElementById('page_number_0').value = 1; } bwg_ajax('gal_front_form_0', '0', 'bwg_thumbnails_0', '0', '', 'gallery', 0, '', '', load_more, '', 1); } jQuery('.first-page-0').on('click', function () { spider_page_0(this, 1, -2, 'numeric'); return false; }); jQuery('.prev-page-0').on('click', function () { spider_page_0(this, 1, -1, 'numeric'); return false; }); jQuery('.next-page-0').on('click', function () { spider_page_0(this, 1, 1, 'numeric'); return false; }); jQuery('.last-page-0').on('click', function () { spider_page_0(this, 1, 2, 'numeric'); return false; }); /* Change page on input enter. */ function bwg_change_page_0( e, that ) { if ( e.key == 'Enter' ) { var to_page = parseInt(jQuery(that).val()); var pages_count = jQuery(that).parents(".pagination-links").data("pages-count"); var current_url_param = jQuery(that).attr('data-url-info'); if (to_page > pages_count) { to_page = 1; } spider_page_0(this, to_page, 0, 'numeric'); return false; } return true; } jQuery('.bwg_load_btn_0').on('click', function () { spider_page_0(this, 1, 1, true); return false; });
if (document.readyState === 'complete') { if( typeof bwg_main_ready == 'function' ) { if ( jQuery("#bwg_container1_0").height() ) { bwg_main_ready(jQuery("#bwg_container1_0")); } } } else { document.addEventListener('DOMContentLoaded', function() { if( typeof bwg_main_ready == 'function' ) { if ( jQuery("#bwg_container1_0").height() ) { bwg_main_ready(jQuery("#bwg_container1_0")); } } }); }




Ποίηση σημαίνει επίθεση | ο ποιητής Jazra Khaleed

 

Τυχαία, από ένα παλιό κείμενο, έπεσα πάνω στη φράση ενός ποιητή. «Ποίηση σημαίνει επίθεση». Έφτασα στο όνομα Jazra Khaleed (Γιάζρα Χάλεντ). Στην αρχή, σκέφτηκα, υπάρχουν δύο τρόποι να προσεγγίσεις αυτόν τον ποιητή. Μπορώ να πω, να, άλλη μια ιστορία ενός ανθρώπου που βραβεύεται στο εξωτερικό, που το έργο του μεταφράζεται στα γερμανικά και στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες, δημοσιεύεται σε λογοτεχνικά περιοδικά σε όλο τον κόσμο και που ο έξω κόσμος τον διαβάζει. Ο ποιητής Jazra Khaleed λοιπόν, γράφει ποίηση, αυτοσχεδιάζει, είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Τεφλόν και μέλος των εκδόσεων Τοποβόρος, μεταφράζει ποιήματα αγνώστων σε μας ποιητών και συζητιέται στο εξωτερικό. Ο ποιητής Jazra Khaleed γεννήθηκε στην Τσετσενία, ζει εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην Ελλάδα, αλλά ευτυχώς δεν κινδυνεύει να βραβευτεί ποτέ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που συνηθίζει να βραβεύει μετανάστες όταν αυτή η κίνηση εξυπηρετεί τα Μέσα, τη συγκυρία και την (όπως έχει αποδειχτεί, αρκετά ελαστική όταν χρειάζεται) εθνική υπερηφάνεια.

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος
Γροθιά, κνήμη, πούτσος
Δε θα γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου
(δεν έχω πατρίδα)
Είμαι μια υγειονομική απειλή
Ένα μίασμα
Δεν ανήκω σε καμιά πολιτισμένη φυλή
Τι χαλάει την εικόνα της χώρας σας;
Το χρώμα ή τα δόντια μου;
Στο στήθος μου γεμάτα μετανάστες
Ξωκοίλουνε τα σαπιοκάραβα
Στην πλάτη μου ξεκινάνε εμφύλιοι πόλεμοι
Αντάρτες ξεπηδούν από τα πλευρά μου
Γιατροί με τη συνοδεία μπάτσων
Βάζουν αγγελίες θανάτου στο κορμί μου
Επικηρύσσουν την κάθε μου έκκριση
Την ώρα που εγώ επανεφεύρω τη σύφιλη
Αυτοί διαλαλούνε την ασφάλεια
Επιτροπές κατοίκων ετοιμάζουν πογκρόμ
Τα μεροκάματα πέφτουν
Οι εργολάβοι αγοράζουν
Η σιωπηλή πλειοψηφία αλλάζει κανάλι
Mε τα χέρια γεμάτα αίμα
Οι καλοί και ευαίσθητοι άνθρωποι
Αγοράζουν το φόβο σε μπουκαλάκια
Φυλάνε το σώμα τους στην τράπεζα για τόκο
Ο ιμπεριαλισμός των μικροαστών

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος
Γροθιά, κνήμη, πούτσος
Σ’ αυτή τη χώρα
Βιάζουν τους μετανάστες
Καίνε τους ποιητές
Ο μπαλτάς της ελληνικής δημοκρατίας
Τεμαχίζει, τεμαχίζει, τεμαχίζει
Κάτω από την κόψη του σπαθιού
Την τρομερή
Θα ζήσετε
Χίλια χρόνια
Καθαροί

Ή μπορώ να πω ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ποιητής Jazra Khaleed. Δεν υπάρχει ποιητής από την Τσετσενία ή τα Εξάρχεια. Υπάρχει μόνο η σκιά της σκιάς, μια φωνή που βγαίνει από το κέντρο της πόλης, μια φωνή που δεν ανήκει πουθενά, μόνο παριστάνει τον ποιητή Jazra Khaleed. Αυτή η φωνή είναι απλά ένα beat, μια σφαίρα από λέξεις και ρίμες που εκτοξεύει ζωή, ιστορία και αίμα στα μούτρα μας. Αυτή η φωνή δεν διστάζει επιτέλους να δει χωρίς γυαλιά ηλίου, χωρίς παραμορφωτικά γυαλιά, χωρίς τα γυαλιά του τουρίστα και χωρίς τα γαλανόλευκα γυαλιά, το Αιγαίο πέλαγος. Το Αιγαίο λοιπόν δεν μπορεί να βρεθεί στο Instagram, ούτε πια μπορεί να αναζητηθεί σε ένα ποίημα του Ελύτη ή κάποιο παλιό φωτογραφικό άλμπουμ. Δεν υπάρχουν διακοπές στο Αιγαίο. Τα ποιήματα του Jazra Khaleed επιχειρούν να μας το παραδώσουν όπως είναι και όπως αρνούμαστε επίμονα να παραδεχτούμε ότι μοιάζει. Γεμάτο θάνατο, φυλακές και αδιαφορία.

το αιγαίο είναι μια υγειονομική βόμβα

οροθετικές πόρνες

παιδιά με τυμπανισμό

μουσουλμάνοι φυματικοί

ροφοί με ουλίτιδα (ή στα κάρβουνα

στο νησί «φιλοξενία παράνομων μεταναστών» ο δήμαρχος είναι επιχειρηματίας, ο παπάς είναι επιχειρηματίας, ο μπάτσος είναι επιχειρηματίας, ο χρυσαυγίτης είναι επιχειρηματίας, ο επιχειρηματίας είναι επιχειρηματίας, ο ροφός είναι επιχειρηματίας (όλοι ολίγον τι φασίστες επιχειρηματίες

28ος μεσημβρινός (ο σκληρός

27ος μεσημβρινός (ξηρά εμπρός

26ος μεσημβρινός (ύφαλος!

25ος μεσημβρινός (το καΐκι μπάζει νερά

24ος μεσημβρινός και 36ος παράλληλος γωνία (στα βαθιά

στο νησί «πνίξτε τους σύριους» κάθε χωριό είναι κι ένα περιστατικό δυσκοιλιότητας, κάθε στρατόπεδο συγκέντρωσης και μια ευκαιρία για μπάρμπεκιου, κάθε κρατητήριο κι ένας χώρος γυμναστικής, η ελευθερία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μεταφραστικό λάθος (τούρκικα μόνο μιλάει ο ροφός

***

Μιλάμε για την ποίηση και το δρόμο, τη δύναμη των στίχων.Ο Jazra Khaleed λέει: «Το ποίημα δεν υπάρχει μόνο του, δεν έχει γραφτεί για να υπάρξει μόνο του. Είναι μέρος ενός λόγου, που υπάρχει αυτή τη στιγμή και βρίσκεται σε ποιήματα, σε αφίσες, στο δρόμο. Ένα ποίημα είναι το κομμάτι μιας μεγαλύτερης εικόνας. Δεν γίνεται να το αποκόψεις από το κοινωνικό περιβάλλον. Παλεύει μαζί με όλα τα υπόλοιπα κομμάτια, στο επίπεδο του λόγου». Δεν έχει νόημα να κάνεις ερωτήσεις για την πολιτική κατάσταση, η ποίησή του δίνει τις απαντήσεις. Μου λέει απλά «ο φασισμός είναι επίσημη κρατική πολιτική».

Τον ρωτάω για τους μετανάστες, αν τελικά υπάρχει πάντα μια απόσταση ανάμεσα σ’ εμάς που περιγράφουμε και σε αυτούς που ζούνε. «Προφανώς δεν μπορούμε να μπούμε μέσα σ’ αυτό που ζούνε οι μετανάστες, αλλά μπορούμε να επιλέξουμε και επιλέγουμε τις πράξεις μας, το τι κάνουμε. Και αυτό είναι κάτι που έχει συνέπειες». Στα ποιήματά του, σε διάφορα σημεία, φαίνεται μια κριτική στην αριστερά ως προς το ζήτημα των μεταναστών. «Η αριστερά θέλει να κάνει συναυλίες έξω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, θέλει να μοιράσουμε σαπούνια. Να μην τους πνίξουμε πολύ, να τους πνίξουμε λίγο».

Όλοι τον ρωτάνε πώς γίνεται και δημοσιεύεται στα σημαντικότερα λογοτεχνικά του εξωτερικού και όχι εδώ. Μόλις ρωτάω συνειδητοποιώ και εγώ ότι αυτή την ερώτηση δεν την απευθύνει κανείς στον ποιητή, αλλά στον εκδότη, εκτός αν θέλει να εκμαιεύσει μια δήλωση για να βάλει τίτλο. Όμως ο Jazra Khaleed είναι άνετος, μου λέει πως δεν τον ενοχλεί, δεν είναι κάτι με το οποίο ασχολείται και μοιάζει να λέει αλήθεια. «Στο εξωτερικό άμα τους αρέσει κάτι και άμα τους ταιριάζει, δημοσιεύεται. Δεν επιλέγεται κάτι ανάλογα με το πολιτική του στάση ή με βάση το socializing. Σήμερα, οι καλύτεροι απ’ αυτούς που γράφουν ελληνικά ποιήματα, δεν μπορούν να βγάλουν βιβλία». Μου μιλάει για την Τρίτη γενιά  Ανατολικογερμανών ποιητών, για το πώς ενάντια στη λογοκρισία και την καταστολή, ήρθαν σε ρήξη με τον κυρίαρχο λόγο και δημιούργησαν τον δικό τους δημόσιο λόγο. Είχαν γράψει γι’ αυτούς στο Τεφλόν. Όπως έχουν γράψει και για την ποίηση των Αβορίγινων. Απ’ αυτά και μόνο, φαίνεται το ενδιαφέρον για  την γλώσσα που συγκρούεται με τον κυρίαρχο λόγο σε όλο τον κόσμο. Του μιλάω για το φαινόμενο οι ποιητές να εκδίδουν ποιητικές συλλογές πληρώνοντας οι ίδιοι κάποιον εκδοτικό οίκο. Μου λέει απλά: «Βρισκόμαστε σ’ αυτό σημείο, οι εργάτες να πληρώνουν τα αφεντικά».

Λέει ότι μόλις βρισκόταν στο Βερολίνο, όπου συμμετείχε (και βραβεύτηκε, όχι πως έχει σημασία) σε ένα διαγωνισμό, στον οποίο οι ποιητές καλούνταν να αυτοσχεδιάσουν με θέμα τη Συρία. Υπήρχε μια database με ποιήματα γραμμένα από Αραβίνες ποιήτριες που γράφουν στα αγγλικά και μια άλλη με tweets δημοσιευμένα με το hashtag #syria. Έβγαιναν λοιπόν στην οθόνη τυχαία tweets και στίχοι και έπρεπε με βάση αυτά να αυτοσχεδιάσεις. «Είναι δύσκολο από άποψη ποιητικής, είναι μια πρόκληση. Πρέπει να προσαρμοστείς, αφού μπαίνει ο παράγοντας τυχαιότητα, να βάλεις τις λέξεις σε μια σειρά και τελικά παράγεις έναν λόγο επιθετικό προς τον κυρίαρχο λόγο». Ο Jazra Khaleed μου λέει ότι βγήκε ένα φοβερό αποτέλεσμα, του έλεγαν θεατές μετά ότι απ’ την ένταση δεν μπορούσαν να κοιμηθούν το βράδυ. Το σώμα ένιωσε την ποίηση στο πετσί του.

Από τις μεταφράσεις που έχει κάνει με παραπέμπει στο έκτο τεύχος του Τεφλόν. Στο ποίημα του Bert Papenfuß «πείνα δίψα και ντρόγκα» υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα ανάλυση που μπορείτε να δείτε εδώ.

***

Διαβάζοντας τον ποιητή και πυγμάχο (όπως λέει χαρακτηριστικά σε ένα ποίημά του) Jazra Khaleed νιώθω τα γραπτά του να χωρίζονται σε τρεις ομάδες. Στα ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα η επίθεση στην πραγματικότητα μοιάζει να εκκινεί από τη ματιά ή απ’ το ίδιο το σώμα ενός τυχαίου μετανάστη, ενσωματώνοντας μια πικρή διάθεση, αλλά και ισόποσες δόσεις ήττας και λύσσας. Τα ποιήματα μοιάζουν με ένα άνθρωπο που στέκεται στο φανάρι γέρνοντας πάνω σ’ ένα δέντρο περιμένοντας να τελειώσει το πράσινο. Δίπλα του ο κουβάς με τη σαπουνάδα για τα τζάμια, και αυτός λέει:

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με σκεπάσει,
–κρύο αέρα μπάζει η μοναξιά μου.
Όσο κι αν σκάβω στην κοιλιά μου βρίσκω
———-μόνο πέτρες.
(Ίσως θα έπρεπε να σκάψετε κι εσείς μαζί μου.)

Σε όσα ποιήματα υπάγονται στο The New Beat  η επίθεση είναι ολική, δίχως δεύτερη σκέψη ή δισταγμό. Οι λέξεις φτιάχνουν μια σύγκρουση με 200 χλμ την ώρα και δεν υπάρχει ούτε το ελάχιστο ίχνος φρένου. Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο λόγος γίνεται όντως beat. Τα ποιήματα μοιάζουν με ένα νεαρό που στέκεται σε μια μικρή σκηνή. Τα φώτα παίζουν, από κάτω καμιά εκατοστή άτομα κουνάνε τα χέρια τους ρυθμικά, και αυτός λέει:

ποιητάδες, μείνετε σπίτι. εύθραυστοι σαν κυκλάμινα, μια ζωή στην ήττα και την άμυνα. ξοφλημένοι αριστεροί, μπουρζουάδες του ποιείν. στο μακελειό σκορπάτε σαν τα ποντίκια απ’ το σάμινα. νεκρά φύση. εγώ εκπαιδεύω λέξεις φενταγίν. δε γράφω ποίηση, γράφω προκηρύξεις. να δούμε πού θα είστε όταν το αίμα στο δρόμο πήξει.

Τέλος αναγνωρίζω μια τρίτη ομάδα ποιημάτων, κρυφών και υπόγειων, σχεδόν ύπουλων. Σ’ αυτά, η επίθεση κρύβεται πίσω από μια ανεξιχνίαστη γωνία. Η επίθεση είναι μια έκπληξη, σε πιάνει απ’ το γιακά και σου ζητάει ευγενικά αλλά χωρίς πολλά πολλά να ρίξεις το βλέμμα σου στη μητρόπολη, στην πλατεία Ομονοίας, στις λεωφόρους και τις πολυκατοικίες. Τα ποιήματα μοιάζουν με έναν άνθρωπο που στέκεται στα σκαλιά του μετρό. Παρατηρεί τα παιδιά με τα σκέιτ που κάνουν τα δικά τους, ο κόσμος πηγαινοέρχεται γεμάτος τσαντίλα, κολλάει μανία την παλάμη του στην ασφάλεια του Κινητού, και αυτός λέει:

Στο σφαγείο της καθημερινότητας εγώ πουλάω μπαλτάδες
Γράφω ένα ποίημα κάθε φορά που πηγαίνω από το σπίτι μου στο μετρό
Αναμένω μια συγκίνηση

και αλλού

Διασχίζω την πόλη πάνω σε ένα σκεϊτ
Γυμνός
Με τα κορδόνια λυμένα
Γίνομαι αόρατος
Κάμερες ή όπλα, ένα από τα δύο θα με σκοτώσει
Υπάρχει ένας δρόμος, αλλά δεν υπάρχει ελευθερία

***

Φυσικά δεν έγινα κριτικός λογοτεχνίας ή ειδικός στην ποίηση, για να με ενδιαφέρει ή να μπορώ να κάνω μια αποτίμηση του ποιητή και να καταλήξω σε συμπεράσματα για την ποιότητα των γραπτών του οποιουδήποτε. Άλλωστε ξέρουμε ότι τίποτα που να αξίζει δε μπορεί να μετρηθεί. Με ενδιαφέρει όμως ο λόγος, αυτό το κομμάτι της ευρύτερης ζωής και που αποτελεί το εργαλείο για να δούμε λίγο καθαρότερα αυτό που συμβαίνει γύρω μας και μέσα μας. Αν ο Πρεβεδουράκης με το «Κλέφτικο» μιλάει για τους 30αρηδες που ματαιώθηκαν, απέτυχαν (τουλάχιστον με το μέτρο που είχε ορίσει το φαντασιακό των χρόνων της ισχυρής Ελλάδας), αναγκάστηκαν να αλλάξουν και ζορίζονται σήμερα εντός της αντίφασής τους, ο Khaleed ρίχνει τον προβολέα λίγο πιο δίπλα. Ενώ εμείς διστάζουμε για όλα και ριχνόμαστε στο μπέρδεμά μας άφραγκοι πια, δίπλα μας ορθώνονται τα τείχη των στρατοπέδων συγκέντρωσης και στοιβάζονται στον αιγαιοπελαγίτικο βυθό σωροί τα πτώματα. Τα ημιυπόγεια ξεχειλίζουν απελπισία, οι business ανθίζουν, οι εργοδότες αγριεύουν. Ο Jazra Khaleed, κι ας ακούγεται υπερβολικό, μιλάει για τον καπνό που βγαίνει απ’ την καμινάδα της εποχής μας. Η ποίησή του καταφέρνει να πυροβολήσει ρίμες για μια πόρνη απ’ τη Σενεγάλη που βρέθηκε πεταμένη στον ακάλυπτο. Η ποίηση του Jazra Khaleed πρέπει να φυλαχθεί, μαζί με τόσα άλλα πολύτιμα, γιατί μας βοηθάει να αφηγηθούμε τη ζωή στην Ελλάδα, ενάντια στην κυρίαρχη αφήγηση που συσκοτίζει, εντείνει τη σύγχυση και καθησυχάζει τρομάζοντας.

Ακούω τα ποιήματά του δυνατά. Μου λένε, πολύ θυμός. Κι όμως, σκέφτομαι, ότι δεν πρόκειται για θυμό, δεν πρόκειται για μια οργισμένη ευκολία που βρίζει ή καταφέρεται κατά ενός παντοδύναμου και αυταρχικού αντιπάλου. Ο Jazra Khaleed αφηγείται την ιστορία των χρόνων μας, οπωσδήποτε δυσάρεστη, αχώνευτη και πιεστική. Και αυτή η ιστορία, μόλις κάποιος την αντιληφθεί με όλες του τις αισθήσεις, μόλις αποτυπωθεί με σαφήνεια σε ένα κομμάτι χαρτί, δεν σταματάει να ζητάει τα ρέστα για την ανοχή και την υπομονή μας. Η ποίηση του Jazra Khaleed δεν μας τραβάει απ’ το μανίκι, απλά ανοίγει μπροστά μας την (μισοδιάφανη έτσι κι αλλιώς) κουρτίνα. Κοιτάξτε και μη φοβάστε τις λέξεις, μη φοβάστε την ορμή, μη φοβάστε το θυμό. Κοιτάξτε.

Θα χρειαστεί να δώσουμε μεγάλες μάχες με τους εαυτούς μας κάποτε για να εξηγήσουμε και να χωνέψουμε όλα αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Καλό είναι σε αυτή τη μάχη να κατέβουμε με σύμμαχο τις λέξεις. Κι ας λέει κάπου ο Jazra Khaleed:

Το χτύπημα των πλήκτρων δεν μπορεί να σωπάσει

την παρέλαση των αρβυλών

Ένα απείθαρχο ποίημα δεν μπορεί να σώσει

έναν υποταγμένο ποιητή

Οι λέξεις αποβαίνουν πολύτιμες για τις πιο σκληρές μάχες. Ποίηση σημαίνει επίθεση.

***

Το βλογ του Jazra: http://jazrakhaleed.blogspot.gr/

το περιοδικό Τεφλόν: http://teflon.wordpress.com/

οι εκδόσεις Τοποβόρος: topovoros.gr

(+ ακούστε το μη λυπηθείτε την ειρήνη: http://www.youtube.com/watch?v=TTcaEiiBP90  γιατί είναι το αγαπημένο μου)

[youtube https://www.youtube.com/watch?v=k-lwI_4CdKU?rel=0]

 




όλοι εμείς που τραγουδάμε το κλέφτικο

 

Ανάμεσα στην οδό Τζαβέλλα και τη Λεωφόρο Πέτρου Ράλλη, στη Νίκαια, υπάρχουν μικρά κάθετα δρομάκια. Είναι τσιμεντένια, δε χωράει αυτοκίνητο και στη μέση μεταξύ των δύο παράλληλων δρόμων δημιουργούνται κάτι κυκλικοί χώροι σαν μίνι πλατείες. Εκεί βλέπεις δεντράκια ή σκέτο χώμα, τσιμέντο και κάπου κάπου ένα παγκάκι. Γύρω γύρω τα σπίτια, προφανώς φτωχά και χαμηλά, αποτελούνται από πολλά εντελώς διαφορετικά υλικά, λες και κάποιος έχει κάνει κολάζ. Μια σιδερένια πόρτα, ένα ξύλινο παντζούρι, μια τσίγκινη μικροσκεπή. Βλέπω τους ανθρώπους, που γυρνώντας από τη λαϊκή της Δευτέρας, επιστρέφουν σπίτια τους. Ποιοί είναι όλοι αυτοί; Πώς ζουν; Είναι όσο φτωχοί δείχνουν; Η ζωή τους έχει όσο ησυχία δείχνει; Είναι όλοι παλιοί Νικαιώτες, γέροι που ξέμειναν στο ίδιο σπίτι; Είναι εικοσάρηδες που ξεκινάνε τη ζωή τους; Γιατί είναι τόσοι πολλοί εκεί πρωινιάτικα; Είναι άνεργοι;

Δεκάδες ερωτήσεις που έχουν ως σημείο εκκίνησης τον άγνωστο κόσμο που υπάρχει γύρω μου. Γιατί δεν τους βλέπουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους; Γιατί δεν ακούμε γ’ αυτούς; Γιατί δεν μιλάμε γι’ αυτούς; Με κατέβαλε μια ξαφνική περιέργεια. Κοίταζα λαίμαργα, με μια φανερή αδιακρισία. Ελάχιστα πριν αρχίσω να κατεβάζω ανόητες φλυαρίες γι’ αυτόν τον μακρινό κόσμο, σκέφτομαι ότι καμιά φορά πρέπει να προσέχουμε να μην απλώνουμε τις χερούκλες μας τόσο απερίσκεπτα στα ξένα παπλώματα.  Εξάλλου, το έχουμε πει πολλές φορές, μίλησε γι’ αυτούς ή για τους εντελώς διπλανούς τους τέλος πάντων, ο Χρήστος Οικονόμου στο «Κάτι θα γίνει, θα δεις».

Μένοντας λοιπόν στα δικά μας (ή μάλλον σ’ αυτά που θεωρώ δικά μου) παπλώματα διαπιστώνω μια παρόμοια παράλογη σιωπή. Πώς και πότε μιλάμε για ένα από τα κατεξοχήν υποκείμενα, πάνω στα οποία ξεσπάει η κρίση, το πλήθος δηλαδή των 30ρηδων (+-5); Γι’ αυτούς τους υπερμορφωμένους και ημιμαθείς, τους πανελεύθερους και εγκλωβισμένους, τους υπερφιλόδοξους και δίχως μέλλον, ακούμε συνήθως πολύ λίγα και συγκεκριμένα πράγματα, αν όχι τίποτα. Οι επίσημοι γραφιάδες, οι επικοινωνιολόγοι του τηλεπολιτικού τίποτα, οι ακούραστοι σχολιαστές των άπειρων μικρόκοσμων έτσι κι αλλιώς έχουν άλλη ατζέντα.

Κοιτάζω τον (παραμορφωτικό βέβαια) καθρέφτη των social media, πιάνω και κάτι συζητήσεις στο δρόμο. Και οι ίδιοι οι 30αρηδες κοιτάζουν αλλού. Μας απασχολεί η ανασκαφή στην Αμφίπολη («μονοπωλεί το ενδιαφέρον εντός και εκτός συνόρων» λέει το δελτίο ειδήσεων) ή το αν η ΝΕΡΙΤ καλύπτει την ομιλία του Τσίπρα στη ΔΕΘ. Τουίτς και ειρωνείες για έναν από τους πολλούς ακούραστα αμετροεπείς ακροδεξιούς που γέννησε η τρας τιβί και υιοθέτησε η Νέα Δημοκρατία.

Τα γράφω όλα αυτά μόνο και μόνο για να πω, ότι αν ο Οικονόμου μίλησε γι’ αυτόν τον κόσμο της Νίκαιας και του Πειραιά, για μας που φλερτάρουμε με τα 30 (λίγο κάτω, λίγο πάνω) ανέλαβε τη δουλειά ο Γιώργος Πρεβεδουράκης. Από άλλο δρόμο, ίδια όμως δουλειά. Ιδού λοιπόν εμείς, τα παιδιά του 2014.

ρεμπέτες-άγγελοι που τσάκισαν τη ράχη τους μεταφέροντας πίτσες,

φιλέτα ροφού σβησμένα σε σαμιώτικο, έπιπλα «κάν’ το μόνος σου» και είδη υγιεινής,

που φτωχοί στήθηκαν καπνίζοντας μπροστά από υπερφυσικές οθόνες

μ’ έναν τρόμο παράλυτο για τα βιογραφικά τους

Ανοίγοντας το «Κλέφτικο», ανοίγουμε την παλιά ντουλάπα με τον καθρέφτη στο εσωτερικό της πόρτας. Στο «Κλέφτικο» βρίσκεται μια ζωή που ξέρουμε καλά, την έχουμε περπατήσει, την έχουμε συζητήσει, μα δυσκολευόμαστε ή αρνούμαστε να δούμε και να τραγουδήσουμε. Αυτά που ξεκινούν ως γνώριμες εικόνες, σπαράγματα, υπαινιγμοί και περιγραφές, μετατρέπονται σιγά σιγά στο γνωστό χείμαρρο της πραγματικότητας. Μόνο που ο χείμαρρος αυτός δεν είναι σκέτα απελπισία, σκέτα περιγραφή, σκέτα φωτογραφία. Το ποίημα, αφού μας σπρώχνει με όλη του τη δύναμη προς το μη παραπέρα, με κάποιο τρόπο απλώνει χέρι βοήθειας, μας κρατάει από το γιακά και παίρνει λίγο απ’ το φορτίο. Σαν το ωραίο και αναγκαίο ουίσκι, που ξεκινά πικρό,  τσιγκλίζοντας γλώσσα και λαιμό, μα στο τέλος μας πάει το γλυκό ταξίδι και μας στέλνει για ύπνο λίγο ελαφρύτερους.

(..) που εκπόνησαν διδακτορική διατριβή

με θέμα «Ο Υπαρξισμός μετά τον Σαρτρ και το Πρόβλημα της Αναπηρίας στη Νοτιοδυτική Γκάνα» και γύρισαν στην Αθήνα

θωπεύοντας στις ουρές του ΟΑΕΔ το μακρύτερο

μανίκι της μεταμοντερνίλας 

Να ‘μαστε λοιπόν, εδώ στο έδαφος της κρίσης. Άνεργοι, μεταπτυχιακοί ειδικευμένοι στο σέρβις, αρνητές της καριέρας, κυνηγοί της επιτυχίας, απολιτίκ νεοσυντηρητικοί χίπιδες, καινοτόμοι, ποδοσφαιρικά υπερήφανοι, καλοσιδερωμένοι entrepreneurs, part time τηλεφωνητές, παπαγάλοι ενός quote της κοινωνικής αλλαγής που γράφτηκε από τον τάδε το έτος τάδε, υποψήφιοι διδάκτορες της ξερολίασης, κυνικοί Δρασίτες (στην καρδιά μα όχι στην κάλπη, προς Θεού εκεί παίζουμε ΝΔ για ασφάλεια), φιλήσυχοι νοσταλγοί του δροσερού νερού του Δεκέμβρη του 2008 και κυρίως με μια μόνιμη αίσθηση ότι μας αδίκησε η ζωή, η εποχή, το αφεντικό και το εκάστοτε σινάφι.

Φευγάδα δεν ήσουν εκεί

όταν σκυλότρωγα το φυλλοκάρδι του διπλανού μου

ούτε τη μέρα της αποφοίτησης πέρασες να ευχηθείς,

δεν είδες όλες τις μη-κυβερνητικές στα μη-πόδια μου

να μου προσφέρουν μια εργασία ελαστική

βερνικώνοντας τα κάγκελα

του νέου κρεματορίου

Να ‘μαστε. Μας γάμησε λέμε η κρίση. Υποφέρουμε, βασανιζόμαστε, αναβάλλουμε, παρακολουθούμε, επικοινωνούμε, κυρίως επικοινωνούμε, ψηφίζουμε, ανανεώνουμε χρόνους (ομιλίας, όρκους, όνειρα), εργαζόμαστε full time πληρωνόμαστε part time, εργαζόμαστε Κυριακή, δεν βρίσκουμε που να εργαστούμε, τρέχουμε να προλάβουμε, τρέχουμε και δεν προλαβαίνουμε, τρέχουμε τί άραγε να προλάβουμε, πίνουμε, καπνίζουμε και πίνουμε τσιγάρα (όχι για τίποτα άλλο, αλλά) για να κάνουμε διάλειμμα να πάρουμε ανάσα να χαλαρώσουμε προς στιγμή και να έτσι μετά να συνεχίσουμε, να συνεχίσουμε ακάθεκτοι, δυνατότεροι, ψηλότεροι και κυρίως ΑΠΟΔΟΤΙΚΟΤΕΡΟΙ. Είμαστε εμείς οι εντός της κρίσης, εντός της πραγματικότητας και κυρίως οι εντός πλαισίου, μονίμως εντός πλαισίου, νεοφιλελεύθερου ή επαναστατικού δεν έχει σημασία. Μας καθορίζει το πλαίσιο, κι όχι το περιεχόμενό του, γιατί εντέλει πρέπει να παραμείνουμε ΕΝΤΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟΥ.

Κάπως έτσι, ετοιμαζόμαστε να συγχωνεύσουμε τις λέξεις του Πρεβεδουράκη με αυτές του Οικονόμου. Γιατί φαίνεται ότι δεν αργεί η ώρα να συγχωνευτούν οι δύο κόσμοι, ποιός ξέρει αν αυτό είναι καλό ή κακό.

Μέσα σε πέντε μέρες διάβασα το «Κλέφτικο» τέσσερις φορές. Η τελευταία στο καράβι της επιστροφής. Εκεί σκεφτόμουν το κλασσικό ζήτημα του πως εμείς οι ίδιοι αφηγούμαστε την ιστορία μας, πως μιλάμε για τη ζωή μας και για όσα συμβαίνουν και περνάνε από δίπλα ή καμιά φορά και από πάνω μας. Έβγαζα λοιπόν το αόρατο καπέλο μου στον Πρεβεδουράκη γι’ αυτή την ποίηση, την οριακή και παρηγορητική μαζί, την ήρεμα απελπισμένη και ταυτόχρονα ψύχραιμη και με ισχυρές δόσεις χιούμορ και αυτοσαρκασμού. Έβγαζα το αόρατο καπέλο μου στον Πρεβεδουράκη γιατί κατάφερε να μιλήσει μέσα στη μέση του χαμού για το χαμό. Μάλιστα, έγραψε ένα κομμάτι της σημερινής ιστορίας, χωρίς να πνιγεί από την πίκρα ή να βουλιάξει στο αδιέξοδο, αλλά με όλο το πάθος και τη διαύγεια ενός ανθρώπου που ζει σ’ έναν κόσμο που καταρρέει.

Την ώρα όμως του φανταστικού εγκάρδιου χαιρετισμού, το καράβι, έπιασε στην Πάρο. Ακολούθησε κάτι μάλλον τρομακτικό και θα χρειαζόταν κανείς το ταλέντο ενός Σιοράν ή ενός Σελίν για να περιγράψει αυτή την πραγματικότητα χωρίς να γίνει μικροπρεπής και άδικος. Μέσα στα λίγα τετραγωνικά μέτρα του καταστρώματος ο σωσίας του Νίβο, ένας με καμιά δεκαριά τατουάζ, δέσποζε αυτό με την περικεφαλαία και το Μολών Λαβέ, μια γυναίκα που ούρλιαζε στο τηλέφωνο, ανάμεσα στον εμβρόντητο κόσμο, βρίζοντας κάποιον Γιώργο που δε θα περνούσε απ’ το σπίτι αύριο, ένα κορίτσι με δωδεκάποντο τακούνι και μαγιό, ένας που έλυνε σκανδιναβικά. Η μία πλευρά είχε φωτογραφία του Αλιάγα και η άλλη του Ορφανού.

Επέστρεψα στον Πρεβεδουράκη, επιχειρώντας να βρω ένα σύμμαχο προκειμένου να πολεμήσω με όλες τις πραγματικότητες ταυτόχρονα. Είμαστε όλοι εν πλήρη συγχύσει ένοχοι, συνήθιζε να λέει ένας φίλος και αν δεν μας δώσει τώρα ένα χεράκι η ποίηση ή οι φίλοι μας, πιθανότατα δε θα μας το δώσει κανείς.

Χτες, στην πόλη της κρίσης, του κυνισμού και της ομορφιάς, μου φάνηκε πως πέρασα μπροστά απ’ όλο το ποίημα. Στο περίπτερο, δύο μάλλον περιθωριακές εφημερίδες, η kontra news και η star press, κρέμονταν πλάι πλάι. Τα πρωτοσέλιδα φώναζαν με τις αντίστοιχες φωτογραφίες: Ο ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΠΑΖΕΙ και ΑΦΟΔΕΥΣΑΝ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Φευγάδα, απ’ όλα τα μαρτύρια

διάλεξα της σταγόνας

 

***

Κλέφτικο, Γιώργος Πρεβεδουράκης – εκδόσεις Πανοπτικόν

Για μια σοβαρή και ενδιαφέρουσα κριτική στο βιβλίο διαβάστε τον Θ. Τσαλαπάτη